Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1. ροσφυγή λόγω παραβάσεως - Εξέταση του βασίμου από το Δικαστήριο - Κατάσταση που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη - Κατάσταση κατά τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη
(Άρθρο 226 ΕΚ)
2. ροσφυγή λόγω παραβάσεως - Εισαγωγικό της δίκης έγγραφο - αράθεση των αιτιάσεων και των ισχυρισμών
(Άρθρο 226 ΕΚ)
3. Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων - Ελευθερία εγκαταστάσεως - Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών - Οδοντίατροι - Αναγνώριση πτυχίων και τίτλων - Οδηγία 78/686 - Συντονισμός των εθνικών διατάξεων - Οδηγία 78/687 - Διατήρηση δευτέρου συστήματος εκπαιδεύσεως για την πρόσβαση στο επάγγελμα του οδοντιάτρου - Δεν επιτρέπεται
(Οδηγίες του Συμβουλίου 78/686, άρθρο 19, και 78/687, άρθρο 1)
4. Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων - Ελευθερία εγκαταστάσεως - Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών - Οδοντίατροι - Αναγνώριση πτυχίων και τίτλων - Οδηγία 78/686 - Συντονισμός των εθνικών διατάξεων - Οδηγία 78/687 - Διπλή εγγραφή και στον ιατρικό και στον οδοντιατρικό σύλλογο - Δεν επιτρέπεται - αρέκκλιση για ένα κράτος μέλος - Επιρροή
(Οδηγίες του Συμβουλίου 78/686, άρθρο 19, και 78/687)
Περίληψη
1. Στο πλαίσιο προσφυγής δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ, με αίτημα να διαπιστωθεί ότι ένα κράτος μέλος διατήρησε σε ισχύ νομοθεσία αντίθετη προς κοινοτική οδηγία, το γεγονός ότι, για την ακρίβεια, δεν ήταν δυνατή η διατήρηση της ισχύος των επιδίκων διατάξεων, διότι αυτές είχαν ενταχθεί στο εθνικό δίκαιο μετά την έκδοση της επίμαχης οδηγίας δεν περιορίζει τις δυνατότητες άμυνας του οικείου κράτους μέλους. Συγκεκριμένα, αφενός, καθόσον το υποστατό της παραβάσεως εξαρτάται από την ύπαρξη μέτρων που δεν συνάδουν προς το κοινοτικό δίκαιο κατά τον χρόνο εκπνοής της προθεσμίας που έταξε η Επιτροπή με την αιτιολογημένη γνώμη, το εν λόγω υποστατό είναι ανεξάρτητο από την ημερομηνία της θεσπίσεως των εν λόγω εθνικών διατάξεων. Αφετέρου, το κράτος μέλος που θεσπίζει αντίθετες προς το κοινοτικό δίκαιο εθνικές διατάξεις τις διατηρεί από την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος τους μέχρι την ενδεχόμενη τροποποίηση ή κατάργησή τους.
( βλ. σκέψεις 11-12 )
2. Η Επιτροπή οφείλει, με κάθε δικόγραφο που καταθέτει δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ, να παραθέτει τις συγκεκριμένες αιτιάσεις επί των οποίων το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί, καθώς και, κατά τρόπο τουλάχιστον συνοπτικό, τα νομικά και πραγματικά στοιχεία επί των οποίων στηρίζει τις αιτιάσεις αυτές. Όσον αφορά, ειδικότερα, την υποχρέωση παραθέσεως των νομικών στοιχείων επί των οποίων στηρίζονται οι αιτιάσεις που διατυπώνει η Επιτροπή, δεν αρκεί ότι η Επιτροπή, προς υποστήριξη του ότι το καθού κράτος μέλος δεν τήρησε διάταξη του κοινοτικού δικαίου, παραθέτει την εν λόγω διάταξη μόνο στο τμήμα της αιτιολογημένης γνώμης ή της προσφυγής το οποίο αφορά το νομικό πλαίσιο και το οποίο είναι καθαρώς περιγραφικό και στερείται παντελώς αποδεικτικού χαρακτήρα.
άντως, όταν η Επιτροπή υποστηρίζει ότι μία εθνική νομοθεσία είναι αντίθετη προς το σύστημα, την οικονομία ή το πνεύμα οδηγίας περί εναρμονίσεως, χωρίς η παραβίαση του κοινοτικού δικαίου που απορρέει από την εν λόγω αντίθεση να μπορεί να αναχθεί σε ειδικές διατάξεις της οδηγίας αυτής, η προσφυγή της δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί, για τον λόγο αυτόν και μόνον, απαράδεκτη. Στην περίπτωση αυτή ωστόσο, το Δικαστήριο μπορεί μόνο να εξετάσει αν η επίμαχη εθνική νομοθεσία είναι, υπό την έννοια αυτή, αντίθετη προς την οικεία οδηγία.
( βλ. σκέψεις 20-21, 23 )
3. αραβαίνει τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 78/687, περί του συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν τις δραστηριότητες του οδοντιάτρου, το κράτος μέλος που προβλέπει ένα δεύτερο σύστημα εκπαιδεύσεως για την πρόσβαση στο επάγγελμα του οδοντιάτρου, συνιστάμενο σε βασική εκπαίδευση ιατρού που συμπληρώνεται με ειδίκευση στον τομέα της οδοντιατρικής.
Η εκπαίδευση του άρθρου 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 78/687 χαρακτηρίζεται ρητώς ως «οδοντιατρική εκπαίδευση», πράγμα το οποίο προϋποθέτει ότι υφίσταται κύκλος σπουδών ειδικά προσαρμοσμένος στην εκπαίδευση των οδοντιάτρων. Το πτυχίο στο οποίο καταλήγει το δεύτερο σύστημα εκπαιδεύσεως δεν είναι πτυχίο οδοντιάτρου, αλλά βασικό πτυχίο ιατρικής σε συνδυασμό με πτυχίο που πιστοποιεί ειδίκευση στον τομέα της οδοντιατρικής. Η εν λόγω διαδοχή διπλωμάτων δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της οδηγίας 78/687 και της οδηγίας 78/686,περί της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων του οδοντιάτρου και περί των μέτρων προς διευκόλυνση της πραγματικής ασκήσεως του δικαιώματος εγκαταστάσεως και του δικαιώματος της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, οι οποίες απαιτούν, αμφότερες, ενιαία πτυχία.
Το άρθρο 19, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 78/686, το οποίο δέχεται, στο πλαίσιο του ειδικού καθεστώτος που προβλέπεται για ένα κράτος μέλος, την αναγνώριση βασικού πτυχίου ιατρικής σε συνδυασμό με πτυχίο που πιστοποιεί ειδίκευση στον τομέα της οδοντιατρικής, ενόψει της ασκήσεως των δραστηριοτήτων του οδοντιάτρου, δεν αντιτίθεται στην ερμηνεία αυτή. ράγματι, αν ο κοινοτικός νομοθέτης είχε την πρόθεση να δεχθεί γενικώς τη δυνατότητα της αμοιβαίας αναγνωρίσεως παρόμοιας εκπαιδεύσεως, δεν θα είχε προβλέψει, για τους επαγγελματίες που διαθέτουν την εκπαίδευση αυτή, την αμοιβαία αναγνώριση των προσόντων τους μόνον κατά παρέκκλιση και στα πλαίσια μεταβατικού καθεστώτος, παρέχοντάς την μόνο σε όσους άρχισαν τις πανεπιστημιακές σπουδές τους στην ιατρική πριν από τις 28 Ιανουαρίου 1980.
( βλ. σκέψεις 37-39 και διατακτ. )
4. Εφόσον η οδηγία 78/687 αποκλείει, εκτός του μεταβατικού καθεστώτος παρεκκλίσεως που καθιερώνει για ένα κράτος μέλος το άρθρο 19 της οδηγίας 78/686, τη δυνατότητα προσβάσεως στις δραστηριότητες οδοντιάτρου υπό την έννοια των εν λόγω οδηγιών κατά την περάτωση εκπαιδεύσεως που αποτελείται από έξι έτη βασικής εκπαιδεύσεως ιατρού και τρία έτη ειδικεύσεως στον τομέα της οδοντιατρικής, αποκλείει επίσης τη δυνατότητα εγγραφής προσώπου, που έχει μόνον την εκπαίδευση αυτή, συγχρόνως και στον ιατρικό και στον οδοντιατρικό σύλλογο.
Καίτοι είναι αληθές ότι οι εν λόγω οδηγίες αποσκοπούν στον σαφή διαχωρισμό των επαγγελμάτων του οδοντιάτρου και του ιατρού, δεν υπάρχει, εντούτοις, καμία ένδειξη ότι το εναρμονισμένο σύστημα που έχουν εγκαθιδρύσει οι οδηγίες αυτές αποσκοπεί επίσης να εμποδίσει τους ιατρούς που εμπίπτουν στο άρθρο 19 της οδηγίας 78/686 να είναι εγγεγραμμένοι στον ιατρικό σύλλογο.
Το άρθρο 19 της οδηγίας 78/686 εγκαθίδρυσε ειδικό καθεστώς για συγκεκριμένη κατηγορία ιατρών των οποίων το πτυχίο χορηγήθηκε στην Ιταλία, δηλαδή των ιατρών οι οποίοι, ενώ διαθέτουν πτυχίο ιατρικής, άσκησαν κατά κύρια απασχόληση την οδοντιατρική στην Ιταλία, προκειμένου να διευκολύνει, κατά τον τρόπο αυτό, τη μετάβαση ως προς το καθεστώς όταν καθιερώθηκε στην Ιταλία το επάγγελμα του οδοντιάτρου όπως προβλέπεται από τις εν λόγω οδηγίες. ρος τούτο, το εν λόγω άρθρο υποχρεώνει τα άλλα κράτη μέλη να αναγνωρίσουν, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, τα πτυχία ιατρικής της εν λόγω κατηγορίας επαγγελματιών ενόψει της ασκήσεως των δραστηριοτήτων οδοντιάτρου.
Το ζήτημα της ενδεχόμενης αναγνωρίσεως, εκ μέρους των λοιπών κρατών μελών, των πτυχίων των εν λόγω επαγγελματιών και ενόψει της ασκήσεως των δραστηριοτήτων ιατρικής, ανεξαρτήτως της εγγραφής των οικείων επαγγελματιών στον ιατρικό σύλλογο, αποτελεί ζήτημα το οποίο πρέπει να ρυθμιστεί στο πλαίσιο της κοινοτικής νομοθεσίας περί αναγνωρίσεως των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων των ιατρών και όχι στο πλαίσιο των οδηγιών 78/686 και 78/687 που αφορούν τους οδοντιάτρους.
( βλ. σκέψεις 48, 50-54 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-202/99,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένη από τους E. Traversa και B. Mongin, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπουμένης από τον U. Leanza, επικουρούμενο από τον P. G. Ferri, avvocato dello Stato, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να διαπιστωθεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, διατηρώντας ένα δεύτερο σύστημα εκπαιδεύσεως για την πρόσβαση στο επάγγελμα του οδοντιάτρου, μη σύμφωνο προς την οδηγία 78/687/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1978, περί του συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν τις δραστηριότητες του οδοντιάτρου (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/003, σ. 21), και διατηρώντας τη δυνατότητα διπλής εγγραφής και στον ιατρικό και στον οδοντιατρικό σύλλογο για τους ιατρούς που ασκούν τις δραστηριότητες του οδοντιάτρου, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους P. Jann, πρόεδρο τμήματος, D. A. O. Edward (εισηγητή), A. La Pergola, L. Sevón και C. W. A. Timmermans, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Léger
γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 22ας Μαρτίου 2001, κατά την οποία την Επιτροπή εκπροσώπησε ο E. Traversa και την Ιταλική Δημοκρατία ο Μ. Fiorilli, avvocato dello Stato,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 31ης Μα_ου 2001,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 26 Μα_ου 1999, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να διαπιστωθεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, διατηρώντας ένα δεύτερο σύστημα εκπαιδεύσεως για την πρόσβαση στο επάγγελμα του οδοντιάτρου, μη σύμφωνο προς την οδηγία 78/687/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1978, περί του συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν τις δραστηριότητες του οδοντιάτρου (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/003, σ. 21, στο εξής: οδηγία περί συντονισμού), και διατηρώντας τη δυνατότητα διπλής εγγραφής και στον ιατρικό και στον οδοντιατρικό σύλλογο για τους ιατρούς που ασκούν τις δραστηριότητες του οδοντιάτρου, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία.
Η κοινοτική νομοθεσία
2 Στις 25 Ιουλίου 1978, το Συμβούλιο εξέδωσε συγχρόνως την οδηγία 78/686/ΕΟΚ, περί της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων του οδοντιάτρου και περί των μέτρων προς διευκόλυνση της πραγματικής ασκήσεως του δικαιώματος εγκαταστάσεως και του δικαιώματος της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών (ΕΕ ειδ. εκδ. 05/003, σ. 12 στο εξής: οδηγία περί αναγνωρίσεως), και την οδηγία περί συντονισμού.
3 Σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας περί συντονισμού, τα κράτη μέλη εξαρτούν την πρόσβαση στις δραστηριότητες του οδοντιάτρου που ασκούνται βάσει των τίτλων που μνημονεύονται στο άρθρο 1 της οδηγίας περί αναγνωρίσεως καθώς και την άσκηση αυτών από την κατοχή πτυχίου, πιστοποιητικού ή άλλου τίτλου από αυτούς που αναφέρονται στο άρθρο 3 της ίδιας οδηγίας και παρέχουν την εγγύηση ότι ο ενδιαφερόμενος έχει αποκτήσει, κατά τη συνολική διάρκεια της εκπαιδεύσεώς του, τις γνώσεις και την πείρα που απαιτεί η οδηγία περί συντονισμού. Το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας περί συντονισμού διευκρινίζει ότι η οδοντιατρική αυτή εκπαίδευση περιλαμβάνει συνολικά τουλάχιστον πέντε έτη θεωρητικών και πρακτικών σπουδών κατά πλήρη παρακολούθηση.
4 ριν από την έκδοση των οδηγιών αυτών και τη μεταφορά τους στο ιταλικό δίκαιο, το επάγγελμα του οδοντιάτρου δεν ήταν οργανωμένο στην Ιταλία και το ασκούσαν, στην πράξη, οι ιατροί. ροκειμένου να ληφθεί υπόψη η ιδιάζουσα αυτή κατάσταση, το άρθρο 19 της οδηγίας περί αναγνωρίσεως, που περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο VII, με τίτλο «Μεταβατικές διατάξεις για την ειδική κατάσταση της Ιταλίας», ορίζει τα εξής:
«Από την στιγμή που η Ιταλία θα λάβει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς την παρούσα οδηγία, τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν για την άσκηση των δραστηριοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 1 της παρούσης οδηγίας τα διπλώματα, πιστοποιητικά και άλλους τίτλους ιατρού, οι οποίοι έχουν εκδοθεί στην Ιταλία σε πρόσωπα που άρχισαν τις πανεπιστημιακές τους σπουδές στην ιατρική το αργότερο δέκα οκτώ μήνες μετά την κοινοποίηση της παρούσης οδηγίας, εφ' όσον συνοδεύονται από βεβαίωση που παρέχεται από τις αρμόδιες ιταλικές αρχές, η οποία πιστοποιεί ότι τα πρόσωπα αυτά έχουν ασχοληθεί, στην Ιταλία, πραγματικά και νόμιμα και κυρίως με τις δραστηριότητες που προβλέπονται στο άρθρο 5 της οδηγίας 78/687/ΕΟΚ, τουλάχιστον επί τρία συνεχή έτη κατά την διάρκεια των πέντε ετών προ της χορηγήσεως της βεβαιώσεως και ότι τα πρόσωπα αυτά έχουν άδεια ασκήσεως των δραστηριοτήτων αυτών με τους ιδίους όρους αυτών που χρησιμοποιούν το δίπλωμα, πιστοποιητικό ή άλλο τίτλο που αναφέρεται στο άρθρο 3, στοιχείο στ_, της παρούσας οδηγίας.
Απαλλάσσονται από την απαίτηση της τριετούς πρακτικής η οποία αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο τα πρόσωπα τα οποία επεράτωσαν με επιτυχία σπουδές τουλάχιστον τριών ετών που βεβαιώνονται από τις αρμόδιες αρχές σαν ισότιμες με την εκπαίδευση, η οποία αναφέρεται στο άρθρο 1 της οδηγίας 78/687/ΕΟΚ.»
Η εθνική νομοθεσία
5 Με τον νόμο 409, Istituzione della professione sanitaria di odontoiatra e disposizioni relative al diritto di stabilimento ed alla libera prestazione di servizi da parte dei dentisti cittadini di Stati membri delle Comunità europee (νόμος 409, για την καθιέρωση του επαγγέλματος του οδοντιάτρου και τη θέσπιση διατάξεων σχετικά με το δικαίωμα εγκαταστάσεως και την ελεύθερη παροχή των υπηρεσιών των οδοντιάτρων που είναι υπήκοοι των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας), της 24ης Ιουλίου 1985, (GURI αριθ. 190, της 13ης Αυγούστου 1985, suppl. ord. αριθ. 69), η Ιταλική Δημοκρατία μετέφερε στην εσωτερική έννομη τάξη τις οδηγίες περί αναγνωρίσεως και περί συντονισμού.
6 Το άρθρο 1 του νόμου αυτού καθιερώνει, στην Ιταλία, το επάγγελμα του οδοντιάτρου και επιφυλάσσει την άσκησή του, με τον τίτλο του «odontoiatra», μόνο στα πρόσωπα που έχουν παρακολουθήσει:
- είτε τη νέα ειδική εκπαίδευση του οδοντιάτρου, διαρκείας πέντε ετών, η οποία πιστοποιείται με το πτυχίο «laurea in odontoiatria e protesi dentaria» (πτυχίο οδοντιατρικής και οδοντοπροσθετικής) και ακολουθείται από την άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος·
- είτε βασική εκπαίδευση του ιατρού, διαρκείας έξι ετών, η οποία πιστοποιείται με πτυχίο «laurea in medicina e chirurgia» (πτυχίο ιατρικής και χειρουργικής) και ακολουθείται από την άδεια ασκήσεως ιατρικής και χειρουργικής, συμπληρώνεται δε με πτυχίο ειδικεύσεως στην οδοντιατρική, το οποίο χορηγείται μετά από ειδίκευση τριών ετών.
7 Το άρθρο 4 του νόμου 409/85 προβλέπει ότι η εγγραφή στον οδοντιατρικό σύλλογο είναι ασυμβίβαστη με την εγγραφή σε οποιαδήποτε άλλη επαγγελματική οργάνωση. Το άρθρο 20 του νόμου αυτού υποχρέωσε, μεταξύ άλλων, τους στερουμένους ειδικεύσεως στην οδοντιατρική ιατρούς οι οποίοι είχαν αρχίσει την εκπαίδευσή τους πριν από τις 28 Ιανουαρίου 1980 και είχαν την πρόθεση να ασκήσουν τις δραστηριότητες του οδοντιάτρου να επιλέξουν την εγγραφή στον οδοντιατρικό σύλλογο εντός προθεσμίας πέντε ετών από της ενάρξεως της ισχύος του νόμου αυτού, δηλαδή πριν από τις 28 Αυγούστου 1990. Το άρθρο 5 παρέχει, πάντως, τη δυνατότητα στους ειδικευμένους στην οδοντιατρική ιατρούς να διατηρήσουν την εγγραφή τους και στον ιατρικό και στον οδοντιατρικό σύλλογο.
Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
8 Η Επιτροπή, επειδή θεώρησε ότι η εκτεθείσα στις σκέψεις 5 έως 7 της παρούσας αποφάσεως ιταλική νομοθεσία ήταν αντίθετη προς τις οδηγίες περί αναγνωρίσεως και συντονισμού, κίνησε τη διαδικασία διαπιστώσεως παραβάσεως. Με έγγραφο της 9ης Απριλίου 1997, όχλησε την Ιταλική Δημοκρατία καλώντας την να διατυπώσει συναφώς τις παρατηρήσεις της. Απαντώντας στο εν λόγω έγγραφο οχλήσεως, οι ιταλικές αρχές κοινοποίησαν την πρόταση νόμου 2653 σχετικά με το επάγγελμα του οδοντιάτρου, η οποία προβλέπει ένα μόνο σύστημα προσβάσεως στο επάγγελμα (ειδική εκπαίδευση η οποία πιστοποιείται με το πτυχίο «laurea in odontoiatria e protesi dentaria»).
9 Επειδή διαπίστωσε ότι η εν λόγω πρόταση νόμου δεν είχε ακόμη ψηφισθεί, η Επιτροπή εξέδωσε, στις 18 Μα_ου 1999, αιτιολογημένη γνώμη με την οποία κάλεσε την Ιταλική Δημοκρατία να λάβει τα μέτρα που ήσαν αναγκαία για να συμμορφωθεί προς τη γνώμη αυτή εντός προθεσμίας δύο μηνών από της κοινοποιήσεώς της. Επειδή θεώρησε ότι οι παρασχεθείσες από τις ιταλικές αρχές διευκρινίσεις δεν ήσαν ικανοποιητικές, η Επιτροπή αποφάσισε να ασκήσει την υπό κρίση προσφυγή.
Επί του παραδεκτού
10 Η Ιταλική Κυβέρνηση προβάλλει δύο ενστάσεις απαραδέκτου.
Επί της πρώτης ενστάσεως
11 H Ιταλική Κυβέρνηση ισχυρίζετα, καταρχάς, ότι η αιτίαση που της απευθύνεται ότι «διατήρησε» το δεύτερο σύστημα εκπαιδεύσεως και τη δυνατότητα διπλής εγγραφής στον ιατρικό και στον οδοντιατρικό σύλλογο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Για την ακρίβεια, δεν ήταν δυνατή η διατήρηση της ισχύος των επιδίκων διατάξεων, διότι αυτές είχαν ενταχθεί στο εθνικό δίκαιο μετά την έκδοση της οδηγίας περί συντονισμού και ενόψει της μεταφοράς της στο εσωτερικό δίκαιο και είχαν τροποποιήσει ουσιωδώς το προηγούμενο καθεστώς. Η ως άνω εσφαλμένη διατύπωση παραπλάνησε την Ιταλική Δημοκρατία όσον αφορά την κατανόηση των αιτιάσεων της Επιτροπής και περιόρισε τις δυνατότητες άμυνάς της.
12 Αρκεί, συναφώς, η διαπίστωση, αφενός, ότι, καθόσον το υποστατό της παραβάσεως εξαρτάται από την ύπαρξη μέτρων που δεν συνάδουν προς το κοινοτικό δίκαιο κατά τον χρόνο εκπνοής της προθεσμίας που έταξε η Επιτροπή με την αιτιολογημένη γνώμη, το εν λόγω υποστατό είναι ανεξάρτητο από την ημερομηνία της θεσπίσεως των εν λόγω εθνικών διατάξεων. Αφετέρου, το κράτος μέλος που θεσπίζει αντίθετες προς το κοινοτικό δίκαιο εθνικές διατάξεις τις διατηρεί από την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος τους μέχρι την ενδεχόμενη τροποποίηση ή κατάργησή τους.
13 Κατά συνέπεια, η πρώτη ένσταση απαραδέκτου πρέπει να απορριφθεί.
Επί της δευτέρας ενστάσεως
14 Η Ιταλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται, δεύτερον, ότι η Επιτροπή δεν ανέφερε, προς στήριξη της προσφυγής της, τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου οι οποίες δεν τηρήθηκαν. Κατά συνέπεια, δεν εντοπίσθηκαν οι υποχρεώσεις τις οποίες παρέβη η Ιταλική Δημοκρατία, οπότε η προσφυγή πρέπει να κριθεί απαράδεκτη.
15 ροκειμένου περί της πρώτης αιτιάσεως, η οποία αφορά το δεύτερο σύστημα εκπαιδεύσεως που προβλέπει ο νόμος 409/85, πρέπει να τονισθεί ότι η Επιτροπή διευκρίνισε στο δικόγραφο της προσφυγής της ότι οι υποχρεώσεις τις οποίες παρέβη η Ιταλική Δημοκρατία είναι αυτές που απορρέουν από το άρθρο 1 της οδηγίας περί συντονισμού.
16 Κατά συνέπεια, η προσφυγή της Επιτροπής πρέπει να κριθεί παραδεκτή όσον αφορά την πρώτη αιτίαση.
17 ροκειμένου περί της δεύτερης αιτιάσεως, η οποία αφορά τη δυνατότητα διπλής εγγραφής και στον ιατρικό και στον οδοντιατρικό σύλλογο, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, όπως υποστηρίζει η Ιταλική Κυβέρνηση, η Επιτροπή δεν συνέδεσε την εν λόγω αιτίαση με συγκεκριμένη διάταξη της μιας εκ των δύο οδηγιών περί αναγνωρίσεως και περί συντονισμού.
18 ράγματι, τόσον κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία όσο και με το ιστορικό της προσφυγής της, η Επιτροπή ισχυρίστηκε, καταρχάς, ότι η οδηγία περί αναγνωρίσεως αποκλείει τη δυνατότητα εγγραφής επαγγελματία, κατόχου ενός μόνο πτυχίου και μιας μόνον άδειας ασκήσεως επαγγέλματος, συγχρόνως και στον ιατρικό και στον οδοντιατρικό σύλλογο. Αναφέρθηκε, συναφώς, ειδικότερα στο άρθρο 19 της οδηγίας περί αναγνωρίσεως, χωρίς ωστόσο να υποστηρίξει ότι η επίδικη ιταλική νομοθεσία συνιστά παράβαση του άρθρου αυτού. Στη συνέχεια, υποστήριξε ότι η ισχύουσα στην Ιταλία κατάσταση αντίκειται στο εναρμονισμένο σύστημα που έχουν εγκαθιδρύσει οι οδηγίες περί αναγνωρίσεως και περί συντονισμού. Τέλος, με το αιτητικό της προσφυγή της, ισχυρίστηκε ότι η οδηγία περί συντονισμού αντιβαίνει στη διατήρηση της δυνατότητας διπλής εγγραφής.
19 H Επιτροπή φρονεί εντούτοις, ότι εξέθεσε, τόσο στην αιτιολογημένη γνώμη όσο και στο δικόγραφο της προσφυγής, με συνέπεια, ακρίβεια και διεξοδικότητα, τις παραβάσεις τις οποίες προσάπτει στην Ιταλική Δημοκρατία. Στο υπόμνημα απαντήσεως διευκρινίζει ότι το άρθρο 1 της οδηγίας περί συντονισμού συνιστά το επιστέγασμα του όλου εναρμονισμένου συστήματος που εγκαθιδρύουν οι οδηγίες περί αναγνωρίσεως και περί συντονισμού και ότι πρέπει να γίνει επίκληση του άρθρου αυτού, του οποίου έγινε μνεία τόσο στην αιτιολογημένη γνώμη όσο και στο δικόγραφο της προσφυγής, σε περίπτωση σοβαρών και θεμελιωδών παραβάσεων του εν λόγω εναρμονισμένου συστήματος, οι οποίες δεν μπορούν, όπως εν προκειμένω, να αναχθούν σε ειδικότερες διατάξεις των δύο προαναφερθεισών οδηγιών.
20 ρέπει να υπομνησθεί, εκ προοιμίου, ότι, κατά πάγια νομολογία, η Επιτροπή οφείλει, με κάθε δικόγραφο που καταθέτει δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ, να παραθέτει τις συγκεκριμένες αιτιάσεις επί των οποίων το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί, καθώς και, κατά τρόπο τουλάχιστον συνοπτικό, τα νομικά και πραγματικά στοιχεία επί των οποίων στηρίζει τις αιτιάσεις αυτές (βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 1997, C-375/95, Επιτροπή κατά Ελλάδας, Συλλογή 1997, σ. Ι-5981, σκέψη 35).
21 Όσον αφορά, ειδικότερα, την υποχρέωση παραθέσεως των νομικών στοιχείων επί των οποίων στηρίζονται οι αιτιάσεις που διατυπώνει η Επιτροπή, δεν αρκεί ότι η Επιτροπή, προς υποστήριξη του ότι το καθού κράτος μέλος δεν τήρησε διάταξη του κοινοτικού δικαίου, παραθέτει την εν λόγω διάταξη μόνο στο τμήμα της αιτιολογημένης γνώμης ή της προσφυγής το οποίο αφορά το νομικό πλαίσιο και το οποίο είναι καθαρώς περιγραφικό και στερείται παντελώς αποδεικτικού χαρακτήρα.
22 Επομένως, η μνεία του άρθρου 1 της οδηγίας περί συντονισμού την οποία κάνει η Επιτροπή στο τμήμα της αιτιολογημένης γνώμης και της προσφυγής που αφορά το νομικό πλαίσιο δεν αποδεικνύει ότι υφίσταται κάποια σχέση μεταξύ της παραβάσεως του άρθρου αυτού και της δυνατότητας εγγραφής στους δύο συλλόγους ταυτοχρόνως. Επιπλέον, η παράθεση του ιδίου αυτού άρθρου από την Επιτροπή προς στήριξη της πρώτης αιτιάσεως δεν σημαίνει, πλην ενδείξεως περί του αντιθέτου, ότι γίνεται επίκληση του άρθρου αυτού και προς στήριξη της δεύτερης αιτιάσεως.
23 άντως, όταν η Επιτροπή υποστηρίζει ότι μία εθνική νομοθεσία είναι αντίθετη προς το σύστημα, την οικονομία ή το πνεύμα οδηγίας περί εναρμονίσεως, χωρίς η παραβίαση του κοινοτικού δικαίου που απορρέει από την εν λόγω αντίθεση να μπορεί να αναχθεί σε ειδικές διατάξεις της οδηγίας αυτής, η προσφυγή της δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί, για τον λόγο αυτόν και μόνον, απαράδεκτη. Στην περίπτωση αυτή ωστόσο, το Δικαστήριο μπορεί μόνο να εξετάσει αν η επίμαχη εθνική νομοθεσία είναι, υπό την έννοια αυτή, αντίθετη προς την οικεία οδηγία.
24 Εν προκειμένω, η Επιτροπή υποστήριξε ότι η ισχύουσα στην Ιταλία νομική κατάσταση, η οποία παρέχει τη δυνατότητα διπλής εγγραφής στον ιατρικό και στον οδοντιατρικό σύλλογο, αντίκειται στο εναρμονισμένο σύστημα που έχουν εγκαθιδρύσει η οδηγία περί αναγνωρίσεως και η οδηγία περί συντονισμού και ότι η οδηγία περί συντονισμού απαγορεύει, από μόνη της, τη διατήρηση της δυνατότητας διπλής εγγραφής. Επομένως, η προσφυγή που άσκησε παρέσχε στην Ιταλική Δημοκρατία τη δυνατότητα να προβάλει την άμυνά της ως προς το σημείο αυτό, προκειμένου να αντικρούσει τις αιτιάσεις που διατύπωσε συναφώς η Επιτροπή.
25 Κατά συνέπεια, όσον αφορά τη δεύτερη αιτίαση, η προσφυγή της Επιτροπής πρέπει να κριθεί παραδεκτή, στο μέτρο που η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η επίδικη νομική νομοθεσία είναι αντίθετη προς το εναρμονισμένο σύστημα που έχουν εγκαθιδρύσει η οδηγία περί αναγνωρίσεως και η οδηγία περί συντονισμού.
Επί της ουσίας
Επί της πρώτης αιτιάσεως
Τα επιχειρήματα των διαδίκων
26 Κατά την Επιτροπή, το δεύτερο σύστημα εκπαιδεύσεως που προβλέπει ο νόμος 409/85, κατά το οποίο η οδοντιατρική εκπαίδευση είναι τριετής, προδήλως δεν πληροί την προϋπόθεση της ειδικής πενταετούς εκπαιδεύσεως του άρθρου 1 της οδηγίας περί συντονισμού.
27 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το εν λόγω δεύτερο σύστημα εκπαιδεύσεως των οδοντιάτρων αντιστοιχεί ακριβώς στο πτυχίο του ειδικευμένου στη στοματολογία ιατρού (οδοντοστοματολογία) του οποίου γίνεται μνεία στο άρθρο 7 της οδηγίας 93/16/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, για τη διευκόλυνση της ελεύθερης κυκλοφορίας των ιατρών και της αμοιβαίας αναγνώρισης των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων τους (ΕΕ L 165, σ. 1).
28 Όμως, μια ιατρική ειδικότητα δεν μπορεί να εμπίπτει τόσο στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 93/16, που αφορά τους ιατρούς, όσο και στο πεδίο εφαρμογής της περί αναγνωρίσεως, που αφορά τους οδοντιάτρους. Η οδηγία περί συντονισμού προβλέπει ρητώς, κατά την Επιτροπή, τη δημιουργία νέας κατηγορίας επαγγελματιών που έχουν την άδεια ασκήσεως της οδοντιατρικής με τίτλο διαφορετικό από αυτόν του ιατρού. Αυτός ακριβώς είναι ο λόγος για τον οποίο το άρθρο 19 της οδηγίας περί αναγνωρίσεως προβλέπει ότι οι ιατροί - είτε έχουν ειδικευθεί στην άσκηση της οδοντιατρικής είτε όχι - των οποίων το πτυχίο έχει χορηγηθεί στην Ιταλία δεν τυγχάνουν αυτοδικαίως αναγνωρίσεως δυνάμει της οδηγίας περί αναγνωρίσεως. Η αναγνώριση χορηγείται κατά παρέκκλιση και στα πλαίσια μεταβατικού καθεστώτος στους ιατρούς οι οποίοι άρχισαν τις σπουδές τους στην ιατρική πριν από τις 28 Ιανουαρίου 1980.
29 Κατά συνέπεια, το δεύτερο σύστημα εκπαιδεύσεως των οδοντιάτρων δεν μπορεί να διατηρηθεί με την ευκαιρία της μεταφοράς της οδηγίας περί συντονισμού στο εσωτερικό δίκαιο.
30 Επιπλέον, η Επιτροπή υιοθετεί τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε τον Ιούνιο του 1989 η συμβουλευτική επιτροπή για την οδοντιατρική εκπαίδευση στην «έκθεση και γνώμη επί της συμβατότητας προς το άρθρο 1 της οδηγίας 78/687/ΕΟΚ της οδοντιατρικής εκπαιδεύσεως στην Ιταλία, η οποία συνίσταται σε εκπαίδευση ιατρού που συμπληρώνεται με ειδίκευση στην ιατρική», η οποία φέρει την ένδειξη ΙΙΙ/D/5045/3/89 της 15ης Νοεμβρίου 1989 και η οποία προσαρτήθηκε στο υπόμνημα απαντήσεως της Επιτροπής.
31 Η επιτροπή αυτή, η οποία συγκέντρωσε εμπειρογνώμονες από όλα τα κράτη μέλη, κατέληξε, στο σημείο 4, στοιχεία α_ και β_, της εν λόγω εκθέσεως και γνώμης, στα εξής:
«α) Η οδοντιατρική εκπαίδευση η οποία αποτελεί τη συνέχεια σπουδών ιατρικής δεν ανταποκρίνεται στο περιεχόμενο του άρθρου 1 της οδηγίας 78/687/ΕΟΚ, το οποίο απαιτεί ειδική εκπαίδευση οδοντιάτρου στο πλαίσιο πανεπιστημιακών σπουδών πενταετούς διαρκείας, αφιερωμένο αποκλειστικά στην οδοντιατρική. Η εκπαίδευση με την οποία συμπληρώνονται σπουδές στην ιατρική και αντιπροσωπεύει απλώς ειδικότητα στην οδοντιατρική διακρίνεται σαφώς, λόγω της δομής της και του περιεχομένου της, από κύκλο σπουδών πενταετούς διαρκείας, ο οποίος έχει διαμορφωθεί βάσει των επιταγών του άρθρου 1 της οδηγίας 78/687/EOK, είναι εξαρχής αφιερωμένος στην οδοντιατρική και περατώνεται με εξετάσεις που αφορούν αποκλειστικά την οδοντιατρική.
β) Ο δεύτερος τύπος εκπαιδεύσεως που υφίσταται στην Ιταλία αντιστοιχεί στην εκπαίδευση του "στοματολόγου". Το πτυχίο του "στοματολόγου" και η ειδίκευση στον τομέα αυτόν εμπίπτουν στις οδηγίες περί ιατρών. Οι οδηγίες όμως που αφορούν τους ιατρούς και τους οδοντιάτρους στηρίζονται στην αρχή ότι πρόκειται για δύο διαφορετικά επαγγέλματα. Σύμφωνα με την αρχή αυτή, ο τίτλος του ειδικευμένου στη στοματολογία ιατρού που χορηγείται στην Ιταλία περιελήφθη ορθώς στις οδηγίες περί ιατρών. Οι οδηγίες περί οδοντιάτρων δεν συνιστούν το κατάλληλο πλαίσιο με την αμοιβαία αναγνώριση πτυχίου που χορηγείται κατά την περάτωση ιατρικής ειδικεύσεως.»
32 Η Ιταλική Κυβέρνηση θεωρεί ότι, για τον υπολογισμό της διάρκειας του δευτέρου συστήματος εκπαιδεύσεως, πρέπει να ληφθεί υπόψη ο χρόνος που αφιερώνεται στη μελέτη των βασικών μαθημάτων και των γενικών ιατρικών μαθημάτων στο πλαίσιο της εκπαιδεύσεως που απαιτείται για την απόκτηση του πτυχίου ιατρικής, στο μέτρο που, σύμφωνα με το παράρτημα της οδηγίας περί συντονισμού, τα μαθήματα αυτά αποτελούν τμήμα και του προγράμματος σπουδών για τους οδοντιάτρους. Επιπλέον, το άρθρο 1 της οδηγίας περί συντονισμού δεν απαιτεί την εκπαίδευση την οποία αφορά το παράρτημα στο πλαίσιο ενιαίου κύκλου σπουδών που αποσκοπεί αποκλειστικά στην απόκτηση πτυχίου οδοντιατρικής.
33 Κατά την κυβέρνηση αυτή, το επιχείρημα της Επιτροπής ότι η οδηγία περί συντονισμού απαιτεί να κατανέμονται οι σπουδές που αφορούν ειδικά την οδοντιατρική σε όλη τη διάρκεια της πενταετούς εκπαιδεύσεως στερείται παντελώς ερείσματος στις διατάξεις της εν λόγω οδηγίας. ράγματι, το παράρτημα της οδηγίας αυτής δεν προβλέπει ούτε κατανομή της διάρκειας της εκπαιδεύσεως μεταξύ των γενικών ιατρικών μαθημάτων και των ειδικών οδοντοστοματολογικών μαθημάτων ούτε την ταυτόχρονη και μικτή παρακολούθηση των δύο κατηγοριών μαθημάτων.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
34 Το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας περί συντονισμού ορίζει ότι η «οδοντιατρική εκπαίδευση» που προβλέπει η παράγραφος 1 του ιδίου άρθρου «περιλαμβάνει συνολικά τουλάχιστον πέντε έτη θεωρητικών και πρακτικών σπουδών κατά πλήρη απασχόληση στην ύλη που απαριθμείται στο παράρτημα και πραγματοποιείται σε πανεπιστήμιο, σε ανώτατο ινστιτούτο αναγνωρισμένο ως ισότιμο ή υπό την εποπτεία πανεπιστημίου».
35 Είναι αληθές ότι, μεταξύ των τριών κατηγοριών μαθημάτων που περιλαμβάνονται στο εν λόγω παράρτημα, μόνον η κατηγορία γ_, με τίτλο «Ειδικά οδοντοστοματολογικά μαθήματα», εμπίπτει σε ειδική οδοντιατρική εκπαίδευση. Οι κατηγορίες α_ και β_, που φέρουν, αντιστοίχως, τον τίτλο «Βασικά μαθήματα» και «Ιατροβιολογικά μαθήματα και γενικά ιατρικά μαθήματα», περιλαμβάνουν μαθήματα των οποίων η παρακολούθηση είναι αναγκαία για την άσκηση της ιατρικής καθώς και για την άσκηση της οδοντιατρικής.
36 Ομοίως, δεν αμφισβητείται ότι το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας περί συντονισμού δεν προβλέπει ούτε ενδεχόμενη ελάχιστη διάρκεια των καθαρώς οδοντιατρικών μαθημάτων ούτε κατανομή του χρόνου που αφορά τα μαθήματα αυτά κατά τη συνολική πενταετή διάρκεια των σπουδών που είναι αναγκαίες για την απόκτηση οδοντιατρικής εκπαιδεύσεως.
37 άντως, η εκπαίδευση του άρθρου 1, παράγραφος 2, της οδηγίας περί συντονισμού χαρακτηρίζεται ρητώς ως «οδοντιατρική εκπαίδευση», πράγμα το οποίο προϋποθέτει ότι υφίσταται κύκλος σπουδών ειδικά προσαρμοσμένος στην εκπαίδευση των οδοντιάτρων.
38 Το πτυχίο στο οποίο καταλήγει το δεύτερο σύστημα εκπαιδεύσεως που προβλέπει ο νόμος 409/85 δεν είναι πτυχίο οδοντιάτρου, αλλά βασικό πτυχίο ιατρικής σε συνδυασμό με πτυχίο που πιστοποιεί ειδίκευση στον τομέα της οδοντιατρικής. Η εν λόγω διαδοχή διπλωμάτων δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της οδηγίας περί συντονισμού και της οδηγίας περί αναγνωρίσεως οι οποίες απαιτούν, αμφότερες, ενιαία πτυχία.
39 Το άρθρο 19, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας περί αναγνωρίσεως, το οποίο δέχεται, στο πλαίσιο του ειδικού καθεστώτος που προβλέπεται για την Ιταλία, την αναγνώριση βασικού πτυχίου ιατρικής σε συνδυασμό με πτυχίο που πιστοποιεί ειδίκευση στον τομέα της οδοντιατρικής, ενόψει της ασκήσεως των δραστηριοτήτων του οδοντιάτρου, δεν αντιτίθεται στην ερμηνεία αυτή. ράγματι, αν ο κοινοτικός νομοθέτης είχε την πρόθεση να δεχθεί γενικώς τη δυνατότητα της αμοιβαίας αναγνωρίσεως παρόμοιας εκπαιδεύσεως, δεν θα είχε προβλέψει, για τους επαγγελματίες που διαθέτουν την εκπαίδευση αυτή, την αμοιβαία αναγνώριση των προσόντων τους μόνον κατά παρέκκλιση και στα πλαίσια μεταβατικού καθεστώτος, παρέχοντάς την μόνο σε όσους άρχισαν τις πανεπιστημιακές σπουδές τους στην ιατρική πριν από τις 28 Ιανουαρίου 1980.
40 Η εν λόγω ερμηνεία της οδηγίας περί συντονισμού ενισχύεται από τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε το 1989 η συμβουλευτική επιτροπή για την εκπαίδευση των οδοντιάτρων, ιδίως τα συμπεράσματα που περιλαμβάνονται στη σκέψη 31 της παρούσας αποφάσεως.
41 Επομένως, η πρώτη αιτίαση πρέπει να γίνει δεκτή.
Επί της δεύτερης αιτιάσεως
Τα επιχειρήματα των διαδίκων
42 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η οδηγία περί αναγνωρίσεως αποκλείει τη δυνατότητα εγγραφής ιατρού, κατόχου ενός μόνον πτυχίου και μιας μόνον άδειας ασκήσεως επαγγέλματος, συγχρόνως και στον ιατρικό και στον οδοντιατρικό σύλλογο.
43 ράγματι, ο επαγγελματίας που είναι κάτοχος ενός μόνον πτυχίου και μιας μόνον άδειας ασκήσεως επαγγέλματος θα πρέπει να εμπίπτει είτε στην οδηγία περί αναγνωρίσεως, εάν είναι ιατρός που ασκεί κατά κύρια απασχόληση τις δραστηριότητες οδοντιάτρου, δυνάμει του εξαιρετικού και μεταβατικού κανόνα που έχει διατυπωθεί στο άρθρο 19 της οδηγίας αυτής, είτε στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 93/16, εάν είναι ιατρός ο οποίος έχει ειδικευθεί στη στοματολογία και επέλεξε να εξακολουθήσει την άσκηση επαγγέλματος υπό την ιδιότητα αυτή.
44 Η Επιτροπή προσθέτει ότι δεν αμφισβητεί την αρμοδιότητα των κρατών μελών για την ίδρυση και τη διατήρηση των επαγγελματικών οργανώσεων, αλλ' ότι δεν θεωρεί ορθό να μπορεί, στην Ιταλία, ο κάτοχος ενιαίου διπλώματος ιατρικής να είναι εγγεγραμμένος συγχρόνως και στον ιατρικό και στον οδοντιατρικό σύλλογο και, κατά συνέπεια, να μπορεί να ασκεί ταυτοχρόνως τα δύο επαγγέλματα.
45 Η Ιταλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι το άρθρο 1 της οδηγίας περί συντονισμού δεν απαιτεί να εξαρτάται η πρόσβαση στις δραστηριότητες οδοντιάτρου από την εγγραφή σε επαγγελματική ένωση και δεν αποκλείει διπλή εγγραφή, εκτός αν αυτή ήταν δυνατή για τα πρόσωπα τα οποία δεν πληρούν τις προϋποθέσεις εκπαιδεύσεως του άρθρου 1 της οδηγίας περί συντονισμού ή αν το ασυμβίβαστο προβλεπόταν ρητά από την οδηγία περί συντονισμού.
Η εκτίμηση του Δικαστηρίου
46 Όπως προκύπτει από την εκτίμηση που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της πρώτης αιτιάσεως, η οδηγία περί συντονισμού απαγορεύει στα κράτη μέλη να προβλέπουν δεύτερο σύστημα εκπαιδεύσεως που παρέχει πρόσβαση στο επάγγελμα του οδοντιάτρου και συνίσταται σε βασική εκπαίδευση ιατρού που συμπληρώνεται με ειδίκευση στον τομέα της οδοντιατρικής.
47 ράγματι, η εν λόγω οδηγία απαιτεί εκπαίδευση που χαρακτηρίζεται ρητώς ως «οδοντιατρική εκπαίδευση» και καταλήγει στο ενιαίο δίπλωμα που προβλέπει η οδηγία περί αναγνωρίσεως.
48 Επομένως, εφόσον η οδηγία περί συντονισμού αποκλείει, εκτός του μεταβατικού καθεστώτος παρεκκλίσεως που καθιερώνει το άρθρο 19 της οδηγίας περί αναγνωρίσεως, τη δυνατότητα προσβάσεως στις δραστηριότητες οδοντιάτρου υπό την έννοια των οδηγιών περί αναγνωρίσεως και περί συντονισμού κατά την περάτωση εκπαιδεύσεως που αποτελείται από έξι έτη βασικής εκπαιδεύσεως ιατρού και τρία έτη ειδικεύσεως στον τομέα της οδοντιατρικής, αποκλείει επίσης τη δυνατότητα εγγραφής προσώπου, που έχει μόνον την εκπαίδευση αυτή, συγχρόνως και στον ιατρικό και στον οδοντιατρικό σύλλογο.
49 άντως, στο υπόμνημα απαντήσεως, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι η δεύτερη αιτίαση αφορά τους ιατρούς των οποίων το πτυχίο έχει χορηγηθεί στην Ιταλία, ανεξαρτήτως του αν διαθέτουν ή όχι ειδίκευση, οι οποίοι εμπίπτουν στο καθεστώς παρεκκλίσεως του άρθρου 19 της οδηγίας περί αναγνωρίσεως και ασκούν νομίμως τη δραστηριότητα οδοντιάτρου. Στην περίπτωση αυτή, σύμφωνα με την Επιτροπή, η παράνομη εγγραφή είναι η εγγραφή στον ιατρικό σύλλογο, δεδομένου ότι συνεπάγεται το δικαίωμα ασκήσεως, παράλληλα με το επάγγελμα του οδοντιάτρου, των δραστηριοτήτων ιατρού με το ίδιο πτυχίο (ιατρικής) και με την ίδια άδεια ασκήσεως επαγγέλματος, ενώ οι δραστηριότητες του ιατρού διέπονται από την οδηγία 93/16.
50 Επιβάλλεται, συναφώς, η διαπίστωση ότι, καταρχάς, το μεταβατικό καθεστώς του άρθρου 19 της οδηγίας περί αναγνωρίσεως ουδέν διαλαμβάνει ως προς το ζήτημα αν οι ιατροί τους οποίους αφορά το άρθρο αυτό μπορούν ή όχι να εξακολουθήσουν να είναι εγγεγραμμένοι στον ιατρικό σύλλογο.
51 Στη συνέχεια, καίτοι είναι αληθές ότι οι οδηγίες περί αναγνωρίσεως και περί συντονισμού αποσκοπούν στον σαφή διαχωρισμό των επαγγελμάτων του οδοντιάτρου και του ιατρού, δεν υπάρχει, εντούτοις, καμία ένδειξη ότι το εναρμονισμένο σύστημα που έχουν εγκαθιδρύσει οι οδηγίες αυτές αποσκοπεί επίσης να εμποδίσει τους ιατρούς που εμπίπτουν στο άρθρο 19 της οδηγίας περί αναγνωρίσεως να είναι εγγεγραμμένοι στον ιατρικό σύλλογο, πράγμα το οποίο θα κατέληγε, πράγματι, να τους στερήσει το δικαίωμα ασκήσεως της ιατρικής.
52 Το άρθρο 19 της οδηγίας περί αναγνωρίσεως εγκαθίδρυσε ειδικό καθεστώς για συγκεκριμένη κατηγορία ιατρών των οποίων το πτυχίο χορηγήθηκε στην Ιταλία, δηλαδή των ιατρών οι οποίοι, ενώ διαθέτουν πτυχίο ιατρικής, άσκησαν κατά κύρια απασχόληση την οδοντιατρική στην Ιταλία, προκειμένου να διευκολύνει, κατά τον τρόπο αυτό, τη μετάβαση ως προς το καθεστώς όταν καθιερώθηκε στην Ιταλία το επάγγελμα του οδοντιάτρου όπως προβλέπεται από τις οδηγίες περί αναγνωρίσεως και περί συντονισμού. ρος τούτο, το εν λόγω άρθρο υποχρεώνει τα άλλα κράτη μέλη να αναγνωρίσουν, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, τα πτυχία ιατρικής της εν λόγω κατηγορίας επαγγελματιών ενόψει της ασκήσεως των δραστηριοτήτων οδοντιάτρου.
53 Το ζήτημα αν τα λοιπά κράτη μέλη οφείλουν να αναγνωρίσουν τα πτυχία των εν λόγω επαγγελματιών και ενόψει της ασκήσεως των δραστηριοτήτων ιατρικής αποτελεί ζήτημα το οποίο πρέπει να ρυθμιστεί στο πλαίσιο της κοινοτικής νομοθεσίας περί αναγνωρίσεως των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων των ιατρών και όχι στο πλαίσιο των οδηγιών περί αναγνωρίσεως και συντονισμού που αφορούν τους οδοντιάτρους.
54 Εν πάση περιπτώσει, η ενδεχόμενη αναγνώριση των διπλωμάτων αυτών εντός των λοιπών κρατών μελών δεν εξαρτάται από την εγγραφή των οικείων επαγγελματιών στον ιατρικό σύλλογο στην Ιταλία. ράγματι, η αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων δεν έχει ως αφετηρία την εγγραφή προσώπου σε επαγγελματική οργάνωση, αλλά πραγματοποιείται γενικώς ανάλογα με τα χαρακτηριστικά του οικείου διπλώματος και την επαγγελματική πείρα που έχει αποκτήσει ο κάτοχος του διπλώματος.
55 Τέλος, η ερμηνεία αυτή δεν αντιβαίνει στην απόφαση της 1ης Ιουνίου 1995, C-40/93, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1995, σ. Ι-1319). Στη σκέψη 24 της αποφάσεως εκείνης, το Δικαστήριο τόνισε ότι δεν εναπόκειται στα κράτη μέλη η δημιουργία μιας κατηγορίας οδοντιάτρων μη αντιστοιχούσας σε καμιά από τις προβλεπόμενες από τις εν λόγω οδηγίες κατηγορία. Εν προκειμένω, αντιθέτως, δεν πρόκειται για τη δημιουργία νέας κατηγορίας ιατρών, των οποίων τα πτυχία ενδέχεται να μην αναγνωρισθούν εντός των λοιπών κρατών μελών, αλλά για τις συγκεκριμένες συνέπειες μεταβατικού καθεστώτος για περιορισμένη κατηγορία ιατρών.
56 Υπό τις συνθήκες αυτές, η δεύτερη αιτίαση πρέπει να απορριφθεί.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
57 Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα. άντως, σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, το Δικαστήριο μπορεί να κατανείμει τα έξοδα ή να αποφασίσει ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων. Επειδή η Ιταλική Δημοκρατία και η Επιτροπή ηττήθηκαν εν μέρει, πρέπει να κριθεί ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Η Ιταλική Δημοκρατία, διατηρώντας ένα δεύτερο σύστημα εκπαιδεύσεως για την πρόσβαση στο επάγγελμα του οδοντιάτρου, μη σύμφωνο προς την οδηγία 78/687/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1978, περί του συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν τις δραστηριότητες του οδοντιάτρου, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή.
2) Απορρίπτει την προσφυγή κατά τα λοιπά.
3) Η Ιταλική Δημοκρατία και η Επιτροπή φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy