Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-198/99 P,
Empresa Nacional Siderϊrgica SA (Ensidesa), με έδρα την Avilιs (Ισπανία), εκπροσωπούμενη από τους S. Martνnez Lage και J. Pιrez-Bustamante Kφster, abogados, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
αναιρεσείουσα,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων (δεύτερο πενταμελές τμήμα) στις 11 Μαρτίου 1999 επί της υποθέσεως T-157/94, Ensidesa κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. II-707), με την οποία ζητείται η εξαφάνιση της αποφάσεως αυτής,
όπου ο έτερος διάδικος είναι
η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους J. Currall και W. Wils, επικουρουμένους από τον J. Rivas de Andrιs, abogado, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους M. Wathelet, πρόεδρο τμήματος, D. A. O. Edward, A. La Pergola, P. Jann (εισηγητή) και S. von Bahr, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: C. Stix-Hackl
γραμματέας: M.-F. Contet, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 31ης Ιανουαρίου 2002,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2002,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 25 Μαου 1999, η Empresa Nacional Siderϊrgica SA (Ensidesa) άσκησε, δυνάμει του άρθρου 49 του Οργανισμού ΕΚΑΞ του Δικαστηρίου, αναίρεση κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 11ης Μαρτίου 1999, T-157/94, Ensidesa κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. II-707, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), με την οποία το Πρωτοδικείο απέρριψε εν μέρει την προσφυγή που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα για τη μερική ακύρωση, μεταξύ άλλων, της αποφάσεως 94/215/ΕΚΑΞ της Επιτροπής, της 16ης Φεβρουαρίου 1994, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 65 της Συνθήκης ΕΚΑΞ όσον αφορά συμφωνίες και εναρμονισμένες πρακτικές που εφήρμοσαν ευρωπαίοι παραγωγοί δοκών χάλυβα (ΕΕ L 116, σ. 1, στο εξής: επίδικη απόφαση). Με την απόφαση εκείνη, η Επιτροπή είχε επιβάλει πρόστιμο στην προσφεύγουσα κατ' εφαρμογή του ως άνω άρθρου 65.
Τα πραγματικά περιστατικά και η επίδικη απόφαση
2 Όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, από το έτος 1974 η ευρωπαϋκή βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα επλήγη από κρίση λόγω πτώσεως της ζητήσεως, γεγονός που δημιούργησε προβλήματα πλεονάζουσας προσφοράς και παραγωγικής ικανότητας, καθώς και χαμηλό επίπεδο τιμών.
3 Αφού αποπειράθηκε να διαχειριστεί την κρίση μέσω μονομερών εθελουσίων δεσμεύσεων των επιχειρήσεων σχετικά με τον διατιθέμενο στην αγορά όγκο χάλυβα και τις κατώτατες τιμές («σχέδιο Simonet») ή μέσω του καθορισμού ενδεικτικών και ελαχίστων τιμών («σχέδιο Davignon», συμφωνία «Eurofer I»), η Επιτροπή διαπίστωσε το 1980 κατάσταση έκδηλης κρίσεως, κατά την έννοια του άρθρου 58 της Συνθήκης ΕΚΑΞ, και επέβαλε υποχρεωτικές ποσοστώσεις παραγωγής, ιδίως για τις δοκούς χάλυβα. Το εν λόγω κοινοτικό καθεστώς έπαυσε να ισχύει στις 30 Ιουνίου 1988.
4 Αρκετά νωρίτερα η Επιτροπή είχε εξαγγείλει την κατάργηση του συστήματος ποσοστώσεων με διάφορες ανακοινώσεις και αποφάσεις, υπενθυμίζοντας ότι ο τερματισμός του θα σηματοδοτούσε την επιστροφή σε αγορά ελεύθερου ανταγωνισμού μεταξύ των επιχειρήσεων. Πάντως, ο τομέας εξακολουθούσε να χαρακτηρίζεται από πλεονάζουσες ικανότητες παραγωγής, για τις οποίες οι ειδικοί θεωρούσαν ότι έπρεπε να αποτελέσουν αντικείμενο ικανοποιητικής και ταχείας μειώσεως ώστε να επιτραπεί στις επιχειρήσεις να αντιμετωπίσουν τον παγκόσμιο ανταγωνισμό.
5 Ήδη από την κατάργηση του καθεστώτος ποσοστώσεων η Επιτροπή εγκαθίδρυσε καθεστώς επιτηρήσεως, το οποίο συνεπαγόταν τη συλλογή στατιστικών στοιχείων για την παραγωγή και τις παραδόσεις, την παρακολούθηση της εξελίξεως των αγορών και τακτικές διαβουλεύσεις με τις επιχειρήσεις σχετικά με την κατάσταση και τις τάσεις της αγοράς. Οι επιχειρήσεις του τομέα, μερικές από τις οποίες ήσαν μέλη της επαγγελματικής ενώσεως Eurofer, εξακολούθησαν έτσι να έχουν τακτικές επαφές με τη ΓΔ ΙΙΙ (Γενική Διεύθυνση «Εσωτερική αγορά και βιομηχανικές υποθέσεις» της Επιτροπής, στο εξής: ΓΔ ΙΙΙ) στο πλαίσιο συσκέψεων για ανταλλαγή απόψεων. Το καθεστώς επιτηρήσεως τερματίστηκε στις 30 Ιουνίου 1990 και αντικαταστάθηκε από καθεστώς ατομικής και εθελουσίας πληροφορήσεως.
6 Η Επιτροπή διενήργησε στις αρχές του έτους 1991 διαφόρους ελέγχους σε ορισμένες χαλυβουργικές επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων του τομέα. Στις 6 Μαου 1992 τους απεστάλη ανακοίνωση των αιτιάσεων. Στις αρχές του έτους 1993 έλαβαν χώρα ακροάσεις.
7 Η Επιτροπή εξέδωσε στις 16 Φεβρουαρίου 1994 την επίδικη απόφαση, με την οποία διαπίστωσε τη συμμετοχή δεκαεπτά ευρωπαϋκών χαλυβουργικών επιχειρήσεων και μιας από τις επαγγελματικές ενώσεις τους σε σειρά συμφωνιών, αποφάσεων και εναρμονισμένων πρακτικών περί καθορισμού των τιμών, κατανομής των αγορών και ανταλλαγής εμπιστευτικών πληροφοριών σχετικά με την κοινοτική αγορά δοκών χάλυβα, κατά παράβαση του άρθρου 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΞ. Με την ίδια απόφαση, επέβαλε πρόστιμα σε 14 επιχειρήσεις για παραβάσεις που είχαν διαπραχθεί μεταξύ 1ης Ιουλίου 1988 και 31 Δεκεμβρίου 1990.
Η ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
8 Η αναιρεσείουσα άσκησε στις 18 Απριλίου 1994 ενώπιον του Πρωτοδικείου προσφυγή, αιτούμενη ειδικότερα τη μερική ακύρωση της επίδικης αποφάσεως.
9 Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο έκανε εν μέρει δεκτή την προσφυγή και μείωσε το πρόστιμο που είχε επιβληθεί στην προσφεύγουσα.
Τα αιτήματα των διαδίκων
10 Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
- ως κύριο αίτημα, την εξαφάνιση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως καθ' ό μέτρο επέβαλε στην προσφεύγουσα πρόστιμο ύψους 3 350 000 ευρώ, απέρριψε την προσφυγή της κατά τα λοιπά και την καταδικάζει στα δικαστικά έξοδά της καθώς και στα τρία τέταρτα των εξόδων της Επιτροπής·
- επικουρικώς, να εξαφανίσει εν μέρει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, λαμβανομένων υπόψη των λόγων αναιρέσεως που εκτίθενται στην αίτησή της, και να μειώσει το επιβληθέν εις βάρος της πρόστιμο·
- εν πάση περιπτώσει, να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.
11 Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
- να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της·
- να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
Οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως
12 Η αναιρεσείουσα επικαλείται έξι λόγους προς στήριξη της αιτήσεώς της αναιρέσεως:
1) παράβαση του κοινοτικού δικαίου ως εκ του ότι το Πρωτοδικείο δεν κόλασε τη μη τήρηση των ουσιωδών τύπων κατά την έκδοση της επίδικης αποφάσεως·
2) παράβαση του άρθρου 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΞ·
3) παράβαση του κοινοτικού δικαίου ως εκ του ότι το Πρωτοδικείο δεν ακύρωσε το άρθρο 1 της επίδικης αποφάσεως, μολονότι η εν λόγω διάταξη δεν αναφέρει τη διάρκεια της αφορώσας τον καθορισμό των τιμών παραβάσεως·
4) πεπλανημένη νομική εκτίμηση της συμφωνίας περί κατανομής της γαλλικής αγοράς·
5) μη νομότυπη άσκηση εκ μέρους του Πρωτοδικείου του καθήκοντός του περί ελέγχου και προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας της αναιρεσείουσας·
6) παράβαση του κοινοτικού δικαίου ως προς την επιλογή του κύκλου εργασιών που χρησιμοποιήθηκε για τον υπολογισμό του προστίμου και τη μετατροπή αυτού σε ECU.
13 Οι επικρινόμενες με τους επιμέρους λόγους αναιρέσεως σκέψεις της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως παρατίθενται ομού με την ανάλυση κάθε λόγου.
Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως
14 Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο παρέβη το κοινοτικό δίκαιο, παραλείποντας να κολάσει τη μη τήρηση των ουσιωδών τύπων κατά την έκδοση της επίδικης αποφάσεως.
15 Ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως υποδιαιρείται σε τρία σκέλη, το πρώτο από τα οποία βάλλει κατά της ελλείψεως απαρτίας κατά την έκδοση της επίδικης αποφάσεως, το δεύτερο κατά της τυπικής αναντιστοιχίας μεταξύ της εκδοθείσας και της κοινοποιηθείσας αποφάσεως και το τρίτο κατά της μη επιβεβαιώσεως της γνησιότητας αυτής.
Επί του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως
16 Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη κατά την εκτίμηση των πρακτικών της συνεδριάσεως της Επιτροπής, κατά τη διάρκεια της οποίας ελήφθη η επίδικη απόφαση (στο εξής: πρακτικά). Συγκεκριμένα, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η απόφαση ελήφθη τηρουμένης της απαιτούμενης απαρτίας, χωρίς να προβεί στην αξιολόγηση του συνόλου των αποδεικτικών στοιχείων που προσκόμισε η αναιρεσείουσα και προβαίνοντας σε σαφώς στερούμενη συνοχής ερμηνεία των πρακτικών.
17 Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ανέφερε ότι, όπως «προκύπτει» από τη σελίδα 2 των πρακτικών, κατά τη διάσκεψη της Επιτροπής ήσαν παρόντες εννέα επίτροποι, ενώ, σύμφωνα με τη σελίδα 40 των ιδίων πρακτικών, οι Budd και Santopinto, προϋστάμενοι αντίστοιχα των γραφείων των επιτρόπων Sir Leon Brittan και Ruberti, καθώς και η Evans, μέλος του γραφείου του επιτρόπου Flynn, παρέστησαν στη συνεδρίαση εν τη απουσία των μελών της Επιτροπής, στοιχείο υποδηλώνον ότι οι Sir Leon Brittan, Ruberti και Flynn δεν ήσαν παρόντες κατά την απογευματινή συνεδρίαση οπότε ελήφθη η επίδικη απόφαση, στην οποία αναφέρεται το σημείο XXV των πρακτικών.
18 Το συγκεκριμένο σκέλος του λόγου αναιρέσεως βάλλει κατά των σκέψεων 122 έως 124 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, οι οποίες έχουν ως εξής:
«122 Εξάλλου, όπως προκύπτει από τον κατάλογο των παρόντων μελών, ο οποίος παρατίθεται στη σελίδα 2 των πρακτικών, εννέα μέλη της Επιτροπής ήσαν παρόντα κατά τη διάσκεψη της Επιτροπής επί του σημείου XXV, ήτοι: οι Delors, Sir Leon Brittan, Van Miert, Ruberti, Millan, Van der Broek, Flynn, Steichen και Παλαιοκρασσάς. Συνεπώς, είχε επιτευχθεί η απαρτία που απαιτεί το άρθρο 5 του εσωτερικού κανονισμού [της Επιτροπής, σύμφωνα με την απορρέουσα από την απόφαση 93/492/Ευρατόμ, ΕΚΑΞ, ΕΟΚ της Επιτροπής, της 17ης Φεβρουαρίου 1993 (EE L 230, σ. 15, στο εξής: εσωτερικός κανονισμός του 1993) εκδοχή]. Ομοίως, η [επίδικη απόφαση] μπορούσε να ληφθεί με τη συμφωνία των εννέα παρόντων μελών, σύμφωνα με το άρθρο 6 του εν λόγω εσωτερικού κανονισμού.
123 Το επιχείρημα των προσφευγουσών στηρίζεται πάντως σε κατάλογο των παρόντων μελών που περιέχεται στη σελίδα 40 των πρακτικών και αναφέρει ότι οι κκ. Budd και Santopinto, αντιστοίχως προϋστάμενοι των γραφείων του Sir Leon Brittan και του κ. Ruberti, καθώς και η κ. Evans, μέλος του γραφείου του κ. Flynn, "παρ[έστησαν] κατά τη συνεδρίαση εν τη απουσία των μελών της Επιτροπής". Οι προσφεύγουσες συνάγουν εξ αυτού ότι, αντίθετα προς τα αναφερόμενα στη σελίδα 2 των πρακτικών, ο Sir Leon Brittan, ο κ. Ruberti και ο κ. Flynn δεν ήσαν παρόντες κατά τη λήψη της [επίδικης αποφάσεως] που αναφέρεται στο σημείο XXV.
124 Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Συγκεκριμένα, από το ίδιο το κείμενό τους προκύπτει ότι ο κατάλογος που περιλαμβάνεται στη σελίδα 2 των πρακτικών αποσκοπεί στην ακριβή καταγραφή της παρουσίας ή της απουσίας των μελών της Επιτροπής κατά τη σχετική συνεδρίαση. Η καταγραφή αυτή αφορά τόσο την πρωινή όσο και την απογευματινή συνεδρίαση και αποτελεί συνεπώς την απόδειξη της παρουσίας των μελών της Επιτροπής κατά τις δύο αυτές συνεδριάσεις, εκτός αν αναφέρεται ρητώς ότι ένα μέλος ήταν απόν κατά τη συζήτηση επί συγκεκριμένου σημείου. Αντιθέτως, ο κατάλογος που περιέχεται στη σελίδα 40 των πρακτικών δεν αποσκοπεί στην καταγραφή της παρουσίας των μελών της Επιτροπής, αλλά αναφέρεται μόνο στα άλλα άτομα που ήσαν ενδεχομένως παρόντα, όπως είναι οι προϋστάμενοι των γραφείων. Υπό τις περιστάσεις αυτές, τα έμμεσα συμπεράσματα που οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι συνάγουν από τον εν λόγω κατάλογο δεν μπορούν να υπερισχύσουν της ρητής μνείας, στη σελίδα 2 των πρακτικών, της παρουσίας ή της απουσίας των μελών της Επιτροπής.»
19 Κατά την αναιρεσείουσα, η εκ μέρους του Πρωτοδικείου διατυπωθείσα με τις ανωτέρω σκέψεις της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως ερμηνεία στερείται παντελώς βάσεως και συνοχής.
20 Η αναιρεσείουσα επισημαίνει εξάλλου ότι το Πρωτοδικείο απέρριψε το αίτημά της για τη διεξαγωγή αποδείξεων προκειμένου να διαπιστωθεί, μέσω του ελέγχου των ημερολογίων των επιτρόπων, ποιοι εξ αυτών ήσαν όντως παρόντες στη συνεδρίαση κατά τη διάρκεια της οποίας ελήφθη η επίδικη απόφαση. Πράττοντας τούτο, το Πρωτοδικείο προσέβαλε το δικαίωμα της αναιρεσείουσας να εξακριβώσει τη νομιμότητα της τηρηθείσας κατά τη λήψη της εν λόγω αποφάσεως διαδικασίας, δικαίωμα αναγνωρισθέν ρητώς από το Δικαστήριο στη σκέψη 64 της αποφάσεως της 15ης Ιουνίου 1994, C-137/92 P, Επιτροπή κατά BASF κ.λπ. (Συλλογή 1994, σ. I-2555).
21 Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο θα όφειλε, σύμφωνα με το άρθρο 24 του Οργανισμού ΕΚΑΞ του Δικαστηρίου, να καλέσει την Επιτροπή να προσκομίσει τα ημερολόγια και λοιπά παρεμφερή έγγραφα των μελών της, προκειμένου να καταρτιστεί άπαξ διά παντός ο κατάλογος όσων ήσαν όντως παρόντες κατά την έκδοση της επίδικης αποφάσεως κατά τη διάρκεια της απογευματινής συνεδριάσεως της 16ης Φεβρουαρίου 1994.
22 Η Επιτροπή ισχυρίζεται προκαταρκτικώς ότι ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος διότι εναπόκειται αποκλειστικά στο Πρωτοδικείο να εκτιμά τα πραγματικά περιστατικά και την ισχύ που πρέπει να προσδίδεται στα προσκομιζόμενα ενώπιόν του αποδεικτικά στοιχεία.
23 Όσον αφορά την αίτηση περί προσκομίσεως των ημερολογίων και λοιπών παρεμφερών εγγράφων των μελών της, η Επιτροπή την θεωρεί επίσης απαράδεκτη, εφόσον δεν πρόκειται για μέτρο δυνάμενο να διαταχθεί στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως. Συγκεκριμένα, το άρθρο 118 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, το οποίο εφαρμόζεται ειδικώς στις αιτήσεις αναιρέσεως, παραπέμπει στα άρθρα 43, 44, 55 έως 90, 93, 95 έως 100 και 102 αυτού, παραλείπει, όμως, σαφώς τα άρθρα 45 έως 54 αυτού που αφορούν τα μέτρα περί αποδείξεως.
24 Σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει παραδεκτό το σκέλος αυτό του λόγου αναιρέσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι στερείται βάσεως. Συγκεκριμένα, ορθώς το Πρωτοδικείο έλαβε υπόψη του τον κατάλογο που παρατίθεται στη σελίδα 2 των πρακτικών, σκοπός του οποίου είναι η συγκεκριμένη καταγραφή των παρόντων και απόντων μελών της Επιτροπής κατά την εν λόγω συνεδρίαση. Επί πλέον, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η αναιρεσείουσα ερμηνεύει πεπλανημένως τη σελίδα 40 των πρακτικών. Συγκεκριμένα, όπως τόνισε το Πρωτοδικείο, από την εκεί απαντώσα αναφορά δεν συνάγεται ότι τα τρία συγκεκριμένα μέλη της Επιτροπής ήσαν απόντα κατά τον χρόνο της συζητήσεως του σημείου XXV της ημερησίας διατάξεως.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
25 Προκαταρκτικώς, προέχει να υπομνηστεί ότι, όπως προκύπτει από τα άρθρα 32δ, παράγραφος 1, ΑΞ και 51 του Οργανισμού ΕΚΑΞ του Δικαστηρίου, η αναίρεση περιορίζεται στα νομικά ζητήματα. Το Πρωτοδικείο είναι επομένως κατ' αρχήν μόνο αρμόδιο να προβαίνει στη διαπίστωση και εκτίμηση των λυσιτελών πραγματικών περιστατικών καθώς και να εκτιμά τα αποδεικτικά στοιχεία, υπό την επιφύλαξη της αλλοιώσεως των πραγματικών αυτών περιστατικών και των εν λόγω στοιχείων (βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 1ης Ιουνίου 1994, C-136/92 P, Επιτροπή κατά Brazzelli Lualdi κ.λπ., Συλλογή 1994, σ. I-1981, σκέψεις 49 και 66, της 15ης Οκτωβρίου 2002, C-238/99 P, C-244/99 P, C-245/99 P, C-247/99 P, C-250/99 P έως C-252/99 P και C-254/99 P, Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. I-8375, σκέψη 194, και της 10ης Δεκεμβρίου 2002, C-312/00 P, Επιτροπή κατά Camar και Tico, Συλλογή 2002, σ. I-11355, σκέψη 69).
26 Επιβάλλεται να υπογραμμιστεί ότι εν προκειμένω η επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας δεν αποσκοπεί στο να αποδείξει την εκ μέρους του Πρωτοδικείου αλλοίωση του περιεχομένου των πρακτικών. Περιορίζεται στην αμφισβήτηση της εκ μέρους του Πρωτοδικείου, στη σκέψη 124 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ερμηνείας.
27 Επομένως, πρέπει να διαπιστωθεί ότι, στο μέτρο που το συγκεκριμένο τμήμα του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως επικρίνει εκτίμηση πραγματικών περιστατικών και αποδεικτικών στοιχείων εκ μέρους του Πρωτοδικείου, πρέπει να κριθεί απαράδεκτο.
28 Όσον αφορά την αίτηση περί προσκομίσεως των ημερολογίων των επιτρόπων, πρέπει να υπομνηστεί ότι εναπόκειται στον κοινοτικό δικαστή να αποφασίσει αν είναι αναγκαία η προσκόμιση εγγράφου ανάλογα με τις περιστάσεις της διαφοράς, σύμφωνα με τις ισχύουσες ως προς τα μέσα αποδείξεως διατάξεις του Κανονισμού Διαδικασίας. Όσον αφορά το Πρωτοδικείο, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 49, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 65, στοιχείο ββ, του Κανονισμού του Διαδικασίας, η αίτηση προσκομίσεως εγγράφων συγκαταλέγεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που μπορεί να διατάξει το Πρωτοδικείο σε οποιαδήποτε φάση της διαδικασίας (απόφαση της 6ης Απριλίου 2000, C-286/95 P, Επιτροπή κατά ICI, Συλλογή 2000, σ. I-2341, σκέψεις 49 και 50).
29 Δοθέντος ότι το Πρωτοδικείο διέθετε αντίγραφο των πρακτικών, ήτοι το προβλεπόμενο από τον εσωτερικό κανονισμό του 1993 έγγραφο πιστοποιήσεως της διεξαγωγής των συσκέψεων της Επιτροπής και το νομότυπο του οποίου είχε ελέγξει, όπως διευκρινίζεται στη σκέψη 147 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ουδόλως όφειλε να χωρήσει στη διεξαγωγή προσθέτων αποδείξεων διά της προσκομίσεως άλλων εγγράφων αν έκρινε ότι το μέτρο αυτό δεν ήταν αναγκαίο για την αποκάλυψη της αληθείας (βλ., υπό την έννοια αυτή, προαναφερθείσα απόφαση Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 404).
30 Ως προς το αίτημα να διατάξει το ίδιο το Δικαστήριο την προσκόμιση των ημερολογίων και λοιπών παρεμφερών εγγράφων των επιτρόπων, αρκεί να υπογραμμιστεί ότι παρόμοιο μέτρο αποδείξεως εκφεύγει του πλαισίου της αιτήσεως αναιρέσεως, αντικείμενο της οποίας είναι ο έλεγχος της νομιμότητας αποφάσεως που εξέδωσε το Πρωτοδικείο και η οποία περιορίζεται στα νομικά ζητήματα.
31 Πράγματι, αφενός μεν η διεξαγωγή αποδείξεων θα οδηγούσε κατ' ανάγκη το Δικαστήριο να αποφανθεί επί πραγματικών ζητημάτων (υπό την έννοια αυτή, βλ. απόφαση της 8ης Ιουλίου 1999, C-199/92 P, Hόls κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. I-4287, σκέψη 91).
32 Αφετέρου δε, η αίτηση αναιρέσεως αφορά μόνο την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το δε Δικαστήριο θα μπορούσε να αποφανθεί το ίδιο επί της διαφοράς μόνο σε περίπτωση εξαφανίσεως της αποφάσεως αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 54, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού ΕΚΑΞ του Δικαστηρίου (βλ., υπό την έννοια αυτή, προαναφερθείσα απόφαση Hόls κατά Επιτροπής, σκέψη 92).
33 Έπεται ότι το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως είναι απαράδεκτο.
Επί του δευτέρου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως
34 Η αναιρεσείουσα επικρίνει τη σκέψη 135 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, η οποία έχει ως εξής:
«Πάντως, οι προσφεύγουσες δεν προέβαλαν και το Πρωτοδικείο δεν μπόρεσε να εντοπίσει ουσιαστική διαφορά μεταξύ του κειμένου C(94)321/2 σε συνδυασμό με το κείμενο C(94)321/3 της [επίδικης αποφάσεως], όπως αυτά κατατέθηκαν από την Επιτροπή στην Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις τέσσερις αυθεντικές γλώσσες, και των κειμένων της [εν λόγω αποφάσεως] που κοινοποιήθηκαν στις προσφεύγουσες. Υπό τις περιστάσεις αυτές, το γεγονός ότι [η εν λόγω απόφαση] ελήφθη υπό τη μορφή δύο εγγράφων, ήτοι των C(94)321/2 και C(94)321/3, εκ των οποίων το δεύτερο επιφέρει ορισμένες τροποποιήσεις, μερικές μάλιστα χειρόγραφες, στο πρώτο, δεν ασκεί επιρροή, τοσούτο μάλλον καθόσον, κατ' ουσίαν, οι τροποποιήσεις αυτές αφορούν μόνο την καταβολή των προστίμων με δόσεις και την απόφαση να μην επιβληθούν πρόστιμα ύψους κάτω των 100 ECU. Ομοίως, το γεγονός ότι σε ορισμένες γλώσσες τα έγγραφα C(94)321/2 και C(94)321/3 έχουν διαφορετική σελιδοποίηση ή διαφορετικές γραμματοσειρές δεν ασκεί επιρροή, εφόσον, συνδυαζόμενα, το νοηματικό περιεχόμενο και τα τυπικά στοιχεία των εγγράφων αυτών, αντιστοιχούν στο κείμενο της [επίδικης αποφάσεως] που κοινοποιήθηκε στις προσφεύγουσες (προαναφερθείσα απόφαση [Επιτροπή κατά BASF κ.λπ.] σκέψη 70).»
35 Η αναιρεσείουσα θεωρεί ότι το Πρωτοδικείο, κρίνοντας ότι το κοινοποιηθέν κείμενο μιας αποφάσεως δεν πρέπει κατ' ανάγκη να ταυτίζεται με το υιοθετηθέν κείμενό της, εφήρμοσε πεπλανημένως τη νομολογία στην οποία το ίδιο παραπέμπει. Όπως προκύπτει από τη νομολογία αυτή, η έλλειψη τυπικής αντιστοιχίας μεταξύ της ληφθείσας αποφάσεως και της κοινοποιηθείσας στους διαδίκους πρέπει να συνεπάγεται την ακυρότητα της δεύτερης.
36 Η Επιτροπή θεωρεί ότι ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος διότι το Πρωτοδικείο περιορίζεται στη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς, επισημαίνοντας ότι δεν εντοπίστηκαν ουσιαστικές διαφορές μεταξύ των διαφόρων κειμένων της επίδικης αποφάσεως.
37 Εξάλλου, υποστηρίζει ότι ο λόγος αναιρέσεως στερείται νομικού ερείσματος και ερείδεται σε πεπλανημένη ερμηνεία της σκέψεως 135 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως. Συγκεκριμένα, το Πρωτοδικείο δεν έκρινε ότι η Επιτροπή μπορεί να κοινοποιεί στα μέρη κείμενο που δεν αντιστοιχεί στο υιοθετηθέν, αλλ' ότι στοιχεία όπως η διαφορετική σελιδοποίηση ή οι διαφορετικές γραμματοσειρές δεν επηρεάζουν το νοηματικό και το τυπικό στοιχείο των εγγράφων.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
38 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, με το συγκεκριμένο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα επικρίνει την εκ μέρους του Πρωτοδικείου εκτίμηση αποδεικτικών στοιχείων. Πράγματι, το Πρωτοδικείο έκρινε, στη σκέψη 135 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι, αφού εξέτασε τα έγγραφα που του είχαν προσκομιστεί, δεν απεδείχθη ότι υφίστατο ουσιαστική διαφορά μεταξύ του κοινοποιηθέντος κειμένου της αποφάσεως και των προσαρτημένων στα πρακτικά κειμένων C(94)321/2 και C(94)321/3.
39 Έπεται ότι το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτο.
Επί του τρίτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως
40 Το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως βάλλει κατά των σκέψεων 143 έως 147 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, οι οποίες έχουν ως εξής:
«143 Πρέπει να τονιστεί κατ' αρχάς ότι το άρθρο 16, πρώτο εδάφιο, του εσωτερικού κανονισμού του 1993 δεν όριζε τον τρόπο κατά τον οποίο οι πράξεις που εγκρίνονται σε συνεδρίαση πρέπει να "προσαρτώνται" στα πρακτικά, σε αντίθεση, για παράδειγμα, προς το άρθρο 16 του εσωτερικού κανονισμού της Επιτροπής, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 95/148/ΕΚ, ΕΚΑΞ, Ευρατόμ της 8ης Μαρτίου 1995 (ΕΕ L 97, σ. 82), που προβλέπει ότι οι εν λόγω πράξεις προσαρτώνται "άρρηκτα" στα πρακτικά.
144 Εν προκειμένω, τα πρακτικά παρελήφθησαν από το Πρωτοδικείο, συνοδευόμενα από τα έγγραφα C(94) 321/2 και C(94) 321/3, στις διάφορες γλώσσες στις οποίες τα κείμενα αυτά είναι αυθεντικά, σε μια θήκη την οποία οι εκπρόσωποι της Επιτροπής ανέφεραν ότι παρέλαβαν ως έχει από τον γενικό γραμματέα της Επιτροπής, κατόπιν της αιτήσεως του Πρωτοδικείου της 11ης Μαρτίου 1998. Πρέπει, συνεπώς, να τεκμαρθεί ότι τα έγγραφα αυτά είχαν "προσαρτηθεί" στα πρακτικά, υπό την έννοια ότι είχαν τοποθετηθεί μαζί με αυτά, χωρίς να έχουν επισυναφθεί.
145 Ο σκοπός του άρθρου 16, πρώτο εδάφιο, του εσωτερικού κανονισμού του 1993 συνίσταται στο να διασφαλίζει ότι η Επιτροπή έχει εγκρίνει δεόντως την πράξη όπως αυτή κοινοποιείται στον αποδέκτη. Εν προκειμένω όμως, η προσφεύγουσα δεν απέδειξε καμία ουσιαστική διαφορά μεταξύ του κειμένου της [επίδικης αποφάσεως] που της κοινοποιήθηκε και του κειμένου το οποίο, κατά την Επιτροπή, "προσαρτήθηκε" στα πρακτικά.
146 Υπό τις περιστάσεις αυτές και ενόψει του τεκμηρίου εγκυρότητας των κοινοτικών πράξεων (απόφαση του Πρωτοδικείου της 27ης Οκτωβρίου 1994, Τ-35/92, Deere κατά Επιτροπής, Συλλογή 1994, σ. ΙΙ-957, σκέψη 31), η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι τα έγγραφα C(94) 321/2 και C(94) 321/3 δεν "προσαρτήθηκαν" στα πρακτικά υπό την έννοια του άρθρου 16 του εσωτερικού κανονισμού του 1993. Πρέπει, επομένως, να θεωρηθεί ότι τα έγγραφα αυτά κυρώθηκαν με τις υπογραφές του Προέδρου και του γενικού γραμματέα που τέθηκαν στην πρώτη σελίδα των εν λόγω πρακτικών.
147 Όσον αφορά το ότι τα πρακτικά που προσκομίσθηκαν ενώπιον του Πρωτοδικείου είναι σε φωτοαντίγραφο που δεν φέρει τις πρωτότυπες υπογραφές του Προέδρου και του γενικού γραμματέα, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η πρώτη σελίδα του εγγράφου αυτού φέρει τη σφραγίδα "επικυρωμένο αντίγραφο, ο γενικός γραμματέας Carlo Trojan" και ότι η σφραγίδα φέρει την πρωτότυπη υπογραφή του κ. Trojan, κατά νόμο γενικού γραμματέα της Επιτροπής. Το Πρωτοδικείο θεωρεί ότι η ως άνω επικύρωση του φωτοαντιγράφου από τον κατά νόμο γενικό γραμματέα της Επιτροπής αποδεικνύει επαρκώς κατά νόμο ότι το πρωτότυπο κείμενο των πρακτικών φέρει τις πρωτότυπες υπογραφές του Προέδρου και του γενικού γραμματέα της Επιτροπής.»
41 Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο, εκτιμώντας, στη σκέψη 144 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι τα κείμενα C(94)321/2 και C(94)321/3 είχαν προσαρτηθεί δεόντως στα πρακτικά, παρέβη το άρθρο 16, πρώτο εδάφιο, του εσωτερικού κανονισμού του 1993, σύμφωνα με το οποίο:
«Οι πράξεις που εγκρίνονται σε συνεδρίαση ή με τη γραπτή διαδικασία προσαρτώνται ως παράρτημα, στη γλώσσα ή τις γλώσσες που είναι αυθεντικές, στα πρακτικά της συνεδρίασης της Επιτροπής κατά τη διάρκεια της οποίας εγκρίθηκαν ή κατά τη διάρκεια της οποίας διαπιστώθηκε η έγκρισή τους. Οι πράξεις αυτές κυρώνονται με την υπογραφή του Προέδρου και του Γενικού Γραμματέα στην πρώτη σελίδα των εν λόγω πρακτικών.»
42 Εξάλλου, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο δεν εκτίμησε ορθά, στη σκέψη 147 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το αφορών την επιβεβαίωση της γνησιότητας, εκ μέρους του Προέδρου και του γενικού γραμματέα της Επιτροπής, της κοινοποιηθείσας επίδικης αποφάσεως αποδεικτικό στοιχείο.
43 Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι εν λόγω δύο αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, δεδομένου ότι άπτονται της διαπιστώσεως πραγματικών περιστατικών ή της εκτιμήσεως αποδεικτικών στοιχείων που εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Πρωτοδικείου.
44 Επιπλέον, υποστηρίζει ότι ο λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος με το αιτιολογικό ότι επιβάλλεται να ληφθούν υπόψη και οι σκέψεις 145 και 146 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως και επισημαίνει ότι η αναιρεσείουσα δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο ως προς την ύπαρξη ουσιαστικής διαφοράς μεταξύ των κειμένων της επίδικης αποφάσεως.
45 Όσον αφορά τη σκέψη 147 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το άρθρο 16 του εσωτερικού κανονισμού του 1993 δεν επιβάλλει την επιβεβαίωση της γνησιότητας των κοινοποιουμένων αποφάσεων αλλ' αποκλειστικά εκείνης των πρακτικών των συσκέψεων.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
46 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η αναιρεσείουσα αμφισβητεί εκ νέου την εκ μέρους του Πρωτοδικείου εκτίμηση αποδεικτικών στοιχείων. Πράγματι, το Πρωτοδικείο εξέλαβε κατά τεκμήριο, στη σκέψη 144 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι τα έγγραφα C(94)321/2 και C(94)321/3 είχαν προσαρτηθεί στα πρακτικά, ενώ έκρινε, στη σκέψη 147 της ιδίας αποφάσεως, ότι η εκ μέρους του Γενικού Γραμματέα της Επιτροπής επικύρωση του αντιγράφου αποδείκνυε επαρκώς κατά νόμο ότι το πρωτότυπο των πρακτικών έφερε τις πρωτότυπες υπογραφές του Προέδρου και του Γενικού Γραμματέα της Επιτροπής.
47 Έπεται ότι το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτο.
48 Κατόπιν των προηγηθεισών σκέψεων, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος στο σύνολό του ως απαράδεκτος.
Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως
49 Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, ο οποίος αρύεται από την παράβαση του άρθρου 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΞ, υποδιαιρείται σε τρία σκέλη. Το πρώτο σκέλος αφορά την προσβολή της εννοίας της «κανονικής λειτουργίας του ανταγωνισμού», κατά την ως άνω διάταξη, το δεύτερο σκέλος την αθέτηση της υποχρεώσεως να αποδεικνύεται η ζημιογόνος επί του ανταγωνισμού επίπτωση των προσαπτομένων με την επίδικη απόφαση συμπεριφορών και το τρίτο σκέλος στο ότι δεν ελήφθη υπόψη ο ρόλος που διαδραμάτισε η ΓΔ III.
Επί του πρώτου σκέλους του δευτέρου λόγου αναιρέσεως
50 Με το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, περί της προσβολής της εννοίας της «κανονικής λειτουργίας του ανταγωνισμού», κατά το άρθρο 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΞ, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο ερμήνευσε τις έννοιες «συμφωνία» και «εναρμονισμένη πρακτική» της εν λόγω διατάξεως με τον ίδιο τρόπο όπως και τις αντίστοιχες έννοιες του άρθρου 85 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 81 ΕΚ), ενώ όφειλε να εκτιμήσει τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν αντικείμενο της επίδικης αποφάσεως σύμφωνα με τους απορρέοντες από τα άρθρα 46 έως 48, 60 και 65 της Συνθήκης ΕΚΑΞ κανόνες και όχι σύμφωνα με τους προσιδιάζοντες στη Συνθήκη ΕΚ κανόνες.
51 Κατά την αναιρεσείουσα, ο προβλεπόμενος στη Συνθήκη ΕΚΑΞ ανταγωνισμός δεν συνίσταται στον προστατευόμενο από τη Συνθήκη ΕΚ ανταγωνισμό, αλλ' είναι ατελής ανταγωνισμός εντός ολιγοπωλιακής αγοράς. Το άρθρο 60 της Συνθήκης ΕΚΑΞ εισάγει το στοιχείο της συμπράξεως μεταξύ των επιχειρήσεων, ώστε να προκαλείται σχεδόν αυτόματη εξίσωση των τιμών τους με τις δημοσιευόμενες, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο εκτίμησε εσφαλμένως τις καταλογιζόμενες στην αναιρεσείουσα συμπεριφορές υπό το φως του άρθρου 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΞ, χωρίς να λάβει υπόψη το άρθρο 60.
52 Η Επιτροπή υποστηρίζει, πρώτον, ότι το σκέλος αυτό του λόγου αναιρέσεως αποτελεί απλή επανάληψη των προβληθέντων ενώπιον του Πρωτοδικείου επιχειρημάτων και ότι ως εκ τούτου είναι απαράδεκτο.
53 Δεύτερον, υποστηρίζει ότι είναι ορθή η παρατιθέμενη στις σκέψεις 238 έως 242 και 245 έως 253 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως συλλογιστική. Υπογραμμίζει ιδίως ότι οι προσαπτόμενες στην αναιρεσείουσα συμπεριφορές ήσαν συμφωνίες και εναρμονισμένες πρακτικές με στόχο τον καθορισμό των τιμών και την κατανομή των αγορών. Παρόμοιες πρακτικές δεν αναφέρονται στο άρθρο 60 της Συνθήκης ΕΚΑΞ, οπότε η παραδοχή της νομιμότητάς τους στερεί αποτελέσματος το άρθρο 65 της συνθήκης αυτής.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
54 Επιβάλλεται να υπογραμμιστεί ότι, στις σκέψεις 237 έως 242 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο εξέτασε τη συγκυρία εντός της οποίας εντάσσεται το άρθρο 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΞ. Επίσης, στις σκέψεις 243 έως 253 της εν λόγω αποφάσεως, το Πρωτοδικείο επαλήθευσε αν το άρθρο 60 της εν λόγω συνθήκης προσφερόταν για την εκτίμηση, υπό το φως του ιδίου άρθρου 65, παράγραφος 1, των προσαπτομένων στην αναιρεσείουσα συμπεριφορών. Στη σκέψη 254 της ιδίας αποφάσεως, το Πρωτοδικείο εξέτασε τα άρθρα 46 έως 48 της Συνθήκης ΕΚΑΞ, προκειμένου να καταλήξει, στην επόμενη σκέψη, ότι καμία από τις αναφερόμενες στην παρούσα σκέψη διατάξεις δεν παρέχει στις επιχειρήσεις το δικαίωμα να αγνοούν την απαγόρευση του ως άνω άρθρου 65, παράγραφος 1, συνάπτοντας συμφωνίες ή επιδιδόμενες σε εναρμονισμένες πρακτικές καθορισμού των τιμών, όπως η υπό κρίση.
55 Επιβάλλεται η εκτίμηση ότι η αναπτυχθείσα συναφώς από το Πρωτοδικείο συλλογιστική υπήρξε ορθή στο σύνολό της.
56 Έπεται ότι το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως είναι αβάσιμο.
Επί του δευτέρου σκέλους του δευτέρου λόγου αναιρέσεως
57 Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, κρίνοντας, στη σκέψη 230 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι η Επιτροπή δεν όφειλε να αποδείξει τη ζημιογόνο επί του ανταγωνισμού επίπτωση των προσαπτομένων με την επίδικη απόφαση συμπεριφορών, τη στιγμή κατά την οποία η Επιτροπή είχε θεωρήσει χρήσιμο να διευκρινίσει, στο σημείο 222 των αιτιολογικών σκέψεων της ανωτέρω αποφάσεως, ότι οι οικείες συμπεριφορές είχαν συναφώς όχι αμελητέα επίπτωση. Η συλλογιστική του Πρωτοδικείου είναι περαιτέρω αντιφατική ως εκ του ότι κρίθηκε, στη σκέψη 517 της ιδίας αποφάσεως, ότι «η Επιτροπή υπερέβαλε όσον αφορά την οικονομική επίπτωση των συμφωνιών καθορισμού τιμών που διαπιστώθηκαν εν προκειμένω σε σχέση με τη λειτουργία του ανταγωνισμού που θα υφίστατο ελλείψει τέτοιων παραβάσεων, αν ληφθεί υπόψη η ευνοϋκή οικονομική συγκυρία και η ελευθερία που δόθηκε στις επιχειρήσεις να διεξάγουν γενικές συζητήσεις όσον αφορά τις περί τιμών προβλέψεις, μεταξύ τους και με τη ΓΔ III».
58 Η Επιτροπή θεωρεί ότι, σύμφωνα με το ίδιο το γράμμα του άρθρου 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΞ, συμφωνίες και πρακτικές αντίκεινται προς την εν λόγω διάταξη ακόμα και αν «τείνουν» απλώς στον περιορισμό του ανταγωνισμού. Επομένως, ορθώς το Πρωτοδικείο έκρινε ότι δεν ήταν αναγκαίο να αποδειχθεί ότι η προσαπτόμενη συμφωνία είχε όντως παρόμοια ζημιογόνο επίπτωση επί του ανταγωνισμού.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
59 Αρκεί η διαπίστωση ότι το άρθρο 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΞ απαγορεύει συμφωνίες που «τείνουν» να παρεμποδίζουν, περιορίζουν ή νοθεύουν την κανονική λειτουργία του ανταγωνισμού.
60 Επομένως, απαγορεύεται, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, συμφωνία έχουσα ως αντικείμενο τον περιορισμό του ανταγωνισμού, της οποίας, όμως, οι αντίθετες προς τον ανταγωνισμό επιπτώσεις δεν αποδείχθηκαν. Άρα, ορθώς το Πρωτοδικείο επιβεβαίωσε, στη σκέψη 230 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι η Επιτροπή δεν όφειλε να αποδείξει την ύπαρξη ζημιογόνου επί του ανταγωνισμού επιπτώσεως προκειμένου να καταλήξει σε παράβαση του άρθρου 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΞ.
61 Όσον αφορά τη σκέψη 517 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, με την οποία το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι η Επιτροπή είχε υπερβάλει ως προς την οικονομική επίπτωση των διαπιστωθεισών εν προκειμένω συμφωνιών περί καθορισμού των τιμών, η αναιρεσείουσα αντλεί εξ αυτού επιχείρημα προκειμένου να επισημάνει αντιφατική αιτιολόγηση με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και να υποστηρίξει ότι ήταν αναγκαία η απόδειξη των επιπτώσεων των συμφωνιών αυτών για τη διαπίστωση του γνωρίσματός τους ως παραβάσεως. Επιβάλλεται να υπογραμμιστεί ότι η συγκεκριμένη σκέψη εντάσσεται στο τμήμα της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως με το οποίο το Πρωτοδικείο εξέτασε την οικονομική επίπτωση των παραβάσεων προκειμένου να εκτιμήσει αν το ύψος του επιβληθέντος προστίμου ήταν δυσανάλογο (σκέψεις 505 έως 518).
62 Έτσι, στο συγκεκριμένο τμήμα της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο εξέτασε το ένα από τα συνήθως επιλεγόμενα κριτήρια για την εκτίμηση της σοβαρότητας μιας παραβάσεως, υπογραμμίζοντας παράλληλα, στη σκέψη 507 της αποφάσεως, ότι η παράβαση του άρθρου 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΞ μπορεί να αποδειχθεί και να επιβληθεί, δυνάμει της παραγράφου 5 του ιδίου άρθρου, πρόστιμο ακόμη και εν απουσία αποτελεσμάτων αντιθέτων προς τον ανταγωνισμό.
63 Επομένως, χωρίς να αντιφάσκει, το Πρωτοδικείο έλαβε υπόψη τις οικονομικές επιπτώσεις των εν λόγω συμφωνιών για την εκτίμηση του ύψους της κυρώσεως, έστω και αν παρόμοιες επιπτώσεις δεν είναι αναγκαίες για τη στοιχειοθέτηση παραβάσεως του άρθρου 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΞ.
64 Κατόπιν αυτού, το δεύτερο σκέλους του δευτέρου λόγου αναιρέσεως είναι αβάσιμο.
Επί του τρίτου σκέλους του δευτέρου λόγου αναιρέσεως
65 Το τρίτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως αφορά τις σκέψεις 395 και 404 έως 439 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως. Αφού εξέτασε διάφορα αποδεικτικά στοιχεία, το Πρωτοδικείο συνήγαγε, με τη σκέψη 436 της αποφάσεώς του, ότι οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις ενήργησαν εν γνώσει τους ώστε οι υπάλληλοι της ΓΔ III να μη λάβουν γνώση των περιοριστικών του ανταγωνισμού συμφωνιών τους καθώς και των συζητήσεών τους που αφορούσαν συγκεκριμένες, λεπτομερείς και εξατομικευμένες στο επίπεδο των επιχειρήσεων πληροφορίες.
66 Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η συλλογιστική του Πρωτοδικείου είναι απαράδεκτη διότι οδηγεί σε προφανή αλλοίωση των γραπτών αποδεικτικών στοιχείων και των μαρτυρικών καταθέσεων σχετικά με το αν η ΓΔ III εγνώριζε περί της ανταλλαγής των αφορωσών μελλοντικές τιμές προβλέψεων. Πάντως, η ίδια συλλογιστική επέτρεψε στο Πρωτοδικείο να συναγάγει ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε αποδείξει την εμπλοκή της ΓΔ III στις διαπιστωθείσες παραβάσεις ή, τουλάχιστον, το γεγονός ότι η εν λόγω γενική διεύθυνση εγνώριζε το περιεχόμενο των πραγματοποιηθεισών μεταξύ των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων συσκέψεων. Η αναιρεσείουσα βάλλει ειδικότερα κατά των σκέψεων 395, 409 και 414 έως 416 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
67 Οι σκέψεις αυτές έχουν ως εξής:
«395 Το Πρωτοδικείο τονίζει καταρχάς ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι παρέμενε ενδεχομένως, μετά το πέρας της περιόδου έκδηλης κρίσεως, κάποια αμφιβολία όσον αφορά το πρακτικό περιεχόμενο του άρθρου 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ή ως προς τη σχετική άποψη της Επιτροπής, λαμβανομένης υπόψη της διφορούμενης στάσεώς της μέχρι τις 30 Ιουνίου 1988 (βλ. συναφώς τις σκέψεις 491 έως 502 της αποφάσεως που εκδόθηκε αυθημερόν επί της υποθέσεως T-141/94, Thyssen [Stahl] κατά Επιτροπής), το γεγονός αυτό δεν μπορεί να επηρεάσει τον χαρακτηρισμό ως παραβάσεων των συμπεριφορών που προσάπτονται στην προσφεύγουσα όσον αφορά την περίοδο μετά την ημερομηνία αυτή, και ειδικότερα από 1ης Ιανουαρίου 1989. Το Πρωτοδικείο υπενθύμισε ήδη συναφώς τη νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία η απαγόρευση του άρθρου 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης είναι αυστηρή και χαρακτηρίζει το εγκαθιδρυθέν με τη Συνθήκη σύστημα (γνωμοδότηση 1/61 [της 13ης Δεκεμβρίου 1961, Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 625]).
[...]
409 Είναι αληθές ότι, στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή επιδίωκε ένα γενικό σκοπό διατηρήσεως της ισορροπίας μεταξύ της προσφοράς και της ζητήσεως και, κατά συνέπεια, σταθερότητας του γενικού επιπέδου τιμών, σκοπό ο οποίος θα επέτρεπε στις χαλυβουργικές επιχειρήσεις να αρχίσουν εκ νέου να πραγματοποιούν κέρδη (βλ., για παράδειγμα, το εσωτερικό σημείωμα της ΓΔ ΙΙΙ της 24ης Οκτωβρίου 1988 σχετικά με τη σύσκεψη με τους εκπροσώπους της βιομηχανίας της 27ης Οκτωβρίου 1988, το υπόμνημα της ΓΔ ΙΙΙ της 10ης Μαου 1989 σχετικά με τη σύσκεψη διαβουλεύσεων της 27ης Απριλίου 1989, το υπόμνημα της ΓΔ ΙΙΙ της 28ης Οκτωβρίου 1989 σχετικά με τη σύσκεψη διαβουλεύσεων της 26ης Οκτωβρίου 1989 και το εσωτερικό σημείωμα της ΓΔ ΙΙΙ της 8ης Νοεμβρίου 1989 σχετικά με μια σύσκεψη με τους παραγωγούς της 7ης Νοεμβρίου 1989).
[...]
414 Είναι αληθές ότι πολλά έγγραφα που αφορούν τις συσκέψεις μεταξύ της βιομηχανίας και της ΓΔ ΙΙΙ κάνουν λόγο για προβλέψεις στον τομέα των τιμών.
415 Ομοίως αληθεύει ότι από το σύνολο των εγγράφων που προσκομίστηκαν ενώπιον του Πρωτοδικείου προκύπτει, a posteriori, ότι ορισμένα από τα στοιχεία που παρασχέθηκαν στη ΓΔ ΙΙΙ σχετικά με τις μελλοντικές τιμές των δοκών προέκυπταν από τις συμφωνίες που είχαν συναφθεί στο πλαίσιο της [επιτροπής Eurofer, αποκαλούμενης "επιτροπής δοκών" (στο εξής: επιτροπή δοκών)] (βλ., μεταξύ άλλων, τα πρακτικά των συνεδριάσεων της επιτροπής δοκών της 18ης Οκτωβρίου 1988, της 10ης Ιανουαρίου, της 19ης Απριλίου, της 6ης Ιουνίου και της 11ης Ιουλίου 1989, σε συσχετισμό με τα πρακτικά και τις speaking notes που αφορούσαν τις συσκέψεις διαβουλεύσεων της 27ης Οκτωβρίου 1988, της 26ης Ιανουαρίου, της 27ης Απριλίου και της 27ης Ιουλίου 1989).
416 Το Πρωτοδικείο εκτιμά ωστόσο ότι, κατά την περίοδο εκείνη, οι υπάλληλοι της ΓΔ ΙΙΙ δεν ήσαν σε θέση να διακρίνουν ότι, μεταξύ των πολυάριθμων στοιχείων που τους παρείχε η Eurofer σχετικά, ιδίως, με τη γενική κατάσταση της αγοράς, τα αποθέματα, τις εισαγωγές και τις εξαγωγές, καθώς και τις τάσεις της ζητήσεως, τα σχετικά με τις τιμές στοιχεία προέκυπταν από συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων.»
68 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το συγκεκριμένο σκέλος του λόγου αναιρέσεως πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτο ως εκ του ότι αφορά την εκτίμηση αποδεικτικών στοιχείων και όχι την αλλοίωσή τους. Η αναιρεσείουσα ουδόλως διευκρινίζει σε τι συνίσταται συγκεκριμένα η υποτιθέμενη αλλοίωση των στοιχείων αυτών, ενώ σ' αυτήν εναπόκειται να υποδείξει την προέλευση και τη φύση της πεπλανημένης συναφώς εκ μέρους του Πρωτοδικείου ερμηνείας.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
69 Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα επικαλείται αλλοίωση εκ μέρους του Πρωτοδικείου των εγγράφων και μαρτυρικών καταθέσεων που περιήλθαν σ' αυτό, ουδόλως όμως αποδεικνύει, ούτε άλλωστε επιδιώκει να αποδείξει, με ποιο τρόπο το Πρωτοδικείο, στις βαλλόμενες με το συγκεκριμένο σκέλος του λόγου αναιρέσεως σκέψεις της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, προέβη σε ανακριβείς διαπιστώσεις των πραγματικών περιστατικών και αλλοίωσε το σαφές και επακριβές νόημα των εν λόγω εγγράφων και μαρτυρικών καταθέσεων.
70 Επί πλέον, η ανάγνωση απλώς και μόνο των ανωτέρω σκέψεων της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως επιτρέπει τη διαπίστωση ότι το Πρωτοδικείο εκφράζει με αυτές εκτιμήσεις επί των προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων και την ιδία πεποίθηση ως προς τον τρόπο εκτυλίξεως των πραγματικών περιστατικών.
71 Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, στην πραγματικότητα, το τρίτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως βάλλει κατά εκτιμήσεων εκ μέρους του Πρωτοδικείου αποδεικτικών στοιχείων. Λαμβάνοντας υπόψη την υπομνησθείσα στη σκέψη 25 της παρούσας αποφάσεως νομολογία, πρέπει, ως εκ τούτου, να κηρυχθεί απαράδεκτο.
72 Κατόπιν των προηγηθεισών σκέψεων, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να κριθεί εν μέρει απαράδεκτος και εν μέρει αβάσιμος.
Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως
73 Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο παραβίασε το κοινοτικό δίκαιο, παραλείποντας να ακυρώσει το άρθρο 1 της επίδικης αποφάσεως, μολονότι η διάταξη αυτή δεν αναφέρει τη διάρκεια της παραβάσεως σε θέματα καθορισμού των τιμών.
74 Η αναιρεσείουσα υπογραμμίζει ότι, στη σκέψη 259 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι τα σημεία 227 έως 237 των αιτιολογικών σκέψεων της επίδικης αποφάσεως δεν περιλαμβάνουν τα στοιχεία εκείνα που μπορούν να δικαιολογήσουν τη συνολική διάρκεια της παραβάσεως που έγκειται στον καθορισμό των τιμών. Αμφισβητεί ως εκ τούτου τη διατυπούμενη, στη σκέψη 263 της ιδίας αποφάσεως, κρίση του Πρωτοδικείου ότι οι εναρμονισμένες συμφωνίες και πρακτικές περί καθορισμού των τιμών που προσάπτονται στην αναιρεσείουσα συνιστούν διαρκή συμπαιγνία, ενώ, όπως προκύπτει από τη νομολογία του Πρωτοδικείου, η Επιτροπή όφειλε να αποδείξει ατομικώς, με την επίδικη απόφαση, την ύπαρξη μιας εκάστης των παραβάσεων και τη διάρκειά της (αποφάσεις της 10ης Μαρτίου 1992, T-11/89, Shell κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. II-757, σκέψη 190, και της 14ης Μαου 1998, T-295/94, Buchmann κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. II-813, σκέψεις 82 και 119).
75 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Η αναιρεσείουσα αποπειράθηκε να διαστρεβλώσει το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως ποιούμενη μνεία μόνο της σκέψεως 259 αυτής. Συγκεκριμένα, ναι μεν το Πρωτοδικείο δέχθηκε συναφώς ότι από τα σημεία 227 έως 237 των αιτιολογικών σκέψεων της επίδικης αποφάσεως δεν μπορούσε να αποδειχθεί η διάρκεια της παραβάσεως, πάντως, στήριξε το συμπέρασμά του στην εξέταση, με τις σκέψεις 260 έως 262 της αποφάσεώς του, άλλων χωρίων των ανωτέρω αιτιολογικών σκέψεων καθώς και εγγράφων που παρατίθενται με αυτά.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
76 Επιβάλλεται και η παράθεση, στο σύνολό τους, των σκέψεων 259 έως 263 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, οι οποίες έχουν ως εξής:
«259 Είναι αληθές ότι όσα εκτίθενται στα σημεία 227 έως 237 της [επίδικης αποφάσεως] δεν περιέχουν αφ' εαυτών τα στοιχεία που θα ήσαν ικανά να αιτιολογήσουν τη συνολική διάρκεια της προσαπτόμενης με το άρθρο 1 της [οικείας αποφάσεως] στην προσφεύγουσα παραβάσεως λόγω καθορισμού τιμών στα πλαίσια της επιτροπής δοκών, ήτοι περίοδο 24 μηνών εξικνούμενη από 1ης Ιανουαρίου 1989 και λήγουσα στις 31 Δεκεμβρίου 1990. Πράγματι, από το τμήμα αυτό της [οικείας αποφάσεως] δεν προκύπτει ότι οι συμμετέχοντες στις συνεδριάσεις της επιτροπής δοκών συνήψαν ή εφήρμοσαν συμφωνία ή επιδόθηκαν σε εναρμονισμένη πρακτική καθορισμού τιμών κατά τη διάρκεια του τετάρτου τριμήνου του 1990.
260 Πάντως, όπως προκύπτει από τα σημεία 118 έως 121 της [επίδικης αποφάσεως] και από τα εκεί παρατιθέμενα έγγραφα, τα μέλη της επιτροπής δοκών, αφού αναφέρθηκαν, κατά τη συνεδρίαση της 11ης Σεπτεμβρίου 1990, στο κατ' αρχήν ζήτημα και στους τρόπους μιας περιορισμένης αυξήσεως των τιμών "με πιθανή ημερομηνία την 1η Ιανουαρίου" 1991, συνέχισαν τις συζητήσεις τους κατά τη συνεδρίαση της 9ης Οκτωβρίου 1990, έως ότου κατέληξαν σε συναίνεση σχετικά με αύξηση των τιμών της τάξης των 20 έως 30 DM στις αγορές της ηπειρωτικής Ευρώπης, κατά το πρώτο τρίμηνο του 1991 (βλ. τα πρακτικά της εν λόγω συνεδριάσεως, έγγραφα αριθ. 346 έως 354 της δικογραφίας). Περαιτέρω, στα πρακτικά της συνεδριάσεως αναφέρεται ότι "όσον αφορά τις τιμές, παρά τις κάποιες δυσχέρειες σχετικά με ορισμένες χώρες, τα επίπεδα Τ3/90 μπόρεσαν να διατηρηθούν και το τέταρτο τρίμηνο με πλήρη εφαρμογή των νέων αποκλίσεων".
261 Ενόψει των τακτικώς συναπτομένων ή παρατεινομένων από τρίμηνο σε τρίμηνο συμφωνιών και των συνήθως τηρηθεισών πρακτικών στα πλαίσια της επιτροπής δοκών μέχρι τις πρώτες επιθεωρήσεις που διενήργησε η Επιτροπή τον Ιανουάριο του 1991, το Πρωτοδικείο εκτιμά ότι τα ανωτέρω έγγραφα συνιστούν απόδειξη περί του ότι η συμπαιγνία σε θέματα τιμών και ειδικότερα η παράταση των προηγουμένως συναφθεισών συμφωνιών συνεχίστηκε κατά τη διάρκεια του τετάρτου τριμήνου του 1990.
262 Γενικότερα, το Πρωτοδικείο εκτιμά ότι οι συμφωνίες και οι εναρμονισμένες πρακτικές περί καθορισμού τιμών που προσάπτονται στην προσφεύγουσα βάσει των παρατιθεμένων στα σημεία 95 έως 121 και 227 έως 237 της [επίδικης αποφάσεως] διαπιστώσεων των πραγματικών περιστατικών εντάσσονται στο πλαίσιο των τακτικών συσκέψεων και παγίων επαφών μεταξύ παραγωγών, οι οποίοι είχαν την ευκαιρία να συνεργάζονται μεταξύ τους διαρκώς στα πλαίσια της επιτροπής δοκών.
263 Επομένως, ορθώς η Επιτροπή διαπίστωσε, στο σημείο 221 της [επίδικης αποφάσεως], ότι οι ενδιαφερόμενοι επιδόθηκαν σε διαρκή συμπαιγνία με σκοπό, ιδίως, την αύξηση και εναρμόνιση των τιμών στα διάφορα κράτη μέλη της ΕΚΑΞ και, στο σημείο 242 της [ιδίας αποφάσεως], ότι οι επιχειρήσεις πρέπει να φέρουν την ευθύνη των περιγραφομένων στην [εν λόγω απόφαση] συμφωνιών και εναρμονισμένων πρακτικών περί καθορισμού τιμών στα πλαίσια της επιτροπής δοκών για όλη την περίοδο, κατά τη διάρκεια της οποίας συμμετέσχον στις συσκέψεις και στη συνδεόμενη με αυτές συνεργασία, ήτοι, όσον αφορά την προσφεύγουσα, λαμβανομένης υπόψη της ιδιαίτερης καταστάσεως των Ισπανών παραγωγών (βλ. σημείο 313 της [οικείας αποφάσεως]), περίοδο 24 μηνών, αρχόμενη από 1ης Ιανουαρίου 1989 και λήγουσα στις 31 Δεκεμβρίου 1990.»
77 Όπως προκύπτει από την παρατιθέμενη στην προηγούμενη σκέψη παραπομπή, το Πρωτοδικείο εξέτασε τα διάφορα στοιχεία της επίδικης αποφάσεως για να καταλήξει, στη σκέψη 263 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι ορθώς η διάρκεια της παραβάσεως ανερχόταν σε 24 μήνες. Ασφαλώς, διαπίστωσε, στη σκέψη 259 της εν λόγω αποφάσεως, ότι η συμμετοχή στην παράβαση κατά τη διάρκεια του τετάρτου τριμήνου του 1990 δεν προέκυπτε από τα σημεία 227 έως 237 των αιτιολογικών σκέψεων της επίδικης αποφάσεως. Στήριξε, πάντως, το συμπέρασμά του σε διάφορα στοιχεία της εν λόγω αποφάσεως που παρατίθενται στις σκέψεις 260 έως 262 της ιδίας αποφάσεως.
78 Η αναιρεσείουσα δεν νομιμοποιείται βασίμως να αντιτάσσει την παρατιθέμενη στη σκέψη 259 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως διαπίστωση προς το περιλαμβανόμενο στη σκέψη 263 της ιδίας αποφάσεως συμπέρασμα, χωρίς να λαμβάνει υπόψη τις σκέψεις 260 έως 262 αυτής, με τις οποίες το Πρωτοδικείο εξέθεσε τα στοιχεία που έλαβε υπόψη.
79 Έπεται ότι ο τρίτος λόγος είναι αβάσιμος.
Επί του τετάρτου λόγου αναιρέσεως
80 Ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως αρύεται από παραβίαση του κοινοτικού δικαίου συγκείμενη στην πεπλανημένη νομική εκτίμηση της συμφωνίας περί κατανομής της γαλλικής αγοράς.
81 Ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως αφορά τις σκέψεις 296 και 297 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, οι οποίες έχουν ως εξής:
«296 Ενόψει των συγκλινόντων αυτών στοιχείων, τα οποία εντάσσονται στο πλαίσιο των συνεδριάσεων της επιτροπής δοκών, ένας από τους βασικούς στόχους της οποίας ήταν η σταθεροποίηση των συντελεστών διεισδύσεως των εισαγωγών με γνώμονα τα παραδοσιακά ρεύματα (βλ. κατωτέρω), το Πρωτοδικείο εκτιμά ότι η Επιτροπή νομιμοποιούνταν να συναγάγει, στο σημείο 260 της [επίδικης απόφασεως], ότι η προσφεύγουσα, χωρίς να έχει συμμετάσχει ενεργά στην "κατάστρωση του συστήματος", συμμορφώθηκε προς αυτό και ότι η συμμετοχή της στην επίδικη παράβαση μπορούσε ως εκ τούτου να θεωρείται θεμιτώς ως δεδομένη.
297 Δεδομένου ότι αποδεικνύεται ότι το αντικείμενο της επίδικης συμφωνίας συνίστατο στη σταθεροποίηση των παραδόσεων των συμμετεχόντων στο επίπεδο των παραδοσιακών ρευμάτων τους, το γεγονός ότι οι εξαχθείσες από την προσφεύγουσα ποσότητες στη γαλλική αγορά κατά το τέταρτο τρίμηνο ήσαν κατά πολύ συγκρίσιμες προς εκείνες των εξαγωγών της κατά το πρώτο και δεύτερο τρίμηνο δεν μπορεί να ερμηνεύεται ως ενδεικτικό της μη συμμετοχής της στην εν λόγω συμφωνία, ούτε ως γεγονός ικανό να δικαιολογήσει την εφαρμογή επί των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως των εξαγγελλομένων από το Δικαστήριο αρχών με την απόφαση [της 28ης Μαρτίου 1984], [29/84 και 30/83], CRAM και Rheinzink κατά Επιτροπής, Συλλογή 1984, σ. 1679).»
82 Στη σκέψη 298 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι είχε αποδειχθεί επαρκώς κατά νόμο η συμμετοχή της αναιρεσείουσας σε απαγορευόμενη από το άρθρο 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΞ συμφωνία περί κατανομής αγορών.
83 Η αναιρεσείουσα θεωρεί ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απέρριψε αδίκως την εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση των εξαγγελλομένων από το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφαση CRAM και Rheinzink κατά Επιτροπής αρχών, σύμφωνα με τις οποίες πρέπει να ακυρώνεται η απόφαση περί διαπιστώσεως παραβάσεως οσάκις τα προσαπτόμενα πραγματικά περιστατικά δύνανται να αποδοθούν σε άλλους λόγους από εκείνους της εν λόγω αποφάσεως. Η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε πρωτοδίκως ότι η εξαχθείσα κατά τη διάρκεια του τετάρτου τριμήνου του 1989 ποσότητα, μακράν του να είναι ασυνήθης, εξηγούνταν από το γεγονός ότι αντιστοιχούσε στις συνήθεις εξαγωγές της. Το Πρωτοδικείο απέρριψε εσφαλμένα την ανωτέρω διευκρίνιση, εκτιμώντας ότι η οικεία ποσότητα δεν μπορούσε να αποτελεί ένδειξη περί της μη συμμετοχής της σε συμφωνία, ο στόχος της οποίας ήταν η σταθεροποίηση των παραδόσεων των συμμετεχόντων στο επίπεδο των παραδοσιακών τους επιπέδων.
84 Η Επιτροπή θεωρεί ότι ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτος διότι πρόκειται απλώς τόσο για την επανάληψη ήδη προβληθέντων πρωτοδίκως επιχειρημάτων όσο και για ζήτημα εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
85 Αρκεί η υπογράμμιση ότι το Πρωτοδικείο προέβη, στις σκέψεις 296 έως 298 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, στην εκτίμηση αποδεικτικών στοιχείων. Με τις σκέψεις αυτές εξέφρασε ιδίως την πεποίθησή του ότι τα διαπιστωθέντα πραγματικά περιστατικά δεν μπορούσαν να εξηγηθούν κατ' άλλο τρόπο παρά διά της συμμετοχής της αναιρεσείουσας στην προσαπτόμενη συμφωνία.
86 Επομένως, ενόψει της νομολογίας που παρατίθεται στη σκέψη 25 της παρούσας αποφάσεως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτος.
Επί του πέμπτου λόγου αναιρέσεως
87 Ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως αρύεται από την παράτυπη, εκ μέρους του Πρωτοδικείου, άσκηση του λειτουργήματος του ελέγχου και από προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας της αναιρεσείουσας.
88 Ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως αφορά τις σκέψεις 332 έως 339 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως. Με την από 19 Ιανουαρίου 1998 απάντησή της σε γραπτή ερώτηση του Πρωτοδικείου και κατά την ενώπιον αυτού συνεδρίαση, η Επιτροπή είχε υποστηρίξει ότι τα επίδικα συστήματα ανταλλαγής πληροφοριών δεν αποτελούσαν αυτοτελή παράβαση του άρθρου 65, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΞ, αλλ' εντάσσονταν σε ευρύτερες παραβάσεις. Πάντως, αφού ανέλυσε, στις σκέψεις 333 έως 338 της αποφάσεως, την επίδικη απόφαση, το Πρωτοδικείο συνήγαγε, στη σκέψη 339 της ιδίας αποφάσεως, ότι τα εν λόγω συστήματα είχαν θεωρηθεί ως συνιστώντα αυτοτελή παράβαση με την εν λόγω απόφαση και ότι, ως εκ τούτου, επιβαλλόταν η απόρριψη των προβληθέντων εκ μέρους της Επιτροπής, με την απάντησή της και κατά τη συνεδρίαση, επιχειρημάτων, καθ' ό μέτρο επιδιωκόταν η τροποποίηση της νομικής αυτής εκτιμήσεως.
89 Η αναιρεσείουσα προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι ερμήνευσε πεπλανημένα την επίδικη απόφαση, αναδιατυπώνοντάς την, μεταρρυθμίζοντας το περιεχόμενό της και αποδίδοντάς της τη συναγωγή συμπεράσματος που δεν παρατίθεται εκεί. Επομένως, το Πρωτοδικείο άσκησε παρατύπως το λειτούργημά του ελέγχου της νομιμότητας πράξεως συνοδευόμενης από κυρώσεις. Κατά την αναιρεσείουσα, το Πρωτοδικείο όφειλε να ακυρώσει το αδίκως επιβληθέν πρόστιμο για παράβαση, η οποία, κατά τα λεγόμενα της ίδιας της Επιτροπής, δεν ενείχε αυτοτελή χαρακτήρα.
90 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος διότι γίνεται επίκλησή του κατά πρώτον ενώπιον του Δικαστηρίου και διαφέρει από τον επικληθέντα πρωτοδίκως όπως προκύπτει από τη σκέψη 324 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως. Εξάλλου, στερείται βάσεως. Το Πρωτοδικείο σε καμία περίπτωση δεν αναδιατύπωσε και μεταρρύθμισε το περιεχόμενο της επίδικης αποφάσεως, αλλ' απλώς απέρριψε τις προσκομισθείσες από την Επιτροπή, με τις παρατηρήσεις και κατά τη συνεδρίαση, διευκρινίσεις.
91 Επιβάλλεται να υπογραμμιστεί ότι η αναιρεσείουσα δεν αποδεικνύει, ούτε, άλλωστε, επιδιώκει ν' αποδείξει, με ποιον τρόπο το Πρωτοδικείο παραβίασε το κοινοτικό δίκαιο, ερμηνεύοντας το ίδιο την επίδικη απόφαση αντί να δώσει πίστη στις διευκρινίσεις που παρεσχέθησαν με την απάντηση της 19ης Ιανουαρίου 1998 και κατά τη συνεδρίαση εκ μέρους των εκπροσώπων της Επιτροπής.
92 Συναφώς, αρκεί η υπόμνηση ότι, οσάκις το Πρωτοδικείο αποφαίνεται επί προσφυγής ακυρώσεως κοινοτικής πράξεως, σ' αυτό εναπόκειται να ερμηνεύσει την οικεία πράξη.
93 Καθ' ό μέτρο ο λόγος αναιρέσεως μπορεί να ερμηνευθεί ως προσάπτων στο Πρωτοδικείο ότι αλλοίωσε την επίδικη απόφαση, επιβάλλεται να υπογραμμιστεί ότι το Πρωτοδικείο προέβη, στις σκέψεις 333 έως 337 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, σε λεπτομερή ανάλυση των σημείων 263 έως 271 της εν λόγω αποφάσεως. Εντούτοις, η σύγκριση των ανωτέρω σκέψεων της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως και των σημείων της επίδικης αποφάσεως δεν προσφέρεται για τη διαπίστωση ότι το Πρωτοδικείο αλλοίωσε το περιεχόμενο της δεύτερης.
94 Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Επί του έκτου λόγου αναιρέσως
95 Ο έκτος λόγος αναιρέσεως αρύεται από παραβίαση του κοινοτικού δικαίου ως προς την επιλογή του κύκλου εργασιών, χρήση του οποίου έγινε για τον υπολογισμό του προστίμου και για τη μετατροπή του εν λόγω κύκλου εργασιών σε ECU.
96 Η αναιρεσείουσα θεωρεί ότι το Πρωτοδικείο εσφαλμένως επικύρωσε, στη σκέψη 474 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως το ότι ελήφθη υπόψη, για τον υπολογισμό του προστίμου, ο κύκλος εργασιών κατά τη διάρκεια του τελευταίου έτους της περιόδου παραβάσεως, ήτοι κατά το 1990, ενώ η Επιτροπή θα όφειλε να λάβει υπόψη της συναφώς τον κύκλο εργασιών του έτους που είχε προηγηθεί της ημερομηνίας εκδόσεως της επίδικης αποφάσεως, για το οποίο διέθετε ενοποιημένους ισολογισμούς, ήτοι, όσον αφορά την αναιρεσείουσα, το έτος 1992. Το ότι ελήφθη υπόψη το έτος 1990 ως κριτήριο αντίκειται προς την αρχή της ασφαλείας δικαίου και την αρχή της επιεικείας.
97 Εξάλλου, η αναιρεσείουσα υπογραμμίζει ότι, αντί να καθορίσει το πρόστιμο σε ισπανικές πεσέτες και να το μετατρέψει σε ECU με την επίσημη ισοτιμία που ίσχυε την προτεραία της επίδικης αποφάσεως, η Επιτροπή μετέτρεψε τον κύκλο της εργασιών σε ECU με την ισοτιμία που ίσχυε το 1990. Λαμβάνοντας υπόψη την υφιστάμενη μεταξύ της ισοτιμίας ισπανικής πεσέτας και ECU κατά το 1990 και κατά την προτεραία της εν λόγω αποφάσεως διαφορά, ο τρόπος αυτός υπολογισμού αύξησε κατά 800 000 ECU την οικονομική επιβάρυνση που επιβλήθηκε στην αναιρεσείουσα με το πρόστιμο.
98 Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο δικαιολόγησε πεπλανημένως τη νομιμότητα της μεθόδου μετατροπής που χρησιμοποίησε η Επιτροπή, στηριζόμενο, στη σκέψη 471 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, στην απόφαση του Πρωτοδικείου της 14ης Μαου 1998, T-334/94, Sarriσ κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. II-1439, σκέψεις 394 επ.). Η αρχή της επιεικείας επιβάλλει την εφαρμογή λιγότερο επαχθούς για τον ενδιαφερόμενο ισοτιμίας (απόφαση της 1ης Φεβρουαρίου 1978, 78/77, Lόhrs, Συλλογή τόμος 1978, σ. 71, σκέψη 13).
99 Η Επιτροπή εκτιμά ότι ο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος στο σύνολό του διότι επαναλαμβάνει απλώς λόγο επικληθέντα ενώπιον του Πρωτοδικείου.
100 Εξάλλου, υποστηρίζει ότι ο λόγος είναι αβάσιμος. Συγκεκριμένα, η εφαρμογή της αρχής της επιεικείας, όπως την αντιλαμβάνεται η αναιρεσείουσα, οδηγεί σε αυθαίρετο καθορισμό των προστίμων ανά περίπτωση. Τούτο παραβιάζει την αρχή της ασφαλείας δικαίου, δυνάμει της οποίας πρέπει να είναι εφικτός ο καθορισμός, με ορισμένο βαθμό βεβαιότητας, του ύψους του προστίμου που μπορεί να επιβληθεί για δεδομένη συμπεριφορά. Λαμβάνοντας υπόψη την ισοτιμία και τον κύκλο εργασιών του τελευταίου έτους, κατά τη διάρκεια του οποίου διεπράχθη παράβαση, διασφαλίζεται η εφαρμογή ενιαίας διαδικασίας για όλα τα ευθυνόμενα πρόσωπα. Επί πλέον, η μέθοδος αυτή λαμβάνει καλύτερα υπόψη τα κέρδη των παραβατών. Η εφαρμογή άλλης λύσεως δεν επιτρέπει την επιβολή ανάλογης προς την προσαπτόμενη συμπεριφορά κυρώσεως, σε συνάρτηση με τον χρόνο διαπράξεώς της και με τα συνεπαχθέντα αποτελέσματα.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
101 Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, στη σκέψη 474 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι «το ότι ελήφθη υπόψη ο πραγματοποιηθείς από κάθε επιχείρηση κατά τη διάρκεια του έτους αναφοράς, ήτοι κατά το τελευταίο πλήρες έτος της εκληφθείσας ως περιόδου παραβάσεως, κύκλος εργασιών επέτρεψε στην Επιτροπή να εκτιμήσει το μέγεθος και την οικονομική ισχύ κάθε επιχειρήσεως, καθώς και το εύρος της διαπραχθείσας από εκάστη εξ αυτών παραβάσεως, δεδομένου ότι τα στοιχεία αυτά είναι λυσιτελή για την εκτίμηση της σοβαρότητας της διαπραχθείσας από κάθε επιχείρηση παραβάσεως (βλ. απόφαση [της 7ης Ιουνίου 1983, 100/80 έως 103/80, Musique Diffusion franηaise κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σ. 1825], σκέψεις 120 και 121)».
102 Ενεργώντας με τον τρόπο αυτό, το Πρωτοδικείο αιτιολόγησε επαρκώς κατά νόμο το ότι ελήφθη υπόψη, για τους σκοπούς του υπολογισμού του προστίμου, ο κύκλος εργασιών του τελευταίου έτους της περιόδου παραβάσεως. Πράγματι, όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, οσάκις τίθεται ζήτημα εκτιμήσεως του μεγέθους και της οικονομικής ισχύος μιας επιχειρήσεως κατά τον χρόνο της παραβάσεως, επιβάλλεται να γίνεται αναφορά στον τότε πραγματοποιηθέντα κύκλο εργασιών και όχι σε εκείνον του χρόνου εκδόσεως της επιβάλλουσας το πρόστιμο αποφάσεως (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 2000, C-291/98 P, Sarriσ κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. I-9991, σκέψη 86).
103 Εξάλλου, η αναιρεσείουσα δεν αποδεικνύει πώς η χρήση του ως άνω έτους αναφοράς παραβιάζει τις αρχές της ασφαλείας δικαίου και της επιεικείας. Αντιθέτως, η χρήση κοινού έτους αναφοράς για όλες τις επιχειρήσεις που συμμετέσχαν στην ιδία παράβαση παρέχει σε κάθε επιχείρηση την εγγύηση ότι τυγχάνει της αυτής μεταχειρίσεως με τις λοιπές, δεδομένου ότι οι κυρώσεις καθορίζονται ομοιόμορφα και χωρίς να λαμβάνονται υπόψη εξωγενή και επισφαλή στοιχεία που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τον κύκλο εργασιών μεταξύ του τελευταίου έτους της παραβάσεως και του χρόνου εκδόσεως της επιβάλλουσας τα πρόστιμα αποφάσεως. Εξάλλου, το γεγονός ότι το έτος αναφοράς ενέπιπτε στον χρόνο διαπράξεως της παραβάσεως επέτρεψε την εκτίμηση του εύρους της διαπραχθείσας παραβάσεως με γνώμονα την οικονομική πραγματικότητα, όπως αυτή εμφαίνονταν κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου.
104 Όσον αφορά τον καθορισμό του προστίμου σε ECU, με βάση κύκλο εργασιών μετατραπέντα με την ισχύουσα το 1990 ισοτιμία, επιβάλλεται καταρχάς η υπογράμμιση ότι η μετατροπή του κύκλου εργασιών του έτους αναφοράς με βάση την ισοτιμία της εποχής εκείνης επιτρέπει την αποτροπή της νοθεύσεως της αξιολογήσεως του αντιστοίχου μεγέθους των επιχειρήσεων που συμμετέσχαν στην παράβαση διά της λήψεως υπόψη εξωγενών και τυχαίων γεγονότων, όπως η εξέλιξη των εθνικών νομισμάτων κατά την επακολουθήσασα περίοδο (προαναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου Sarriσ κατά Επιτροπής, σκέψη 86).
105 Ακολούθως, επιβάλλεται η υπογράμμιση ότι το άρθρο 65, παράγραφος 5, της Συνθήκης ΕΚΑΞ δεν απαγορεύει τον καθορισμό προστίμου σε ECU. Αντιθέτως, η χρήση κοινού νομίσματος για τον καθορισμό των επιβληθέντων σε επιχειρήσεις που συμμετέσχον στην ίδια παράβαση προστίμων δικαιολογείται από τη μέριμνα επιβολής κυρώσεων σ' αυτές κατά τρόπο ομοιόμορφο.
106 Τέλος, όσον αφορά τις νομισματικές διακυμάνσεις, πρόκειται για αστάθμητο παράγοντα δυνάμενο να δημιουργήσει πλεονεκτήματα όπως και μειονεκτήματα, με τον οποίο βρίσκονται συνήθως αντιμέτωπες, στο πλαίσιο της εμπορικής δραστηριότητάς τους, οι επιχειρήσεις και η ύπαρξη του οποίου δεν επηρεάζει αφ' εαυτής το ύψος νομίμως καθορισθέντος προστίμου σε συνάρτηση προς τη σοβαρότητα της παραβάσεως και τον πραγματοποιηθέντα κατά το τελευταίο έτος της διαπράξεώς της κύκλο εργασιών (βλ. προαναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου Sarriσ κατά Επιτροπής, σκέψη 89).
107 Έπεται ότι ορθώς το Πρωτοδικείο δικαιολόγησε, στις σκέψεις 470 έως 477 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, τη χρησιμοποιηθείσα από την Επιτροπή μέθοδο υπολογισμού του προστίμου.
108 Επομένως, ο έκτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
109 Από το σύνολο των προηγηθεισών σκέψεων προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως είναι απορριπτέα.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
110 Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο οποίος εφαρμόζεται στη διαδικασία της αιτήσεως αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 118 του ιδίου κανονισμού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη της αναιρεσείουσας και η τελευταία ηττήθηκε ως προς το σύνολο των λόγων της αναιρέσεως, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2) Καταδικάζει την Empresa Nacional Siderϊrgica SA (Ensidesa) στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy