Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Γεωργία - Κοινή οργάνωση αγορών - Κρέας πουλερικών - Εμπόριο με τις τρίτες χώρες - Συμπληρωματικοί εισαγωγικοί δασμοί - Καθορίζονται βάσει της τιμής εισαγωγής caf - Υποχρέωση του εισαγωγέα να υποβάλει αίτηση - Καθορισμός βάσει της αντιπροσωπευτικής τιμής - Άκυρος
(Κανονισμός 1484/95 του Συμβουλίου, άρθρα 2 § 1 και 3 §§ 1 και 3)
Περίληψη
$$Το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού 1484/95, περί των κανόνων εφαρμογής του καθεστώτος συμπληρωματικών εισαγωγικών δασμών και του καθορισμού τους, στους τομείς του κρέατος πουλερικών και αυγών και της αυγοαλβουμίνης καθώς και περί καταργήσεως του κανονισμού 163/67, είναι άκυρο καθόσον ορίζει ότι ο συμπληρωματικός εισαγωγικός δασμός στον οποίο αναφέρεται καθορίζεται κατ' αρχήν βάσει της αντιπροσωπευτικής τιμής που προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1484/95 και ότι καθορίζεται βάσει της τιμής εισαγωγής cif της οικείας αποστολής μόνον αν το ζητήσει ο εισαγωγέας.
( βλ. σκέψη 36 και διατακτ. )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-317/99,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του College van Beroep voor het bedrijfsleven (Κάτω Χώρες) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 234 ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Kloosterboer Rotterdam BV
και
Minister van Landbouw, Natuurbeheer en Visserij,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς το κύρος του άρθρου 3, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού (ΕΚ) 1484/95 της Επιτροπής, της 28ης Ιουνίου 1995, περί των κανόνων εφαρμογής του καθεστώτος συμπληρωματικών εισαγωγικών δασμών και καθορισμού τους, στους τομείς του κρέατος πουλερικών και αυγών και της αυγοαλβουμίνης καθώς και περί καταργήσεως του κανονισμού 163/67/ΕΟΚ (ΕΕ L 145, σ. 47), καθώς και ως προς την ερμηνεία της εν λόγω διάταξης και των άρθρων 65 και 220, παράγραφος 2, στοιχείο β_, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 302, σ. 1),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από την N. Colneric, πρόεδρο του δευτέρου τμήματος, προεδρεύουσα του έκτου τμήματος, και τους C. Gulmann, R. Schintgen, Β. Σκουρή (εισηγητή) και J. N. Cunha Rodrigues, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: D. Ruiz-Jarabo Colomer
γραμματέας: H. A. Rühl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η Kloosterboer Rotterdam BV, εκπροσωπούμενη από τους K. H. Meenhorst και A. P. Eeltink, belastingadviseurs,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους C. van der Hauwaert και R. Tricot,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Kloosterboer Rotterdam BV και της Επιτροπής, κατά τη συνεδρίαση της 22ας Μαρτίου 2001,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 2ας Μα_ου 2001,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 21ης Ιουλίου 1999, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 26 Αυγούστου 1999, το College van Beroep voor het bedrijfsleven υπέβαλε, βάσει του άρθρου 234 ΕΚ, έξι προδικαστικά ερωτήματα ως προς το κύρος του άρθρου 3, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού (ΕΚ) 1484/95 της Επιτροπής, της 28ης Ιουνίου 1995, περί των κανόνων εφαρμογής του καθεστώτος συμπληρωματικών εισαγωγικών δασμών και του καθορισμού τους, στους τομείς του κρέατος πουλερικών και αυγών και της αυγοαλβουμίνης καθώς και περί καταργήσεως του κανονισμού 163/67/ΕΟΚ (ΕΕ L 145, σ. 47), καθώς και ως προς την ερμηνεία της εν λόγω διάταξης και των άρθρων 65 και 220, παράγραφος 2, στοιχείο β_, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 302, σ. 1, στο εξής: τελωνειακός κώδικας).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο δίκης μεταξύ της Kloosterboer Rotterdam BV (στο εξής: Kloosterboer), επιχείρησης εκτελωνισμού, και του Minister van Landbouw, Natuurbeheer en Visserij (Ολλανδού Υπουργού Γεωργίας, ροστασίας της Φύσεως και Αλιείας, στο εξής: υπουργός), σχετικά με την εκ των υστέρων είσπραξη συμπληρωματικών εισαγωγικών δασμών (στο εξής: συμπληρωματικοί δασμοί) για την εισαγωγή παρτίδων φιλέτου στήθους κοτόπουλου από τη Βραζιλία.
Το νομικό πλαίσιο
3 Η συμφωνία για τη γεωργία που περιλαμβάνεται στο παράρτημα 1 Α της συμφωνίας περί ιδρύσεως του αγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΟΕ), που εγκρίθηκε εξ ονόματος της Κοινότητας με το άρθρο 1, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, της αποφάσεως 94/800/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994, σχετικά με την εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας σύναψη των συμφωνιών που απέρρευσαν από τις πολυμερείς διαπραγματεύσεις του Γύρου της Ουρουγουάης (1986-1994), καθόσον αφορά τα θέματα που εμπίπτουν στις αρμοδιότητές της (ΕΕ L 336, σ. 1), ορίζει στο άρθρο 5, παράγραφοι 1, στοιχείο β_, και 5:
«1. Κατά παρέκκλιση των διατάξεων του άρθρου ΙΙ, παράγραφος 1, στοιχείο β_, της GATT του 1994, κάθε μέλος δύναται να επικαλεσθεί τις διατάξεις των κατωτέρω παραγράφων 4 και 5 [...]:
α) [...]
β) εάν η τιμή με την οποία οι εισαγωγές του υπό εξέταση προϊόντος δύνανται να εισέλθουν στο τελωνειακό έδαφος του μέλους [του ΟΕ] που παρέχει την παραχώρηση, όπως καθορίζεται βάσει της τιμής εισαγωγής cif του συγκεκριμένου φορτίου [...], είναι κατώτερη της τιμής ενεργοποίησης που ισούται με τη μέση τιμή αναφοράς των ετών 1986 έως 1988 για το υπό εξέταση προϊόν.
[...]
5. Ο συμπληρωματικός δασμός που επιβάλλεται βάσει της παραγράφου 1, στοιχείο β_, καθορίζεται ως ακολούθως:
[...]».
4 Το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2777/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του κρέατος πουλερικών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/014, σ. 71), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 3290/94 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994, σχετικά με τις προσαρμογές και τα μεταβατικά μέτρα στον τομέα της γεωργίας που είναι αναγκαία για την εφαρμογή των συμφωνιών οι οποίες έχουν συναφθεί στο πλαίσιο των πολυμερών εμπορικών διαπραγματεύσεων του Γύρου της Ουρουγουάης (ΕΕ L 349, σ. 105, στο εξής: κανονισμός 2777/75), ορίζει:
«1. Για να αποτραπούν ή να εξαλειφθούν οι επιζήμιες επιπτώσεις στην κοινοτική αγορά που είναι δυνατό να προκύψουν από τις εισαγωγές ορισμένων προϊόντων που αναφέρονται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, η εισαγωγή με τον δασμολογικό συντελεστή που προβλέπει το Κοινό Δασμολόγιο ενός ή περισσοτέρων από τα προϊόντα αυτά υπόκειται στην καταβολή ενός [συμπληρωματικού] εισαγωγικού δασμού, εάν πληρούνται οι όροι που απορρέουν από το άρθρο 5 της συμφωνίας για τη γεωργία, η οποία έχει συναφθεί σύμφωνα με το άρθρο 228 της Συνθήκης στο πλαίσιο των πολυμερών εμπορικών διαπραγματεύσεων του Γύρου της Ουρουγουάης, εκτός εάν οι εισαγωγές δεν κινδυνεύουν να διαταράξουν την κοινοτική αγορά ή εάν οι επιπτώσεις είναι δυσανάλογες σε σχέση με τον επιδιωκόμενο στόχο.
2. [...]
3. Οι τιμές εισαγωγής που λαμβάνονται υπόψη για την επιβολή [συμπληρωματικού] εισαγωγικού δασμού καθορίζονται με βάση τις τιμές εισαγωγής cif της εν λόγω αποστολής.
Οι τιμές εισαγωγής cif επαληθεύονται για τον σκοπό αυτό βάσει των αντιπροσωπευτικών τιμών για το συγκεκριμένο προϊόν στην παγκόσμια αγορά ή στην κοινοτική αγορά εισαγωγής του προϊόντος.
4. Η Επιτροπή θεσπίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 17. Οι λεπτομέρειες αυτές αφορούν ιδίως:
α) τα προϊόντα στα οποία εφαρμόζονται συμπληρωματικοί εισαγωγικοί δασμοί σύμφωνα με το άρθρο 5 της συμφωνίας για τη γεωργία·
β) τα λοιπά κριτήρια που είναι αναγκαία για να εξασφαλίζεται η εφαρμογή της παραγράφου 1 σύμφωνα με το άρθρο 5 της ως άνω συμφωνίας.»
5 Για την εφαρμογή του άρθρου 5, παράγραφος 4, του κανονισμού 2777/75 η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό 1484/95.
6 Κατά το άρθρο 1 του κανονισμού 1484/95, οι συμπληρωματικοί εισαγωγικοί δασμοί που αναφέρονται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 2777/75 ισχύουν για τα προϊόντα που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι του κανονισμού 1484/95 και προέρχονται από τις χώρες που αναφέρει ο κανονισμός αυτός. Στο παράρτημα αυτού αναφέρονται τα «τεμάχια χωρίς κόκκαλα από κατεψυγμένους πετεινούς ή κότες» που αντιστοιχούν στον κωδικό ΣΟ 0207 41 10, καταγωγής Βραζιλίας.
7 Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1484/95 ορίζει ότι οι αντιπροσωπευτικές τιμές που αναφέρονται στο άρθρο 5, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 2777/75 καθορίζονται, σε τακτά χρονικά διαστήματα, λαμβανομένων ιδίως υπόψη των τιμών που ισχύουν στην αγορά των τρίτων χωρών, των τιμών προσφοράς «ελεύθερα στα σύνορα της Κοινότητας» και των τιμών που ισχύουν στα διάφορα στάδια εμπορίας στην Κοινότητα των εισαγομένων προϊόντων.
8 Το άρθρο 3 του κανονισμού 1484/95 είναι το ακόλουθο:
«1. Ο εισαγωγέας μπορεί, κατόπιν αιτήσεως, να ζητήσει να εφαρμοστεί στην περίπτωσή του για τον καθορισμό του συμπληρωματικού δασμού η τιμή cif κατά την εισαγωγή της εν λόγω αποστολής, εφόσον η τελευταία αυτή είναι ανώτερη από την εφαρμοζόμενη αντιπροσωπευτική τιμή, που αναφέρεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1.
Για την εφαρμογή της τιμής cif κατά την εισαγωγή, η οποία λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό του συμπληρωματικού δασμού, πρέπει να προσκομίσει ο ενδιαφερόμενος στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους εισαγωγής τα ακόλουθα τουλάχιστον δικαιολογητικά έγγραφα:
- άλλο ισοδύναμο έγγραφο,
- την ασφαλιστική σύμβαση,
- το τιμολόγιο,
- το πιστοποιητικό προελεύσεως (ενδεχομένως),
- τη σύμβαση μεταφοράς
και
- σε περίπτωση θαλάσσιας μεταφοράς, τη φορτωτική.
2. [...]
3. Ελλείψει της αίτησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1, η τιμή κατά την εισαγωγή της εν λόγω αποστολής η οποία λαμβάνεται υπόψη για την επιβολή του συμπληρωματικού δασμού είναι η αντιπροσωπευτική τιμή που αναφέρεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1.»
9 Κατά το άρθρο 65, δεύτερο εδάφιο, στοιχείο γ_, του τελωνειακού κώδικα «δεν επιτρέπεται να γίνει καμία διόρθωση (της διασάφησης) όταν η σχετική αίτηση υποβάλλεται αφού οι τελωνειακές αρχές [...] έχουν χορηγήσει άδεια παραλαβής των εμπορευμάτων».
10 Το άρθρο 220, παράγραφος 2, στοιχείο β_, του τελωνειακού κώδικα ορίζει ότι αποκλείεται η εκ των υστέρων βεβαίωση μιας τελωνειακής οφειλής, οσάκις «το νομίμως οφειλόμενο ποσό των δασμών δεν βεβαιώθηκε από λάθος των ίδιων των τελωνειακών αρχών, το οποίο λογικά δεν μπορούσε να ανακαλυφθεί από τον οφειλέτη, εφόσον ο τελευταίος ενήργησε με καλή πίστη και τήρησε όλες τις διατάξεις που προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία όσον αφορά την τελωνειακή διασάφηση».
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
11 Μεταξύ 15ης Νοεμβρίου και 19ης Δεκεμβρίου 1995, η Kloosterboer υπέβαλε, για λογαριασμό δύο εντολέων της, τρεις διασαφήσεις για την εισαγωγή στις Κάτω Χώρες παρτίδων φιλέτου στήθους κοτόπουλου από τη Βραζιλία. Οι δηλωθείσες τιμές εισαγωγής cif για τις εν λόγω παρτίδες ήταν 734,70 NLG/100 kg, 728,20 NLG/100 kg, και 742 NLG/100 kg. Κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών η τιμή ενεργοποιήσεως για τα προϊόντα του κωδικού ΣΟ 0207 41 10 ήταν 714 NLG/100 kg καθαρού βάρους.
12 Αρχικά οι αρμόδιες τελωνειακές αρχές θεώρησαν ότι δεν οφείλεται κανένας συμπληρωματικός δασμός για τις εν λόγω παρτίδες και δεν χρειαζόταν να υποβληθεί, μαζί με τις διασαφήσεις εισαγωγής, η αίτηση του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1484/95. Στο σημείο 2.2, δεύτερη περίπτωση, της διατάξεως περί παραπομπής αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι οι τελωνειακές αρχές χορήγησαν στην Kloosterboer τρεις «οριστικές ανακοινώσεις εξετάσεως διασαφήσεως» που περιλαμβάνουν, η πρώτη, τη μνεία «Δεν οφείλεται συμπληρωματικός δασμός», η δεύτερη, τη μνεία «Έλεγχος της τιμής ενόψει επιβολής κοινοτικού δασμού. Τιμή ανά χιλιόγραμμο ανώτερη της τιμής αναφοράς. Έλεγχος αξίας τιμολογίου βάσει του καταλόγου τρεχουσών τιμών» και, η τρίτη, τη μνεία «Αξία τιμολογίου σύμφωνη/τιμή ενεργοποιήσεως ελεγχθείσα/κατατεθέντα έγγραφα διαβιβάστηκαν». Οι διασαφήσεις αυτές έγιναν, δηλαδή, δεκτές και επετράπη η παραλαβή των εμπορευμάτων χωρίς να ζητηθεί συμπληρωματικός δασμός.
13 Ωστόσο σε μεταγενέστερο έλεγχο, ο επιθεωρητής του τελωνείου Ρότερνταμ θεώρησε ότι κακώς δεν εισπράχθηκε συμπληρωματικός δασμός, τον οποίο όφειλε να καταβάλει η Kloosterboer και ο οποίος έπρεπε να υπολογιστεί βάσει της αντιπροσωπευτικής τιμής για καθεμία από τις εν λόγω παρτίδες, διότι η επιχείρηση δεν είχε ζητήσει να καθοριστεί ο δασμός βάσει της τιμής εισαγωγής cif των εν λόγω παρτίδων. Για τον λόγο αυτό εξέδωσε εις βάρος της Kloosterboer τρία εντάλματα πληρωμής εκ των υστέρων.
14 Όταν απορρίφθηκαν οι ενστάσεις της Kloosterboer κατά των ενταλμάτων αυτών, η Kloosterboer προσέφυγε κατά του υπουργού ενώπιον του College van Beroep voor het bedrijfsleven.
15 Ενώπιον του δικαστηρίου αυτού η Kloosterboer υποστήριξε, κυρίως, ότι το άρθρο 3 του κανονισμού 1484/95 είναι ανίσχυρο διότι αντιβαίνει στο άρθρο 5 της συμφωνίας για τη γεωργία και στο άρθρο 5 του κανονισμού 2777/75, καθόσον προβλέπει ότι οφείλεται πάντα συμπληρωματικός δασμός, υπολογιζόμενος βάσει της αντιπροσωπευτικής τιμής, αν ο εισαγωγέας δεν ζήτησε να γίνει ο υπολογισμός βάσει της τιμής εισαγωγής cif, ακόμη και αν η τιμή αυτή είναι ανώτερη της τιμής ενεργοποιήσεως.
16 Επικουρικώς, για την περίπτωση απορρίψεως του κυρίου επιχειρήματός της, η Kloosterboer υποστήριξε αφενός ότι το άρθρο 220, παράγραφος 2, στοιχείο β_, του τελωνειακού κώδικα δεν επιτρέπει την εκ των υστέρων είσπραξη συμπληρωματικών δασμών στην κύρια υπόθεση. Αφετέρου, δήλωσε ότι είναι διατεθειμένη να υποβάλει την αίτηση του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1484/95 - ενδεχομένως στο πλαίσιο αιτήσεως περί επιστροφής των δασμών - υποστηρίζοντας ότι δεν τάσσεται προθεσμία για την υποβολή τέτοιας αιτήσεως.
17 Ο υπουργός απάντησε, πρώτον, ότι η ερμηνεία του άρθρου 3 του κανονισμού 1484/95 δεν είναι καθόλου ασυμβίβαστη με το άρθρο 5 του κανονισμού 2777/75, δεύτερον, ότι το άρθρο 65 του τελωνειακού κώδικα δεν επιτρέπει την υποβολή της αιτήσεως του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1484/95 μετά την άδεια παραλαβής των εμπορευμάτων και, τρίτον, ότι η Kloosterboer ως πεπειραμένη επιχείρηση εκτελωνισμού όφειλε να διαπιστώσει ότι οι τελωνειακές αρχές πλανήθηκαν καθότι δεν ζήτησαν την καταβολή συμπληρωματικών δασμών, οπότε δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 220, παράγραφος 2, του τελωνειακού κώδικα.
18 Υπό τις συνθήκες αυτές το College van Beroep voor het bedrijfsleven, κρίνοντας ότι η επίλυση της ενώπιόν του διαφοράς απαιτεί ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Eίναι έγκυρος ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1484/95 καθόσον με αυτόν θεσπίστηκαν λεπτομέρειες εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 5, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2775/75 κατά τις οποίες ο συμπληρωματικός εισαγωγικός δασμός, κατά την έννοια του άρθρου 5 της συμφωνίας για τη γεωργία, καθορίζεται βάσει της τιμής εισαγωγής cif της σχετικής αποστολής, κατά τέτοιο τρόπο ώστε ο καθορισμός αυτός πραγματοποιείται μόνον όταν ο εισαγωγέας υποβάλει σχετική αίτηση, σε όλες δε τις άλλες περιπτώσεις η τιμή εισαγωγής της σχετικής αποστολής που πρέπει να ληφθεί υπόψη για την επιβολή του συμπληρωματικού εισαγωγικού δασμού είναι η αντιπροσωπευτική τιμή κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1484/95;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, συνάδει προς το κοινοτικό δίκαιο, ιδίως δε προς την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, το ότι, όταν παραλείπεται η υποβολή αιτήσεως κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 1484/95, η τελωνειακή οφειλή υπολογίζεται κατ' εφαρμογήν της παραγράφου 3 του εν λόγω άρθρου, αν
- η δηλωθείσα με τη διασάφηση τιμή cif της σχετικής αποστολής υπερβαίνει την τιμή ενεργοποιήσεως,
- οι τελωνειακές αρχές ανακοινώνουν στον δηλούντα ότι στην περίπτωση αυτή θα μπορούσε να μην υποβληθεί αίτηση,
- ο εισαγωγέας ενήργησε καλοπίστως έχοντας εμπιστοσύνη στις ανακοινώσεις του τελωνείου και
- ο εισαγωγέας έχει κατά τα λοιπά τηρήσει όλες τις προϋποθέσεις των διατάξεων που αφορούν την τελωνειακή διασάφηση;
3) Είναι η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα ομοίως καταφατική αν, εκτός από τις αναφερόμενες στο δεύτερο ερώτημα περιστάσεις, ο συγκεκριμένος εισαγωγέας έλαβε γνώση τις αφορώσες προηγούμενες διασαφήσεις του "γνώμες του ελεγκτή", όπως εκτίθεται στην παράγραφο 2.2, δεύτερη περίπτωση, της παρούσας διατάξεως;
4) Αν στο δεύτερο και στο τρίτο ερώτημα δοθεί καταφατική απάντηση, απαγορεύουν τότε οι διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) 1484/95, σε συνδυασμό με το άρθρο 65 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92, στην περίπτωση που ο εισαγωγέας παραλείπει αρχικώς να υποβάλει αίτηση κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, κανονισμού (ΕΟΚ) 1484/95 διότι παρέσχε εμπιστοσύνη στις διευκρινίσεις των τελωνειακών αρχών, να γίνει δεκτή η αίτηση αυτή μετά τη χορήγηση άδειας παραλαβής των εμπορευμάτων προκειμένου να αποφευχθεί η εφαρμογή του άρθρου 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 1484/95;
5) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο τέταρτο ερώτημα, συνάδει προς το κοινοτικό δίκαιο, ιδίως δε προς τις διατάξεις του άρθρου 220, παράγραφος 2, αρχή και στοιχείο β_, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 και προς την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, η βεβαίωση εκ των υστέρων κατά την έννοια του άρθρου 220, παράγραφος 1, του προαναφερθέντος κανονισμού όταν συντρέχουν περιπτώσεις όπως οι εκτιθέμενες στο δεύτερο ερώτημα;
6) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πέμπτο ερώτημα, πρέπει στο ερώτημα αυτό να δοθεί ομοίως αρνητική απάντηση όταν συντρέχουν οι περιστάσεις που εκτίθενται στο τρίτο ερώτημα;»
Επί του πρώτου ερωτήματος
19 Με το πρώτο ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατά τα ουσιώδη αν το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού 1484/95 είναι έγκυρο καθότι ορίζει ότι ο συμπληρωματικός δασμός, στον οποίο αναφέρεται, καθορίζεται κατ' αρχήν βάσει της αντιπροσωπευτικής τιμής που προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού και ότι ο δασμός αυτός καθορίζεται βάσει της τιμής εισαγωγής cif της οικείας αποστολής μόνον αν ο εισαγωγέας υποβάλλει σχετική αίτηση.
αρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο
20 Η Kloosterboer υποστηρίζει ότι η Επιτροπή υπερέβη τις εκτελεστικές αρμοδιότητες που της αναθέτει ο κανονισμός 2777/75, καθόσον το άρθρο 3 του κανονισμού 1484/95 θεσπίζει ένα σύστημα βάσει του οποίου προσδιορίζεται αν πρέπει να καταβληθούν συμπληρωματικοί δασμοί, το οποίο είναι προδήλως ασυμβίβαστο με το σύστημα που θέσπισε το Συμβούλιο με τον κανονισμό 2777/75, καθώς και με αυτό που θεσπίζει το άρθρο 5 της συμφωνίας για τη γεωργία.
21 Η Επιτροπή, αφού υπογραμμίζει ότι το Συμβούλιο, με τον κανονισμό 2777/75 της αναγνώρισε ευρεία εξουσία εκτιμήσεως και παρεμβάσεως, υποστηρίζει ότι δεν υπερέβη τα όρια της εξουσίας αυτής, καθόσον το περιεχόμενο που έδωσε στο άρθρο 5 της συμφωνίας για τη γεωργία με τον κανονισμό 1484/95 στηρίζεται σε εύλογη ερμηνεία της διατάξεως αυτής, λαμβανομένου υπόψη του μη ρητά διατυπωμένου σκοπού του συμπληρωματικού δασμού, που έγκειται στην καταπολέμηση της απάτης. Συναφώς, η Επιτροπή παρατηρεί ότι αν οι εισαγωγείς δηλώσουν τιμή εισαγωγής cif ανώτερη της αντιπροσωπευτικής τιμής και, κατά μείζονα λόγο, αν η δηλωθείσα τιμή εισαγωγής cif είναι ανώτερη της τιμής ενεργοποιήσεως που είναι ανώτερη της αντιπροσωπευτικής τιμής, όπως συμβαίνει στην κύρια υπόθεση, τότε υπάρχει βάσιμος λόγος σοβαρών αμφιβολιών όσον αφορά το ακριβές της δηλωθείσας τιμής.
22 Ο κανονισμός 1484/95 προβλέπει δηλαδή ένα σύστημα ανιχνεύσεως της απάτης που συνίσταται στο ότι απαιτείται από τον εισαγωγέα να ζητήσει με ρητή αίτηση τον καθορισμό του συμπληρωματικού δασμού βάσει της τιμής εισαγωγής cif και να προσκομίσει ορισμένα δικαιολογητικά, βάσει των οποίων επαληθεύεται η δηλωθείσα τιμή εισαγωγής. Κατά την Επιτροπή, ήταν απαραίτητο και εύλογο να προστεθεί ότι, αν δεν υποβληθεί τέτοια αίτηση και δεν προσκομιστούν τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, τα προϊόντα θεωρούνται ότι εισήχθησαν στην τιμή αγοράς, δηλαδή στην αντιπροσωπευτική τιμή και, κατά συνέπεια, ο συμπληρωματικός δασμός καθορίζεται επ' αυτής της βάσεως.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
23 ρέπει κατ' αρχάς να σημειωθεί ότι ο κανονισμός 3290/94 εκδόθηκε για να επιφέρει, μεταξύ άλλων στην κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα του κρέατος πουλερικών που θεσπίστηκε με τον κανονισμό 2777/75, τις αναγκαίες προσαρμογές για την εφαρμογή των συμφωνιών που συνήφθησαν στο πλαίσιο του Γύρου της Ουρουγουάης μεταξύ των οποίων είναι και η συμφωνία για τη γεωργία. Συναφώς, η τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 3290/94 αναφέρει ότι, «για να διατηρηθεί ένας ελάχιστος βαθμός προστασίας έναντι των επιζήμιων επιπτώσεων στην αγορά που μπορεί να έχει ή [...] δασμολόγηση, η συμφωνία [για τη γεωργία] δέχεται την εφαρμογή συμπληρωματικών δασμών με σαφώς καθορισμένους όρους και μόνο για τα προϊόντα που υπόκεινται στην επιβολή δασμού» και ότι «για τον λόγο αυτό πρέπει να θεσπιστεί σχετική διάταξη στους εν λόγω βασικούς κανονισμούς».
24 Η διάταξη της συμφωνίας για τη γεωργία που ορίζει τους όρους εφαρμογής των συμπληρωματικών δασμών είναι το άρθρο 5 αυτής, το οποίο, αφενός, επιτρέπει την επιβολή συμπληρωματικού δασμού αν η τιμή στην οποία τα προϊόντα που καλύπτει μπορούν να εισέλθουν στο τελωνειακό έδαφος των μελών του ΟΕ πέφτει κάτω από μια συγκεκριμένη τιμή ενεργοποίησης και, αφετέρου, επιβάλλει να λαμβάνεται υπόψη η τιμής εισαγωγής cif της οικείας αποστολής για τον προσδιορισμό του εν λόγω δασμού.
25 Η αντίστοιχη διάταξη στο κοινοτικό δίκαιο είναι το άρθρο 5 του κανονισμού 2777/75 που αναδιατυπώθηκε με τον κανονισμό 3290/94. Στην παράγραφο 3 ορίζει ότι οι τιμές εισαγωγής που λαμβάνονται υπόψη για την επιβολή του συμπληρωματικού δασμού καθορίζονται με βάση τις τιμές εισαγωγής cif της οικείας αποστολής και ότι οι τιμές εισαγωγής cif επαληθεύονται, για τον σκοπό αυτό, «βάσει των αντιπροσωπευτικών τιμών για το συγκεκριμένο προϊόν στην παγκόσμια αγορά ή στην κοινοτική αγορά εισαγωγής του προϊόντος».
26 Το άρθρο 5, παράγραφος 4, του κανονισμού 2777/75 επιφορτίζει την Επιτροπή να θεσπίσει τις λεπτομέρειες εφαρμογής του άρθρου αυτού, οι οποίες αφορούν ιδίως «τα κριτήρια που είναι αναγκαία για να εξασφαλίζεται η εφαρμογή της παραγράφου 1 σύμφωνα με το άρθρο 5 [της συμφωνίας για τη γεωργία]».
27 Ακριβώς για να θεσπίσει τις λεπτομέρειες εφαρμογής του συστήματος του άρθρου 5 του κανονισμού 2777/75 σύμφωνα με το άρθρο 5 της συμφωνίας για τη γεωργία, στον τομέα του κρέατος πουλερικών και των αυγών καθώς και για την αυγοαλβουμίνη, η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό 1484/95.
28 Κατά πάγια νομολογία, η Επιτροπή μπορεί να λαμβάνει όλα τα αναγκαία ή πρόσφορα εκτελεστικά μέτρα για να θέτει σε εφαρμογή τη βασική ρύθμιση, αρκεί τα λαμβανόμενα μέτρα να μην αντίκεινται προς τη ρύθμιση αυτή ή προς τους εκτελεστικούς κανόνες του Συμβουλίου (βλ., ιδίως, αποφάσεις της 4ης Φεβρουαρίου 1997, C-9/95, C-23/95 και C-156/95, Βέλγιο και Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. Ι-645, σκέψη 37, και της 11ης Νοεμβρίου 1999, C-48/98, Söhl & Söhlke, Συλλογή 1999, σ. Ι-7877, σκέψη 36).
29 Όπως προκύπτει, όμως, από την εξέταση των διατάξεων του κανονισμού 1484/95 υπό το φως της βασικής ρύθμισης, η Επιτροπή, θεσπίζοντας το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού αυτού, υπερέβη τα όρια της εκτελεστικής εξουσίας της.
30 Συγκεκριμένα, από το άρθρο 5, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 2777/75 προκύπτει σαφώς ότι μόνον η τιμή εισαγωγής cif της οικείας αποστολής μπορεί να χρησιμεύσει ως βάση για τον καθορισμό συμπληρωματικού δασμού. Υπογραμμίζεται ιδίως ότι η εφαρμογή της διατάξεως αυτής δεν υπόκειται σε καμία προϋπόθεση και δεν υπάρχει καμία εξαίρεση. Εξάλλου, το άρθρο 5, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του ίδιου κανονισμού προβλέπει σαφέστατα ότι η αντιπροσωπευτική τιμή του οικείου προϊόντος λαμβάνεται υπόψη μόνο για την επαλήθευση της τιμής εισαγωγής cif.
31 Αντιστρόφως, το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού 1484/95 εξαρτά τη χρησιμοποίηση της τιμής εισαγωγής cif για τον καθορισμό του συμπληρωματικού δασμού από την προϋπόθεση ότι ο εισαγωγέας υποβάλλει ρητή σχετική αίτηση, συνοδευόμενη από ορισμένα δικαιολογητικά, και επιβάλλει σε όλες τις άλλες περιπτώσεις να λαμβάνεται υπόψη η αντιπροσωπευτική τιμή, η οποία, δηλαδή, ανάγεται σε γενικό κανόνα.
32 Η διαπίστωση αυτή επιρρωννύεται εξάλλου από την τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1484/95, όπου η Επιτροπή αναφέρει ότι «ο εισαγωγέας έχει τη δυνατότητα να επιλέξει τον υπολογισμό του συμπληρωματικού δασμού σε βάση άλλη από αυτή της αντιπροσωπευτικής τιμής».
33 Όπως, όμως, επισημαίνεται στη σκέψη 30 της παρούσας αποφάσεως, το άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 2777/75 δεν προβλέπει καμία εξαίρεση από τον κανόνα του καθορισμού του συμπληρωματικού δασμού βάσει της τιμής εισαγωγής cif και παραπέμπει στην αντιπροσωπευτική τιμή μόνο για την επαλήθευση της τιμής εισαγωγής cif.
34 Όσον αφορά το επιχείρημα της Επιτροπής ότι ο κανονισμός 1484/95 περιλαμβάνει μηχανισμό διαδικαστικού ελέγχου ώστε ο συμπληρωματικός δασμός να υπολογίζεται και να εισπράττεται ορθά, ιδίως όταν υπάρχει πραγματικός κίνδυνος αποφυγής του δασμού αυτού, πρέπει να σημειωθεί ότι, ναι μεν το άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 2777/75 προβλέπει τη δυνατότητα επαληθεύσεως της τιμής εισαγωγής cif σε σχέση με την αντιπροσωπευτική τιμή, πλην όμως ουδόλως επιτρέπει στην Επιτροπή να παρεκκλίνει από τον κανόνα που θεσπίζει σχετικά με τη βάση επιβολής του συμπληρωματικού δασμού.
35 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού 1484/95 αντιβαίνει στο άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 2777/75.
36 Συνεπώς στο πρώτο ερώτημα αρμόζει η απάντηση ότι το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού 1484/95 είναι άκυρο καθόσον ορίζει ότι ο συμπληρωματικός εισαγωγικός δασμός στον οποίο αναφέρεται καθορίζεται κατ' αρχήν βάσει της αντιπροσωπευτικής τιμής που προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 1 του κανονισμού αυτού και ότι καθορίζεται βάσει της τιμής εισαγωγής cif της οικείας αποστολής μόνον αν το ζητήσει ο εισαγωγέας.
Επί των λοιπών ερωτημάτων
37 Λαμβανομένης υπόψη της απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, παρέλκει η απάντηση στα λοιπά προδικαστικά ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
38 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή, που κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 21ης Ιουλίου 1999 το College van Beroep voor het bedrijfsleven, αποφαίνεται:
Το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού (ΕΚ) 1484/95 της Επιτροπής, της 28ης Ιουνίου 1995, περί των κανόνων εφαρμογής του καθεστώτος συμπληρωματικών εισαγωγικών δασμών και του καθορισμού τους, στους τομείς του κρέατος πουλερικών και αυγών και της αυγοαλβουμίνης καθώς και περί καταργήσεως του κανονισμού 163/67/ΕΟΚ, είναι άκυρο καθόσον ορίζει ότι ο συμπληρωματικός εισαγωγικός δασμός στον οποίο αναφέρεται καθορίζεται κατ' αρχήν βάσει της αντιπροσωπευτικής τιμής που προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1484/95 και ότι καθορίζεται βάσει της τιμής εισαγωγής cif της οικείας αποστολής μόνον αν το ζητήσει ο εισαγωγέας.
Full & Egal Universal Law Academy