Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Γεωργία - ΕΓΤΕ - Εκκαθάριση των λογαριασμών - Άρνηση αναλήψεως των δαπανών που απορρέουν από πλημμέλειες κατά την εφαρμογή της κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως - Χρηματοοικονομική διόρθωση - ροϋποθέσεις
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-374/99,
Βασίλειο της Ισπανίας, εκπροσωπούμενο από την Μ. López-Monís Gallego, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγον,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον J. Guerra Fernández, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο τη μερική ακύρωση της αποφάσεως 1999/596/ΕΚ της Επιτροπής, της 28ης Ιουλίου 1999, για τροποποίηση της απόφασης 1999/187/ΕΚ, σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών των κρατών μελών στο πλαίσιο των δαπανών που χρηματοδοτούνται από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο ροσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ), τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1995 (ΕΕ L 226, σ. 26), στο τμήμα που αφορά το Βασίλειο της Ισπανίας,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους A. La Pergola, πρόεδρο τμήματος, Μ. Wathelet, D. A. O. Edward, P. Jann (εισηγητή) και L. Sevón, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: L. A. Geelhoed
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση του εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 3ης Απριλίου 2001,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 7 Οκτωβρίου 1999, το Βασίλειο της Ισπανίας ζήτησε, δυνάμει του άρθρου 230, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ, τη μερική ακύρωση της αποφάσεως 1999/596/ΕΚ της Επιτροπής, της 28ης Ιουλίου 1999, για τροποποίηση της απόφασης 1999/187/ΕΚ, σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών των κρατών μελών στο πλαίσιο των δαπανών που χρηματοδοτούνται από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο ροσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ), τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1995 (ΕΕ L 226, σ. 26, στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), ως προς το μέρος της που το αφορά.
2 Η προσβαλλόμενη απόφαση τροποποιεί και συμπληρώνει την απόφαση 1999/187/ΕΚ της Επιτροπής, της 3ης Φεβρουαρίου 1999, σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών των κρατών μελών στο πλαίσιο των δαπανών που χρηματοδοτούνται από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο ροσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ), τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1995 (ΕΕ L 61, σ. 37). Η απόφαση 1999/187 εκδόθηκε πριν από την περάτωση της διαδικασίας συμβιβασμού στην οποία ορισμένα κράτη μέλη, μεταξύ των οποίων το Βασίλειο της Ισπανίας, είχαν προσφύγει, σύμφωνα με την απόφαση 94/442/ΕΚ της Επιτροπής, της 1ης Ιουλίου 1994, σχετικά με τη θέσπιση διαδικασίας συμβιβασμού στο πλαίσιο της εκκαθάρισης των λογαριασμών του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου ροσανατολισμού και Εγγυήσεως, ΕΓΤΕ, τμήμα Εγγυήσεων (ΕΕ L 182, σ. 45). Η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε προς εκκαθάριση των δαπανών ως προς τις οποίες είχε ολοκληρωθεί η εν λόγω διαδικασία.
3 Όσον αφορά το Βασίλειο της Ισπανίας, η προσβαλλόμενη απόφαση προσδιορίζει αριθμητικώς σε 868 161 191 634 ισπανικές πεσέτες (ESP) το σύνολο των δαπανών που αναγνωρίστηκαν και σε 30 727 280 399 ESP το σύνολο των δαπανών που απορρίφθηκαν. Στο τελευταίο αυτό ποσό, 24 935 116 620 ESP αντιστοιχούν σε δαπάνες που είχαν ήδη απορριφθεί με την απόφαση 1999/187. Η διόρθωση που πραγματοποιήθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση αφορά επομένως επιπλέον ποσό 5 792 163 779 ESP.
4 Οι λόγοι για τις διορθώσεις που επήλθαν κατ' αυτόν τον τρόπο στις δαπάνες συνοψίζονται στις συνοπτικές εκθέσεις που αφορούν τα αποτελέσματα των ελέγχων για την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΕ, τμήμα Εγγυήσεων, όσον αφορά, αντιστοίχως, τα οικονομικά έτη 1994 (έγγραφο VI/7421/97, στο εξής: συνθετική έκθεση 1994) και 1995 (έγγραφο VI/6462/98, στο εξής: συνθετική έκθεση 1995), καθώς και σ' ένα συμπληρωματικό έγγραφο της συνθετικής εκθέσεως 1995 της 7ης Ιουνίου 1999.
5 Οι διορθώσεις που επήλθαν στον τομέα των ενισχύσεων στην κατανάλωση για το ελαιόλαδο αντιστοιχούν στο 10 % των δαπανών που πραγματοποιήθηκαν στην Ισπανία σ' αυτόν τον τομέα κατά τη διάρκεια των οικονομικών ετών 1994 και 1995. Οι διορθώσεις που επήλθαν στον τομέα των πριμοδοτήσεων του αιγοπρόβειου κρέατος αντιστοιχούν στο 5 % των δαπανών που πραγματοποιήθηκαν σε τέσσερις ισπανικές επαρχίες και στο 2 % των δαπανών που πραγματοποιήθηκαν σε μία πέμπτη ισπανική επαρχία κατά τη διάρκεια των οικονομικών ετών 1993 έως 1995.
Επί των ενισχύσεων στην κατανάλωση για το ελαιόλαδο
6 Οι διορθώσεις που επήλθαν στον τομέα των ενισχύσεων στην κατανάλωση για το ελαιόλαδο αιτιολογούνται, στις συνθετικές εκθέσεις 1994 και 1995 καθώς και στο συμπληρωματικό έγγραφο της συνθετικής εκθέσεως 1995, με τις ελλείψεις των συστημάτων που εφάρμοσαν οι ισπανικές αρχές για την καταβολή των ενισχύσεων, τους ελέγχους και τις κυρώσεις, αντιστοίχως.
7 Η Ισπανική Κυβέρνηση βάλλει τόσο κατά της διαδικασίας διορθώσεως, όπως εφαρμόστηκε από την Επιτροπή, όσο και κατά των διαπιστώσεων που περιέχει η προσβαλλομένη απόφαση.
Επί της διαδικασίας διορθώσεως που εφάρμοσε η Επιτροπή
Ως προς τη λήψη υπόψη της εκθέσεως που κατάρτισε το συμβιβαστικό όργανο
8 Η Ισπανική Κυβέρνηση προσάπτει στην Επιτροπή ότι δεν έλαβε υπόψη την έκθεση που κατάρτισε το συμβιβαστικό όργανο που συστάθηκε με την απόφαση 94/442 (στο εξής: συμβιβαστικό όργανο). ροβάλλει ότι, κατά το γράμμα του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο β_, της αποφάσεως 94/442, το συμβιβαστικό όργανο έχει ως αποστολή «τη σύγκλιση των αποκλινουσών θέσεων της Επιτροπής και του συγκεκριμένου κράτους μέλους». Αυτό συνεπάγεται ότι η Επιτροπή οφείλει, πριν εκδώσει απόφαση, να εξετάσει την έκθεση που κατάρτισε αυτό το όργανο και να τη λάβει υπόψη.
9 Συναφώς, αρκεί να υπομνηστεί ότι, κατά το γράμμα του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο α_, της αποφάσεως 94/442, «η θέση την οποία λαμβάνει το συμβιβαστικό όργανο δεν προδικάζει την οριστική απόφαση της Επιτροπής σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών». Κατά συνέπεια, η Επιτροπή, όταν εκδίδει την απόφασή της, δεν δεσμεύεται από τα συμπεράσματα του συμβιβαστικού οργάνου (απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 1999, C-44/97, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. Ι-7177, σκέψη 18).
10 Εν προκειμένω, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι η Επιτροπή έλαβε γνώση της εκθέσεως που κατάρτισε το συμβιβαστικό όργανο και ότι τροποποίησε σε ορισμένα σημεία την αρχική της πρόταση χρηματοοικονομικής διορθώσεως εν όψει των εκτιμήσεων που διατύπωσε το συμβιβαστικό όργανο.
11 Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, η αιτίαση της Ισπανικής Κυβερνήσεως είναι νομικώς και ουσιαστικώς αβάσιμη και, επομένως, πρέπει να απορριφθεί.
Ως προς την αντιπροσωπευτικότητα των ελέγχων στους οποίους προέβη η Επιτροπή
12 Η Ισπανική Κυβέρνηση προβάλλει ότι οι 22 φάκελοι στους οποίους η Επιτροπή στήριξε τα συμπεράσματά της αφορούν επιχειρήσεις στις οποίες η εθνική αρχή ελέγχου διαπίστωσε παρατυπίες. Κατ' αυτήν, η κακόβουλη αυτή δειγματοληψία και το γεγονός ότι υφίστανται πλέον των 400 επιχειρήσεων συσκευασίας στην Ισπανία καθιστούν αδύνατο το να θεωρηθούν οι φάκελοι αυτοί αντιπροσωπευτικοί. Εξάλλου, τα αποτελέσματα ενός συμπληρωματικού ελέγχου, που πραγματοποιήθηκε σε 6 μεγάλες επιχειρήσεις, δεν μπορούν να αντιταχθούν στο Βασίλειο της Ισπανίας, λόγω του ότι δεν του ανακοινώθηκαν εγκαίρως και επιρρωννύουν εν πάση περιπτώσει τις απόψεις του.
13 Η Επιτροπή αντιτάσσει ότι τα συμπεράσματά της δεν στηρίζονται στην ανάλυση συγκεκριμένων φακέλων, αλλά στην ανάλυση του όλου συστήματος διαχειρίσεως των ενισχύσεων στην κατανάλωση για το ελαιόλαδο, όπως εφαρμόστηκε από τις ισπανικές αρχές. Το δείγμα των 22 φακέλων στους οποίους αναφέρεται η Ισπανική Κυβέρνηση χρησίμευσε απλώς για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των κυρώσεων που επιβλήθηκαν.
14 Εκ προοιμίου, πρέπει να υπομνησθεί ότι το ΕΓΤΕ χρηματοδοτεί μόνον τις παρεμβάσεις που πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις κοινοτικές διατάξεις στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών (βλ. τις αποφάσεις της 11ης Ιανουαρίου 2001, C-247/98, Ελλάδα κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. Ι-1, σκέψη 7, και της 6ης Μαρτίου 2001, C-278/98, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, μη δημοσιευθείσα ακόμα στη Συλλογή, σκέψη 38).
15 ρέπει να υπογραμμιστεί ότι, μολονότι απόκειται στην Επιτροπή να αποδείξει την παραβίαση των κανόνων της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών, ωστόσο, η Επιτροπή δεν υποχρεούται πάντως να αποδείξει κατά τρόπο εξαντλητικό την ανεπάρκεια των διεξαχθέντων από τις εθνικές διοικητικές αρχές ελέγχων ή το μη σύννομο των εκ μέρους τους διαβιβασθέντων στοιχείων, αλλά να προσκομίσει αποδεικτικό στοιχείο της σοβαρής και εύλογης αμφιβολίας με την οποία αντιμετωπίζει τους εν λόγω ελέγχους ή τα εν λόγω στοιχεία βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις Ελλάδα κατά Επιτροπής, σκέψεις 7 και 8, και Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, σκέψεις 39 και 40).
16 Εξάλλου, οσάκις η Επιτροπή προσάπτει σε κράτος μέλος ότι δεν έχει θέσει σε εφαρμογή ένα αποτελεσματικό σύστημα εποπτείας και ελέγχου, η εντόπιση των ατομικών περιπτώσεων, κατά τις οποίες η Επιτροπή διαπιστώνει τη μη τήρηση της εφαρμοστέας γεωργικής κανονιστικής ρυθμίσεως, δεν αποτελεί παρά ένα στοιχείο μεταξύ άλλων για την αιτιολόγηση της αιτιάσεώς της κατά της αποτελεσματικότητας του εφαρμοζομένου από το κράτος μέλος συστήματος εποπτείας και ελέγχου (αποφάσεις της 12ης Ιουνίου 1990, C-8/88, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. Ι-2321, σκέψη 42, και της 10ης Νοεμβρίου 1993, C-48/91, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. Ι-5611, σκέψη 32).
17 Εν προκειμένω, εν όψει των αιτιάσεων που διατύπωσε η Επιτροπή ως προς την έλλειψη αποτελεσματικότητας του συστήματος που εφαρμόστηκε από τις ισπανικές αρχές, οι ατομικές περιπτώσεις που ανέφερε αποτελούν απλώς ένα συμπληρωματικό στοιχείο που μπορεί να ενισχύσει τις επικρίσεις της, των οποίων το βάσιμο πρέπει να αποτελέσει το αντικείμενο κατ' ουσίαν εξετάσεως.
18 Κατά συνέπεια, η αιτίαση που αντλεί η Ισπανική Κυβέρνηση από τη φερόμενη έλλειψη αντιπροσωπευτικότητας των επιχειρήσεων που αποτέλεσαν το αντικείμενο ελέγχου είναι αλυσιτελής και, κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί.
Επί των ελλείψεων που διαπιστώθηκαν
Ως προς το σύστημα πληρωμής των ενισχύσεων
19 Η Ισπανική Κυβέρνηση βάλλει κατά της ερμηνείας που έδωσε η Επιτροπή στην κοινοτική ρύθμιση, ερμηνείας κατά την οποία ο επιτόπιος έλεγχος θα πρέπει να πραγματοποιείται με κάθε υποβολή αιτήσεως, πριν αναγνωρισθεί το δικαίωμα στην ενίσχυση.
20 Η Ισπανική Κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2677/85 της Επιτροπής, της 24ης Σεπτεμβρίου 1985, για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος ενίσχυσης στην κατανάλωση για το ελαιόλαδο (ΕΕ L 254, σ. 5), όπως έχει τροποποιηθεί με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 643/93 της Επιτροπής, της 19ης Μαρτίου 1993 (EE L 69, σ. 19, στο εξής: τροποποιηθείς κανονισμός 2677/85), προβλέπει, στο άρθρο 9, παράγραφος 3, αυτού ότι «[τ]ο κράτος μέλος καταβάλλει το ποσό της ενίσχυσης εντός 150 ημερών μετά την κατάθεση της αίτησης για τις ποσότητες για τις οποίες αναγνωρίσθηκε το δικαίωμα για την ενίσχυση μετά από επιτόπιους ελέγχους». Τονίζει πάντως ότι το άρθρο 12, παράγραφος 1, του τροποποιηθέντος κανονισμού 2677/85 απαιτεί απλώς, στο πλαίσιο των ελέγχων που προβλέπονται από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3089/78 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί θεσπίσεως γενικών κανόνων που αφορούν την ενίσχυση στην κατανάλωση του ελαιολάδου (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/023, σ. 236), ότι «πρέπει να πραγματοποιείται επίσκεψη σε κάθε επιχείρηση μία τουλάχιστον φορά κάθε δώδεκα μήνες».
21 Κατά την Ισπανική Κυβέρνηση, πρέπει να θεωρηθεί ορθό, ως εκ της αντιφάσεως που υφίσταται μεταξύ των δύο αυτών διατάξεων, το σύστημα που εφαρμόζουν οι ισπανικές αρχές και το οποίο συνίσταται στο να μη συντάσσεται έκθεση επί αιτήσεως ενισχύσεως εφόσον η επιχείρηση δεν έχει αποτελέσει το αντικείμενο επιτοπίου ελέγχου, να συντάσσονται οι εκθέσεις επί των αιτήσεων που υποβάλλονται μεταγενεστέρως κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου βάσει της λογιστικής που ανακοινώνεται μηνιαίως από την επιχείρηση και να πραγματοποιούνται οι ενδεδειγμένοι έλεγχοι βάσει εγγράφων.
22 Συναφώς, πρέπει να παρατηρηθεί ότι το κείμενο του άρθρου 12 του κανονισμού 2677/85 είχε ήδη τροποποιηθεί με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 571/91 της Επιτροπής, της 8ης Μαρτίου 1991 (ΕΕ L 63, σ. 19), έτσι ώστε να επιβάλλεται ο έλεγχος κάθε οικείας επιχειρήσεως «τουλάχιστον μία φορά για κάθε περίοδο». Ο κανονισμός 643/93, ο οποίος, κατά τη δεύτερη αιτιολογική του σκέψη, σκοπεί στο να «γίνει αποτελεσματικότερος ο έλεγχος των ποσοτήτων για τις οποίες παρέχεται η εν λόγω ενίσχυση», τροποποίησε ελαφρώς αυτό το άρθρο ώστε να ορίζει ότι ο έλεγχος πρέπει να πραγματοποιείται «τουλάχιστον μία φορά κάθε δώδεκα μήνες». Επιπλέον, στο πλαίσιο της μέριμνας ενισχύσεως των ελέγχων, ο κανονισμός 643/93 τροποποίησε το κείμενο του άρθρου 9 του κανονισμού 2677/85 εξαρτώντας κάθε ενίσχυση από προηγούμενο επιτόπιο έλεγχο.
23 Θεωρούμενα στο γενικό πλαίσιο του τροποποιηθέντος κανονισμού 2677/85, τα άρθρα 9, παράγραφος 3, και 12, παράγραφος 1, αυτού του κανονισμού δεν φαίνονται επομένως αντιφατικά, αλλά συμπληρωματικά. Το άρθρο 12, παράγραφος 1, έχει την έννοια ότι θέτει μια ελάχιστη προϋπόθεση, ήτοι ότι πρέπει να πραγματοποιείται τουλάχιστον μία επίσκεψη ελέγχου μία φορά κάθε δώδεκα μήνες. Η ελάχιστη αυτή προϋπόθεση ενισχύεται από το άρθρο 9, παράγραφος 3, το οποίο εξαρτά κάθε αίτηση ενισχύσεως από προηγούμενο επιτόπιο έλεγχο.
24 Κατά συνέπεια, η επιχειρηματολογία της Ισπανικής Κυβερνήσεως δεν είναι ικανή να αντικρούσει την αιτίαση της Επιτροπής ότι το σύστημα πληρωμής των ενισχύσεων στην κατανάλωση για το ελαιόλαδο, που εφαρμόζουν οι ισπανικές αρχές, δεν ανταποκρίνεται στις επιταγές της κοινοτικής ρυθμίσεως.
Ως προς το σύστημα των ελέγχων
25 Η Ισπανική Κυβέρνηση προβάλλει ότι η ίδια η Επιτροπή αναγνώρισε ότι οι διαδικασίες ελέγχου που εφαρμόζονταν από τις ισπανικές αρχές βελτιώθηκαν σε σχέση με τα οικονομικά έτη 1992 και 1993. Για τα έτη αυτά, η εφαρμοσθείσα κατ' αποκοπήν διόρθωση ήταν μόνο 2 %. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με την εν λόγω κυβέρνηση, ελλείψει υποτροπής, δεν ήταν δικαιολογημένη η αύξηση του ποσοστού της κατ' αποκοπή διορθώσεως σε 10 %.
26 Συναφώς, πρέπει να υπομνηστεί ότι το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν συνάγει χρηματοοικονομικές συνέπειες από τη διαπίστωση πλημμελειών κατά τη διάρκεια ενός οικονομικού έτους δεν μπορεί να της στερήσει το δικαίωμα να πράξει τούτο στο πλαίσιο μεταγενέστερων οικονομικών ετών, ιδίως όταν οι εν λόγω πλημμέλειες εξακολουθούν να υφίστανται και ότι, εξάλλου, οι πλημμέλειες που διαπιστώνονται μεταγενεστέρως μπορούν και αυτές να λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό του επιπέδου της κατ' αποκοπήν διορθώσεως (προπαρατεθείσα απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 1999, Γερμανία κατά Επιτροπής, σκέψη 14).
27 Με την έκθεση Belle της Επιτροπής (έγγραφο VI/216/93 της 1ης Ιουνίου 1993), που καθορίζει τις κατευθυντήριες γραμμές που πρέπει να ακολουθούνται όταν πρέπει να εφαρμοστούν χρηματοοικονομικές διορθώσεις έναντι κράτους μέλους, εφαρμόζεται κατ' αποκοπήν διόρθωση 10 % επί της δαπάνης στην περίπτωση κατά την οποία «η πλημμέλεια αφορά το σύνολο ή τα θεμελιώδη στοιχεία του συστήματος ελέγχου ή ακόμα τη διεξαγωγή ουσιωδών ελέγχων που σκοπούν στη διασφάλιση της κανονικότητας της δαπάνης, ώστε ευλόγως να μπορεί να συναχθεί ότι υφίστατο σοβαρός κίνδυνος γενικευμένων ζημιών για το ΕΓΤΕ [...]».
28 Εν προκειμένω, από τη συνθετική έκθεση 1994 προκύπτει ότι η εφαρμογή, για το οικονομικό έτος 1993, κατ' αποκοπή διορθώσεως 2 % εξηγείται από το «γεγονός ότι η περιορισμένη έκταση των προπαρασκευαστικών εργασιών για το οικονομικό έτος 1993 [δεν επέτρεψε] τη συναγωγή αυστηρότερων και, πιθανώς, καταλληλότερων συμπερασμάτων».
29 Η εφαρμογή, όσον αφορά τις δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια των οικονομικών ετών που αφορά η προσβαλλομένη απόφαση, κατ' αποκοπήν διορθώσεως 10 % αιτιολογήθηκε στη συνθετική έκθεση 1995 από τη σκέψη ότι οι ελλείψεις που διαπιστώθηκαν έθιγαν το σύνολο του συστήματος (πληρωμή, έλεγχοι και κυρώσεις), ότι επρόκειτο για έναν τομέα ιδιαίτερα ευαίσθητο στον κίνδυνο απάτης και ότι οι ισπανικές αρχές δεν ήταν διατεθειμένες να λάβουν νέα διορθωτικά μέτρα.
30 Υπό τις συνθήκες αυτές, η επιχειρηματολογία του Βασιλείου της Ισπανίας δεν είναι ικανή να καταδείξει ότι η εφαρμογή της κατ' αποκοπή διορθώσεως 10 % στον τομέα των ενισχύσεων στην κατανάλωση για το ελαιόλαδο ήταν αδικαιολόγητη.
Ως προς το σύστημα των κυρώσεων
31 Η Ισπανική Κυβέρνηση υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 2988/95 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1995, σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 312, σ. 1), «οι διαδικασίες εφαρμογής των κοινοτικών ελέγχων, μέτρων και κυρώσεων διέπονται από το δίκαιο των κρατών μελών».
32 Όσον αφορά τις περιπτώσεις στις οποίες οι ισπανικές αρχές περιορίστηκαν, αφού διαπίστωσαν ανωμαλίες στα αποθέματα των επιχειρήσεων που ελέγχθηκαν, να περιορίσουν το ποσό των ενισχύσεων που ζητήθηκαν κατά τη διάρκεια του μήνα στον οποίο πραγματοποιήθηκε η επιθεώρηση, η Ισπανική Κυβέρνηση επισημαίνει ότι, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 2988/95, η κύρωση πρέπει να αποφασίζεται «ανάλογα με τη φύση και τη σοβαρότητα της παρατυπίας». Ελλείψει προθέσεως ή βαριάς αμέλειας, η επιβληθείσα από τις ισπανικές αρχές κύρωση ήταν και κατάλληλη και επαρκώς αποτρεπτική.
33 Συναφώς, πρέπει να υπομνηστεί ότι, μολονότι, κατά το γράμμα του άρθρου 2, παράγραφος 4, του κανονισμού 2988/95, οι διαδικασίες εφαρμογής των κοινοτικών κυρώσεων διέπονται από το δίκαιο των κρατών μελών, αυτό ισχύει «με την επιφύλαξη του εφαρμοστέου κοινοτικού δικαίου». Ειδικότερα, οι λεπτομέρειες εφαρμογής που προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο δεν μπορούν να έχουν ως κατάληξη το να καθίσταται ουσιαστικά αδύνατη η εφαρμογή της κοινοτικής ρυθμίσεως ή να θίγεται η αποτελεσματικότητά της (αποφάσεις της 21ης Σεπτεμβρίου 1983, 205/82 έως 215/82, Deutsche Milckontor κ.λπ., Συλλογή 1983, σκέψη 19, και της 14ης Δεκεμβρίου 2000, C-110/99, Emsland-Stärke, Συλλογή 2000, σ. Ι-11569, σκέψη 54).
34 Το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 2988/95 ορίζει την παρατυπία που μπορεί να επιφέρει κύρωση ως «κάθε παράβαση διάταξης του κοινοτικού δικαίου που προκύπτει από πράξη ή παράλειψη ενός οικονομικού φορέα με πραγματικό ή ενδεχόμενο αποτέλεσμα να ζημιωθεί ο γενικός προϋπολογισμός των Κοινοτήτων». Όπως ορθώς επισήμανε η Επιτροπή, η παρατυπία καθορίζεται επομένως από το αποτέλεσμά της και όχι από την ύπαρξη προθέσεως ή βαριάς αμέλειας. Κατά συνέπεια, η έλλειψη ενός τέτοιου στοιχείου δεν δικαιολογεί τη μη επιβολή της κυρώσεως που προβλέπεται από την κοινοτική ρύθμιση για παρατυπίες που αποδεδειγμένα έχουν διαπραχθεί.
35 Κατά συνέπεια, η επιχειρηματολογία της Ισπανικής Κυβερνήσεως δεν είναι ικανή να αντικρούσει την αιτίαση της Επιτροπής ότι το εφαρμοστέο από τις ισπανικές αρχές σύστημα των κυρώσεων δεν ανταποκρίνεται στις επιταγές της κοινοτικής ρυθμίσεως.
36 Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να απορριφθούν όλα τα επιχειρήματα της Ισπανικής Κυβερνήσεως που αφορούν τις διορθώσεις που επήλθαν με την προσβαλλόμενη απόφαση στον τομέα των ενισχύσεων στην κατανάλωση για το ελαιόλαδο.
Επί των πριμοδοτήσεων αιγοπροβείου κρέατος
37 Η Ισπανική Κυβέρνηση προβάλλει ότι τα ποσά που ελήφθησαν υπόψη για τον υπολογισμό της εφαρμοστέας το οικονομικό έτος 1994 χρηματοοικονομικής διορθώσεως δεν συμφωνούν με τις δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια αυτού του οικονομικού έτους, αλλά περιλαμβάνουν επίσης δαπάνες του οικονομικού έτους 1993. Όμως, το έτος αυτό είχε ήδη εκκαθαριστεί με τις αποφάσεις 97/333/ΕΚ της Επιτροπής, της 23ης Απριλίου 1997, για την εκκαθάριση των λογαριασμών των κρατών μελών σχετικά με τις δαπάνες που χρηματοδοτούνται από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο ροσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ), τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1993 (ΕΕ L 139, σ. 30), και 97/608/ΕΚ της Επιτροπής, της 30ής Ιουλίου 1997, για την τροποποίηση της αποφάσεως 97/333 (ΕΕ L 245, σ. 20).
38 Η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η προτελευταία αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως 97/333, κατά την οποία «η παρούσα απόφαση λαμβάνεται με επιφύλαξη των δημοσιονομικών συνεπειών τις οποίες η Επιτροπή θα λάβει υπόψη κατά τη μεταγενέστερη εκκαθάριση λογαριασμών εκ των ελέγχων που διεξάγονται κατά την ημερομηνία της παρούσας απόφασης», αφορά αποκλειστικά τις έρευνες που εκκρεμούσαν κατά την ημερομηνία εκδόσεως της εν λόγω αποφάσεως και υπαγόρευσαν την αποσύνδεση των αντίστοιχων δαπανών. Όμως, στην περίπτωση της Ισπανίας, οι εν λόγω δαπάνες δεν αποτέλεσαν το αντικείμενο μιας τέτοιας αποσυνδέσεως.
39 Η Επιτροπή προβάλλει ότι οι πριμοδοτήσεις αιγοπροβείου κρέατος, που διέπονται από τους κανονισμούς (ΕΟΚ) 3013/89 του Συμβουλίου, της 25ης Σεπτεμβρίου 1989, για την κοινή οργάνωση αγορών στον τομέα του προβείου και αιγείου κρέατος (ΕΕ L 289, σ. 1), και 2700/93 της Επιτροπής, της 30ής Σεπτεμβρίου 1993, περί λεπτομερών κανόνων εφαρμογής της πριμοδότησης υπέρ των παραγωγών αιγοπροβείου κρέατος (ΕΕ L 245, σ. 99), υπήχθησαν σε μια εξαιρετικά πολύπλοκη διαδικασία πληρωμής, δεδομένου ότι οι δικαιούχοι εισέπρατταν, για την ίδια περίοδο, ποσά κατά τη διάρκεια διαφόρων χρηματοοικονομικών ετών. Έτσι, για την περίοδο 1993, οι πληρωμές κατανεμήθηκαν μεταξύ του 1993 και του 1995. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο κοινοτικός έλεγχος του ισπανικού συστήματος πραγματοποιήθηκε από κοινού για τα οικονομικά έτη 1993 έως 1995.
40 Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η συσταλτική ερμηνεία της προτελευταίας αιτιολογικής σκέψεως της αποφάσεως 97/333, υπέρ της οποίας τάσσεται η Ισπανική Κυβέρνηση, αποδυναμώνεται από διάφορα στοιχεία της δικογραφίας. Συγκεκριμένα, η συνθετική έκθεση που αφορά το οικονομικό έτος 1993 αναφέρει στα συμπεράσματά της ότι «η κατάσταση των ελέγχων στην Ισπανία θα εξεταστεί στο πλαίσιο μελλοντικών ελέγχων». Επιπλέον, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 72 των προτάσεών του, από προγενέστερα αυτής της εκθέσεως έγγραφα προκύπτει ότι οι ισπανικές αρχές έπρεπε να γνωρίζουν, αφενός, ότι το σύστημα ελέγχου που εφαρμόστηκε στην Ισπανία θεωρήθηκε ακατάλληλο, αν όχι ανύπαρκτο, και, αφετέρου, ως προς την εκκαθάριση των λογαριασμών που αφορούν τις πριμοδοτήσεις αιγοπροβείου κρέατος, η πρακτική της Επιτροπής είναι να λαμβάνει υπόψη πληρωμές που πραγματοποιούνται σε περισσότερα διαφορετικά οικονομικά έτη.
41 Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να γίνει δεκτή η επιχειρηματολογία της Ισπανικής Κυβερνήσεως που αφορά τις διορθώσεις που επήλθαν με την προσβαλλόμενη απόφαση στον τομέα των πριμοδοτήσεων στο αιγοπρόβειο κρέας.
42 Εν όψει όλων των ανωτέρω σκέψεων, η προσφυγή του Βασιλείου της Ισπανίας πρέπει να απορριφθεί.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
43 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε να καταδικασθεί το Βασίλειο της Ισπανίας και αυτό ηττήθηκε, πρέπει το Βασίλειο της Ισπανίας να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει το Βασίλειο της Ισπανίας στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy