Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
ροσφυγή λόγω παραβάσεως - Εξέταση του βασίμου από το Δικαστήριο - Κατάσταση που λαμβάνεται υπόψη - Κατάσταση κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας
(Άρθρο 226 ΕΚ)
Περίληψη
$$Στο πλαίσιο προσφυγής βάσει του άρθρου 226 ΕΚ, η ύπαρξη παραβάσεως εκτιμάται σε συνάρτηση με την κατάσταση του κράτους μέλους κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, οι δε μεταβολές που επήλθαν εν συνεχεία δεν λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο.
( βλ. σκέψη 16 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-384/99,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον B. Doherty, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον C. Gómez de la Cruz, μέλος της ίδιας υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Βασιλείου του Βελγίου, εκπροσωπουμένου από την A. Snoecx, σύμβουλο στη γενική διεύθυνση νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, Εξωτερικού Εμπορίου και Συνεργασίας για την Ανάπτυξη, rue des Petits Carmes, 15, Βρυξέλλες,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο να διαπιστωθεί ότι το Βασίλειο του Βελγίου, παραλείποντας να μεταφέρει ορθώς το άρθρο 5 της οδηγίας 97/33/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1997, για τη διασύνδεση στον χώρο των τηλεπικοινωνιών προκειμένου να διασφαλισθεί καθολική υπηρεσία και διαλειτουργικότητα, με εφαρμογή των αρχών παροχής ανοικτού δικτύου (ΟΝΡ) (ΕΕ L 199, σ. 32), σε συνδυασμό με το παράρτημα Ι της οδηγίας αυτής, και παραλείποντας να θεσπίσει όλα τα απαιτούμενα μέτρα για την εφαρμογή του άρθρου 5 της ανωτέρω οδηγίας, σε συνδυασμό με τα παραρτήματά της Ι και ΙΙΙ, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις διατάξεις αυτές και από τη Συνθήκη ΕΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. Gulmann (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, J.-P. Puissochet και F. Macken, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση του εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 15ης Ιουνίου 2000,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 8 Οκτωβρίου 1999, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ, προσφυγή με την οποία ζητείται να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο του Βελγίου, παραλείποντας να μεταφέρει ορθώς το άρθρο 5 της οδηγίας 97/33/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1997, για τη διασύνδεση στον χώρο των τηλεπικοινωνιών προκειμένου να διασφαλισθεί καθολική υπηρεσία και διαλειτουργικότητα, με εφαρμογή των αρχών παροχής ανοικτού δικτύου (ΟΝΡ) (ΕΕ L 199, σ. 32, στο εξής: οδηγία), σε συνδυασμό με το παράρτημα Ι της οδηγίας αυτής, και παραλείποντας να θεσπίσει όλα τα απαιτούμενα μέτρα για την εφαρμογή του άρθρου 5 της οδηγίας, σε συνδυασμό με τα παραρτήματά της Ι και ΙΙΙ, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις διατάξεις αυτές και τη Συνθήκη ΕΚ.
2 Το άρθρο 5 της οδηγίας, που επιγράφεται «Διασύνδεση και εισφορές για την καθολική υπηρεσία», ορίζει τα εξής:
«1. Όταν, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, ένα κράτος μέλος καθορίζει ότι οι υποχρεώσεις παροχής καθολικής υπηρεσίας αποτελούν υπερβολική επιβάρυνση για έναν οργανισμό, θεσπίζει μηχανισμό για τον επιμερισμό του καθαρού κόστους των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας με άλλους οργανισμούς οι οποίοι εκμεταλλεύονται δημόσια τηλεπικοινωνιακά δίκτυα ή/και υπηρεσίες φωνητικής τηλεφωνίας προσιτές στο κοινό. Κατά τον καθορισμό των καταβλητέων εισφορών, τα κράτη μέλη λαμβάνουν δεόντως υπόψη τις αρχές της διαφάνειας, της αμεροληψίας και της αναλογικότητας. Μόνο δημόσια τηλεπικοινωνιακά δίκτυα και τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες προσιτές στο κοινό, που προσδιορίζονται στο παράρτημα Ι, μέρος 1, μπορούν να χρηματοδοτούνται κατ' αυτόν τον τρόπο.
2. (...)
3. ροκειμένου να καθορίζεται η τυχόν επιβάρυνση την οποία αντιπροσωπεύει η παροχή καθολικής υπηρεσίας, οι οργανισμοί με υποχρεώσεις καθολικής υπηρεσίας, κατόπιν αιτήσεως της εθνικής τους ρυθμιστικής αρχής, υπολογίζουν το καθαρό κόστος των σχετικών υποχρεώσεων, σύμφωνα με το παράρτημα ΙΙΙ. Ο υπολογισμός του καθαρού κόστους των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας ελέγχεται από την εθνική ρυθμιστική αρχή ή άλλο αρμόδιο φορέα, ανεξάρτητο από τον οργανισμό τηλεπικοινωνιών και εγκεκριμένο από την εθνική ρυθμιστική αρχή. Τα αποτελέσματα του υπολογισμού του καθαρού κόστους και τα πορίσματα του λογιστικού ελέγχου διατίθενται στο κοινό, σύμφωνα με το άρθρο 14, παράγραφος 2.
4. Εφόσον δικαιολογείται βάσει του υπολογισμού του καθαρού κόστους που αναφέρεται στην παράγραφο 3 και λαμβάνοντας υπόψη το τυχόν όφελος της αγοράς το οποίο αποκομίζει ο οργανισμός ο οποίος προσφέρει καθολική υπηρεσία, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές καθορίζουν κατά πόσο δικαιολογείται μηχανισμός για τον καταμερισμό του καθαρού κόστους των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας.
5. (...)
Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές διασφαλίζουν τη δημοσίευση ετήσιας έκθεσης, στην οποία εμφαίνονται, αφενός, το υπολογιζόμενο κόστος των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας και, αφετέρου, οι εισφορές όλων των ενδιαφερομένων.
6. Μέχρις ότου εφαρμοσθεί η διαδικασία που περιγράφεται στις παραγράφους 3, 4 και 5, τυχόν τέλη καταβλητέα από διασυνδεόμενο μέρος τα οποία περιλαμβάνουν ή υποκαθιστούν εισφορά στο κόστος υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας κοινοποιούνται, πριν από την καθιέρωσή τους, στην εθνική ρυθμιστική αρχή. Με την επιφύλαξη του άρθρου 17 της παρούσας οδηγίας, όταν η εθνική ρυθμιστική αρχή, με δική της πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτιολογημένης αίτησης ενός ενδιαφερομένου, διαπιστώνει ότι τα τέλη αυτά είναι υπερβολικά, ο ενδιαφερόμενος οργανισμός υποχρεώνεται να μειώσει τα σχετικά τέλη. Οι μειώσεις αυτές εφαρμόζονται αναδρομικά, από την ημερομηνία καθιέρωσης των τελών, αλλά όχι πριν από την 1η Ιανουαρίου 1998.»
3 Το παράρτημα Ι της οδηγίας παρέχει τον ορισμό των ειδικών δημόσιων τηλεπικοινωνιακών δικτύων και των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών που είναι προσιτά στο κοινό την επαρκή και αποτελεσματική διασύνδεση των οποίων πρέπει να να εξασφαλίζουν τα κράτη μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας, στον βαθμό που απαιτείται να εξασφαλίζεται η διαλειτουργικότητα για όλους τους χρήστες εντός της Κοινότητας. Το πρώτο μέρος του παραρτήματος αυτού αφορά το σταθερό δημόσιο τηλεφωνικό δίκτυο.
4 Το παράρτημα ΙΙΙ της οδηγίας παρέχει τον ορισμό του συστήματος υπολογισμού του καθαρού κόστους των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας για φωνητική τηλεφωνία. Οι οργανισμοί που βαρύνονται με τις υποχρεώσεις αυτές οφείλουν, σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 3, της οδηγίας, να χρησιμοποιούν το ούτω οριζόμενο σύστημα προκειμένου να καθορίζουν την τυχόν επιβάρυνση την οποία αντιπροσωπεύει η παροχή της εν λόγω υπηρεσίας.
5 Βάσει του άρθρου 23, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας, τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθούν προς αυτήν το αργότερο έως τις 31 Δεκεμβρίου 1997 και ενημερώνουν πάραυτα την Επιτροπή για τη συμμόρφωσή τους.
6 Με επιστολή της 13ης Ιανουαρίου 1998, η Βελγική Κυβέρνηση κοινοποίησε στην Επιτροπή τον νόμο της 19ης Δεκεμβρίου 1997 που τροποποιούσε τον νόμο της 21ης Μαρτίου 1991 για την αναδιοργάνωση ορισμένων δημοσίων επιχειρήσεων προκειμένου να προσαρμοστεί το κανονιστικό πλαίσιο στις υποχρεώσεις που απορρέουν από αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Ενώσεως σχετικά με τον ελεύθερο ανταγωνισμό και την εναρμόνιση της αγοράς των τηλεπικοινωνιών [Moniteur Belge (Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του Βελγίου) της 30ής Δεκεμβρίου 1997, σ. 34986]. Η Επιτροπή όμως κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο νόμος αυτός δεν μετέφερε πλήρως την οδηγία. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή κάλεσε με το από 24 Αυγούστου 1998 έγγραφο οχλήσεως το Βασίλειο του Βελγίου να της υποβάλει, εντός διμήνου από τη λήψη του εγγράφου, τις παρατηρήσεις του επί των ανωτέρω αιτιάσεων.
7 Ακολούθως, η Βελγική Κυβέρνηση ενημέρωσε με σειρά επιστολών την Επιτροπή σχετικά με ορισμένα μέτρα που αποσκοπούσαν στην ολοκλήρωση της μεταφοράς της οδηγίας στο βελγικό δίκαιο. Κατόπιν εξετάσεως των στοιχείων αυτών, η Επιτροπή έκρινε ότι τα μέτρα που είχε θεσπίσει το Βασίλειο του Βελγίου δεν ήσαν σύμφωνα με ορισμένες διατάξεις της οδηγίας.
8 Στις 9 Μαρτίου 1999, η Επιτροπή κοινοποίησε ως εκ τούτου στο Βασίλειο του Βελγίου αιτιολογημένη γνώμη στην οποία κατέληγε ότι το Βασίλειο του Βελγίου, επεκτείνοντας τις υπηρεσίες που είναι δυνατό να χρηματοδοτηθούν στο πλαίσιο της καθολικής υπηρεσίας ούτως ώστε να συμπεριλαμβάνεται η παροχή υπηρεσιών σε προτιμησιακές τιμές υπέρ του γραπτού Τύπου, αντιβαίνουσες στο άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας, σε συνδυασμό με το παράρτημά της Ι, και παραλείποντας να θεσπίσει τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς το άρθρο 5 της οδηγίας, σε συνδυασμό με τα παραρτήματά της Ι και ΙΙΙ, όσον αφορά την καθολική υπηρεσία, ή, εν πάση περιπτώσει, παραλείποντας να της γνωστοποιήσει τις εν λόγω διατάξεις, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία. Η Επιτροπή κάλεσε το Βασίλειο του Βελγίου να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί με την αιτιολογημένη αυτή γνώμη εντός διμήνου από την κοινοποίησή της.
9 Στις 26 Απριλίου 1999, η Βελγική Κυβέρνηση κοινοποίησε στην Επιτροπή το βασιλικό διάταγμα της 4ης Μαρτίου 1999 περί προσαρμογής ορισμένων διατάξεων του νόμου της 21ης Μαρτίου 1991 για την αναδιοργάνωση ορισμένων δημοσίων επιχειρήσεων στις οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και την τροποποίηση ορισμένων διατάξεων του νόμου αυτού σχετικά με την καθολική υπηρεσία (Moniteur Belge της 14ης Απριλίου 1999, σ. 12149). Αφενός, το διάταγμα αυτό επεκτείνει τις δωρεάν κλήσεις στις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης που τυγχάνουν χρηματοδοτήσεως λόγω της ιδιότητάς τους ως καθολικών υπηρεσιών και στις κλήσεις που απευθύνονται στο ευρωπαϊκό κέντρο για παιδιά που έχουν εξαφανιστεί και αποτελούν αντικείμενο σεξουαλικής εκμεταλλεύσεως. Αφετέρου, κατά την έκδοση του διατάγματος ελήφθησαν υπόψη τα νέα τιμολόγια της Belgacom, που έχει επιφορτισθεί με την παροχή της καθολικής υπηρεσίας στο Βέλγιο, σε σχέση με ό,τι αφορά τους δικαιούχους της κοινωνικής υπηρεσίας που παρέχεται και χρηματοδοτείται ως καθολική υπηρεσία.
10 Κρίνοντας ότι η Βελγική Κυβέρνηση δεν της είχε κοινοποιήσει καμία νομοθετική ή κανονιστική τροποποίηση ως απάντηση στις αιτιάσεις της αιτιολογημένης γνώμης της 9ης Μαρτίου 1999 και ότι, ως εκ τούτου, οι αιτιάσεις αυτές εξακολουθούσαν να ισχύουν στο ακέραιο, η Επιτροπή αποφάσισε να ασκήσει την παρούσα προσφυγή.
11 Με την προσφυγή της, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η βελγική νομοθεσία αντιβαίνει στην οδηγία, διατυπώνοντας τις ακόλουθες τρεις αιτιάσεις:
- ρώτον, παραχωρήθηκαν προτιμησιακές τιμές σε ορισμένες εφημερίδες και περιοδικά καθώς και στο πρακτορείο Τύπου Belga. Τούτο υπερέβαινε τα επιτρεπόμενα από το παράρτημα Ι της οδηγίας, που περιορίζει τα ιδιαίτερα μέτρα που χρηματοδοτούνται ως καθολική υπηρεσία στα «με ειδικές ανάγκες ή κοινωνικώς μειονεκτούντα άτομα».
- Δεύτερον, η μέθοδος υπολογισμού των εισφορών των οργανισμών για τη χρηματοδότηση του καθαρού κόστους της καθολικής υπηρεσίας είναι ατελής και αντιβαίνει στις υποχρεώσεις διαφάνειας του άρθρου 5, παράγραφος 1, της οδηγίας. ιο συγκεκριμένα, το Βασίλειο του Βελγίου δεν θέσπισε ούτε δημοσίευσε, ή, εν πάση περιπτώσει, δεν κοινοποίησε στην Επιτροπή, το μέτρο με την αναλυτική έκθεση αυτής της μεθόδου υπολογισμού.
- Τρίτον, η μέθοδος υπολογισμού του κόστους της καθολικής υπηρεσίας, που περιγράφει επί του παρόντος σε γενικές γραμμές ο νόμος της 21ης Μαρτίου 1991, όπως τροποποιήθηκε, ήταν εσφαλμένη υπό την έννοια ότι δεν ελάμβανε μεταξύ άλλων υπόψη της τα «άυλα» οφέλη που συνδέονται με την παροχή της καθολικής υπηρεσίας και, ως εκ τούτου, δεν ήταν σύμφωνη με το άρθρο 5, παράγραφος 4, της οδηγίας. Επιπλέον, δεν ελάμβανε υπόψη της τις λογιστικές αρχές που παρατίθενται στο παράρτημα ΙΙΙ της οδηγίας όσον αφορά την έννοια του δυναμένου να αποφευχθεί καθαρού κόστους, την εκτίμηση των προβλεπόμενων και μη ιστορικών εσόδων και δαπανών και την εκτίμηση των άμεσων και έμμεσων εσόδων που είναι σύμφυτα με την παροχή εκάστης των υπηρεσιών που χρηματοδοτούνται στο πλαίσιο της καθολικής υπηρεσίας.
12 Η Βελγική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί το γεγονός ότι δεν μετέφερε ορθώς τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 5 και των παραρτημάτων Ι και ΙΙΙ της οδηγίας εντός της προβλεπομένης στο άρθρο 23, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, προθεσμίας.
13 Ωστόσο, η εν λόγω κυβέρνηση υποστηρίζει, όσον αφορά την πρώτη αιτίαση της Επιτροπής, ότι συνέταξε στις 3 Δεκεμβρίου 1999 νομοσχέδιο που προέβλεπε κατ' ουσίαν ότι οι προτιμησιακές τιμές που ισχύουν για ορισμένες εφημερίδες του ημερήσιου Τύπου, για ορισμένα περιοδικά και για το πρακτορείο Belga δεν είναι δυνατόν πλέον να χρηματοδοτούνται με τις εισφορές άλλων οργανισμών. Οι προτιμησιακές τιμές θα εφαρμόζονται στο εξής σε αποστολές γενικού ενδιαφέροντος που θα ανατίθενται στην Belgacom και θα χρηματοδοτούνται με πόρους του Βελγικού Δημοσίου.
14 Όσον αφορά τη δεύτερη και την τρίτη αιτίαση, η Βελγική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι εξέδωσε στις 23 Δεκεμβρίου 1999 το βασιλικό διάταγμα περί προασαρμογής των άρθρων 1 και 4 του παραρτήματος 2 του νόμου της 21ης Μαρτίου 1991, περί αναδιοργανώσεως ορισμένων δημοσίων επιχειρήσεων, στην οδηγία 97/33 (Moniteur Belge της 9ης Φεβρουαρίου 2000, σ. 3926). Οι νέες διατάξεις που τέθηκαν σε ισχύ περιέγραφαν διεξοδικώς τη μέθοδο υπολογισμού του καθαρού κόστους των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας, λαμβάνοντας υπόψη τα τυχόν οφέλη που αποκομίζει ο οργανισμός που προσφέρει καθολικές υπηρεσίες καθώς και τα κριτήρια που διατυπώνονται στο παράρτημα ΙΙΙ της οδηγίας. Η εν λόγω κυβέρνηση εξέδωσε επίσης στις 31 Ιανουαρίου 2000 εγκύκλιο (Moniteur Belge της 18ης Φεβρουαρίου 2000, σ. 5142) με την οποία διευκρινίζεται η έννοια του κύκλου εργασιών που πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τον υπολογισμό της εισφοράς των οργανισμών βάσει του καθαρού κόστους της καθολικής υπηρεσίας.
15 Με επιστολή της 3ης Απριλίου 2000 προς το Δικαστήριο, η Επιτροπή παρατηρεί ότι, κατά την άποψή της, η βελγική νομοθεσία δεν αντιβαίνει του λοιπού στην οδηγία όσον αφορά τα σημεία που επισημαίνονται με τη δεύτερη και την τρίτη αιτίαση. Ωστόσο, όσον αφορά την πρώτη αιτίαση, η Επιτροπή προβάλλει ότι εξακολουθεί πάντοτε να εξετάζει το αν οι προτιμησιακές τιμές που ισχύουν για τον βελγικό Τύπο βάσει της νέας νομοθεσίας είναι σύμφωνες με τις διατάξεις της Συνθήκης σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις. Εντούτοις, η Επιτροπή δεν παραιτήθηκε με την επιστολή της αυτή από καμία από τις τρεις αιτιάσεις της.
16 Συναφώς, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την κατάσταση του κράτους μέλους όπως αυτή παρουσιάζεται κατά τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη και ότι οι μεταβολές που επέρχονται στη συνέχεια δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1997, C-316/96, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1997, σ. Ι-7231, σκέψη 14).
17 Εν προκειμένω, το βασιλικό διάταγμα περί προσαρμογής των άρθρων 1 και 4 του παραρτήματος 2 του νόμου της 21ης Μαρτίου 1991, που επικαλείται η Βελγική Κυβέρνηση, εκδόθηκε στις 23 Δεκεμβρίου 1999, η δε επίσης επικαλούμενη εγκύκλιος που διευκρίνισε την έννοια του κύκλου εργασιών που πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τον υπολογισμό της εισφοράς των οργανισμών στο καθαρό κόστος της καθολικής υπηρεσίας εκδόθηκε στις 31 Ιανουαρίου 2000, ενώ η ταχθείσα με την αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής προθεσμία έληγε στις 9 Μα_ου 1999. Συνεπώς, ακόμη και στην περίπτωση που τα μέτρα αυτά συνιστούν ορθή μεταφορά της οδηγίας, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη στο πλαίσιο της υπό κρίση προσφυγής.
18 Συνεπώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το Βασίλειο του Βελγίου, παραλείποντας να θέσει σε ισχύ, εμπροθέσμως, τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί με τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 5 και των παραρτημάτων Ι και ΙΙΙ της οδηγίας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
19 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι η Επιτροπή διατύπωσε σχετικό αίτημα και το Βασίλειο του Βελγίου ηττήθηκε, πρέπει το Βασίλειο του Βελγίου να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Το Βασίλειο του Βελγίου, παραλείποντας να θέσει σε ισχύ, εμπροθέσμως, τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί με τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 5 και των παραρτημάτων Ι και ΙΙΙ της οδηγίας 97/33/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1997, για τη διασύνδεση στον χώρο των τηλεπικοινωνιών προκειμένου να διασφαλισθεί καθολική υπηρεσία και διαλειτουργικότητα, με εφαρμογή των αρχών παροχής ανοικτού δικτύου (ΟΝΡ), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία.
2) Καταδικάζει το Βασίλειο του Βελγίου στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy