Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1. Γεωργία - ΕΓΤΕ - Εκκαθάριση των λογαριασμών - Άρνηση αναλήψεως των δαπανών που απορρέουν από πλημμέλειες κατά την εφαρμογή της κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως - Αμφισβήτηση από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος - Βάρος της αποδείξεως
(Κανονισμός 729/70 του Συμβουλίου)
2. Γεωργία - ΕΓΤΕ - Εκκαθάριση των λογαριασμών - Επεξεργασία των αποφάσεων - Εκτίμηση των δαπανών που πρέπει να εξαιρεθούν από την κοινοτική χρηματοδότηση - Έννοια της εκτιμήσεως
(Κανονισμός 1663/95 της Επιτροπής, άρθρο 8 § 1)
Περίληψη
1. Στο πλαίσιο της διαδικασίας εκκαθαρίσεως των λογαριασμών του ΕΓΤΕ, μολονότι εναπόκειται στην Επιτροπή, οσάκις πρόκειται να αρνηθεί την ανάληψη μιας δαπάνης δηλωθείσας από κράτος μέλος, να αποδείξει την ύπαρξη παραβάσεως των κανόνων της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών, το κράτος μέλος είναι καλύτερα σε θέση να συλλέξει και να ελέγξει τα αναγκαία στοιχεία για την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΕ.
( βλ. σκέψη 14 )
2. Κατά το κείμενο του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 1663/95, για τη θέσπιση λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού 729/70, όσον αφορά τη διαδικασία για την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΕ, τμήμα Εγγυήσεων, όταν η Επιτροπή θεωρεί ότι παρεμβάσεις δεν πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τις κοινοτικές διατάξεις, οφείλει να ανακοινώσει στο οικείο κράτος μέλος «εκτίμηση» των δαπανών που μπορεί να εξαιρεθούν από την κοινοτική χρηματοδότηση. Ο όρος αυτός, όπως και οι αντίστοιχοί του στις διάφορες γλωσσικές αποδόσεις, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν απαιτείται αριθμητική μνεία του ποσού των σχετικών δαπανών και ότι αρκεί η μνεία των στοιχείων που καθιστούν δυνατό να υπολογιστεί τουλάχιστον κατά προσέγγιση το ποσό αυτό.
( βλ. σκέψη 16 )
3. Κατά την επεξεργασία των αποφάσεων που αφορούν την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΕ, η περίπτωση εκάστου κράτους μέλους πρέπει να εκτιμάται χωριστά προκειμένου να διαπιστώνεται αν ένα κράτος τήρησε ή όχι, κατά την πραγματοποίηση των χρηματοδοτουμένων από το ΕΓΤΕ πράξεων, τις απορρέουσες από το κοινοτικό δίκαιο απαιτήσεις και, αν όχι, σε τι βαθμό δεν τις τήρησε. Ένα κράτος μέλος δικαιούται να επικαλεστεί παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μόνο στο μέτρο που οι περιπτώσεις τις οποίες επικαλείται είναι τουλάχιστον συγκρίσιμες, ενόψει του συνόλου των στοιχείων που τις χαρακτηρίζουν, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται ιδίως η περίοδος κατά τη διάρκεια της οποίας πραγματοποιήθηκαν οι δαπάνες, οι οικείοι τομείς και η φύση των προσαπτομένων πλημμελειών. ράγματι, απαγορευμένη δυσμενής διάκριση μπορεί να υπάρχει μόνο στην περίπτωση κατά την οποία αντιμετωπίζονται κατά διαφορετικό τρόπο συγκρίσιμες καταστάσεις, εκτός αν μια τέτοια αντιμετώπιση δικαιολογείται αντικειμενικώς.
( βλ. σκέψεις 26-28 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-375/99,
Βασίλειο της Ισπανίας, εκπροσωπούμενο από την Μ. López-Monís Gallego, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγον,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον J. Guerra Fernández, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο τη μερική ακύρωση της αποφάσεως 1999/603/ΕΚ της Επιτροπής, της 28ης Ιουλίου 1999, για την εξαίρεση από την κοινοτική χρηματοδότηση ορισμένων δαπανών που πραγματοποιήθηκαν από τα κράτη μέλη στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου ροσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ), τμήμα Εγγυήσεων (ΕΕ L 234, σ. 6), καθόσον εφαρμόζει κατ' αποκοπήν διόρθωση 5 % σε ορισμένα ποσά που δηλώθηκαν από το Βασίλειο της Ισπανίας για τις θέσεις του προϋπολογισμού 2111 (δαπάνες τεχνικής φύσεως), 2112 (χρηματοδοτικές δαπάνες) και 2113 (άλλες δαπάνες), σε αντιστοιχία προς τον τομέα της δημόσιας αποθεματοποιήσεως βοείου κρέατος,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους A. La Pergola, πρόεδρο τμήματος, D. A. O. Edward, P. Jann (εισηγητή), S. von Bahr και C. W. A. Timmermans, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: L. A. Geelhoed
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση του εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 6ης Μαρτίου 2001,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία το Βασίλειο της Ισπανίας ζήτησε, δυνάμει του άρθρου 230, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ, τη μερική ακύρωση της αποφάσεως 1999/603/ΕΚ της Επιτροπής, της 28ης Ιουλίου 1999, για την εξαίρεση από την κοινοτική χρηματοδότηση ορισμένων δαπανών που πραγματοποιήθηκαν από τα κράτη μέλη στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου ροσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ), τμήμα Εγγυήσεων (ΕΕ L 234, σ. 6, στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), καθόσον εφαρμόζει κατ' αποκοπήν διόρθωση 5 % σε ορισμένα ποσά που δηλώθηκαν από το Βασίλειο της Ισπανίας για τις θέσεις του προϋπολογισμού 2111 (δαπάνες τεχνικής φύσεως), 2112 (χρηματοδοτικές δαπάνες) και 2113 (άλλες δαπάνες), σε αντιστοιχία προς τον τομέα της δημόσιας αποθεματοποιήσεως βοείου κρέατος.
Το νομικό πλαίσιο
2 Το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, του κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 93), όπως έχει τροποποιηθεί από τον κανονισμό (ΕΚ) 1287/95 του Συμβουλίου, της 22ας Μα_ου 1995 (ΕΕ L 125, σ. 1), ορίζει τα εξής:
«Η Επιτροπή, μετά από διαβουλεύσεις με την επιτροπή του Ταμείου:
[...]
γ) αποφασίζει την απόρριψη αιτήματος κοινοτικής χρηματοδότησης δαπανών βάσει των άρθρων 2 και 3, σε περίπτωση που διαπιστώσει ότι οι δαπάνες δεν πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες.
ριν από οποιαδήποτε απόφαση απόρριψης χρηματοδότησης, τα αποτελέσματα των εξακριβώσεων της Επιτροπής και οι απαντήσεις του κράτους μέλους κοινοποιούνται εκατέρωθεν γραπτώς, κατόπιν τούτου δε τα δύο μέρη επιχειρούν να έλθουν σε συμφωνία για τη συνέχεια που θα δοθεί.
Σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί συμφωνία, το κράτος μέλος μπορεί να ζητήσει την έναρξη διαδικασίας για συμβιβασμό των αντίστοιχων θέσεών τους εντός τεσσάρων μηνών· τα αποτελέσματα της διαδικασίας αυτής ανακοινώνονται με έκθεση προς την Επιτροπή, η οποία εξετάζει πριν αποφασίσει απόρριψη της χρηματοδότησης.
Η Επιτροπή υπολογίζει τα προς απόρριψη ποσά λαμβάνοντας υπόψη, ιδίως, την έκταση της διαπιστωθείσας ασυμφωνίας. Η Επιτροπή εκτιμά εν προκειμένω το είδος και τη σοβαρότητα της παράβασης, καθώς και την οικονομική ζημία που υπέστη η Κοινότητα.
[...]»
3 Το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 1663/95 της Επιτροπής, της 7ης Ιουλίου 1995, για τη θέσπιση λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού 729/70, όσον αφορά τη διαδικασία για την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΕ, τμήμα Εγγυήσεων (ΕΕ L 158, σ. 6), προβλέπει τα εξής:
«Σε περίπτωση που, ως συνέπεια οιασδήποτε έρευνας, η Επιτροπή θεωρεί ότι οι δαπάνες δεν πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες, ανακοινώνει στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος τις διαπιστώσεις της και καθορίζει τα διορθωτικά μέτρα που πρέπει να ληφθούν ώστε να διασφαλιστεί η μελλοντική τήρηση των προαναφερθέντων κανόνων, καθώς και εκτίμηση των δαπανών που μπορεί να εξαιρεθούν με βάση το άρθρο 5 παράγραφος 2 στοιχείο γ_ του κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70 [...].»
4 Η απόφαση 94/442/ΕΚ της Επιτροπής, της 1ης Ιουλίου 1994, σχετικά με τη θέσπιση διαδικασίας συμβιβασμού στο πλαίσιο της εκκαθάρισης των λογαριασμών του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου ροσανατολισμού και Εγγυήσεως, ΕΓΤΕ, τμήμα Εγγυήσεων (ΕΕ L 182, σ. 45), συνέστησε ένα συμβιβαστικό όργανο (στο εξής: συμβιβαστικό όργανο) στο οποίο μπορεί να προσφύγει το κράτος μέλος ως προς το οποίο η Επιτροπή εκδήλωσε την πρόθεσή της να καταλήξει στη διόρθωση των δαπανών που δηλώθηκαν στο πλαίσιο του ΕΓΤΕ. Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 94/442:
«Η αίτηση συμβιβασμού γίνεται δεκτή μόνον εφόσον, σύμφωνα με την υπό αμφισβήτηση ανακοίνωση της Επιτροπής, η χρηματοοικονομική διόρθωση που προτείνεται για μια θέση του προϋπολογισμού αφορά ποσό το οποίο
- είτε υπερβαίνει το 0,5 εκατομμύριο ECU,
- είτε αντιπροσωπεύει ποσοστό άνω του 25 % των ετήσιων συνολικών δαπανών του κράτους μέλους για την εν λόγω θέση του προϋπολογισμού.»
Τα πραγματικά περιστατικά
5 Στις 12 Ιουνίου 1998, η Επιτροπή απηύθυνε στις ισπανικές αρχές ανακοίνωση βάσει του άρθρου 8 του κανονισμού 1663/95. Με την ανακοίνωση αυτή γνωστοποίησε ότι από τους ελέγχους στους οποίους προέβησαν οι υπηρεσίες της στην Ισπανία, μεταξύ 20 και 24 Ιανουαρίου 1997, στον τομέα της δημοσίας αποθεματοποιήσεως βοείου κρέατος, αποκαλύφθηκε ότι οι βασικοί έλεγχοι που αφορούν το βάρος, την κατάταξη, την παρουσίαση και τη θερμοκρασία στη διαδικασία επιθεωρήσεως των εμπροσθίων τεταρτημορίων δεν πραγματοποιήθηκαν με την απαιτούμενη από τους κοινοτικούς κανόνες αυστηρότητα. Κατά συνέπεια, εξέθεσε ότι:
«[...] θα προταθεί, κατά την εκκαθάριση των λογαριασμών για τα οικονομικά έτη 1996 και 1997, κατ' αποκοπή διόρθωση κατά 5 % των ποσών που δήλωσε η Ισπανία για τις θέσεις του προϋπολογισμού 2111 (δαπάνες τεχνικής φύσεως), 2112 (χρηματοοικονομικές δαπάνες) και 2113 (άλλες δαπάνες). Η διόρθωση αυτή αφορά τις αγορές και τα αποθέματα εμπροσθίων τεταρτημορίων που δηλώθηκαν στην παρέμβαση, όταν τα αντίστοιχα οπίσθια τεταρτημόρια δεν αποτελούν το αντικείμενο της παρεμβάσεως.
Το ποσό της διορθώσεως θα υπολογιστεί όταν οι ισπανικές αρχές ανακοινώσουν τα στοιχεία που ζητούνται στο σημείο 1 του παραρτήματος του παρόντος εγγράφου
[...].»
6 Η Επιτροπή κάλεσε τις ισπανικές αρχές να υποβάλουν, εάν το θεωρούσαν σκόπιμο, αίτηση συμβιβασμού σύμφωνα με την απόφαση 94/442.
7 Στις 28 Ιουλίου 1999, η Επιτροπή εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση.
Επί του πρώτου λόγου
8 Με τον πρώτο της λόγο, η Ισπανική Κυβέρνηση προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση προσβάλλει τα δικαιώματα άμυνας και την αρχή της ασφάλειας δικαίου.
9 Υποστηρίζει ότι, ελλείψει μνείας, στην ανακοίνωση της Επιτροπής της 12ης Ιουνίου 1998, του ποσού της προτεινόμενης χρηματοοικονομικής διορθώσεως, της ήταν αδύνατο να γνωρίζει αν συνέτρεχαν οι απαιτούμενες από την απόφαση 94/442 προϋποθέσεις για να ζητήσει την παρέμβαση του συμβιβαστικού οργάνου. Ισχυρίζεται ότι κατ' αυτόν τον τρόπο στερήθηκε της δυνατότητας να προσφύγει σ' αυτό το όργανο.
10 Η Ισπανική Κυβέρνηση υπενθυμίζει ότι, κατά το γράμμα της ανακοινώσεως της 12ης Ιουνίου 1998, η διόρθωση έπρεπε να επέλθει στις θέσεις του προϋπολογισμού 2111, 2112 και 2113. Διευκρινίζει ότι, δεδομένου ότι οι δηλωθείσες βάσει της θέσεως του προϋπολογισμού 2113 δαπάνες ήταν αρνητικές, θεώρησε ότι η Επιτροπή δεν θα ελάμβανε υπόψη αυτή τη θέση του προϋπολογισμού. Όμως, η χρηματοοικονομική διόρθωση που επέφερε η προσβαλλόμενη απόφαση υπολογίστηκε με βάση, όσον αφορά μόνον τη θέση του προϋπολογισμού 2113, αποκλειστικά τις δαπάνες που συνδέονται με τις αγορές, και όχι το σύνολο των δαπανών που δηλώθηκαν. Το ποσό αυτής της χρηματοοικονομικής διορθώσεως ήταν ως εκ τούτου αισθητά ανώτερο από αυτό που θα προέκυπτε από την αυστηρή εφαρμογή του κειμένου της ανακοινώσεως της 12ης Ιουνίου 1998 και υπερέβη ευρέως το όριο της δυνατότητας προσφυγής στο συμβιβαστικό όργανο.
11 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, κατά το στάδιο της ανακοινώσεως της 12ης Ιουνίου 1998, οι υπηρεσίες της δεν ήταν σε θέση να προβούν σε ακριβή υπολογισμό της χρηματοοικονομικής διορθώσεως, διότι χρειάζονταν προς τούτο στοιχεία τα οποία τότε διέθεταν μόνον οι ισπανικές αρχές. Οι ισπανικές αρχές ήταν, αντιθέτως, σε θέση να προβούν στη μαθηματική πράξη που περιγράφεται στην ανακοίνωση.
12 Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι η ανακοίνωση της 12ης Ιουνίου 1998, ενώ αφορούσε τις θέσεις του προϋπολογισμού 2111, 2112 και 2113, περιόρισε ρητώς τη διόρθωση στις αγορές και την αποθεματοποίηση. Στα υπομνήματά της εκθέτει ότι, σύμφωνα με την ανακοίνωση, η διόρθωση υπολογίστηκε, για τις τρεις θέσεις, βάσει μόνον των δαπανών που συνδέονται με τις αγορές και την αποθεματοποίηση. Απαντώντας σε ερώτηση του Δικαστηρίου, η Επιτροπή βελτίωσε εντούτοις αυτόν τον ισχυρισμό. Αναγνώρισε ότι, μολονότι, όσον αφορά τις θέσεις 2112 και 2113, έλαβε πράγματι υπόψη για τον υπολογισμό της διορθώσεως μόνο δαπάνες που συνδέονται με τις αγορές και την αποθεματοποίηση, έλαβε αντιθέτως υπόψη, όσον αφορά τη θέση 2111, δαπάνες που απορρέουν από τις πωλήσεις. Το σφάλμα είχε πάντως περιορισμένες χρηματοοικονομικές συνέπειες, ήτοι συμπληρωματική διόρθωση περίπου 57 278 ισπανικών πεσετών (ESP).
13 Εκ προοιμίου, πρέπει να υπομνησθεί ότι το ΕΓΤΕ χρηματοδοτεί μόνον τις παρεμβάσεις που πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις κοινοτικές διατάξεις στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών (βλ. τις αποφάσεις της 11ης Ιανουαρίου 2001, C-247/98, Ελλάδα κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. Ι-1, σκέψη 7, και της 6ης Μαρτίου 2001, C-278/98, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, που δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 38).
14 ρέπει να υπογραμμιστεί ότι, μολονότι εναπόκειται στην Επιτροπή να αποδείξει την ύπαρξη παραβάσεως των κανόνων της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών (βλ. τις προπαρατεθείσες αποφάσεις Ελλάδα κατά Επιτροπής, σκέψη 7, και Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, σκέψη 39), το βάρος αυτής της αποδείξεως έχει καθοριστεί με τη νομολογία του Δικαστηρίου σε σχέση με το γεγονός ότι το κράτος μέλος είναι καλύτερα σε θέση να συλλέξει και να ελέγξει τα αναγκαία στοιχεία για την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΕ (προπαρατεθείσες αποφάσεις Ελλάδα κατά Επιτροπής, σκέψεις 8 και 9, και Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, σκέψεις 40 και 41).
15 Υπό το φως ακριβώς αυτών των σκέψεων πρέπει να εξεταστούν οι αιτιάσεις που διατυπώνει η Ισπανική Κυβέρνηση κατά της διαδικασίας με την οποία η Επιτροπή εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
16 Συναφώς, πρέπει να τονιστεί ότι, κατά το κείμενο του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 1663/95, όταν η Επιτροπή θεωρεί ότι παρεμβάσεις δεν πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τις κοινοτικές διατάξεις, οφείλει να ανακοινώσει στο οικείο κράτος μέλος «εκτίμηση» των δαπανών που μπορεί να εξαιρεθούν από την κοινοτική χρηματοδότηση. Ο όρος αυτός, όπως και οι αντίστοιχοί του στις διάφορες γλωσσικές αποδόσεις, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν απαιτείται αριθμητική μνεία του ποσού των σχετικών δαπανών και ότι αρκεί η μνεία των στοιχείων που καθιστούν δυνατό να υπολογιστεί τουλάχιστον κατά προσέγγιση το ποσό αυτό.
17 Η γραμματική αυτή ερμηνεία επιρρωννύεται από το γεγονός ότι, όπως υπενθυμίστηκε ανωτέρω, το κράτος μέλος είναι καλύτερα σε θέση να συλλέξει και να ελέγξει τα αναγκαία στοιχεία για την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΕ.
18 Εν προκειμένω, η ανακοίνωση που απηύθυνε η Επιτροπή στο Βασίλειο της Ισπανίας στις 12 Ιουνίου 1998 ανέφερε τόσο το κατ' αποκοπή ποσοστό της μελετώμενης διορθώσεως, ήτοι 5 %, όσο και τις θέσεις του προϋπολογισμού στις οποίες θα επήρχετο η διόρθωση αυτή, ήτοι τις θέσεις 2111, 2112 και 2113. Ανέφερε επίσης ρητώς ότι η διόρθωση αφορούσε «τις αγορές και τις αποθεματοποιήσεις εμπροσθίων τεταρτημορίων που είχαν δηλωθεί στην παρέμβαση, ενώ τα αντίστοιχα οπίσθια τεταρτημόρια δεν αποτελούν το αντικείμενο της παρεμβάσεως».
19 Σε αντίθεση προς τους ισχυρισμούς της Ισπανικής Κυβερνήσεως, με την τελευταία αυτή μνεία προσδιορίζονταν ακριβώς οι δαπάνες που θα λαμβάνονταν υπόψη βάσει των σχετικών θέσεων του προϋπολογισμού. Εξάλλου, ήταν πολλώ μάλλον σαφές ότι οι έλεγχοι στους οποίους αναφερόταν η Επιτροπή με την ανακοίνωσή της αφορούσαν την τήρηση των κοινοτικών διατάξεων στον τομέα της δημόσιας αποθεματοποιήσεως βοείου κρέατος.
20 Επομένως, προκύπτει ότι τα στοιχεία που περιέχει η ανακοίνωση της 12ης Ιουνίου 1998 αρκούσαν για να μπορέσει η Ισπανική Κυβέρνηση, η οποία διέθετε στοιχεία σχετικά με τις οικείες δαπάνες, να υπολογίσει, τουλάχιστον κατά προσέγγιση, το ποσό της μελετώμενης διορθώσεως.
21 Η διαπίστωση ότι τα στοιχεία που περιείχε η ανακοίνωση της 12ης Ιουνίου 1998 αρκούσαν ώστε να μπορέσει η Ισπανική Κυβέρνηση να γνωρίζει την έκταση των χρηματοοικονομικών συνεπειών που συνεπαγόταν η μελετώμενη διόρθωση και να προετοιμάσει εγκαίρως την άμυνά της δεν ανατρέπεται από το γεγονός ότι η Επιτροπή, όπως αναγνώρισε με την απάντησή της στην ερώτηση του Δικαστηρίου, υπολόγισε εσφαλμένα τη διόρθωση που αφορά τη θέση του προϋπολογισμού 2111 βάσει του συνόλου των δαπανών που δηλώθηκαν. Εν πάση περιπτώσει, αυτό το περιορισμένων χρηματοοικονομικών επιπτώσεων σφάλμα δεν ήταν ικανό να μεταβάλει την εκτίμηση των ισπανικών αρχών ως προς τη σκοπιμότητα προσφυγής στο συμβιβαστικό όργανο.
22 Κατά συνέπεια, η Ισπανική Κυβέρνηση ήταν σε θέση να εκτιμήσει αν συνέτρεχαν ή όχι οι προϋποθέσεις προσφυγής στο συμβιβαστικό όργανο, όπως αυτές καθορίζονται με το άρθρο 2, παράγραφος 2, της αποφάσεως 94/442.
23 Επομένως, ο λόγος που αντλείται από την προσβολή των δικαιωμάτων της άμυνας και της αρχής της ασφαλείας δικαίου πρέπει να απορριφθεί.
Επί του δευτέρου λόγου
24 Με τον δεύτερο λόγο της, η Ισπανική Κυβέρνηση προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.
25 Υποστηρίζει ότι οι ελλείψεις που της προσάφθηκαν είναι ανάλογες προς αυτές που εξακριβώθηκαν στο Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας και στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, ενώ οι κυρώσεις που επιβλήθηκαν στα δύο αυτά κράτη ήταν λιγότερο αυστηρές.
26 Συναφώς, πρέπει, πρώτον, να τονισθεί ότι κάθε περίπτωση πρέπει κατ' αρχήν να εκτιμάται χωριστά προκειμένου να διαπιστώνεται αν το οικείο κράτος μέλος τήρησε ή όχι, κατά την πραγματοποίηση των χρηματοδοτουμένων από το ΕΓΤΕ πράξεων, τις απορρέουσες από το κοινοτικό δίκαιο απαιτήσεις και, αν όχι, σε τι βαθμό δεν τις τήρησε (απόφαση της 18ης Μα_ου 2000, C-242/97, Βέλγιο κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. Ι-3421, σκέψη 129).
27 Αυτό δεν σημαίνει ότι ένα κράτος μέλος δεν δικαιούται να επικαλεστεί την παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως. άντως, μπορεί να το πράξει μόνο στο μέτρο που οι περιπτώσεις τις οποίες επικαλείται είναι τουλάχιστον συγκρίσιμες, ενόψει του συνόλου των στοιχείων που τις χαρακτηρίζουν, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται ιδίως η περίοδος κατά τη διάρκεια της οποίας πραγματοποιήθηκαν οι δαπάνες, οι οικείοι τομείς και η φύση των προσαπτομένων πλημμελειών (προπαρατεθείσα απόφαση Βέλγιο κατά Επιτροπής, σκέψη 130).
28 Δεύτερον, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, απαγορευμένη δυσμενής διάκριση μπορεί να υπάρχει μόνο στην περίπτωση κατά την οποία αντιμετωπίζονται κατά διαφορετικό τρόπο συγκρίσιμες καταστάσεις, εκτός αν μια τέτοια αντιμετώπιση δικαιολογείται αντικειμενικώς (βλ., μεταξύ άλλων, προπαρατεθείσα απόφαση Βέλγιο κατά Επιτροπής, σκέψη 131).
29 Στην παρούσα περίπτωση, από τη συνθετική έκθεση που αφορά τα αποτελέσματα των ελέγχων στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών ΕΓΤΕ, τμήμα Εγγυήσεων, βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, του κανονισμού 729/70 όσον αφορά τη δημόσια αποθεματοποίηση του βοείου κρέατος, τον καπνό, την υπέρβαση των προθεσμιών πληρωμής, τη δημόσια αποθεματοποίηση των δημητριακών, τα οπωροκηπευτικά, τις αρόσιμες καλλιέργειες, τη δήλωση ασφαλείας (DAS), το κρέας και την αλιεία (έγγραφο VI/4777/99), προκύπτει ότι οι ελλείψεις που διαπιστώθηκαν, αφενός, στο Βασίλειο της Ισπανίας και, αφετέρου, στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ήταν διαφορετικής φύσεως και σοβαρότητας. Κατά συνέπεια, για τους λόγους που εξέθεσε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 46 και 47 των προτάσεών του, οι καταστάσεις δεν ήταν συγκρίσιμες.
30 Επομένως, ο λόγος που αντλείται από την παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως πρέπει να απορριφθεί.
31 Εν όψει του συνόλου των προηγουμένων σκέψεων, η προσφυγή του Βασιλείου της Ισπανίας πρέπει να απορριφθεί.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
32 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι το Βασίλειο της Ισπανίας ηττήθηκε και η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη του στα δικαστικά έξοδα, το Βασίλειο της Ισπανίας πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει το Βασίλειο της Ισπανίας στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy