Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
ροσέγγιση των νομοθεσιών - εριορισμός της κυκλοφορίας στην αγορά και της χρήσεως επικίνδυνων ουσιών και παρασκευασμάτων - Οδηγίες 76/769, 91/338 και 1999/51 - ροσαρμογή στην τεχνική πρόοδο - Νομική βάση - εριορισμός της χρήσεως καδμίου στην Αυστρία και στη Σουηδία - Διάταξη που επιτρέπει σ' αυτά τα κράτη να συνεχίζουν να εφαρμόζουν αυστηρότερες διατάξεις - Ακυρότητα
(Οδηγίες του Συμβουλίου 76/769, άρθρο 2α και παράρτημα Ι, και 93/338· οδηγία 1999/51 της Επιτροπής, παράρτημα)
Περίληψη
$$Δεν μπορεί να θεωρηθεί ως προσαρμογή του παραρτήματος Ι της οδηγίας 76/769, περί προσεγγίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών οι οποίες αφορούν περιορισμούς στην εμπορία και χρήση ορισμένων επικίνδυνων ουσιών και παρασκευασμάτων στην τεχνική πρόοδο, κατά την έννοια του άρθρου 2α της οδηγίας αυτής και συνεπώς πρέπει να ακυρωθεί το σημείο 3 του παραρτήματος της οδηγίας 1999/51 σχετικά με την πέμπτη προσαρμογή στην τεχνική πρόοδο του παραρτήματος Ι της οδηγίας 76/769 που προσθέτει στο σημείο 24 του παραρτήματος Ι της οδηγίας 76/769, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/338, το σημείο 4 που επιτρέπει προσωρινά στη Δημοκρατία της Αυστρίας και στο Βασίλειο της Σουηδίας να συνεχίζουν να εφαρμόζουν περιορισμούς σχετικά με το κάδμιο αυστηρότερους από τους προβλεπόμενους στα σημεία 1, 2 και 3 του προαναφερθέντος σημείου 24.
Συγκεκριμένα, ο κοινοτικός νομοθέτης αναθέτοντας στην Επιτροπή την αρμοδιότητα να επιφέρει, βάσει του άρθρου 2α της οδηγίας 76/769 τις τροποποιήσεις που είναι αναγκαίες για την προσαρμογή του παραρτήματος Ι της εν λόγω οδηγίας στην τεχνική πρόοδο, θέλησε να καταστήσει δυνατές, στο κοινοτικό επίπεδο, τις άμεσες προσαρμογές του παραρτήματος Ι της οδηγίας 76/769, οσάκις διαπιστώνονται νέοι κίνδυνοι για την υγεία των προσώπων και για το περιβάλλον που υπαγορεύουν νέους περιορισμούς της χρήσεως ορισμένων επικινδύνων ουσιών και παρασκευασμάτων. Για να μπορεί η Επιτροπή να εφαρμόσει αυτή τη διαδικασία πρέπει να διαθέτει επιστημονικά στοιχεία, αρκούντως αξιόπιστα που να αποδεικνύουν ότι είναι αναγκαία η εισαγωγή τέτοιων περιορισμών της χρήσεως της συγκεκριμένης ουσίας ή του συγκεκριμένου παρασκευάσματος. Όμως το σημέιο 3 του παραρτήματος της οδηγίας 1999/51 δεν περιέχει κανένα νέο περιορισμό της χρήσεως καδμίου στο κοινοτικό επίπεδο. Απλώς επιτρέπει σ' αυτά τα δύο κράτη να διατηρήσουν τους υπάρχοντες περιορισμούς της χρήσεως αυτής της ουσίας.
( βλ. σκέψεις 24-27, 29-30 και διατακτ. )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-314/99,
Βασίλειο των Κάτω Χωρών, εκπροσωπούμενο από τον A. Fierstra και την N. Wijmenga,
προσφεύγον,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης από τους H. van Lier και O. Couvert-Castéra, επικουρουμένους από τον J. Stuyck, δικηγόρο, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
υποστηριζομένης από το
Βασίλειο της Σουηδίας, εκπροσωπούμενο από την L. Nordling, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
παρεμβαίνον,
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή με την οποία ζητείται η ακύρωση του σημείου 3 του παραρτήματος της οδηγίας 1999/51/ΕΚ της Επιτροπής, της 26ης Μα_ου 1999, σχετικά με την πέμπτη προσαρμογή στην τεχνική πρόοδο του παραρτήματος Ι της οδηγίας 76/769/ΕΟΚ του Συμβουλίου περί προσεγγίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών οι οποίες αφορούν περιορισμούς στην εμπορία και χρήση ορισμένων επικίνδυνων ουσιών και παρασκευασμάτων [κασσίτερος, πενταχλωροφαινόλη (PCP) και κάδμιο] (EE L 142, σ. 22).
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους G. C. Rodríguez Iglesias, ρόεδρο, P. Jann, F. Macken και N. Colneric, προέδρους τμήματος, C. Gulmann (εισηγητή), D. A. O. Edward, J.-P. Puissochet, Β. Σκουρή και C. W. A. Timmermans, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: H. von Holstein, βοηθός γραμματέας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2001,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 15ης Νοεμβρίου 2001,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 23 Αυγούστου 1999, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών ζήτησε, βάσει του άρθρου 230, πρώτο εδάφιο ΕΚ, την ακύρωση του σημείου 3 του παραρτήματος της οδηγίας 1999/51/ΕΚ της Επιτροπής, της 26ης Μα_ου 1999, σχετικά με την πέμπτη προσαρμογή στην τεχνική πρόοδο του παραρτήματος Ι της οδηγίας 76/769/ΕΟΚ του Συμβουλίου περί προσεγγίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών οι οποίες αφορούν περιορισμούς στην εμπορία και χρήση ορισμένων επικίνδυνων ουσιών και παρασκευασμάτων [κασσίτερος, πενταχλωροφαινόλη (PCP) και κάδμιο] (EE L 142, σ. 22).
2 Με διάταξη της 11ης Απριλίου 2000, ο ρόεδρος του Δικαστηρίου δέχθηκε την αίτηση του Βασιλείου της Σουηδίας περί παρεμβάσεως προς στήριξη των αιτημάτων της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Το νομοθετικό πλαίσιο
3 Η οδηγία 76/769/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουλίου 1976, περί προσεγγίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που αφορούν περιορισμούς κυκλοφορίας στην αγορά και χρήσεως μερικών επικινδύνων ουσιών και παρασκευασμάτων (EE ειδ. έκδ. 13/004, σ. 178), περιέχει διατάξεις που περιορίζουν την κυκλοφορία στην αγορά και τη χρήση ορισμένων επικινδύνων ουσιών και παρασκευασμάτων. Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, εφαρμόζεται στις ουσίες και στα παρασκευάσματα που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι της οδηγίας.
4 Το άρθρο 2 της οδηγίας 76/769 ορίζει:
«Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα απαιτούμενα μέτρα ώστε οι επικίνδυνες ουσίες και τα παρασκευάσματα που περιλαμβάνονται στον κατάλογο του παραρτήματος να μη δύνανται να κυκλοφορούν στην αγορά ή να χρησιμοποιηθούν παρά μόνο υπό τους όρους τους προβλεπομένους στο παράρτημα.
[...]»
5 Η οδηγία 89/678/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, για την τροποποίηση της οδηγίας 76/769 (ΕΕ L 398, σ. 24), παρεμβάλλει στην οδηγία 76/769 το άρθρο 2α, κατά το οποίο οι τροποποιήσεις που είναι αναγκαίες για την προσαρμογή των παραρτημάτων στην τεχνική πρόοδο όσον αφορά τις ουσίες και τα παρασκευάσματα που ήδη καλύπτονται από την οδηγία 76/769, θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 29 της οδηγίας 67/548/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1967, περί προσεγγίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί ταξινομήσεως, συσκευασίας και επισημάνσεως των επικινδύνων ουσιών (ΕΕ ειδ. έκδ. 13/001, σ. 34), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 92/32/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 30ής Απριλίου 1992 (ΕΕ L 154, σ. 1, στο εξής: οδηγία 67/548).
6 Το άρθρο 29 της οδηγίας 67/548 ορίζει ότι, για την προσαρμογή στην τεχνική πρόοδο, η Επιτροπή επικουρείται από επιτροπή που αποτελείται από τους αντιπροσώπους των κρατών μελών και προεδρεύεται από τον αντιπρόσωπο της Επιτροπής. Το άρθρο αυτό ορίζει μεταξύ άλλων ότι η Επιτροπή θεσπίζει τα προτεινόμενα μέτρα εφόσον είναι σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής και, στην αντίθετη περίπτωση, υποβάλλει πρόταση για τα ληπτέα μέτρα στο Συμβούλιο, το οποίο αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία.
7 Η οδηγία 91/338/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1991, για τη δέκατη τροποποίηση της οδηγίας 76/769 (EE L 186, σ. 59), που εκδόθηκε βάσει του άρθρου 100 Α της Συνθήκης ΕΟΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 95 ΕΚ), παρενέβαλε στο παράρτημα Ι της οδηγίας 76/769 ένα νέο σημείο 24 που κατατάσσει το κάδμιο και τις ενώσεις του στις επικίνδυνες ουσίες και παρασκευάσματα των οποίων η κυκλοφορία στην αγορά και η χρήση υπόκεινται σε περιορισμούς. Απαριθμεί τρεις χρήσεις του καδμίου και των ενώσεών του, ως χρωστικών ουσιών, ως σταθεροποιητών και για επιφανειακή επεξεργασία (επικαδμίωση) τις οποίες και ρυθμίζει.
8 Το άρθρο 2 της οδηγίας 91/338 ορίζει:
«Λόγω της εξέλιξης των γνώσεων και των τεχνικών στον τομέα των υποκαταστάτων που είναι λιγότερο επικίνδυνα από το κάδμιο και τις ενώσεις του, η Επιτροπή, σε συνεννόηση με τα κράτη μέλη, επανεκτιμά την κατάσταση για πρώτη φορά μέσα σε τρία έτη από την ημερομηνία που αναφέρεται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 και στη συνέχεια κατά τακτά διαστήματα, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 2α της οδηγίας 76/769/ΕΟΚ.»
9 Το άρθρο 69, παράγραφος 1, της πράξης περί των όρων προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Αυστρίας, της Δημοκρατίας της Φινλανδίας και του Βασιλείου της Σουηδίας και περί προσαρμογών των συνθηκών στις οποίες στηρίζεται η Ευρωπαϊκή _Ενωση (ΕΕ 1994, C 241, σ. 21, και ΕΕ 1995, L 1, σ. 1, στο εξής: ράξη ροσχωρήσεως) ορίζει, όσον αφορά τη Δημοκρατία της Αυστρίας, ότι για περίοδο τεσσάρων ετών από την ημερομηνία προσχωρήσεως, οι διατάξεις του παραρτήματος VIII δεν θα έχουν εφαρμογή σ' αυτό το κράτος μέλος σύμφωνα με το εν λόγω παράρτημα και υπό τους όρους που καθορίζει.
10 Το άρθρο 112, παράγραφος 1, της ράξεως ροσχωρήσεως προβλέπει το ίδιο μεταβατικό μέτρο, με όμοια διατύπωση, για το Βασίλειο της Σουηδίας, όσον αφορά τις διατάξεις του παραρτήματος XII.
11 Μεταξύ των διατάξεων που μνημονεύει το παράρτημα VIII της ράξεως ροσχωρήσεως, για τη Δημοκρατία της Αυστρίας είναι και το σημείο 24, 2.1, σχετικά με τη χρησιμοποίηση του καδμίου ως σταθεροποιητικής ουσίας στα υλικά PVC (χλωριούχο-πολυβινίλιο), του παραρτήματος Ι της οδηγίας 76/769, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/338.
12 Μεταξύ των διατάξεων που μνημονεύει το παράρτημα XII της ράξεως ροσχωρήσεως, για το Βασίλειο της Σουηδίας, είναι και το σημείο 24 του παραρτήματος Ι της οδηγίας 76/769, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/338. Το εν λόγω παράρτημα ορίζει ότι αυτό το νέο κράτος μέλος «μπορεί πάντως να διατηρήσει κατά τη μεταβατική περίοδο, όσον αφορά τα προϊόντα πορσελάνης και τα κεραμικά, περιλαμβανομένων και των κεραμικών πλακακιών, την ελεύθερη κυκλοφορία που προβλέπει ο ισχύων "κανονισμός" του σχετικά με τις εξαιρέσεις από την απαγόρευση χρησιμοποιήσεως καδμίου για την επεξεργασία επιφανειών ή ως σταθεροποιητικής ή χρωστικής ουσίας».
13 Τα άρθρα 69, παράγραφος 2, και 112, παράγραφος 2, της ράξεως ροσχωρήσεως που έχουν την ίδια διατύπωση και αφορούν τη Δημοκρατία της Αυστρίας και το Βασίλειο της Σουηδίας, αντιστοίχως, ορίζουν:
«Οι διατάξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 επανεξετάζονται κατά τη διάρκεια (της περιόδου των τεσσάρων ετών από την ημερομηνία προσχωρήσεως), σύμφωνα με τις κοινοτικές διαδικασίες.
Με την επιφύλαξη του αποτελέσματος αυτής της επανεξέτασης κατά το τέλος της (περιόδου αυτής), το κοινοτικό κεκτημένο θα έχει εφαρμογή στα νέα κράτη μέλη υπό τους ίδιους όρους όπως και στα τωρινά κράτη μέλη.»
14 Στις 26 Μα_ου 1999, η Επιτροπή εξέδωσε, βάσει του άρθρου 2α της οδηγίας 76/769, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 89/678 (στο εξής: οδηγία 76/769), την οδηγία 1999/51. Στην αιτιολογική σκέψη της οδηγίας αυτής αναφέρεται ότι το ψήφισμα 88/C 30/01 του Συμβουλίου, της 25ης Ιανουαρίου 1978, σχετικά με κοινοτικό πρόγραμμα δράσης για την καταπολέμηση της μόλυνσης του περιβάλλοντος από το κάδμιο (ΕΕ C 30, σ. 1), συνιστά την εφαρμογή μιας συνολικής στρατηγικής καταπολέμησης της ρυπάνσεως του περιβάλλοντος από το κάδμιο, ιδίως με τη βοήθεια μέτρων που θα περιορίζουν τη χρήση του και θα ενθαρρύνουν την ανάπτυξη υποκαταστάτων. Στην ίδια αιτιολογική σκέψη αναφέρεται επίσης ότι πραγματοποιείται εκτίμηση των κινδύνων που συνεπάγεται το κάδμιο στο πλαίσιο του κανονισμού (ΕΟΚ) 793/93 του Συμβουλίου, της 23ης Μαρτίου 1993, για την αξιολόγηση και τον έλεγχο των κινδύνων από τις υπάρχουσες ουσίες (ΕΕ L 84, σ. 1), ότι η Επιτροπή θα επανεξετάσει τους σχετικούς με το κάδμιο περιορισμούς με βάση τα αποτελέσματα της εκτίμησης αυτής και ότι πρέπει γι' αυτό τον λόγο να επιτραπεί στη Δημοκρατία της Αυστρίας και στο Βασίλειο της Σουηδίας να διατηρήσουν προσωρινά τα αυστηρότερα μέτρα που εφαρμόζουν.
15 Το σημείο 3 του παραρτήματος της οδηγίας 1999/51 (στο εξής: προσβαλλομένη διάταξη) πρόσθεσε στο σημείο 24, που αφορά το κάδμιο και τις ενώσεις του, του παραρτήματος Ι της οδηγίας 76/769 όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/338, το ακόλουθο σημείο 4:
«Η Αυστρία και η Σουηδία που εφαρμόζουν ήδη περιοριστικά μέτρα για το κάδμιο, μεγαλύτερης εμβέλειας εκείνων που προβλέπονται στις παραγράφους 1, 2 και 3, μπορούν να εξακολουθούν να τα εφαρμόζουν μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2002. ριν από την ημερομηνία αυτή, η Επιτροπή θα επανεξετάσει τις διατάξεις του παραρτήματος Ι της οδηγίας 76/769/ΕΟΚ, που αφορούν το κάδμιο, με βάση τα αποτελέσματα της εκτίμησης των κινδύνων όσον αφορά το κάδμιο, καθώς και την εξέλιξη των γνώσεων και των τεχνικών στον τομέα των υποκατάστατων του καδμίου.»
Η προσφυγή ακυρώσεως
16 Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών προβάλλει τέσσερις λόγους ακυρώσεως στο πλαίσιο του αιτήματος περί ακυρώσεως της προσβαλλομένης διάταξης. ρώτον η Επιτροπή υπερέβη τις αρμοδιότητές της με τη θέσπιση της διάταξης αυτής βάσει του άρθρου 2α της οδηγίας 76/769. Δεύτερον, η προσβαλλομένη διάταξη αντιβαίνει στις ουσιαστικές διατάξεις της οδηγίας αυτής διότι εξυπακούει ότι το σημείο 24 του παραρτήματος Ι αυτής, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/338, περιλαμβάνει πλήρη εναρμόνιση των πιθανών χρήσεων του καδμίου. Τρίτον, η προσβαλλομένη διάταξη θεσπίστηκε κατά παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου. Τέταρτον, δεν ανταποκρίνεται στην υποχρέωση αιτιολογίας του άρθρου 253 ΕΚ.
Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, αντλούμενου από την υπέρβαση εξουσίας εκ μέρους της Επιτροπής
17 Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως, η Ολλανδική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η προσβαλλομένη διάταξη δεν μπορεί να θεωρηθεί ως τροποποίηση που είναι αναγκαία για την προσαρμογή του παραρτήματος Ι της οδηγίας 76/769 στην τεχνική πρόοδο, κατά την έννοια του άρθρου 2α της οδηγίας αυτής.
Επιχειρήματα των διαδίκων
18 Η Ολλανδική Κυβέρνηση παρατηρεί ότι, βάσει του άρθρου 2α της οδηγίας 76/769, η Επιτροπή έχει την εξουσία να θεσπίσει, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 29 της οδηγίας 67/548, τις τροποποιήσεις που είναι αναγκαίες για την προσαρμογή του παραρτήματος Ι της οδηγίας 76/769 στην τεχνική πρόοδο όσον αφορά τις ουσίες και τα παρασκευάσματα που ήδη καλύπτονται από το παράρτημα αυτό. Κατά την άποψή της, η διάταξη αυτή έχει ως κύριο αντικείμενο να δώσει τη δυνατότητα στις κοινοτικές αρχές να αντιδράσουν άμεσα επιβάλλοντας περιορισμούς στην υπάρχουσα χρήση επικινδύνων ουσιών και παρασκευασμάτων οσάκις διαπιστώνεται βλάβη στους ανθρώπους ή ζημία στο περιβάλλον ιδίως όταν πρόκειται για περίπτωση με σοβαρές συνέπειες για την υγεία των ανθρώπων.
19 Κατά την Ολλανδική Κυβέρνηση, από αυτό προκύπτει ότι η προσβαλλομένη διάταξη δεν μπορεί να θεωρηθεί ως τροποποίηση αναγκαία για την προσαρμογή στην τεχνική πρόοδο, κατά την έννοια του άρθρου 2α της οδηγίας 76/769, το σημείο 24 του παραρτήματος Ι της οδηγίας αυτής, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/338. Αφενός η προσβαλλομένη διάταξη δεν στηρίζεται στην πρόοδο των γνώσεων και των τεχνικών στον τομέα των υποκαταστάτων καδμίου, όπως προκύπτει σαφώς από την πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 1999/51. Συγκεκριμένα, η αξιολόγηση του κινδύνου για το περιβάλλον και την υγεία των προσώπων που δημιουργεί η χρησιμοποίηση καδμίου δεν είχε ολοκληρωθεί όταν η Επιτροπή θέσπισε την προσβαλλομένη διάταξη. Αφετέρου, η πρόοδος των γνώσεων και της τεχνικής στον τομέα των υποκαταστάτων καδμίου πρέπει κατ' αρχήν να επηρεάζει κατά τον ίδιο τρόπο όλα τα κράτη μέλη. αρ' όλα αυτά η προσβαλλόμενη διάταξη δημιουργεί ειδικό καθεστώς για τη Δημοκρατία της Αυστρίας και το Βασίλειο της Σουηδίας.
20 Η Ολλανδική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η προσβαλλομένη διάταξη σκοπεί κυρίως να προλάβει τις πρακτικές δυσχέρειες που θα εμφανιστούν στα δύο αυτά κράτη μέλη όταν αυτά αναγκαστούν, με την παύση της ισχύος των παρεκκλίσεων που προβλέπουν τα άρθρα 69 και 112 της ράξεως ροσχωρήσεως, να τροποποιήσουν τη νομοθεσία τους λίγο πριν από τη θέσπιση νέων κοινοτικών περιορισμών της χρήσεως καδμίου. Υπό τις συνθήκες αυτές, η προσβαλλομένη διάταξη πρέπει να θεωρηθεί ως τροποποίηση του παραρτήματος Ι της οδηγίας 76/769 που προδικάζει μέλλουσα προσαρμογή του παραρτήματος αυτού στην τεχνική πρόοδο κατά την έννοια του άρθρου 2α της εν λόγω οδηγίας.
21 Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από τη Σουηδική Κυβέρνηση, υποστηρίζει ότι το άρθρο 2α της οδηγίας 76/769 της δίνει την εξουσία να θεσπίσει, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 29 της οδηγίας 67/548, μικρής κλίμακας τροποποιήσεις του παραρτήματος Ι της οδηγίας 76/769. Αντίθετα με όσα υποστηρίζει η Ολλανδική Κυβέρνηση, δεν απαγορεύεται γενικώς στην Επιτροπή να ασκεί την εξουσία αυτή αν δεν υπάρχουν τελικές και πλήρεις επιστημονικές μελέτες σχετικά με τον κίνδυνο που προκαλεί η χρήση καδμίου και τη δυνατότητα χρησιμοποιήσεως υποκαταστάτου. Με τη θέσπιση της προσβαλλομένης διάταξης, έλαβε υπόψη τα προκαταρκτικά αποτελέσματα της διεξαγόμενης αξιολόγησης των κινδύνων του καδμίου επισημαίνοντας ότι είναι ανάγκη να περιοριστεί περισσότερο η χρήση του και το γεγονός ότι επρόκειτο να κατατεθεί προσεχώς σχετική πρόταση.
22 Η Επιτροπή υποστηρίζει επί πλέον ότι, δεδομένου ότι θα χρειαστούν πιθανότατα και πρόσθετοι περιορισμοί της χρήσεως καδμίου, αν δεν θέσπιζε την επίδικη διάταξη θα προσέβαλλε τις εύλογες προσδοκίες της Δημοκρατίας της Αυστρίας και του Βασιλείου της Σουηδίας και θα παραβίαζε την αρχή της καλής διαχείρισης. Αν είχε γίνει αυτό, τα κράτη αυτά θα αναγκάζονταν να καταργήσουν τους περιορισμούς που προβλέπουν οι οικείες νομοθεσίες ενώ πιθανότατα θα θεσπίζονταν προσεχώς παρόμοιοι περιορισμοί σε κοινοτικό επίπεδο.
23 Τέλος, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι ιδιαίτερες αυτές περιστάσεις δικαιολογούσαν ένα ειδικό καθεστώς για τη Δημοκρατία της Αυστρίας και το Βασίλειο της Σουηδίας, αντίστοιχο αυτού που προβλέπει προσωρινά η ράξη ροσχωρήσεως. Το καθεστώς αυτό αντικατοπτρίζει απλώς το γεγονός ότι τα δύο αυτά κράτη μέλη προηγούνται στον τομέα της πρόληψης των κινδύνων που ενέχει για την υγεία το κάδμιο και ότι οι περιοριστικοί κανόνες των νομοθεσιών τους που διέπουν τη χρήση του καδμίου θα υιοθετηθούν κατά πάσα πιθανότητα σε κοινοτική κλίμακα στο προσεχές μέλλον.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
24 Το άρθρο 2α της οδηγίας 76/769 παρέχει στην Επιτροπή την εξουσία να θεσπίσει «τις τροποποιήσεις που είναι αναγκαίες για την προσαρμογή [του παραρτήματος Ι] στην τεχνική πρόοδο». Η διάταξη αυτή προστέθηκε στην οδηγία 76/769 με την οδηγία 89/678, που αναφέρει, στην πρώτη και στην τρίτη αιτιολογική σκέψη, ότι «ο πληθυσμός και το περιβάλλον συνεχώς εκτίθενται σε νέους κινδύνους που προκαλεί η χρήση χημικών· ότι, όταν διαπιστώνονται ζημίες και, κυρίως, όταν παρουσιάζονται περιπτώσεις που έχουν σοβαρές συνέπειες για την υγεία των ατόμων, είναι απαραίτητη μια άμεση παρέμβαση για να απαγορευθούν ή να περιοριστούν, σε κοινοτικό επίπεδο, η διάθεση στην αγορά και η χρησιμοποίηση ορισμένων επικίνδυνων ουσιών και παρασκευασμάτων» και ότι «η πρόοδος της τεχνικής απαιτεί γρήγορη προσαρμογή των διατάξεων που περιλαμβάνονται στο παράρτημα της οδηγίας 76/769/ΕΟΚ».
25 ροβλέποντας, δηλαδή, εναλλακτική διαδικασία σε σχέση με την προβλεπόμενη στο άρθρο 95 ΕΚ, ο κοινοτικός νομοθέτης θέλησε να καταστήσει δυνατές, στο κοινοτικό επίπεδο, τις άμεσες προσαρμογές του παραρτήματος Ι της οδηγίας 76/769, οσάκις διαπιστώνονται νέοι κίνδυνοι για την υγεία των προσώπων και για το περιβάλλον που υπαγορεύουν νέους περιορισμούς της χρήσεως ορισμένων επικινδύνων ουσιών και παρασκευασμάτων.
26 Για να μπορεί η Επιτροπή να εφαρμόσει αυτή τη διαδικασία πρέπει να διαθέτει επιστημονικά στοιχεία, αρκούντως αξιόπιστα που να αποδεικνύουν ότι είναι αναγκαία η εισαγωγή τέτοιων περιορισμών της χρήσεως της συγκεκριμένης ουσίας ή του συγκεκριμένου παρασκευάσματος.
27 _Ομως η προσβαλλομένη διάταξη δεν περιέχει κανένα νέο περιορισμό της χρήσεως καδμίου στο κοινοτικό επίπεδο. Απλώς επιτρέπει στη Δημοκρατία της Αυστρίας και στο Βασίλειο της Σουηδίας να διατηρήσουν τους υπάρχοντες περιορισμούς της χρήσεως αυτής της ουσίας.
28 Η Επιτροπή δεν αμφισβητεί ότι, όταν θέσπισε την προσβαλλομένη διάταξη, δεν διέθετε αρκούντως αξιόπιστα επιστημονικά στοιχεία που θα της επέτρεπαν να προτείνει προσαρμογή στην τεχνική πρόοδο του αναφερομένου στο κάδμιο και στις ενώσεις του σημείου 24 του παραρτήματος Ι της οδηγίας 76/769, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/338, στο κοινοτικό επίπεδο. Εξάλλου, κανένας από τους διαδίκους που κατέθεσαν παρατηρήσεις δεν υποστηρίζει ότι, σύμφωνα με τις επιστημονικές γνώσεις στον τομέα αυτόν, υπάρχουν στην Αυστρία ή στη Σουηδία ειδικές περιστάσεις που δικαιολογούν ενδεχομένως αξιολόγηση των κινδύνων που συνεπάγεται η χρήση καδμίου στα δύο αυτά κράτη διαφορετική από την αξιολόγηση που γίνεται στο κοινοτικό επίπεδο.
29 Υπό τις συνθήκες αυτές, διαπιστώνεται ότι η προσβαλλομένη διάταξη δεν μπορεί να θεωρηθεί ως προσαρμογή του παραρτήματος Ι της οδηγίας 76/769 στην τεχνική πρόοδο, κατά την έννοια του άρθρου 2α της οδηγίας αυτής.
30 Κατά συνέπεια, το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως της Ολλανδικής Κυβέρνησης πρέπει να γίνει δεκτό και να ακυρωθεί η προσβαλλομένη διάταξη χωρίς να χρειάζεται να εξεταστεί το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου ακυρώσως ούτε ο δεύτερος, ο τρίτος και ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως.
31 Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Ολλανδική Κυβέρνηση πρότεινε, σε περίπτωση ακυρώσεως της επίδικης διάταξης, να περιορίσει το Δικαστήριο τα διαχρονικά αποτελέσματα της ακύρωσης. Ωστόσο, ναι μεν σοβαροί λόγοι ασφάλειας δικαίου παρόμοιοι με αυτούς που συντρέχουν σε περίπτωση ακυρώσεως ορισμένων κανονισμών μπορούν να δικαιολογήσουν την εκ μέρους του Δικαστηρίου χρήση της εξουσίας που παρέχει το άρθρο 231, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ να αποφασίσει να διατηρήσει τα αποτελέσματα των ακυρουμένων πράξεων, στην υπό κρίση υπόθεση, όμως, δεν προβλήθηκε η ύπαρξη τέτοιων λόγων. Συνεπώς το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν συντρέχει λόγος εφαρμογής της διάταξης αυτής εν προκειμένω.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
32 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2 του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον έχει διατυπώσει σχετικό αίτημα ο νικήσας διάδικος. Δεδομένου ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών ζήτησε να καταδικαστεί η Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα η οποία και ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα. Κατ' εφαρμογήν του άρθρου 69, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, του ίδιου κανονισμού το Βασίλειο της Σουηδίας που παρενέβη στη δίκη πρέπει να φέρει τα δικά του έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Ακυρώνει το σημείο 3 του παραρτήματος της οδηγίας 1999/51/ΕΚ της Επιτροπής, της 26ης Μα_ου 1999, σχετικά με την πέμπτη προσαρμογή στην τεχνική πρόοδο του παραρτήματος Ι της οδηγίας 76/769/ΕΟΚ του Συμβουλίου περί προσεγγίσεως των νομοθετικών κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών οι οποίες αφορούν περιορισμούς στην εμπορία και χρήση ορισμένων επικινδύνων ουσιών και παρασκευασμάτων [κασσίτερος, πενταχλωροφαινόλη (PCP) και κάδμιο].
2) Καταδικάζει την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στα δικαστικά έξοδα.
3) Το Βασίλειο της Σουηδίας φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy