Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Γεωργία ροσέγγιση των νομοθεσιών σε θέματα υγειονομικών ελέγχων Κτηνιατρικοί και ζωοτεχνικοί έλεγχοι επί του ενδοκοινοτικού εμπορίου ζώντων ζώων και προϊόντων ζωικής προελεύσεως Επείγοντα μέτρα προστασίας από τη σπογγώδη εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών Απόφαση 1999/517 Υποχρέωση αιτιολογήσεως Κώδικας υγείας ζώων του Διεθνούς Γραφείου Επιζωοτιών Διαδικαστικές προϋποθέσεις και χρηστή διοίκηση Αρχή της αναλογικότητας αραβίαση Δεν συντρέχει
(Απόφαση 1999/517 της Επιτροπής)
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-365/99,
ορτογαλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τον L. Fernandes και την Μ. J. Abecassis, επικουρούμενους από τους C. Aguiar και T. Ferreira de Lima, advogados, καθώς και από τον G. van der Wal, avocat, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της αποφάσεως 1999/517/ΕΚ της Επιτροπής, της 28ης Ιουλίου 1999, για τροποποίηση της αποφάσεως 98/653/ΕΚ σχετικά με επείγοντα μέτρα που κατέστησαν αναγκαία από την επέλευση της σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας των βοοειδών στην ορτογαλία (ΕΕ L 197, σ. 45), καθόσον παρατείνει μέχρι την 1η Φεβρουαρίου 2000 τον περιορισμό εξαγωγών του άρθρου 4 της αποφάσεως 98/653/ΕΚ της Επιτροπής, της 18ης Νοεμβρίου 1998, σχετικά με επείγοντα μέτρα που κατέστησαν αναγκαία από την επέλευση της σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας των βοοειδών στην ορτογαλία (ΕΕ L 311, σ. 23),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους A. La Pergola, πρόεδρο τμήματος, Μ. Wathelet, D. A. O. Edward, L. Sevón (εισηγητή) και S. von Bahr, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mischo
γραμματέας: H. A. Rühl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε την αγόρευση της ορτογαλικής Δημοκρατίας κατά τη συνεδρίαση της 22ας Φεβρουαρίου 2001, κατά τη διάρκεια της οποίας εκπροσωπήθηκε από τους T. Ferreira de Lima και L. Parret, avocat,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 27ης Μαρτίου 2001,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 4 Οκτωβρίου 1999, η ορτογαλική Δημοκρατία ζήτησε, δυνάμει του άρθρου 230 ΕΚ, την ακύρωση της αποφάσεως 1999/517/ΕΚ της Επιτροπής, της 28ης Ιουλίου 1999, για τροποποίηση της αποφάσεως 98/653/ΕΚ σχετικά με επείγοντα μέτρα που κατέστησαν αναγκαία από την επέλευση της σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας των βοοειδών στην ορτογαλία (ΕΕ L 197, σ. 45, στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), καθόσον παρατείνει μέχρι την 1η Φεβρουαρίου 2000 τον περιορισμό εξαγωγών του άρθρου 4 της αποφάσεως 98/653/ΕΚ της Επιτροπής, της 18ης Νοεμβρίου 1998, σχετικά με επείγοντα μέτρα που κατέστησαν αναγκαία από την επέλευση της σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας των βοοειδών στην ορτογαλία (ΕΕ L 311, σ. 23).
Το νομικό πλαίσιο
2 Η απόφαση 98/653 προβλέπει στο άρθρο 4:
«Η ορτογαλία διασφαλίζει ότι, μέχρι την 1η Αυγούστου 1999, τα κάτωθι δεν αποστέλλονται από το έδαφός της σε άλλα κράτη μέλη ή σε τρίτες χώρες, όταν προέρχονται από βοοειδή που έχουν σφαγεί στην ορτογαλία:
α) κρέας·
β) προϊόντα τα οποία ενδέχεται να εισέλθουν στην ανθρώπινη ή τη ζωική τροφική αλυσίδα·
γ) υλικά τα οποία προορίζονται για χρήση σε καλλυντικά ή φαρμακευτικά ή ιατροτεχνολογικά προϊόντα.»
3 Η απόφαση 98/653 βασίζεται:
στη Συνθήκη ΕΚ·
στην οδηγία 90/425/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 1990, σχετικά με τους κτηνιατρικούς και ζωοτεχνικούς ελέγχους που εφαρμόζονται στο ενδοκοινοτικό εμπόριο ορισμένων ζώντων ζώων και προϊόντων με προοπτική την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς (ΕΕ L 224, σ. 29), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 92/118/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 1992, για τον καθορισμό των όρων υγειονομικού ελέγχου καθώς και των υγειονομικών όρων που διέπουν το εμπόριο και τις εισαγωγές στην Κοινότητα προϊόντων που δεν υπόκεινται, όσον αφορά τους προαναφερόμενους όρους, στις ειδικές κοινοτικές ρυθμίσεις που αναφέρονται στο κεφάλαιο Ι του παραρτήματος Α της οδηγίας 89/662/ΕΟΚ και, όσον αφορά τους παθογόνους παράγοντες, της οδηγίας 90/425 (EE L 62, σ. 49), ιδίως το άρθρο 10, παράγραφος 4, της οδηγίας αυτής και
στην οδηγία 89/662/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 1989, σχετικά με τους κτηνιατρικούς ελέγχους που εφαρμόζονται στο ενδοκοινοτικό εμπόριο με προοπτική την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς (ΕΕ L 395, σ. 13), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 92/118, και ιδίως το άρθρο 9, παράγραφος 4, της οδηγίας αυτής.
4 Στη δεύτερη και στην τρίτη αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως 98/653 αναφέρονται μεταξύ άλλων:
η εμφάνιση 66 περιπτώσεων σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας των βοοειδών (στο εξής: ΣΕΒ) στην ορτογαλία μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 1998 και 14ης Οκτωβρίου 1998, δηλαδή η συχνότητα εμφάνισης της ΣΕΒ, υπολογιζόμενη κατά τους τελευταίους 12 μήνες, είναι 105,6 περιπτώσεις ανά εκατομμύριο ζώων ηλικίας άνω των 2 ετών, καθώς και σημαντική αύξηση εμφανίσεως της ασθένειας από τον Ιούνιο 1998·
το γεγονός ότι αποστολή που πραγματοποιήθηκε στην ορτογαλία από το Γραφείο Τροφίμων και Κτηνιατρικών Θεμάτων της Επιτροπής, από τις 28 Σεπτεμβρίου έως τις 2 Οκτωβρίου 1998, επιβεβαίωσε τις διαπιστώσεις των προηγουμένων αποστολών, δηλαδή ότι, παρά τη γενική βελτίωση που επετεύχθη, εξακολουθούσαν να υφίστανται ορισμένες ελλείψεις ως προς την εφαρμογή των μέτρων για τον έλεγχο των παραγόντων κινδύνου της ΣΕΒ.
5 Το άρθρο 13 της αποφάσεως 98/653 προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι η ορτογαλική Δημοκρατία πρέπει να εφαρμόσει πρόγραμμα για να αποδείξει την αποτελεσματική συμμόρφωση με όλη τη σχετική κοινοτική νομοθεσία που αφορά την ταυτοποίηση και καταχώριση των ζώων, την ανακοίνωση των ζωονόσων και την επιδημιολογική επιτήρηση της μεταδοτικής σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας (στο εξής: ΜΣΕ), καθώς και με τη λοιπή κοινοτική νομοθεσία για την προστασία από τη ΣΕΒ. Δυνάμει της διατάξεως αυτής, η ορτογαλική Δημοκρατία υποχρεούται επίσης να θεσπίσει πρόγραμμα για να αποδείξει την αποτελεσματική συμμόρφωση με την απόφαση αυτή και τα σχετικά εθνικά μέτρα για την προστασία από τις ΣΕΒ.
6 Δυνάμει του άρθρου 14 της αποφάσεως 98/653, η ορτογαλική Δημοκρατία υποχρεούται να διαβιβάζει στην Επιτροπή κάθε τέσσερις εβδομάδες έκθεση σχετικά με την εφαρμογή των μέτρων προστασίας κατά των ΜΣΕ, σύμφωνα με τις κοινοτικές και εθνικές διατάξεις, και σχετικά με τα αναφερόμενα στο άρθρο 13 της αποφάσεως αυτής προγράμματα.
7 Το άρθρο 15 της αποφάσεως 98/653 προβλέπει:
«Η Επιτροπή διενεργεί επιτόπιους κοινοτικούς ελέγχους στην ορτογαλία με στόχο:
α) να εξακριβώσει την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας απόφασης, ιδίως σε σχέση με την εφαρμογή των επίσημων ελέγχων·
β) να εξετάσει την εξέλιξη του αριθμού των κρουσμάτων της νόσου, την αποτελεσματική επιβολή των σχετικών εθνικών μέτρων και για να διεξαγάγει μελέτη εκτίμησης του κινδύνου στην οποία αποδεικνύεται εάν έχουν ληφθεί τα κατάλληλα μέτρα για τη διαχείριση του οποιουδήποτε κινδύνου.»
8 Το άρθρο 16 της αποφάσεως 98/653 έχει ως εξής:
«1. Η παρούσα απόφαση αναθεωρείται το αργότερο εντός 18 μηνών από την έγκρισή της, εν αναμονή συνολικής εξέτασης της κατάστασης, ιδίως εν όψει της εξέλιξης του αριθμού των κρουσμάτων της νόσου και της αποτελεσματικής επιβολής των σχετικών μέτρων, και βάσει νέων επιστημονικών πληροφοριών.
2. [...]
3. Κατά περίπτωση, η παρούσα απόφαση τροποποιείται, κατόπιν διαβουλεύσεων με την αρμόδια επιστημονική επιτροπή, σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 17 της οδηγίας 89/662/ΕΟΚ.»
9 Η απόφαση 98/653 τροποποιήθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, το άρθρο 1, σημείο 2, της οποίας ορίζει:
«Στο άρθρο 4, η φράση "1η Αυγούστου 1999" αντικαθίσταται από τη φράση "1η Φεβρουαρίου 2000".»
10 Η τέταρτη έως και η έβδομη αιτιολογική σκέψη της προσβαλλομένης αποφάσεως έχουν ως εξής:
«(4) εκτιμώντας ότι η απαγόρευση της αποστολής από την ορτογαλία προϊόντων βοοειδών έπρεπε να ισχύσει μόνο μέχρι την 1η Αυγούστου 1999, εφόσον, από την αξιολόγηση του κινδύνου που πραγματοποιείται με βάση τα πορίσματα μιας αποστολής του Γραφείου Τροφίμων και Κτηνιατρικών Θεμάτων, λαμβάνοντας υπόψη την εξέλιξη της νόσου, προκύψει ότι έχουν ληφθεί κατάλληλα μέτρα για τον έλεγχο οποιουδήποτε κινδύνου και ότι τηρούνται και εφαρμόζονται αποτελεσματικά τα σχετικά κοινοτικά και εθνικά μέτρα·
(5) εκτιμώντας ότι κατά τη γενική συνέλευση της Επιτροπής του αγκόσμιου Οργανισμού Ζωικής Υγείας [Διεθνές Γραφείο Επιζωοτιών (ΔΓΕ)] από τις 17 έως τις 21 Μα_ου 1999, εγκρίθηκε πρόταση της διεθνούς επιτροπής κώδικα ζωικής υγείας του ΔΓΕ σχετικά με τα κριτήρια για τον καθορισμό της κατάστασης μιας χώρας ή περιοχής όσον αφορά τη ΣΕΒ· ότι σύμφωνα με τα κριτήρια αυτά, μία χώρα ή περιοχή κατατάσσεται ότι παρουσιάζει υψηλό βαθμό κρουσμάτων ΣΕΒ εάν το ποσοστό κρουσμάτων της ΣΕΒ, το οποίο υπολογίζεται κατά τους 12 τελευταίους μήνες, ήταν μεγαλύτερο από εκατό περιστατικά ανά εκατομμύριο σε πληθυσμό βοοειδών ηλικίας μεγαλύτερης των 24 μηνών στη χώρα ή περιοχή· ότι το τρέχον ποσοστό κρουσμάτων ΣΕΒ στην ορτογαλία, που υπολογίστηκε κατά τους τελευταίους 12 μήνες ανά εκατομμύριο ζώων ηλικίας μεγαλύτερης των 24 μηνών, ανέρχεται σε 211· ότι, κατά συνέπεια, η ορτογαλία πρέπει να χαρακτηριστεί ότι παρουσιάζει υψηλό βαθμό κρουσμάτων ΣΕΒ· ότι το άρθρο 3.2.13.9 του εν λόγω κώδικα συνιστά όρους για την εισαγωγή κρέατος άνευ οστών και προϊόντων κρέατος από ζώα που προέρχονται από χώρα ή περιοχή με υψηλό βαθμό κρουσμάτων ΣΕΒ· ότι η ορτογαλία δεν μπορεί να παράσχει εγγυήσεις ότι πληρούνται οι εν λόγω όροι·
(6) εκτιμώντας ότι πραγματοποιήθηκαν αποστολές για θέματα που αφορούν τη ΣΕΒ στην ορτογαλία από το Γραφείο Τροφίμων και Κτηνοτροφικών Θεμάτων από τις 22 Φεβρουαρίου έως τις 3 Μαρτίου 1999 και από τις 19 έως τις 23 Απριλίου 1999· ότι οι αποστολές αυτές συνέβαλαν στην αξιολόγηση της εφαρμογής και της αποτελεσματικότητας των μέτρων για την προστασία κατά της ΣΕΒ· ότι από τις αποστολές αυτές προέκυψε το συμπέρασμα ότι ασκήθηκαν σοβαρές προσπάθειες και επιτεύχθηκε σημαντική πρόοδος στην εφαρμογή μέτρων διαχείρισης του κινδύνου σε σύντομο χρονικό διάστημα, παρά το γεγονός ότι δεν υπήρξε επαρκής εφαρμογή όλων των μέτρων·
(7) εκτιμώντας ότι, υπό τις περιστάσεις αυτές, είναι σκόπιμο να διατηρηθεί η απαγόρευση για την αποστολή προϊόντων βοείου κρέατος».
11 Η ενδέκατη αιτιολογική σκέψη της προσβαλλομένης αποφάσεως διευκρινίζει ότι τα μέτρα που προβλέπονται στην απόφαση αυτή είναι σύμφωνα με τη γνώμη της μόνιμης κτηνιατρικής επιτροπής.
Η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία
12 Το δικόγραφο της προσφυγής της ορτογαλικής Δημοκρατίας κοινοποιήθηκε προσηκόντως στην Επιτροπή. Δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν υπέβαλε υπόμνημα αντικρούσεως εντός της ταχθείσας προθεσμίας, η ορτογαλική Δημοκρατία ζήτησε από το Δικαστήριο να δεχθεί τα αιτήματά της, σύμφωνα με το άρθρο 94, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.
13 Συναφώς, διαπιστώνεται πράγματι ότι η Επιτροπή, μολονότι της ζητήθηκε νομοτύπως, δεν υπέβαλε εμπροθέσμως υπόμνημα αντικρούσεως, υπό την έννοια του άρθρου 40, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας. Επομένως, το Δικαστήριο πρέπει να δικάσει ερήμην. Δεδομένου ότι το παραδεκτό της προσφυγής δεν αμφισβητείται, το Δικαστήριο πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 94, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, να εξακριβώσει αν τα αιτήματα της προσφεύγουσας είναι βάσιμα.
Επί της ουσίας
14 Η ορτογαλική Κυβέρνηση προβάλλει τέσσερις λόγους ακυρώσεως, ήτοι: ανεπαρκή αιτιολογία, παράβαση του κώδικα υγείας ζώων του Διεθνούς Γραφείου Επιζωοτιών (στο εξής: ΔΓΕ), παράβαση διαδικαστικών προϋποθέσεων και προσβολή των αρχών της χρηστής διοικήσεως και της αναλογικότητας.
Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως
15 Με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, η ορτογαλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη από πλευράς πραγματικών και νομικών περιστατικών.
16 Η ορτογαλική Κυβέρνηση υπενθυμίζει ότι τόσο η απόφαση 98/653 όσο και η προσβαλλόμενη απόφαση βασίζονται στις οδηγίες 89/662 και 90/425, περιλαμβάνουν επείγοντα μέτρα που συνιστούν εξαίρεση από την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων και, ως εκ τούτου, πρέπει να τυγχάνουν περιορισμένης εφαρμογής.
17 Η ορτογαλική Κυβέρνηση διευκρινίζει ότι το 1998 η συχνότητα εμφανίσεως της ΣΕΒ στην ορτογαλία ήταν 105,6 περιπτώσεις ανά εκατομμύριο ζώων ηλικίας άνω των 2 ετών και ότι η ορτογαλία ενέπιπτε έτσι στην κατηγορία των χωρών ή περιοχών στις οποίες το ποσοστό κρουσμάτων ΣΕΒ είναι χαμηλό, σύμφωνα με τα κριτήρια που έχουν θεσπιστεί με το άρθρο 3.2.13.1 του κώδικα υγείας ζώων του ΔΓΕ του 1998.
18 Η ορτογαλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι είχε ήδη λάβει διάφορα μέτρα για την πρόληψη και εξάλειψη της ΣΕΒ. Δεν αμφισβητεί ότι υπήρξαν ορισμένες ελλείψεις και κάποια καθυστέρηση στη λήψη ή εφαρμογή συγκεκριμένων μέτρων. άντως, ελήφθησαν πολυάριθμα νέα μέτρα, πράγμα το οποίο επισημάνθηκε στις εκθέσεις των αποστολών του Γραφείου Τροφίμων και Κτηνιατρικών Θεμάτων της Επιτροπής.
19 ιο συγκεκριμένα, κατά την κτηνιατρική επιθεώρηση που πραγματοποιήθηκε από 14 έως 18 Ιουνίου 1999, διαπιστώθηκαν σημαντικές βελτιώσεις. Οι ελλείψεις που είχαν επισημανθεί στο σχέδιο εκθέσεως της αποστολής αυτής αφορούσαν μόνο λεπτομέρειες, ως προς τις οποίες οι πορτογαλικές αρχές έδωσαν εξηγήσεις.
20 Η ορτογαλική Κυβέρνηση φρονεί ότι τα πορίσματα του σχεδίου εκθέσεως της αποστολής αυτής δεν δικαιολογούν την παράταση, μέχρι την 1η Φεβρουαρίου 2000, της απαγορεύσεως εξαγωγών που προβλέπεται στο άρθρο 4 της αποφάσεως 98/653, λαμβανομένων υπόψη των σχολίων των πορτογαλικών αρχών και της αρχικής καταστάσεως που οδήγησε την Επιτροπή να λάβει την απόφαση αυτή.
21 Συναφώς, από εξέταση του κώδικα υγείας ζώων του ΔΓΕ του 1998, που επικαλέστηκε η ορτογαλική Κυβέρνηση, προκύπτει ότι το άρθρο 3.2.13.2 του κώδικα αυτού δεν καθόριζε ακόμα τις «χώρες ή περιοχές με χαμηλό ποσοστό κρουσμάτων ΣΕΒ» και «χώρες ή περιοχές με υψηλό ποσοστό κρουσμάτων ΣΕΒ».
22 Αντιθέτως, ο κώδικας υγείας ζώων του 1999 διευκρινίζει ότι μια χώρα ή περιοχή πρέπει να θεωρηθεί ως έχουσα υψηλό ποσοστό κρουσμάτων ΣΕΒ ιδίως όταν τα θεσπισθέντα στο άρθρο 3.2.13.1 του εν λόγω κώδικα κριτήρια πληρούνται και ο αριθμός των περιπτώσεων ΣΕΒ ανά εκατομμύριο ζώων ηλικίας άνω των 24 μηνών υπερβαίνει τις 100 για τους τελευταίους δώδεκα μήνες.
23 Η ορτογαλική Κυβέρνηση παραπέμπει στο ποσοστό κρουσμάτων του 1998, που ανέρχεται σε 105,6 περιπτώσεις, αλλά δεν αμφισβητεί το ποσοστό που αναφέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, που ανέρχεται σε 211 περιπτώσεις. Τα στοιχεία αυτά αρκούν για να αποδειχθεί ότι το 1998 η ορτογαλία εθεωρείτο ήδη χώρα με υψηλό ποσοστό κρουσμάτων ΣΕΒ υπό την έννοια του ορισμού που περιλαμβάνεται στον κώδικα υγείας ζώων του ΔΓΕ του 1999 και ότι, κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, η κατάσταση είχε επιδεινωθεί εφόσον το ποσοστό των κρουσμάτων ΣΕΒ είχε διπλασιαστεί.
24 Όσον αφορά τις εκθέσεις των πραγματοποιηθεισών στην ορτογαλία αποστολών από το Γραφείο Τροφίμων και Κτηνιατρικών Θεμάτων της Επιτροπής, επισημαίνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λαμβάνει υπόψη τις εκθέσεις των αποστολών που πραγματοποιήθηκαν από 22 Φεβρουαρίου έως 3 Μαρτίου 1999 και από 19 έως 23 Απριλίου 1999.
25 Όπως διαπίστωσε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 36 έως 38 των προτάσεών του, οι εκθέσεις αυτές αναφέρουν σοβαρές ελλείψεις όσον αφορά την τήρηση της κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως σχετικά με τη ΣΕΒ και τα νωπά κρέατα.
26 Η παραπομπή στις εκθέσεις αυτές συνιστά πρόσφορη και επαρκή αιτιολογία της διαπιστώσεως, που διατυπώθηκε στην έκτη αιτιολογική σκέψη της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι «καταβλήθηκαν σοβαρές προσπάθειες και επιτεύχθηκε σημαντική πρόοδος στην εφαρμογή μέτρων διαχείρισης του κινδύνου σε σύντομο χρονικό διάστημα, παρά το γεγονός ότι δεν υπήρξε επαρκής εφαρμογή όλων των μέτρων».
27 Βάσει των εκθέσεων αυτών διαπιστώθηκε, στην αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι η ορτογαλία είναι χώρα με υψηλό ποσοστό κρουσμάτων ΣΕΒ και τα μέτρα προστασίας κατά της ΣΕΒ είναι ακόμη ανεπαρκή στη χώρα αυτή.
28 Οι διαπιστώσεις αυτές ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις του άρθρου 16, παράγραφος 1, της αποφάσεως 98/653, που προβλέπει αναθεώρηση της απαγορεύσεως εξαγωγών «ιδίως εν όψει της εξέλιξης του αριθμού των κρουσμάτων της νόσου και της αποτελεσματικής επιβολής των σχετικών μέτρων».
29 Όσον αφορά την έκθεση της κτηνιατρικής αποστολής του Ιουνίου 1999, διαπιστώνεται ότι, για τους λόγους που θα αναπτυχθούν στο πλαίσιο της απαντήσεως στον τρίτο λόγο ακυρώσεως, η έκθεση αυτή δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως.
30 Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι επαρκώς αιτιολογημένη από πλευράς πραγματικών και νομικών περιστατικών. Συνεπώς, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως
31 Με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, η ορτογαλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αντιβαίνει προς τον κώδικα υγείας των ζώων του ΔΓΕ.
32 Σύμφωνα με την ορτογαλική Κυβέρνηση, η απόφαση 98/653 και η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζονταν στον κώδικα υγείας ζώων του ΔΓΕ. Υπό την έννοια όμως του κώδικα αυτού, η ορτογαλία εμπίπτει στην κατηγορία των χωρών με χαμηλό ποσοστό κρουσμάτων ΣΕΒ. Όσον αφορά τις χώρες αυτές, ο κώδικας δεν απαιτούσε πλήρη απαγόρευση των εξαγωγών, αλλά μόνον τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων για τις διάφορες κατηγορίες προϊόντων.
33 Η ορτογαλική Κυβέρνηση καταλήγει ότι η Επιτροπή δεν τήρησε τον κώδικα αυτό στην απόφαση 98/653 και στην προσβαλλόμενη απόφαση, εφόσον απαγόρευσε πλήρως τις εξαγωγές κρέατος και προϊόντων με βάση το κρέας ενώ, σύμφωνα με τον εν λόγω κώδικα, δεν μπορεί να επιβληθεί τέτοιου είδους απαγόρευση των εξαγωγών.
34 Συναφώς, διαπιστώνεται ότι, εν πάση περιπτώσει, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στηρίζεται στον κώδικα υγείας ζώων του ΔΓΕ, όπως υποστηρίζει η ορτογαλική Κυβέρνηση, αλλά, ιδίως, στα άρθρα 10, παράγραφος 4, της οδηγίας 90/425 και 9, παράγραφος 4, της οδηγίας 89/662. Ο κώδικας αυτός μνημονεύεται στην προσβαλλόμενη απόφαση διότι πρόκειται για νομοθέτημα αναφοράς καταρτισθέν από διεθνή οργανισμό, που είναι αναγνωρισμένος για την εμπειρογνωσία του.
35 Επιπλέον, για τους λόγους που αναπτύχθηκαν στα σημεία 46 έως 49 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα, διαπιστώνεται ότι δεν υφίστατο αντίφαση μεταξύ των συστάσεων του κώδικα υγείας ζώων του ΔΓΕ και της τεθείσας με την προσβαλλόμενη απόφαση απαγορεύσεως. ράγματι, κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως αυτής, η ορτογαλία ήταν χώρα με υψηλό ποσοστό κρουσμάτων ΣΕΒ, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 23 της παρούσας αποφάσεως, από την οποία, σύμφωνα με τον κώδικα αυτό, μπορούσαν να πραγματοποιηθούν οι εξαγωγές βοείου κρέατος μόνον εφόσον πληρούνταν αυστηρές προϋποθέσεις, πράγμα το οποίο προδήλως δεν συνέβαινε εν προκειμένω.
36 Επομένως, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως
37 Με τον τρίτο λόγο ακυρώσεως, η ορτογαλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ελήφθη κατά παράβαση διαδικαστικών προϋποθέσεων και αντίκειται στις αρχές της χρηστής διοικήσεως.
38 ράγματι, η ορτογαλική Κυβέρνηση φρονεί ότι η μόνιμη κτηνιατρική επιτροπή, κατά τον χρόνο εξετάσεως της προτάσεως της Επιτροπής περί τροποποιήσεως της αποφάσεως 98/653, στη συνεδρίαση της 16ης Ιουλίου 1999, δεν ήταν πλήρως ενημερωμένη. Σύμφωνα με την ορτογαλική Κυβέρνηση, η επιτροπή αυτή έπρεπε να είχε πρόσβαση στην έκθεση της κτηνιατρικής αποστολής που έγινε στην ορτογαλία από 14 έως 18 Ιουνίου 1999. Το σχέδιο της εκθέσεως της επιτροπής αυτής εστάλη στον Υπουργό Γεωργίας, Αγροτικής Αναπτύξεως και Αλιείας στις 14 Ιουλίου 1999 και περιήλθε στη Μόνιμη ορτογαλική Αντιπροσωπεία στις 19 Ιουλίου 1999.
39 Κατά τη διάρκεια της εν λόγω συνεδριάσεως της μόνιμης κτηνιατρικής επιτροπής, οι εκπρόσωποι των διαφόρων κρατών μελών τόνισαν τη σημασία της εκθέσεως αυτής και το γεγονός ότι δεν έπρεπε να ληφθεί απόφαση βάσει της εκθέσεως της κτηνιατρικής αποστολής που πραγματοποιήθηκε από τις 22 Φεβρουαρίου έως τις 3 Μαρτίου 1999. Η Επιτροπή πρότεινε να παρουσιάσει προφορικώς την έκθεση της κτηνιατρικής αποστολής του Ιουνίου 1999, πράγμα το οποίο αρνήθηκε η πορτογαλική αντιπροσωπεία, για τον λόγο ότι δεν είχε λάβει ακόμα την έκθεση αυτή, δεν γνώριζε το περιεχόμενό της και δεν μπορούσε να λάβει θέση ως προς αυτήν.
40 Η ορτογαλική Κυβέρνηση υποστηρίζει επίσης ότι η μόνιμη κτηνιατρική επιτροπή έπρεπε να είχε πρόσβαση στις περιοδικές εκθέσεις που διεβίβαζε η ορτογαλική Δημοκρατία στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 14 της αποφάσεως 98/653.
41 Συναφώς, πρέπει να διευκρινιστεί ότι οι έλεγχοι που πραγματοποιήθηκαν από το Γραφείο Τροφίμων και Κτηνιατρικών Θεμάτων της Επιτροπής διέπονται από την απόφαση 98/139/ΕΚ της Επιτροπής, της 4ης Φεβρουαρίου 1998, για τη θέσπιση ορισμένων λεπτομερών κανόνων σχετικών με τους επιτόπιους ελέγχους στον κτηνιατρικό τομέα που διενεργούν εμπειρογνώμονες της Επιτροπής στα κράτη μέλη (ΕΕ L 38, σ. 10).
42 Το άρθρο 7, παράγραφος 1, της αποφάσεως αυτής ορίζει ότι «η Επιτροπή επιβεβαιώνει σε γραπτή έκθεσή της τα αποτελέσματα των ελέγχων εντός είκοσι εργάσιμων ημερών» και «το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος ανακοινώνει τις παρατηρήσεις του εντός είκοσι πέντε εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της γραπτής έκθεσης από την Επιτροπή».
43 Σύμφωνα με την ορτογαλική Κυβέρνηση, η έκθεση της κτηνιατρικής αποστολής του Ιουνίου 1999 απεστάλη στις αρμόδιες πορτογαλικές αρχές στις 14 Ιουλίου 1999 και περιήλθε στη μόνιμη πορτογαλική αντιπροσωπεία στις 19 Ιουλίου 1999, ήτοι εντός της προβλεπομένης στην απόφαση 98/139 προθεσμίας.
44 Στις 16 Ιουλίου 1999, ημερομηνία της συνεδριάσεως της μόνιμης κτηνιατρικής επιτροπής, η έκθεση της κτηνιατρικής αποστολής του Ιουνίου 1999 δεν μπορούσε να είναι οριστική και πλήρης εφόσον η ορτογαλική Δημοκρατία δεν είχε ακόμα ανακοινώσει τις παρατηρήσεις της. Επομένως, τηρώντας την εφαρμοστέα κοινοτική κανονιστική ρύθμιση, η Επιτροπή υπέβαλε, ενόψει της συνεδριάσεως αυτής, μόνον τις εκθέσεις των δύο κτηνιατρικών αποστολών που είχαν πραγματοποιηθεί από Φεβρουάριο μέχρι Απρίλιο 1999.
45 Δεν μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή ότι συγκάλεσε υπερβολικά νωρίς τη μόνιμη κτηνιατρική επιτροπή, λαμβανομένης υπόψη της κτηνιατρικής αποστολής του Ιουνίου 1999. ράγματι, υπενθυμίζεται ότι η ισχύς των μέτρων που προβλέπονται στο άρθρο 4 της αποφάσεως 98/653 έληγε την 1η Αυγούστου 1999 και έπρεπε, ενδεχομένως, να ληφθεί νέα απόφαση πριν από την ημερομηνία αυτή.
46 Δεν μπορεί περαιτέρω να προσαφθεί στην Επιτροπή ότι δεν διοργάνωσε νωρίτερα την κτηνιατρική αποστολή του Ιουνίου 1999, προκειμένου να διαβιβάσει την οριστική και πλήρη έκθεση στη μόνιμη κτηνιατρική επιτροπή προτού η επιτροπή αυτή λάβει απόφαση. Για να είναι διαθέσιμη εγκαίρως η έκθεση αυτή, η αποστολή έπρεπε να γίνει τον Μάιο του 1999. Αρκεί όμως να επισημανθεί ότι η τελευταία κτηνιατρική αποστολή, η έκθεση της οποίας υποβλήθηκε στη μόνιμη κτηνιατρική επιτροπή, πραγματοποιήθηκε από 19 έως 23 Απριλίου 1999 και, καθώς τονίζει ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 37 των προτάσεών του, η έκθεση ανέφερε σοβαρές παραβάσεις, ιδίως σε θέματα ταυτοποιήσεως των ζώων, οι οποίες ήταν τέτοιας φύσεως ώστε για την αποκατάστασή τους δεν αρκούσε ασφαλώς ένας μήνας προσπαθειών.
47 Επισημαίνεται ακόμα ότι, σύμφωνα με την ορτογαλική Κυβέρνηση, η Επιτροπή πρότεινε να παρουσιάσει προφορικώς την έκθεση της κτηνιατρικής αποστολής του Ιουνίου 1999 στα μέλη της μόνιμης κτηνιατρικής επιτροπής, αλλά η ίδια η πορτογαλική αντιπροσωπεία αρνήθηκε.
48 Όσον αφορά τις περιοδικές εκθέσεις που διαβίβασε η ορτογαλική Κυβέρνηση στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 14 της αποφάσεως 98/653, αρκεί η διαπίστωση ότι πρόκειται για έγγραφα που δεν έχουν αμφισβητούμενο χαρακτήρα και δεν πρέπει οπωσδήποτε να διαβιβαστούν από την Επιτροπή στα μέλη της μόνιμης κτηνιατρικής επιτροπής.
49 Από τα στοιχεία αυτά προκύπτει ότι ο τρίτος λόγος ακυρώσεως δεν είναι βάσιμος.
Επί του τετάρτου λόγου ακυρώσεως
50 Με τον τέταρτο λόγο ακυρώσεως, η ορτογαλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση προσβάλλει την αρχή της αναλογικότητας.
51 Η ορτογαλική Κυβέρνηση θεωρεί ότι ο αποκλεισμός των εξαγωγών είναι δυσανάλογο ως προς τον επιδιωκόμενο στόχο μέτρο. Συγκρίνοντας την κατάστασή της με την κατάσταση του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως αποκλεισμού ως προς αυτό το κράτος μέλος, η ορτογαλική Κυβέρνηση επισημαίνει ότι η ορτογαλία είναι ένας μικρός εξαγωγέας κρέατος και προϊόντων με βάση το κρέας. Είναι όμως ευκολότερο να ελεγχθούν οι σχετικά μικρότερου μεγέθους εξαγωγές απ' ό,τι οι σημαντικές εξαγωγές, όπως οι εξαγωγές του Ηνωμένου Βασιλείου. Εξάλλου, η Κοινότητα δεν έλαβε κανένα μέτρο ασφαλείας ως προς τις κοινοτικές εισαγωγές από την Ελβετία, παρά την ακανθώδη έκθεση για τη χώρα αυτή σχετικά με διάφορες παραλείψεις και κινδύνους συνδεομένους με τη ΣΕΒ.
52 ριν από την έκδοση της αποφάσεως 98/653, υφίστατο ήδη στην ορτογαλία σημαντική νομοθεσία για την πρόληψη και εξάλειψη της ΣΕΒ. Η νομοθεσία αυτή συμπληρώθηκε και βελτιώθηκε. Οι προς ρύθμιση λεπτομέρειες, σύμφωνα με την έκθεση που καταρτίστηκε κατόπιν της κτηνιατρικής αποστολής του Ιουνίου 1999, ήταν τέτοιας φύσεως ώστε δεν χρειαζόταν ούτε δικαιολογούνταν η παράταση του αποκλεισμού των εξαγωγών εν αναμονή της ρυθμίσεως των λεπτομερειών αυτών.
53 Η ορτογαλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται επ' αυτού ότι το Γραφείο Τροφίμων και Κτηνιατρικών θεμάτων της Επιτροπής διαπίστωσε διάφορες βελτιώσεις σε νομοθετικό επίπεδο και στην εφαρμογή της κοινοτικής και εθνικής νομοθεσίας, κατά τις κτηνιατρικές αποστολές που έγιναν στην ορτογαλία από 22 Φεβρουαρίου έως 3 Μαρτίου 1999 και από 14 έως 18 Ιουνίου 1999. Το Γραφείο κατέληξε ότι μπορεί να επαρκούσαν λιγότερο αυστηρά μέτρα από την παράταση, μέχρι την 1η Φεβρουαρίου 2000, του αποκλεισμού των εξαγωγών, αν υποτεθεί ότι ήταν ακόμα αναγκαία ή απαιτείτο η λήψη κάποιου μέτρου.
54 Συναφώς, διαπιστώνεται ότι από την εξέταση των δύο πρώτων λόγων ακυρώσεως προκύπτει ήδη ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ήταν πρόσφορη για τον επιδιωκόμενο σκοπό, η δε εκ νέου διεξαγωγή των εξαγωγών δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί άμεσα.
55 Επιπλέον, όσον αφορά τον έλεγχο των εξαγωγών από την ορτογαλία, υπενθυμίζεται ότι, όπως προκύπτει από τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο σημείο ΙΙ.2.1.1 της εκθέσεως της κτηνιατρικής αποστολής που πραγματοποιήθηκε από 22 Φεβρουαρίου έως 3 Μαρτίου 1999, δεν υπήρχαν, ούτως ειπείν, επιτόπιοι έλεγχοι των εξαγωγών βοείου κρέατος στα σημεία εξόδου από την εθνική επικράτεια. Σύμφωνα με το σημείο ΙΙ.2.1.1 της εκθέσεως της κτηνιατρικής αποστολής του Ιουνίου 1999, τέτοιου είδους έλεγχοι μπόρεσαν να γίνουν μόνον κατόπιν της συμφωνίας που υπογράφηκε στις 21 Απριλίου 1999 από δύο διευθύνσεις της πορτογαλικής διοικήσεως.
56 Όσον αφορά τα μέτρα που έλαβαν και εφάρμοσαν κατά της ΣΕΒ οι πορτογαλικές αρχές, μια απλή ανάγνωση των εκθέσεων του Γραφείου Τροφίμων και Κτηνιατρικών θεμάτων της Επιτροπής αρκεί προς επιβεβαίωση του ότι οι επισημανθείσες στις εκθέσεις αυτές παραβάσεις δεν ήταν απλές λεπτομέρειες, παρά τα όσα ισχυρίζεται η ορτογαλική Κυβέρνηση.
57 Ακόμα και αν υποτεθεί ότι, για την εκτίμηση της αναλογικότητας της προσβαλλομένης αποφάσεως, είναι λυσιτελές να ληφθεί ως βάση η κατάσταση άλλων κρατών μελών ή τρίτων χωρών ως προς τους συνδεόμενους με τη ΣΕΒ κινδύνους και ως προς το περιεχόμενο των ληφθέντων συναφώς από την Κοινότητα μέτρων, από τη σύγκριση μεταξύ της καταστάσεως της ορτογαλίας, του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ελβετίας δεν μπορεί εν πάση περιπτώσει να αποδειχθεί ότι είναι δυσανάλογο το ληφθέν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την ορτογαλική Δημοκρατία μέτρο. ράγματι, η εκ νέου διεξαγωγή των εξαγωγών βοείου κρέατος από το Ηνωμένο Βασίλειο επετράπη μόνον αφού αυτό το κράτος μέλος απέδειξε ότι είχε θέσει σε εφαρμογή το ένα από τα καθεστώτα εξαγωγής που προβλέπει ο κώδικας υγείας ζώων του ΔΓΕ. Από ένα έγγραφο όμως που προσκόμισε η ορτογαλική Κυβέρνηση κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση προκύπτει ότι μόλις τον Δεκέμβριο 2000 προσδιορίστηκε, για την ορτογαλική Δημοκρατία, η ημερομηνία που μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως ημερομηνία αναφοράς στο πλαίσιο ενός τέτοιου καθεστώτος. Επομένως, ήταν πρακτικώς αδύνατο να αντιμετωπιστεί η επανάληψη των εξαγωγών το 1999.
58 Όσον αφορά την Ελβετία, διαπιστώνεται ότι το ποσοστό κρουσμάτων ΣΕΒ ήταν πολύ χαμηλότερο απ' ό,τι στην ορτογαλία, η δε έκθεση της κτηνιατρικής αποστολής, πραγματοποιηθείσας στην Ελβετία από 8 έως 12 Φεβρουαρίου 1999 από το Γραφείο Τροφίμων και Κτηνιατρικών θεμάτων της Επιτροπής, δεν ανέφερε τόσο σοβαρές παραβάσεις όσο αυτές που επισημάνθηκαν κατά τις κτηνιατρικές αποστολές που πραγματοποιήθηκαν στην ορτογαλία.
59 Επομένως, ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως δεν είναι βάσιμος.
60 Ενόψει των προεκτεθέντων, διαπιστώνεται ότι τα αιτήματα της προσφεύγουσας δεν είναι βάσιμα και, επομένως, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
61 Επειδή η ορτογαλική Δημοκρατία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικά της δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Η ορτογαλική Δημοκρατία φέρει τα δικά της δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy