Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1. Γεωργία - Κοινή γεωργική πολιτική - Χρηματοδότηση από το ΕΓΤΕ - Διαδικασία εκκαθαρίσεως λογαριασμών - Αντικείμενο - Κατανομή των δημοσιονομικών βαρών μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής - Εξουσία εκτιμήσεως της Επιτροπής - Δεν υφίσταται
2. Γεωργία - Κοινή γεωργική πολιτική - Χρηματοδότηση από το ΕΓΤΕ - Διαδικασία εκκαθαρίσεως λογαριασμών - Διαδικασία συνδιαλλαγής - Στοιχεία που πρέπει να περιέρχονται σε γνώση του οργάνου συνδιαλλαγής
(Απόφαση 94/442 της Επιτροπής, άρθρο 1 § 2, στοιχ. α_)
3. Γεωργία - ΕΓΤΕ - Εκκαθάριση των λογαριασμών - Εξουσία ελέγχου της Επιτροπής όσον αφορά το νομότυπο των δαπανών - Δημιουργία εύλογης αμφιβολίας - Βάρος αποδείξεως το οποίο φέρει το κράτος μέλος
Περίληψη
1. Η διαδικασία εκκαθαρίσεως των λογαριασμών του ΕΓΤΕ σκοπεί στην εξακρίβωση όχι απλώς του υποστατού και της κανονικότητας των δαπανών, αλλά και της ορθής κατανομής μεταξύ των κρατών μελών και της Κοινότητας των δημοσιονομικών βαρών που συνεπάγεται η κοινή γεωργική πολιτική, δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν διαθέτει εν προκειμένω εξουσία εκτιμήσεως που θα της επέτρεπε να παρεκκλίνει από τους κανόνες που διέπουν την εν λόγω κατανομή βαρών.
( βλ. σκέψη 51 )
2. Ακόμη και αν σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο α_, της αποφάσεως 94/442, σχετικά με τη θέσπιση διαδικασίας συμβιβασμού στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου ροσανατολισμού και Εγγυήσεων, ΕΓΤΕ, τμήμα Εγγυήσεων, η θέση που λαμβάνει το όργανο συνδιαλλαγής δεν προδικάζει την οριστική απόφαση της Επιτροπής περί εκκαθάρισης των λογαριασμών και αν αυτή παραμένει, επομένως, ελεύθερη να εκδώσει απόφαση διαφορετική από τη γνώμη του οργάνου συνδιαλλαγής, η διαδικασία συνδιαλλαγής θα στερούνταν της πρακτικής αποτελεσματικότητάς της, αν το εν λόγω όργανο δεν είχε λάβει γνώση όλων των αποφασιστικής σημασίας στοιχείων που διέθετε η Επιτροπή για να καταλήξει στην απόφασή της.
( βλ. σκέψη 66 )
3. Οσάκις η Επιτροπή αρνείται να επιβαρύνει το ΕΓΤΕ με ορισμένες δαπάνες, με το αιτιολογικό ότι οφείλονται σε παραβάσεις της κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως καταλογιστέες σε κράτος μέλος, δεν οφείλει να αποδείξει εξαντλητικώς την ανεπάρκεια των πραγματοποιηθέντων από τα κράτη μέλη ελέγχων, αλλά να προσκομίσει αποδεικτικό στοιχείο περί της σοβαρής και εύλογης αμφιβολίας που τη διακατέχει έναντι των πραγματοποιηθέντων από τις εθνικές αρχές ελέγχων. Ο μετριασμός αυτός του βάρους αποδείξεως, με το οποίο βαρύνεται η Επιτροπή, εξηγείται από το γεγονός ότι το κράτος είναι αυτό που μπορεί καλύτερα να συλλέξει και επαληθεύσει τα αναγκαία στοιχεία για την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΕ και στο οποίο εναπόκειται, συνεπώς, να προσκομίσει την πλέον λεπτομερή και πλήρη απόδειξη περί του αληθούς των ελέγχων του και, ενδεχομένως, της ανακριβείας των ισχυρισμών της Επιτροπής.
( βλ. σκέψη 95 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-377/99,
Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, εκπροσωπούμενη αρχικώς από τους W.-D. Plessing και C. D. Quassowski, ακολούθως δε από τους W.-D. Plessing και B. Muttelsee-Schön, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τους Μ. Niejahr και G. Braun, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο τη μερική ακύρωση της αποφάσεως 1999/596/ΕΚ της Επιτροπής, της 28ης Ιουλίου 1999, περί τροποποιήσεως της αποφάσεως 1999/187/ΕΚ σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών των κρατών μελών στο πλαίσιο των δαπανών που χρηματοδοτεί το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο ροσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ), τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1995 (ΕΕ L 226, σ. 26), ως εκ του ότι εφαρμόζεται επί της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας κατ' αποκοπήν διόρθωση ύψους 5 % των δηλωθεισών δαπανών ως ενισχύσεως στον τομέα των αροτριαίων καλλιεργειών στο ομόσπονδο κράτος του Μεκλεμβούργου Δυτικής ομερανίας, ήτοι ποσό ύψους 30 304 115,33 γερμανικών μάρκων (DEM), αντί εκείνης ύψους 2 %, ήτοι ποσού ύψους 12 157 646,13 DEM,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους P. Jann, πρόεδρο τμήματος, S. von Bahr (εισηγητή), D. A. O. Edward, A. La Pergola, και C. W. A. Timmermans, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: C. Stix-Hackl
γραμματέας: Μ.-F. Contet, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 10ης Ιανουαρίου 2002,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 25ης Απριλίου 2002,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 7 Οκτωβρίου 1999, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ζήτησε, δυνάμει του άρθρου 230, πρώτο εδάφιο, ΕΚ, τη μερική ακύρωση της αποφάσεως 1999/596/ΕΚ της Επιτροπής, της 28ης Ιουλίου 1999, περί τροποποιήσεως της αποφάσεως 1999/187/ΕΚ σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών των κρατών μελών στο πλαίσιο των δαπανών που χρηματοδοτεί το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο ροσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ), τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1995 (ΕΕ L 226, σ. 26, στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), ως εκ του ότι εφαρμόζεται επί της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας κατ' αποκοπήν διόρθωση ύψους 5 % των δηλωθεισών δαπανών ως ενισχύσεως στον τομέα των αροτριαίων καλλιεργειών στο ομόσπονδο κράτος του Μεκλεμβούργου Δυτικής ομερανίας, ήτοι ποσό ύψους 30 304 115,33 γερμανικών μάρκων (DEM), αντί εκείνης ύψους 2 %, ήτοι ποσού ύψους 12 157 646,13 DEM.
Το νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση
Κανονισμοί αφορώντες τη χρηματοδότηση της κοινής γεωργικής πολιτικής
2 Η προσφυγή αφορά την καταβολή αντισταθμιστικών ποσών με βάση τις καλλιεργούμενες επιφάνειες στον τομέα των αροτριαίων καλλιεργειών που εμπίπτουν, αφενός, στη γενική κανονιστική ρύθμιση, όπως προβλέπει ο κανονισμός (ΕΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 93), και, αφετέρου, σε ειδικούς κανονισμούς, και συγκεκριμένα τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1765/92 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1992, για τη θέσπιση καθεστώτος στηρίξεως των παραγωγών ορισμένων αροτριαίων καλλιεργειών (ΕΕ L 181 σ. 12), τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2078/92 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1992, σχετικά με μεθόδους γεωργικής παραγωγής που συμβιβάζονται με τις απαιτήσεις προστασίας του περιβάλλοντος και με τη διατήρηση του φυσικού χώρου (ΕΕ L 215 σ. 85), και του κανονισμού (ΕΟΚ) 2080/92 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1992, για τη θέσπιση κοινοτικού καθεστώτος ενισχύσεων των μέτρων που αφορούν τα δάση στον τομέα της γεωργίας (ΕΕ L 215 σ. 96).
3 Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 729/70 ορίζει ότι το τμήμα εγγυήσεων του ΕΓΤΕ χρηματοδοτεί τις παρεμβάσεις που προορίζονται για τη ρύθμιση των γεωργικών αγορών και πραγματοποιούνται σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών.
4 Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο β_, του κανονισμού 729/70, η Επιτροπή εκκαθαρίζει τους λογαριασμούς των υπηρεσιών και οργανισμών που εξουσιοδοτούνται από τα κράτη μέλη να πληρώσουν τις σκοπούσες τη ρύθμιση των γεωργικών αγορών παρεμβάσεις, με βάση τα διαβιβαζόμενα από τα κράτη μέλη έγγραφα σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο β_, του ιδίου κανονισμού.
5 Κατ' εφαρμογήν του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 729/70, τα κράτη μέλη λαμβάνουν, σύμφωνα με τις εθνικές νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να εξασφαλίσουν την πραγματοποίηση και την κανονικότητα των χρηματοδοτουμένων από το ΕΓΤΕ πράξεων, να προλάβουν και διώξουν τις παρατυπίες και να ανακτήσουν τα απολεσθέντα εξ αιτίας παρατυπιών ή αμελειών ποσά. Δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 2, του ιδίου κανονισμού, σε περίπτωση μη πλήρους ανακτήσεως, η Κοινότητα αναλαμβάνει τις οικονομικές συνέπειες των παρατυπιών ή αμελειών, πλην εκείνων που απορρέουν από παρατυπίες ή αμέλειες καταλογιστέες στα διοικητικά όργανα ή στους οργανισμούς των κρατών μελών.
Ολοκληρωμένο σύστημα διαχειρίσεως και ελέγχου
6 Το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο α_, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3508/92 του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 1992, για τη θέσπιση ενός ολοκληρωμένου συστήματος διαχειρίσεως και ελέγχου σχετικά με ορισμένα καθεστώτα κοινοτικών ενισχύσεων (ΕΕ L 355 σ. 1), προβλέπει ότι κάθε κράτος μέλος δημιουργεί ένα ολοκληρωμένο σύστημα διαχειρίσεως και ελέγχου, το οποίο εφαρμόζεται, ιδίως, στο καθεστώς στηρίξεως των παραγωγών ορισμένων αροτριαίων καλλιεργειών που θεσπίστηκε από τον κανονισμό 1765/92.
7 Κατά το άρθρο 2 του κανονισμού 3508/92, το ολοκληρωμένο σύστημα περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, μηχανογραφημένη βάση δεδομένων, αλφαριθμητικό σύστημα αναγνωρίσεως των αγροτεμαχίων, καθώς και αιτήσεις ενισχύσεως και ολοκληρωμένο σύστημα ελέγχου.
8 Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 4, του κανονισμού 3508/92, ως αγροτεμάχιο για τους σκοπούς του κανονισμού νοείται ένα συνεχές τμήμα εδάφους επί του οποίου πραγματοποιείται μία μόνο καλλιέργεια από ένα μόνο κάτοχο εκμεταλλεύσεως. Το άρθρο 4 του ιδίου κανονισμού διευκρινίζει ότι το αλφαριθμητικό σύστημα αναγνωρίσεως των αγροτεμαχίων καταρτίζεται ειδικότερα με βάση κτηματολογικά σχέδια και έγγραφα. άντως, δυνάμει του άρθρου 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3887/92 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 1992, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του ολοκληρωμένου συστήματος διαχειρίσεως και ελέγχου σχετικά με ορισμένα καθεστώτα κοινοτικών ενισχύσεων (ΕΕ L 391 σ. 36), καίτοι το προβλεπόμενο στο άρθρο 4 του κανονισμού 3508/92 σύστημα αναγνωρίσεως καταρτίζεται σε επίπεδο αγροτεμαχίων, τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα προσφυγής σε άλλη μονάδα μετρήσεως πλην του αγροτεμαχίου, όπως είναι το ενταγμένο στο κτηματολόγιο αγροτεμάχιο ή το γαιοτεμάχιο καλλιεργείας.
Κατ' αποκοπήν διορθρώσεις
9 Οι κατευθύνσεις της Επιτροπής σχετικά με τις κατ' αποκοπήν διορθώσεις που ίσχυαν ιδίως για το οικονομικό έτος 1995 καθορίζονται στο έγγραφο VI/216/93 της 3ης Ιουνίου 1993 (στο εξής: έγγραφο VI/216/92), το οποίο περιλαμβάνει τις ακόλουθες διατάξεις:
«Το ουσιώδες στοιχείο για το αν επιβάλλεται δημοσιονομική διόρθωση και, σε καταφατική περίπτωση, με ποιο συντελεστή έγκειται εν γένει στην εκτίμηση του βαθμού κινδύνου επελεύσεως ζημιών εις βάρος των κοινοτικών ταμείων λόγω της ανεπαρκείας ελέγχου. ρέπει να λαμβάνονται υπόψη ειδικότερα τα εξής στοιχεία:
1. Εφόσον η ανεπάρκεια αφορά την αποτελεσματικότητα του εν γένει συστήματος ελέγχου, την αποτελεσματικότητα ενός συγκεκριμένου στοιχείου του συστήματος ή τη διεξαγωγή ενός ή περισσοτέρων ελέγχων βάσει του συστήματος.
2. Η σπουδαιότητα της ανεπαρκείας για το σύνολο των προβλεπομένων διοικητικών, υλικών ή άλλων ελέγχων.
3. Το κατά πόσον τα μέτρα προσφέρονται για τη διάπραξη απάτης, λαμβανομένων ιδίως υπόψη των οικονομικών κινήτρων».
10 Το ανωτέρω έγγραφο προβλέπει την εκ μέρους της Επιτροπής εφαρμογή των ακολούθων συντελεστών κατ' αποκοπήν διορθώσεως:
«Α. 2 % της δαπάνης οσάκις η ανεπάρκεια περιορίζεται σε ήσσονος σημασίας τμήματα του συστήματος ελέγχου ή τη διενέργεια ελέγχων που δεν είναι βασικοί για τη διασφάλιση της κανονικότητας της δαπάνης, οπότε μπορεί ευλόγως να συναχθεί το συμπέρασμα ότι ο κίνδυνος ζημίας για το ΕΓΤΕ ήταν ασήμαντος.
Β. 5 % της δαπάνης οσάκις η ανεπάρκεια αφορά σημαντικά στοιχεία του συστήματος ελέγχου ή τη διενέργεια ελέγχων οι οποίοι παίζουν σημαντικό ρόλο στη διασφάλιση της κανονικότητας της δαπάνης, οπότε μπορεί ευλόγως να συναχθεί το συμπέρασμα ότι ο κίνδυνος επελεύσεως ζημίας εις βάρος του ΕΓΤΕ ήταν σημαντικός.
Γ. 10 % της δαπάνης οσάκις η ανεπάρκεια αφορά το σύνολο των στοιχείων ή βασικά στοιχεία του συστήματος ελέγχου ή τη διενέργεια ελέγχων που είναι βασικοί για τη διασφάλιση της κανονικότητας της δαπάνης, οπότε μπορεί ευλόγως να συναχθεί το συμπέρασμα ότι υπήρξε κίνδυνος επελεύσεως μεγάλης εκτάσεως ζημίας εις βάρος του ΕΓΤΕ».
Διαδικασία συνδιαλλαγής
11 Η απόφαση 94/442/ΕΚ της Επιτροπής, της 1ης Ιουλίου 1994, σχετικά με τη θέσπιση διαδικασίας συμβιβασμού στο πλαίσιο της εκκαθάρισης των λογαριασμών του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου ροσανατολισμού και Εγγυήσεως, ΕΓΤΕ, τμήμα Εγγυήσεων (ΕΕ L 182 σ. 45), συνέστηκε όργανο συνδιαλλαγής. Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο α_, της αποφάσεως, «η θέση την οποία λαμβάνει το συμβιβαστικό όργανο δεν προδικάζει την οριστική απόφαση της Επιτροπής σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών».
Η εθνική κανονιστική ρύθμιση
12 Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 4, του Kulturpflanzen-Ausgleichszahlungs-Verordnung (γερμανικού κανονισμού περί των αντισταθμιστικών πληρωμών για τις αροτριαίες καλλιέργειες, BGBl. 1995 Ι, σ. 1562, στο εξής: KAV), αγροτεμάχιο είναι «συνεχής γεωργική επιφάνεια η οποία ανήκει σε παραγωγό, έχει φυτευθεί με ποικιλία φυτού ή τελεί σε αγρανάπαυση και αποτελείται από ένα ή περισσότερα κτηματολογικά τεμάχια ή τμήματα κτηματολογικών τεμαχίων. Ένα γαιοτεμάχιο αποτελεί αγροτεμάχιο κατά την έννοια της πρώτης περιόδου».
13 Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 3, του KAV, το κτηματολογικό τεμάχιο είναι «επιφάνεια οριοθετημένη στο κτηματολόγιο».
14 Τέλος, κατά το άρθρο 3, παράγραφος 4, στοιχείο a, του KAV, ως γαιοτεμάχιο καλλιεργείας νοείται «συνεχής γεωργική επιφάνεια η οποία ανήκει σε παραγωγό, είναι φυτευμένη με μία ή περισσότερες ποικιλίες φυτών ή έχει τεθεί σε αγρανάπαυση, περιβάλλεται από φυσικά όρια ή επιφάνειες μη αποτελούσες αντικείμενο εκμεταλλεύσεως από τον ίδιο παραγωγό. Το γαιοτεμάχιο καλλιεργείας μπορεί να αποτελείται από ένα ή περισσότερα κτηματολογικά τεμάχια ή τμήματα κτηματολογικών τεμαχίων».
Τα πραγματικά περιστατικά και η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
15 Στα πλαίσια του οικονομικού έτους 1995, αντιστοιχούντος στην εσοδεία του 1994, το ομόσπονδο κράτος του Μεκλεμβούργου-Δυτικής ομερανίας κατέβαλε ενισχύσεις στον τομέα των αροτριαίων καλλιεργειών. Οι ανωτέρω ενισχύσεις χρησιμοποιήθηκαν σύμφωνα με το ολοκλρωμένο σύστημα διαχειρίσεως και ελέγχου που θεσπίστηκε στο οικείο ομόσπονδο κράτος βάσει των κανονισμών 3508/92 και 3887/92.
16 Οι υπηρεσίες της Επιτροπής διενήργησαν, στα πλαίσια της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών για το οικονομικό έτος 1995, επιθεώρηση στο οικείο ομόσπονδο κράτος από τις 23 έως τις 27 Οκτωβρίου 1995 προκειμένου να ελεγχθεί η εφαρμογή των κανονισμών 1765/92, 2078/92 και 2080/92.
17 Με έγγραφο της 13ης Φεβρουαρίου 1996, η Επιτροπή διαβίβασε τις παρατηρήσεις της στις γερμανικές αρχές, εφιστώντας την προσοχή τους επί των λαθών που διαπιστώθηκαν κατά τη διαχείριση και τον έλεγχο του καθεστώτος των αροτριαίων καλλιεργειών στο ομόσπονδο κράτος του Μεκλεμβούργου-Δυτικής ομερανίας, ιδίως στα όρια του Amt für Landwirtschaft Schwerin (στο εξής: Amt Schwerin).
18 Οι γερμανικές αρχές απάντησαν με έγγραφο της 25ης Απριλίου 1996. Ακολούθως, αντηλλάγη αλληλογραφία μεταξύ των μερών μέχρι τον Οκτώβριο 1996.
19 Με έγγραφο της 17ης Ιουνίου 1997, η Επιτροπή γνωστοποίησε στις γερμανικές αρχές τα προσωρινά συμπεράσματα της επιθεωρήσεώς της και πρότεινε διόρθωση ύψους 5 % των δαπανών, αντιστοιχούσα σε ποσό ύψους 30 394 115,33 DEM.
20 Στις 24 Ιουνίου 1997 πραγματοποιήθηκε διμερής σύσκεψη. Ακολούθησε επιστολή της 8ης Ιουλίου 1997 προς τις γερμανικές αρχές, με την οποία η Επιτροπή ενέμεινε στην εκτίμησή της επί των αποτελεσμάτων της επιθεωρήσεως.
21 Με έγγραφο της 3ης Σεπτεμβρίου 1997, οι γερμανικές αρχές διαβίβασαν τις παρατηρήσεις τους επί της επιστολής της Επιτροπής.
22 Με έγγραφο της 12ης Ιουνίου 1998, η Επιτροπή κοινοποίησε επισήμως, κατά την έννοια της αποφάσεως 94/442, προς τις γερμανικές αρχές τα συμπεράσματα της πραγματοποιηθείσας τον Οκτώβριο 1995 στο ομόσπονδο κράτος του Μεκλεμβούργου-Δυτικής ομερανίας επιθεωρήσεως. Η Επιτροπή διευκρίνισε ότι, με βάση εξηγήσεις που έδωσαν οι γερμανικές αρχές με το από 3 Σεπτεμβρίου 1997 έγγραφό τους, παραιτούνταν από τη δημοσιονομική διόρθωση ύψους 5 % και εκτιμούσε ότι ενδεικνυόταν δημοσιονομική διόρθωση ύψους 2 %, ήτοι ποσό ύψους 12 157 646,13 DEM. Εντούτοις, η Επιτροπή επιφυλάχθηκε να αυξήσει τον διορθωτικό συντελεστή σε περίπτωση κατά την οποία η διενεργηθείσα κατά τη διάρκεια του έτους 1998 επιθεώρηση αποκάλυπτε τυχόν ανακρίβειες των σχετικών εξηγήσεων, οι οποίες είχαν οδηγήσει στην τροποποίηση του διορθωτικού συντελεστή. Η επιφύλαξη της Επιτροπής αφορούσε τη δοθείσα από τις γερμανικές αρχές πληροφορία ότι, στο ομόσπονδο κράτος του Μεκλεμβούργου-Δυτικής ομερανίας, περίπου το 90 % των γαιοτεμαχίων καλλιεργείας αφορούσαν τη μονοκαλλιέργεια ή την αγρανάπαυση. Η Επιτροπή προσέθεσε ότι τα συμπεράσματά της μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο αιτήσεως συνδιαλλαγής σύμφωνα με την απόφαση 94/442.
23 Με έγγραφο της 28ης Ιουλίου 1998, η Γερμανική Κυβέρνηση ζήτησε να κινηθεί η διαδικασία συνδιαλλαγής.
24 Οι υπηρεσίες της Επιτροπής διενήργησαν τον Αύγουστο 1998 δεύτερη επιθεώρηση στο ομόσπονδο κράτος του Μεκλεμβούργου-Δυτικής ομερανίας.
25 Εν συνεχεία της ανωτέρω επιθεωρήσεως, η Επιτροπή κάλεσε, με έγγραφο της 24ης Νοεμβρίου 1998, τις γερμανικές αρχές να της κοινοποιήσουν συμπληρωματικές πληροφορίες. Το έγγραφο αυτό, αντίγραφο του οποίου διαβιβάστηκε στο όργανο συνδιαλλαγής, περιελάμβανε ειδικότερα το ακόλουθο χωρίο:
«Δράττομαι της ευκαιρίας να επιστήσω την προσοχή σας και επί μιας άλλης πτυχής η οποία θα μπορούσε να καταστεί σημαντική στο πλαίσιο διαδικασίας συνδιαλλαγής. Κατά τη διάρκεια από κοινού αποστολής του ελέγχου της ΓΔ VI και του δημοσιονομικού ελέγχου κατά τον μήνα Αύγουστο 1999, ανέκυψε ότι, για πολλές αιτήσεις, η πραγματική έκταση εκμεταλλεύσεως δεν αντιστοιχούσε στην κτηματολογική επιφάνεια των τεμαχίων ή ότι η πραγματική επιφάνεια εκμεταλλεύσεως δεν είχε δηλωθεί πλήρως ως αγροτεμάχιο. Αν τα αφορώντα τις πραγματικές επιφάνειες εκμεταλλεύσεως δεδομένα δεν προέρχονται από το κτηματολόγιο αλλ' εδράζονται σε πληροφορίες του γεωργού, καθίσταται ακόμη εντονότερη η ανάγκη μετρήσεως των αγροτεμαχίων κατά τους επιτοπίους ελέγχους. Σε παρόμοια περίπτωση, το επιχείρημα των γερμανικών αρχών ότι το 90 % περίπου των γαιωτεμαχίων καλλιεργείας αποτελούν αντικείμενο μονοκαλλιεργείας, και μάλιστα πλήρους αγραναπαύσεως, καθίσταται άνευ σημασίας. Το ζήτημα αποτελεί αντικείμενο εξετάσεως επί του παρόντος και θα ήταν ευπρόσδεκτη, εφόσον είναι εφικτή, η κοινοποίηση τυχόν σχολίων σας συναφώς».
26 Κατά τον Νοέμβριο και Δεκέμβριο 1998 αντηλλάγησαν μεταξύ των γερμανικών αρχών, της Επιτροπής και του οργάνου συνδιαλλαγής διάφορα έγγραφα. Με έγγραφο της 11ης Δεκεμβρίου 1998, η Γερμανική Κυβέρνηση απάντησε ειδικότερα στα ερωτήματα που διατύπωσε η Επιτροπή με την από 24 Νοεμβρίου 1998 επιστολή της, διευκρινίζοντας ότι η κατά φαινόμενο διαφορά μεταξύ των δηλωθεισών και των εγγεγραμμένων στο κτηματολόγιο επιφανειών καθώς και η εξ αυτού απορρέουσα δήθεν ανάγκη μετρήσεως οφείλονταν σε δυσπιστία της Επιτροπής σχετικά με την υποβολή ορισμένων εγγράφων της προσφεύγουσας.
27 Στην τελική έκθεσή του που συνέταξε στις 30 Δεκεμβρίου 1998, το όργανο συνδιαλλαγής διευκρίνισε ότι είχε λάβει γνώση των διατυπωθεισών εκ μέρους της Επιτροπής, με το από 24 Νοεμβρίου 1998 έγγραφό της, αμφιβολιών που αφορούσαν, αφενός, τον αριθμό των επιτοπίων ελέγχων που διενεργήθηκαν στην περιφέρεια του Amt Schwerin και, αφετέρου, την ορθότητα του επιχειρήματος των γερμανικών αρχών ότι σε μεγάλο αριθμό περιπτώσεων η προταθείσα από την Επιτροπή μέτρηση ήταν περιττή. Το όργανο συνδιαλλαγής κοινοποίησε την ακόλουθη γνώμη:
«α) Καίτοι είναι αληθές ότι δεν διαπιστώθηκε καμία περίπτωση πρόδηλης καταχρήσεως, γεγονός παραμένει ότι, κατά το 1994, το καθεστώς ελέγχου εμφάνισε ορισμένα κενά.
β) Δεν μπορεί να αγνοείται το γεγονός ότι, από την εξέταση του φακέλου και την ακρόαση των μερών, το ομόσπονδο κράτος του Μεκλεμβούργου-Δυτικής ομερανίας ανέλαβε ήδη από το 1994 σοβαρές προσπάθειες προκειμένου να θέσει σε εφαρμογή καθεστώς ελέγχου με σκοπό την αποφυγή επελεύσεως απωλειών στο ΕΓΤΕ. Επειδή πρόκειται για νέο ομόσπονδο κράτος το οποίο καλείται να εξοικειωθεί με το διοικητικό σύστημα της Κοινότητας, οι προσπάθειές του είναι άξιες ιδιαίτερης αναγνωρίσεως.
γ) Κατόπιν αυτού, το όργανο συνδιαλλαγής εκτιμά ότι εν πάση περιπτώσει δεν δικαιολογείται η εφαρμογή του διορθωτικού συντελεστή ύψους 5 % που προέβλεψαν αρχικά οι υπηρεσίες της Επιτροπής».
28 Με την από 12 Ιανουαρίου 1999 συνοπτική έκθεσή της, η Επιτροπή ενέμεινε στην πρότασή της να εφαρμόσει συντελεστή δημοσιονομικής διορθώσεως ύψους 2 % έναντι του 5 %, υπό την επιφύλαξη της επιβεβαιώσεως, κατόπιν μεταγενέστερου ελέγχου εκκαθαρίσεως των λογαριασμών, της πληροφορίας των γερμανικών αρχών ότι, στο ομόσπονδο κράτος του Μεκλεμβούργου-Δυτικής ομερανίας, περίπου το 90 % των γαιοτεμαχίων καλλιεργείας αφορούσαν μία μόνο χρήση (μονοκαλλιέργεια ή αγρανάπαυση). Η Επιτροπή ανέφερε ότι η Γερμανία είχε προσφύγει στο όργανο συνδιαλλαγής.
29 Με συμπλήρωμα στη συνοπτική έκθεση, φέρον ημερομηνία 27 Μα_ου 1999 αλλά παραληφθέν από τις γερμανικές αρχές στις 21 Ιουνίου 1999 (στο εξής: συμπλήρωμα της συνοπτικής εκθέσεως), η Επιτροπή έλαβε θέση επί της τελικής εκθέσεως του οργάνου συνδιαλλαγής της 30ής Δεκεμβρίου 1998. Ισχυρίστηκε ότι ναι μεν το σύστημα ελέγχου δεν χαρακτηριζόταν από πρόδηλες καταχρήσεις, αλλ' ότι σοβαρά κενά δικαιολογούσαν διόρθωση ύψους 5 %. Η Επιτροπή διευκρίνισε ότι το αποτέλεσμα της πραγματοποιηθείσας τον Αύγουστο 1998 δεύτερης επιθεωρήσεως έφερε στο φως ακόμη σοβαρότερη κατάσταση από την αναμενόμενη και ότι το αποτέλεσμα αυτό είχε περιέλθει σε γνώση των γερμανικών αρχών με το από 24 Νοεμβρίου 1998 έγγραφό της, το οποίο περιήλθε επίσης σε γνώση του οργάνου συνδιαλλαγής, μολονότι δεν ελήφθη υπόψη στην τελική έκθεσή του. Η Επιτροπή επισήμανε ιδίως ότι το 15 % των γαιοτεμαχίων αφορούσαν πολυκαλλιέργειες, ενώ τα αγροτεμάχια που αποτελούσαν τμήμα των γαιοτεμαχίων αυτών αντιπροσώπευαν το 29 % του συνόλου των τεμαχίων. Η Επιτροπή ανέφερε επίσης ότι το σύνολο σχεδόν των γαιοτεμαχίων αποτελούνταν από ενταγμένα στο κτηματολόγιο αγροτεμάχια και ότι πέραν του ημίσεος των ενταγμένων στο κτηματολόγιο αγροτεμαχίων ήσαν μοιρασμένα μεταξύ δύο ή περισσοτέρων γαιοτεμαχίων καλλιεργείας, ανηκόντων συνήθως στον ίδιο παραγωγό.
30 Με έγγραφο της 18ης Ιουνίου 1999, η Επιτροπή κοινοποίησε στις γερμανικές αρχές τα οριστικά συμπεράσματά της επί της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών του ΕΓΤΕ, τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1995, όσον αφορά τον τομέα των αροτριαίων καλλιεργειών, αναφερόμενη στη διαδικασία συνδιαλλαγής. Τα συμπεράσματα αυτά είναι κατ' ουσίαν πανομοιότυπα με τις παρατηρήσεις που παρατίθενται στο συμπλήρωμα της συνοπτικής εκθέσεως.
31 Μετά από διαβούλευση της επιτροπής του ΕΓΤΕ με τα κράτη μέλη στις 22 Ιουνίου 1999, η Επιτροπή εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας επιβλήθηκε δημοσιονομική διόρθωση ύψους 5 % των δηλωθεισών δαπανών ως ενισχύσεως στον τομέα των αροτριαίων καλλιεργειών στο ομόσπονδο κράτος του Μεκλεμβούργου-Δυτικής ομερανίας, ήτοι ποσού ύψους 30 394 115,33 DEM.
Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως
Επιχειρηματολογία των διαδίκων
32 Με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η διατυπωθείσα από την Επιτροπή, με την επίσημη κοινοποίηση της 12ης Ιουνίου 1998 σχετικά με την εφαρμογή συντελεστή διορθώσεως ύψους 2 %, επιφύλαξη έχασε το περιεχόμενό της.
33 Η Γερμανική Κυβέρνηση υπενθυμίζει ότι η Επιτροπή είχε προτείνει επισήμως, με την ανωτέρω κοινοποίηση, μείωση του συντελεστή διορθώσεως στο 2 %, υπό την επιφύλαξη ότι η πραγματοποιηθείσα κατά τη διάρκεια του έτους 1998 επιθεώρηση δεν αναιρεί την παρασχεθείσα στις 3 Σεπτεμβρίου 1997 από τις γερμανικές αρχές πληροφορία ότι, στο ομόσπονδο κράτος του Μεκλεμβούργου-Δυτικής ομερανίας, περίπου 90 % των γαιοτεμαχίων αφορούσαν τη μονοκαλλιέργεια ή την αγρανάπαυση.
34 Όντως, η πραγματοποιηθείσα, τον Αύγουστο του 1998 επιθεώρηση επιβεβαιώσε την ανωτέρω πληροφορία. Η Γερμανική Κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι η Επιτροπή αναγνώρισε ότι περί το 90 % των γαιοτεμαχίων - 85 % των στοιχείων που προσκόμισε - αφορούσαν όντως τη μονοκαλλιέργεια ή την αγρανάπαυση. Η διαφορά του 5 % δεν ήταν σημαντική. Εξηγούνταν από το γεγονός ότι η Επιτροπή απέκλεισε από τον υπολογισμό της τα αποτελούντα αντικείμενο περισσοτέρων καλλιεργειών γαιοτεμάχια, μολονότι μπορούσαν να τύχουν ενισχύσεων του ιδίου ύψους, ενώ οι γερμανικές αρχές τα είχαν συμπεριλάβει. Επιπλέον, μικροδιαφορές μπορούσαν να ανακύψουν λόγω του ότι τα στοιχεία των γερμανικών αρχών αντλούνται από το 1995, ενώ εκείνα της Επιτροπής από πραγματοποιηθείσα το 1998 δειγματοληψία.
35 Κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, αφ' ής στιγμής επιβεβαιώθηκε η παρασχεθείσα πληροφορία, έχασε το περιεχόμενό της η επιφύλαξη και η Επιτροπή δεν μπόρεσε πλέον να τροποποιήσει την προταθείσα διόρθωση ύψους 2 % που περιελάμβανε η από 12 Ιουνίου 1998 επίσημη κοινοποίησή της, δοθέντος ότι η πρόταση αυτή είχε αποτελέσει τη βάση των συζητήσεων μεταξύ των μερών και ενώπιον του οργάνου συνδιαλλαγής. Η Επιτροπή δεσμευόταν από τους όρους της επιφυλάξεως.
36 Η Επιτροπή αμφισβητεί τον πρώτο λόγο ακυρώσεως της Γερμανικής Κυβερνήσεως, επικαλούμενη, πρώτον, το γεγονός ότι εδράζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία της διατυπωθείσας με την επίσημη κοινοποίηση της 12ης Ιουνίου 1998 επιφύλαξη και, δεύτερον, ότι η επιφύλαξη εκείνη δεν είχε δεσμευτικό αποτέλεσμα.
37 Η Επιτροπή διευκρινίζει, αφενός, ότι η επιφυλαξή της απηχούσε τις αμφιβολίες που τη διακατείχαν επί των συνεπειών στον κοινοτικό προϋπολογισμό της παρασχεθείσας από τις γερμανικές αρχές πληροφορίας. Σύμφωνα με την ανωτέρω πληροφορία, το 90 % των δηλωθεισών εκτάσεων δεν παρουσίαζαν κινδύνους. Η Επιτροπή παρατηρεί ότι προείχε η επαλήθευση της αλήθειας των στοιχείων αυτών και αν το 10 % των υπολειπομένων δεν αντιστοιχούσαν σε σημαντική επιφάνεια.
38 Η διενεργηθείσα τον Αύγουστο του 1998 δεύτερη επιθεώρηση αποκάλυψε, πρώτον, ότι περίπου το 15 % και όχι το 10 % των γαιοτεμαχίων είχαν σπαρεί με περισσότερες καλλιέργειες. Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι η σχετική διαπίστωση, πάντως, δεν είχε αφεαυτής αποφασιστική σημασία αλλ' ότι έπαιξε ρόλο στην τελική απόφασή της.
39 Δεύτερον, η Επιτροπή αντελήφθη ότι το 29 % των αγροτεμαχίων απαντούσαν σε γαιοτεμάχια πολυκαλλιεργειών και υπό την έννοια αυτή ενείχαν ενδεχομένως κίνδυνο.
40 Τρίτον, η Επιτροπή αμφισβητεί τον ισχυρισμό της Γερμανικής Κυβερνήσεως ότι για τα γαιοτεμάχια μονοκαλλιεργείας ή αγραναπαύσεως, τα οποία αντιστοιχούν, κατά τη γερμανική άποψη, στο 90 % του συνόλου των γαιοτεμαχίων, δεν χρειαζόταν μέτρηση δεδομένου ότι αρκούσε οπτικός έλεγχος. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η μέτρησή τους παρέλκει μόνον οσάκις τα γαιοτεμάχια συγκροτούνται από ολόκληρα αγροτεμάχια που είναι ενταγμένα στο κτηματολόγιο. Στην περίπτωση αυτή, όντως, η επαλήθευση μπορεί να χωρήσει διά γυμνού οφθαλμού. άντως, η διενεργηθείσα τον Αύγουστο 1998 δεύτερη επιθεώρηση αποκάλυψε ότι ορισμένα γαιοτεμάχια δεν συγκροτούνταν από ολόκληρα τεμάχια ενταγμένα στο κτηματολόγιο, αλλ' ότι, αντιθέτως, τα ενταγμένα στο κτηματολόγιο αγροτεμάχια υπερέβαιναν τα όρια των γαιοτεμαχίων. Κατόπιν αυτού, κατά την Επιτροπή, ακόμη και το εν λόγω 90 % των γαιοτεμαχίων καίτοι αφιερωμένα αποκλειστικά σε μία χρήση ενείχαν ενδεχομένως κινδύνους και έπρεπε να αποτελέσουν αντικείμενο μετρήσεως.
41 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι τα αποτελέσματα της δεύτερης επιθεωρήσεως την οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι η έκταση ολικού κινδύνου ήταν σημαντικότερη απ' όσο είχε αφήσει να εννοηθεί η Γερμανική Κυβέρνηση. Έτσι, σε αντίθεση με την ανάλυση της τελευταίας, η σχετική επιθεώρηση ενίσχυσε τις αμφιβολίες της και επιβεβαίωσε το βάσιμο της επιφυλάξεώς της.
42 Όσον αφορά, εξάλλου, το φερόμενο δεσμευτικό αποτέλεσμα της επιφυλάξεως, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι επρόκειτο απλώς για γνώμη που διατύπωσαν προσωρινά οι υπηρεσίες της στο πλαίσιο της έρευνας του φακέλου και που δεν δέσμευε την ίδια για την τελική απόφασή της.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
43 Ο λόγος ακυρώσεως που προέβαλε η Γερμανική Κυβέρνηση θέτει, πρώτον, ζήτημα εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών και, δεύτερον, ζήτημα απτόμενο των εννόμων συνεπειών της επιφυλάξεως που διατύπωσε η Επιτροπή με την επίσημη κοινοποίησή της της 12ης Ιουνίου 1998.
44 ροκειμένου να επαληθευθεί, πρώτον, αν η ανάλυση των πραγματικών περιστατικών εκ μέρους της Γερμανικής Κυβερνήσεως είναι ορθή, πρέπει να ληφθούν υπόψη οι παρατηρήσεις της Επιτροπής, όπως αυτές διατυπώνονται με την κοινοποίησή της καθώς και με το έγγραφο της 24ης Νοεμβρίου 1998.
45 Όπως προκύπτει από την επίσημη κοινοποίηση της 12ης Ιουνίου 1998, η παρασχεθείσα από τις γερμανικές αρχές πληροφορία σχετικά με το πολύ υψηλό ποσοστό γαιοτεμαχίων μιας χρήσεως είναι εκείνη που ώθησε την Επιτροπή να μειώσει τον αρχικώς προταθέντα συντελεστή διορθώσεως. Η Επιτροπή έκρινε ότι ο κίνδυνος ήταν, ως εκ τούτου, λιγότερο σοβαρός από τον αρχικώς εκτιμηθέντα. άντως, εξάρτησε τη συγκεκριμενοποίηση της προτάσεώς της περί αναθεωρήσεως του συντελεστή διορθώσεως από την επαλήθευση της παρασχεθείσας πληροφορίας.
46 Με το έγγραφο της 24ης Νοεμβρίου 1998, το οποίο συντάχθηκε μετά τη διεξαχθείσα τον Αύγουστο του 1998 επιθεώρηση, η Επιτροπή προβληματίστηκε από την έλλειψη αντιστοιχίας μεταξύ των εκμεταλλευομένων εκτάσεων και της καταχωρημένης στο κτηματολόγιο επιφανείας και αναφέρθηκε στην ανάγκη που θα ανέκυπτε ενδεχομένως για τη μέτρηση των αγροτεμαχίων που δεν αντιστοιχούσαν στις καταχωρημένες στο κτηματολόγιο επιφάνειες.
47 Όπως προκύπτει από τα δύο αυτά έγγραφα, η Επιτροπή διατηρούσε αμφιβολίες ως προς την έκταση των ενεχουσών κίνδυνο επιφανειών και η επιφύλαξη πρέπει να εκληφθεί ως έκφραση των αμφιβολιών αυτών. Αν η αναγγελθείσα επιθεώρηση δεν διέλυε τις αμφιβολίες, η Επιτροπή προέβλεπε την εφαρμογή της επιφυλάξεως και την απενεκτίμηση του προταθέντος συντελεστή διορθώσεως. Επομένως, η Επιτροπή είχε την πρόθεση να αξιολογήσει το εύρος του κινδύνου απωλειών για το ΕΓΤΕ διερευνώντας όχι μόνον την ακρίβεια του ποσοστού γαιοτεμαχίων που φέρονταν προορισμένα για τη μονοκαλλιέργεια ή την αγρανάπαυση, αλλά και τη λυσιτέλειά του.
48 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η δεύτερη επιθεώρηση δεν διέλυσε τις αμφιβολίες της Επιτροπής, αλλ' αντιθέτως τις ενίσχυσε. ράγματι, ακόμη και αν η παρασχεθείσα από τις γερμανικές αρχές πληροφορία ότι, στο ομόσπονδο κράτος του Μεκλεμβούργου-Δυτικής ομερανίας, το 90 % των γαιοτεμαχίων αφορούσαν τη μονοκαλλιέργεια ή την αγρανάπαυση μπορούσε εκληφθεί στο σύνολό της ως ορθή, με περιθώρια λάθους περίπου 5 %, η Επιτροπή εκτίμησε, μετά τη σχετική επιθέωρηση, ότι ο κίνδυνος δεν περιοριζόταν στο εναπομένον 10 %, αλλά μπορούσε να είναι σημαντικότερος, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι τα ευρισκόμενα εντός των γαιοτεμαχίων μονοκαλλιεργείας ή αγραναπαύσεως αγροτεμάχια δεν αντιστοιχούσαν, σε ικανό αριθμό περιπτώσεων, στα ενταγμένα στο κτηματολόγιο τεμάχια. Επομένως, ήταν αδύνατη η οπτική επαλήθευση και, ελλείψει μετρήσεως, υπήρχαν κίνδυνοι υπέρμετρων δηλώσεων.
49 Επομένως, σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς της Γερμανικής Κυβερνήσεως, η διενεργηθείσα τον Αύγουστο του 1998 δεύτερη επιθεώρηση και οι μεταγενέστερες ανταλλαγές απόψεων δεν διέλυσαν τις αμφιβολίες της Επιτροπής ως προς τυχόν εσφαλμένη πληροφορία που παρέσχον οι γερμανικές αρχές σχετικά με το ποσοστό των γαιοτεμαχίων μονοκαλλιεργείας ή αγραναπαύσεως. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η Επιτροπή μπορούσε, σύμφωνα με τους όρους της επιφυλάξεώς της, να επανέλθει στον συντελεστή διορθώσεως ύψους 5 % που είχε επιλέξει αρχικώς.
50 Όσον αφορά, δεύτερον, τις έννομες συνέπειες της επιφυλάξεως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, εν πάση περιπτώσει, σε αντίθεση με τα όσα ισχυρίζεται η Γερμανική Κυβέρνηση, η επιφύλαξη απηχούσε απλώς τα προσωρινά συμπεράσματα της Επιτροπής και δεν είχε δεσμευτικό αποτέλεσμα, υπό την έννοια ότι υποχρέωνε την Επιτροπή να συμμορφωθεί συναφώς, έστω και αν αυτό την οδηγούσε κατ' ανάγκη στο να αποδεχθεί δαπάνες που θεωρούσε ότι είναι ασυμβίβαστες με την κοινοτική κανονιστική ρύθμιση.
51 Όπως υπενθυμίζει η γενική εισαγγελέας στο σημείο 58 των προτάσεών της, η διαδικασία εκκαθαρίσεως των λογαριασμών σκοπεί στην εξακρίβωση όχι απλώς του υποστατού και της κανονικότητας των δαπανών, αλλά και της ορθής κατανομής μεταξύ των κρατών μελών και της Κοινότητας των δημοσιονομικών βαρών που συνεπάγεται η κοινή γεωργική πολιτική, δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν διαθέτει εν προκειμένω εξουσία εκτιμήσεως που θα της επέτρεπε να παρεκκλίνει από τους κανόνες που διέπουν την εν λόγω κατανομή βαρών (βλ. απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1979, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 15/76 και 16/76, Γαλλία κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 141, σκέψη 28).
52 Ενόψει των υποχρεώσεων που βαρύνουν την Επιτροπή στο πλαίσιο της διαδικασίας εκκαθαρίσεως των λογαριασμών, επιβάλλεται η εκτίμηση ότι, στην υποθετική περίπτωση, η οποία δεν επαληθεύθηκε εν προκειμένω, κατά την οποία η τήρηση των όρων της επιφυλάξεως θα την είχε οδηγήσει να δεχθεί δαπάνες που θεωρούσε ασυμβίβαστες με την κοινοτική κανονιστική ρύθμιση, η Επιτροπή θα μπορούσε να αποκλίνει από την επιφύλαξη, παρέχοντας, πάντως, στην προσφεύγουσα τη δυνατότητα να διατυπώσει την άποψή της επί των λόγων της αλλαγής της θέσεώς της. Το αφορών το δικαίωμα της ακροάσεως ζήτημα αποτελεί ένα δεύτερο λόγο ακυρώσεως που επικαλέστηκε η Γερμανική Κυβέρνηση και εξετάζεται κατωτέρω.
53 Ενόψει των προεκτεθέντων, επιβάλλεται η απόρριψη ως αβασίμου του πρώτου λόγου ακυρώσεως.
Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως
Επιχειρηματολογία των διαδίκων
54 Με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει διαδικαστικές πλημμέλειες. Ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή προέβαλε όψιμα, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, νέα επιχειρήματα που διεύρυναν το αντικείμενο της διαφοράς κατά παράβαση της διαδικασίας συνδιαλλαγής και του δικαιώματος ακροάσεως.
55 Κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, μόλις με το συμπλήρωμα της συνοπτικής εκθέσεως η Επιτροπή αναφέρθηκε σε τέσσερα νέα στοιχεία, καθοριστικής σημασίας για την επανεκτίμηση του συντελεστή διορθώσεως από το 2 στο 5 %. Τα στοιχεία αυτά είναι τα ακόλουθα:
- η εκτίμηση των κινδύνων δεν καταλαμβάνει το 10 ή το 15 % των γαιοτεμαχίων, αλλά το 29 % του συνόλου των αγροτεμαχίων·
- το σύνολο σχεδόν των γαιοτεμαχίων συγκροτείται από περισσότερα τεμάχια ενταγμένα στο κτηματολόγιο·
- πέραν του ημίσεος των ενταγμένων στο κτηματολόγιο τεμαχίων εκτείνονται κατ' ελάχιστον επί δύο γαιοτεμαχίων που ανήκουν συνήθως σε ένα και τον αυτόν παραγωγό. Στις περιπτώσεις αυτές, δεν μπορεί να αποκλείεται ότι δηλώθηκαν ως αγροτεμάχια υπερεκτιμηθείσες εκτάσεις για τις οποίες χορηγήθηκε σημαντικότερη ενίσχυση·
- υφίσταται κίνδυνος για το 50 % περίπου των αγροτεμαχίων του ομόσπονδου κράτου του Μεκλεμβούργου-Δυτικής ομερανίας.
56 Οι διαπιστώσεις αυτές, καθώς και η πρόθεση επιβολής διορθώσεως ύψους 5 %, δεν κοινοποιήθηκαν στο όργανο συνδιαλλαγής. Επομένως, ήταν αδύνατο να ληφθούν υπόψη στην προσβαλλόμενη απόφαση.
57 Γερμανική Κυβέρνηση προσθέτει ότι τα ανωτέρω τέσσερα στοιχεία, επί των οποίων η Επιτροπή στηρίζεται ευρέως με το υπόμνημά της αντικρούσεως, περιήλθαν σε γνώση της μόλις στις 21 Ιουνίου 1999, κατά την ανακοίνωση του συμπληρώματος της συνοπτικής εκθέσεως, ήτοι μία ημέρα πριν από τη σύσκεψη της επιτροπής ΕΓΤΕ. Η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η Επιτροπή δεν τής παρέσχε επαρκή προθεσμία προκειμένου να διατυπώσει την άποψή της.
58 Η Επιτροπή αμφισβητεί ότι καταστρατηγήθηκε η διαδικασία συνδιαλλαγής. Ισχυρίζεται ότι το όργανο συνδιαλλαγής ήταν ενήμερο όλων των εγγράφων που η ίδια είχε στην κατοχή της, καθώς και των αποτελεσμάτων της διενεργηθείσας τον Αύγουστο του 1998 δεύτερης επιθεωρήσεως, και του ερωτηματολογίου της ως προς την επάρκεια των επιτοπίων ελέγχων μέσω μετρήσεων. Διατείνεται ότι στην πραγματικότητα δεν προέβαλε κανένα νέο επιχείρημα. Το γεγονός ότι, στα πλαίσια της ανταλλαγείσας με την Επιτροπή αλληλογραφίας της, η Γερμανική Κυβέρνηση δεν εξέτασε επαρκώς την άποψη της Επιτροπής, την οποία δεν έλαβε υπόψη του ούτε το όργανο συνδιαλλαγής με τη γνώμη του, δεν μπορεί να εκληφθεί ως διαδικαστική πλημμέλεια προσαπτόμενη στην Επιτροπή.
59 Η Επιτροπή προσθέτει ότι το γεγονός ότι υπαναχώρησε από την αρχική πρόθεσή της, δηλώνοντας ότι τα αποτελέσματα της δεύτερης επιθεωρήσεως δικαιολογούσαν συντελεστή διορθώσεως ύψους 5 %, δεν συνεπαγόταν σε καμία περίπτωση υποχρέωση κινήσεως νέας διαδικασίας συνδιαλλαγής.
60 Ως προς τη φερόμενη προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως, η Επιτροπή αμφισβητεί ότι προέβαλε νέα επιχειρήματα για να δικαιολογήσει τον υψηλότερο συντελεστή διορθώσεως που εφάρμοσε τελικά. Όλα τα συναφή επιχειρήματα, ειδικότερα δε το ζήτημα της ανεπαρκείας των ελέγχων και της ελλείψεως μετρήσεως κατά τους ελέγχους, αποτέλεσαν αντικείμενο συζητήσεων μεταξύ των μερών. Οι συμπληρωματικοί έλεγχοι συνέβαλαν απλώς σε ορισμένες ποσοτικής φύσεως διευκρινίσεις, χωρίς να συνεπάγονται κανένα νέο επιχείρημα δυνάμενο να δικαιολογήσει νέα διμερή συζήτηση.
61 Εξάλλου, η Επιτροπή προσθέτει ότι η Γερμανική Κυβέρνηση εξακολουθούσε να έχει τη δυνατότητα να λάβει θέση επί των πληροφοριών που περιελάμβανε το συμπλήρωμα στη συνοπτική έκθεση, το οποίο είχε κοινοποιηθεί πριν από την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
Επί της καταστρατηγήσεως της διαδικασίας συνδιαλλαγής
62 ρέπει να εξεταστεί αν, κοινοποιώντας τα τέσσερα στοιχεία που παρατίθενται στη σκέψη 55 της παρούσας αποφάσεως καθώς και την πρόταση διορθώσεως ύψους 5 % μετά τον τερματισμό της διαδικασίας συνδιαλλαγής, η Επιτροπή καταστρατήγησε τη διαδικασία αυτή.
63 Ο κανονισμός 729/70, όπως ίσχυε την εποχή των πραγματικών περιστατικών, δεν περιλαμβάνει διατάξεις αφορώσες τη συγκεκριμένη εξέλιξη της διαδικασίας από της πραγματοποιηθείσας από τις υπηρεσίες της Επιτροπής πράξεως επαληθεύσεως μέχρι την απόφαση περί αποκλεισμού ορισμένων δαπανών. Όσον αφορά την απόφαση 94/442, όπως προκύπτει από το άρθρο 1 αυτής, το όργανο συνδιαλλαγής μπορεί να επιληφθεί μετά από πράξη επαληθεύσεως που πραγματοποίησε η Επιτροπή, μετά διμερή συζήτηση επί των αποτελεσμάτων της επαληθεύσεως και μετά επίσημη ανακοίνωση της Επιτροπής προς το κράτος μέλος, με αναφορά στην απόφαση 94/442, ως προς την πρόθεσή της να αποκλείσει ορισμένες δαπάνες.
64 Εν προκειμένω, επιβάλλεται η διαπίστωση, κατ' αρχάς, ότι οι υπηρεσίες της Επιτροπής διενήργησαν από τις 23 έως τις 27 Οκτωβρίου 1995 μία πρώτη επιθεώρηση, ότι στις 24 Ιουνίου 1997 πραγματοποιήθηκε διμερής σύσκεψη και ότι, με έγγραφο της 12ης Ιουνίου 1998, η Επιτροπή κοινοποίησε στη Γερμανική Κυβέρνηση τα συμπεράσματά της επί των αποτελεσμάτων της επιθεωρήσεως της. Το ως άνω έγγραφο παραπέμπει στην απόφαση 94/442 και διευκρινίζει ότι η Επιτροπή αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο αποκλεισμού ορισμένων δαπανών. Επομένως, το έγγραφο αυτό πληροί σαφώς τις προβλεπόμενες στο άρθρο 1 της αποφάσεως 94/442 προϋποθέσεις.
65 Ακολούθως, πρέπει να εξεταστεί αν η εκπρόθεσμη κοινοποίηση των παρατιθεμένων στη σκέψη 55 της παρούσας αποφάσεως στοιχείων καθώς και της προτάσεως διορθώσεως ύψους 5 % κατέστησε περιττή την προσφυγή στο όργανο συνδιαλλαγής ως εκ του ότι δεν του παρέσχε τα μέσα να αποφανθεί επί καθοριστικών πτυχών της διαφοράς και αν η Επιτροπή όφειλε να κινήσει νέα διαδικασία συνδιαλλαγής.
66 Συναφώς, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι, ακόμη και αν σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο α_, της αποφάσεως 94/442, η θέση που λαμβάνει το όργανο συνδιαλλαγής δεν προδικάζει την οριστική απόφαση της Επιτροπής και αν αυτή παραμένει, επομένως, ελεύθερη να εκδώσει απόφαση διαφορετική από τη γνώμη του οργάνου συνδιαλλαγής, η διαδικασία συνδιαλλαγής θα στερούνταν της πρακτικής αποτελεσματικότητάς της, αν το εν λόγω όργανο δεν είχε λάβει γνώση όλων των αποφασιστικής σημασίας στοιχείων που διέθετε η Επιτροπή για να καταλήξει στην απόφασή της.
67 Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα επιχειρήματα που ανέπτυξαν οι διάδικοι και τα προσκομισθέντα ενώπιον του Δικαστηρίου έγγραφα, το όργανο συνδιαλλαγής έλαβε γνώση όλων των εγγράφων και πληροφοριών που διέθετε η Επιτροπή, καθώς και των βασικών διαπιστώσεών της. Ενημερώθηκε επί των αποτελεσμάτων της διεξαχθείσας τον Αύγουστο του 1999 δεύτερης επιθεωρήσεως και επί των φόβων της Επιτροπής ως προς τους κινδύνους απωλειών για το ΕΓΤΕ μετά τη διαπίστωση διαφορών μεταξύ, αφενός, των υπό εκμετάλλευση τελουσών εκτάσεων και των δηλωθεισών ως τοιούτων και, αφετέρου, της προκύπτουσας από το κτηματολόγιο επιφανείας των τεμαχίων. Το όργανο συνδιαλλαγής έλαβε αντίγραφο του εγγράφου της 24ης Νοεμβρίου 1998 που είχε απευθύνει η Επιτροπή στις γερμανικές αρχές και της απαντήσεως των τελευταίων.
68 Όσον αφορά, ειδικότερα, τα τέσσερα παρατιθέμενα στη σκέψη 55 της παρούσας αποφάσεως στοιχεία, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι επιβεβαιώνουν, συγκεκριμενοποιώντας τους με βάση αριθμητικά στοιχεία, τους φόβους που είχε εκφράσει προηγουμένως η Επιτροπή και αφορούσαν τη γνώση τόσο εκ μέρους των γερμανικών αρχών όσο και εκ μέρους του οργάνου συνδιαλλαγής. Επομένως, τα ανωτέρω τέσσερα στοιχεία δεν διευρύνουν το αντικείμενο της προσφυγής σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς της Γερμανικής Κυβερνήσεως.
69 Επομένως, το όργανο συνδιαλλαγής έλαβε όλα τα έγγραφα που κατείχαν οι διάδικοι και όλα τα ουσιώδη επιχειρήματα που αυτά ανέπτυξαν. Το γεγονός ότι σημαντικός επιτόπιος έλεγχος εκ μέρους των υπηρεσιών της Επιτροπής διενεργήθηκε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας συναλλαγής δεν συνιστά διαδικαστική πλημμέλεια, δεδομένου ότι ο κανονισμός 729/70, όπως ίσχυε κατά την εποχή των πραγματικών περιστατικών, δεν απαιτούσε όλοι οι συναφείς έλεγχοι να πραγματοποιούνται πριν από την έναρξη της διαδικασίας συνδιαλλαγής, ενώ το όργανο συνδιαλλαγής ήταν ήδη ενήμερο των αποτελεσμάτων της δεύτερης και τελευταίας επιθεωρήσεως και των προβληματισμών που αυτή δημιούργησε στην Επιτροπή.
70 Όσον αφορά τον συντελεστή διορθώσεως, το όργανο συνδιαλλαγής είχε ενημερωθεί για τους δισταγμούς της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή συντελεστή ύψους 5 ή 2 % και υπέβαλε, άλλωστε, συναφώς τις παρατηρήσεις του. Η απόφαση 94/442 δεν απαιτεί ακριβή αξιολόγηση των δαπανών που η Επιτροπή προτίθεται να αποκλείσει σ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας.
71 Επιβάλλεται, επομένως, το συμπέρασμα ότι, εκδίδοντας την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή δεν καταστρατήγησε τη διαδικασία συνδιαλλαγής.
Επί της προσβολής του δικαιώματος ακροάσεως
72 Όπως υπογραμμίστηκε στη σκέψη 68 της παρούσας αποφάσεως, τα τέσσερα στοιχεία που παρέθεσε η Επιτροπή με το συμπλήρωμα στη συνοπτική έκθεση δεν αποτελούν νέα πραγματικά περιστατικά διευρύνοντα το αντικείμενο της διαφοράς.
73 Διαπιστώνεται ότι η Επιτροπή ενημέρωσε προσηκόντως τη Γερμανική Κυβέρνηση, ήδη από την έναρξη της διαδικασίας, σχετικά με τις επιφυλάξεις της. Μεταξύ των μερών αντηλλάγη πλούσια αλληλογραφία. Αφότου έλαβε, στις 12 Ιουνίου 1998, την επίσημη κοινοποίηση των συμπερασμάτων της διεξαχθείσας τον Οκτώβριο του 1995 πρώτης επιθεωρήσεως, η προσφεύγουσα είχε τον χρόνο να υποβάλει τις παρατηρήσεις της, όπως άλλωστε το έπραξε. Είχε περαιτέρω τη δυνατότητα να το πράξει και μετά το έγγραφο της 24ης Νοεμβρίου 1998, με το οποίο η Επιτροπή επέστησε την προσοχή της επί των διαφορών μεταξύ των δηλωθεισών εκτάσεων και των προκυπτόντων από το κτηματολόγιο τεμαχίων και επί της τυχόν ανάγκης μετρήσεως. Η Γερμανική Κυβέρνηση εκτιμά ότι απάντησε στις ανησυχίες της Επιτροπής με το από 11 Δεκεμβρίου 1998 έγγραφό της, πλην όμως πρέπει να αναγνωριστεί ότι η απάντησή της δεν κατέστη εφικτό να διαλύσει τις αμφιβολίες της Επιτροπής.
74 Αντίθετα, ενόψει του γεγονότος ότι οι γερμανικές αρχές έλαβαν το συμπλήρωμα επί της συνοπτικής θέσεως μόλις στις 21 Ιουνίου 1999, ήτοι μία ημέρα πριν από τη σύσκεψη της επιτροπής ΕΓΤΕ και περίπου πέντε εβδομάδες πριν από την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μπορεί να τεθεί το ερώτημα αν η προσφεύγουσα είχε επαρκή χρόνο για να απαντήσει στις περιλαμβανόμενες στο εν λόγω έγγραφο παρατηρήσεις.
75 Εντούτοις, στον βαθμό που όλα τα σημαντικά σημεία είχαν ήδη περιέλθει σε γνώση της Γερμανικής Κυβερνήσεως, η οποία και είχε τη δυνατότητα να εκφραστεί, ιδίως, επί των προβληματισμών της Επιτροπής, όπως αυτοί παρατίθενται στο έγγραφο της 24ης Νοεμβρίου 1998, πέραν των οκτώ μηνών πριν από την προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει να θεωρηθεί ότι η τηρηθείσα διαδικασία δεν προσέβαλε το δικαίωμα ακροάσεως της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.
76 Ενόψει των προεκτεθέντων, επιβάλλεται η απόρριψη ως αβασίμου του δεύτερου λόγου ακυρώσεως.
Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως
Επιχειρηματολογία των διαδίκων
77 Με τον τρίτο λόγο ακυρώσεως, η Γερμανική Κυβέρνηση, αφενός, απορρίπτει ορισμένες διαπιστώσεις της Επιτροπής, καθώς και την εκτίμησή της των πραγματικών περιστατικών που την ώθησαν να αξιολογήσει εσφαλμένα τους κινδύνους απωλειών για το ΕΓΤΕ και, αφετέρου, ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή έκανε δύο φορές χρήση ορισμένων στοιχείων, προκειμένου να θεμελιώσει αρχικά μεν διόρθωση ύψους 2 %, ακολούθως δε διόρθωση ύψους 5 %.
Επί της εσφαλμένης αξιολογήσεως των κινδύνων η οποία θεμελιώνεται σε πεπλανημένες διαπιστώσεις και εκτιμήσεις των πραγματικών περιστατικών
78 Η Γερμανική Κυβέρνηση παρατηρεί, πρώτον, ότι η διαπίστωση της Επιτροπής ότι, στο ομόσπονδο κράτος του Μεκλεμβούργου-Δυτικής ομερανίας, το σύνολο σχεδόν των γαιοτεμαχίων συγκροτούνται από ορισμένα ενταγμένα στο κτηματολόγιο τεμάχια είναι ακριβής. Εντούτοις, η Γερμανική Κυβέρνηση διατείνεται ότι η Επιτροπή περιγράφει έτσι μια κατάσταση που γνώριζε ήδη, αμφισβητεί δε τον ισχυρισμό της Επιτροπής ότι ήταν αναγκαία η μέτρηση των συγκροτουμένων από ορισμένα ενταγμένα στο κτηματολόγιο τεμάχια αγροτεμαχίων. Απορρίπτει επίσης τον ισχυρισμό της Επιτροπής ότι το ήμισυ των αγροτεμαχίων ενείχαν κινδύνους στο οικείο ομόσπονδο κράτος.
79 Δεύτερον, η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η Επιτροπή μετέβαλε τη βάση υπολογισμού του συντελεστή διορθώσεως μεταπηδώντας από τον αναλυτικό υπολογισμό των γαιοτεμαχίων πολυκαλλιεργείας, ήτοι του 15 % του συνόλου των γαιοτεμαχίων, στον αναλυτικό υπολογισμό των περιλαμβανομένων στα οικεία γαιοτεμάχια αγροτεμαχίων, ήτοι του 29 % του συνόλου των αγροτεμαχίων. Η μεταβολή αυτή δίνει την εντύπωση ότι αυξήθηκε ο αριθμός των ενεχουσών κινδύνους επιφανειών. Κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, πάντως, πρόκειται απλώς για ένα αριθμοπαίγνιο που ουδόλως απηχεί οποιαδήποτε αλλαγή της καταστάσεως. Και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για την ίδια καλλιεργημένη επιφάνεια που εμφανίζει κινδύνους υπερβολικών δηλώσεων και ο έλεγχος του 15 % των γαιοτεμαχίων σημαίνει αυτομάτως τον έλεγχο του 29 % των αγροτεμαχίων. Επομένως, το να λαμβάνεται υπόψη το 29 % των αγροτεμαχίων ως έκταση δυνάμενη να εμφανίζει κινδύνους δεν έχει ως συνέπεια την αύξηση του κινδύνου απωλειών για το ΕΓΤΕ.
80 Τρίτον, η Γερμανική Κυβέρνηση απορρίπτει τον ισχυρισμό της Επιτροπής ότι ο κίνδυνος υπερβολικής δηλώσεως ανέρχεται στο 17,3 %. Ο ακριβής αριθμός συνίσταται, κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, στο 2,4 %. Καταγγέλλει ως πεπλανημένο τον υπολογισμό του κινδύνου εκ μέρους της Επιτροπής διά της εφαρμογής του ποσοστού 17,3 % στο ποσοστό 29 % που αναφέρθηκε στην προηγούμενη σκέψη, γεγονός που δίνει ως αποτέλεσμα ποσοστό 5 %.
81 Τέταρτον, η Γερμανική Κυβέρνηση προβάλλει ότι διενεργήθηκε ικανός αριθμός διασταυρωμένων έλεγχων.
82 έμπτον, η Γερμανική Κυβέρνηση δέχεται ότι το Amt Schwerin προέβη στην περιφέρειά του σε λιγότερους επιτόπιους ελέγχους από εκείνους που είχε αναφέρει, εξηγεί, όμως, ότι τούτο οφειλόταν σε τεχνικές δυσχέρειες καθώς και δυσμενείς μετεωρολογικές συνθήκες και βεβαιώνει ότι το γεγονός αυτό στερείται σημασίας εφόσον οι απαιτούμενοι από τον κανονισμό 3887/92 έλεγχοι διενεργήθηκαν κανονικά.
83 Τέλος, η Γερμανική Κυβέρνηση απορρίπτει τη διαπίστωση της Επιτροπής ότι τα μέτρα επιτόπιας επαληθεύσεως, τα οποία αποτελούν στοιχείο κλειδί του ελέγχου, εμφανίζουν, στο σύνολό τους, κενά και οδηγούν σε σημαντικές απώλειες για το ΕΓΤΕ, ώστε να δικαιολογείται διόρθωση ύψους 5 %.
84 Η Επιτροπή διατείνεται ότι, οσάκις ένα γαιοτεμάχιο συγκροτείται από τμήματα ενταγμένων στο κτηματολόγιο τεμαχίων, ενέχει κινδύνους δικαιολογούντες τη μέτρηση ώστε να προσδιορίζονται οι ακριβείς διαστάσεις των δυναμένων να επιλεγούν αγροτεμαχίων. Το γεγονός ότι η σχετική μέτρηση δεν διενεργήθηκε κατά κανόνα την ώθησε στην έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι, με βάση υποβληθείσες στον δημοσιονομικό έλεγχό της αιτήσεις ενισχύσεων, κατέστη εφικτό να υπολογίσει ότι τα όρια ποσοστού πέραν του 50 % των αγροτεμαχίων δεν αντιστοιχούσαν προς εκείνα των ενταγμένων στο κτηματολόγιο τεμαχίων.
85 Όσον αφορά την αξιολόγηση του κινδύνου με βάση τα αγροτεμάχια και όχι τα γαιοτεμάχια, η Επιτροπή προβάλλει ότι ο ισχυρισμός της Γερμανικής Κυβερνήσεως ότι ο έλεγχος του 15 % των γαιοτεμαχίων ισοδυναμούν αυτομάτως με έλεγχο και του 29 % των αγροτεμαχίων αγνοεί το ουσιώδες, ήτοι ότι στην πράξη δεν πραγματοποιήθηκαν επαρκείς έλεγχοι συνοδευόμενοι από μετρήσεις. Η Επιτροπή αμφισβήτησε τον αριθμό σχετικά με το ποσοστό γαιοτεμαχίων πολυκαλλιεργείας ως μη ορθό και ως δίδοντα εσφαλμένα την εντύπωση περιορισμένου κινδύνου για το ΕΓΤΕ.
86 Όσον αφορά το ύψος των υπερβολικών δηλώσεων που εκτιμήθηκε στο 17 % των ενεχουσών κινδύνους επιφανειών, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι το γεγονός αυτό είχε ήδη θιγεί με το έγγραφό της της 17ης Ιουνίου 1997, όπου διευκρίνιζε ότι, επί των τριών ελεγχθεισών εκμεταλλεύσεων, οι αιτήσεις ενισχύσεως αφορούσαν 17,75 εκτάρια επιφανειών που υποτίθεται ότι είχαν τεθεί υπό καθεστώς αγραναπαύσεως, ενώ οι υπάλληλοι της Επιτροπής είχαν διαπιστώσει πραγματική επιφάνεια 14,57 εκταρίων στα πλαίσια του ελέγχου. Δεδομένου ότι δεν επρόκειτο για αντιπροσωπευτικό δείγμα, ο προταθείς συντελεστής διορθώσεως δεν ανερχόταν σε 17 αλλά περίπου σε 5 %.
87 Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι συσχέτισε τις διαπιστωθείσες υπερβολικές δηλώσεις (17,3 %) με τις κατ' εκτίμηση ενέχουσες κινδύνους επιφάνειες (29 %) και παρατηρεί ότι το πλέον του 5 % επιτευχθέν ποσοστό των δυνάμει υπερβολικών δηλώσεων δεν απέχει του συντελεστή διορθώσεως ύψους 5 % που εφάρμοσε στηριζόμενη στους ισχύοντες επί της κατ' αποκοπήν διορθώσεως κανόνες. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή αποσαφήνισε ότι ο συντελεστής διορθώσεως που εφάρμοσε είναι αποτέλεσμα σφαιρικής εκτιμήσεως της σοβαρότητας της παραβάσεως και του κινδύνου απωλειών για το ΕΓΤΕ, παρά προϊόν συγκεκριμένου μαθηματικού υπολογισμού.
88 Επί του επιχειρήματος της Γερμανικής Κυβερνήσεως σχετικά με τους διασταυρωμένους ελέγχους, η Επιτροπή παρατηρεί ότι δεν αμφισβητεί την πραγματοποίηση διοικητικών ελέγχων, αλλ' ότι διαπιστώνει ότι κατά κανόνα οι έλεγχοι, οσάκις διενεργήθησαν, δεν συνοδεύονταν από επαρκείς μετρήσεις.
89 Η Επιτροπή λαμβάνει υπό σημείωση τις διευκρινίσεις της Γερμανικής Κυβερνήσεως σχετικά με τις διαπιστωθείσες στην περιφέρεια του Amt Schwerin ανεπάρκειες, αλλ' επισημαίνει ότι ενέχουν δευτερεύουσα σημασία υπό το φως των λόγων που ήδη προέβαλε προκειμένου να δικαιολογήσει τον αυξημένο συντελεστή διορθώσεως.
90 Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι η διόγκωση του κινδύνου και όχι η ακριβής έκτασή του είναι αυτό που δικαιολογεί την αύξηση της διορθώσεως.
Επί της χρήσεως των ιδίων στοιχείων για τη δικαιολόγηση διαφορετικών συντελεστών διορθώσεως
91 Η Γερμανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή στηρίχθηκε δύο φορές επί των ακολούθων στοιχείων:
- έλλειψη σε βάθος διασταυρωμένων ελέγχων·
- κατώτερος από τον δηλωθέντα αριθμός επαληθεύσεων διενεργηθεισών επί τόπου από το Amt Schwerin·
- ύπαρξη αμφιβολιών σχετικά με το αν όντως χώρησε η ανάλυση των κινδύνων που το Amt Schwerin ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησε.
92 Κατά την προσφεύγουσα, η Επιτροπή έκανε χρήση των στοιχείων αυτών εσφαλμένως προκειμένου να δικαιολογήσει την αύξηση της δημοσιονομικής διορθώσεως από 2 σε 5 %, δεδομένου ότι τα είχε ήδη λάβει υπόψη εξαντλητικώς και οριστικώς με την πρότασή της περί δημοσιονομικής διορθώσεως ύψους 2 %. Η διπλή χρήση των αυτών στοιχείων συνιστά κατάχρηση εξουσίας.
93 Η Επιτροπή προβάλλει ότι τα επίδικα στοιχεία δεν ελήφθησαν υπόψη εξαντλητικώς και οριστικώς στα πλαίσια της προσωρινής μειώσεως του συντελεστή διορθώσεως ύψους 2 %. Η Επιτροπή υποστηρίζει, περαιτέρω, ότι είχε τη δυνατότητα να επικαλεστεί, κατά την τελική σφαιρική εκτίμησή της, όλα τα συναφή στοιχεία, χωρίς να μπορεί να της προσαφθεί ότι είχε ήδη χρησιμοποιήσει ορισμένα εξ αυτών.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
Επί της ανακριβούς αξιολογήσεως των κινδύνων η οποία θεμελιώνεται σε πεπλανημένες διαπιστώσεις και εκτιμήσεις των πραγματικών περιστατικών
94 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η αξιολόγηση του κινδύνου εκ μέρους της Επιτροπής και της Γερμανικής Κυβερνήσεως διαφέρει ουσιωδώς.
95 άντως, πρέπει να υπομνηστεί ότι, οσάκις η Επιτροπή αρνείται να επιβαρύνει το ΕΓΤΕ με ορισμένες δαπάνες, με το αιτιολογικό ότι οφείλονται σε παραβάσεις της κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως καταλογιστέες σε κράτος μέλος, δεν οφείλει να αποδείξει εξαντλητικώς την ανεπάρκεια των πραγματοποιηθέντων από τα κράτη μέλη ελέγχων, αλλά να προσκομίσει αποδεικτικό στοιχείο περί της σοβαρής και εύλογης αμφιβολίας που τη διακατέχει έναντι των πραγματοποιηθέντων από τις εθνικές αρχές ελέγχων. Ο μετριασμός αυτός του βάρους αποδείξεως, με το οποίο βαρύνεται η Επιτροπή, εξηγείται από το γεγονός ότι το κράτος είναι αυτό που μπορεί καλύτερα να συλλέξει και επαληθεύσει τα αναγκαία στοιχεία για την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΕ και στο οποίο εναπόκειται, συνεπώς, να προσκομίσει την πλέον λεπτομερή και πλήρη απόδειξη περί του αληθούς των ελέγχων του και, ενδεχομένως, της ανακριβείας των ισχυρισμών της Επιτροπής (απόφαση της 18ης Μα_ου 2000, C-242/97, Βέλγιο κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. Ι-3421, σκέψη 104).
96 Υπό την έννοια αυτή, εναπέκειτο στη Γερμανική Κυβέρνηση να αποδείξει ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη διαπιστώνοντας την ύπαρξη κενών στο σύστημα ελέγχου που έθεσαν σε εφαρμογή οι γερμανικές αρχές και στην εκτίμησή του κινδύνου απωλειών που αυτό συνεπάγεται για το ΕΓΤΕ.
97 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Γερμανική Κυβέρνηση δεν αμφισβήτησε την ύπαρξη ανεπαρκειών στο εγκαθιδρυθέν σύστημα ελέγχου, ιδίως στην περιφέρεια δικαιοδοσίας του Amt Schwerin. Καίτοι αμφισβήτησε την ακρίβεια του 17,3 % σχετικά με τις υπερβολικές δηλώσεις, δεν απέδειξε πειστικώς ότι το 2,4 στο οποίο αναφέρεται ήταν ορθό, ούτε ότι η Επιτροπή είχε υποπέσει σε πλάνη κατά την εκτίμησή της της εκτάσεως του κινδύνου για το ΕΓΤΕ, στηριζόμενη σε ανεπάρκειες αφορώσες σημαντικά στοιχεία του συστήματος ελέγχου.
98 Όπως προκύπτει ειδικότερα από την επιχειρηματολογία των διαδίκων και τα υποβληθέντα ενώπιον του Δικαστηρίου έγγραφα, η Γερμανική Κυβέρνηση δεν απέδειξε ότι το αφορών το ποσοστό γαιοτεμαχίων πολυκαλλιεργείας 10 % ήταν το ενδεδειγμένο για τους σκοπούς της ελαχιστοποιήσεως του εύρους των συνεπειών από τις αποκαλυφθείσες ανεπάρκειες. Αντιθέτως, η δεύτερη επιθεώρηση που διενήργησε η Επιτροπή τον Αύγουστο του 1998 και οι παρατηρήσεις της Γερμανικής Κυβερνήσεως επιβεβαιώνουν ότι δεν ήταν ορθός ο αριθμός αυτός.
99 Υπό τις περιστάσεις αυτές, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Γερμανική Κυβέρνηση δεν προσκόμισε την απόδειξη ότι η εκτίμηση της Επιτροπής ήταν πεπλανημένη. Δικαίως η τελευταία έκρινε ότι, ελλείψει μετρήσεως των κειμένων εντός των γαιοτεμαχίων πολυκαλλιεργείας καθώς και των λοιπών γαιοτεμαχίων αγροτεμαχίων, ο κίνδυνος απωλειών για το ΕΓΤΕ ήταν σημαντικός και δικαιολογούσε διόρθωση ύψους 5 % σύμφωνα με τα κριτήρια του εγγράφου VI/216/93.
Επί της χρησιμοποιήσεως των ιδίων στοιχείων προκειμένου να δικαιολογηθούν διαφορετικοί συντελεστές διορθώσεως
100 Τα επιχειρήματα επί των οποίων στηρίχθηκε η Επιτροπή για να καταλήξει στην προσβαλλόμενη απόφαση περιλαμβάνουν ειδικότερα τα τρία παρατιθέμενα στη σκέψη 91 της παρούσας αποφάσεως στοιχεία.
101 Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι εσφαλμένα η Γερμανία θεωρεί ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε πλέον να λάβει υπόψη τα ανωτέρω στοιχεία με την απόφασή της περί επιβολής συντελεστή διορθώσεως ύψους 5 % με το αιτιολογικό ότι τα είχε ήδη λάβει υπόψη με την πρότασή της να επιβάλει συντελεστή διορθώσεως ύψους 2 %.
102 ράγματι, τίποτα δεν εμπόδιζε την Επιτροπή να λάβει υπόψη της, όπως το έπραξε, ενόψει της εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, το σύνολο των διαπιστώσεων και εκτιμήσεων στις οποίες κατέληξαν οι υπηρεσίες της κατά τη διάρκεια της διαδικασίας και τις οποίες έκρινε ως ορθές. Έτσι, δικαίως η Επιτροπή έλαβε υπόψη τις πρώτες διαπιστώσεις των υπηρεσιών της σχετικά με τις ελλείψεις των διενεργηθέντων από το Amt Schwerin ελέγχων, ακολούθως την πληροφορία των γερμανικών αρχών επί του ποσοστού γαιοτεμαχίων μονοκαλλιεργείας ή αγραναπαύσεως, τέλος τα αποτελέσματα της διενεργηθείσας τον Αύγουστο του 1999 δεύτερης επιθεωρήσεως, καθώς και την έλλειψη πειστικής απαντήσεως των γερμανικών αρχών επί του ζητήματος της ανάγκης μετρήσεως των συγκροτούντων τα γαιοτεμάχια αγροτεμαχίων.
103 Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός της Γερμανικής Κυβερνήσεως ότι η Επιτροπή χρησιμοποίησε καταχρηστικώς δύο φορές τα αυτά στοιχεία.
104 Ενόψει των προεκτεθέντων, επιβάλλεται η απόρριψη ως αβασίμου του τρίτου λόγου ακυρώσεως.
105 Δεδομένου ότι κανένας από τους λόγους ακυρώσεως της προσφεύγουσας δεν ευδοκίμησε επιβάλλεται η απόρριψη της προσφυγής στο σύνολό της.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
106 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του αντιδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και αυτή ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy