Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1. Επιτροπή - Σύνθεση - «Άδεια από την υπηρεσία» ενός των μελών της - Δεν έχει επίπτωση επί της νομιμότητας των αποφάσεων που λαμβάνει η Επιτροπή σύμφωνα με τις διατάξεις του εσωτερικού κανονισμού της
(Άρθρα 9 § 1, εδ. 2, ΑΧ και 12, εδ. 1, 2 και 4, ΑΧ· άρθρα 213 § 1, εδ. 2, ΕΚ και 215, εδ. 1, 2 και 4, ΕΚ)
2. Ενισχύσεις χορηγούμενες από τα κράτη - Αναζήτηση παράνομης ενισχύσεως - Ενίσχυση χορηγηθείσα κατά παράβαση των διαδικαστικών κανόνων του άρθρου 88 ΕΚ - Ενδεχόμενη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των αποδεκτών - Προστασία - Προϋποθέσεις και όρια
(Άρθρα 87 ΕΚ και 88 ΕΚ)
3. ΕΚΑΧ - Ενισχύσεις στη σιδηρουργία - Σχέδια ενισχύσεων - Εξέταση από την Επιτροπή - Προκαταρκτική φάση - Περιορισμός σε δύο μήνες, εκτός αν συναινεί το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος
(Άρθρο 88 § 3 ΕΚ· γενική απόφαση 2496/96, άρθρο 6 §§ 5 και 6
4. Πράξεις των οργάνων - Αιτιολογία - Υποχρέωση - Περιεχόμενο - Απόφαση ΕΚΑΧ - Απόφαση της Επιτροπής στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων
(Άρθρα 5, εδ. 2, ΑΧ και 15, εδ. 1, ΑΧ· άρθρο 253 ΕΚ)
5. ΕΚΑΧ - Πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης - Επιχειρήσεις που ασκούν δραστηριότητα παραγωγής στον τομέα του άνθρακα και του χάλυβα - Περιλαμβάνονται
(Άρθρα 4, στοιχ. γ_, ΑΧ, 80 ΑΧ και 81 ΑΧ· παράρτημα Ι ΑΧ)
6. ΕΚΑΧ - Ενισχύσεις - Απαγορεύονται - Προϋποθέσεις - Προσβολή του ανταγωνισμού - Αποκλείεται
(Άρθρο 4, στοιχ. γ_, ΑΧ)
7. ΕΚΑΧ - Παραγωγή - Προϊόν - Έννοια - Συνέπειες
(Άρθρα 4, στοιχ. γ_, ΑΧ και 80 ΑΧ· παράρτημα Ι ΑΧ)
8. ΕΚΑΧ - Πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης - Κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων - Εφαρμογή στο σύνολο των δραστηριοτήτων σιδηρουργικής επιχειρήσεως - Προϋποθέσεις
(Άρθρο 4, στοιχ. γ_, ΑΧ)
9. ΕΚΑΧ - Ενισχύσεις στη σιδηρουργία - Έγκριση της Επιτροπής - Προϋποθέσεις - Κοινοποίηση - Μη τήρηση της προθεσμίας - Αποτελέσματα
(Γενικές αποφάσεις 257/80, 3484/85, 3855/91 και 2496/96)
10. Ενισχύσεις χορηγούμενες από τα κράτη - Ειδικό καθεστώς των δραστηριοτήτων της Treuhandanstalt - Πεδίο εφαρμογής
11. Ενισχύσεις χορηγούμενες από τα κράτη - Απαγόρευση - Παρεκκλίσεις - Ενισχύσεις υπέρ των θιγομένων από τη διαίρεση της Γερμανίας περιοχών - Περιεχόμενο της παρεκκλίσεως - Στενή ερμηνεία - Οικονομικά μειονεκτήματα προκληθέντα από την απομόνωση την οποία δημιούργησε η χάραξη της μεθορίου μεταξύ των δύο ζωνών
(Άρθρο 87 §§ 1 και 2, στοιχ. γ_, ΕΚ)
12. Ενισχύσεις χορηγούμενες από τα κράτη - Έννοια - Εκτίμηση σύμφωνα με το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή
(Άρθρο 87 § 1 ΕΚ)
Περίληψη
1. Από τις διατάξεις των άρθρων 213, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, 215, πρώτο, δεύτερο και τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, 9, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΑΧ, και 12, πρώτο, δεύτερο και τέταρτο εδάφιο, ΑΧ, προκύπτει, αφενός, ότι η Επιτροπή δεν είναι αρμόδια να μεταβάλει τον αριθμό των μελών της και, αφετέρου, ότι, σε περίπτωση παραιτήσεως ενός μέλους της, μόνο το Συμβούλιο είναι αρμόδιο να αντικαταστήσει το μέλος αυτό ή να αποφασίσει ότι δεν υπάρχει λόγος αντικαταστάσεώς του.
Στις Συνθήκες ΕΚ και ΕΚΑΧ ή στον εσωτερικό κανονισμό της Επιτροπής δεν υφίσταται καμία διάταξη προβλέπουσα «άδεια από την υπηρεσία» παραιτουμένου μέλους της Επιτροπής. Όμως, μια τέτοια απόφαση, λαμβανόμενη προς εξασφάλιση της συνεχίσεως της δράσεως της Κοινότητας, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι έχει κάποια επίπτωση επί της ιδιότητας του παραιτουμένου ως επιτρόπου, αλλ' ούτε και ότι έχει ως αντικείμενο τη μείωση του αριθμού των μελών της Επιτροπής. Επομένως, στην περίπτωση αυτή η Επιτροπή έχει νόμιμη σύνθεση προκειμένου να ασκεί την αρμοδιότητά της όσον αφορά τη λήψη αποφάσεων.
( βλ. σκέψεις 20, 25-27 )
2. Λαμβανομένου υπόψη του επιτακτικού χαρακτήρα του ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων που πραγματοποιεί η Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 88 ΕΚ, δεν δικαιολογείται, καταρχήν, η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των επιχειρήσεων που έλαβαν ενίσχυση ως προς τη νομιμότητα της ενισχύσεως παρά μόνον αν η ενίσχυση χορηγήθηκε τηρουμένης της διαδικασίας που προβλέπει το εν λόγω άρθρο. Πράγματι, ένας επιμελής επιχειρηματίας πρέπει κανονικά να είναι σε θέση να βεβαιωθεί ότι τηρήθηκε η διαδικασία αυτή.
Ένα κράτος μέλος, οι αρχές του οποίου χορήγησαν ενίσχυση κατά παράβαση των κανόνων διαδικασίας που προβλέπονται στο άρθρο 88 ΕΚ, δεν μπορεί να επικαλεστεί τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη της δικαιούχου επιχειρήσεως για να αποφύγει την υποχρέωση να λάβει τα αναγκαία μέτρα για την εκτέλεση αποφάσεως της Επιτροπής που το διατάσσει να αναζητήσει την ενίσχυση. Αν γινόταν δεκτή η δυνατότητα αυτή, τούτο θα στερούσε, στην πραγματικότητα, από κάθε πρακτική αποτελεσματικότητα τις διατάξεις των άρθρων 87 ΕΚ και 88 ΕΚ, καθόσον οι εθνικές αρχές θα μπορούσαν έτσι να στηριχθούν στη δική τους παράνομη συμπεριφορά για να εμποδίσουν την αποτελεσματικότητα των αποφάσεων που εξέδωσε η Επιτροπή βάσει των διατάξεων αυτών.
Μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις η καθυστέρηση της Επιτροπής να εκδώσει απόφαση στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων ενδέχεται να δημιουργήσει στον δικαιούχο ενισχύσεως δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ικανή να εμποδίσει την Επιτροπή να υποχρεώσει το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος να διατάξει την επιστροφή της ενισχύσεως αυτής.
( βλ. σκέψεις 41-44 )
3. Σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 6, του έκτου κώδικα ενισχύσεων στη σιδηρουργία, αν η Επιτροπή δεν κινήσει την επίσημη διαδικασία εξετάσεως των ενισχύσεων η οποία προβλέπεται στο άρθρο 6, παράγραφος 5, του κώδικα αυτού ή δεν γνωστοποιήσει τη θέση της με άλλο τρόπο εντός διμήνου από της λήψεως της λεπτομερούς κοινοποίησεως σχεδίου ενισχύσεων, τα προγραμματιζόμενα μέτρα μπορούν να εφαρμοσθούν, υπό τον όρο ότι το κράτος μέλος θα ενημερώσει προηγουμένως την Επιτροπή σχετικά με την πρόθεσή του αυτή. Ο εν λόγω περιορισμός σε δύο μήνες της επιτακτικής προθεσμίας που τάσσεται στην Επιτροπή για να ενεργήσει, που ισχύει επίσης στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 88, παράγραφος 3, ΕΚ, σημαίνει ότι, λαμβανομένου υπόψη του συμφέροντος του κράτους μέλους να πληροφορηθεί ταχέως τι ισχύει σε τομείς όπου η ανάγκη επεμβάσεως μπορεί να έχει επείγοντα χαρακτήρα, η προκαταρκτική εξέταση μιας σχεδιαζόμενης ενισχύσεως πρέπει καταρχήν να θεωρείται επείγουσα, εκτός αν το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος συγκατατίθεται ρητώς για παράταση της σχετικής προθεσμίας.
( βλ. σκέψεις 48-50 )
4. Ναι μεν από την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 5, δεύτερο εδάφιο, τέταρτη περίπτωση, ΑΧ, 15, πρώτο εδάφιο, ΑΧ και 253 ΕΚ αιτιολογία πρέπει να καταφαίνεται, κατά τρόπο σαφή και μη επιδεχόμενο παρερμηνεία, η συλλογιστική της κοινοτικής αρχής που εξέδωσε τη βαλλόμενη πράξη, έτσι ώστε να μπορούν οι ενδιαφερόμενοι να γνωρίζουν τους λόγους που δικαιολογούν το ληφθέν μέτρο και το αρμόδιο δικαστήριο να ασκεί τον έλεγχό του, η αιτιολογία αυτή, εντούτοις, δεν απαιτείται να διευκρινίζει όλα τα καίρια πραγματικά ή νομικά στοιχεία. Πράγματι, το ζήτημα αν η αιτιολογία μιας αποφάσεως ικανοποιεί τις επιταγές αυτές πρέπει να εκτιμάται σε σχέση όχι μόνο με το κείμενό της, αλλά και με το γενικό πλαίσιο στο οποίο αυτή εντάσσεται, καθώς και με το σύνολο των νομικών κανόνων που διέπουν το σχετικό θέμα.
Όσον αφορά ειδικότερα απόφαση στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων, μολονότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, είναι μεν δυνατόν να προκύπτει, από τις ίδιες τις συνθήκες υπό τις οποίες χορηγήθηκε η ενίσχυση, ότι αυτή είναι ικανή να επηρεάσει το μεταξύ κρατών μελών εμπόριο και να νοθεύσει ή να απειλήσει να νοθεύσει τον ανταγωνισμό, η Επιτροπή οφείλει τουλάχιστον να αναφέρει τις συνθήκες αυτές στις αιτιολογικές σκέψεις της αποφάσεώς της.
( βλ. σκέψεις 58-59 )
5. Δυνάμει των άρθρων 80 ΑΧ και 81 ΑΧ, μόνον οι επιχειρήσεις που ασκούν παραγωγική δραστηριότητα στον τομέα του άνθρακα και του χάλυβα υπόκεινται στους κανόνες της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Συναφώς, μόνο τα απαριθμούμενα στο παράρτημα Ι ΑΧ προϊόντα καλύπτονται από τις εκφράσεις «άνθρακας» και «χάλυβας». Επομένως, η προβλεπόμενη στο άρθρο 4, στοιχείο γ_, ΑΧ απαγόρευση κάθε χορηγούμενης από τα κράτη επιδοτήσεως ή ενισχύσεως αφορά τις επιχειρήσεις μόνο στον βαθμό που έχουν μια τέτοια δραστηριότητα παραγωγής.
( βλ. σκέψεις 77-78 )
6. Για να θεωρηθούν κάποιες ενισχύσεις ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά, το άρθρο 4, στοιχείο γ_, ΑΧ, σε αντίθεση με το άρθρο 87, παράγραφος 1, ΕΚ, δεν επιβάλλει την προϋπόθεση να νοθεύουν ή να απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό. Συγκεκριμένα, η εν λόγω διάταξη της Συνθήκης ΕΚΑΧ απαγορεύει όλες τις ενισχύσεις αδιακρίτως, οπότε δεν μπορεί να περιλαμβάνει κάποιο κανόνα de minimis.
( βλ. σκέψη 80 )
7. Ο κατά την έννοια του άρθρου 80 ΑΧ όρος «παραγωγή» δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως αφορών αποκλειστικά την παραγωγή προϊόντων προοριζομένων να διατεθούν στην αγορά. Επομένως, το γεγονός ότι μια επιχείρηση δεν διαθέτει στο εμπόριο την παραγωγή της αυτή δεν είναι ικανό να αποκλείσει την εν λόγω παραγωγή από το πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης ΕΚΑΧ, ιδίως του άρθρου 4, στοιχείο γ_, ΑΧ.
( βλ. σκέψεις 81-82 )
8. Στις περιπτώσεις επιχειρήσεων που παράγουν τόσο προϊόντα υπαγόμενα στη Συνθήκη ΕΚΑΧ όσο και προϊόντα υπαγόμενα στη Συνθήκη ΕΚ, η εφαρμογή της Συνθήκης ΕΚΑΧ σε ενισχύσεις προς στήριξη τομέα παραγωγής μη εμπίπτοντος στο πεδίο εφαρμογής της τελευταίας αυτής Συνθήκης μπορεί να δικαιολογείται όταν υφίσταται πραγματικός κίνδυνος λαθραίας διοχετεύσεως των ενισχύσεων αυτών σε δραστηριότητες παραγωγής εμπίπτουσες στο εν λόγω πεδίο εφαρμογής. Πράγματι, ενόψει, αφενός, των ιδιαιτεροτήτων του τομέα της σιδηρουργίας και, αφετέρου, της αυστηρής και απόλυτης απαγορεύσεως κρατικών ενισχύσεων βάσει του άρθρου 4, στοιχείο γ_, ΑΧ, θα αντέβαινε προς τον σκοπό του συστήματος που προβλέπει η Συνθήκη ΕΚΑΧ να υποβάλλεται στους λιγότερο αυστηρούς κανόνες της Συνθήκης ΕΚ η εξέταση των ενισχύσεων οι οποίες ενδέχεται να χορηγούνται σε υπαγόμενους στη Συνθήκη ΕΚΑΧ τομείς παραγωγής μιας επιχειρήσεως.
( βλ. σκέψη 84 )
9. Αντίθετα προς τις διατάξεις της Συνθήκης ΕΚ περί κρατικών ενισχύσεων, διατάξεις οι οποίες παρέχουν επί μονίμου βάσεως στην Επιτροπή την εξουσία να αποφαίνεται επί του συμβατού τους, οι κώδικες περί των ενισχύσεων παρέχουν την εξουσία αυτή στην Επιτροπή μόνο για καθορισμένη περίοδο. Επομένως, αν οι ενισχύσεις που τα κράτη μέλη επιθυμούν να εγκριθούν με βάση έναν κώδικα δεν κοινοποιηθούν εντός της περιόδου που αυτός προβλέπει προς τούτο, η Επιτροπή δεν μπορεί πλέον να αποφανθεί επί του συμβατού των ενισχύσεων αυτών σε σχέση με τον εν λόγω κώδικα.
( βλ. σκέψεις 93-94 )
10. Τα έγγραφα της Επιτροπής προς τη Γερμανική Κυβέρνηση σχετικά με τις δραστηριότητες της Treuhandanstalt αποκλείουν από το πεδίο εφαρμογής του συστήματος που θεσπίζουν, ως ευαίσθητο τομέα, τον «τομέα του χάλυβα» και όχι τον «τομέα του χάλυβα που υπάγεται στη Συνθήκης ΕΚΑΧ».
( βλ. σκέψη 107 )
11. Το άρθρο 87, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, ΕΚ, κατά το οποίο συμβιβάζονται με την κοινή αγορά «οι ενισχύσεις προς την οικονομία ορισμένων περιοχών της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας οι οποίες θίγονται από τη διαίρεση της Γερμανίας, κατά το μέτρο που είναι αναγκαίες για την αντιστάθμιση των οικονομικών μειονεκτημάτων που προκαλούνται από τη διαίρεση αυτή», δεν καταργήθηκε μετά την επανένωση της Γερμανίας ούτε από τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση ούτε από τη Συνθήκη του Άμστερνταμ.
Εντούτοις, όσον αφορά παρέκκλιση από τη γενική αρχή κατά την οποία οι κρατικές ενισχύσεις δεν συμβιβάζονται με την κοινή αγορά, την οποία προβλέπει το άρθρο 87, παράγραφος 1, στοιχείο γ_, ΕΚ, το άρθρο 87, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, ΕΚ πρέπει να ερμηνεύεται στενά. Επιπλέον, για την ερμηνεία της διατάξεως αυτής, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο το γράμμα της, αλλά και τα συμφραζόμενά της και οι σκοποί που επιδιώκονται με τη ρύθμιση της οποίας αποτελεί μέρος.
Εξάλλου, αφού, μετά την επανένωση της Γερμανίας, το άρθρο 87, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, ΕΚ εφαρμόζεται στα νέα ομόσπονδα κράτη, η εφαρμογή αυτή πρέπει να πραγματοποιείται με τους ίδιους όρους που ίσχυαν και για τα παλαιά ομόσπονδα κράτη πριν από την επανένωση αυτή.
Συναφώς, η έκφραση «διαίρεση της Γερμανίας» αναφέρεται ιστορικά στη χάραξη της διαχωριστικής γραμμής μεταξύ των δύο ζωνών κατοχής το 1948. Επομένως, τα «οικονομικά μειονεκτήματα που προκαλούνται από τη διαίρεση αυτή» δεν μπορούν να αφορούν παρά τα οικονομικά μειονεκτήματα που προκλήθηκαν από την απομόνωση που συνεπήχθη το σύνορο αυτό, όπως είναι η αποκοπή των οδών επικοινωνίας ή η απώλεια των φυσικών αγορών διαθέσεως λόγω διακοπής των εμπορικών συναλλαγών μεταξύ των δύο τμημάτων του γερμανικού εδάφους.
Αντιθέτως, η ερμηνεία ότι το άρθρο 87, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, ΕΚ καθιστά δυνατή την πλήρη αντιστάθμιση της, έστω αδιαμφισβήτητης, οικονομικής καθυστερήσεως των νέων ομόσπονδων κρατών παραγνωρίζει τόσο τον εξαιρετικό χαρακτήρα αυτής της διατάξεως όσο και την αλληλουχία στην οποία εντάσσεται και τους σκοπούς τους οποίους υπηρετεί. Συγκεκριμένα, τα οικονομικά μειονεκτήματα από τα οποία πάσχουν συνολικά τα νέα ομόσπονδα κράτη δεν προκλήθηκαν ευθέως από τη γεωγραφική διαίρεση της Γερμανίας, κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, ΕΚ. Συνεπώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι διαφορές στην ανάπτυξη μεταξύ παλαιών και νέων ομόσπονδων κρατών εξηγούνται από άλλους λόγους και όχι από τη γεωγραφική κατάτμηση που προκλήθηκε από τη διαίρεση της Γερμανίας, και ιδίως από τα διαφορετικά πολιτικοοικονομικά καθεστώτα που εγκαθιδρύθηκαν σε καθένα από τα δύο τμήματα της Γερμανίας.
( βλ. σκέψεις 115-123 )
12. Προκειμένου να προσδιοριστεί αν η ιδιωτικοποίηση επιχειρήσεως έναντι αρνητικής τιμής πωλήσεως περιλαμβάνει στοιχεία κρατικής ενισχύσεως, πρέπει να εξακριβωθεί αν, υπό παρόμοιες περιστάσεις, ένας ιδιώτης επιχειρηματίας μεγέθους συγκρίσιμου προς το μέγεθος των οργανισμών που διαχειρίζονται τον δημόσιο τομέα θα μπορούσε να λάβει την απόφαση να προβεί σε εισφορές κεφαλαίου τέτοιας εκτάσεως στο πλαίσιο της πωλήσεως της εν λόγω επιχειρήσεως ή θα προτιμούσε τη θέση της υπό εκκαθάριση.
Συναφώς, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ των υποχρεώσεων που πρέπει να αναλαμβάνει το Δημόσιο ως κύριος των μετοχών μιας εταιρίας και των υποχρεώσεων που μπορεί να υπέχει ως δημόσια αρχή.
( βλ. σκέψεις 133-134 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-334/99,
Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, εκπροσωπούμενη από τον C.-D. Quassowski, επικουρούμενο από τον J. Sedemund, Rechtsanwalt,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης από τους Δ. Τριανταφύλλου και K.-D. Borchardt, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση των άρθρων 4 έως 7 της αποφάσεως 1999/720/ΕΚ, ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 8ης Ιουλίου 1999, σχετικά με την κρατική ενίσχυση που χορήγησε η Γερμανία στη Gröditzer Stahlwerke GmbH και στη θυγατρική της Walzwerk Burg GmbH (EE L 292, σ. 27),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους G. C. Rodríguez Iglesias, Πρόεδρο, J.-P. Puissochet, Μ. Wathelet, R. Schintgen και C. W. A. Timmermans, προέδρους τμήματος, C. Gulmann, D. A. O. Edward, A. La Pergola, Β. Σκουρή (εισηγητή), S. von Bahr και J. N. Cunha Rodrigues, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: D. Ruiz-Jarabo Colomer
γραμματέας: H. A. Rühl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 27ης Νοεμβρίου 2001, κατά την οποία η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας εκπροσωπήθηκε από τη B. Muttelsee-Schön, επικουρούμενη από τον T. Lübbig, Rechtsanwalt, και η Επιτροπή από τον Δ. Τριανταφύλλου,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 24ης Ιανουαρίου 2002,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 9 Σεπτεμβρίου 1999 η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ζήτησε, δυνάμει των άρθρων 230 ΕΚ και 33 ΑΧ, την ακύρωση των άρθρων 4 έως 7 της αποφάσεως 1999/720/ΕΚ, ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 8ης Ιουλίου 1999, σχετικά με την κρατική ενίσχυση που χορήγησε η Γερμανία στη Gröditzer Stahlwerke GmbH και στη θυγατρική της Walzwerk Burg GmbH (EE L 292, σ. 27, στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση).
Το ιστορικό της διαφοράς
2 Από τη δικογραφία προκύπτει ότι η εταιρία Gröditzer Stahlwerke GmbH (στο εξής: GS) είναι μια σιδηρουργική επιχείρηση η οποία απασχολεί 720 περίπου εργαζομένους, με έδρα τη Σαξονία, ένα από νέα ομόσπονδα κράτη της Γερμανίας (Länder). Το 1990, κατόπιν της επανενώσεως της Γερμανίας, τα αντιπροσωπεύοντα το κεφάλαιο της GS μερίδια αναλήφθηκαν από την Treuhandanstalt, ένα γερμανικό οργανισμό δημοσίου δικαίου επιφορτισμένο με την αναδιάρθρωση και την ιδιωτικοποίηση των επιχειρήσεων των προαναφερθέντων ομοσπόνδων κρατών.
3 Την 1η Ιανουαρίου 1995 η Treuhandanstalt μετονομάστηκε σε «Bundesanstalt für vereinigungsbedingte Sonderaufgaben» (στο εξής: BvS). Έκτοτε, το έργο της BvS επικεντρώνεται στη διαχείριση. Η αποστολή της αναδιαρθρώσεως και της ιδιωτικοποιήσεως των επιχειρήσεων ανατέθηκε, στις αρχές του 1995, σε μια εταιρία ανήκουσα στην BvS, την BMGB Beteiligungs-Management-Gesellschaft Berlin mbH (στο εξής: BMGB), η οποία ανέλαβε επίσης τα μερίδια του κεφαλαίου των εταιριών που κατείχε ακόμη η BvS. Προς υποστήριξη των σχετικών με την ιδιωτικοποίηση ενεργειών, η Treuhandanstalt είχε επιπλέον συστήσει ετερόρρυθμες διαχειριστικές εταιρίες, όπως την εταιρία EREL Gesellschaft Verwaltung GmbH & Co Management KG (στο εξής: EREL), οι οποίες ήταν επιφορτισμένες με το έργο της ιδιωτικοποιήσεως ορισμένων επιχειρήσεων των νέων ομοσπόνδων κρατών κατ' εντολή και υπό την επίβλεψη της Treuhandanstalt.
4 Κατά τη διάρκεια της περιόδου 1992-1996 η GS έλαβε ενισχύσεις που αφορούσαν επενδύσεις και κοινωνικού χαρακτήρα μέτρα, καθώς και ενισχύσεις λειτουργίας, ύψους 304,5 εκατομμυρίων γερμανικών μάρκων (DEM), με τη μορφή δανείων χορηγούμενων από εταίρο, τραπεζικών πιστώσεων με την εγγύηση της Treuhandanstalt και της BvS, αλλά και απ' ευθείας παρεμβάσεων.
5 Την 1η Ιανουαρίου 1997 η BMGB πώλησε τη GS και τη θυγατρική της Walzwerk Burg GmbH (στο εξής: WB) στην εταιρία Georgsmarienhütte GmbH (στο εξής: GMH), κατόπιν διαδικασίας προσκλήσεως προς υποβολή προσφορών την οποία κίνησαν επενδυτικές τράπεζες. Η πώληση της GS στη GMH δημιούργησε δαπάνες σε βάρος της BMGB συνολικού ύψους 393 εκατομμυρίων DEM, οι οποίες προέκυπταν ιδίως από την ακύρωση της επιστροφής των χορηγούμενων από εταίρο δανείων και από την αποπληρωμή των τραπεζικών πιστώσεων.
6 Με έγγραφο της 6ης Ιουνίου 1997 η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κοινοποίησε στην Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 88, παράγραφος 3, ΕΚ), τα μέτρα χρηματοδοτήσεως της GS και της WB πριν από την πραγματοποίηση της ιδιωτικοποιήσεώς τους και κατά τη διάρκειά της. Με έγγραφο της 5ης Αυγούστου 1997 η Επιτροπή ενημέρωσε το κράτος μέλος αυτό σχετικά με την απόφασή της να κινήσει, όσον αφορά τις ως άνω ενισχύσεις, τη διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 6, παράγραφος 5, της αποφάσεως 2496/96/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 18ης Δεκεμβρίου 1996, σχετικά με τη θέσπιση κοινοτικών κανόνων για τις ενισχύσεις προς τη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα (ΕΕ L 338, σ. 42, στο εξής: έκτος κώδικας ενισχύσεων στη σιδηρουργία). Η Επιτροπή κάλεσε τα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με τα μέτρα αυτά.
7 Ενόψει των προεκτεθέντων πραγματικών και διαδικαστικών στοιχείων η Επιτροπή έλαβε την προσβαλλόμενη απόφαση, τα άρθρα 4 έως 7 της οποίας ορίζουν τα εξής:
«Άρθρο 4
Οι επενδυτικές ενισχύσεις συνολικού ύψους 83,2 εκατομμυρίων γερμανικών μάρκων, που χορηγήθηκαν στη GS και αντιστοιχούν στα τραπεζικά δάνεια που είναι εγγυημένα κατά 100 % από την Treuhandanstalt/BvS, στα δάνεια που χορήγησαν οι διάφοροι δημόσιοι φορείς-μέτοχοι της GS (Treuhandanstalt/EREL/BMGB) κατά τη χρονική περίοδο 1992-1996 καθώς και στις επιδοτήσεις που κατεβλήθησαν βάσει της συμφωνίας ιδιωτικοποίησης και στις περιφερειακές ενισχύσεις που κατεβλήθηκαν στο πλαίσιο [του προγράμματος] "Gemeinschaftsaufgabe Verbesserung der regionalen Wirtschaftsstruktur" κατά τη χρονική περίοδο 1997-1999, είναι ασυμβίβαστες προς την κοινή αγορά.
Άρθρο 5
Ο ενισχύσεις συνολικού ύψους 155,5 εκατομμυρίων γερμανικών μάρκων που χορήγησε η Γερμανία στη GS, οι οποίες περιλαμβάνουν τις επενδυτικές ενισχύσεις συνολικού ύψους 14,3 εκατομμυρίων γερμανικών μάρκων και τις λειτουργικές ενισχύσεις συνολικού ύψους 141,2 εκατομμυρίων γερμανικών μάρκων [εκ των οποίων τα 17 εκατομμύρια γερμανικά μάρκα αποτελούν επιδοτήσεις στο πλαίσιο της συμφωνίας ιδιωτικοποίησης και τα 124,2 εκατομμύρια γερμανικά μάρκα αποτελούν χρηματοδότηση μέσω τραπεζικών δανείων εγγυημένων κατά 100 % από την Treuhandanstalt/BvS και μέσω δανείων που χορήγησαν οι εκάστοτε δημόσιοι φορείς-μέτοχοι της GS (Treuhandanstalt/EREL/BMGB)], συνιστούν κρατικές ενισχύσεις που είναι ασυμβίβαστες προς την κοινή αγορά άνθρακα και χάλυβα.
Άρθρο 6
Το δάνειο ύψους 3,3 εκατομμυρίων γερμανικών μάρκων που προτίθεται να χορηγήσει η Γερμανία προς τη GS ως προκαταβολή περιφερειακής ενίσχυσης, σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 2, της συμφωνίας της 27ης Φεβρουαρίου 1999, σχετικά με την πώληση μετοχών της Gröditzer Stahlwerke GmbH προς τη Georgsmarienhütte GmbH, συνιστά ενίσχυση η οποία είναι ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά άνθρακα και χάλαβα.
Άρθρο 7
1. Η Γερμανία θα λάβει τα απαραίτητα μέτρα για την ανάκτηση των παρανόμως χορηγηθεισών ενισχύσεων που αναφέρονται στα άρθρα 4 και 5.
2. Η ανάκτηση θα γίνει σύμφωνα με τις εθνικές διαδικασίες στο βαθμό που το εθνικό δίκαιο δεν καθιστά αδύνατη ή ιδιαιτέρως δύσκολη την εφαρμογή τους. Το υπό ανάκτηση ποσό των ενισχύσεων προσαυξάνεται κατά τους τόκους, οι οποίοι υπολογίζονται από την ημέρα της χορήγησης των ενισχύσεων προς τον δικαιούχο μέχρι την ημέρα της ανάκτησής τους με βάση το επιτόκιο που χρησιμοποιήθηκε για τον υπολογισμό του ισοδυνάμου επιδότησης στο πλαίσιο των περιφερειακών ενισχύσεων.
3. Κατά την έννοια του παρόντος άρθρου δικαιούχος δεν θεωρείται μόνο η GS αλλά και κάθε άλλη επιχείρηση προς την οποία έγινε μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων με στόχο την ακύρωση των αποτελεσμάτων των διατάξεων της παραγράφου 1.»
Η προσφυγή
8 Προς στήριξη της προσφυγής της η Γερμανική Κυβέρνηση προβάλλει έξι λόγους ακυρώσεως, στηριζόμενους, αντιστοίχως,
- σε παράβαση των άρθρων 213 ΕΚ, 215 ΕΚ, 9 ΑΧ και 12 ΑΧ, επειδή η Επιτροπή δεν είχε νόμιμη σύνθεση όταν έλαβε την προσβαλλόμενη απόφαση·
- σε παράβαση της υποχρεώσεως ενεργείας χωρίς καθυστέρηση και των αρχών της χρηστής διοικήσεως και της ασφαλείας δικαίου κατά τη διοικητική διαδικασία, καθώς και παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως·
- σε εφαρμογή κανόνων της Συνθήκης ΕΚΑΧ σε τομείς παραγωγής της GS που δεν εμπίπτουν στη Συνθήκη αυτή·
- σε εσφαλμένη εκτίμηση των επενδυτικών ενισχύσεων στον τομέα παραγωγής της GS που δεν εμπίπτει στη Συνθήκη ΕΚΑΧ, στο πλαίσιο της αποφάσεως 3855/91/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 27ης Νοεμβρίου 1991, που θεσπίζει κοινοτικούς κανόνες για τις ενισχύσεις προς τη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα (ΕΕ L 362, σ. 57, στο εξής: πέμπτος κώδικας ενισχύσεων στη σιδηρουργία)·
- σε εσφαλμένη εκτίμηση των επενδυτικών ενισχύσεων που προορίζονταν για τους μη εμπίπτοντες στη Συνθήκη ΕΚΑΧ τομείς παραγωγής της GS·
- σε εσφαλμένη εκτίμηση της διαδικασίας ιδιωτικοποιήσεως της GS στο πλαίσιο των κανόνων που ισχύουν στον τομέα των ενισχύσεων.
Επί του πρώτου λόγου, που στηρίζεται σε παράτυπη σύνθεση της Επιτροπής
Επιχειρήματα των διαδίκων
9 Η Γερμανική Κυβέρνηση διατείνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω παραβάσεως ουσιώδους τύπου και, επομένως, είναι ανίσχυρη, επειδή η Επιτροπή δεν είχε νόμιμη σύνθεση όταν έλαβε την ως άνω απόφαση. Κατά την κυβέρνηση αυτή η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε κατά παράβαση των άρθρων 213 ΕΚ και 215 ΕΚ (ή των παρομοίων διατάξεων που περιλαμβάνονται στα άρθρα 9 ΑΧ και 12 ΑΧ), καθόσον η Επιτροπή, όταν έλαβε την απόφαση αυτή, δεν αποτελείτο από 20 μέλη, δεδομένου ότι ο επίτροπος Μ. Bangemann είχε «τεθεί σε άδεια» ήδη από την 1η Ιουλίου 1999 με απόφαση του σώματος των επιτρόπων (στο εξής: απόφαση της 1ης Ιουλίου 1999. Δεδομένου, αφενός, ότι η ως άνω «θέση σε άδεια» δεν προβλεπόταν από τη Συνθήκη ΕΚ και, αφετέρου, ότι το Συμβούλιο δεν αντέδρασε σ' αυτή τη «θέση σε άδεια» παρά μόλις στις 9 Ιουλίου 1999, παραιτούμενο από τη δυνατότητα να διορίσει άλλο άτομο στη θέση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 215, δεύτερο εδάφιο, δεύτερη περίοδος, ΕΚ [απόφαση 1999/493/ΕΚ, ΕΚΑΧ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 9ης Ιουλίου 1999, για τη σύνθεση της Επιτροπής (ΕΕ L 192, σ. 53)], η Γερμανική Κυβέρνηση θεωρεί ότι αποδεικνύεται ότι η Επιτροπή τροποποίησε αυτοβούλως τον αριθμό των μελών της τον οποίο επιβάλλει η Συνθήκη ΕΚ, θίγοντας με τον τρόπο αυτό την εξουσία λήψεως αποφάσεως του Συμβουλίου.
10 Η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, ναι μεν το άρθρο 215, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ προβλέπει τη δυνατότητα μειωμένου αριθμού επιτρόπων, κατά τη διάταξη αυτή, όμως, μόνο το Συμβούλιο διαθέτει εξουσία αποφάσεως.
11 Επιπλέον, η Γερμανική Κυβέρνηση διατείνεται ότι ο Μ. Bangemann, βρισκόταν, λόγω συλλογικής παραιτήσεως των μελών της Επιτροπής, στις 16 Μαρτίου 1999, απλώς στην κατάσταση του επιτρόπου που εξακολουθεί να παραμένει σε υπηρεσία, υπό την έννοια του άρθρου 215, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ. Η κατάσταση αυτή διήρκεσε μέχρι την αντικατάσταση των μελών της Επιτροπής. Όμως, κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, ένας επίτροπος που παραμένει σε υπηρεσία δεν μπορεί να απαλλαγεί από τα καθήκοντά του που περιορίζονταν εν προκειμένω στη διαχείριση των τρεχουσών υποθέσεων, περιλαμβανομένης της δυνατότητας λήψεως επειγουσών αποφάσεων, παρά μόνο με τη συμφωνία του Συμβουλίου. Εντούτοις, δεν υπήρχε μια τέτοια συμφωνία όταν εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
12 Εξάλλου, η Γερμανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι δεν τηρήθηκε εν προκειμένω η αρχή της συλλογικότητας της Επιτροπής, καθόσον οι αρμοδιότητες του Μ. Bangemann μεταφέρθηκαν στον επίτροπο K. van Miert, αρμόδιο για την επίβλεψη του ανταγωνισμού και των ενισχύσεων. Έτσι, η αρμόδια για τη βιομηχανική πολιτική γενική διεύθυνση δεν εκπροσωπήθηκε κατά τη διαδικασία που οδήγησε στη λήψη της σχετικής αποφάσεως.
13 Η Επιτροπή εκθέτει, αφενός, ότι το άρθρο 215, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ προβλέπει την περίπτωση ενός μειωμένου αριθμού επιτρόπων και, αφετέρου, ότι το Συμβούλιο επιβεβαίωσε τη χορήγηση αδείας στον Μ. Bangemann, αποφασίζοντας επισήμως στις 9 Ιουλίου 1999 ότι δεν υπήρχε λόγος διορισμού αντικαταστάτη του για μια τόσο σύντομη μεταβατική περίοδο. Κατά την Επιτροπή, η απόφαση αυτή του Συμβουλίου είναι απολύτως νόμιμη. Πράγματι, ο Μ. Bangemann δεν μπορούσε πλέον να ασκεί τα καθήκοντα του επιτρόπου, λαμβανομένης υπόψη της υποχρεώσεώς του να συμμορφώνεται κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του και μετά τη λήξη της προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη θέση του, ιδίως προς την υποχρέωση εντιμότητας και διακριτικότητας όσον αφορά την αποδοχή, μετά τη λήξη της υπηρεσίας του, ορισμένων θέσεων ή ορισμένων πλεονεκτημάτων.
14 Επομένως, η Επιτροπή θα μπορούσε να δώσει λαβή για επικρίσεις εάν ακριβώς ο Μ. Bangemann είχε συνεχίσει να μετέχει στις διαδικασίες λήψεως αποφάσεων της Επιτροπής ενώ είχε ζητήσει να απαλλαγεί από τα καθήκοντά του προκειμένου να μπορέσει να αφοσιωθεί σε επαγγελματικές δραστηριότητες σε κάποια επιχείρηση. Πράγματι, στην πράξη, η Επιτροπή δεν θα μπορούσε να εξακριβώσει σε κάθε περίπτωση την αμεροληψία του Μ. Bangemann. Εν πάση περιπτώσει, οι κανόνες περί ασυμβιβάστου και το καθήκον διακριτικότητας επιβάλλουν κάτι περισσότερο από μια απλή υποχρέωση αμεροληψίας. Επομένως, ήταν αναγκαίο ο Μ. Bangemann να απαλλαγεί από τα καθήκοντα του επιτρόπου.
15 Προς στήριξη της επιχειρηματολογίας της η Επιτροπή επικαλείται την πάγια νομολογία κατά την οποία, σε περιπτώσεις επείγοντος και προς αποφυγή νομικών κενών, η ίδια μπορεί να υποκαθίσταται στη θέση του κοινοτικού νομοθέτη και να λαμβάνει νομοθετικά μέτρα προκειμένου να εξασφαλιστεί η συνέχιση της δράσεως της Κοινότητας (αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 1979, 185/78 έως 204/78, Van Dam en Zonen κ.λπ., Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 132· της 28ης Μαρτίου 1984, 47/83 και 48/83, Midden-Nederland και Van Miert, Συλλογή 1984, σ. 1721, και της 10ης Ιουλίου 1984, 63/83, Kirk, Συλλογή 1984, σ. 2689). Κατά μείζονα λόγο η Επιτροπή είναι αρμόδια να διεκπεραιώνει τις δικές της τρέχουσες υποθέσεις όταν απαρτίζεται από ένα μέλος λιγότερο.
16 Όσον αφορά την επιχειρηματολογία της Γερμανικής Κυβερνήσεως ότι η αρμόδια για τη βιομηχανική πολιτική γενική διεύθυνση δεν εκπροσωπήθηκε κατά τη διαδικασία λήψεως αποφάσεως, η Επιτροπή διατείνεται ότι κάθε σχέδιο αποφάσεώς της υποβάλλεται σε καθεμία από τις αρμόδιες υπηρεσίες, οι οποίες μπορούν να γνωρίσουν εγγράφως την άποψή τους. Εν προκειμένω, το σχέδιο προς έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως είχε γίνει δεκτό από τη γενική διεύθυνση βιομηχανικής πολιτικής.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
17 Πρέπει να υπομνησθεί ότι σύμφωνα με τα άρθρα 213, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, και 9, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΑΧ, το Συμβούλιο αποφασίζοντας με ομοφωνία, μπορεί να τροποποιεί τον αριθμό των μελών της Επιτροπής.
18 Τα άρθρα 215, πρώτο εδάφιο, ΕΚ και 12, πρώτο εδάφιο, ΑΧ, ορίζουν ότι, εκτός των τακτικών ανανεώσεων και των περιπτώσεων θανάτου, τα καθήκοντα μέλους της Επιτροπής λήγουν ατομικώς κατόπιν παραιτήσεως ή απαλλαγής από αυτά. Κατά τα άρθρα 215, δεύτερο εδάφιο, ΕΧ και 12, δεύτερο εδάφιο, ΑΧ, το παραιτηθέν μέλος της Επιτροπής αντικαθίσταται για τον υπόλοιπο χρόνο της θητείας του από νέο μέλος που διορίζεται με κοινή συμφωνία από τις κυβερνήσεις των κρατών μελών. Κατά τις τελευταίες αυτές διατάξεις, το Συμβούλιο μπορεί να αποφασίσει ομόφωνα ότι δεν συντρέχει λόγος αντικαταστάσεως.
19 Επιπλέον, τα άρθρα 215, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ και 12, τέταρτο εδάφιο, ΑΧ, ορίζουν ότι, εκτός από την περίπτωση απαλλαγής από τα καθήκοντά τους που προβλέπεται στα άρθρα 216 ΕΚ και 12 ΑΧ, αντιστοίχως, τα μέλη της Επιτροπής παραμένουν σε υπηρεσία μέχρις ότου αντικατασταθούν.
20 Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει, αφενός, ότι η Επιτροπή δεν είναι αρμόδια να μεταβάλει τον αριθμό των μελών της και, αφετέρου, ότι, σε περίπτωση παραιτήσεως ενός μέλους της, μόνο το Συμβούλιο είναι αρμόδιο να αντικαταστήσει το μέλος αυτό ή να αποφασίσει ότι δεν υπάρχει λόγος αντικαταστάσεώς του.
21 Πριν από το στάδιο της εξετάσεως του βασίμου του πρώτου λόγου ακυρώσεως που προβάλλει η Γερμανική Κυβέρνηση, επομένως, πρέπει να εξεταστεί η ακριβής φύση της αποφάσεως της 1ης Ιουλίου 1999, με την οποία η Επιτροπή έθεσε τον Μ. Bangemann σε «άδεια από την υπηρεσία του», και, ειδικότερα, να διευκρινιστεί αν η Επιτροπή τροποποίησε με την απόφαση αυτή τον αριθμό των μελών της.
22 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι ο Μ. Bangemann, με έγγραφο της 29ης Ιουνίου 1999 το οποίο απηύθυνε στον πρόεδρο της διασκέψεως των εκπροσώπων των κυβερνήσεων των κρατών μελών, ζήτησε να απαλλαγεί από τα καθήκοντά του στην Επιτροπή προκειμένου να μπορέσει να αφοσιωθεί σε επαγγελματικές δραστηριότητες σε μια επιχείρηση.
23 Με την απόφαση της 1ης Ιουλίου 1999 η Επιτροπή έθεσε τον Μ. Bangemann σε «άδεια από την υπηρεσία» μέχρι τη λήξη της διαδικασίας των άρθρων 215 ΕΚ και 12 ΑΧ. Σχετικά με την απόφαση αυτή εκδόθηκε ανακοινωθέν Τύπου που περιελάμβανε δήλωση σχετικά με τη θέση του Μ. Bangemann.
24 Στη δήλωση αυτή, την οποία εξάλλου επικαλέστηκε η Γερμανική Κυβέρνηση προς στήριξη του πρώτου λόγου, η Επιτροπή ανέφερε τα ακόλουθα:
«[Ε]ν πάση περιπτώσει, ο Μ. Bangemann δεν έχει τη δυνατότητα να αναλάβει υπηρεσία στη μέλλουσα θέση του πριν από την περάτωση της διαδικασίας του άρθρου 215 [ΕΚ]. Ο Μ. Bangemann δέχθηκε το σημείο αυτό. Εν αναμονή της περατώσεως αυτής το σώμα των επιτρόπων αποφάσισε ότι ο Μ. Bangemann τίθεται σε άδεια από την υπηρεσία, όπως ζήτησε ο ίδιος.»
25 Ναι μεν, όπως σημειώνει η Γερμανική Κυβέρνηση, στις Συνθήκες ΕΚ και ΕΚΑΧ ή στον εσωτερικό κανονισμό της Επιτροπής δεν υφίσταται καμία διάταξη προβλέπουσα μια τέτοια «άδεια από την υπηρεσία», εντούτοις, επιβάλλεται η διαπίστωση, ανεξάρτητα από την ορολογία που χρησιμοποιείται στην απόφαση της 1ης Ιουλίου 1999, ότι, με την απόφαση αυτή, η Επιτροπή, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει τη συνέχιση της δράσεως της Κοινότητας, απλώς συνήγαγε τις συνέπειες, αφενός, του γεγονότος ότι ο Μ. Bangemann αποφάσισε να δεχθεί να αναλάβει επαγγελματική δραστηριότητα σε ιδιωτική επιχείρηση και, αφετέρου, της επιθυμίας του τελευταίου να μην ασκεί πλέον τα καθήκοντά του στην Επιτροπή.
26 Υπό τις συνθήκες αυτές, η απόφαση της 1ης Ιουλίου 1999 δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι είχε κάποια επίπτωση επί της ιδιότητας του Μ. Bangemann ως επιτρόπου, αλλ' ούτε και ότι είχε ως αντικείμενο τη μείωση του αριθμού των μελών της Επιτροπής.
27 Επομένως, η Επιτροπή είχε νόμιμη σύνθεση όταν έλαβε την προσβαλλόμενη απόφαση.
28 Επομένως, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως της Γερμανικής Κυβερνήσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επί του δευτέρου λόγου, που στηρίζεται σε παράβαση της υποχρεώσεως της Επιτροπής να ενεργεί χωρίς καθυστέρηση και των αρχών της χρηστής διοικήσεως και της ασφαλείας δικαίου κατά τη διοικητική διαδικασία, καθώς και παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως
29 Ο δεύτερος λόγος της Γερμανικής Κυβερνήσεως υποδιαιρείται σε δύο σκέλη.
Επί του πρώτου σκέλους
Επιχειρήματα των διαδίκων
30 Η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση παρέβη την υποχρέωσή της να ενεργεί χωρίς καθυστέρηση, καθώς και τις αρχές της χρηστής διοικήσεως και της ασφαλείας δικαίου, καθόσον η Επιτροπή δεν κίνησε την κύρια διαδικασία ελέγχου των ενισχύσεων παρά μόλις στις 5 Αυγούστου 1997, δηλαδή τρία και πλέον έτη μετά τη λήψη της πρώτης κοινοποιήσεως της Γερμανικής Κυβερνήσεως σχετικά με τα προβλεπόμενα για τη GS μέτρα στηρίξεως.
31 Συναφώς, η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι
- με ανακοίνωση της 9ης Ιουνίου 1994 παρέσχε στην Επιτροπή λεπτομερείς πληροφορίες όσον αφορά την κατανομή τόσο των ενισχύσεων, ύψους 133,3 εκατομμυρίων DEM, τις οποίες είχε καταβάλει μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1993 η Treuhandanstalt για την εξυγίανση της GS, όσο και των μέτρων χρηματοδοτήσεως, ύψους περίπου 90 εκατομμυρίων DEM, που προβλέπονταν για το 1994. Στην ανακοίνωση αυτή η Γερμανική Κυβέρνηση είχε πληροφορήσει την Επιτροπή σχετικά με την ειδική χορήγηση ποσού 15,2 εκατομμυρίων DEM (μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1993) και 6,5 εκατομμυρίων DEM για τη χρηματοδότηση μέτρων κοινωνικού χαρακτήρα. Είχε επισυνάψει το σχέδιο επιχειρήσεως για τα έτη 1994 έως 1996 με σκοπό την ανόρθωση της GS. Έκτοτε, η διαδικασία είχε συνεχιστεί στο πλαίσιο της Επιτροπής υπό τον αριθμό φακέλου NN 46/94·
- με ανακοίνωση της 29ης Ιουνίου 1994 είχε πληροφορήσει την Επιτροπή για τα προβλεπόμενα μέτρα στηρίξεως τα οποία συνίσταντο σε επενδύσεις ύψους 59,61 εκατομμυρίων DEM. Η ανακοίνωση αυτή ανακλήθηκε από τη Γερμανική Κυβέρνηση, με έγγραφο της 2ας Δεκεμβρίου 1994, μόνο κατόπιν υποδείξεως της Επιτροπής·
- με λεπτομερή ανακοίνωση της 7ης Σεπτεμβρίου 1995 παρέσχε στην Επιτροπή μια συνολική περιγραφή της οικονομικής καταστάσεως της GS και της εξελίξεως της εμπορικής δραστηριότητάς της έναντι του ανταγωνισμού. Κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, στην ανακοίνωση αυτή είχε συναφθεί, για κάθε τομέα δραστηριοτήτων, μια σύνοψη του επενδυτικού προγράμματος από το 1993 έως το 1995, καθώς και για τα έτη 1996 και 1997. Οι περιγραφόμενες στην ανακοίνωση αυτή ενισχύσεις, τόσο οι καταβληθείσες όσο και οι σχεδιαζόμενες, αφορούσαν, στο τέλος του 1997, συνολικό ποσό 335,9 εκατομμυρίων DEM. Ακόμη, η Γερμανική Κυβέρνηση ανέφερε, με το έγγραφο αυτό, συζητήσεις με τέσσερις ενδεχόμενους επενδυτές από τη Γερμανία, το Ηνωμένο Βασίλειο και τις Ηνωμένες Πολιτείες·
- με ανακοίνωση προς την Επιτροπή της 3ης Απριλίου 1996, αφενός, συνόψισε το σχέδιο αναδιαρθρώσεως που είχε τεθεί σε εφαρμογή για τη GS και, αφετέρου, παρουσίασε το σχέδιο παραγωγής, την εξέλιξη της δυναμικότητας και της παραγωγής καθώς και τις υπολογισθείσες με βάση τα ως άνω στοιχεία προβλέψεις των αποτελεσμάτων και του κύκλου εργασιών μέχρι το 1998·
- με ανακοινώσεις της 22ας Αυγούστου 1996 και της 9ης Απριλίου 1997 διαβίβασε στην Επιτροπή συμπληρωματικές πληροφορίες σχετικά με τα επενδυτικά μέτρα που τέθηκαν σε εφαρμογή από το 1993 έως το 1995.
32 Η Γερμανική Κυβέρνηση σημειώνει επιπλέον ότι τα οικονομικά στοιχεία τα οποία περιλαμβάνονταν στις ανακοινώσεις που απαριθμούνται στην προηγούμενη σκέψη εξετάστηκαν στο πλαίσιο πολυάριθμων συναντήσεων μεταξύ των εκπροσώπων της και εκείνων της Επιτροπής.
33 Όμως, μέχρι τις 5 Αυγούστου 1997, ημερομηνία κινήσεως της διαδικασίας ελέγχου των ενισχύσεων, η Επιτροπή ουδέποτε είχε αναφέρει ότι διατηρούσε αμφιβολίες όσον αφορά τη νομιμότητα των περιλαμβανόμενων στις ως άνω ανακοινώσεις καταβληθεισών ή προβλεπομένων ενισχύσεων έναντι των ισχυόντων στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων κανόνων. Επίσης, η Επιτροπή δεν αμφισβήτησε ούτε το γεγονός ότι οι πληροφορές που προσκόμισε η Γερμανική Κυβέρνηση περιελάμβαναν εξαντλητική περιγραφή των σχετικών ενισχύσεων.
34 Επομένως, όσον αφορά τις ως άνω ενισχύσεις η Επιτροπή δημιούργησε με τη στάση της, για διάστημα άνω των τριών ετών, δικαιολογημένη εμπιστοσύνη της Γερμανικής Κυβερνήσεως και της GS όσον αφορά το γεγονός ότι δεν επρόκειτο να προβάλει καμία αντίρρηση κατά της χρηματοδοτικής υποστηρίξεως της αναδιαρθρώσεως της επιχειρήσεως αυτής.
35 Όσον αφορά, αφενός, τις ήδη καταβληθείσες τη στιγμή της κοινοποιήσεώς τους ενισχύσεις, η Γερμανική Κυβέρνηση επικαλείται την απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 1987, 223/85, RSV κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. 4617), κατά την οποία η Επιτροπή δεν διαθέτει απεριόριστη χρονική προθεσμία προκειμένου να κρίνει περί της νομιμότητας ενισχύσεων έναντι των εφαρμοστέων στον τομέα αυτό κανόνων. Αντιθέτως, κατά την ως άνω νομολογία, απαγορεύεται στην Επιτροπή να ζητεί την επιστροφή ενισχύσεων όταν έχουν παρέλθει 26 μήνες μεταξύ της κινήσεως της κύριας διαδικασίας ελέγχου και της επιβάλλουσας την επιστροφή αποφάσεως. Όμως, είναι προφανές ότι οι ως άνω αρχές δεν έγιναν σεβαστές στην υπό κρίση υπόθεση, καθόσον μάλιστα πρόκειται για τυπική περίπτωση αναδιαρθρώσεως επιχειρήσεως από την Treuhandanstalt και τη BvS, τα χαρακτηριστικά της οποίας γνώριζε πολύ καλά η Επιτροπή.
36 Αφετέρου, όσον αφορά την κοινοποίηση μέτρων που βρίσκονται ακόμη στο στάδιο του σχεδίου, από την απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 1973, 120/73, Lorenz (Συλλογή τόμος 1973, σ. 815), προκύπτει ότι τα κράτη μέλη οφείλουν κατά κανόνα να ενημερώνονται με σαφήνεια, εντός δύο μηνών από της υποβολής της κοινοποιήσεως, περί της συνεχίσεως της διαδικασίας ελέγχου. Όμως, η Γερμανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή άφησε να περάσουν δύο έως τρία έτη μέχρις ότου εκφράσει, με το από 5 Αυγούστου 1997 έγγραφό της, τις αμφιβολίες της σχετικά με τη νομιμότητα των σχεδίων ενισχύσεων τα οποία είχαν κοινοποιηθεί το 1994 και το 1995.
37 Η Επιτροπή διατείνεται κυρίως ότι η προ της 6ης Ιουνίου 1997 αλληλογραφία την οποία επικαλείται η Γερμανική Κυβέρνηση δεν έχει σημασία για την υπό κρίση υπόθεση. Υποστηρίζει ότι, ναι μεν η κυβέρνηση αυτή πράγματι διαβίβασε στις 9 Ιουνίου 1994 πληροφορίες σχετικά με ενισχύσεις ύψους 133,3 εκατομμυρίων DEM υπέρ της GS μέχρι το τέλος του 1993, η ανακοίνωση όμως αυτή έγινε ανεπισήμως, σε αντίθεση με όσα ορίζει το άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης. Εξάλλου, η πραγματοποιηθείσα στις 29 Ιουνίου 1994 κοινοποίηση αφορούσε μόνο τις επενδυτικές ενισχύσεις, ύψους 59,61 εκατομμυρίων DEM. Όμως, κατά την Επιτροπή, η μερική αυτή κοινοποίηση αποσύρθηκε από τις γερμανικές αρχές στις 2 Δεκεμβρίου 1994, πράγμα το οποίο ισοδυναμεί με έλλειψη οιασδήποτε επίσημης κοινοποιήσεως των επίμαχων ενισχύσεων.
38 Επικουρικώς, η Επιτροπή σημειώνει, πρώτον, ότι η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη την οποία επικαλείται η Γερμανική Κυβέρνηση δημιουργείται μόνον όταν η Επιτροπή εκφράζει την άποψή της χωρίς επιφυλάξεις και λαμβάνει ρητά θετική στάση έναντι των κοινοποιούμενων μέτρων.
39 Δεύτερον, η Επιτροπή θεωρεί ότι η υπό κρίση περίπτωση δεν έχει κανένα από τα χαρακτηριστικά της υποθέσεως που οδήγησε στην προαναφερθείσα απόφαση RSV κατά Επιτροπής, την οποία επικαλείται η Γερμανική Κυβέρνηση.
40 Τρίτον, όσον αφορά την προαναφερθείσα απόφαση Lorenz, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η δίμηνη προθεσμία περί της οποίας γίνεται λόγος στην απόφαση αυτή αρχίζει να τρέχει μόνον όταν η Επιτροπή διαθέτει όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για να λάβει την απόφασή της. Εν πάση περιπτώσει, στην παρούσα υπόθεση, η κοινοποίηση των χορηγηθεισών στη GS ενισχύσεων πραγματοποιήθηκε στις 6 Ιουνίου 1997 και η επίσημη διαδικασία ελέγχου κινήθηκε στις 5 Αυγούστου 1997, ήτοι πριν από την εκπνοή τής ως άνω δίμηνης προθεσμίας. Κατά τα λοιπά, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι, ακόμη και σε περίπτωση εκπνοής της προαναφερθείσας προθεσμίας, για λόγους ασφαλείας δικαίου, το ενδιαφερόμενο κράτος δεν μπορεί να θέσει σε εφαρμογή το οικείο σχέδιο ενισχύσεων παρά μόνο υπό την προϋπόθεση ότι προειδοποίησε σχετικά την Επιτροπή (προαναφερθείσα απόφαση Lorenz, σκέψη 6). Η Γερμανική Κυβέρνηση όμως δεν τήρησε την αρχή αυτή εν προκειμένω.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
41 Όσον αφορά τις ενισχύσεις που είχαν ήδη καταβληθεί τον χρόνο της γνωστοποιήσεώς τους στην Επιτροπή και τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη που επικαλείται η Γερμανική Κυβέρνηση, πρέπει να υπομνησθεί, αφενός, ότι, λαμβανομένου υπόψη του επιτακτικού χαρακτήρα του ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων που πραγματοποιεί η Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 88 ΕΚ, δεν δικαιολογείται, καταρχήν, η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των επιχειρήσεων που έλαβαν ενίσχυση ως προς τη νομιμότητα της ενισχύσεως παρά μόνον αν η ενίσχυση χορηγήθηκε τηρουμένης της διαδικασίας που προβλέπει το εν λόγω άρθρο. Πράγματι, ένας επιμελής επιχειρηματίας πρέπει κανονικά να είναι σε θέση να βεβαιωθεί ότι τηρήθηκε η διαδικασία αυτή (βλ. επ' αυτού την απόφαση της 20ής Μαρτίου 1997, C-24/95, Alcan Deutschland, Συλλογή 1997, σ. Ι-1591, σκέψη 25).
42 Αφετέρου, ένα κράτος μέλος, οι αρχές του οποίου χορήγησαν ενίσχυση κατά παράβαση των κανόνων διαδικασίας που προβλέπονται στο άρθρο 88 ΕΚ, δεν μπορεί να επικαλεστεί τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη της δικαιούχου επιχειρήσεως για να αποφύγει την υποχρέωση να λάβει τα αναγκαία μέτρα για την εκτέλεση αποφάσεως της Επιτροπής που το διατάσσει να αναζητήσει την ενίσχυση. Αν γινόταν δεκτή η δυνατότητα αυτή, τούτο θα στερούσε, στην πραγματικότητα, από κάθε πρακτική αποτελεσματικότητα τις διατάξεις των άρθρων 87 ΕΚ και 88 ΕΚ, καθόσον οι εθνικές αρχές θα μπορούσαν έτσι να στηριχθούν στη δική τους παράνομη συμπεριφορά για να εμποδίσουν την αποτελεσματικότητα των αποφάσεων που εξέδωσε η Επιτροπή βάσει αυτών των διατάξεων της Συνθήκης ΕΚ (αποφάσεις της 20ής Σεπτεμβρίου 1990, C-5/89, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 1990, σ. Ι-3437, σκέψη 17, και της 14ης Ιανουαρίου 1997, C-169/95, Ισπανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. Ι-135, σκέψη 48).
43 Είναι ασφαλώς ακριβές ότι από τη σκέψη 17 της προαναφερθείσας αποφάσεως RSV κατά Επιτροπής προκύπτει ότι η καθυστέρηση της Επιτροπής να εκδώσει απόφαση στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων μπορεί, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να δημιουργήσει στον δικαιούχο ενισχύσεως δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ικανή να εμποδίσει την Επιτροπή να υποχρεώσει το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος να διατάξει την επιστροφή της ενισχύσεως αυτής.
44 Εντούτοις, αφενός, οι περιστάσεις της υποθέσεως που οδήγησε στην έκδοση της προαναφερθείσας αποφάσεως RSV κατά Επιτροπής ήταν εξαιρετικές και δεν παρουσιάζουν καμία ομοιότητα με αυτές της υπό κρίση υποθέσεως. Πράγματι, το επίμαχο στην απόφαση αυτή μέτρο αφορούσε τομέα στον οποίο ήδη από πολλά έτη χορηγούνταν με την έγκριση της Επιτροπής κρατικές ενισχύσεις, αποσκοπούσε δε στην αντιμετώπιση των συμπληρωματικών δαπανών μιας δράσεως στην οποία είχε ήδη χορηγηθεί ενίσχυση κατόπιν σχετικής εγκρίσεως.
45 Αφετέρου, όπως ορθά σημείωσε η Επιτροπή, δεδομένου ότι οι εθνικές αρχές αποτελούν τον άμεσο συνομιλητή της, είναι καλύτερα πληροφορημένες επί της εξελίξεως της διαδικασίας ελέγχου των ενισχύσεων και επί της εκβάσεώς της, οπότε έχουν λιγότερες δυνατότητες έναντι των δικαιούχων των ενισχύσεων αυτών να προβάλλουν ενδεχόμενη προσβολή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης τους, ιδίως όταν, όπως εν προκειμένω, συνέχισαν κατά τη διάρκεια της επίμαχης περιόδου να παρέχουν συμπληρωματικές πληροφορίες περί των επίμαχων μέτρων με δική τους πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής.
46 Επιπλέον, η ίδια η Γερμανική Κυβέρνηση παραδέχεται ότι η Επιτροπή είχε ζητήσει από τις γερμανικές αρχές να αναστείλουν τη διαδικασία κοινοποιήσεως κατά τη διάρκεια μιας μεταβατικής περιόδου, σημειώνοντάς τους παράλληλα ότι είχε την πρόθεση να επανέλθει στην εξέταση του φακέλου μετά τη σύναψη συμφωνίας περί ιδιωτικοποιήσεως.
47 Υπό τις συνθήκες αυτές, η επιχειρηματολογία της Γερμανικής Κυβερνήσεως που σκοπεί στην απόδειξη του ότι προσβλήθηκε η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των εθνικών αρχών δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
48 Όσον αφορά τα μέτρα τα οποία κοινοποίησε στην Επιτροπή η Γερμανική Κυβέρνηση πριν από την εκτέλεσή τους, πρέπει να υπομνησθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 6, του έκτου κώδικα ενισχύσεων στη σιδηρουργία, αν η Επιτροπή δεν κινήσει την επίσημη διαδικασία εξετάσεως των ενισχύσεων η οποία προβλέπεται στο άρθρο 6, παράγραφος 5, του κώδικα αυτού ή δεν γνωστοποιήσει τη θέση της με άλλο τρόπο εντός διμήνου από της λήψεως της λεπτομερούς κοινοποίησεως σχεδίου ενισχύσεων, τα προγραμματιζόμενα μέτρα μπορούν να εφαρμοσθούν, υπό τον όρο ότι το κράτος μέλος θα ενημερώσει προηγουμένως την Επιτροπή σχετικά με την πρόθεσή του αυτή.
49 Ομοίως, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι ο σκοπός του άρθρου 88, παράγραφος 3, το οποίο επιδιώκει να αποτρέπεται η χορήγηση ενισχύσεων αντίθετων προς τη Συνθήκη ΕΚ, συνεπάγεται ότι η απαγόρευση που θέτει συναφώς η τελευταία φράση της διατάξεως αυτής παράγει τα αποτελέσματά της καθ' όλη τη διάρκεια του προκαταρκτικού σταδίου. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο, για να λαμβάνεται υπόψη το συμφέρον των κρατών μελών να πληροφορηθούν γρήγορα τι ισχύει σε τομείς όπου η ανάγκη επεμβάσεως μπορεί να έχει επείγοντα χαρακτήρα, η Επιτροπή οφείλει να ενεργεί χωρίς καθυστέρηση. Αν η Επιτροπή, αφού ενημερωθεί από κράτος μέλος για σχέδιο που έχει ως σκοπό τη χορήγηση ενισχύσεως, παραλείψει να κινήσει τη σχετική διαδικασία με εκατέρωθεν ακρόαση των ενδιαφερομένων μετά από εύλογη προθεσμία, το κράτος μέλος δύναται να προχωρήσει στη σχετική ενίσχυση αφού προειδοποιήσει την Επιτροπή, η δε ενίσχυση αυτή εμπίπτει έκτοτε στο καθεστώς των υφισταμένων ενισχύσεων. Λαμβάνοντας υπόψη τα άρθρα 173 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 230 ΕΚ) και 175 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 232 ΕΚ), το Δικαστήριο έχει δεχθεί ότι μια τέτοια εύλογη προθεσμία δεν πρέπει να υπερβαίνει τους δύο μήνες (βλ., επ' αυτού, μεταξύ άλλων, την προαναφερθείσα απόφαση Lorenz, σκέψη 4, και την απόφαση της 15ης Φεβρουαρίου 2001, C-99/98, Αυστρία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. Ι-1101, σκέψη 32). Εξάλλου, το Δικαστήριο έχει επίσης δεχθεί ότι η ως άνω προθεσμία είναι επιτακτικής φύσεως (προαναφερθείσα απόφαση Αυστρία κατά Επιτροπής, σκέψεις 72 έως 74).
50 Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι το χρονικό διάστημα που διαθέτει η Επιτροπή προκειμένου να προβεί στην προκαταρκτική εξέταση σχεδίου ενισχύσεως και για να αποφασίσει αν συντρέχει λόγος να κινήσει διαδικασία με εκατέρωθεν ακρόαση των ενδιαφερομένων εκτιμήθηκε, τόσο εκ μέρους του κοινοτικού νομοθέτη στο πλαίσιο του έκτου κώδικα ενισχύσεων στη σιδηρουργία όσο και από τη νομολογία του Δικαστηρίου, σε δύο μήνες, λαμβανομένου υπόψη του συμφέροντος του κράτους μέλους να πληροφορηθεί ταχέως τι ισχύει σε τομείς όπου η ανάγκη επεμβάσεως μπορεί να έχει επείγοντα χαρακτήρα. Επομένως, λαμβανομένου υπόψη του συμφέροντος αυτού, η προκαταρκτική εξέταση μιας σχεδιαζόμενης ενισχύσεως πρέπει καταρχήν να θεωρείται επείγουσα, εκτός αν το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος συγκατατίθεται ρητώς για παράταση της σχετικής προθεσμίας (βλ. επ' αυτού την προαναφερθείσα απόφαση Αυστρία κατά Επιτροπής, σκέψη 76).
51 Εν προκειμένω, ενόψει της ειδικής αποστολής της Treuhandanstalt, της BvS και της BMGB, επιβάλλεται η διαπίστωση, πρώτον, ότι όλες οι ενισχύσεις που εξέτασε η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση συνιστούν μέτρα τα οποία ελήφθησαν, αφενός, με σκοπό την πραγματοποίηση της αναδιαρθρώσεως της GS και, αφετέρου, στο πλαίσιο της προοπτικής ιδιωτικοποιήσεως της επιχειρήσεως αυτής.
52 Δεύτερον, πρέπει να σημειωθεί ότι η Γερμανική Κυβέρνηση υποστήριξε, όσον αφορά την ανάκληση της από 29 Ιουνίου 1994 κοινοποιήσεως, ότι η ανάκληση αυτή πραγματοποίθηκε ενώ η Επιτροπή είχε ζητήσει από τις γερμανικές αρχές την αναστολή της διαδικασίας κοινοποιήσεων κατά τη διάρκεια μιας μεταβατικής περιόδου, διότι δεν επίκειτο να πραγματοποιηθεί ταχέως η ιδιωτικοποίηση της GS. Πράγματι, κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, η Επιτροπή τής είχε ανακοινώσει πολλές φορές ότι ήθελε να επαναλάβει τον έλεγχο της υποθέσεως - περιλαμβανομένων των ήδη καταβληθεισών ενισχύσεων περί των οποίων η ως άνω κυβέρνηση είχε ήδη προβεί σε σχετική γνωστοποίηση - όταν θα προχωρούσε η αναδιάρθρωση της GS και θα συναπτόταν συμφωνία ιδιωτικοποιήσεως.
53 Είναι ασφαλώς ακριβές ότι η ως άνω ανάκληση αφορούσε μόνον την ανακοίνωση της 29ης Ιουνίου 1994. Επιβάλλεται ωστόσο η διαπίστωση ότι αποτελεί σαφή και μη επιδεχόμενη παρερμηνεία ένδειξη του γεγονότος ότι η Γερμανική Κυβέρνηση δέχθηκε να εξετάσει η Επιτροπή όλα τα ληφθέντα υπέρ της GS μέτρα, καθώς και τις συνθήκες της αναδιαρθρώσεως και της ιδιωτικοποιήσεως της εν λόγω επιχειρήσεως.
54 Η διαπίστωση αυτή επιρρωννύεται επιπλέον από το γεγονός ότι, παρά τις πολυάριθμες ανακοινώσεις που απηύθυνε στην Επιτροπή, η Γερμανική Κυβέρνηση έκρινε παρ' όλ' αυτά αναγκαίο να κοινοποιήσει εκ νέου, με το από 6 Ιουνίου 1997 έγγραφό της, τα ληφθέντα υπέρ της GS χρηματοδοτικά μέτρα.
55 Υπό τις συνθήκες αυτές επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι, στην υπό κρίση υπόθεση, η Επιτροπή, κινώντας τη διαδικασία του άρθρου 6, παράγραφος 5, του έκτου κώδικα ενισχύσεων στη σιδηρουργία στις 5 Αυγούστου 1997, δηλαδή σε διάστημα μικρότερο των δύο μηνών από της κοινοποιήσεως της 6ης Ιουνίου 1997 περί της οποίας γίνεται λόγος στην προηγούμενη σκέψη, δεν υπερέβη η προθεσμία που προβλέπει το άρθρο 6, παράγραφος 6, του ως άνω κώδικα και η νομολογία που υπενθυμίζεται ανωτέρω στις σκέψεις 49 και 50 της παρούσας αποφάσεως.
56 Επομένως, ενόψει του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου της Γερμανικής Κυβερνήσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί του δευτέρου σκέλους
57 Η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση προσβάλλει την υποχρέωση αιτιολογήσεως, όπως αυτή προβλέπεται από τα άρθρα 5, δεύτερο εδάφιο, τέταρτη περίπτωση, ΑΧ, 15, πρώτο εδάφιο, ΑΧ και 253 ΕΚ, δεδομένου ότι ουδόλως μνημονεύει τις αποφασιστικής σημασίας περιστάσεις της διαδικασίας κοινοποιήσεως για το προ της 6ης Ιουνίου 1997 διάστημα, ουδόλως μνημονεύει τα αποτελέσματα των επίδικων μέτρων επί του μεταξύ κρατών μελών εμπορίου και, ακόμη, δεν αναφέρει αν τα μέτρα αυτά νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό.
58 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, ναι μεν από την επιβαλλόμενη από τις προαναφερθείσες στην προηγούμενη σκέψη διατάξεις αιτιολογία πρέπει να καταφαίνεται, κατά τρόπο σαφή και μη επιδεχόμενο παρερμηνεία, η συλλογιστική της κοινοτικής αρχής που εξέδωσε τη βαλλόμενη πράξη, έτσι ώστε να μπορούν οι ενδιαφερόμενοι να γνωρίζουν τους λόγους που δικαιολογούν το ληφθέν μέτρο και το Δικαστήριο να ασκεί τον έλεγχό του, η αιτιολογία αυτή, εντούτοις, δεν απαιτείται να διευκρινίζει όλα τα καίρια πραγματικά ή νομικά στοιχεία. Πράγματι, το ζήτημα αν η αιτιολογία μιας αποφάσεως ικανοποιεί τις επιταγές αυτές πρέπει να εκτιμάται σε σχέση όχι μόνο με το κείμενό της, αλλά και με το γενικό πλαίσιο στο οποίο αυτή εντάσσεται, καθώς και με το σύνολο των νομικών κανόνων που διέπουν το σχετικό θέμα (βλ. επ' αυτού τις αποφάσεις της 29ης Φεβρουαρίου 1996, C-122/94, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1996, σ. Ι-881, σκέψη 29· της 15ης Μα_ου 1997, C-278/95 P, Siemens κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. Ι-2507, σκέψη 17, και της 2ας Απριλίου 1998, C-367/95 P, Επιτροπή κατά Sytraval και Brink's France, Συλλογή 1998, σ. Ι-1719, σκέψη 63).
59 Όσον αφορά ειδικότερα απόφαση στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων, το Δικαστήριο έκρινε ότι, μολονότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, είναι μεν δυνατόν να προκύπτει, από τις ίδιες τις συνθήκες υπό τις οποίες χορηγήθηκε η ενίσχυση, ότι αυτή είναι ικανή να επηρεάσει το μεταξύ κρατών μελών εμπόριο και να νοθεύσει ή να απειλήσει να νοθεύσει τον ανταγωνισμό, παρ' όλ' αυτά η Επιτροπή οφείλει τουλάχιστον να αναφέρει τις συνθήκες αυτές στις αιτιολογικές σκέψεις της αποφάσεώς της (αποφάσεις της 13ης Μαρτίου 1985, 296/82 και 318/82, Κάτω Χώρες και Leeuwarder Papierwarenfabriek κατά Επιτροπής, Συλλογή 1985, σ. 809, σκέψη 24· της 24ης Οκτωβρίου 1996, C-329/93, C-62/95 και C-63/95, Γερμανία κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. Ι-5151, σκέψη 52, και της 19ης Οκτωβρίου 2000, C-15/98 και C-105/99, Ιταλία και Sardegna Lines κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. Ι-8855, σκέψη 66).
60 Στην υπό κρίση υπόθεση, τα επίδικα μέτρα στηρίξεως τα οποία ελήφθησαν υπέρ του τομέα παραγωγής της GS που υπάγεται στη Συνθήκη ΕΚΑΧ διέπονται από το άρθρο 4, στοιχείο γ_, ΑΧ, το οποίο ορίζει ότι, για να μπορούν να θεωρηθούν ως ασυμβίβαστες προς την κοινή αγορά άνθρακα και χάλυβα, οι ενισχύσεις δεν απαιτείται να επηρεάζουν το μεταξύ κρατών μελών εμπόριο ή να νοθεύουν ή να απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό.
61 Όσον αφορά τις ενισχύσεις που προορίζονταν για τους μη υπαγόμενους στη Συνθήκη ΕΚΑΧ τομείς παραγωγής της GS, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η Επιτροπή εξέθεσε επαρκώς τους λόγους για τους οποίους η έγκριση ενισχύσεως υπερβαίνουσας το 35 % συνιστά ανεπίπτρεπτη νόθευση του ανταγωνισμού που επηρεάζει το μεταξύ κρατών μελών εμπόριο, καθόσον επικαλέστηκε, στα σημεία 54 έως 63 των αιτιολογικών σκέψεων της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρώτον, το γεγονός ότι η GS ανήκει στον ευαίσθητο τομέα της σιδηρουργίας, δεύτερον, την από 13 Δεκεμβρίου 1988 ανακοίνωση της Επιτροπής, σχετικά με την πλαισίωση ορισμένων τομέων κατασκευής προϊόντων σιδήρου και χάλυβα εκτός ΕΚΑΧ (ΕΕ C 320, σ. 3, στο εξής: πλαισίωση ορισμένων τομέων σιδηρουργίας εκτός ΕΚΑΧ), που περιλαμβάνει αναλυτική παρουσίαση της καταστάσεως της κοινοτικής αγοράς σιδηρουργικών προϊόντων τα οποία δεν υπάγονται στη Συνθήκη ΕΚΑΧ και περιγράφει τη μακρά και σοβαρή κρίση που πλήττει τον τομέα αυτό από τη δεκαετία του '70, τρίτον, την από 10 Μαρτίου 1990 ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις περιφερειακού χαρακτήρα (ΕΕ C 74, σ. 9, στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις περιφερειακού χαρακτήρα), και, τέταρτον, το ανώτατο όριο του 35 % που προβλέπει για τις περιφερειακές ενισχύσεις στα νέα ομόσπονδα κράτη το εγκριθέν από την Επιτροπή σύστημα Gemeinschaftsaufgabe Verbesserung der regionalen Wirtschaftsstruktur (δράση προς το κοινό συμφέρον προς βελτίωση της δομής των περιφερειακών οικονομιών, στο εξής: Gemeinschaftsaufgabe).
62 Όσον αφορά τις προ της 6ης Ιουνίου 1997 περιστάσεις της διοικητικής διαδικασίας, αρκεί να σημειωθεί ότι, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 51 έως 55 της παρούσας αποφάσεως, ορθώς η Επιτροπή θεώρησε ότι η κοινοποίηση της 6ης Ιουνίου 1997 ήταν η μόνη που μπορούσε να ληφθεί υπόψη βάσει των άρθρων 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚ και 6, παράγραφος 6, του έκτου κώδικα ενισχύσεων στη σιδηρουργία. Επιπλέον, η Επιτροπή εξέθεσε, χωρίς η Γερμανική Κυβέρνηση να προβάλλει αντίρρηση, ότι η ως άνω κοινοποίηση αφορούσε το σύνολο των χρηματοδοτικών μέτρων υπέρ της GS. Επομένως, το γεγονός ότι δεν έγινε λόγος για τις κοινοποιήσεις που είχαν πραγματοποιηθεί πριν τις 6 Ιουνίου 1997 δεν συνιστά παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως που προκύπτει από τα άρθρα 5, δεύτερο εδάφιο, τέταρτη περίπτωση, ΑΧ, 15, πρώτο εδάφιο, ΑΧ και 253 ΕΚ.
63 Υπό τις συνθήκες αυτές, το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου ακυρώσεως της Γερμανικής Κυβερνήσεως πρέπει να απορριφθεί. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος στο σύνολό του.
Επί του τρίτου λόγου, που στηρίζεται σε εφαρμογή των κανόνων της Συνθήκης ΕΚΑΧ σε τομείς παραγωγής της GS που δεν εμπίπτουν στη Συνθήκη αυτή
Επιχειρήματα των διαδίκων
64 Με τον τρίτο λόγο ακυρώσεως η Γερμανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι, όσον αφορά την εκτίμηση των ενισχύσεων λειτουργίας και των μέτρων κοινωνικής φύσεως υπέρ της GS, η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει και πρέπει να ακυρωθεί, καθόσον η Επιτροπή εφάρμοσε τους κανόνες της Συνθήκης ΕΚΑΧ και τους κώδικες ενισχύσεων στη σιδηρουργία για να εκτιμήσει τη νομιμότητα όχι μόνο των μέτρων στηρίξεως σχετικά με τον υπαγόμενο στη Συνθήκη αυτή τομέα παραγωγής της GS, αλλά και των μέτρων που προορίζονταν για τους μη υπαγόμενους στην ως άνω Συνθήκη τομείς παραγωγής της GS.
65 Πρώτον, κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, απλώς και μόνον το γεγονός ότι μια επιχείρηση παράγει, στο πλαίσιο ενός από τους τέσσερις τομείς δραστηριοτήτων της, προϊόντα απαριθμούμενα στο παράρτημα Ι ΑΧ δεν αρκεί για να υπαχθεί το λοιπό μέρος της δραστηριότητας της επιχειρήσεως αυτής στη Συνθήκη ΕΚΑΧ. Τούτο ισχύει εν προκειμένω για τον πρόσθετο λόγο ότι τα προϊόντα της GS που δεν υπάγονται στο παράρτημα αυτό διαμορφώνουν άνω του 90 % του εξωτερικού κύκλου εργασιών της. Πράγματι, σε μία μόνο από τις τέσσερις εγκαταστάσεις της GS, δηλαδή την εγκατάσταση χυτοσιδήρου, παράγονται ημικατεργασμένα προϊόντα (ράβδοι και πλατέα προϊόντα) απαριθμούμενα στο ως άνω παράρτημα. Όμως, η GS δεν εμπορεύεται πλέον του 90 % των ως άνω ημικατεργασμένων προϊόντων, αλλά τα χρησιμοποιεί στο πλαίσιο της επιχειρήσεώς της όπου αυτά υφίστανται περαιτέρω επεξεργασία στο τμήμα σφυρηλατήσεως, στο ελασματουργείο και στο χυτήριο.
66 Δεύτερον, η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, όπως προκύπτει από τα άρθρα 50, παράγραφος 2, ΑΧ και 80 ΑΧ, η εφαρμογή της Συνθήκης ΕΚΑΧ σε μια επιχείρηση δεν εξαρτάται από τη δραστηριότητα της επιχειρήσεως αυτής στο σύνολό της αλλά από τα προϊόντα της. Προς στήριξη της απόψεως αυτής, η Γερμανική Κυβέρνηση επικαλείται τη νομολογία του Δικαστηρίου (αποφάσεις της 17ης Δεκεμβρίου 1959, 14/59, Société des fonderies de Pont-à-Mousson κατά Ανωτάτης Αρχής, Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 351, και της 15ης Δεκεμβρίου 1987, 328/85, Deutsche Babcock, Συλλογή 1987, σ. 5119, σκέψη 9), από την οποία προκύπτει ότι η δυνατότητα εφαρμογής της Συνθήκης ΕΚΑΧ πρέπει να προσδιορίζεται σε συνάρτηση με τα προϊόντα.
67 Τρίτον, η Γερμανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι, εφαρμόζοντας τη Συνθήκη ΕΚΑΧ σε προϊόντα μη υπαγόμενα σ' αυτήν, η Επιτροπή ενήργησε σε αντίθεση με την προηγούμενη πρακτική της, όπως αυτή προκύπτει από την πλαισίωση ορισμένων τομέων σιδηρουργίας εκτός ΕΚΑΧ, την απόφαση 97/21/ΕΚΑΧ, ΕΚ, της 30ής Ιουλίου 1996, σχετικά με κρατική ενίσχυση που χορηγήθηκε στην Compañía Española de Tubos por Extrusión SA, η οποία είναι εγκατεστημένη στο Llodio (Álava) (ΕΕ 1997, L 8, σ. 14), και την απόφαση της 29ης Ιουλίου 1998, με την οποία επέτρεψε ενίσχυση αναδιαρθρώσεως υπέρ της εταιρίας «Productos Tubulares» (ΕΕ C 409, σ. 6).
68 Τέλος, η Γερμανική Κυβέρνηση διατείνεται ότι η GS, λόγω των χωριστών και αναλυτικών λογιστικών εγγράφων της, τα οποία ελέγχονται από ανεξάρτητους λογιστές, εγγυάται ότι οι πόροι που διατίθενται υπέρ του υπαγόμενου στη Συνθήκη ΕΚΑΧ τομέα παραγωγής της δεν χρησιμοποιήθηκαν για άλλους τομείς ή αντιστρόφως. Συναφώς, υπενθυμίζει ότι στο σημείο 14 των αιτιολογικών σκέψεων της προσβαλλομένης αποφάσεως η Επιτροπή παρέθεσε την έκθεση της λογιστικής εταιρίας εμπειρογνωμόνων λογιστών KPMG, που υπέβαλε η Γερμανική Κυβέρνηση το 1998, από την οποία προκύπτει σαφέστατα ότι ήδη από το 1990 η GS διατηρούσε αναλυτικές και χωριστές λογιστικές εγγραφές για κάθε διαχειριστική της μονάδα, πράγμα το οποίο παρείχε τη δυνατότητα επακριβούς κατανομής των πόρων μεταξύ των διαφόρων εγκαταστάσεων παραγωγής.
69 Επομένως, η Επιτροπή στήριξε την προσβαλλόμενη απόφαση όχι στην πραγματική διαπίστωση δυσανάλογης χρησιμοποιήσεως των παραγωγικών μέσων στον τομέα παραγωγής της GS που υπάγεται στη Συνθήκη ΕΚΑΧ, αλλά στην διαψευδόμενη από την έκθεση των εμπειρογνωμόνων της KPMG υπόθεση ότι υφίστατο κίνδυνος λαθραίας διοχετεύσεως πόρων μεταξύ των τομέων παραγωγής.
70 Η Γερμανική Κυβέρνηση συνάγει ότι οι πληροφορίες και οι εκθέσεις εμπειρογνωμόνων που προσκόμισε αποδεικνύουν ότι δεν υφίστατο εν προκειμένω τέτοιος κίνδυνος λαθραίας διοχετεύσεως πόρων. Επιπλέον, η Επιτροπή δεν διαπίστωσε την ύπαρξη μιας τέτοιας λαθραίας διοχετεύσεως. Κατά συνέπεια, το γεγονός ότι εν προκειμένω η Επιτροπή έλαβε απόφαση διαφορετική από εκείνη της 29ης Ιουλίου 1998, περί της οποίας γίνεται λόγος στη σκέψη 67 της παρούσας αποφάσεως, χωρίς επαρκή αιτιολογία συνιστά σοβαρή δυσμενή διάκριση σε βάρος της GS και, παράλληλα, κατάχρηση της εξουσίας εκτιμήσεως την οποία διαθέτει το ως άνω κοινοτικό όργανο.
71 Η Επιτροπή ισχυρίζεται, καταρχάς, ότι από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η Συνθήκη ΕΚΑΧ έχει εφαρμογή σε όλες τις επιχειρήσεις που παράγουν προϊόντα απαριθμούμενα στο παράρτημα Ι ΑΧ, ανεξάρτητα από το αν οι ως άνω επιχειρήσεις εμπορεύονται οι ίδιες τα προϊόντα αυτά ή απλώς τα επαναχρησιμοποιούν. Επομένως, το αποφασιστικό στοιχείο δεν είναι η εμπορία αλλά η παραγωγή και, στις περιπτώσεις των ολοκληρωμένων διαδικασιών παραγωγής, η παραγωγή ενδιάμεσων προϊόντων, καθόσον υφίσταται πάντοτε ο κίνδυνος τα καταρχήν προοριζόμενα για εσωτερική χρήση προϊόντα να διατεθούν στην πραγματικότητα στην αγορά (προαναφερθείσα απόφαση Société des fonderies de Pont-à-Mousson κατά Ανωτάτης Αρχής).
72 Στη συνέχεια, κατά την Επιτροπή, η προαναφερθείσα απόφαση Deutsche Babcock δεν έχει σημασία για την υπό κρίση υπόθεση, καθόσον αφορά τη δυνατότητα εφαρμογής σε προϊόντα υπαγόμενα στη Συνθήκη ΕΚΑΧ ενός κανονισμού του Συμβουλίου σχετικά με την επιστροφή εισαγωγικών ή εξαγωγικών δασμών.
73 Τέλος, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η δυνατότητα εφαρμογής των κανόνων ανταγωνισμού της Συνθήκης ΕΚΑΧ, περιλαμβανομένου του καθεστώτος ενισχύσεων, εξαρτάται, εκ της φύσεώς τους όχι από τα προϊόντα αλλά από τις επιχειρήσεις.
74 Σε περίπτωση στην οποία δεν θα γίνει δεκτή η ως άνω επιχειρηματολογία, η Επιτροπή ισχυρίζεται, επικουρικά, ότι η εφαρμογή της Συνθήκης ΕΚΑΧ και των κωδίκων ενισχύσεων στη σιδηρουργία για την εκτίμηση του συνόλου των ενισχύσεων λειτουργίας και των κοινωνικής φύσεως μέτρων υπέρ της GS δικαιολογείται από την ύπαρξη ενός κινδύνου καταστρατηγήσεως των σχετικών με τον προορισμό των ενισχύσεων αυτών κανόνων και διοχετεύσεώς τους σε καλυπτόμενους από τη Συνθήκη ΕΚΑΧ τομείς παραγωγής της GS. Πράγματι, όπως προκύπτει από τα σημεία 35 έως 40 των αιτιολογικών σκέψεων της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι ενισχύσεις που προορίζονταν φαινομενικά για τους μη υπαγόμενους στη Συνθήκη αυτή τομείς παραγωγής ωφέλησαν στην πραγματικότητα το επόμενο στάδιο στο πλαίσιο του καθετοποιημένου τομέα παραγωγής που εμπίπτει στη Συνθήκη αυτή, υπό την έννοια ότι ο τομέας αυτός επωφελήθηκε, μέσω των εσωτερικών λογιστικών καταγραφών, από μια τεχνητά καθοριζόμενη τελική τιμή.
75 Σε απάντηση στην επιχειρηματολογία της Γερμανικής Κυβερνήσεως ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε την ως άνω καταστρατήγηση παρά μόνον αρκέστηκε να επικαλεστεί έναν τέτοιο κίνδυνο, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η μη ύπαρξη καταστρατηγήσεως συνιστά προϋπόθεση για την εξέταση ενισχύσεων έναντι της Συνθήκης ΕΚ. Με άλλα λόγια, αποτελεί προϋπόθεση της συμφωνίας τους προς τη Συνθήκη αυτή. Επομένως, το ίδιο το κράτος μέλος έπρεπε να επικαλεστεί και να αποδείξει την ανυπαρξία καταστρατηγήσεως, καθόσον το κράτος αυτό φέρει το βάρος της αποδείξεως στον τομέα της συμφωνίας των χορηγούμενων ενισχύσεων προς την κοινή αγορά. Όμως, οι γερμανικές αρχές δεν ήταν σε θέση να προσκομίσουν μια τέτοια απόδειξη, οπότε έπρεπε να γίνει δεκτή η υπόθεση χορηγήσεως των επίμαχων ενισχύσεων στον υπαγόμενο στη Συνθήκη ΕΚΑΧ τομέα παραγωγής της GS.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
76 Πρέπει να υπομνησθεί, καταρχάς, ότι, κατά το άρθρο 4, στοιχείο γ_, ΑΧ, που αποτελεί τη βάση του νομικού συστήματος των καλυπτομένων από τη Συνθήκη ΕΚΑΧ κρατικών ενισχύσεων, κηρύσσονται ασυμβίβαστες προς την κοινή αγορά άνθρακα και χάλυβα, οπότε απαγορεύονται, υπό τις προβλεπόμενες από τη Συνθήκη προϋποθέσεις, οι επιδοτήσεις ή ενισχύσεις τις οποίες χορηγούν τα κράτη με οποιαδήποτε μορφή.
77 Στη συνέχεια, πρέπει να σημειωθεί ότι δυνάμει των άρθρων 80 ΑΧ και 81 ΑΧ, μόνον οι επιχειρήσεις που ασκούν παραγωγική δραστηριότητα στον τομέα του άνθρακα και του χάλυβα υπόκεινται στους κανόνες της Συνθήκης ΕΚΑΧ και ότι, συναφώς, μόνο τα απαριθμούμενα στο παράρτημα Ι ΑΧ προϊόντα καλύπτονται από τις εκφράσεις «άνθρακας» και «χάλυβας».
78 Επομένως, η προβλεπόμενη στο άρθρο 4, στοιχείο γ_, ΑΧ απαγόρευση αφορά τις επιχειρήσεις μόνο στον βαθμό που έχουν μια τέτοια δραστηριότητα παραγωγής (βλ. επ' αυτού την προαναφερθείσα απόφαση Société des fonderies de Pont-à-Mousson κατά Ανωτάτης Αρχής).
79 Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι η GS ασκεί παραγωγική δραστηριότητα εμπίπτουσα στο παράρτημα Ι ΑΧ. Εντούτοις, η Γερμανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι το 90 % των εμπορικών δραστηριοτήτων της GS συνίσταται στην πώληση προϊόντων που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης ΕΚΑΧ και ότι το 90 % των ημικατεργασμένων και μη εμπιπτόντων στην ως άνω Συνθήκη προϊόντων της GS δεν διατίθενται στο εμπόριο από την εν λόγω επιχείρηση, αλλά χρησιμοποιούνται στο πλαίσιο της ίδιας αυτής επιχειρήσεως.
80 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί, αφενός, ότι για να θεωρηθούν ενισχύσεις ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά, το άρθρο 4, στοιχείο γ_, ΑΧ, σε αντίθεση με το άρθρο 87, παράγραφος 1, ΕΚ, δεν επιβάλλει την προϋπόθεση να νοθεύουν ή να απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό. Συγκεκριμένα, η εν λόγω διάταξη της Συνθήκης ΕΚΑΧ απαγορεύει όλες τις ενισχύσεις αδιακρίτως, οπότε δεν μπορεί να περιλαμβάνει κάποιο κανόνα de minimis (βλ. επ' αυτού τη διάταξη της 25ης Ιανουαρίου 2001, C-111/99 P, Lech-Stahlwerke κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. Ι-727, σκέψη 41).
81 Αφετέρου, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο κατά την έννοια του άρθρου 80 ΑΧ όρος «παραγωγή» δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως αφορών αποκλειστικά την παραγωγή προϊόντων προοριζομένων να διατεθούν στην αγορά. Πράγματι, επιπλέον του γεγονότος ότι μια τέτοια ερμηνεία θα είχε ως αποτέλεσμα τον αποκλεισμό από το πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης ΕΚΑΧ ενός σημαντικού ή ακόμη και του μεγαλύτερου μέρους της παραγωγής των απαριθμούμενων στο παράρτημα Ι ΑΧ ειδών, πράγμα το οποίο θα αντέβαινε προδήλως προς τις προθέσεις του νομοθέτη, αυτή θα εξαρτούσε, επιπλέον, από τη νομική φύση της παραγωγού επιχειρήσεως την εφαρμογή της ως άνω Συνθήκης σε κάποιο προϊόν. Όμως, σε μια τέτοια περίπτωση, θα αποκλειόταν από το πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης ΕΚΑΧ, μεταξύ άλλων, και η παραγωγή των μεγάλων βιομηχανικών επιχειρήσεων με ενιαία δομή, αποτέλεσμα το οποίο θα αντέβαινε τόσο προς το γράμμα της ως άνω Συνθήκης όσο και προς το πνεύμα και τον σκοπό της (βλ. επ' αυτού την προαναφερθείσα απόφαση Société des fonderies de Pont-à-Mousson κατά Ανωτάτης Αρχής).
82 Επομένως, ούτε το γεγονός ότι η παραγωγή της GS που εμπίπτει στη Συνθήκη ΕΚΑΧ είναι σχετικά χαμηλή ούτε το ότι η GS δεν διαθέτει στην αγορά την παραγωγή αυτή αποτελούν στοιχεία ικανά να αποκλείσουν την επιχείρηση αυτή από το πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης αυτής, ιδίως του άρθρου 4, στοιχείο γ_, ΑΧ.
83 Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι, εν προκειμένω, η Επιτροπή εφάρμοσε τους κανόνες της Συνθήκης ΕΚΑΧ και τους κώδικες ενισχύσεων στη σιδηρουργία για να εξετάσει όχι μόνο τις ενισχύσεις λειτουργίας και τα κοινωνικής φύσεως μέτρα υπέρ των υπαγομένων στη Συνθήκη αυτή τομέων παραγωγής της GS, αλλά και τα μέτρα υπέρ των τομέων παραγωγής της ως άνω επιχειρήσεως που δεν εμπίπτει στην προαναφερθείσα Συνθήκη.
84 Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, στις περιπτώσεις επιχειρήσεων που παράγουν τόσο προϊόντα υπαγόμενα στη Συνθήκη ΕΚΑΧ όσο και προϊόντα υπαγόμενα στη Συνθήκη ΕΚ, η εφαρμογή της Συνθήκης ΕΚΑΧ σε ενισχύσεις προς στήριξη τομέα παραγωγής μη εμπίπτοντος στο πεδίο εφαρμογής της τελευταίας αυτής Συνθήκης μπορεί να δικαιολογείται όταν υφίσταται πραγματικός κίνδυνος λαθραίας διοχετεύσεως των ενισχύσεων αυτών σε δραστηριότητες παραγωγής εμπίπτουσες στο εν λόγω πεδίο εφαρμογής. Πράγματι, ενόψει, αφενός, των ιδιαιτεροτήτων του τομέα της σιδηρουργίας και, αφετέρου, της αυστηρής και απόλυτης απαγορεύσεως κρατικών ενισχύσεων βάσει του άρθρου 4, στοιχείο γ_, ΑΧ, θα αντέβαινε προς τον σκοπό του συστήματος που προβλέπει η Συνθήκη ΕΚΑΧ να υποβάλλεται στους λιγότερο αυστηρούς κανόνες της Συνθήκης ΕΚ η εξέταση των ενισχύσεων οι οποίες ενδέχεται να χορηγούνται σε υπαγόμενους στη Συνθήκη ΕΚΑΧ τομείς παραγωγής μιας επιχειρήσεως.
85 Επομένως, πρέπει να εξεταστεί αν υπήρχε πράγματι κίνδυνος λαθραίας διοχετεύσεως των ενισχύσεων σε άλλους τομείς παραγωγής στην υπό κρίση υπόθεση.
86 Στα σημεία 35 έως 41 των αιτιολογικών σκέψεων της προσβαλλομένης αποφάσεως η Επιτροπή παρέθεσε επαρκείς αποδείξεις ενός τέτοιου κινδύνου, επικαλούμενη ιδίως την αδυναμία διακρίσεως μεταξύ των ενισχύσεων εκείνων που χορηγούνταν στους υπαγόμενους στη Συνθήκη ΕΚΑΧ τομείς παραγωγής της GS και των χορηγούμενων στους λοιπούς τομείς παραγωγής της, λόγω του γεγονότος ότι η επιχείρηση αυτή δεν διατηρεί χωριστά λογιστικά στοιχεία για τις δραστηριότητες αυτές.
87 Η Επιτροπή εξέθεσε μάλιστα σοβαρές ενδείξεις ότι είχε πράγματι συμβεί κάτι τέτοιο. Πράγματι, όπως τόνισε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 40 των προτάσεών του, από τον πίνακα που περιλαμβάνεται στο σημείο 36 των αιτιολογικών σκέψεων της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι τα λογιστικά στοιχεία τα οποία περιλαμβάνονται στην έκθεση της εταιρίας εμπειρογνωμόνων λογιστών KPMG, που επικαλείται η Γερμανική Κυβέρνηση προκειμένου να αποδείξει την ύπαρξη χωριστών λογιστικών στοιχείων, αντιφάσκουν προς εκείνα που περιλαμβάνονται στην κοινοποίηση της 6ης Ιουνίου 1997 όσον αφορά το σύνολο σχεδόν των σχετικών καταγραφών και επιβεβαιώνουν την εκτίμηση της Επιτροπής, που περιλαμβάνεται στο σημείο 39 της προσβαλλομένης αποφάσεως, όσον αφορά τη λαθραία διοχέτευση των ενισχύσεων σε άλλους τομείς.
88 Επομένως, η Επιτροπή εκτίμησε ορθά έναντι της Συνθήκης ΕΚΑΧ τη νομιμότητα του συνόλου των ενισχύσεων λειτουργίας και των κοινωνικής φύσεως μέτρων υπέρ της GS.
89 Υπό τις συνθήκες αυτές, ο τρίτος λόγος της Γερμανικής Κυβερνήσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί του τετάρτου λόγου ακυρώσεως, που στηρίζεται σε εσφαλμένη εκτίμηση, έναντι του πέμπτου κώδικα ενισχύσεων στη σιδηρουργία, των επενδυτικών ενισχύσεων που προορίζονταν για τους υπαγόμενους στη Συνθήκη ΕΚΑΧ τομείς παραγωγής της GS
90 Με τον τέταρτο λόγο η Γερμανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι παράνομη και πρέπει να απορριφθεί, διότι δέχεται, στο σημείο 51 των αιτιολογικών της σκέψεων, ότι οι επενδυτικές ενισχύσεις ύψους 13,3 εκατομμυρίων DEM που χορηγήθηκαν στη GS είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά άνθρακα και χάλυβα.
91 Το γεγονός ότι η Επιτροπή συνήγαγε ότι οι ως άνω επενδυτικές ενισχύσεις δεν μπορούν να είναι σύμφωνες με τη Συνθήκη ΕΚΑΧ και το άρθρο 5, τρίτη περίπτωση, του πέμπτου κώδικα ενισχύσεων στη σιδηρουργία, με μόνη αιτιολογία ότι δεν της κοινοποιήθηκαν πριν από τις 30 Ιουνίου 1994, αποδεικνύει ότι η Επιτροπή έλαβε εν προκειμένω στάση που αντιφάσκει προς τις ίδιες της τις ενέργειες, καθόσον η ίδια η Επιτροπή ζήτησε από τη Γερμανική Κυβέρνηση να ανακαλέσει την από 29 Ιουνίου 1994 ανακοίνωσή της.
92 Εν πάση περιπτώσει, η Γερμανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι απλώς και μόνον η παράβαση της τυπικής προθεσμίας κοινοποιήσεως δεν επιτρέπει στην Επιτροπή να ζητήσει την οριστική επιστροφή ενισχύσεως όταν η ίδια ούτε εξέτασε την ενίσχυση αυτή αλλ' ούτε και αμφισβήτησε την ουσιαστική νομιμότητά της. Επ' αυτού επικαλείται τη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις που υπάγονται στη Συνθήκη ΕΚ, η οποία, κατά την ως άνω κυβέρνηση, ισχύει επίσης στους τομείς εφαρμογής της Συνθήκης ΕΚΑΧ (αποφάσεις της 14ης Φεβρουαρίου 1990, C-301/87, Γαλλία κατά Επιτροπής, λεγόμενη «Boussac Saint Frères», Συλλογή 1990, σ. Ι-307, και της 11ης Ιουλίου 1996, C-39/94, SFEI κ.λπ., Συλλογή 1996, σ. Ι-3547, σκέψη 43).
93 Συναφώς, έχει σημασία να σημειωθεί εξαρχής ότι, αντίθετα προς τις διατάξεις της Συνθήκης ΕΚ περί κρατικών ενισχύσεων, διατάξεις οι οποίες παρέχουν επί μονίμου βάσεως στην Επιτροπή την εξουσία να αποφαίνεται επί του συμβατού τους, οι κώδικες περί των ενισχύσεων παρέχουν την εξουσία αυτή στην Επιτροπή μόνο για καθορισμένη περίοδο (απόφαση της 24ης Σεπτεμβρίου 2002, C-74/00 P και C-75/00 P, Falck και Acciaierie di Bolzano κατά Επιτροπής, που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 115).
94 Επομένως, αν οι ενισχύσεις που τα κράτη μέλη επιθυμούν να εγκριθούν με βάση έναν κώδικα δεν κοινοποιηθούν εντός της περιόδου που αυτός προβλέπει προς τούτο, η Επιτροπή δεν μπορεί πλέον να αποφανθεί επί του συμβατού των ενισχύσεων αυτών σε σχέση με τον εν λόγω κώδικα (βλ. τις αποφάσεις της 3ης Οκτωβρίου 1985, 214/83, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1985, σ. 3053, σκέψεις 40 έως 47, και της 13ης Ιουλίου 2000, C-210/98 P, Salzgitter κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. Ι-5843, σκέψεις 49 έως 55).
95 Όσον αφορά τον πέμπτο κώδικα ενισχύσεων στη σιδηρουργία, πρέπει να υπομνησθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 5 του κώδικα αυτού, μπορούν να θεωρηθούν σύμφωνες με την κοινή αγορά έως τις 31 Δεκεμβρίου 1994 οι περιφερειακές επενδυτικές ενισχύσεις που προβλέπονται από γενικά καθεστώτα ενισχύσεων υπό τον όρο ότι η ενισχυόμενη επιχείρηση είναι εγκατεστημένη στο έδαφος της πρώην Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας (των νέων ομοσπόνδων κρατών) και η ενίσχυση συνοδεύεται από μείωση του συνόλου της παραγωγικής ικανότητας του εδάφους αυτού.
96 Επιπλέον, το άρθρο 6, παράγραφος 1, τρίτη περίοδος, του ως άνω κώδικα ορίζει ότι οι κοινοποιήσεις των προγραμμάτων ενισχύσεων περί των οποίων γίνεται λόγος στο άρθρο 5 του κώδικα αυτού πρέπει να υποβάλλονται στην Επιτροπή το αργότερο μέχρι τις 30 Ιουνίου 1994.
97 Δεδομένου ότι οι επίμαχες ενισχύσεις κοινοποιήθηκαν στην Επιτροπή μόλις στις 6 Ιουνίου 1997, σύμφωνα με τη νομολογία που υπενθυμίζεται στις σκέψεις 93 και 94 της παρούσας αποφάσεως η Επιτροπή δεν μπορούσε να τις εξετάσει έναντι του πέμπτου κώδικα ενισχύσεων στη σιδηρουργία. Το γεγονός ότι η Επιτροπή ενημερώθηκε για τις ως άνω ενισχύσεις με την από 29 Ιουνίου 1994 ανακοίνωση, την οποία ανακάλεσαν στη συνέχεια οι γερμανικές αρχές, δεν είναι φύσεως ικανής να επηρεάσει το συμπέρασμα αυτό.
98 Η περίσταση την οποία επικαλείται η Γερμανική Κυβέρνηση και αμφισβητεί η Επιτροπή ότι η ως άνω ανάκληση πραγματοποιήθηκε αιτήσει της ίδιας της Επιτροπής δεν μπορεί να έχει έννομες συνέπειες εν προκειμένω.
99 Επομένως, ο τέταρτος λόγος της Γερμανικής Κυβερνήσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί του πέμπτου λόγου, που στηρίζεται σε εσφαλμένη εκτίμηση των επενδυτικών ενισχύσεων υπέρ των τομέων παραγωγής της GS που δεν υπάγονταν στη Συνθήκη ΕΚΑΧ
100 Με τον πέμπτο λόγο, που υποδιαιρείται σε δύο σκέλη, η Γερμανική Κυβέρνηση αμφισβητεί την εκ μέρους της Επιτροπής εκτίμηση των επενδυτικών ενισχύσεων υπέρ των μη υπαγόμενων στη Συνθήκη ΕΚΑΧ τομέων παραγωγής της GS.
Επί του πρώτου σκέλους
101 Η Γερμανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή, εκτιμώντας τις επενδυτικές ενισχύσεις που προορίζονταν για τους μη υπαγόμενους στη Συνθήκη ΕΚΑΧ τομείς παραγωγής της GS, κακώς έλαβε υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφαση κριτήρια προβλεπόμενα από τον πέμπτο κώδικα ενισχύσεων στη σιδηρουργία για τις περιφερειακές ενισχύσεις και όχι, όπως είχε ζητήσει η κυβέρνηση αυτή, τις κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων (ΕΕ 1994, C 368, σ. 12, στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές στον τομέα της αναδιαρθρώσεως). Όμως, η πρώτη από τις ανωτέρω πράξεις περιορίζει τις ενισχύσεις στο 35 % του ποσού της επενδύσεως, ενώ το δεύτερο επιτρέπει ενισχύσεις καλύπτουσες μέχρι και το 100 % του ποσού αυτού.
102 Συναφώς, η Γερμανική Κυβέρνηση επικαλείται τρία επιχειρήματα.
103 Πρώτον, υποστηρίζει ότι οι επενδυτικές ενισχύσεις που προορίζονταν για τους μη υπαγόμενους στη Συνθήκη ΕΚΑΧ τομείς παραγωγής της GS έπρεπε να εκτιμηθούν αποκλειστικά έναντι της Συνθήκης ΕΚ. Όμως, η Επιτροπή θεώρησε, με την αιτιολογία ότι η GS ασκεί στο σύνολό της δραστηριότητες σε έναν «ευαίσθητο τομέα», ότι η παροχή αδείας προς χορήγηση ενισχύσεων την οποία προβλέπει η Συνθήκη ΕΚ δεν μπορεί να υπερβαίνει τα όρια που προβλέπουν η Συνθήκη ΕΚΑΧ και ο πέμπτος κώδικας ενισχύσεων στη σιδηρουργία. Μια τέτοια παραπομπή στα κριτήρια της Συνθήκης ΕΚΑΧ και του ως άνω κώδικα είναι παράνομη.
104 Δεύτερον, η Γερμανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι οι δραστηριότητες της GS που υπάγονται στη Συνθήκη ΕΚ δεν αποτελούν «ευαίσθητο τομέα» υπό την έννοια του νομικού πλαισίου που διέπει τη δραστηριότητα της Treuhandanstalt ή των κατευθυντήριων γραμμών στον τομέα της αναδιαρθρώσεως. Κατά την ως άνω κυβέρνηση, ένας οικονομικός τομέας δεν είναι «ευαίσθητος» απλώς και μόνον επειδή παρατηρείται σ' αυτόν «υπερπαραγωγή σε ορισμένους κλάδους». Πράγματι, οι «ευαίσθητοι τομείς» είναι απλώς διάφοροι οικονομικοί τομείς για τους οποίους η Επιτροπή έχει καθορίσει, με τις ανακοινώσεις της ή με άλλες νομικές πράξεις, συγκεκριμένα κριτήρια προκειμένου να επιτρέψει τη χορήγηση κρατικών ενισχύσεων.
105 Όμως, η πλαισίωση ορισμένων τομέων σιδηρουργίας εκτός ΕΚΑΧ δεν είχε ως αποτέλεσμα τον προσδιορισμό ενός ευαίσθητου τομέα, καθόσον περιορίζεται στην επιβολή της υποχρεώσεως κοινοποιήσεως των λαμβανόμενων μέτρων υπέρ της βιομηχανίας παραγωγής σωλήνων. Η ως άνω πλαισίωση ορισμένων τομέων δεν είχε καμία έννομη συνέπεια για τους μη υπαγόμενους στη Συνθήκη ΕΚΑΧ τομείς παραγωγής της GS. Ειδικότερα, δεν είχε ως αποτέλεσμα τον περιορισμό της δυνατότητας στηρίξεως ενός σχεδίου αναδιαρθρώσεως στο 35 % του ποσού της επενδύσεως κατ' ανώτατο όριο.
106 Τρίτον, η Γερμανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι, αρνούμενη να εφαρμόσει εν προκειμένω τις κατευθυντήριες γραμμές στον τομέα της αναδιαρθρώσεως, που είχαν ακολουθηθεί σε εκατοντάδες παρόμοιων περιπτώσεων ιδιωτικοποιήσεως εκ μέρους της Treuhandanstalt, της BvS και της BMGB, η Επιτροπή υπέπεσε σε σοβαρό σφάλμα εκτιμήσεως. Ο ισχυρισμός της Επιτροπής ότι δεν της είχε υποβληθεί κανένα σχέδιο αναδιαρθρώσεως είναι αναληθής, διότι η ως άνω κυβέρνηση της είχε υποβάλει ένα τέτοιο σχέδιο αναδιαρθρώσεως στο πλαίσιο τόσο των ανακοινώσεων στις οποίες προέβη από το 1994 έως το 1996 όσο και της από 6 Ιουνίου 1997 κοινοποιήσεως. Η Γερμανική Κυβέρνηση διατείνεται ότι αν η αποκατάσταση της βιωσιμότητας της επιχειρήσεως κατόπιν ιδιωτικοποιήσεως αποτελούσε στην προκειμένη υπόθεση βασικό στοιχείο της υποθέσεως, όπως μνημονεύεται στο σημείο 58 των αιτιολογικών σκέψεων της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή έπρεπε να επιτρέψει τις επίμαχες ενισχύσεις μέχρι ποσοστού 100 %.
107 Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί, καταρχάς, ότι ορθά η Επιτροπή θεώρησε, στο σημείο 56 των αιτιολογικών σκέψεων της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι το γενικό πλαίσιο που διείπε τις δραστηριότητες της Treuhandanstalt, δηλαδή τα έγγραφα της Επιτροπής προς τη Γερμανική Κυβέρνηση SG(91) D/17825 της 26ης Οκτωβρίου 1991, SG(92) D/17613 της 8ης Δεκεμβρίου 1992 και SG(95) D/1062 της 1ης Φεβρουαρίου 1995, δεν είχε εφαρμογή εν προκειμένω. Πράγματι, τα ως άνω έγγραφα αποκλείουν από το πεδίο εφαρμογής του συστήματος που θεσπίζουν, ως ευαίσθητο τομέα, τον «τομέα του χάλυβα» και όχι τον «τομέα του χάλυβα που υπάγεται στη Συνθήκης ΕΚΑΧ».
108 Στη συνέχεια, από τα σημεία 60 έως 63 των αιτιολογικών σκέψεων της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει, αφενός, ότι η Επιτροπή θεώρησε ότι οι κατευθυντήριες γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις περιφερειακού χαρακτήρα που ίσχυαν την περίοδο της χορηγήσεως των επίμαχων ενισχύσεων αποτελούν τη μοναδική εφαρμοστέα νομική βάση για την εκτίμηση των επενδυτικών ενισχύσεων υπέρ των τομέων παραγωγής της GS που δεν υπάγονται στη Συνθήκη ΕΚΑΧ. Αφετέρου, θεωρώντας ότι οι ως άνω ενισχύσεις έπρεπε να εκτιμηθούν έναντι των ανωτάτων ορίων που προβλέπονται για τις περιφερειακές επενδυτικές ενισχύσεις που χορηγούνται στο πλαίσιο του γενικού συστήματος Gemeinschaftsaufgabe, συνήγαγε, σύμφωνα με τα άρθρα 87, παράγραφος 3, ΕΚ και 88, παράγραφος 2, ΕΚ, ότι οι ως άνω ενισχύσεις ήσαν σύμφωνες προς τη κοινή αγορά μόνο μέχρι ποσοστού 35 %.
109 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, σε αντίθεση με όσα υποστηρίζει η Γερμανική Κυβέρνηση, ουδόλως προκύπτει από την ως άνω συλλογιστική ότι η Επιτροπή εφάρμοσε τους κανόνες της Συνθήκης ΕΚΑΧ ή των κωδίκων ενισχύσεων στη σιδηρουργία προκειμένου να εκτιμήσει τα ως άνω μέτρα.
110 Τέλος, όσον αφορά την επιχειρηματολογία με την οποία η Γερμανική Κυβέρνηση προσάπτει στην Επιτροπή ότι δεν εφάρμοσε, εν προκειμένω, τις κατευθυντήριες γραμμές στον τομέα της αναδιαρθρώσεως, πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως προκύπτει από το σημείο 53 των αιτιολογικών σκέψεων της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας πληροφόρησε στις 14 Οκτωβρίου 1998 την Επιτροπή ότι, προκειμένου περί των επίμαχων επενδυτικών ενισχύσεων, η Treuhandanstalt, η EREL και η BvS είχαν ενεργήσει στην πράξη ως οργανισμοί χορηγήσεως περιφερειακών ενισχύσεων. Δεδομένου ότι η Γερμανική Κυβέρνηση δεν αμφισβήτησε τον ως άνω ισχυρισμό της Επιτροπής, πρέπει να θεωρηθεί ότι οι επίμαχες ενισχύσεις χορηγήθηκαν ως περιφερειακές ενισχύσεις.
111 Επιπλέον, η ύπαρξη σχεδίου αναδιαρθρώσεως της GS παράλληλα με τις επίμαχες επενδυτικές ενισχύσεις δεν αποδείχθηκε εν προκειμένω. Πράγματι, η Γερμανική Κυβέρνηση αρκέστηκε να αναφερθεί αφηρημένα στην ανταλλαγή αλληλογραφίας με την Επιτροπή, τόσο κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας όσο και μετά από αυτή, χωρίς να προσκομίζει συγκεκριμένα στοιχεία ικανά να αποδείξουν ότι ένα πραγματικό, εύλογο και πλήρες πρόγραμμα αναδιαρθρώσεως είχε τεθεί σε εφαρμογή και κοινοποιηθεί στην Επιτροπή προς έγκριση.
112 Κατά τα λοιπά, ο ισχυρισμός της Γερμανικής Κυβερνήσεως ότι τα αποτελέσματα των ταμειακών εισροών και εκροών της GS ήταν θετικά για πρώτη φορά το έτος χρήσεως 1998 δεν μπορεί να αποδείξει μόνος του τη μόνιμη αποκατάσταση της βιωσιμότητας της επιχειρήσεως αυτής.
113 Επομένως, το πρώτο σκέλος του πέμπτου λόγου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.
Επί του δευτέρου σκέλους
114 Με το δεύτερο σκέλος του πέμπτου λόγου η Γερμανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω νομικού σφάλματος, καθόσον η Επιτροπή παρέλειψε να επιτρέψει τις επενδυτικές ενισχύσεις που προορίζονταν για τους τομείς παραγωγής της GS οι οποίοι δεν υπάγονταν στη Συνθήκη ΕΚΑΧ κατ' εφαρμογήν του άρθρου 87, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, ΕΚ. Υποστηρίζει ότι η αναδιάρθρωση της GS και η πλαισίωσή της από την Treuhandanstalt, τη BvS και τη BMGB συνιστούν τυπική περίπτωση εφαρμογής της ως άνω διατάξεως, ιδίως διότι η περιοχή του Gröditz (Γερμανία), ως παραδοσιακός τόπος εγκαταστάσεως σιδηρουργικών βιομηχανιών, υφίσταται ιδιαίτερα τις συνέπειες εξαιτίας του κρατικού σχεδιασμού στο πλαίσιο της σοσιαλιστικής οικονομίας και ότι το μέσο οικονομικό επίπεδο της περιφέρειας αυτής κάθε άλλο παρά τείνει να προσεγγίσει εκείνο των ομοσπόνδων κρατών που συνέθεταν την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας πριν από την επανένωση της χώρας αυτής.
115 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, ΕΚ, συμβιβάζονται με την κοινή αγορά «οι ενισχύσεις προς την οικονομία ορισμένων περιοχών της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας οι οποίες θίγονται από τη διαίρεση της Γερμανίας, κατά το μέτρο που είναι αναγκαίες για την αντιστάθμιση των οικονομικών μειονεκτημάτων που προκαλούνται από τη διαίρεση αυτή».
116 Μετά την επανένωση της Γερμανίας η διάταξη αυτή δεν καταργήθηκε ούτε από τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση ούτε από τη Συνθήκη του Άμστερνταμ (απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2000, C-156/98, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. Ι-6857, σκέψη 47).
117 Εντούτοις, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το άρθρο 87, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, ΕΚ πρέπει να ερμηνεύεται στενά, διότι εισάγει παρέκκλιση από τη γενική αρχή του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ, κατά την οποία οι κρατικές ενισχύσεις δεν συμβιβάζονται με την κοινή αγορά (βλ. την προαναφερθείσα απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2000, Γερμανία κατά Επιτροπής, σκέψη 49).
118 Όπως, άλλωστε, έχει τονίσει το Δικαστήριο, για την ερμηνεία διατάξεως του κοινοτικού δικαίου πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο το γράμμα της, αλλά και τα συμφραζόμενά της και οι σκοποί που επιδιώκονται με τη ρύθμιση της οποίας αποτελεί μέρος (αποφάσεις της 17ης Νοεμβρίου 1983, 292/82, Merck, Συλλογή 1983, σ. 3781, σκέψη 12· της 21ης Φεβρουαρίου 1984, 337/82, St. Nikolaus Brennerei und Likörfabrik, Συλλογή 1984, σ. 1051, σκέψη 10, και της 19ης Σεπτεμβρίου 2000, Γερμανία κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα, σκέψη 50).
119 Εξάλλου, αφού, μετά την επανένωση της Γερμανίας, το άρθρο 87, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, ΕΚ εφαρμόζεται στα νέα ομόσπονδα κράτη, η εφαρμογή αυτή πρέπει να πραγματοποιείται με τους ίδιους όρους που ίσχυαν και για τα παλαιά ομόσπονδα κράτη πριν από την επανένωση αυτή (βλ. την προαναφερθείσα απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2000, Γερμανία κατά Επιτροπής, σκέψη 51).
120 Συναφώς, η έκφραση «διαίρεση της Γερμανίας» αναφέρεται ιστορικά στη χάραξη της διαχωριστικής γραμμής μεταξύ των δύο ζωνών κατοχής το 1948. Επομένως, τα «οικονομικά μειονεκτήματα που προκαλούνται από τη διαίρεση αυτή» δεν μπορούν να αφορούν παρά τα οικονομικά μειονεκτήματα που προκλήθηκαν από την απομόνωση που συνεπήχθη το σύνορο αυτό, όπως είναι η αποκοπή των οδών επικοινωνίας ή η απώλεια των φυσικών αγορών διαθέσεως λόγω διακοπής των εμπορικών συναλλαγών μεταξύ των δύο τμημάτων του γερμανικού εδάφους (βλ. την προαναφερθείσα απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2000, Γερμανία κατά Επιτροπής, σκέψη 52).
121 Αντιθέτως, η εκ μέρους της Γερμανικής Κυβερνήσεως ερμηνεία ότι το άρθρο 87, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, ΕΚ καθιστά δυνατή την πλήρη αντιστάθμιση της αδιαμφισβήτητης οικονομικής καθυστερήσεως των νέων ομόσπονδων κρατών παραγνωρίζει τόσο τον εξαιρετικό χαρακτήρα αυτής της διατάξεως όσο και την αλληλουχία στην οποία εντάσσεται και τους σκοπούς τους οποίους υπηρετεί (επ' αυτού βλ. την προαναφερθείσα απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2000, Γερμανία κατά Επιτροπής, σκέψη 53).
122 Συγκεκριμένα, τα οικονομικά μειονεκτήματα από τα οποία πάσχουν συνολικά τα νέα ομόσπονδα κράτη δεν προκλήθηκαν ευθέως από τη γεωγραφική διαίρεση της Γερμανίας, κατά την έννοια του άρθρου 87. παράγραφος 2, στοιχείο γ_, ΕΚ (βλ. την προαναφερθείσα απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2000, Γερμανία κατά Επιτροπής, σκέψη 54).
123 Συνεπώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι διαφορές στην ανάπτυξη μεταξύ παλαιών και νέων ομόσπονδων κρατών εξηγούνται από άλλους λόγους και όχι από τη γεωγραφική κατάτμηση που προκλήθηκε από τη διαίρεση της Γερμανίας, και ιδίως από τα διαφορετικά πολιτικοοικονομικά καθεστώτα που εγκαθιδρύθηκαν σε καθένα από τα δύο τμήματα της Γερμανίας (βλ. την προαναφερθείσα απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2000, Γερμανία κατά Επιτροπής, σκέψη 55).
124 Επομένως, επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι η Γερμανική Κυβέρνηση δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο ικανό να αποδείξει ότι οι ενισχύσεις για τους μη υπαγόμενους στη Συνθήκη ΕΚΑΧ τομείς παραγωγής της GS ήταν απαραίτητες για την αντιστάθμιση ενός οικονομικού μειονεκτήματος προκληθέντος από τη διαίρεση της Γερμανίας.
125 Υπό τις συνθήκες αυτές, το δεύτερο σκέλος του πέμπτου λόγου πρέπει να απορριφθεί. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί το σύνολο του λόγου αυτού.
Επί του έκτου λόγου, που στηρίζεται σε εσφαλμένη εκτίμηση της διαδικασίας ιδιωτικοποιήσεως της GS έναντι των εφαρμοστέων στον τομέα των ενισχύσεων κανόνων
126 Με τον έκτο λόγο ακυρώσεως η Γερμανική Κυβέρνηση αμφισβητεί το βάσιμο της εκτιμήσεως της Επιτροπής σχετικά με τη διαδικασία ιδιωτικοποιήσεως της GS. Ισχυρίζεται, αφενός, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι εσφαλμένη καθόσον στηρίζεται στη διαπίστωση ότι η ιδιωτικοποίηση της GS, έναντι συνολικού αρνητικού ποσού πωλήσεως 340 εκατομμυρίων DEM, δεν ήταν ευνοϊκότερη λύση, από πλευράς του κυρίου του εταιρικού κεφαλαίου έναντι της θέσεως υπό εκκαθάριση, όσον αφορά το σχετικό κόστος. Κατά την ως άνω κυβέρνηση, η διαπίστωση αυτή βασίζεται σε ανακριβή εκτίμηση του νομικού πλαισίου στη Γερμανία, καθώς και σε εσφαλμένη ερμηνεία του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή στο πλαίσιο των εφαρμοστέων στον τομέα των ενισχύσεων κανόνων.
127 Αφετέρου, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι επίσης εσφαλμένη καθόσον αμφισβητεί το γεγονός ότι η διαδικασία της προσκλήσεως προς υποβολή προσφορών, η οποία πραγματοποιήθηκε σε διεθνές επίπεδο στην περίπτωση της GS, πληρούσε το κριτήριο μιας «ανοικτής, διαφανούς και χωρίς όρους διαδικασίας», σύμφωνα με τους κανόνες συμπεριφοράς στον τομέα της ιδιωτικοποιήσεως που δημοσίευσε η Επιτροπή στην XXIIIή Έκθεση περί της πολιτικής ανταγωνισμού (1993) (στο εξής: κανόνες συμπεριφοράς).
128 Όσον αφορά την αρχή της ιδιωτικοποιήσεως της GS και την εκ μέρους της Επιτροπής εφαρμογή του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή, η Γερμανική Κυβέρνηση υπενθυμίζει ότι η Επιτροπή, επικαλούμενη τη νομολογία του Δικαστηρίου (απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 1994, C-278/92 έως C-280/92, Ισπανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1994, σ. Ι-4103, σκέψη 22), θεώρησε ότι, από τα έξοδα για την εκκαθάριση της GS, τα οποία η εταιρία εμπειρογνωμόνων λογιστών KPMG υπολόγισε σε 475 εκατομμύρια DEM, μόνον 94 εκατομμύρια DEM έπρεπε να ληφθούν υπόψη για τη σχετική σύγκριση, δεδομένου ότι το ποσό αυτό αντιστοιχούσε στην αξία της εκκαθαρίσεως, όπως αυτή εκτιμήθηκε από τους εμπειρογνώμονες λογιστές, πέρα από την οποία η BvS δεν μπορούσε να παράσχει σχετική εγγύηση.
129 Η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει, πρώτον, ότι η νομολογία που επικαλείται η Επιτροπή δεν ασκεί επιρροή στην υπό κρίση υπόθεση. Πράγματι, η προαναφερθείσα απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 1994, Ισπανία κατά Επιτροπής, στηρίζεται σε διαπιστώσεις σχετικά με την ευθύνη ενός δημόσιου φορέα που είναι κύριος εταιρικού κεφαλαίου υπό την έννοια του ισπανικού δικαίου. Ωστόσο, κατά το γερμανικό δίκαιο, η κατάσταση είναι διαφορετική. Όπως δέχθηκε και η Επιτροπή στο σημείο 81 των αιτιολογικών σκέψεων της προσβαλλομένης αποφάσεως, τα δάνεια εταίρων που χορήγησαν οι διαδοχικοί δημοσίου δικαίου μέτοχοι της GS δεν μπορούσαν να χρησιμεύσουν προς ικανοποίηση των πιστωτών όσον αφορά την πτωχευτική περιουσία. Λαμβάνοντας υπόψη το ποσό αυτό, το κόστος της εκκαθαρίσεως ανέρχεται σε 292 εκατομμύρια DEM.
130 Δεύτερον, η Γερμανική Κυβέρνηση αμφισβητεί τις διαπιστώσεις της Επιτροπής που περιλαμβάνονται στο σημείο 80, πρώτο εδάφιο, στοιχείο α_, των αιτιολογικών σκέψεων της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά τις οποίες η BvS παρέσχε εγγύηση για τα χρέη της GS όχι ως κύριος του κεφαλαίου της, αλλά ως δημόσιος οργανισμός. Κατά την ως άνω κυβέρνηση, οι εγγυήσεις που χορήγησε η BVS δεν είναι κρατικά μέτρα στηρίξεως. Αντιθέτως, μπορούν να συγκριθούν ως προς κάθε πλευρά τους προς τις συνήθεις στον ιδιωτικό τομέα εγγυήσεις τις οποίες χορηγούν οι εταιρίες holding υπέρ των θυγατρικών τους. Τέτοιες εταιρίες holding οφείλουν επίσης να λαμβάνουν υπόψη τις εν λόγω εγγυήσεις προκειμένου για τον καθορισμό του κόστους της θέσεως υπό εκκαθάριση μιας θυγατρικής. Συναφώς, δεν έχει καμία σημασία το αν η BvS κατείχε μερίδια του εταιρικού κεφαλαίου της GS άμεσα ή έμμεσα, μέσω κάποιας διαχειριστικής εταιρίας.
131 Τρίτον, η Γερμανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι, κατά το γερμανικό δίκαιο, η BvS, ως κύριος εταιρικού κεφαλαίου, βαρύνεται σε περίπτωση εκκαθαρίσεως με το κόστος εξυγιάνσεως των σχετικών εγκαταστάσεων, που εκτιμάται από τους εμπειρογνώμονες λογιστές σε 87 εκατομμύρια DEM. Δυνάμει του γερμανικού δημοσίου δικαίου, κάθε κύριος του εταιρικού κεφαλαίου εταιρίας που τίθεται υπό εκκαθάριση είναι υπεύθυνος για τη ρύπανση του εδάφους που προκάλεσε η τελευταία αυτή εταιρία, καθώς και για άλλες περιστάσεις που επιτάσσουν την πραγματοποίηση έργων εξυγιάνσεως.
132 Τέταρτον, πρέπει να ληφθούν επίσης υπόψη τα έξοδα για την ίδια τη θέση υπό εκκαθάριση, τα οποία οι εμπειρογνώμονες εκτίμησαν σε 57 εκατομμύρια DEM. Δεδομένου ότι ο κύριος του κεφαλαίου οφείλει να καταβάλει τα σχετικά ποσά, αυτά πρέπει να ληφθούν επίσης υπόψη στη σύγκριση του κόστους της ιδιωτικοποιήσεως έναντι εκείνου της θέσεως υπό εκκαθάριση. Δεδομένου ότι τα έξοδα αυτά βαρύνουν την εταιρία διαχειρίσεως την οποία ελέγχει η BvS, κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση πρέπει να προστεθεί ότι η εν λόγω εταιρία απολαύει δικαιώματος απαλλαγής έναντι της BvS όσον αφορά τις δαπάνες της θέσεως υπό εκκαθάριση.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
133 Προκειμένου να προσδιοριστεί αν η ιδιωτικοποίηση της GS έναντι αρνητικής τιμής πωλήσεως 340 εκατομμυρίων DEM περιλαμβάνει στοιχεία κρατικής ενισχύσεως, πρέπει να εξακριβωθεί αν, υπό παρόμοιες περιστάσεις, ένας ιδιώτης επιχειρηματίας μεγέθους συγκρίσιμου προς το μέγεθος των οργανισμών που διαχειρίζονται τον δημόσιο τομέα θα μπορούσε να λάβει την απόφαση να προβεί σε εισφορές κεφαλαίου τέτοιας εκτάσεως στο πλαίσιο της πωλήσεως της εν λόγω επιχειρήσεως ή θα προτιμούσε τη θέση της υπό εκκαθάριση (βλ. επ' αυτού, μεταξύ άλλων, την απόφαση της 16ης Μα_ου 2002, C-482/99, Γαλλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. Ι-4397, σκέψη 70).
134 Συναφώς, όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ των υποχρεώσεων που πρέπει να αναλαμβάνει το Δημόσιο ως κύριος των μετοχών μιας εταιρίας και των υποχρεώσεων που μπορεί να υπέχει ως δημόσια αρχή (προαναφερθείσα απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 1994, Ισπανία κατά Επιτροπής, σκέψη 22).
135 Όσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση, πρέπει να ληφθεί επίσης υπόψη το γεγονός ότι δεν αμφισβητείται ότι η GS είναι προβληματική επιχείρηση, στην οποία διάφοροι δημόσιοι οργανισμοί χορήγησαν επί πολλά έτη πιστώσεις χωρίς τόκο και χωρίς υποχρέωση επιστροφής.
136 Ενόψει αυτών των παρατηρήσεων πρέπει να εξεταστεί το επιχείρημα της Γερμανικής Κυβερνήσεως με το οποίο επιχειρεί να αποδείξει ότι η εκκαθάριση της GS θα προκαλούσε περισσότερα έξοδα απ' ό,τι η ιδιωτικοποίησή της.
137 Εν προκειμένω, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας εκτιμά σε 475 εκατομμύρια DEM το κόστος της εκκαθαρίσεως της GS. Το ποσό αυτό κατανέμεται σε 196 εκατομμύρια DEM που αντιστοιχούν στα χορηγούμενα από εταίρο δάνεια, σε 49 εκατομμύρια DEM για εγγυημένες τραπεζικές πιστώσεις, σε 26 εκατομμύρια DEM για διάφορα χρέη, σε 147 εκατομμύρια DEM που αντιπροσωπεύουν προμήθειες διαφόρων εξόδων (εκ των οποίων 87 εκατομμύρια DEM για έξοδα αποκαταστάσεως της περιοχής των βιομηχανικών εγκαταστάσεων και 22 εκατομμύρια DEM για έξοδα σχεδίου επαγγελματικής αποκαταστάσεως των εργαζομένων που έχασαν την εργασία τους, τα οποία δεν προκύπτουν από κάποια δεσμευτική υποχρέωση) και σε 57 εκατομμύρια DEM για έξοδα της καθαυτό διαδικασίας εκκαθαρίσεως, ιδίως έξοδα λειτουργίας και αναστολής των δραστηριοτήτων κατά τη διάρκεια της περιόδου της εκκαθαρίσεως.
138 Όσον αφορά, πρώτον, τις χορηγηθείσες υπέρ της GS εγγυήσεις πιστώσεων, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι αυτές χορηγήθηκαν υπέρ μιας προβληματικής επιχειρήσεως χωρίς καμιά πρόσφορη αντιπαροχή εκ μέρους της. Όμως, ένας ιδιώτης επενδυτής δεν θα χορηγούσε υπό κανονικές συνθήκες πιστώσεις αυτού του είδους στη GS. Όπως τόνισε η Επιτροπή στο σημείο 45 των αιτιολογικών σκέψεων της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι εγγυήσεις τις οποίες χορηγεί το Δημόσιο σε προβληματική επιχείρηση πρέπει να θεωρούνται ως ενισχύσεις ποσού ίσου προς το δάνειο για το οποίο χορηγήθηκε η εγγύηση. Επομένως, οι υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτό για την επιχείρηση προκύπτουν σαφώς από τη χορήγηση ενισχύσεων και, για τον λόγο αυτό, δεν μπορούν να συμπεριληφθούν στον υπολογισμό του κανονικού κόστους της εκκαθαρίσεως.
139 Στη συνέχεια, όσον αφορά τα έξοδα αποκαταστάσεως των βιομηχανικών εγκαταστάσεων, περί των οποίων κάνει λόγο η Γερμανική Κυβέρνηση, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τη δικογραφία, η αξία πωλήσεως των ως άνω εγκαταστάσεων ήταν μόλις 9 εκατομμύρια DEM, έστω και αν η επιχείρηση ήταν υποχρεωμένη να προβεί σε σχετική αποκατάσταση, ένας ιδιώτης επιχειρηματίας δεν θα έθετε συμπληρωματικούς πόρους στη διάθεση της τελευταίας σε περίπτωση εκκαθαρίσεως. Εν πάση περιπτώσει, η Γερμανική Κυβέρνηση δεν προσκόμισε καμία συγκεκριμένη πληροφορία από την οποία να αποδεικνύεται ότι, σε μια περίπτωση όπως αυτή της υπό κρίση υποθέσεως, ο κύριος του κεφαλαίου της υπό εκκαθάριση επιχειρήσεως θα ήταν ενδεχομένως υποχρεωμένος να αναλάβει προσωπικά το σύνολο των δαπανών της αποκαταστάσεως των σχετικών εγκαταστάσεων.
140 Τέλος, όσον αφορά τα χορηγούμενα από εταίρο δάνεια, λαμβανομένων υπόψη των δυσχερειών της GS και των σχετικών με τη χορήγηση των πιστώσεων όρων, συνιστούν οπωσδήποτε ενισχύσεις στο σύνολό τους, όπως εκτίθεται στο σημείο 44 των αιτιολογικών σκέψεων της προσβαλλομένης αποφάσεως. Συνεπώς, η μη επιστροφή των δανείων αυτών θα οδηγούσε σε απώλεια μιας πιστώσεως απορρέουσας από τη χορήγηση ενισχύσεων, δηλαδή απορρέουσας από μέτρο ληφθέν εκ μέρους κράτους μέλους ενεργούντος στο πλαίσιο της ασκήσεως δημόσιας εξουσίας, την οποία δεν θα χορηγούσε ένας ιδιώτης επενδυτής και η οποία για τον λόγο αυτό δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό του κόστους της εκκαθαρίσεως. Και αν ακόμη υποτεθεί ότι, σε περίπτωση αφερεγγυότητας, τα χορηγούμενα από εταίρο δάνεια, σύμφωνα με τη γερμανική νομοθεσία, θα λαμβάνονταν υπόψη ως ίδια κεφάλαια τα οποία δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν προς ικανοποίηση των πιστωτών από την πτωχευτική περιουσία και έστω και αν αυτά περιλαμβάνονταν στο κόστος της εκκαθαρίσεως, το κόστος αυτό θα ανερχόταν μόλις σε 292 εκατομμύρια DEM, ποσό το οποίο σαφώς μικρότερο από τα 340 εκατομμύρια DEM που κόστισε η ιδιωτικοποίηση.
141 Υπό τις συνθήκες αυτές, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ορθά η Επιτροπή δέχθηκε στο σημείο 82 των αιτιολογικών σκέψεων της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι η εκκαθάριση της GS θα ήταν λιγότερο δαπανηρή και, επομένως, ένας ιδιώτης επενδυτής θα είχε επιλέξει τη λύση αυτή.
142 Εξάλλου, όσον αφορά τον ισχυρισμό της Γερμανικής Κυβερνήσεως ότι η διαδικασία ιδιωτικοποιήσεως της GS ήταν σύμφωνη προς τα κριτήρια μιας «διαδικασίας χωρίς όρους, ανοιχτής και διαφανούς», περί των οποίων γίνεται λόγος στους κανόνες συμπεριφοράς, αρκεί η διαπίστωση ότι, ανεξάρτητα από τη νομική αξία των ως άνω κανόνων συμπεριφοράς, και αν ακόμη υποτεθεί ότι ο ισχυρισμός αυτός αποδεικνύεται, τούτος δεν μπορεί να επηρεάσει τη διαπίστωση ότι η επιλογή να ιδιωτικοποιηθεί η GS έναντι αρνητικής τιμής πωλήσεως δεν ικανοποιεί το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή, οπότε περιλαμβάνει στοιχεία κρατικής ενισχύσεως.
143 Έπεται ότι ο έκτος λόγος της Γερμανικής Κυβερνήσεως πρέπει επίσης να απορριφθεί.
144 Υπό τις συνθήκες αυτές, ενόψει του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, πρέπει να απορριφθεί η προσφυγή της Γερμανικής Κυβερνήσεως ως αβάσιμη.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
145 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του αντιδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας στα έξοδα και αυτή ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy