Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1. Διεθνείς συμφωνίες - Συμφωνίες της Κοινότητας - Άμεσο αποτέλεσμα - ροϋποθέσεις - Άρθρο 45, παράγραφος 3, της Συμφωνίας Συνδέσεως Κοινοτήτων-Τσεχικής Δημοκρατίας
(Συμφωνία Συνδέσως Κοινοτήτων-Τσεχικής Δημοκρατίας, άρθρα 45 § 3 και 59 § 1)
2. Διεθνείς συμφωνίες - Συμφωνία Συνδέσως Κοινοτήτων-Τσεχικής Δημοκρατίας - Δικαίωμα εγκαταστάσεως - Δικαίωμα που συνεπάγεται δικαίωμα εισόδου και παραμονής - εριορισμός της ασκήσεως των δικαιωμάτων αυτών
(Συμφωνία Συνδέσως Κοινοτήτων-Τσεχικής Δημοκρατίας, άρθρα 45 § 3 και 59 § 1)
3. Διεθνείς συμφωνίες - Συμφωνία Συνδέσως Κοινοτήτων-Τσεχικής Δημοκρατίας - Δικαίωμα εγκαταστάσεως - Δικαίωμα που συνεπάγεται δικαίωμα εισόδου και παραμονής - εριορισμός της ασκήσεως των δικαιωμάτων αυτών - Εθνικό σύστημα προηγούμενου ελέγχου που εξαρτά τη χορήγηση άδειας εισόδου από ουσιαστικές προϋποθέσεις - Επιτρέπεται
(Συμφωνία Συνδέσως Κοινοτήτων-Τσεχικής Δημοκρατίας, άρθρα 45 § 3 και 59 § 1)
4. Διεθνείς συμφωνίες - Συμφωνία Συνδέσως Κοινοτήτων-Τσεχικής Δημοκρατίας - Δικαίωμα εγκαταστάσεως - Δικαίωμα που συνεπάγεται δικαίωμα εισόδου και παραμονής - εριορισμός της ασκήσεως των δικαιωμάτων αυτών - Υποχρέωση λήψεως στη χώρα κατοικίας, προ της αναχωρήσεως προς το κράτος μέλος υποδοχής, εγγράφου εισόδου - Επιτρέπεται - ροϋποθέσεις
(Συμφωνία Συνδέσως Κοινοτήτων-Τσεχικής Δημοκρατίας, άρθρα 45 § 3 και 59 § 1)
Περίληψη
1. Το άρθρο 45, παράγραφος 3, της Συμφωνίας Συνδέσεως Κοινοτήτων-Τσεχικής Δημοκρατίας, το οποίο θεσπίζει την απαγόρευση διακρίσεων λόγω ιθαγενείας από τα κράτη μέλη σε βάρος Τσέχων υπηκόων όσον αφορά την εγκατάσταση, έχει την έννοια ότι θεσπίζει, στον τομέα εφαρμογής της Συμφωνίας αυτής, συγκεκριμένη και ανεπιφύλακτη αρχή η οποία μπορεί να λειτουργήσει ικανονοποιητικά ώστε να εφαρμοστεί από τον εθνικό δικαστή και, επομένως, ικανή να διέπει τη νομική κατάσταση των ιδιωτών. Επομένως, το άμεσο αποτέλεσμα που πρέπει να αναγνωριστεί στη διάταξη αυτή συνεπάγεται ότι οι Τσέχοι υπήκοοι που την επικαλούνται μπορούν να την προβάλλουν ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους υποδοχής, παρά το ότι οι αρχές του κράτους αυτού είναι αρμόδιες να εφαρμόσουν στους εν λόγω υπηκόους την εθνική νομοθεσία σχετικά με την είσοδο, την παραμονή και την εγκατάσταση βάσει του άρθρου 59, παράγραφος 1, της εν λόγω Συμφωνίας.
( βλ. σκέψεις 33, 39, διακτ. 1 )
2. Το δικαίωμα εγκαταστάσεως, όπως ορίζεται στο άρθρο 45, παράγραφος 3, της Συμφωνίας Συνδέσεως Κοινοτήτων-Τσεχικής Δημοκρατίας, συνεπάγεται ότι παρέχεται δικαίωμα εισόδου και παραμονής, ως επιστέγασμα του δικαιώματος αυτού, στους Τσέχους υπηκόους που επιθυμούν να αναλαμβάνουν και να ασκούν βιομηχανικές, εμπορικές, βιοτεχνικές ή δραστηριότητες ελεύθερων επαγγελματιών σε κράτος μέλος. Ωστόσο, από το άρθρο 59, παράγραφος 1, της εν λόγω Συμφωνίας προκύπτει ότι αυτά τα δικαιώματα εισόδου και παραμονής δεν είναι απόλυτα, καθότι η άσκησή τους μπορεί να περιοριστεί ενδεχομένως από διατάξεις του κράτους μέλους υποδοχής σχετικές με την είσοδο, την παραμονή και την εγκατάσταση των Τσέχων υπηκόων.
( βλ. σκέψη 83, διατακτ. 2 )
3. Ο συνδυασμός των άρθρων 45, παράγραφος 3, και 59, παράγραφος 1, της Συμφωνίας Συνδέσεως Κοινοτήτων-Τσεχικής Δημοκρατίας, τα οποία θεσπίζουν, αντιστοίχως, την απαγόρευση διακρίσεων λόγω ιθαγενείας από τα κράτη μέλη σε βάρος Τσέχων υπηκόων όσον αφορά την εγκατάσταση, και την αρμοδιότητα των αρχών του κράτους μέλους υποδοχής να εφαρμόζουν τις εθνικές διατάξεις σχετικά με την είσοδο, την παραμονή και την εγκατάσταση, με την επιφύλαξη ότι δεν καθίσταται αδύνατη ή υπερβολικά δύσκολη η άσκηση από τους Τσέχους υπηκόους των δικαιωμάτων που τους αναγνωρίζει το άρθρο 45, παράγραφος 3, δεν αντίκειται κατ' αρχήν σε εθνικό σύστημα προηγουμένου ελέγχου που εξαρτά τη χορήγηση άδειας εισόδου από τις αρμόδιες περί αλλοδαπών αρχές από την προϋπόθεση ότι ο αιτών αποδεικνύει ότι έχει πραγματικά την πρόθεση να αναλάβει μη μισθωτή δραστηριότητα, χωρίς ταυτόχρονη άσκηση μισθωτής εργασίας ή συνδρομή δημοσίου ταμείου, και ότι διαθέτει εξ αρχής αρκετά χρήματα και εύλογες πιθανότητες επιτυχίας.
( βλ. σκέψεις 59, 83, διατακτ. 3 )
4. Η προϋπόθεση της προτελευταίας φράσης του άρθρου 59, παράγραφος 1, της Συμφωνίας Συνδέσεως Κοινοτήτων-Τσεχικής Δημοκρατίας έχει την έννοια ότι η υποχρέωση, που επιβάλλεται στους Τσέχους υπηκόους από την εθνική νομοθεσία περί αλλοδαπών του κράτους μέλους υποδοχής, λήψεως στη χώρα κατοικίας, προ της αναχωρήσεως προς το κράτος μέλος υποδοχής, εγγράφου εισόδου, η χορήγηση του οποίου εξαρτάται από τον έλεγχο ορισμένων ουσιαστικών προϋποθέσεων δεν έχει ως αντικείμενο ούτε ως αποτέλεσμα να καθιστά αδύνατη ή υπερβολικά δύσκολη την άσκηση από τους εν λόγω υπηκόους των δικαιωμάτων που τους αναγνωρίζει το άρθρο 45, παράγραφος 3, της Συμφωνίας Συνδέσεως, εφόσον οι αρμόδιες του κράτους μέλους υποδοχής αρχές ασκούν τη διακριτική ευχέρεια που διαθέτουν όσον αφορά τις αιτήσεις εισόδου με σκοπό την εγκατάσταση που υποβάλλονται με βάση την εν λόγω Συμφωνία στο σημείο αφίξεως αυτού του κράτους, οπότε να μπορεί να χορηγηθεί άδεια εισόδου σε Τσέχο υπήκοο που δεν έχει έγγραφο εισόδου, επί βάσεως διαφορετικής από αυτής των εθνικών διατάξεων περί αλλοδαπών, οι οποίες προβλέπουν εθνικό σύστημα προηγούμενου ελέγχου, αν η αίτησή του πληροί σαφώς και προδήλως τις ίδιες ουσιαστικές υποχρεώσεις με αυτές που θα ίσχυαν, εάν αυτός είχε υποβάλει αίτηση εγγράφου εισόδου στην Τσεχική Δημοκρατία.
( βλ. σκέψη 83, διατακτ. 4 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-257/99,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του High Court of Justice (England & Wales), Queen's Bench Division (Divisional Court) (Ηνωμένο Βασίλειο), προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 234 ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
The Queen
και
Secretary of State for the Home Department,
ex parte:
Julius Barkoci και Marcel Malik,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 45 και 59 της Ευρωπαϊκής Συμφωνίας για την εγκαθίδρυση συνδέσως μεταξύ των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και των κρατών μελών τους, αφενός, και της Τσεχικής Δημοκρατίας, αφετέρου, συναφθείσας και εγκριθείσας, εξ ονόματος της Κοινότητας, με την απόφαση 94/910/ΕΚΑΧ, ΕΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου και της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 1994 (ΕΕ L 360, σ. 1),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους G. C. Rodríguez Iglesias, ρόεδρο, C. Gulmann, A. La Pergola (εισηγητή), Μ. Wathelet και Β. Σκουρή, προέδρους τμήματος, D. A. O. Edward, J.-P. Puissochet, P. Jann, L. Sevón, R. Schintgen και F. Macken, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mischo
γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- ο J. Barkoci, εκπροσωπούμενος από τους N. Blake, QC, και T. Eicke, barrister, και ο Μ. Malik, εκπροσωπούμενος από τους N. Blake και L. Fransman, barrister, εντολοδόχους του B. Sheldrick, solicitor,
- η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από την Μ. Ewing, επικουρούμενη από την E. Sharpston, QC,
- η Βελγική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον P. Rietjens,
- η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους W.-D. Plessing και C.-D. Quassowski,
- η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την K. Rispal-Bellanger και τον A. Lercher,
- η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον U. Leanza, επικουρούμενο από την F. Quadri, avvocato dello Stato,
- η Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών, εκπροσωπούμενη από τον Μ. A. Fierstra,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από F. Benyon και τις Μ.-J. Jonczy και N. Yerrell,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις των J. Barkoci και Μ. Malik, εκπροσωπουμένων από τους N. Blake και T. Eicke, της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπουμένης από την G. Amodeo, επικουρούμενο από την E. Sharpston, της Ιρλανδικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από την E. Barrington, BL, της Ιταλικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από την F. Quadri, της Ολλανδικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από τον Μ. A. Fierstra, και της Επιτροπής, εκπροσωπουμένης από τον F. Benyon και τις Μ.-J. Jonczy και N. Yerrell, κατά τη συνεδρίαση της 11ης Ιουλίου 2000,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2000,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 29ης Μαρτίου 1999, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 9 Ιουλίου 1999, το High Court of Justice (England & Wales), Queen's Bench Division (Divisional Court), υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, επτά προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 45 και 59 της Ευρωπαϊκής Συμφωνίας για την εγκαθίδρυση συνδέσως μεταξύ των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και των κρατών μελών τους, αφενός, και της Τσεχικής Δημοκρατίας, αφετέρου, συναφθείσας και εγκριθείσας, εξ ονόματος της Κοινότητας, με την απόφαση 94/910/ΕΚΑΧ, ΕΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου και της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 1994 (ΕΕ L 360, σ. 1, στο εξής: Συμφωνία Συνδέσεως).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ των J. Barkoci και Μ. Malik, Τσέχων υπηκόων, και του Secretary of State for the Home Department (Υπουργού Εσωτερικών, στο εξής: Secretary of State), σχετικά με δύο αποφάσεις με τις οποίες ο Secretary of State αρνήθηκε τη χορήγηση άδειας παραμονής τους στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Η Συμφωνία Συνδέσεως
3 Η Συμφωνία Συνδέσεως υπογράφηκε στις 4 Οκτωβρίου 1993 στο Λουξεμβούργο και, σύμφωνα με το άρθρο 123, δεύτερο εδάφιο, τέθηκε σε ισχύ την 1η Φεβρουαρίου 1995.
4 Βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 2, η Συμφωνία Συνδέσεως έχει μεταξύ άλλων ως αντικείμενο να παράσχει κατάλληλο πλαίσιο για τον πολιτικό διάλογο των μερών, ο οποίος θα επιτρέψει την ανάπτυξη στενότερων πολιτικών σχέσεων μεταξύ τους, να προωθήσει την επέκταση του εμπορίου και των αρμονικών οικονομικών σχέσεων μεταξύ των μερών και να ευνοήσει έτσι τη δυναμική οικονομική ανάπτυξη και ευημερία στην Τσεχική Δημοκρατία, καθώς και να παράσχει κατάλληλο πλαίσιο για τη βαθμιαία ενσωμάτωση της Τσεχικής Δημοκρατίας στην Κοινότητα, καθότι απώτερος στόχος του κράτους αυτού είναι, σύμφωνα με τη δέκατη όγδοη αιτιολογική σκέψη της εν λόγω Συμφωνίας, η προσχώρηση στην Κοινότητα.
5 Οι συναφείς διατάξες της Συμφωνίας Συνδέσεως, όσον αφορά τη διαφορά της κύριας δίκης, βρίσκονται στον τίτλο IV, ο οποίος επιγράφεται «Κυκλοφορία εργαζομένων, δικαίωμα εγκατάστασης, υπηρεσίες».
6 Το άρθρο 38, παράγραφος 1, της Συμφωνίας Συνδέσεως, που βρίσκεται στον τίτλο IV, κεφάλαιο Ι, το οποίο επιγράφεται «Κυκλοφορία εργαζομένων», προβλέπει ότι:
«Με την επιφύλαξη των όρων και προϋποθέσεων που ισχύουν σε κάθε κράτος μέλος:
- δεν επιβάλλεται καμία διάκριση λόγω ιθαγένειας στη μεταχείριση των εργαζομένων υπηκοότητας Τσεχικής Δημοκρατίας, οι οποίοι απασχολούνται νομίμως στο έδαφος ενός κράτους μέλους, όσον αφορά τους όρους εργασίας, τις αποδοχές ή τις απολύσεις, σε σύγκριση με τους υπηκόους αυτού του κράτους μέλους,
- οι νομίμως κατοικούντες σύζυγοι και τα τέκνα εργαζομένων, που απασχολούνται νομίμως στο έδαφος κράτους μέλους, με εξαίρεση τους εποχιακά εργαζόμενους ή τους εργαζόμενους που απασχολούνται βάσει διμερών συμφωνιών κατά την έννοια του άρθρου 42, εκτός εάν άλλως ορίζεται στις συμφωνίες αυτές, έχουν πρόσβαση στην αγορά εργασίας του εν λόγω κράτους μέλους, κατά την περίοδο εγκεκριμένης επαγγελματικής απασχόλησης του εργαζομένου.»
7 Το άρθρο 45, παράγραφοι 3 και 4, της Συμφωνίας Συνδέσεως, που βρίσκεται στον τίτλο IV, κεφάλαιο ΙΙ, το οποίο επιγράφεται «Εγκατάσταση», προβλέπει ότι:
«3. Κάθε κράτος μέλος παρέχει, από την έναρξη ισχύος της παρούσας συμφωνίας, μεταχείριση όχι λιγότερο ευνοϊκή από αυτήν που χορηγεί στις δικές του εταιρίες και υπηκόους για την εγκατάσταση εταιριών και υπηκόων της Τσεχικής Δημοκρατίας, και παρέχει, για τις δραστηριότητες των εταιριών και των υπηκόων της Τσεχικής Δημοκρατίας που είναι εγκατεστημένοι στο έδαφός του, μεταχείριση όχι λιγότερο ευνοϊκή από αυτήν που χορηγεί στις δικές του εταιρίες και υπηκόους.
4. Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας, νοούνται ως:
α) "εγκατάσταση":
i) όσον αφορά τους υπηκόους, το δικαίωμα να αναλαμβάνουν και να ασκούν οικονομικές δραστηριότητες ως μη μισθωτοί και να ιδρύουν και να διευθύνουν εταιρίες επί των οποίων ασκούν ουσιαστικό έλεγχο. Η αυτοαπασχόληση και η ανάληψη επιχειρήσεων εκ μέρους υπηκόων δεν συμπεριλαμβάνουν την επιδίωξη ή την ανάληψη απασχόλησης στην αγορά εργασίας άλλου μέρους.
Οι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου δεν εφαρμόζονται για τα πρόσωπα που δεν είναι αποκλειστικά αυτοαπασχολούμενοι,
[...]
[...]
γ) "οικονομικές δραστηριότητες": περιλαμβάνονται ιδίως βιομηχανικές, εμπορικές και βιοτεχνικές δραστηριότητες, καθώς και δραστηριότητες ελεύθερων επαγγελματιών.»
8 Το άρθρο 59, παράγραφος 1, της Συμφωνίας Συνδέσεως, που βρίσκεται στον τίτλο IV, κεφάλαιο IV, το οποίο επιγράφεται «Γενικές διατάξεις», προβλέπει ότι:
«Για τους σκοπούς του τίτλου IV της παρούσας συμφωνίας, καμία διάταξη της συμφωνίας δεν παρεμποδίζει τα μέρη να εφαρμόζουν τη νομοθεσία και τις κανονιστικές τους ρυθμίσεις σχετικά με την είσοδο και την παραμονή, την εργασία, τους όρους εργασίας, την εγκατάσταση φυσικών προσώπων και την παροχή υπηρεσιών, υπό τον όρο ότι, κατά την εφαρμογή της εν λόγω νομοθεσίας και ρυθμίσεων δεν εξουδετερώνονται ούτε περιορίζονται τα οφέλη που απορρέουν για κάθε μέρος από τους όρους ειδικής διάταξης της παρούσας συμφωνίας [...]».
Η εθνική ρύθμιση
9 Το άρθρο 11, παράγραφος 1, του Immigration Act 1971 (νόμου περί καταστάσεως αλλοδαπών, στο εξής: Immigration Act) ορίζει την «είσοδο στο Ηνωμένο Βασίλειο» ως εξής:
«Το πρόσωπο που φθάνει στο Ηνωμένο Βασίλειο με πλοίο ή με αεροπλάνο θεωρείται, για την εφαρμογή του παρόντος νόμου, ότι δεν εισέρχεται στο Ηνωμένο Βασίλειο παρά μόνον αν και όταν αποβιβαστεί, με την αποβίβαση δε σε λιμάνι θεωρείται ότι δεν εισέρχεται στο Ηνωμένο Βασίλειο εφόσον χρόνο παραμένει στο λιμάνι σε χώρο που έχει υποδειχθεί προς τον σκοπό αυτό από τον αρμόδιο υπάλληλο· το πρόσωπο που δεν έχει εισέλθει κατ' άλλο τρόπο στο Ηνωμένο Βασίλειο θεωρείται ότι δεν έχει εισέλθει εφόσον χρόνο τελεί υπό κράτηση ή έχει γίνει προσωρινώς δεκτό ή έχει απολυθεί προσωρινώς ενώ υπόκειται σε κράτηση [...]».
10 Όσον αφορά τη διαφορά της κύριας δίκης, οι λοιπές συναφείς διατάξεις του εθνικού δικαίου είναι κυρίως οι United Kingdom Immigration Rules (House of Commons Paper 395) (κανόνες περί αλλοδαπών που εξέδωσε το Κοινοβούλιο του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας το 1994, στο εξής: Immigration Rules), όπως ίσχυαν κατά τον επίδικο χρόνο, που διέπουν την είσοδο και την παραμονή στο Ηνωμένο Βασίλειο.
11 Οι Immigration Rules αποσκοπούν στην προσαρμογή του νομικού συστήματος του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας στις διατάξεις περί εγκαταστάσεως της Συμφωνίας Συνδέσεως, καθώς και των λοιπών ευρωπαϊκών συμφωνιών συνδέσεως μεταξύ των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και των κρατών μελών τους, αφενός, και των κρατών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, αφετέρου.
12 Οι παράγραφοι 24 έως 26 των Immigration Rules θεσπίζουν ένα γενικό σύστημα που προϋποθέτει, για ορισμένες κατηγορίες προσώπων που ζητούν άδεια εισόδου («leave to enter»), την κατοχή εγγράφου εισόδου («entry clearance») και συνεπάγεται την υποχρεωτική απόρριψη της αιτήσεως της άδειας αυτής αν το πρόσωπο δεν κατέχει αυτό το έγγραφο εισόδου. Σύμφωνα με τις παραγράφους αυτές:
«24. Το πρόσωπο που χρειάζεται θεώρηση και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ζητεί να εισέλθει με σκοπό για τον οποίο απαιτείται προηγουμένη άδεια, βάσει των παρόντων κανόνων, οφείλει να επιδείξει στον υπάλληλο της υπηρεσίας αλλοδαπών κατά την άφιξή του έγκυρο διαβατήριο ή άλλο δελτίο ταυτότητας στο οποίο έχει τεθεί άδεια εισόδου στο Ηνωμένο Βασίλειο προς τον σκοπό για τον οποίο επιθυμεί να εισέλθει στη χώρα. Το πρόσωπο αυτό δεν λαμβάνει άδεια εισόδου αν δεν έχει τέτοιο έγγραφο εισόδου [...].
25. Το έγγραφο εισόδου έχει τη μορφή θεωρήσεως (για τα πρόσωπα που χρειάζονται θεώρηση) ή πιστοποιητικού εισόδου (για τους λοιπούς υπηκόους που δεν χρειάζονται θεώρηση). Τα έγγραφα αυτά θεωρούνται ως απόδειξη για το ότι ο κάτοχος πληροί τις προϋποθέσεις εισόδου στο Ηνωμένο Βασίλειο και γίνονται δεκτά ως "έγγραφα εισόδου" κατά την έννοια του Immigration Act 1971.
26. Οι αιτήσεις εκδόσεως εγγράφου εισόδου εξετάζονται βάσει των διατάξεων των παρόντων Rules που διέπουν τη χορήγηση ή την άρνηση χορηγήσεως αδείας εισόδου [...]».
13 Η παράγραφος 28 των Immigration Rules ορίζει ότι ο αιτών έγγραφο εισόδου πρέπει να βρίσκεται εκτός του Ηνωμένου Βασιλείου κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως και πρέπει να υποβάλει την αίτησή του στην αρμόδια υπηρεσία της χώρας κατοικίας του.
14 Σύμφωνα με το παράρτημα των Immigration Rules, οι Τσέχοι υπήκοοι δεν χρειάζονται θεώρηση για το Ηνωμένο Βασίλειο και το απαιτούμενο από την παράγραφο 24 των Immigration Rules έγγραφο εισόδου έχει τη μορφή πιστοποιητικού εισόδου.
15 Το μέρος 6 των Immigration Rules, που επιγράφεται «ρόσωπα που επιθυμούν να εισέλθουν και να διαμείνουν στο Ηνωμένο Βασίλειο ως επιχειρηματίες, εργαζόμενοι αυτοαπασχολούμενοι, επενδυτές, συγγραφείς, συνθέτες ή καλλιτέχνες», περιέχει διατάξεις σχετικές με την αντιμετώπιση των αιτήσεων άδειας παραμονής που προέρχονται από «πρόσωπα προτιθέμενα να εγκατασταθούν ως επιχειρηματίες δυνάμει των διατάξεων της Συμφωνίας Συνδέσεως με την ΕΚ». Οι παράγραφοι 211, 212 και 214 έως 216, που περιέχει το μέρος αυτό, προβλέπουν ότι:
«211. Για τους σκοπούς των παραγράφων 212 έως 223, στην έννοια της επιχειρήσεως περιλαμβάνονται:
- ο έμπορος,
- οι εταιρικές σχέσεις, ή
- οι εγγεγραμμένες στο εταιρικό μητρώο του Ηνωμένου Βασιλείου εταιρίες.
212. Οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούν όσοι επιθυμούν να εισέλθουν στο Ηνωμένο Βασίλειο προκειμένου να εγκατασταθούν ως επιχειρηματίες είναι:
i) ότι πληρούν τις προϋποθέσεις [...] της παραγράφου 214·
ii) ότι τα χρήματα που διαθέτουν για την επιχείρηση τελούν υπό τον έλεγχό τους και επαρκούν για την εγκατάστασή τους ως επιχειρηματιών στο Ηνωμένο Βασίλειο·
iii) ότι, μέχρις ότου η επιχείρηση αποφέρει εισοδήματα, οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να έχουν επαρκή πρόσθετα μέσα για τη συντήρηση και στέγαση τόσο των ιδίων όσο και των εξαρτωμένων από αυτούς προσώπων, χωρίς άσκηση εργασίας (άλλης πλην της επιχειρηματικής δραστηριότητας) ή τη συνδρομή δημοσίου ταμείου·
iv) ότι τα μερίσματά τους από τα κέρδη της επιχειρήσεως πρέπει να επαρκούν για τη συντήρηση και στέγαση τόσο των ιδίων όσο και των εξαρτωμένων από αυτούς προσώπων, χωρίς άσκηση εργασίας (άλλης πλην της επιχειρηματικής δραστηριότητας) ή τη συνδρομή δημοσίου ταμείου·
ν) ότι δεν έχουν την πρόθεση, πέρα των επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων, να αναλάβουν ή να εκετελέσουν άλλη εργασία στο Ηνωμένο Βασίλειο· και
vi) ότι κατέχουν έγγραφο εισόδου στο Ηνωμένο Βασίλειο με την ανωτέρω ιδιότητά τους.
213. [...]
214. Οσάκις ο ενδιαφερόμενος προτίθεται να εγκαταστασθεί ως μη μισθωτός ή να συμμετάσχει σε εταιρική σχέση στο Ηνωμένο Βασίλειο, απαιτείται, επιπροσθέτως, πέραν των προϋποθέσεων της παραγράφου 212, να αποδείξει:
i) ότι έχει την ιθαγένεια της [...] Τσεχικής Δημοκρατίας·
ii) ότι εμπλέκεται ενεργώς στην εμπορία ή παροχή υπηρεσιών για ίδιο λογαριασμό ή στα πλαίσια της εταιρικής σχέσεως στο Ηνωμένο Βασίλειο, και
iii) ότι ο ίδιος ή από κοινού με τους εταίρους του είναι ο κύριος των περιουσιακών στοιχείων της επιχειρήσεως [...].
[...]
[...]
215. Ο επιθυμών να λάβει άδεια εισόδου στο Ηνωμένο Βασίλειο προκειμένου να εγκαταστασθεί ως επιχειρηματίας μπορεί να τη λάβει για περίοδο μη υπερβαίνουσα τους δώδεκα μήνες και υπό τον περιοριστικό της ελευθερίας του όρο να μη ζητήσει εργασία, εφόσον είναι σε θέση να προσκομίσει κατά την άφιξή του ενώπιον του υπαλλήλου της υπηρεσίας αλλοδαπών έγκυρο έγγραφο εισόδου στο Ηνωμένο Βασίλειο υπό την ιδιότητά του αυτή.
[...]
216. Η άδεια εισόδου στο Ηνωμένο Βασίλειο σε πρόσωπο που προτίθεται να εγκατασταθεί ως επιχειρηματίας δεν πρέπει να χορηγείται όταν δεν προσκομίζεται, κατά την άφιξη στο Ηνωμένο Βασίλειο, στον υπάλληλο της υπηρεσίας αλλοδαπών έγκυρο έγγραφο εισόδου στο Ηνωμένο Βασίλειο υπό την ιδιότητα του επιχειρηματία.»
16 Η παράγραφος 321 των Immigration Rules προβλέπει ότι, αν ο αιτών κατέχει έγγραφο εισόδου που εκδόθηκε νομοτύπως και εξακολουθεί να ισχύει, ο υπάλληλος της υπηρεσίας αλλοδαπών μπορεί να μην χορηγήσει την άδεια εισόδου μόνον αν πειστεί ότι το έγγραφο εισόδου εκδόθηκε βάσει ψευδών δηλώσεων ή αποκρύψεως ουσιωδών περιστατικών, ή ότι, λόγω μεταβολής των συνθηκών μετά την έκδοσή του, ο κάτοχός του δεν έχει πλέον το σχετικό δικαίωμα.
Η διαφορά της κύριας δίκης
17 Όπως προκύπτει από τη διάταξη περί παραπομπής, ο J. Barkoci έφθασε στο Ηνωμένο Βασίλειο στις 14 Οκτωβρίου 1997 και ζήτησε να του χορηγηθεί πολιτικό άσυλο και άδεια εισόδου και παραμονής αορίστου χρόνου προκειμένου να εργαστεί. Δήλωσε ότι επιθυμούσε να εγκατασταθεί στο Ηνωμένο Βασίλειο διότι, ως τσιγγάνος, δεν μπορούσε να βρει απασχόληση στην Τσεχική Δημοκρατία, τη χώρα καταγωγής του. Τέθηκε υπό κράτηση μέχρι να εξεταστεί η αιτήσή του, σύμφωνα με τις διατάξεις του Immigration Act.
18 Στις 11 Νοεμβρίου 1997 ο Secretary of State απέρριψε την αίτηση του J. Barkoci για χορήγηση πολιτικού ασύλου και ο J. Barkoci άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής, δηλώνοντας ότι δεν επιθυμούσε να ζητήσει άδεια εισόδου στο Ηνωμένο Βασίλειο βάσει άλλης διατάξεως των Immigration Rules. Στις 3 Δεκεμβρίου 1997 ο J. Barkoci αφέθηκε ελεύθερος με εγγύηση μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως επί της προσφυγής του.
19 Μετά την απόρριψη της προσφυγής του, ο J. Barkoci πληροφορήθηκε ότι είχαν δοθεί εντολές για την απέλασή του. Ωστόσο, δεδομένου ότι στις 9 Μαρτίου 1998 υπέβαλε αίτηση άδειας παραμονής βάσει της Συμφωνίας Συνδέσεως προκειμένου να εγκατασταθεί στο Ηνωμένο Βασίλειο ως αυτοαπασχολούμενος κηπουρός, οι εντολές του Secretary of State για την απέλασή του ανακλήθηκαν.
20 Όπως προκύπτει από τη διάταξη περί παραπομπής, ο Μ. Malik, ο οποίος είναι επίσης τσιγγάνος, έφθασε στο Ηνωμένο Βασίλειο από την Τσεχική Δημοκρατία στις 18 Οκτωβρίου 1997 και ζήτησε πολιτικό άσυλο. Τέθηκε επίσης υπό κράτηση μέχρι να εξεταστεί η αίτησή του. Ο Secretary of State απέρριψε την αίτησή του με απόφαση της 17ης Νοεμβρίου 1997. Η προσφυγή που άσκησε ο Μ. Malik κατά της αποφάσεως αυτής απορρίφθηκε στις 23 Ιανουαρίου 1998 από τον Special Adjudicator.
21 Στις 22 Ιανουαρίου 1998 ο Μ. Malik υπέβαλε, βάσει της Συμφωνίας Συνδέσεως, αίτηση εγκαταστάσεως στο Ηνωμένο Βασίλειο με σκοπό την παροχή υπηρεσιών καθαρισμού οικιών και εμπορικών καταστημάτων. Οι αρμόδιες για τους αλλοδαπούς αρχές του χορήγησαν προσωρινή άδεια εισόδου.
22 Εφόσον οι J. Barkoci και Μ. Malik δεν είχαν λάβει άδεια εισόδου στο Ηνωμένο Βασίλειο, ούτε υπό τη μορφή εγγράφου εισόδου ούτε υπό τη μορφή αδείας εισόδου, θεωρούνταν, σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 1, του Immigration Act, ότι δεν είχαν εισέλθει στο Ηνωμένο Βασίλειο. Επομένως, οι αιτήσεις τους για άδεια παραμονής αντιμετωπίστηκαν ως αιτήσεις αρχικής εισόδου στο Ηνωμένο Βασίλειο βάσει της Συμφωνίας Συνδέσεως.
23 Υπ' αυτές τις συνθήκες, ο υπάλληλος της υπηρεσίας αλλοδαπών που εξέτασε τις αιτήσεις του J. Barkoci και του Μ. Malik απλώς εξέτασε αν αυτές πληρούσαν σαφώς και προδήλως τις λοιπές προϋποθέσεις της παραγράφου 212 των Immigration Rules, οπότε θα μπορούσε να παρακαμφθεί η υποχρέωση κατοχής εγγράφου εισόδου, που προβλέπει η εν λόγω παράγραφος 212, σημείο vi, με διοικητική πράξη που εμπίπτει στη διακριτική του ευχέρεια και θα έπρεπε να χορηγηθεί άδεια εισόδου επί άλλης βάσεως.
24 Ωστόσο, οι αρμόδιοι υπάλληλοι, ενόψει των σχεδίων εγκαταστάσεως που είχαν υποβάλει οι J. Barkoci και Μ. Malik στην υπηρεσία αλλοδαπών και των απαντήσεων που έδωσαν αντιστοίχως κατά τη διάρκεια σχετικών συνεντεύξεων, δεν πείστηκαν ως προς το οικονομικώς βιώσιμο της δραστηριότητάς τους ή μάλιστα ότι αυτοί θα εργάζονταν πράγματι ως αυτοαπασχολούμενοι. Συγκεκριμένα, ο Μ. Malik ρητώς δήλωσε ότι θα συνέχιζε να ζει χάρη στις κοινωνικές παροχές μέχρις ότου η δραστηριότητά του του αποφέρει επαρκές εισόδημα.
25 Συνεπώς, οι αρμόδιοι υπάλληλοι της υπηρεσίας αλλοδαπών, με αποφάσεις της 9ης και 6ης Μαρτίου 1998, απέρριψαν αντιστοίχως τις αιτήσεις των J. Barkoci και Μ. Malik περί χορηγήσεως αδείας εισόδου στο Ηνωμένο Βασίλειο, βάσει της παραγράφου 216 των Immigration Rules, με την αιτιολογία ότι δεν είχαν το έγγραφο εισόδου που απαιτεί η παράγραφος 212, σημείο vi.
26 Ωστόσο, στους J. Barkoci και Μ. Malik χορηγήθηκαν προσωρινές άδειες εισόδου εν αναμονή της απελάσεώς τους. Με την προσωρινή άδεια που χορηγήθηκε στον J. Barkoci στις 9 Μαρτίου 1998, του απαγορεύθηκε για πρώτη φορά να αναλάβει απασχόληση και/ή να ασκήσει επάγγελμα ή επιχειρηματική δραστηριότητα στο Ηνωμένο Βασίλειο.
27 Αντιθέτως, η προσωρινή άδεια παραμονής που χορηγήθηκε στον Μ. Malik στις 22 Ιανουαρίου 1998, δηλαδή πριν από την απορριπτική της εισόδου απόφαση, δεν περιείχε τέτοια απαγόρευση.
28 Στις 24 Ιουλίου 1998 επετράπη στους J. Barkoci και Μ. Malik να ασκήσουν προσφυγή περί δικαστικού ελέγχου της νομιμότητας («judicial review») των δύο απορριπτικών της εισόδου αποφάσεων του Secretary of State. Λόγω της νέας αυτής διαδικασίας, αναβλήθηκε η απέλασή τους.
Τα προδικαστικά ερωτήματα
29 Εκτιμώντας ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, η επίλυση της διαφοράς επέβαλλε την ερμηνεία της Συμφωνίας Συνδέσεως, το High Court of Justice (England & Wales), Queen's Bench Division (Divisional Court), αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα επτά προδικαστικά ερωτήματα:
«Άμεσο αποτέλεσμα και ερμηνεία της Συμφωνίας Συνδέσεως
1) Έχει το άρθρο 45 της Συμφωνίας άμεσο αποτέλεσμα στα νομικά συστήματα των κρατών μελών, παρά τις διατάξεις του άρθρου 59 της Συμφωνίας;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, πώς πρέπει να ερμηνευθεί η επιφύλαξη από την προτελευταία φράση του άρθρου 59, παράγραφος 1, της Συμφωνίας (και ειδικότερα η φράση "οφέλη που απορρέουν για κάθε μέρος από τους όρους ειδικής διατάξεως της παρούσας Συμφωνίας")· και, γενικότερα, μέχρι ποίου σημείου μπορεί το κράτος μέλος να εφαρμόσει τη νομοθεσία και τη ρύθμισή του σχετικά με την είσοδο, την παραμονή και την εγκατάσταση φυσικών προσώπων σε πρόσωπα που επικαλούνται το άρθρο 45 της Συμφωνίας χωρίς να παραβιάσει τη διάταξη αυτή;
3) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, δικαιούται ωστόσο ένα φυσικό πρόσωπο, υπήκοος της Τσεχικής Δημοκρατίας, στο πλαίσιο ένδικης προσφυγής με την οποία προσβάλλεται η απόφαση της αρμόδιας εθνικής αρχής να απορρίψει την αίτηση άδειας εισόδου με σκοπό εγκαταστάσεως κατά τη Συμφωνία Συνδέσεως, να επικαλεστεί το άρθρο 45 της Συμφωνίας, προκειμένου να αμφισβητήσει τη νομιμότητα της νομοθεσίας και της κανονιστικής ρυθμίσεως κράτους μέλους σχετικά με την είσοδο, την παραμονή και την εγκατάσταση φυσικών προσώπων και, αν δικαιούται, με ποια νομική βάση;
Υποχρέωση του προσώπου να λάβει άδεια πριν από τη αναχώρησή του
4) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα ή στο τρίτο ερώτημα, επιτρέπει το άρθρο 45 και/ή το άρθρο 59 της Συμφωνίας Συνδέσεως σε κράτος μέλος να απαιτεί από το πρόσωπο που επιθυμεί να μεταβεί σε κράτος μέλος, απλώς για να εγκατασταθεί ως αυτοαπασχολούμενος κατά τη Συμφωνία Συνδέσεως, να ζητήσει και να λάβει προηγουμένως "έγγραφο εισόδου" ("entry clearence") (δηλαδή προηγουμένη άδεια για να μεταβεί στη χώρα αυτή γι' αυτόν τον συγκεκριμένο σκοπό);
5) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο τέταρτο ερώτημα:
α) Έχει το κράτος μέλος το δικαίωμα να εξαρτήσει τη χορήγηση του εγγράφου εισόδου από την πλήρωση ουσιαστικών προϋποθέσεων σχετικά με την εγκατάσταση, όπως είναι οι προϋποθέσεις που προβλέπει η παράγραφος 212 του HC 395, και
β) Μπορεί το κράτος μέλος να αρνηθεί την είσοδο στο έδαφός του σε πρόσωπο που επιδιώκει να εγκατασταθεί ως αυτοαπασχολούμενος κατά τη Συμφωνία Συνδέσεως, με μόνη αιτιολογία ότι δεν έλαβε προηγουμένως το εν λόγω έγγραφο εισόδου;
6) Αν το πρόσωπο αυτό δεν έχει λάβει άδεια εισόδου στο έδαφος του κράτους μέλους επί άλλης βάσεως, επηρεάζεται η απάντηση στο πέμπτο ερώτημα (και κατά ποια έννοια) από κάποιον από τους ακόλουθους παράγοντες:
α) το γεγονός ότι κατά την πρώτη άφιξή του στα σύνορα του κράτους μέλους το πρόσωπο δεν ζήτησε άδεια εισόδου βάσει της Συμφωνίας, αλλά επί άλλης βάσεως, η δε αίτηση απορρίφθηκε·
β) το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της αρχικής αφίξεως του αιτούντος στα σύνορα του κράτους μέλους και της ημερομηνίας υποβολής της αιτήσεως του για άδεια να εγκατασταθεί ως αυτοαπασχολούμενος βάσει της Συμφωνίας·
γ) η έκταση των ενδεχομένων περιορισμών που επέβαλαν στον αιτούντα οι εθνικές αρχές κατά το διάστημα αυτό βάσει της εθνικής νομοθεσίας περί αλλοδαπών, όσον αφορά την ελευθερία ή την πρόσληψη/απασχόλησή του·
δ) το γεγονός ότι ο αιτών προσέφυγε στο σύστημα κοινωνικής προνοίας του κράτους μέλους από το οποίο και εξηρτάτο ενώ εγκαθίστατο ως αυτοαπασχολούμενος;
7) Αν ένα κράτος μέλος δεν έχει το δικαίωμα να αρνηθεί την είσοδο στο πρόσωπο που επιδιώκει να εγκατασταθεί βάσει της Συμφωνίας με μόνη αιτιολογία ότι δεν έχει λάβει προηγουμένως έγγραφο εισόδου, χορηγούν οι αρμόδιες αρχές νομίμως στο πρόσωπο αυτό άδεια εισόδου μόνον αν η αίτησή του πληροί σαφώς και προδήλως τα ίδια ουσιαστικά κριτήρια που θα ίσχυαν αν είχε προηγουμένως ζητήσει έγγραφο εισόδου;»
Επί του πρώτου ερωτήματος
30 Με το πρώτο ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ερωτά στην ουσία αν ένας ιδιώτης μπορεί να επικαλεστεί το άρθρο 45, παράγραφος 3, της Συμφωνίας Συνδέσεως ενώπιον εθνικού δικαστηρίου του κράτους μέλους υποδοχής, παρά το ότι οι αρχές του κράτους αυτού είναι αρμόδιες, σύμφωνα με το άρθρο 59, παράγραφος 1, της εν λόγω Συμφωνίας, να εφαρμόσουν τη νομοθεσία σχετικά με την είσοδο, την παραμονή και την εγκατάσταση στον Τσέχο υπήκοο που επικαλείται τη διάταξη αυτή.
31 Εκ προοιμίου, επιβάλλεται να υπομνηστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, διάταξη περιεχόμενη σε συμφωνία συναφθείσα από την Κοινότητα με τρίτες χώρες πρέπει να θεωρείται ότι εφαρμόζεται απευθείας όταν, ενόψει του γράμματός της, του αντικειμένου και της φύσεως της συμφωνίας, συνεπάγεται σαφή και συγκεκριμένη υποχρέωση που δεν εξαρτάται, ως προς την εφαρμογή ή τα αποτελέσματά της, από τη θέσπιση οποιασδήποτε μεταγενέστερης πράξης (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 4ης Μα_ου 1999, C-262/96, Sürül, Συλλογή 1999, σ. Ι-2685, σκέψη 60).
32 ροκειμένου να κριθεί αν το άρθρο 45, παράγραφος 3, της Συμφωνίας Συνδέσεως ανταποκρίνεται στα κριτήρια αυτά, πρέπει να εξεταστεί, κατ' αρχάς, η διατύπωσή του.
33 Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η διάταξη αυτή θεσπίζει, με σαφήνεια, ακρίβεια και χωρίς επιφύλαξη, την απαγόρευση διακρίσεων λόγω ιθαγενείας από τα κράτη μέλη σε βάρος ιδίως Τσέχων υπηκόων που επιθυμούν να ασκήσουν στο έδαφος των κρατών αυτών οικονομικές δραστηριότητες ως αυτοαπασχολούμενοι εργαζόμενοι ή να ιδρύσουν εκεί και να διευθύνουν επιχειρήσεις επί των οποίων ασκούν ουσιαστικό έλεγχο.
34 Ο κανόνας αυτός της ίσης μεταχειρίσεως επιβάλλει την υποχρέωση επιτεύξεως συγκεκριμένου αποτελέσματος και, ως εκ της φύσεώς του, ένας ιδιώτης μπορεί να τον επικαλεστεί ενώπιον εθνικού δικαστηρίου ζητώντας από αυτό να αγνοήσει τις εισάγουσες διακρίσεις διατάξεις της κανονιστικής ρυθμίσεως κράτους μέλους το οποίο εξαρτά την εγκατάσταση Τσέχου υπηκόου από προϋπόθεση η οποία δεν επιβάλλεται στους ημεδαπούς, χωρίς να απαιτείται προς τούτο η θέσπιση συμπληρωματικών μέτρων εφαρμογής (βλ., υπ' αυτήν την έννοια, την προπαρατεθείσα απόφαση Sürül, σκέψη 63).
35 Εξάλλου, η διαπίστωση ότι η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, που θεσπίζει το άρθρο 45, παράγραφος 3, της Συμφωνίας Συνδέσεως, μπορεί να διέπει άμεσα την κατάσταση των ιδιωτών δεν επηρεάζεται από την εξέταση του αντικειμένου και της φύσεως της εν λόγω Συμφωνίας της οποίας αποτελεί μέρος η διάταξη αυτή.
36 ράγματι, σύμφωνα με τη δέκατη όγδοη αιτιολογική σκέψη, καθώς και με το άρθρο της 1, παράγραφος 2, η Συμφωνία Συνδέσεως έχει ως σκοπό τη σύσταση συνδέσεως με στόχο να προωθήσει την επέκταση του εμπορίου και των αρμονικών οικονομικών σχέσεων μεταξύ των μερών και να ευνοήσει έτσι τη δυναμική οικονομική ανάπτυξη και ευημερία στην Τσεχική Δημοκρατία, προκειμένου να διευκολυνθεί η ένταξή της στην Κοινότητα.
37 Εξάλλου, το γεγονός ότι η Συμφωνία Συνδέσεως αποσκοπεί κυρίως στην προώθηση της οικονομικής αναπτύξεως της Τσεχικής Δημοκρατίας και, επομένως, συνεπάγεται μια ανισορροπία στις υποχρεώσεις που ανέλαβε η Κοινότητα έναντι της τρίτης ενδιαφερομένης χώρας δεν είναι τέτοιας φύσεως ώστε να εμποδίζει την εκ μέρους της Κοινότητας αναγνώριση αμέσου αποτελέσματος σε ορισμένες από τις διατάξεις της εν λόγω Συμφωνίας (βλ., υπ' αυτήν την έννοια, την προπαρατεθείσα απόφαση Sürül, σκέψη 72).
38 Η διαπίστωση ότι το άρθρο 45, παράγραφος 3, της Συμφωνίας Συνδέσεως έχει άμεσο αποτέλεσμα δεν επηρεάζεται από την εξέταση της διατυπώσεως του άρθρου 59, παράγραφος 1, της εν λόγω Συμφωνίας. Συγκεκριμένα, από τη διάταξη αυτή προκύπτει απλώς ότι οι αρχές των κρατών μελών είναι αρμόδιες να εφαρμόζουν, στο πλαίσιο των ορίων που ορίζει η Συμφωνία Συνδέσεως, τις νομοθετικές διατάξεις τους σχετικά με την είσοδο, την παραμονή και την εγκατάσταση. Συνεπώς, το εν λόγω άρθρο 59, παράγραφος 1, δεν αφορά τη θέση σε εφαρμογή από τα κράτη μέλη των διατάξεων της Συμφωνίας Συνδέσεως περί εγκαταστάσεως και δεν αποσκοπεί στο να εξαρτήσει την εκτέλεση ή τα αποτελέσματα της υποχρεώσεως της ίσης μεταχειρίσεως, που καθιερώνει το άρθρο 45, παράγραφος 3, από τη λήψη συμπληρωματικών εθνικών μέτρων.
39 Ενόψει των προεκτεθέντων, στο πρώτο ερώτημα επιβάλλεται η απάντηση ότι το άρθρο 45, παράγραφος 3, της Συμφωνίας Συνδέσεως έχει την έννοια ότι θεσπίζει, στον τομέα εφαρμογής της Συμφωνίας αυτής, συγκεκριμένη και ανεπιφύλακτη αρχή η οποία μπορεί να λειτουργήσει ικανονοποιητικά ώστε να εφαρμοστεί από τον εθνικό δικαστή και, επομένως, ικανή να διέπει τη νομική κατάσταση των ιδιωτών. Επομένως, το άμεσο αποτέλεσμα που πρέπει να αναγνωριστεί στη διάταξη αυτή συνεπάγεται ότι οι Τσέχοι υπήκοοι που την επικαλούνται μπορούν να την προβάλλουν ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους υποδοχής, παρά το ότι οι αρχές του κράτους αυτού είναι αρμόδιες να εφαρμόζουν στους εν λόγω υπηκόους την εθνική νομοθεσία σχετικά με την είσοδο, την παραμονή και την εγκατάσταση, βάσει του άρθρου 59, παράγραφος 1, της εν λόγω Συμφωνίας.
Επί του δευτέρου, τετάρτου, πέμπτου και εβδόμου ερωτήματος
40 Με το δεύτερο, τέταρτο, πέμπτο και έβδομο ερώτημα, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ερωτά στην ουσία αν το άρθρο 45, παράγραφος 3, της Συμφωνίας Συνδέσεως, ενόψει του άρθρου 59, παράγραφος 1, της Συμφωνίας αυτής, μπορεί να παράσχει σε Τσέχο υπήκοο δικαίωμα εισόδου σε κράτος μέλος στο οποίο επιθυμεί να εγκατασταθεί ως αυτοαπασχολούμενος εργαζόμενος βάσει της εν λόγω Συμφωνίας.
41 Το αιτούν δικαστήριο ερωτά, μεταξύ άλλων, αν οι προπαρατεθείσες στην προηγούμενη σκέψη διατάξεις της Συμφωνίας Συνδέσεως αντίκεινται σε εθνικές διατάξεις οι οποίες:
- απαιτούν από Τσέχο υπήκοο να λάβει, προ της αναχωρήσεώς του προς το κράτος μέλος υποδοχής, έγγραφο εισόδου, η χορήγηση του οποίου εξαρτάται από τον έλεγχο ουσιαστικών προϋποθέσεων, όπως αυτές που προβλέπει η παράγραφος 212 των Immigration Rules, και
- προβλέπουν ότι οι αρμόδιες αρχές του εν λόγω κράτους - οι οποίες διαθέτουν διακριτική ευχέρεια σχετικά με τις αιτήσεις εισόδου με σκοπό την εγκατάσταση, τις οποίες υποβάλλουν, βάσει της εν λόγω Συμφωνίας κατά την άφιξη σ' αυτό το κράτος μέλος, Τσέχοι υπηκόοι που δεν έχουν έγγραφο εισόδου - μπορούν να χορηγούν άδεια εισόδου, επί βάσεως διαφορετικής από αυτήν των Immigration Rules, μόνον αν η αίτηση πληροί σαφώς και προδήλως τις ίδιες ουσιαστικές προϋποθέσεις που έχουν εφαρμογή στην αίτηση χορηγήσεως εγγράφου εισόδου.
42 ροκειμένου να δοθεί χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα αυτά, που έχουν αναδιατυπωθεί κατ' αυτόν τον τρόπο, επιβάλλεται να εξεταστεί κατά πόσο το κράτος μέλος υποδοχής μπορεί να εφαρμόσει τη νομοθεσία του σχετικά με την είσοδο, την παραμονή και την εγκατάσταση Τσέχων υπηκόων που επικαλούνται το άρθρο 45, παράγραφος 3, της εν λόγω Συμφωνίας, χωρίς να παραβιάζει την προϋπόθεση της προτελευταίας φράσης του άρθρου 59, παράγραφος 1, της Συμφωνίας Συνδέσεως.
43 Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, βάσει του άρθρου 45, παράγραφος 4, στοιχεία α_ και γ_, της Συμφωνίας Συνδέσεως, η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, που ορίζει η παράγραφος 3 της εν λόγω διατάξεως, αφορά το δικαίωμα αναλήψεως βιομηχανικών, εμπορικών ή βιοτεχνικών δραστηριοτήτων, καθώς και δραστηριοτήτων ελευθέρων επαγγελματιών και ασκήσεώς τους από τον ενδιαφερόμενο υπό την ιδιότητα του αυτοαπασχολουμένου εργαζομένου, καθώς και το δικαίωμα ιδρύσεως και διευθύνσεως επιχειρήσεων.
44 Το δικαίωμα αναλήψεως και ασκήσεως από Τσέχο υπήκοο οικονομικών δραστηριοτήτων που δεν εμπίπτουν στην αγορά εργασίας προϋποθέτει την ύπαρξη δικαιώματος εισόδου και παραμονής στο κράτος μέλος υποδοχής. Υπ' αυτές τις συνθήκες, επιβάλλεται να καθοριστεί το περιεχόμενο του άρθρου 45, παράγραφος 3, της Συμφωνίας Συνδέσεως.
Επί του περιεχομένου του άρθρου 45, παράγραφος 3, της Συμφωνίας Συνδέσεως και επί της ενδεχομένης επεκτάσεως στη διάταξη αυτή της ερμηνείας του άρθρου 52 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 43 ΕΚ)
45 Οι J. Barkoci και Μ. Malik ισχυρίζονται ότι το δικαίωμα που επικαλούνται βάσει του άρθρου 45, παράγραφος 3, της Συμφωνίας Συνδέσεως ισοδυναμεί με το δικαίωμα εγκαταστάσεως που διέπεται από το άρθρο 52 της Συνθήκης. Συναφώς, ισχυρίζονται ότι το γεγονός ότι το γράμμα του εν λόγω άρθρου 52 δεν κάνει αναφορά σε δικαίωμα εισόδου δεν εμπόδισε το Δικαστήριο να κρίνει ότι η διάταξη αυτή παρέχει άμεσα στους υπηκόους κράτους μέλους δικαίωμα εισόδου και παραμονής στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, ανεξάρτητα από την χορήγηση άδειας εισόδου από το κράτος μέλος υποδοχής (βλ. απόφαση της 8ης Απριλίου 1976, 48/75, Royer, Συλλογή τόμος 1976, σ. 203, σκέψεις 31 και 32).
46 Οι J. Barkoci και Μ. Malik φρονούν ότι, προκειμένου να έχουν δικαίωμα εγκαταστάσεως και δικαίωμα παραμονής - δικαιώματα που παρέχονται άμεσα από το άρθρο 45, παράγραφος 3, της Συμφωνίας Συνδέσεως - αρκεί οι δραστηριότητες του ενδιαφερομένου Τσέχου υπηκόου να είναι αληθινές, χωρίς να είναι δυνατό να του επιβληθούν ειδικές υποχρεώσεις για ελάχιστα εισοδήματα. Οι αποφάσεις όμως του Secretary of State, τις οποίες προσέβαλαν αντίστοιχα οι J. Barkoci και Μ. Malik, αναφέρουν ότι οι επαγγελματικές τους δραστηριότητες κατά την περίοδο που δεν τους επιβλήθηκε κανένας περιορισμός στο δικαίωμά τους να αναλάβουν επιχειρηματική δράση πολύ απέχουν από το να είναι καθαρά περιθωριακές ή επικουρικές.
47 Οι J. Barkoci και Μ. Malik φρονούν ότι τα εν λόγω δικαιώματα αποτελούν αντικείμενο του περιορισμού που θέτει το άρθρο 59, παράγραφος 1, της Συμφωνίας Συνδέσεως. Ωστόσο, τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν διατάξεις σχετικές με την είσοδο, την παραμονή και την εγκατάσταση φυσικών προσώπων, υπό την προϋπόθεση ότι αυτές δεν περιορίζουν τα δικαιώματα αυτά κατά τρόπο παράλογο και υπερβολικό. Συγκεκριμένα, η ερμηνεία σύμφωνα με την οποία η άσκηση του δικαιώματος εγκαταστάσεως σε κράτος μέλος, χωρίς οι ενδιαφερόμενοι να υπόκεινται σε δυσμενή διάκριση, υπόκειται στην απόλυτη διακριτική ευχέρεια των αρμόδιων αρχών του κράτους αυτού συνεπάγεται ότι το κεφάλαιο της εν λόγω Συμφωνίας περί εγκατάστασεως θα έχανε το περιεχόμενό του.
48 Επομένως, κατά τους J. Barkoci και Μ. Malik, η εφαρμογή από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής εθνικών διατάξεων περί αλλοδαπών, που απαιτούν από τους Τσέχους υπηκόους να λαμβάνουν άδεια εισόδου και παραμονής μπορεί εκ φύσεως να στερήσει τα δικαιώματα που αναγνωρίζει το άρθρο 45, παράγραφος 3, της Συμφωνίας Συνδέσεως από την πρακτική τους αποτελεσματικότητα.
49 Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, οι λοιπές κυβερνήσεις που υπέβαλαν παρατηρήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου και η Επιτροπή ανταπαντούν ότι ο σκοπός και η γενική οικονομία της Συμφωνίας Συνδέσεως επιβάλλουν τη συνδυασμένη ερμηνεία των άρθρων 45, παράγραφος 3, και 59, παράγραφος 1. Συναφώς, ισχυρίζονται μεταξύ άλλων ότι, εφόσον το άρθρο 38 της Συμφωνίας Συνδέσεως απέκλεισε κάθε δικαίωμα προσβάσεως στην αγορά εργασίας του κράτους μέλους υποδοχής, ένα εθνικό σύστημα ελέγχου που στηρίζεται στην υποχρέωση αιτήσεως προηγούμενης άδειας εισόδου και παραμονής είναι αναγκαίο, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι διατάξεις περί εγκαταστάσεως της εν λόγω Συμφωνίας δεν προβάλλονται από Τσέχους υπηκόους οι οποίοι στην πραγματικότητα έχουν την πρόθεση να αποκτήσουν πρόσβαση στην αγορά μέσω αυτού του τρόπου ως μισθωτοί εργαζόμενοι.
50 Επιβάλλεται να υπομνηστεί ότι, σύμφωνα με πάγια νομολογία αφορώσα την ερμηνεία τόσο των διατάξεων της Συνθήκης όσο και αυτών της Συμφωνίας Συνδέσεως μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Τουρκίας (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/001, σ. 49), το δικαίωμα της ίδιας εθνικής μεταχειρίσεως όσον αφορά την εγκατάσταση, όπως ορίζει το άρθρο 45, παράγραφος 3, της Συμφωνίας Συνδέσεως, με όρους συγκρίσιμους ή ανάλογους με αυτούς του άρθρου 52 της Συνθήκης, συνεπάγεται ότι παρέχεται, ως επιστέγασμα του δικαιώματος εγκαταστάσεως, δικαίωμα εισόδου και παραμονής στους Τσέχους υπηκόους που επιθυμούν να ασκήσουν βιομηχανικές, εμπορικές, βιοτεχνικές δραστηριότητες ή δραστηριότητες ελεύθερων επαγγελματιών σε κράτος μέλος (βλ. προπαρατεθείσα την απόφαση Royer, σκέψεις 31 και 32, και της 11ης Μα_ου 2000, C-37/98, Savas, Συλλογή 2000, σ. Ι-2927, σκέψεις 60 και 63).
51 Ωστόσο, επιβάλλεται να υπομνηστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, η απλή ομοιότητα, κατά το γράμμα μιας διατάξεως, μεταξύ μιας από τις Συνθήκες περί ιδρύσεως των Κοινοτήτων και μιας διεθνούς συμφωνίας μεταξύ της Κοινότητας και τρίτου κράτους δεν αρκεί για να δοθεί στους όρους της Συμφωνίας αυτής η ίδια έννοια με αυτήν που έχουν στις Συνθήκες (βλ. αποφάσεις της 9ης Φεβρουαρίου 1982, 270/80, Polydor και RSO, Συλλογή 1982, σ. 329, σκέψεις 14 έως 21, της 26ης Οκτωβρίου 1982, 104/81, Kupferberg, Συλλογή 1982, σ. 3641, σκέψεις 29 έως 31, και της 1ης Ιουλίου 1993, C-312/91, Metalsa, Συλλογή 1993, σ. Ι-3751, σκέψεις 11 έως 20).
52 Κατά τη νομολογία αυτή, η επέκταση της ερμηνείας μιας διατάξεως της Συνθήκης σε διάταξη, έχουσα παρόμοια ή και πανομοιότυπη διατύπωση, που περιλαμβάνεται στη Συμφωνία που συνήψε η Κοινότητα με τρίτη χώρα, εξαρτάται ιδίως από τον σκοπό που επιδιώκει η κάθε μία από τις διατάξεις αυτές στο πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται. Συναφώς, η σύγκριση των στόχων και του γενικότερου πλαισίου της Συμφωνίας, αφενός, και της Συνθήκης, αφετέρου, αποκτά ιδιαίτερη σημασία (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Metalsa, σκέψη 11).
53 Η Συμφωνία Συνδέσεως αποσκοπεί απλώς στη δημιουργία καταλλήλου πλαισίου για την προοδευτική ενσωμάτωση της Τσεχικής Δημοκρατίας στην Κοινότητα, ενόψει της ενδεχόμενης προσχωρήσεώς της στην Κοινότητα, ενώ στόχος της Συνθήκης είναι η δημιουργία εσωτερικής αγοράς την οποία χαρακτηρίζει η εξάλειψη των εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, των προσώπων, των υπηρεσιών και των κεφαλαίων μεταξύ των κρατών μελών [βλ. άρθρο 3, στοιχείο γ_, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ_, ΕΚ)].
54 Εξάλλου, όπως προκύπτει από το γράμμα του άρθρου 59, παράγραφος 1, της Συμφωνίας Συνδέσεως, τα δικαίωματα εισόδου και παραμονής που παρέχονται στους Τσέχους υπηκόους, ως επιστέγασμα του δικαιώματος εγκαταστάσεως, δεν συνιστούν απόλυτα προνόμια, καθότι η άσκησή τους μπορεί να περιοριστεί ενδεχομένως από διατάξεις του κράτους μέλους υποδοχής σχετικά με την είσοδο, την παραμονή και την εγκατάσταση των Τσέχων υπηκόων.
55 Συνεπώς, η ερμηνεία του άρθρου 52 της Συνθήκης, όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να επεκταθεί στο άρθρο 45, παράγραφος 3, της Συμφωνίας Συνδέσεως.
56 Επομένως, δεν ευσταθεί η επιχειρηματολογία των J. Barkoci και Μ. Malik ότι η εφαρμογή από τις αρμόδιες αρχές κράτους μέλους των εθνικών διατάξεων περί αλλοδαπών, που απαιτούν οι Τσέχοι υπήκοοι να λαμβάνουν άδεια εισόδου, στερεί από την πρακτική αποτελεσματικότητα τα δικαιώματα που τους αναγνωρίζει το άρθρο 45, παράγραφος 3, της Συμφωνίας Συνδέσεως.
57 Είναι ωστόσο αληθές ότι, όπως προκύπτει από το άρθρο 59, παράγραφος 1, της Συμφωνίας Συνδέσεως, η εξουσία του κράτους μέλους υποδοχής να εφαρμόζει εσωτερικές διατάξεις σχετικές με την είσοδο, την παραμονή και την εγκατάσταση φυσικών προσώπων, στις αιτήσεις Τσέχων υπηκόων εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι δεν εξουδετερώνονται ούτε περιορίζονται τα οφέλη που απορρέουν για την Τσεχική Δημοκρατία από την εν λόγω Συμφωνία.
58 Συνεπώς, το ζήτημα που τίθεται είναι αν οι περιορισμοί που επιβάλλει η νομοθεσία περί αλλοδαπών του κράτους μέλους υποδοχής στο δικαίωμα εγκαταστάσεως, δικαίωμα που παρέχεται άμεσα στους Τσέχους υπηκόους από το άρθρο 45, παράγραφος 3, της Συμφωνίας Συνδέσεως, καθώς και στα δικαιώματα εισόδου και παραμονής, τα οποία αποτελούν το επιστέγασμά του, συνάδουν προς τη ρητή προϋπόθεση του άρθρου 59, παράγραφος 1, της εν λόγω Συμφωνίας.
Επί της συμβατότητας των περιορισμών που επιφέρει η νομοθεσία περί αλλοδαπών του κράτους μέλους υποδοχής στο δικαίωμα εγκαταστάσεως με την προϋπόθεση του άρθρου 59, παράγραφος 1, της Συμφωνίας Συνδέσεως
59 Συναφώς, πρέπει να εξακριβωθεί αν οι διατάξεις περί αλλοδαπών που εφαρμόζουν οι αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες απαιτούν ο Τσέχος υπήκοος, προ της αναχωρήσεώς του προς το κράτος μέλος υποδοχής, να λάβει έγγραφο εισόδου, η χορήγηση του οποίου εξαρτάται από τον έλεγχο ουσιαστικών προϋποθέσεων, όπως αυτές της παραγράφου 212 των Immigration Rules, μπορούν να πραγματοποιήσουν τον επιδιωκόμενο στόχο και αν συνιστούν, ενόψει του στόχου αυτού, παρέμβαση θίγουσα την ουσία των δικαιωμάτων που παρέχει το άρθρο 45, παράγραφος 3, της Συμφωνίας Συνδέσεως στους Τσέχους υπηκόους, καθιστώντας την άσκηση των δικαιωμάτων αυτών αδύνατη ή υπερβολικά δύσκολη.
60 Οι J. Barkoci και Μ. Malik, καθώς και η Επιτροπή ισχυρίζονται ότι η μη χορήγηση άδειας παραμονής σε Τσέχο υπήκοο που επιθυμεί να εγκατασταθεί σε κράτος μέλος για τον μοναδικό τυπικό λόγο ότι, προ της αναχωρήσεώς του προς το κράτος αυτό, δεν είχε λάβει έγγραφο εισόδου υπερβαίνει προδήλως τα όρια που επιβάλλει η Συμφωνία Συνδέσεως στις αρμόδιες αρχές του κράτους αυτού ενόψει του επιδιωκόμενου σκοπού, εφόσον ο εν λόγω υπήκοος πληροί τις λοιπές ουσιαστικές προϋποθέσεις που απαιτούν οι εθνικές διατάξεις περί αλλοδαπών σχετικά με τον αποκλειστικό χαρακτήρα και το βιώσιμο της επιδιωκόμενης μη μισθωτής δραστηριότητας.
61 ροκειμένου να κριθεί το βάσιμο της επιχειρηματολογίας αυτής, επιβάλλεται να τονιστεί εκ προοιμίου ότι, εφόσον το άρθρο 45, παράγραφος 3, της Συμφωνίας Συνδέσεως έχει εφαρμογή μόνο στα πρόσωπα που είναι αποκλειστικά αυτοαπασχολούμενοι, βάσει του άρθρου 45, παράγραφος 4, στοιχείο α_, σημείο i, τελευταία φράση, της εν λόγω Συμφωνίας, επιβάλλεται να διευκρινιστεί αν η σκοπούμενη δραστηριότητα στο κράτος μέλος υποδοχής από όσους καλύπτει η διάταξη αυτή είναι μισθωτή ή μη μισθωτή δραστηριότητα.
62 Συναφώς, η εφαρμογή εθνικού συστήματος προηγούμενου ελέγχου της ακριβούς φύσεως της σκοπούμενης από τον αιτούντα δραστηριότητας επιδιώκει νόμιμο σκοπό, καθότι καθιστά δυνατό τον περιορισμό της ασκήσεως, από τους Τσέχους υπηκόους, που επικαλούνται το άρθρο 45, παράγραφος 3, της Συμφωνίας Συνδέσεως, των δικαιωμάτων εισόδου και παραμονής μόνο σε όσους καλύπτει η διάταξη αυτή.
63 Όσον αφορά ειδικότερα τις ουσιαστικές υποχρεώσεις, όπως αυτές της παραγράφου 212 των Immigration Rules, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, όπως τόνισαν η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή, οι υποχρεώσεις αυτές έχουν αποκλειστικό σκοπό να καθιστούν στις αρμόδιες αρχές δυνατό να ελέγχουν αν ο Τσέχος υπήκοος που επιθυμεί να εγκατασταθεί στο Ηνωμένο Βασίλειο έχει πραγματικά την πρόθεση να αναλάβει δραστηριότητα αυτοαπασχολούμενου εργαζομένου, χωρίς να ασκεί ταυτόχρονα μισθωτή εργασία ή να προσφεύγει στο δημόσιο ταμείο, και αν διαθέτει εξ αρχής αρκετά χρήματα και έχει εύλογες πιθανότητες επιτυχίας. Εξάλλου, ουσιαστικές υποχρεώσεις, όπως αυτές της εν λόγω παραγραφου 212, μπορούν να διασφαλίσουν την πραγματοποίηση του στόχου αυτού.
64 Στο πλαίσιο αυτού του συστήματος προηγουμένου ελέγχου, αν Τσέχος υπήκοος που υπέβαλε νομοτύπως αίτηση άδειας εισόδου με σκοπό την εγκατάσταση πληροί τις ουσιαστικές υποχρεώσεις της νομοθεσίας περί αλλοδαπών του κράτους μέλους υποδοχής, η τήρηση της ρητής προϋπόθεσης του άρθρου 59, παράγραφος 1, της Συμφωνίας Συνδέσεως επιβάλλει στις αρμόδιες εθνικές αρχές να του αναγνωρίσουν δικαίωμα εγκαταστάσεως ως αυτοαπασχολούμενου εργαζομένου και να του χορηγήσουν προς τούτο άδεια εισόδου και παραμονής.
65 Εξάλλου, αυτό το σύστημα ελέγχου συνεπάγεται τη διεξαγωγή λεπτομερούς ελέγχου ο οποίος είναι δύσκολο, ιδίως για γλωσσικούς λόγους, να διεξαχθεί από τον υπάλληλο της υπηρεσίας αλλοδαπών στο σημείο αφίξεως του Ηνωμένου Βασιλείου. Συνεπώς, η υποχρέωση διεξαγωγής ελέγχου των ουσιαστικών προϋποθέσεων στην Τσεχική Δημοκρατία καθιστά πιο εύκολη την πρόσβαση στα πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με την κατάσταση των Τσέχων υπηκόων που επιθυμούν να εγκατασταθούν στο Ηνωμένο Βασίλειο.
66 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι εθνικές διατάξεις που απαιτούν Τσέχος υπήκοος, προ της αναχωρήσεώς του προς το κράτος μέλος υποδοχής, να λάβει έγγραφο εισόδου, η χορήγηση του οποίου εξαρτάται από τον έλεγχο των ουσιαστικών προϋποθέσεων, όπως αυτές της παραγράφου 212 των Immigration Rules, πρέπει να θεωρηθούν ότι συνάδουν προς τη Συμφωνία Συνδέσεως.
67 Επιπλέον, όσον αφορά την εξουσία των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους υποδοχής να μη χορηγήσουν την άδεια εισόδου που ζητεί Τσέχος υπήκοος κατά την άφιξή του στο Ηνωμένο Βασίλειο, για τον μοναδικό λόγο ότι δεν έλαβε στη χώρα κατοικίας του έγγραφο εισόδου προκειμένου να εγκατασταθεί, επιβάλλεται να υπομνηστεί ότι, όπως σημειώνεται στις σκέψεις 22 και 23 της παρούσας αποφάσεως, παρά το ότι οι J. Barkoci και Μ. Malik ουδέποτε ζήτησαν έγγραφο εισόδου στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι αρμόδιες περί αλλοδαπών εθνικές αρχές διεξήγαγαν, βάσει της διακριτικής ευχέρειας που διαθέτουν, ατομικό έλεγχο των αιτήσεων εισόδου που είχαν υποβληθεί πέντε και τρεις μήνες αντιστοίχως μετά την είσοδό τους στο Ηνωμένο Βασίλειο, προκειμένου να ελεγχθεί αν ήταν δυνατό να τους χορηγηθεί άδεια εισόδου επί διαφορετικής βάσεως από αυτή των Immigration Rules, διότι οι λοιπές προϋποθέσεις της παραγράφου 212 των Immigration Rules σαφώς και προδήλως πληρούνταν.
68 Ο έλεγχος αυτός της ατομικής καταστάσεως των Τσέχων υπηκόων που δεν κατέχουν έγγραφο εισόδου, ο οποίος διενεργήθηκε στην υπόθεση της κύριας δίκης, φαίνεται να συνάδει προς την ανεκτική πρακτική των αρμόδιων βρετανικών αρχών. Συγκεκριμένα, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου δήλωσε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι ο Secretary of State ασκεί συνήθως τη διακριτική ευχέρεια που διαθέτει όσον αφορά τις αιτήσεις εισόδου με σκοπό την εγκατάσταση, που υποβάλλονται βάσει συμφωνίας Συνδέσεως στο σημείο αφίξεως του Ηνωμένου Βασιλείου.
69 Υπ' αυτές τις συνθήκες, χωρίς να είναι αναγκαία η ανάλυση του ζητήματος αν το άρθρο 59, παράγραφος 1, της Συμφωνίας Συνδέσεως επιτρέπει στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής να αρνηθούν την είσοδο στο έδαφός τους Τσέχου υπηκόου που δεν έχει έγγραφο εισόδου, αρκεί να εξεταστεί αν η εφαρμογή από τις βρετανικές αρχές της εθνικής νομοθεσίας περί αλλοδαπών στο σύνολό της, συμπεριλαμβανομένης της ασκήσεως της διακριτικής ευχέρειας που διαθέτει ο Secretary of State για να καθοριστεί αν η προϋπόθεση σχετικά με την κατοχή εγγράφου εισόδου μπορεί να παρακαμφθεί κατά περίπτωση, συνάδει προς την προϋπόθεση της προτελευταίας φράσεως του άρθρου 59, παράγραφος 1.
Επί της συμβατότητας των λεπτομερειών εφαρμογής της ασκήσεως της διακριτικής ευχέρειας που διαθέτει ο Secretary of State με την προϋπόθεση του άρθρου 59, παράγραφος 1, της Συμφωνίας Συνδέσεως
70 Συναφώς, επιβάλλεται να υπομνηστεί εκ προοιμίου ότι, όπως τονίστηκε με τις σκέψεις 62 έως 66 της παρούσας αποφάσεως, σύστημα προηγουμένου ελέγχου, όπως αυτό που θέσπισαν οι Immigration Rules, διά του οποίου το κράτος μέλος υποδοχής εξαρτά τη χορήγηση προηγουμένου εγγράφου εισόδου και, μεταγενεστέρως, αδείας εισόδου από τον έλεγχο που πραγματοποιούν οι αρμόδιες αρχές αν ο αιτών σκοπεύει πραγματικά να ασκήσει σ' αυτό το κράτος, αποκλειστικά, μη μισθωτή και βιώσιμη δραστηριότητα, συνάδει κατ' αρχήν προς τον συνδυασμό των άρθρων 45, παράγραφος 3, και 59, παράγραφος 1, της Συμφωνίας Συνδέσεως.
71 Εξάλλου, λόγω της θέσεως σε εφαρμογή των προληπτικών μέτρων που συνιστά η εξέταση της ατομικής καταστάσεως Τσέχου υπηκόου που δεν έχει έγγραφο εισόδου, η άδεια εισόδου μπορεί να του χορηγηθεί επί βάσεως διαφορετικής από αυτήν των Immigration Rules στην περίπτωση που, εφόσον οι ουσιαστικές υποχρεώσεις για την εγκατάσταση που επιβάλλει η νομοθεσία περί αλλοδαπών του κράτους μέλους υποδοχής πληρούνται σαφώς και προδήλως, η απόρριψη της αιτήσεως για τον μοναδικό λόγο ότι ο εν λόγω υπήκοος δεν έλαβε προηγουμένως έγγραφο εισόδου θα ανταποκρινόταν σε καθαρά τυπικές προϋποθέσεις.
72 Εφόσον όμως οι αρμόδιες περί αλλοδαπών αρχές του κράτους μέλους υποδοχής ακολουθούν πολιτική συνιστάμενη στην παράκαμψη της εκ του νόμου απαιτήσεως κατοχής εγγράφου εισόδου, φαίνεται να συνάδει προς τη λογική του συστήματος προηγουμένου ελέγχου και να δικαιολογείται ενόψει της Συμφωνίας Συνδέσεως το γεγονός ότι οι αρχές αυτές, στα πλαίσια της εξουσίας εκτιμήσεως της ατομικής καταστάσεως του αιτούντος, πραγματοποιούν πιο συνοπτικό κατά περίπτωση έλεγχο των αιτήσεων εγκαταστάσεως, που υποβάλλονται βάσει της εν λόγω Συμφωνίας στο σημείο αφίξεως αυτού του κράτους μέλους, από τον έλεγχο που πραγματοποιείται όταν η αίτηση εγγράφου εισόδου υποβάλλεται από Τσέχο υπήκοο στη χώρα κατοικίας του.
73 Συνεπώς, η υποχρέωση των Τσέχων υπηκόων να αποδείξουν προδήλως το βάσιμο της αξιώσεως εγκαταστάσεώς τους στο κράτος μέλος υποδοχής βάσει της Συμφωνίας Συνδέσεως, με την επιφύλαξη του δικαστικού ελέγχου της νομιμότητας της σχετικής αποφάσεως των αρμοδίων περί αλλοδαπών εθνικών αρχών, δεν είναι ικανή να καταστήσει αδύνατη ή υπερβολικά δύσκολη την άσκηση από τους εν λόγω υπηκόους των δικαιωμάτων που τους αναγνωρίζει το άρθρο 45, παράγραφος 3, της Συμφωνίας Συνδέσεως.
74 Συνεπώς, τα άρθρα 45, παράγραφος 3, και 59, παράγραφος 1, της Συμφωνίας Συνδέσεως δεν αντιτίθενται στην απαίτηση των αρμοδίων περί αλλοδαπών αρχών του κράτους μέλους υποδοχής ο Τσέχος υπήκοος να λάβει, προ της αναχωρήσεώς του προς αυτό το κράτος, έγγραφο εισόδου, η χορήγηση του οποίου εξαρτάται από τον έλεγχο ουσιαστικών προϋποθέσεων για την εγκατάσταση - όπως αυτές της παραγράφου 212 των Immigration Rules - εφόσον οι αρμόδιες αρχές ασκούν τη διακριτική ευχέρεια που διαθέτουν για την εξέταση των αιτήσεων εισόδου με σκοπό την εγκατάσταση που υποβάλλονται βάσει της εν λόγω Συμφωνίας στο σημείο αφίξεως αυτού του κράτους, οπότε να μπορεί να χορηγηθεί άδεια εισόδου σε Τσέχο υπήκοο επί βάσεως διαφορετικής από αυτήν των Immigration Rules, αν η αίτησή του πληροί σαφώς και προδήλως τις ίδιες ουσιαστικές προϋποθέσεις που θα ίσχυαν αν αυτός είχε υποβάλει αίτηση εγγράφου εισόδου στην Τσεχική Δημοκρατία.
Επί της συμβατότητας της υποχρεώσεως υποβολής νομοτύπως νέας αιτήσεως εγκαταστάσεως με τον κανόνα της ίσης μεταχειρίσεως του άρθρου 45, παράγραφος 3, της Συμφωνίας Συνδέσεως
75 Οι J. Barkoci και Μ. Malik ισχυρίζονται, επιπλέον, ότι το μέτρο της «απελάσεως» από το έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής, με το οποίο απειλούνται εν προκειμένω παρά την παραμονή τους στο Ηνωμένο Βασίλειο, μπορεί να επηρεάσει σοβαρά την ικανότητά τους να διευθύνουν μια ήδη εγκατεστημένη επιχείρηση, ενώ τούτο δεν θα συνέβαινε με οποιοδήποτε μέτρο που θα μπορούσε να επιβληθεί σε Βρετανό υπήκοο που διευθύνει παρόμοια επιχείρηση.
76 Επιβάλλεται, συνεπώς, να εξεταστεί αν η υποχρέωση Τσέχου υπηκόου - που δεν έλαβε έγγραφο εισόδου προ της αναχωρήσεώς του προς το κράτος μέλος υποδοχής ούτε άδεια εισόδου επί βάσεως διαφορετικής από αυτήν των Immigration Rules κατά την άφιξή του σ' αυτό το κράτος - να υποβάλει νομοτύπως στο κράτος καταγωγής ή ενδεχομένως σε άλλο κράτος νέα αίτηση εγκαταστάσεως συνάδει προς τον κανόνα της ίσης μεταχειρίσεως του άρθρου 45, παράγραφος 3, της Συμφωνίας Συνδέσεως, εφόσον η υποχρέωση αυτή δεν έχει εφαρμογή στους υπηκόους του κράτους μέλους υποδοχής.
77 Επιβάλλεται να υπομνηστεί ότι, όπως τονίστηκε με τη σκέψη 22 της παρούσας αποφάσεως, οι J. Barkoci και Μ. Malik θεωρήθηκαν, βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 1, του Immigration Act, ότι δεν εισήλθαν στο έδαφος του Ηνωμένου Βασιλείου και ότι οι αιτήσεις τους για άδεια παραμονής αντιμετωπίστηκαν ως αιτήσεις αρχικής εισόδου. Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, αντιθέτως προς ό,τι ισχυρίζονται οι J. Barkoci και Μ. Malik, στα πλαίσια εθνικού συστήματος που στηρίζεται σε κατάλληλα μέτρα ελέγχου, προ της αναχωρήσεως Τσέχου υπηκόου προς το κράτος μέλος υποδοχής, η ενδεχόμενη προσωρινή είσοδος στο κράτος του υπηκόου αυτού χωρίς έγγραφο εισόδου ουδόλως ισοδυναμεί με πραγματική άδεια εισόδου σ'αυτό.
78 Συγκεκριμένα, η ανάλυση της συμβατότητας με τη Συμφωνία Συνδέσεως εθνικού συστήματος ελέγχου αλλοδαπών που στηρίζεται στην υποχρέωση υποβολής αιτήσεως προηγουμένης άδειας εισόδου δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι Τσέχος υπήκοος, αναμένοντας την έκδοση αποφάσεως επί προσφυγής κατά προηγούμενης αποφάσεως, η οποία αρνήθηκε επί άλλης βάσεως την είσοδό του στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, εισήλθε προσωρινά σ' αυτό το κράτος πριν από την υποβολή αιτήσεως εγκαταστάσεως και έλαβε άδεια εργασίας ή συνδρομή δημοσίου ταμείου για λόγους ανθρώπινης αξιοπρέπειας και αλληλεγγύης (βλ., υπ' αυτή την έννοια, αποφάσεις της 20ής Σεπτεμβρίου 1990, C-192/89, Sevince, Συλλογή 1990, σ. Ι-3461, σκέψη 31, και της 16ης Δεκεμβρίου 1992, C-237/91, Kus, Συλλογή 1992, σ. Ι-6781, σκέψεις 12 έως 17).
79 Συνεπώς, οι J. Barkoci και Μ. Malik δεν μπορούν να στηριχθούν στο μοναδικό γεγονός ότι εισήλθαν προσωρινώς στο Ηνωμένο Βασίλειο προκειμένου να υποστηρίξουν ότι απέκτησαν δικαίωμα εγκαταστάσεως ως αυτοαπασχολούμενοι εργαζόμενοι σ' αυτό το κράτος μέλος, δικαίωμα το οποίο θα μπορούσε να προσβληθεί από την υποχρέωση υποβολής νομοτύπως στο κράτος καταγωγής τους ή ενδεχομένως σε άλλο κράτος νέας αιτήσεως εγγράφου εισόδου.
80 Εν πάση περιπτώσει, πρέπει επίσης να υπομνηστεί ότι το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει ότι, όσον αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων, η επιφύλαξη του άρθρου 48, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 39, παράγραφος 3, ΕΚ) επιτρέπει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν, έναντι των υπηκόων άλλων κρατών μελών, για τους λόγους που μνημονεύονται στη διάταξη αυτή, ιδίως για λόγους οι οποίοι δικαιολογούνται από τη δημόσια τάξη, μέτρα που δεν θα μπορούσαν να εφαρμόσουν στους δικούς τους υπηκόους, υπό την έννοια ότι δεν έχουν την εξουσία να τους απελάσουν από την εθνική επικράτεια ή να τους απαγορεύουν την είσοδο (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 4ης Δεκεμβρίου 1974, 41/74, Van Duyn, Συλλογή τόμος 1974, σ. 537, σκέψη 22, της 18ης Μα_ου 1982, 115/81 και 116/81, Adoui και Cornuaille, Συλλογή 1982, σ. 1665, σκέψη 7, της 7ης Ιουλίου 1992, C-370/90, Singh, Συλλογή 1992, σ. Ι-4265, σκέψη 22, της 17ης Ιουνίου 1997, C-65/95 και C-111/95, Shingara και Radiom, Συλλογή 1997, σ. Ι-3343, σκέψη 28, και της 16ης Ιουλίου 1998, C-171/96, Pereira Roque, Συλλογή 1998, σ. Ι-4607, σκέψη 37).
81 Αυτή η διαφορετική μεταχείριση μεταξύ ημεδαπών και υπηκόων των άλλων κρατών μελών απορρέει από αρχή του διεθνούς δικαίου, σύμφωνα με την οποία ένα κράτος δεν μπορεί να αρνείται στους δικούς του υπηκόους το δικαίωμα εισόδου και παραμονής στο έδαφός του και την οποία η Συνθήκη δεν μπορεί να παραγνωρίζει στις σχέσεις μεταξύ των κρατών μελών (προπαρατεθείσες αποφάσεις Van Duyn, σκέψη 22 και Pereira Roque, σκέψη 38).
82 Για τους ίδιους λόγους, αυτή η διαφορετική μεταχείριση υπέρ των υπηκόων του κράτους μέλους υποδοχής δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αντίκειται στο άρθρο 45, παράγραφος 3, της Συμφωνίας Συνδέσεως.
83 Ενόψει των προεκτεθέντων, επιβάλλεται να δοθεί η ακόλουθη απάντηση στο δεύτερο, τέταρτο, πέμπτο και έβδομο ερώτημα:
- Το δικαίωμα εγκαταστάσεως, όπως ορίζεται στο άρθρο 45, παράγραφος 3, της Συμφωνίας Συνδέσεως, συνεπάγεται ότι παρέχεται δικαίωμα εισόδου και παραμονής, ως επιστέγασμα του δικαιώματος αυτού, στους Τσέχους υπηκόους που επιθυμούν να αναλαμβάνουν και να ασκούν βιομηχανικές, εμπορικές, βιοτεχνικές δραστηριότητες ή δραστηριότητες ελεύθερων επαγγελματιών σε κράτος μέλος. Ωστόσο, από το άρθρο 59, παράγραφος 1, της εν λόγω Συμφωνίας προκύπτει ότι αυτά τα δικαιώματα εισόδου και παραμονής δεν είναι απόλυτα, καθότι η άσκησή τους μπορεί να περιοριστεί ενδεχομένως από διατάξεις του κράτους μέλους υποδοχής σχετικές με την είσοδο, την παραμονή και την εγκατάσταση των Τσέχων υπηκόων.
- Ο συνδυασμός των άρθρων 45, παράγραφος 3, και 59, παράγραφος 1, της Συμφωνίας Συνδέσεως δεν αντίκειται κατ' αρχήν σε σύστημα προηγουμένου ελέγχου που εξαρτά τη χορήγηση άδειας εισόδου από τις αρμόδιες περί αλλοδαπών αρχές από την προϋπόθεση ότι ο αιτών αποδεικνύει ότι έχει πραγματικά την πρόθεση να αναλάβει μη μισθωτή δραστηριότητα, χωρίς ταυτόχρονη άσκηση μισθωτής εργασίας ή συνδρομή δημοσίου ταμείου, και ότι διαθέτει εξ αρχής αρκετά χρήματα καθώς και εύλογες πιθανότητες επιτυχίας. Ουσιαστικές υποχρεώσεις, όπως αυτές της παραγράφου 212 των Immigration Rules, αποσκοπούν ακριβώς στο να καθιστούν στις αρμόδιες αρχές δυνατή την πραγματοποίηση του ελέγχου αυτού και μπορούν να διασφαλίσουν την πραγματοποίηση του στόχου αυτού.
- Η προϋπόθεση της προτελευταίας φράσης του άρθρου 59, παράγραφος 1, της Συμφωνίας Συνδέσεως έχει την έννοια ότι η υποχρέωση λήψεως στη χώρα κατοικίας, προ της αναχωρήσεως προς το κράτος μέλος υποδοχής, εγγράφου εισόδου, η χορήγηση του οποίου εξαρτάται από τον έλεγχο ουσιαστικών προϋποθέσεων, όπως αυτές του άρθρου 212 των Immigration Rules, δεν έχει ως αντικείμενο ούτε ως αποτέλεσμα να καθιστά αδύνατη ή υπερβολικά δύσκολη την άσκηση από τους Τσέχους υπηκόους των δικαιωμάτων που τους αναγνωρίζει το άρθρο 45, παράγραφος 3, της Συμφωνίας Συνδέσεως, εφόσον οι αρμόδιες του κράτους μέλους υποδοχής αρχές ασκούν τη διακριτική ευχέρεια που διαθέτουν όσον αφορά τις αιτήσεις εισόδου με σκοπό την εγκατάσταση που υποβάλλονται με βάση την εν λόγω Συμφωνία στο σημείο αφίξεως αυτού του κράτους, οπότε να μπορεί να χορηγηθεί άδεια εισόδου σε Τσέχο υπήκοο που δεν έχει έγγραφο εισόδου επί βάσεως διαφορετικής από αυτήν των Immigration Rules, αν η αίτησή του πληροί σαφώς και προδήλως τις ίδιες ουσιαστικές προϋποθέσεις που θα ίσχυαν εάν αυτός είχε υποβάλει αίτηση εγγράφου εισόδου στην Τσεχική Δημοκρατία.
Επί του τρίτου και έκτου ερωτήματος
84 Λαμβανομένων υπόψη των απαντήσεων στο πρώτο, δεύτερο, τέταρτο πέμπτο και έβδομο ερώτημα, παρέλκει η απάντηση στο τρίτο και έκτο ερώτημα. Συγκεκριμένα, το αιτούν δικαστήριο έθεσε το τρίτο ερώτημα μόνο σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα και το έκτο ερώτημα μόνο σε περίπτωση που, γεγονός που δεν συντρέχει εν προκειμένω, η άδεια εισόδου στο έδαφος κράτους μέλους δεν χορηγείται σε Τσέχο υπήκοο που επιθυμεί να εγκατασταθεί εκεί ως αυτοαπασχολούμενος εργαζόμενος βάσει της Συμφωνίας Συνδέσεως, επί διαφορετικής βάσεως από την έλλειψη προηγούμενου εγγράφου εισόδου του εν λόγω υπηκόου.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
85 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, η Βελγική, Γερμανική, Γαλλική, Ιρλανδική, Ιταλική και Ολλανδική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή, που υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 29ης Μαρτίου 1999 το High Court of Justice (England & Wales), Queen's Bench Division (Divisional Court), αποφαίνεται:
1) Το άρθρο 45, παράγραφος 3, της Ευρωπαϊκής Συμφωνίας για την εγκαθίδρυση συνδέσεως μεταξύ των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και των κρατών μελών τους, αφενός, και της Τσεχικής Δημοκρατίας, αφετέρου, συναφθείσας και εγκριθείσας, εξ ονόματος της Κοινότητας, με την απόφαση 94/910/ΕΚΑΧ, ΕΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου και της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 1994, έχει την έννοια ότι θεσπίζει, στον τομέα εφαρμογής της Συμφωνίας αυτής, συγκεκριμένη και ανεπιφύλακτη αρχή η οποία μπορεί να λειτουργήσει ικανονοποιητικά ώστε να εφαρμοστεί από τον εθνικό δικαστή και, επομένως, ικανή να διέπει τη νομική κατάσταση των ιδιωτών. Επομένως, το άμεσο αποτέλεσμα που πρέπει να αναγνωριστεί στη διάταξη αυτή συνεπάγεται ότι οι Τσέχοι υπήκοοι που την επικαλούνται μπορούν να την προβάλλουν ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους υποδοχής, παρά το ότι οι αρχές του κράτους αυτού είναι αρμόδιες να εφαρμόσουν στους εν λόγω υπηκόους την εθνική νομοθεσία σχετικά με την είσοδο, την παραμονή και την εγκατάσταση βάσει του άρθρου 59, παράγραφος 1, της εν λόγω Συμφωνίας.
2) Το δικαίωμα εγκαταστάσεως, όπως ορίζεται στο άρθρο 45, παράγραφος 3, της Συμφωνίας Συνδέσεως, συνεπάγεται ότι παρέχεται δικαίωμα εισόδου και παραμονής, ως επιστέγασμα του δικαιώματος αυτού, στους Τσέχους υπηκόους που επιθυμούν να αναλαμβάνουν και να ασκούν βιομηχανικές, εμπορικές, βιοτεχνικές ή δραστηριότητες ελεύθερων επαγγελματιών σε κράτος μέλος. Ωστόσο, από το άρθρο 59, παράγραφος 1, της εν λόγω Συμφωνίας προκύπτει ότι αυτά τα δικαιώματα εισόδου και παραμονής δεν είναι απόλυτα, καθότι η άσκησή τους μπορεί να περιοριστεί ενδεχομένως από διατάξεις του κράτους μέλους υποδοχής σχετικές με την είσοδο, την παραμονή και την εγκατάσταση των Τσέχων υπηκόων.
3) Ο συνδυασμός των άρθρων 45, παράγραφος 3, και 59, παράγραφος 1, της Συμφωνίας Συνδέσεως δεν αντίκειται κατ' αρχήν σε σύστημα προηγουμένου ελέγχου που εξαρτά τη χορήγηση άδειας εισόδου από τις αρμόδιες περί αλλοδαπών αρχές από την προϋπόθεση ότι ο αιτών αποδεικνύει ότι έχει πραγματικά την πρόθεση να αναλάβει μη μισθωτή δραστηριότητα, χωρίς ταυτόχρονη άσκηση μισθωτής εργασίας ή συνδρομή δημοσίου ταμείου, και ότι διαθέτει εξ αρχής αρκετά χρήματα και εύλογες πιθανότητες επιτυχίας. Ουσιαστικές υποχρεώσεις, όπως αυτές της παραγράφου 212 των United Kingdom Immigration Rules (House of Commons Paper 395), αποσκοπούν ακριβώς στο να καθιστούν στις αρμόδιες αρχές δυνατή την πραγματοποίηση του ελέγχου αυτού και είναι ικανές να διασφαλίσουν την πραγματοποίηση του στόχου αυτού.
4) Η προϋπόθεση της προτελευταίας φράσης του άρθρου 59, παράγραφος 1, της Συμφωνίας Συνδέσεως έχει την έννοια ότι η υποχρέωση λήψεως στη χώρα κατοικίας, προ της αναχωρήσεως προς το κράτος μέλος υποδοχής, εγγράφου εισόδου, η χορήγηση του οποίου εξαρτάται από τον έλεγχο ουσιαστικών προϋποθέσεων, όπως αυτές του άρθρου 212 των Immigration Rules, δεν έχει ως αντικείμενο ούτε ως αποτέλεσμα να καθιστά αδύνατη ή υπερβολικά δύσκολη την άσκηση από τους Τσέχους υπηκόους των δικαιωμάτων που τους αναγνωρίζει το άρθρο 45, παράγραφος 3, της Συμφωνίας Συνδέσεως, εφόσον οι αρμόδιες του κράτους μέλους υποδοχής αρχές ασκούν τη διακριτική ευχέρεια που διαθέτουν όσον αφορά τις αιτήσεις εισόδου με σκοπό την εγκατάσταση που υποβάλλονται με βάση την εν λόγω Συμφωνία στο σημείο αφίξεως αυτού του κράτους, οπότε να μπορεί να χορηγηθεί άδεια εισόδου σε Τσέχο υπήκοο που δεν έχει έγγραφο εισόδου, επί βάσεως διαφορετικής από αυτήν των Immigration Rules, αν η αίτησή του πληροί σαφώς και προδήλως τις ίδιες ουσιαστικές προϋποθέσεις με αυτές που θα ίσχυαν εάν αυτός είχε υποβάλει αίτηση εγγράφου εισόδου στην Τσεχική Δημοκρατία.
Full & Egal Universal Law Academy