Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1. Προσέγγιση των νομοθεσιών - Διάθεση των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων - Οδηγία 75/439 - Υποχρέωση των κρατών μελών να θεσπίσουν κανονιστική ρύθμιση που να εξαρτά ρητά τη χορήγηση των αδειών που ζητούν οι επιχειρήσεις από την τήρηση των προϋποθέσεων που θέτει η οδηγία
(Οδηγία 75/439 του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 87/101, άρθρο 6 § 2)
2. Προσφυγή λόγω παραβάσεως - Αντικείμενο της διαφοράς - Προσδιορισμός κατά τη διαδικασία πριν από την άσκηση της προσφυγής - Προσαρμογή λόγω μεταβολής του κοινοτικού δικαίου - Επιτρέπεται - Προϋποθέσεις
(Άρθρο 226 ΕΚ)
3. Προσέγγιση των νομοθεσιών - Διάθεση των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων - Οδηγία 75/439 - Υποχρέωση των κρατών μελών να προβλέπουν περιοδικούς ελέγχους των επιχειρήσεων και να επανεξετάζουν τις χορηγηθείσες άδειες
(Οδηγία 75/439 του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 87/101, άρθρο 13)
4. Προσέγγιση των νομοθεσιών - Διάθεση των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων - Οδηγία 75/439 - Υποχρέωση των κρατών μελών να κοινοποιούν περιοδικά πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με τα διδάγματα που αντλούν από την εφαρμογή της οδηγίας - Περιεχόμενο
(Οδηγία 75/439 του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 87/101, άρθρο 17)
Περίληψη
1. Η ορθή μεταφορά του άρθρου 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 75/439, περί διαθέσεως των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων, απαιτεί από την εθνική νομοθεσία να προβλέπει ρητά ως εκ των ουκ άνευ προϋπόθεση της χορηγήσεως άδειας για τη χρησιμοποίηση ως καυσίμων ή την αναγέννηση χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων, αντιστοίχως, τη λήψη όλων των απαιτούμενων για την προστασία της υγείας μέτρων και τη χρησιμοποίηση της καλύτερης διατιθέμενης τεχνολογίας, εφόσον αυτή δεν συνεπάγεται υπερβολικό κόστος.
( βλ. σκέψεις 77-79, 89, 106-111, 213 )
2. Το νομότυπο της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας, που προβλέπει το άρθρο 226 ΕΚ, συνιστά ουσιώδη εγγύηση που παρέχει η Συνθήκη όχι μόνο για την προστασία των δικαιωμάτων του εν λόγω κράτους μέλους, αλλά και προς εξασφάλιση του ότι η διαδικασία που θα κινηθεί ενδεχομένως ενώπιον του Δικαστηρίου θα έχει ως αντικείμενο μια σαφώς καθορισμένη διαφορά. Συγκεκριμένα, μόνον εφόσον η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία διεξαχθεί νομότυπα, η ενώπιον του Δικαστηρίου κατ' αντιδικία διαδικασία παρέχει τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να κρίνει αν το κράτος μέλος παρέβη πραγματικά τις συγκεκριμένες υποχρεώσεις τις οποίες αφορούν τα αιτήματα της Επιτροπής.
Έτσι, μολονότι τα αιτήματα της προσφυγής δεν μπορούν κατ' αρχήν να βαίνουν πέραν των παραβάσεων τις οποίες αφορούν το έγγραφο οχλήσεως και το διατακτικό της αιτιολογημένης γνώμης, εντούτοις, όταν κατά τη διάρκεια της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας τροποποιηθεί το κοινοτικό δίκαιο, η Επιτροπή παραδεκτώς μπορεί να διαπιστώσει τη μη τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το αρχικό κείμενο μιας οδηγίας, η οποία στη συνέχεια τροποποιήθηκε ή καταργήθηκε, εφόσον οι υποχρεώσεις αυτές διατηρήθηκαν δυνάμει των νέων διατάξεων. Αντιθέτως, το αντικείμενο της διαφοράς δεν μπορεί να επεκταθεί σε υποχρεώσεις απορρέουσες από το νέο κείμενο της οδηγίας και οι οποίες δεν αντιστοιχούν στο προηγούμενο κείμενό της, διότι τούτο θα συνιστούσε παράβαση ουσιώδους τύπου, η οποία θα έθιγε το νομότυπο της διαπιστώνουσας την παράβαση διαδικασίας.
( βλ. σκέψεις 133-135 )
3. Η ορθή μεταφορά στην εσωτερική έννομη τάξη του άρθρου 13 της οδηγίας 75/439, περί διαθέσεως των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων, απαιτεί από την εθνική νομοθεσία να επιβάλλει στις αρμόδιες αρχές την υποχρέωση να ελέγχουν περιοδικώς τις επιχειρήσεις που προβαίνουν στην αναγέννηση χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων ή που χρησιμοποιούν χρησιμοποιημένα ορυκτέλαια ως καύσιμα και να προβλέπει ότι, επ' ευκαιρία των ελέγχων αυτών, θα εξετάζεται η τεχνολογική πρόοδος και/ή η κατάσταση του περιβάλλοντος προκειμένου να επανεξετάζονται, εφόσον χρειάζεται, οι άδειες που χορηγήθηκαν στις επιχειρήσεις αυτές.
( βλ. σκέψεις 163, 166-167, 172, 183-186, 213 )
4. Σκοπός του άρθρου 17 της οδηγίας 75/439, περί διαθέσεως των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων, είναι να παράσχει τη δυνατότητα τόσο στην Επιτροπή όσο και στα κράτη μέλη να ενημερώνονται περιοδικώς για τις τεχνικές γνώσεις που αποκτά καθένα από τα κράτη αυτά, καθώς και για τις εμπειρίες και τα αποτελέσματα που απορρέουν από την εφαρμογή της οδηγίας αυτής εντός της Κοινότητας. Το γεγονός ότι ένα κράτος μέλος δεν απέκτησε νέες τεχνικές γνώσεις κατά τη διάρκεια συγκεκριμένης περιόδου συνιστά χρήσιμο πληροφοριακό στοιχείο που πρέπει να κοινοποιείται στην Επιτροπή και στα λοιπά κράτη μέλη δυνάμει του άρθρου 17 της οδηγίας, δεδομένου μάλιστα ότι το εν λόγω άρθρο δεν προβλέπει καμία εξαίρεση από την υποχρέωση κοινοποιήσεως των πληροφοριακών στοιχείων που μνημονεύει. Επιπλέον, η προβλεπόμενη στο άρθρο αυτό τήρηση της υποχρεώσεως κοινοποιήσεως δεν μπορεί να εξαρτάται από την κρίση κάθε κράτους μέλους ως προς τα αν απέκτησε ή δεν απέκτησε γνώσεις που να αξίζει να κοινοποιηθούν, διότι άλλως θα θιγόταν η πρακτική αποτελεσματικότητα της διατάξεως αυτής.
( βλ. σκέψεις 202, 204-205, 213 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-392/99,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την L. Ström και τον A. Caeiros, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Πορτογαλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπουμένης από τον L. Fernandes και την Telles Romãο,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να διαπιστωθεί ότι η Πορτογαλική Δημοκρατία
- παραλείποντας να θεσπίσει, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, τις διατάξεις που επιβάλλουν στην αρμόδια αρχή την υποχρέωση, πριν χορηγήσει άδεια στις επιχειρήσεις που προβαίνουν στην αναγέννηση χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων ή που τα χρησιμοποιούν ως καύσιμο, να βεβαιώνεται ότι έχουν ληφθεί όλα τα κατάλληλα μέτρα προστασίας της υγείας κατά τη χρήση των ορυκτελαίων ως καυσίμου και ότι χρησιμοποιείται η καλύτερη διατιθέμενη τεχνολογία, εφόσον δεν συνεπάγεται υπερβολικό κόστος, κατά την αναγέννηση χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων και τη χρήση χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων ως καυσίμου·
- παραλείποντας να ορίσει ότι τα κατάλοιπα της καύσεως χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων διατίθενται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 9 της οδηγίας 78/319/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 1978, περί των τοξικών και επικινδύνων αποβλήτων (EE ειδ. έκδ. 15/001, σ. 161), από δε της 27ης Ιουνίου 1995, σύμφωνα με το άρθρο 9 της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1975, περί των στερεών αποβλήτων (EE ειδ. έκδ. 15/001, σ. 86), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/156/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Μαρτίου 1991 (ΕΕ L 78, σ. 32), το οποίο, δυνάμει της οδηγίας 91/689/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 1991, για τα επικίνδυνα απόβλητα (ΕΕ L 377, σ. 20), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 94/31/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1994 (ΕΕ L 168, σ. 28), αντικατέστησε το άρθρο 9 της οδηγίας 78/319·
- παραλείποντας να προβλέψει, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, τον περιοδικό έλεγχο των επιχειρήσεων που προβαίνουν στην αναγέννηση χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων ή που χρησιμοποιούν χρησιμοποιημένα ορυκτέλαια ως καύσιμο, ή την παρακολούθηση της εξελίξεως στο πεδίο της τεχνολογίας ή/και του περιβάλλοντος, προκειμένου να αναθεωρεί, εάν χρειάζεται, τις άδειες που έχουν χορηγηθεί στις επιχειρήσεις αυτές·
- παραλείποντας να κοινοποιήσει στην Επιτροπή πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με τις τεχνικές γνώσεις, την εμπειρία και τα αποτελέσματα που απορρέουν από την εφαρμογή των διατάξεων που θεσπίστηκαν δυνάμει της οδηγίας 75/439/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 16ης Ιουνίου 1975, περί διαθέσεως των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 77), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 87/101/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1986 (ΕΕ 1987, L 42, σ. 43),
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 6, παράγραφος 2, 8, παράγραφος 2, στοιχείο α_, 13 και 17 της οδηγίας 75/439, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 87/101, καθώς και από τα άρθρα 5, πρώτο εδάφιο, και 189, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρα 10, πρώτο εδάφιο, ΕΚ και 249, τρίτο εδάφιο, ΕΚ),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J.-P. Puissochet, πρόεδρο τμήματος, R. Schintgen, Β. Σκουρή (εισηγητή), F. Macken και N. Colneric, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: C. Stix-Hackl
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 29ης Νοεμβρίου 2001, κατά την οποία η Επιτροπή εκπροσωπήθηκε από τον A. Caeiros και η Πορτογαλική Δημοκρατία από την Telles Romãο και τον Joãο Lois,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 7ης Μαρτίου 2002,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 13 Οκτωβρίου 1999, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ, προσφυγή με αντικείμενο να διαπιστωθεί ότι η Πορτογαλική Δημοκρατία:
- παραλείποντας να θεσπίσει, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, τις διατάξεις που επιβάλλουν στην αρμόδια αρχή την υποχρέωση, πριν χορηγήσει άδεια στις επιχειρήσεις που προβαίνουν στην αναγέννηση χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων ή που τα χρησιμοποιούν ως καύσιμο, να βεβαιώνεται ότι έχουν ληφθεί όλα τα κατάλληλα μέτρα προστασίας της υγείας κατά τη χρήση των ορυκτελαίων ως καυσίμου και ότι χρησιμοποιείται η καλύτερη διατιθέμενη τεχνολογία, εφόσον δεν συνεπάγεται υπερβολικό κόστος, κατά την αναγέννηση χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων και τη χρήση χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων ως καυσίμου·
- παραλείποντας να ορίσει ότι τα κατάλοιπα της καύσεως των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων διατίθενται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 9 της οδηγίας 78/319/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 1978, περί των τοξικών και επικινδύνων αποβλήτων (EE ειδ. έκδ. 15/001, σ. 161), από δε της 27ης Ιουνίου 1995, σύμφωνα με το άρθρο 9 της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1975, περί των στερεών αποβλήτων (EE ειδ. έκδ. 15/001, σ. 86), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/156/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Μαρτίου 1991 (ΕΕ L 78, σ. 32, στο εξής: οδηγία 75/442), το οποίο, δυνάμει της οδηγίας 91/689/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 1991, για τα επικίνδυνα απόβλητα (ΕΕ L 377, σ. 20), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 94/31/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1994 (ΕΕ L 168, σ. 28, στο εξής: οδηγία 91/689), αντικατέστησε το άρθρο 9 της οδηγίας 78/319·
- παραλείποντας να προβλέψει, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, τον περιοδικό έλεγχο των επιχειρήσεων που προβαίνουν στην αναγέννηση χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων ή που χρησιμοποιούν χρησιμοποιημένα ορυκτέλαια ως καύσιμο, ή την παρακολούθηση της εξελίξεως στο πεδίο της τεχνολογίας ή/και του περιβάλλοντος, προκειμένου να αναθεωρεί, εάν χρειάζεται, τις άδειες που έχουν χορηγηθεί στις επιχειρήσεις αυτές·
- παραλείποντας να κοινοποιήσει στην Επιτροπή πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με τις τεχνικές γνώσεις, την εμπειρία και τα αποτελέσματα που απορρέουν από την εφαρμογή των διατάξεων που θεσπίστηκαν δυνάμει της οδηγίας 75/439/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 16ης Ιουνίου 1975, περί διαθέσεως των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 77), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 87/101/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1986, (ΕΕ 1987, L 42, σ. 43, στο εξής: οδηγία 75/439),
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 6, παράγραφος 2, 8, παράγραφος 2, στοιχείο α_, 13 και 17 της οδηγίας 75/439, καθώς και από τα άρθρα 5, πρώτο εδάφιο, και 189, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρα 10, πρώτο εδάφιο, ΕΚ και 249, τρίτο εδάφιο, ΕΚ).
Το νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση
2 Το άρθρο 2 της οδηγίας 87/101, η οποία τροποποίησε ουσιωδώς την οδηγία 75/439, προβλέπει ότι τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθούν προς τις διατάξεις της από 1ης Ιανουαρίου 1990.
3 Το άρθρο 6 της οδηγίας 75/439 έχει ως εξής:
«1. Για την τήρηση των μέτρων που λαμβάνονται δυνάμει του άρθρου 4, κάθε επιχείρηση που αναλαμβάνει τη διάθεση χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων πρέπει να λαμβάνει σχετική άδεια. Η άδεια αυτή χορηγείται, εφόσον χρειάζεται, μετά από εξέταση των εγκαταστάσεων.
2. Με την επιφύλαξη των απαιτήσεων που προβλέπονται από τις εθνικές και κοινοτικές διατάξεις που αποβλέπουν σε στόχο διαφορετικό από το στόχο της παρούσας οδηγίας, η άδεια χορηγείται στις επιχειρήσεις που προβαίνουν σε αναγέννηση χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων ή χρησιμοποιούν χρησιμοποιημένα ορυκτέλαια ως καύσιμα μόνον εφόσον η αρμόδια αρχή βεβαιωθεί ότι έχουν ληφθεί όλα τα κατάλληλα μέτρα προστασίας της υγείας και του περιβάλλοντος, καθώς και ότι χρησιμοποιήθηκε η τελειότερη διαθέσιμη τεχνολογία, όταν δεν συνεπάγεται υπερβολικό κόστος».
4 Η παράγραφος 2, στοιχείο α_, του άρθρου 8 της οδηγίας 75/439, που αφορά τη χρησιμοποίηση των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων ως καυσίμων, προβλέπει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν [...] ότι:
α) τα κατάλοιπα καύσεως των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων διατίθενται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9 της οδηγίας 78/319/ΕΟΚ».
5 Το άρθρο 13 της οδηγίας 75/439 έχει ως εξής:
«1. Οι προβλεπόμενες στο άρθρο 6 επιχειρήσεις ελέγχονται περιοδικά από το κράτος μέλος ιδίως ως προς τη συμμόρφωσή τους προς τους όρους της άδειας.
2. Οι αρμόδιες αρχές εξετάζουν την εξέλιξη της τεχνολογίας ή/και του περιβάλλοντος προκειμένου να αναθεωρηθεί, εάν χρειάζεται, η άδεια που έχει χορηγηθεί σε μια επιχείρηση σύμφωνα με την παρούσα οδηγία.»
6 Το άρθρο 17 της οδηγίας 75/439 προβλέπει τα εξής:
«Κάθε κράτος μέλος ανακοινώνει περιοδικά στην Επιτροπή τις τεχνικές του γνώσεις και την εμπειρία και τα αποτελέσματα που προκύπτουν από την εφαρμογή των μέτρων τα οποία ελήφθησαν δυνάμει της παρούσης οδηγίας.
Η Επιτροπή διαβιβάζει στα Κράτη μέλη γενική περίληψη των ως άνω στοιχείων.»
7 Το άρθρο 18 της οδηγίας 75/439 προβλέπει τα εξής:
«Ανά τριετία τα κράτη μέλη συντάσσουν έκθεση επί της καταστάσεως της διαθέσεως των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων των χωρών τους και τη διαβιβάζουν στην Επιτροπή.»
8 Με το άρθρο 1, στοιχείο γ_, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 78/319, ως διάθεση αποβλήτων ορίζεται «η συγκέντρωση, η διαλογή, η μεταφορά και η επεξεργασία των τοξικών και επικινδύνων αποβλήτων καθώς και η αποθήκευση και η εναπόθεσή τους επί ή εντός του εδάφους».
9 Το άρθρο 9 της οδηγίας 78/319 έχει ως εξής:
«1. Οι εγκαταστάσεις, βιομηχανίες ή επιχειρήσεις που εξασφαλίζουν την αποθήκευση, την επεξεργασία ή/και την εναπόθεση των τοξικών και επικινδύνων αποβλήτων οφείλουν να λάβουν άδεια που χορηγείται από τις αρμόδιες αρχές. Τα απόβλητα αυτά δεν δύνανται να αποθηκευθούν, να υποβληθούν σε επεξεργασία ή/και να εναποτεθούν παρά μόνο από εγκαταστάσεις, βιομηχανίες ή επιχειρήσεις που έχουν λάβει τέτοια άδεια. Οι επιχειρήσεις που εξασφαλίζουν τη μεταφορά των τοξικών και επικινδύνων αποβλήτων πρέπει να ελέγχονται από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών.
2. Η άδεια που προβλέπεται στην παράγραφο 1 αφορά ιδίως:
- τους τύπους και ποσότητες των αποβλήτων,
- τις τεχνικές προδιαγραφές,
- τις προφυλάξεις που πρέπει να ληφθούν,
- τον (τους) χώρο (-ους) διαθέσεως,
- τις μεθόδους διαθέσεως.
Η άδεια αυτή είναι δυνατό εκτός των άλλων να επιβάλει, όταν το ζητήσουν οι αρμόδιες αρχές, την υποβολή ακριβών ενδείξεων.
3. Οι άδειες είναι δυνατό να χορηγούνται γιαορισμένη διάρκεια, να ανανεώνονται και να συνοδεύονται από όρους και υποχρεώσεις.»
10 Δυνάμει του άρθρου 11 της οδηγίας 91/689, η οδηγία 78/319 καταργείται από τις 27 Ιουνίου 1995.
11 Το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας 91/689 προβλέπει ότι η οδηγία 75/442 τυγχάνει εφαρμογής στα επικίνδυνα απόβλητα.
12 Το παράρτημα ΙΙ Α της οδηγίας 75/442 ανακεφαλαιώνει τις πράξεις διαθέσεως όπως αυτές εκτελούνται στην πράξη.
13 Το άρθρο 9 της οδηγίας 75/442 έχει ως εξής:
«1. Για την εφαρμογή των άρθρων 4, 5 και 7, κάθε εγκατάσταση ή επιχείρηση που διεξάγει τις εργασίες που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙ Α πρέπει να διαθέτει άδεια της αναφερόμενης στο άρθρο 6 αρμόδιας αρχής.
Η άδεια αυτή αφορά ιδίως:
- τους τύπους και τις ποσότητες αποβλήτων,
- τις τεχνικές προδιαγραφές,
- τις προφυλάξεις που πρέπει να λαμβάνονται στον τομέα της ασφάλειας,
- τον τόπο διαθέσεως των αποβλήτων,
- τη μέθοδο επεξεργασίας.
2. Οι άδειες αυτές μπορούν να χορηγούνται για ορισμένη διάρκεια, μπορούν να ανανεώνονται και να συνοδεύονται από όρους και υποχρεώσεις - ή είναι δυνατόν να απορρίπτονται, ιδίως όταν η προτεινόμενη μέθοδος διάθεσης είναι απαράδεκτη από την άποψη της προστασίας του περιβάλλοντος.»
Η εθνική κανονιστική ρύθμιση
Η κανονιστική ρύθμιση σχετικά με την άσκηση βιομηχανικής δραστηριότητας
14 Το Decreto-Lei 109/91 της 15ης Μαρτίου 1991 (Diário da República Ι, σειρά Α, αριθ. 62, της 15ης Μαρτίου 1991), όπως τροποποιήθηκε με το Decreto-Lei 282/93, της 17ης Αυγούστου 1993 (Diário da República Ι, σειρά Α, αριθ. 192, της 17ης Αυγούστου 1993, στο εξής: νομοθετικό διάταγμα 109/91), καθορίζει τους κανόνες που εφαρμόζονται όσον αφορά την άσκηση βιομηχανικής δραστηριότητας.
15 Όπως προκύπτει από την τέταρτη αιτιολογική σκέψη του, το εν λόγω νομοθετικό διάταγμα σκοπεί στην «καθιέρωση ενός μέσου προστασίας του συλλογικού συμφέροντος, που εκφράζεται τόσο με την ασφάλεια των τεχνολογικών διαδικασιών όσο και με την αναζήτηση καλύτερων συνθηκών για την εγκατάσταση και τη δραστηριότητα της βιομηχανίας, που εγγυώνται, τόσο για τον βιομήχανο όσο και για το σύνολο, αύξηση των δραστηριοτήτων που προκύπτουν».
16 Το άρθρο 4 του νομοθετικού διατάγματος 109/91, που έχει τίτλο «Γενική υποχρέωση ασφάλειας» προβλέπει τα εξής:
«Η βιομηχανική δραστηριότητα πρέπει να ασκείται κατά τρόπο που να διασφαλίζει τα άτομα και τα αγαθά, τις συνθήκες εργασίας και την προστασία του περιβάλλοντος, λαμβάνοντας υπόψη το υφιστάμενο επίπεδο τεχνολογικής ανάπτυξης [...]»
17 Το άρθρο 5 του νομοθετικού διατάγματος 109/91, που έχει τίτλο «Γενική υποχρέωση προλήψεως των κινδύνων», προβλέπει τα εξής:
«Ο βιομήχανος πρέπει να ασκεί τη δραστηριότητά του σύμφωνα με την ισχύουσα κανονιστική ρύθμιση και να λαμβάνει προληπτικά μέτρα προκειμένου να εξαφανίζει ή να μειώνει τους κινδύνους που ενδέχεται να πλήξουν πρόσωπα και αγαθά και να επηρεάσουν τις συνθήκες εργασίας και το περιβάλλον.
2. Όταν παρουσιάζεται ανωμαλία κατά τη λειτουργία της εγκαταστάσεως, ο βιομήχανος πρέπει να λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για να διορθώσει την κατάσταση [...]».
18 Το άρθρο 7, παράγραφοι 1 και 3, του νομοθετικού διατάγματος 109/91 έχει ως εξής:
«1. Τρίτοι δεόντως προσδιοριζόμενοι μπορούν οποτεδήποτε να υποβάλουν αιτιολογημένη καταγγελία σχετικά με την εγκατάσταση, την τροποποίηση και την εκμετάλλευση κάθε βιομηχανικής εγκαταστάσεως, στη μονάδα συντονισμού, τις μονάδες ελέγχου των περιφερειακών υπηρεσιών του οικείου υπουργείου ή στη μονάδα που είναι επιφορτισμένη με την προστασία των διακυβευομένων δικαιωμάτων και συμφερόντων, μονάδες οι οποίες θα διαβιβάσουν την καταγγελία στη μονάδα συντονισμού μαζί με αιτιολογημένη γνώμη.
2. Η μονάδα που λαμβάνει την καταγγελία ενημερώνει σχετικά τον βιομήχανο.
3. Η μονάδα συντονισμού λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα, ιδίως μέσω επισκέψεων επιθεωρήσεως, στο πλαίσιο της προπαρασκευής και της εκδόσεως αποφάσεως περί της καταγγελίας, κατόπιν διαβουλεύσεως, εφόσον χρειάζεται, με τις μονάδες που είναι επιφορτισμένες με την προστασία των διακυβευομένων δικαιωμάτων και συμφερόντων.»
19 Το άρθρο 9 του νομοθετικού διατάγματος 109/91 προβλέπει τα εξής:
«1. Η αίτηση για τη χορήγηση άδειας, που πρέπει να υποβάλει ο βιομήχανος στη μονάδα συντονισμού, συντάσσεται βάσει εγγράφου που πιστοποιεί την έγκριση της εγκαταστάσεως [...] και βάσει μελέτης σχετικά με τις επιπτώσεις στο περιβάλλον, εφόσον αυτή απαιτείται από την ισχύουσα νομοθεσία.
2. Η μονάδα συντονισμού πρέπει να συμβουλεύεται, εφόσον αυτό είναι υποχρεωτικό, τις μονάδες που έχουν καθήκοντα στον βιομηχανικό τομέα, σε θέματα περιβάλλοντος, υγείας και υγιεινής και ασφάλειας στην εργασία.
[...]
5. Οι προϋποθέσεις και οι απαιτήσεις που επιβάλλουν οι μνημονευόμενες στην παράγραφο 2 μονάδες αποτελούν υποχρεωτικώς αναπόσπαστο τμήμα της προς χορήγηση άδειας.
[...]»
20 Το άρθρο 12 του νομοθετικού διατάγματος 109/91 έχει ως εξής:
«1. Ο έλεγχος της τηρήσεως των νομοθετικών διατάξεων σχετικά με την άσκηση της βιομηχανικής δραστηριότητας απόκειται, ειδικότερα, στη μονάδα συντονισμού ή στις περιφερειακές υπηρεσίες του οικείου υπουργείου, σύμφωνα με τις δικές του κανονιστικές ρυθμίσεις, υπό την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων άλλων μονάδων που παρεμβαίνουν στη διαδικασία χορηγήσεως της αδείας στο πλαίσιο των αντίστοιχων καθηκόντων τους.
2. Οι λοιπές μονάδες ελέγχου μπορούν, ενδεχομένως, να ζητήσουν από τη μονάδα συντονισμού να επιβάλει ορισμένα μέτρα στον βιομήχανο προκειμένου να προλάβει τους κινδύνους και τα μειονεκτήματα που ενδέχεται να πλήξουν πρόσωπα και αγαθά και να επηρεάσουν τις συνθήκες εργασίας και το περιβάλλον, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του διεθνούς δικαίου σχετικά με την εποπτεία των σχέσεων εργασίας.
3. Ο βιομήχανος οφείλει να διευκολύνει την πρόσβαση στις εγκαταστάσεις του σε όλες τις μονάδες ελέγχου και να τους παρέχει πληροφοριακά στοιχεία και αρωγή, κατόπιν αιτιολογημένης αιτήσεως, ενόψει του ελέγχου της τηρήσεως της νομοθεσίας και των προϋποθέσεων που του έχουν επιβληθεί από τη μονάδα ελέγχου.
4. Οσάκις, κατά τη διενέργεια ελέγχου, μία από τις λοιπές μονάδες ελέγχου διαπιστώνει μη τήρηση των μέτρων που έχει προβλέψει, πρέπει να υποβάλει καταγγελία και να ενημερώσει σχετικά τη μονάδα συντονισμού, οργανώνοντας και προετοιμάζοντας τη διαδικασία αναγνωρίσεως παραβάσεως.»
21 Το άρθρο 13 του νομοθετικού διατάγματος 109/91, που έχει τον τίτλο «Συντηρητικά μέτρα», προβλέπει τα εξής:
«Μόλις διαπιστωθεί κατάσταση σοβαρού κινδύνου για την υγεία, την ασφάλεια προσώπων και αγαθών, την υγιεινή και την ασφάλεια των χώρων εργασίας, καθώς και για το περιβάλλον, η μονάδα συντονισμού και οι λοιπές μονάδες ελέγχου πρέπει, μεμονωμένα ή από κοινού, να λάβουν αμέσως τα επιβαλλόμενα σε κάθε περίπτωση μέτρα προς πρόληψη ή εξάλειψη της καταστάσεως κινδύνου, μεταξύ αυτών δε και την απόφαση να αναστείλουν την παραγωγή και να κλείσουν προσωρινώς την εγκατάσταση, ολικώς ή μερικώς, ή να ακινητοποιήσουν, με σφράγιση, ολόκληρο ή τμήμα του εξοπλισμού, για μέγιστο χρονικό διάστημα έξι μηνών.»
22 Το άρθρο 16, παράγραφοι 1 και 2, του νομοθετικού διατάγματος 109/91 έχει ως εξής:
«1. Συνιστούν παράβαση τιμωρούμενη με πρόστιμο [...]:
α) η εγκατάσταση, η τροποποίηση ή η εκμετάλλευση βιομηχανικής εγκαταστάσεως χωρίς να έχει προηγουμένως ληφθεί η αναφερόμενη στα άρθρα 8, παράγραφος 1, και 11 άδεια·
β) η μη τήρηση των όσων επιτάσσει η ισχύουσα τεχνική νομοθεσία και των μέτρων που επιβάλλονται δυνάμει του άρθρου 12, παράγραφος 2.
2. Συνιστά παράβαση τιμωρούμενη με πρόστιμο [...] η μη τήρηση υποχρεώσεων σχετικά με την κοινοποίηση της διαβιβάσεως της εγκαταστάσεως, την κοινοποίηση της αναστολής της εκμεταλλεύσεως και την παύση της βιομηχανικής δραστηριότητας.»
23 Το άρθρο 2, σημείο 4, στοιχείο β_, της Portaria 314/94, της 24ης Μα_ου 1994 (Diário da República Ι, σειρά Β, αριθ. 120, της 24ης Μα_ου 1994, στο εξής: υπουργική απόφαση 314/94), προβλέπει τα εξής:
«Το σχέδιο για την ίδρυση εγκαταστάσεως της τάξεως Α πρέπει να περιλαμβάνει:
[...]
4) μελέτη των κινδύνων, εκτός από την περίπτωση που η βιομηχανική εγκατάσταση καλύπτεται από τη νομοθεσία σχετικά με την πρόληψη κινδύνων βαρέων βιομηχανικών ατυχημάτων, η οποία πρέπει να αναφέρει:
[...]
β) την επιλογή των τεχνολογιών που παρέχουν τη δυνατότητα αποφυγής ή μειώσεως της χρησιμοποιήσεως επικίνδυνων συσκευών ή προϊόντων».
24 Το νομοθετικό διάταγμα 314/94 περιλαμβάνει, σε παράρτημά του, υποδείγματα διαδικασιών χορηγήσεως βιομηχανικής άδειας. Τα σημεία 10 έως 13 του υποδείγματος αριθ. 2 έχουν ως εξής:
«10. Περιγραφή των μέτρων ασφαλείας και βιομηχανικής υγιεινής, ειδικότερα όσον αφορά τους κινδύνους πυρκαγιάς και εκρήξεως, τα συστήματα συλλογής και επεξεργασίας σκόνης, μορίων αιθάλης και ατμών.
11. Σύστημα εργασίας: αριθμός ομάδων.
12. Εγκαταστάσεις κοινωνικού χαρακτήρα, εγκαταστάσεις για την ιατρική εργασίας και εγκαταστάσεις υγιεινής.
[...]
13. Ελάχιστο ελεύθερο ύψος της εγκαταστάσεως:
[...]».
25 Τα σημεία 7 έως 10 του υποδείγματος αριθ. 3, τα οποία περιλαμβάνονται επίσης στο παράρτημα της υπουργικής αποφάσεως 314/94, είναι όμοια με τα σημεία 10 έως 13 του υποδείγματος αριθ. 2.
Η κανονιστική ρύθμιση σχετικά με τη διαχείριση αποβλήτων
26 Το Decreto-Lei 239/97, της 9ης Σεπτεμβρίου 1997 (Diário da República Ι, σειρά Α, αριθ. 208, της 9ης Σεπτεμβρίου 1997, στο εξής: νομοθετικό διάταγμα 239/97), εισάγει, όπως προκύπτει από το προοίμιό του, «αυτόνομο μηχανισμό προηγούμενης εγκρίσεως των πράξεων διαχειρίσεως αποβλήτων, ο οποίος δεν πρέπει να συγχέεται με την έγκριση δραστηριοτήτων στις οποίες εντάσσονται ενίοτε οι πράξεις αυτές, όπως, για παράδειγμα, οι σχετικές με τα βιομηχανικά απόβλητα ή με τη χορήγηση βιομηχανικής άδειας».
27 Το άρθρο 4, παράγραφος 1, του νομοθετικού διατάγματος 239/97 έχει ως εξής:
«Η διαχείριση των αποβλήτων αφορά κατά προτεραιότητα την πρόληψη ή τη μείωση της παραγωγής ή της βλαβερότητας των αποβλήτων, ειδικότερα με την αναχρησιμοποίησή τους και την τροποποίηση των διαδικασιών παραγωγής, μέσω της εφαρμογής φιλικότερων προς το περιβάλλον τεχνολογιών, καθώς και με την ευαισθητοποίηση των οικονομικών φορέων και των καταναλωτών.»
28 Το άρθρο 7, παράγραφοι 1 και 2, του νομοθετικού διατάγματος 239/97 προβλέπει τα εξής:
«1. Απαγορεύεται η εγκατάλειψη αποβλήτων, όπως και η παραγωγή, η μεταφορά, η επεξεργασία, η αξιοποίηση ή η διάθεση αποβλήτων από μη εγκεκριμένους οργανισμούς ή σε μη εγκεκριμένες εγκαταστάσεις.
2. Η εναπόθεση αποβλήτων επιτρέπεται μόνον όπου και όπως ορίζει η προηγουμένως χορηγηθείσα άδεια».
29 Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1, του νομοθετικού διατάγματος 239/97, «[ο]ι πράξεις αποθηκεύσεως, επεξεργασίας, αξιοποιήσεως και διαθέσεως των αποβλήτων υποβάλλονται σε προηγούμενη άδεια».
30 Περαιτέρω, από το άρθρο 9, παράγραφος 1, του νομοθετικού διατάγματος 239/97 προκύπτει ότι αρμόδιος για τη χορήγηση άδειας για τις πράξεις του άρθρου 8 του εν λόγω διατάγματος είναι ο Υπουργός Περιβάλλοντος, όταν οι πράξεις αυτές υπόκεινται, σύμφωνα με τον νόμο, σε προηγούμενη εκτίμηση των επιπτώσεων για το περιβάλλον.
31 Το άρθρο 10, παράγραφος 1, του νομοθετικού διατάγματος 239/97 έχει ως εξής:
«Η αίτηση για τη χορήγηση της άδειας του άρθρου 8 υποβάλλεται προκειμένου η αρμόδια αρχή να εκδώσει την τελική απόφαση και συνοδεύεται από τα απαιτούμενα στοιχεία:
α) ενδεχομένως, από τις νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις που διέπουν τη διεξαγωγή των διαδικασιών αξιολογήσεως των επιπτώσεων στο περιβάλλον,
β) από την απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος στην περίπτωση βιομηχανικών αποβλήτων, σταθερών αστικών αποβλήτων ή άλλου είδους αποβλήτων.»
32 Το άρθρο 18 του νομοθετικού διατάγματος 239/97 προβλέπει τα εξής:
«Αρμόδιο για τον έλεγχο της τηρήσεως του παρόντος νομοθετικού διατάγματος είναι το Ινστιτούτο αποβλήτων, η Γενική Διεύθυνση Περιβάλλοντος και οι περιφερειακές διευθύνσεις περιβάλλοντος και φυσικών πόρων, καθώς και οι λοιποί οργανισμοί που είναι αρμόδιοι για την έγκριση πράξεων διαχειρίσεως αποβλήτων και οι αστυνομικές αρχές».
33 Το άρθρο 19 του νομοθετικού διατάγματος 239/97 έχει ως εξής:
«Ο Υπουργός Υγείας ή ο Υπουργός Περιβάλλοντος μπορούν με απόφασή τους, σε περίπτωση επείγοντος ή σοβαρού κινδύνου για τη δημόσια υγεία ή για το περιβάλλον, να λάβουν τα αναγκαία μέτρα προστασίας, αναστέλλοντας ιδίως οποιαδήποτε πράξη διαχειρίσεως αποβλήτων.»
34 Το άρθρο 20, παράγραφοι 1 και 2, του νομοθετικού διατάγματος 239/97 προβλέπει τα εξής:
«1. Η παράβαση, από τον εκάστοτε υπεύθυνο, της υποχρεώσεως διασφαλίσεως πρόσφορου τελικού προορισμού των αποβλήτων, σύμφωνα με το άρθρο 6, και οι παραβάσεις των διατάξεων 7, παράγραφοι 1, 3 και 4, και 8, παράγραφος 1, καθώς και των κανόνων του άρθρου 15, παράγραφος 1, του παρόντος νομοθετικού διατάγματος [...] συνιστούν παραβάσεις τιμωρούμενες με πρόστιμο [...].
2. Οι παραβάσεις των διατάξεων των άρθρων 7, παράγραφος 2, 16, παράγραφοι 1 και 2, και 17, παράγραφοι 1 και 2, συνιστούν παραβάσεις τιμωρούμενες με πρόστιμο [...]».
35 Το άρθρο 21, παράγραφος 1, στοιχείο στ_, του νομοθετικού διατάγματος 239/97 έχει ως εξής:
«Για τις αναφερόμενες στο προηγούμενο άρθρο παραβάσεις μπορούν, εκτός από τα πρόστιμα και βάσει της γενικής νομοθεσίας, να επιβληθούν οι ακόλουθες παρεπόμενες κυρώσεις:
[...]
στ) αναστολή εγκρίσεων, αδειών και πιστοποιήσεων.»
36 Το άρθρο 24 του νομοθετικού διατάγματος 239/97 προβλέπει τα εξής:
«1. Στις περιπτώσεις που δεν έχει χορηγηθεί άδεια ή κατάλληλη έγκριση, για τις πράξεις αποθηκεύσεως, επεξεργασίας, αξιοποιήσεως ή διαθέσεως αποβλήτων που βρίσκονται σε εξέλιξη, απαιτείται άδεια της αρμόδιας αρχής.
2. Οι αιτήσεις για τις αναφερόμενες στην προηγούμενη παράγραφο άδειες πρέπει να υποβληθούν το αργότερο μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1997 και διέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 8 επ. του παρόντος νομοθετικού διατάγματος.»
37 Η μνημονευόμενη στο άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο β_, του νομοθετικού διατάγματος 239/97 υπουργική απόφαση είναι η Portaria 961/98, της 10ης Νοεμβρίου 1998 (Diário da República Ι, σειρά Β, αριθ. 260, της 10ης Νοεμβρίου 1998, στο εξής: υπουργική απόφαση 961/98).
38 Το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ_, της υπουργικής αποφάσεως 961/98 προβλέπει τα εξής:
«Η αίτηση για τη χορήγηση αδείας συνοδεύεται από:
[...]
γ) σχέδιο που πρέπει να περιλαμβάνει τα στοιχεία που αναφέρονται στο παράρτημα Ι ή στο παράρτημα ΙΙ της παρούσας αποφάσεως, τα οποία αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της ανάλογα με το αν πρόκειται, αντιστοίχως, για εκφόρτωση ή για άλλη πράξη διαχειρίσεως αποβλήτων.»
39 Το παράρτημα ΙΙ, σημείο Ι, στοιχείο ε_, της υπουργικής αποφάσεως 961/98 αναφέρει, μεταξύ των στοιχείων που πρέπει να περιλαμβάνει το διαλαμβανόμενο στο άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ_, σχέδιο, αναλυτική περιγραφή με «μνεία του αριθμού των εργαζομένων, του συστήματος εργασίας και των εγκαταστάσεων κοινωνικού χαρακτήρα, των εγκαταστάσεων για την ιατρική εργασίας και των εγκαταστάσεων υγιεινής».
40 Το άρθρο 8 της υπουργικής αποφάσεως 961/98 προβλέπει τα εξής:
«Δυνάμει της νομοθεσίας που ισχύει σχετικά με την πρόσβαση σε έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή της δημόσιας διοίκησης, τρίτοι δεόντως προσδιοριζόμενοι μπορούν να ζητήσουν πληροφοριακά στοιχεία ή να υποβάλουν καταγγελία κατά εγκαταστάσεως ή κατά των σχετικών πράξεων ενώπιον της αρμόδιας υπηρεσίας ή της περιφερειακής διευθύνσεως περιβάλλοντος.»
Η κανονιστική ρύθμιση σχετικά με τη διάθεση των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων
41 Το Regulamento de Licenciamento das Actividades de Recolha, Armazenagem, Tratamento Prévio, Regeneraçãο, Recuperaçãο, Combustãο e Incineraçãο dos Óleos Usados (κανονισμός για τη χορήγηση άδειας για τη συλλογή, αποθήκευση, προεπεξεργασία, αναγέννηση, επαναξιοποίηση, καύση και αποτέφρωση χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων) εγκρίθηκε με την Portaria (υπουργική απόφαση) 240/92 της 25ης Μαρτίου 1992 (Diário da República Ι, σειρά Β, αριθ. 71, της 25ης Μαρτίου 1992, στο εξής: κανονισμός που επισυνάφθηκε στην απόφαση 240/92).
42 Το άρθρο 3 του εν λόγω κανονισμού προβλέπει τα εξής:
«1. Τα μητρώα κινήσεως των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων του άρθρου 3, παράγραφοι 1 και 2, του νομοθετικού διατάγματος 88/91, της 23ης Φεβρουαρίου 1991, πρέπει να είναι σύμφωνα με τα υποδείγματα που δημοσιεύθηκαν στο παράρτημα Ι, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του παρόντος κανονισμού, και πρέπει να συμπληρώνονται κάθε τρίμηνο από τους κατόχους, τους συλλέκτες και τους χρήστες των εν λόγω ορυκτελαίων.
2. Οι αναφερόμενες στην προηγούμενη παράγραφο υπηρεσίες πρέπει να αποστέλλουν τα μητρώα στη Γενική Διεύθυνση Ενέργειας [...]».
43 Το άρθρο 9 του κανονισμού που επισυνάφθηκε στην απόφαση 240/92 εξαρτά τη δραστηριότητα της «προεπεξεργασίας» των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων από τη χορήγηση άδειας.
44 Το άρθρο 10, στοιχείο α_, του κανονισμού αυτού, το οποίο αφορά την εξέταση της αιτήσεως για τη χορήγηση αδείας στο πλαίσιο της ασκήσεως της προαναφερθείσας δραστηριότητας, έχει ως εξής:
«Η αίτηση για τη χορήγηση αδείας πρέπει να συνοδεύεται από τα ακόλουθα στοιχεία:
α) τοποθεσία της μονάδας, δυναμικό επεξεργασίας και τεχνολογία της διαδικασίας, που πρέπει να είναι η καλύτερη δυνατή, εφόσον δεν συνεπάγεται υπερβολικό κόστος».
45 Επιπλέον, το άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο στ_, του κανονισμού που επισυνάφθηκε στην απόφαση 240/92 απαιτεί, όσον αφορά τη χορήγηση άδειας για τις δραστηριοτήτες επιχειρήσεων που προβαίνουν στην αναγέννηση χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων, να επισυνάπτεται στην αίτηση για τη χορήγηση άδειας το «σχέδιο της εγκαταστάσεως».
46 Το άρθρο 13, στοιχείο α_, του κανονισμού αυτού έχει ως εξής:
«Το σχέδιο εγκαταστάσεως πρέπει να περιλαμβάνει τα ακόλουθα στοιχεία:
α) αναλυτικο υπόμνημα της εγκαταστάσεως που περιλαμβάνει:
αναλυτική περιγραφή της βιομηχανικής δραστηριότητας, με ειδική αναφορά των τεχνολογικών διαδικασιών, διαγράμματα παρασκευής και συνθήκες υγιεινής,
μνεία για το ονομαστικό δυναμικό παραγωγής της εγκαταστάσεως καθώς και για το προβλεπόμενο ημερήσιο και/ή εβδομαδιαίο δυναμικό παραγωγής,
προσδιορισμό των πρώτων υλών ή όλων των παρεπόμενων υλών που πρέπει να χρησιμοποιηθούν καθώς και των ποσοτήτων τους,
ποσοτική και ποιοτική ένδειξη των υγρών αποβλήτων, των εκπομπών αερίων και των αποβλήτων,
προσδιορισμό των πηγών των εκπομπών, ειδικότερα όσον αφορά τον θόρυβο, τις δονήσεις, τις ακτινοβολίες και τα χημικά μέσα,
περιγραφή των συσκευών, μηχανών και άλλων εξοπλισμών καθώς και των χαρακτηριστικών τους, με μνεία των γενικών ή ειδικών προδιαγραφών που πρέπει να τηρούνται,
ένδειξη της συνολικής προς εγκατάσταση ισχύος,
περιγραφή των πτυχών που αφορούν την οργάνωση της ασφάλειας όσον αφορά την προστασία του περιβάλλοντος, την προστασία προσώπων και αγαθών και τις συνθήκες υγιεινής και ασφάλειας στην εργασία,
[...]
περιγραφή των βιομηχανικών εγκαταστάσεων, περιλαμβανομένων των σχετικών με την αποθήκευση, την καύση, την κινητήρια δύναμη ή την παραγωγή ατμού και των δοχείων αερίου υπό πίεση,
περιγραφή των γενικών χαρακτηριστικών της κατασκευής και της εσωτερικής ολοκληρώσεως μιας βιομηχανικής εγκαταστάσεως,
περιγραφή του συστήματος ανεφοδιασμού με νερό, πόσιμο ή μη πόσιμο, με ποσοτικό προσδιορισμό της προβλεπομένης καταναλώσεως [...],
[...]».
47 Το άρθρο 15, στοιχεία α_ και γ_, του κανονισμού που επισυνάφθηκε στην απόφαση 240/92 προβλέπει τα εξής:
«Η Γενική Διεύθυνση Ενέργειας αποστέλλει, για γνωμοδότηση, εντός προθεσμίας οκτώ εργάσιμων ημερών, αντίγραφο των στοιχείων που προβλέπει το άρθρο 12 στις ακόλουθες υπηρεσίες:
α) Γενική Διεύθυνση Ποιότητας του περιβάλλοντος,
β) Γενική Διεύθυνση πρωτοβάθμιας ιατρικής περίθαλψης,
γ) Γενική Επιθεώρηση εργασίας».
48 Το άρθρο 23 του κανονισμού που επισυνάφθηκε στην απόφαση 240/92 προβλέπει ότι η χρησιμοποίηση χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων ως καυσίμου εξαρτάται από τη χορήγηση άδειας, αρμόδιες για την οποία είναι οι περιφερειακές αντιπροσωπείες του Υπουργείου Βιομηχανίας και Ενέργειας.
49 Το άρθρο 24 του κανονισμού αυτού έχει ως εξής:
«Η αίτηση για τη χορήγηση άδειας πρέπει να συνοδεύεται από τα ακόλουθα στοιχεία:
α) παρουσίαση του σχεδίου [...],
β) αναλυτικό υπόμνημα με μνεία του είδους της βιομηχανίας όπου πραγματοποιείται η καύση,
γ) ισχύ της εγκαταστάσεως σε MW,
δ) φύση της μονάδας που χρησιμοποιεί τα ορυκτέλαια, για παράδειγμα φούρνοι εμμέσου καύσεως, φούρνοι αμέσου καύσεως, γεννήτριες ατμού, καθώς και τις παραμέτρους των διαστάσεων,
ε) είδη καυστήρων,
στ) σύνθεση των προς χρησιμοποίηση χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων,
η) ποσοστό χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων στα μείγματα με άλλα καύσιμα και ποσότητες που καταναλώνονται,
ζ) τοποθεσία της εγκαταστάσεως σε σχέση με τρίτους [...],
ι) πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με τον προορισμό των καταλοίπων της καύσεως.»
50 Το άρθρο 25 του κανονισμού αυτού έχει ως εξής:
«Απαγορεύεται η χρησιμοποίηση χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων ως καυσίμων στη βιομηχανία τροφίμων, ιδίως στα αρτοποιεία, καθώς και στις περιπτώσεις που τα προϊόντα της καύσεως έρχονται σε επαφή με προϊόντα διατροφής.»
51 Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του Decreto-Lei 88/91, της 23ης Φεβρουαρίου 1991 (Diário da República Ι, σειρά Α, αριθ. 45, της 23ης Φεβρουαρίου 1991, στο εξής: νομοθετικό διάταγμα 88/91), έχει ως εξής:
«Απαγορεύεται η αποθήκευση και η εκφόρτωση χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων ή καταλοίπων που προέρχονται από την επεξεργασία τους με βλαπτικές για το έδαφος συνέπειες.»
52 Περαιτέρω, το άρθρο 4, παράγραφος 2, του νομοθετικού διατάγματος 88/91 προβλέπει τα εξής:
«Οι πράξεις μεταφοράς, διαθέσεως και αξιοποιήσεως των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων μπορούν να πραγματοποιηθούν μόνον κατόπιν χορηγήσεως αδείας από τον Γενικό Διευθυντή Ποιότητας του περιβάλλοντος.»
53 Το άρθρο 5 του νομοθετικού διατάγματος 88/91 έχει ως εξής:
«Υπό την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων που ο νόμος έχει αναθέσει σε άλλους οργανισμούς, αρμόδιες για τον έλεγχο της τηρήσεως των διατάξεων του παρόντος νομοθετικού διατάγματος είναι η Γενική Διεύθυνση Ενέργειας και οι περιφερειακές αντιπροσωπείες του Υπουργείου Βιομηχανίας και Ενέργειας».
Η κανονιστική ρύθμιση σχετικά με τα όργανα ελέγχου σε θέματα περιβάλλοντος
54 Τα άρθρα 6, παράγραφοι 1, 2, στοιχείο α_, και 4 του Decreto-Lei 189/93 της 24ης Μα_ου 1993 (Diário da República Ι, σειρά Α, αριθ. 120, της 24ης Μα_ου 1993, στο εξής: νομοθετικό διάταγμα 189/93), με το οποίο εγκρίθηκε ο νόμος περί οργανώσεως της Γενικής Διευθύνσεως Περιβάλλοντος, προβλέπουν τα εξής:
«1. Το Γραφείο επιθεωρήσεων και ελέγχου του περιβάλλοντος είναι αρμόδιο [...] να ασκεί καθήκοντα επιθεωρήσεως και ελέγχου των ενδεχομένως ρυπογόνων δραστηριοτήτων.
2. [Το Γραφείο επιθεωρήσεων και ελέγχου του περιβάλλοντος] είναι αρμόδιο:
α) να επιθεωρεί τις βιομηχανικές εγκαταστάσεις και τις οποιασδήποτε φύσεως πηγές ρυπάνσεως προκειμένου να επαληθεύει την τήρηση της ισχυούσας νομοθεσίας όσον αφορά το περιβάλλον·
[...].
4. Η δραστηριότητα του [Γραφείου επιθεωρήσεων και ελέγχου του περιβάλλοντος] διαρθρώνεται βάσει ετησίου σχεδίου τακτικών επιθεωρήσεων, το οποίο πρέπει να εγκριθεί από τον υπουργό, και, εφόσον είναι αναγκαίο, εκτάκτων επιθεωρήσεων, τα αποτελέσματα των οποίων πρέπει να κοινοποιούνται στον αρμόδιο υπουργό.»
55 Το άρθρο 3 του Decreto-Lei 549/99, της 14ης Δεκεμβρίου 1999 (Diário da República Ι, σειρά A, αριθ. 289, της 14ης Δεκεμβρίου 1999, στο εξής: νομοθετικό διάταγμα 549/99), με το οποίο εγκρίθηκε ο νόμος για την οργάνωση της Γενικής Επιθεωρήσεως Περιβάλλοντος, προβλέπει τα εξής:
«Η Γενική Επιθεώρηση Περιβάλλοντος [...] εγγυάται την τήρηση των νομοθετικών κανόνων που έχουν επίδραση στο περιβάλλον και τη διοικητική νομιμότητα στον τομέα των υπηρεσιών που εξαρτώνται από το Υπουργείου Περιβάλλοντος.»
56 «Η [Γενική Επιθεώρηση Περιβάλλοντος] είναι αρμόδια:
να ελέγχει την τήρηση των νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων στους τομείς που έχουν επιπτώσεις στο περιβάλλον και να επιθεωρεί τις εγκαταστάσεις, τα γραφεία ή τις δραστηριότητες που διέπονται από τις διατάξεις αυτές».
57 Το άρθρο 13 του νομοθετικού διατάγματος 544/99 έχει ως εξής:
«1. Η [Γενική Επιθεώρηση Περιβάλλοντος] και οι λοιπές υπηρεσίες με αρμοδιότητες επιθεωρήσεως έχουν την υποχρέωση να συνεργάζονται μεταξύ τους ανάλογα με τα αντίστοιχα καθήκοντα και τις αρμοδιότητες που τους αναθέτει ο νόμος, χρησιμοποιώντας τους πλέον κατάλληλους προς τούτο μηχανισμούς.
2. Η [Γενική Επιθεώρηση Περιβάλλοντος] μπορεί να ζητήσει από τα δημοτικά επιμελητήρια και από υπηρεσίες που εξαρτώνται από άλλους κυβερνητικούς φορείς πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με τις διαδικασίες χορηγήσεως αδειών για τις δραστηριότητες που έχουν επιπτώσεις στο περιβάλλον.»
58 Το άρθρο 2 του Decreto-Lei 236/97 της 3ης Σεπτεμβρίου 1997 (Diário da República Ι, σειρά Α, αριθ. 203 της 3ης Σεπτεμβρίου 1997, στο εξής: νομοθετικό διάταγμα 236/97), έχει ως εξής:
«1. Το Ινστιτούτο αποβλήτων είναι επιφορτισμένο με την εφαρμογή της εθνικής πολιτικής στον τομέα των αποβλήτων και με τη διασφάλιση της τηρήσεως των τεχνικών κανόνων και προδιαγραφών.
2. Το Ινστιτούτο αποβλήτων πραγματοποιεί διατομεακές δράσεις, ειδικότερα με τους αρμόδιους οργανισμούς των Υπουργείων Γεωργίας, Γεωργικής Ανάπτυξης και Αλιείας, Οικονομικών και Υγείας, όσον αφορά αντιστοίχως τα γεωργικά, βιομηχανικά και νοσοκομειακά απόβλητα.»
Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
59 Με έγγραφα της 8ης Μαρτίου 1991, της 13ης Απριλίου 1992, της 11ης Δεκεμβρίου 1992 και της 18ης Απριλίου 1994, η Πορτογαλική Κυβέρνηση γνωστοποίησε στην Επιτροπή ότι η οδηγία 75/439 μεταφέρθηκε στην εσωτερική έννομη τάξη με το νομοθετικό διάταγμα 88/91, την υπουργική απόφαση 240/92 και την Portaria (υπουργική απόφαση) 1028/92, της 5ης Νοεμβρίου 1992 (Diário da República Ι, σειρά Β, αριθ. 256, της 5ης Νοεμβρίου 1992), καθώς και με το Despacho conjunto (διυπουργική απόφαση) των Υπουργών Βιομηχανίας και Ενέργειας και Περιβάλλοντος και Φυσικών Πόρων, της 26ης Απριλίου 1993 (Diário da República ΙΙ, 115, της 18ης Μα_ου 1993).
60 Κατόπιν εξετάσεως των κοινοποιηθεισών εθνικών διατάξεων, η Επιτροπή έκρινε ότι αυτές δεν εξασφάλιζαν την ορθή και πλήρη μεταφορά της οδηγίας 75/439 στην εσωτερική έννομη τάξη. Συνεπώς, κίνησε τη διαδικασία του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 226 ΕΚ) και, με έγγραφο της 4ης Ιουλίου 1994, απηύθηνε στη Πορτογαλική Κυβέρνηση έγγραφο οχλήσεως προκειμένου να της υποβάλει τις παρατηρήσεις της.
61 Με έγγραφο της 26ης Οκτωβρίου 1994, η Πορτογαλική Κυβέρνηση απάντησε δικαιολογώντας της θέση της.
62 Εκτιμώντας ότι οι εξηγήσεις της Πορτογαλικής Κυβερνήσεως δεν ήταν ικανοποιητικές και ότι υφίστατο παράβαση του κοινοτικού δικαίου, η Επιτροπή απηύθυνε, στις 27 Νοεμβρίου 1997, στην Πορτογαλική Δημοκρατία αιτιολογημένη γνώμη, καλώντας την να συμμορφωθεί προς αυτήν εντός δύο μηνών από της κοινοποιήσεώς της.
63 Με απάντηση της 25ης Φεβρουαρίου 1998, η Πορτογαλική Κυβέρνηση ενέμεινε στη θέση της.
64 Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή αποφάσισε να ασκήσει την παρούσα προσφυγή.
Επί της ουσίας
Επί της παραλείψεως μεταφοράς του άρθρου 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 75/439, κατά το μέτρο που η χορήγηση άδειας για τη χρησιμοποίηση χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων ως καυσίμου εξαρτάται από τη λήψη όλων των κατάλληλων για την προστασία της υγείας μέτρων
Επιχειρήματα των διαδίκων
65 Με το πρώτο σκέλος της πρώτης της αιτιάσεως, η Επιτροπή προσάπτει στην Πορτογαλική Δημοκρατία την παράλειψη λήψεως μέτρων που να διασφαλίζουν ότι η χορήγηση από τις αρμόδιες εθνικές αρχές της απαιτούμενης βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 75/439 άδειας στις επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν χρησιμοποιημένα ορυκτέλαια ως καύσιμα θα εξαρτάται από τη λήψη όλων των κατάλληλων για την προστασία της υγείας μέτρων.
66 Η Επιτροπή τονίζει, εκ προοιμίου, ότι, για την τήρηση της επιταγής περί ασφάλειας δικαίου, το σύστημα για τη χορήγηση άδειας διαθέσεως χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων πρέπει να είναι επαρκώς σαφές και συγκεκριμένο, ώστε να μπορούν όλες οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις να γνωρίζουν, με την απαιτούμενη βεβαιότητα, ότι η αίτηση για τη χορήγηση της άδειας πρέπει να καλύπτει τις πτυχές της προστασίας της υγείας και ότι η αρμόδια αρχή οφείλει να λαμβάνει υπόψη της το κριτήριο αυτό ως προϋπόθεση για τη χορήγηση της άδειας. Ισχυρίζεται ότι δεν αντιλαμβάνεται σαφώς ποιες από τις διατάξεις της πορτογαλικής κανονιστικής ρυθμίσεως διέπουν την υποβολή των αιτήσεων για τη χορήγηση άδειας όσον αφορά τη χρησιμοποίηση χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων ως καυσίμων.
67 Ειδικότερα, η Επιτροπή παρατηρεί ότι η κανονιστική ρύθμιση σχετικά με τη χορήγηση άδειας «για τη συλλογή, αποθήκευση, προεπεξεργασία, αναγέννηση, επαναξιοποίηση, καύση και αποτέφρωση χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων», ήτοι ο κανονισμός που επισυνάφθηκε στην απόφαση 240/92, δεν περιέχει καμία διάταξη για την προστασία της υγείας στο πλαίσιο της χρησιμοποιήσεως χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων ως καυσίμων, με μοναδική εξαίρεση το άρθρο 25 του κανονισμού αυτού, που απλώς και μόνον απαγορεύει τη χρησιμοποίησή τους στη βιομηχανία τροφίμων.
68 Συναφώς, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, ακόμη και όσον αφορά τις επιχειρήσεις που, κατά τους ισχυρισμούς της Πορτογαλικής Κυβερνήσεως, έχουν ήδη λάβει άδεια κατ' εφαρμογή του κανονισμού που επισυνάφθηκε στην απόφαση 240/92, αφού υπέβαλαν σχέδιο εγκαταστάσεως που να καλύπτει τις πτυχές της προστασίας της υγείας, η οικεία Κυβέρνηση δεν αναφέρει βάσει ποιας διατάξεως του εν λόγω κανονισμού υποχρεώθηκαν οι επιχειρήσεις αυτές να υποβάλουν το προαναφερθέν σχέδιο.
69 Αντιθέτως, η Πορτογαλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι με την εθνική κανονιστική ρύθμιση επιτυγχάνεται ο σκοπός του άρθρου 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 75/439, συνιστάμενος στη διασφάλιση του ότι η κατάρτιση του σχετικού με τη χορήγηση της άδειας φακέλου παρέχει τη δυνατότητα στις αρμόδιες αρχές να διαπιστώνουν, προτού αποφανθούν, αν πληρούνται οι «απαιτούμενες για την προστασία της υγείας προϋποθέσεις». Σε αντίθεση προς ό,τι υποστηρίζει η Επιτροπή, ο σκοπός αυτός μπορεί να επιτευχθεί με διάφορους τρόπους που δεν προϋποθέτουν κατ' ανάγκη τη ρητή καθιέρωση της υποχρεώσεως της ενδιαφερομένης επιχειρήσεως να επισυνάψει στην αίτησή της για τη χορήγηση της άδειας περιγραφή των σχετικών με την προστασία της υγείας στοιχείων. Συγκεκριμένα, στο πορτογαλικό δίκαιο υφίστανται νομικοί κανόνες που έχουν περιεχόμενο όμοιο με αυτό του άρθρου 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 75/439, μολονότι οι κανόνες αυτοί δεν αποτελούν τμήμα της εθνικής νομοθεσίας για τη μεταφορά της εν λόγω οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη.
70 Κατά την Πορτογαλική Κυβέρνηση, η προστασία της υγείας δεν μνημονεύεται ρητώς στον κανονισμό που επισυνάφθηκε στην απόφαση 240/92 για τον λόγο ότι ο κανονισμός αυτός αφορά επιχειρήσεις που συνήθως έχουν ήδη λάβει άδεια ή που πρέπει να τη λάβουν προκειμένου να ασκούν κύρια βιομηχανική δραστηριότητα. Επομένως, οι επιχειρήσεις αυτές οφείλουν να τηρούν τις διατάξεις που διέπουν τη χορήγηση άδειας για την άσκηση βιομηχανικής δραστηριότητας και οι οποίες λαμβάνουν υπόψη την πτυχή αυτή.
71 Συναφώς, η Πορτογαλική Κυβέρνηση παραπέμπει στα άρθρα 4 και 5 του νομοθετικού διατάγματος 109/91, καθώς και στο άρθρο του 9, παράγραφοι 2 και 5, που διασφαλίζουν ότι, για τη χορήγηση της σχετικής άδειας, λαμβάνονται υποχρεωτικώς υπόψη οι προϋποθέσεις και οι απαιτήσεις που επιβάλλουν οι αρμόδιοι σε θέματα υγείας, υγιεινής και ασφάλειας της εργασίας φορείς, τους οποίους συμβουλεύεται η χορηγούσα την άδεια αρχή. Επιπλέον, το άρθρο 13 του εν λόγω νομοθετικού διατάγματος επιβάλλει, ιδίως εφόσον διαπιστωθεί κατάσταση σοβαρού κινδύνου για την υγεία, την άμεση λήψη μέτρων για την πρόληψη ή την εξάλειψή του.
72 Η Κυβέρνηση αυτή επικαλείται, επίσης, το άρθρο 2, σημείο 4, της αποφάσεως 314/94, το οποίο προβλέπει ότι η αίτηση για τη χορήγηση άδειας ιδρύσεως εγκαταστάσεως ή τροποποιήσεως βιομηχανικής εγκαταστάσεως πρέπει να συνοδεύεται από σχετική με τους κινδύνους μελέτη, υποβαλλόμενη βάσει του κατάλληλου υποδείγματος και περιέχουσα, σύμφωνα με τα επισυναπτόμενα στην εν λόγω απόφαση υποδείγματα αριθ. 2, σημεία 10 έως 13, και 3, σημεία 7 έως 10, περιγραφή των πτυχών που αφορούν την οργάνωση των συνθηκών ασφάλειας και υγιεινής της εργασίας.
73 Κατά την Πορτογαλική Κυβέρνηση, πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη η απόφαση 961/98 που, κατά την άποψή της, εξαρτά τις πράξεις αποθηκεύσεως, επεξεργασίας, αξιοποιήσεως και διαθέσεως των αποβλήτων από προηγούμενη άδεια του Υπουργού Περιβάλλοντος. Παραπέμποντας περαιτέρω στο άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ_, της αποφάσεως αυτής, σε συνδυασμό με το παράρτημά της ΙΙ, η Πορτογαλική Κυβέρνηση επισημαίνει ότι μεταξύ των δικαιολογητικών, που πρέπει να προσκομιστούν προς στήριξη της αιτήσεως για τη χορήγηση άδειας, περιλαμβάνεται και η περιγραφή αρκετών στοιχείων ικανών να εξασφαλίσουν τη λήψη μέτρων για την προστασία της υγείας, όπως εγκαταστάσεις κοινωνικού χαρακτήρα, εγκαταστάσεις υγιεινής και εγκαταστάσεις για την ιατρική εργασίας και, γενικότερα, περιλαμβάνονται όλες οι απαιτήσεις σχετικά με τον προσδιορισμό και την επεξεργασία αποβλήτων.
74 Όσον αφορά τα άρθρα 4 και 5 του νομοθετικού διατάγματος 109/91, η Επιτροπή απαντά ότι οι διατάξεις αυτές, οι οποίες επιβάλλουν, αντιστοίχως, γενικό καθήκον ασφάλειας και γενικό καθήκον προλήψεως των κινδύνων, αφορούν την άσκηση αυτής καθεαυτή της βιομηχανικής δραστηριότητας και δεν υποχρεώνουν οπωσδήποτε την ενδιαφερόμενη επιχείρηση να συνάψει στην αίτηση για τη χορήγηση της άδειας περιγραφή των πτυχών που αφορούν την προστασία της υγείας, πράγμα που ισχύει επίσης για το άρθρο 9 του εν λόγω νομοθετικού διατάγματος.
75 Η Επιτροπή προσθέτει ότι ούτε το άρθρο 13 του νομοθετικού διατάγματος 109/91 καθιερώνει τέτοια υποχρέωση για την ενδιαφερόμενη επιχείρηση. Συγκεκριμένα, προβλέποντας τη δυνατότητα να ανασταλεί η παραγωγή και να κλείσει προσωρινά το σύνολο ή μέρος της εγκαταστάσεως, η διάταξη αυτή αφορά, προφανώς, μια κατάσταση κινδύνου που διαπιστώνεται κατά την άσκηση της βιομηχανικής δραστηριότητας.
76 Κατά την Επιτροπή, μόνον η απόφαση 961/98 προβλέπει ρητά ότι η αίτηση για τη χορήγηση άδειας πρέπει να περιλαμβάνει τις σχετικές με την προστασία της υγείας πτυχές. Εντούτοις, η απόφαση αυτή δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας λόγω παραβάσεως, δεδομένου ότι τέθηκε σε ισχύ, δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 2, του Lei (νόμου) 74/98, της 11ης Νοεμβρίου 1998 (Diário da República Ι, σειρά Α, αριθ. 261, της 11ης Νοεμβρίου 1998), μόλις στις 15 Νοεμβρίου 1998, ήτοι μετά τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
77 Πρώτον, πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως προκύπτει από το κείμενο του άρθρου 6 της οδηγίας 75/439, η διάταξη αυτή δεν αναφέρει απλώς και μόνον τα στοιχεία που η αρμόδια αρχή πρέπει να λάβει υπόψη της προκειμένου να χορηγήσει άδεια σε επιχείρηση που επιθυμεί να ασκήσει δραστηριότητα διαθέσεως χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων, αλλά εξαρτά ρητά τη χορήγηση της άδειας αυτής από μια ειδική προϋπόθεση, ήτοι τη λήψη όλων των αναγκαίων για την προστασία του περιβάλλοντος και της υγείας μέτρων.
78 Συγκεκριμένα, ναι μεν το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής απλώς και μόνον καθιστά υποχρεωτική τη χορήγηση άδειας για την άσκηση της εν λόγω δραστηριότητας, η οποία χορηγείται, εφόσον είναι αναγκαίο, κατόπιν εξετάσεως των εγκαταστάσεων της ενδιαφερομένης επιχειρήσεως, αλλά από την παράγραφο 2 της διατάξεως αυτής προκύπτει σαφώς ότι η άδεια αυτή χορηγείται μόνον αν η αρμόδια αρχή έχει βεβαιωθεί ότι έχουν ληφθεί όλα τα αναγκαία μέτρα.
79 Επομένως, στο πλαίσιο του συστήματος που τα κράτη μέλη οφείλουν, δυνάμει του άρθρου 6 της οδηγίας 75/439, να θεσπίσουν στην εσωτερική τους έννομη τάξη για τη χορήγηση άδειας, η εφαρμογή των απαιτούμενων μέτρων πρέπει να συνιστά μια εκ των ουκ άνευ προϋπόθεση για τη χοηρήγηση της σχετικής αδείας.
80 Δεύτερον, επιβάλλεται να υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο ναι μεν έκρινε ότι η μεταφορά μιας οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο δεν απαιτεί τυπική και κατά γράμμα επανάληψη των διατάξεων της οδηγίας σε ειδική και ρητή νομοθετική διάταξη, αλλά αρκεί, σε συνάρτηση με το περιεχόμενό της, ένα γενικό νομικό πλαίσιο, υπό την προϋπόθεση όμως ότι αυτό εξασφαλίζει αποτελεσματικά την πλήρη εφαρμογή της οδηγίας κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο τόνισε ότι είναι ιδιαιτέρως σημαντικό, για την τήρηση της επιταγής περί ασφάλειας δικαίου, οι διατάξεις μιας οδηγίας να τίθενται σε εφαρμογή με αναμφισβήτητη δεσμευτική ισχύ, ώστε η νομική κατάσταση των ιδιωτών να είναι σαφής και συγκεκριμένη και να τους επιτρέπει να γνωρίζουν το πλήρες περιεχόμενο των δικαιωμάτων τους (βλ., υπ' αυτή την έννοια, αποφάσεις της 13ης Μαρτίου 1997, C-197/96, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 1997, σ, Ι-1489, σκέψη 15, και της 15ης Νοεμβρίου 2001, C-49/00, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 2001, σ. Ι-8575, σκέψη 21).
81 Κατόπιν των προεκτεθέντων, πρέπει να εξεταστεί αν οι εθνικές διατάξεις που επικαλείται η Πορτογαλική Κυβέρνηση εξασφαλίζουν την ορθή μεταφορά του άρθρου 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 75/439.
82 Όσον αφορά, κατ' αρχάς, το νομοθετικό διάταγμα 109/91, πρέπει να σημειωθεί ότι, ναι μεν τα άρθρα 4 και 5 μπορούν να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι επιβάλλουν στον βιομήχανο που επιθυμεί να χρησιμοποιήσει χρησιμοποιημένα ορυκτέλαια ως καύσιμο την υποχρέωση να λάβει τα κατάλληλα μέτρα σχετικά με την ασφάλεια και την πρόληψη των κινδύνων, ουδόλως όμως προβλέπουν ότι η χορήγηση της άδειας που απαιτείται για την εν λόγω δραστηριότητα εξαρτάται από την πρακτική εφαρμογή των εν λόγω μέτρων.
83 Το άρθρο 9, παράγραφοι 2 και 5, του νομοθετικού διατάγματος 109/91 προβλέπει, ασφαλώς, ότι η αρχή που εξετάζει την αίτηση για τη χορήγηση αδείας πρέπει να συμβουλεύεται τους φορείς που έχουν καθήκοντα στον βιομηχανικό τομέα, σε θέματα περιβάλλοντος, υγείας και υγιεινής και ασφάλειας στην εργασία, και ότι οι φορείς αυτοί μπορούν να επιβάλλουν όρους που αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της άδειας που θα χορηγηθεί.
84 Εντούτοις, η εν λόγω διαδικασία διαβουλεύσεως, η οποία, κατά το άρθρο 9, παράγραφος 2, του εν λόγω νομοθετικού διατάγματος, εφαρμόζεται οσάκις αυτό απαιτείται από την ισχύουσα νομοθεσία, ουδόλως εξασφαλίζει ότι η άδεια για τη χρησιμοποίηση χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων ως καυσίμων θα χορηγηθεί μόνο στις επιχειρήσεις που έχουν λάβει όλα τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία της υγείας.
85 Η ίδια διαπίστωση ισχύει, εξάλλου, και για τα συντηρητικά μέτρα που μπορούν να λάβουν οι αρμόδιες αρχές δυνάμει του άρθρου 13 του νομοθετικού διατάγματος 109/91, προκειμένου να αντιδράσουν σε καταστάσεις κινδύνου που εκδηλώνονται κατά την άσκηση της δραστηριότητας μιας επιχειρήσεως που χρησιμοποιεί χρησιμοποιημένα ορυκτέλαια ως καύσιμο.
86 Ακολούθως, όσον αφορά το άρθρο 2, σημείο 4, της αποφάσεως 314/94, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, ναι μεν η μελέτη των κινδύνων η οποία πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο αυτό, να συνοδεύει την αίτηση για τη χορήγηση άδειας, μπορεί να παράσχει στην αρμόδια αρχή στοιχεία που θα τη βοηθήσουν στην εκτίμησή της, η διάταξη όμως αυτή δεν εξαρτά τη χορήγηση της άδειας από την προϋπόθεση να έχει λάβει η οικεία επιχείρηση όλα τα κατάλληλα για την προστασία της υγείας μέτρα.
87 Τέλος, όσον αφορά τις διατάξεις της αποφάσεως 961/96 τις οποίες επικαλείται η Πορτογαλική Κυβέρνηση, αρκεί να σημειωθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με την κατάσταση του κράτους μέλους όπως είχε κατά τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη και οι αλλαγές που επήλθαν στη συνέχεια δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο (βλ., ιδίως, την απόφαση της 14ης Ιουνίου 2001, C-473/99, Επιτροπή κατά Αυστρίας, Συλλογή 2001, σ. Ι-4527, σκέψη 13).
88 Δεν αμφισβητείται ότι η απόφαση 961/98 τέθηκε σε ισχύ μετά τη λήξη της προθεσμίας των δύο μηνών που είχε ταχθεί με την αιτιολογημένη γνώμη. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, σύμφωνα με την παρατεθείσα στην προηγούμενη σκέψη νομολογία, η απόφαση αυτή, μολονότι συνιστά ορθή μεταφορά του άρθρου 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 75/439 στην εσωτερική έννομη τάξη, δεν ασκεί επιρροή στο πλαίσιο της παρούσας προσφυγής.
89 Επομένως, ακόμη και αν υποτεθεί ότι οι αρμόδιες αρχές υποχρεώνουν, όπως προβλέπει το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 75/439, την επιχείρηση που επιθυμεί να χρησιμοποιεί χρησιμοποιημένα ορυκτέλαια ως καύσιμο να έχει λάβει όλα τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία της υγείας προτού της χορηγήσει την απαιτούμενη άδεια, η υποχρέωση αυτή δεν απορρέει από δεσμευτική εθνική διάταξη με την απαιτούμενη ειδικότητα, ακρίβεια και σαφήνεια, οπότε, κατά την υπομνησθείσα στη σκέψη 80 της παρούσας αποφάσεως νομολογία, το άρθρο αυτό δεν μεταφέρθηκε ορθά εντός της ταχθείσας προθεσμίας.
90 Συνεπώς, το πρώτο σκέλος της πρώτης αιτιάσεως της Επιτροπής πρέπει να γίνει δεκτό.
Επί της παραλείψεως μεταφοράς στην εσωτερική έννομη τάξη του άρθρου 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 75/439, κατά το μέτρο που εξαρτά τη χορήγηση άδειας για τη διάθεση των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων από την προϋπόθεση να έχει χρησιμοποιηθεί η καλύτερη διατιθέμενη τεχνολογία εφόσον δεν συνεπάγεται υπερβολικό κόστος
Επιχειρήματα των διαδίκων
91 Με το δεύτερο σκέλος της πρώτης της αιτιάσεως, η Επιτροπή προσάπτει στην Πορτογαλική Δημοκρατία την παράλειψη λήψεως μέτρων που να διασφαλίζουν ότι η χορήγηση από τις αρμόδιες εθνικές αρχές της απαιτούμενης δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 75/439 άδειας τόσο στις επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν χρησιμοποιημένα ορυκτέλαια όσο και σε αυτές που τα χρησιμοποιούν ως καύσιμα εξαρτάται από την προϋπόθεση χρησιμοποιήσεως της καλύτερης διατιθέμενης τεχνολογίας εφόσον δεν συνεπάγεται υπερβολικό κόστος.
92 Όσον αφορά, αφενός, τις επιχειρήσεις που ζητούν άδεια ασκήσεως της δραστηριότητας αναγεννήσεως χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων, η Επιτροπή παρατηρεί ότι το άρθρο 13, στοιχείο α_, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού που επισυνάφθηκε στην απόφαση 240/92 προβλέπει απλώς και μόνον ότι το υπόμνημα για την περιγραφή της εγκαταστάσεως πρέπει να περιλαμβάνει «αναλυτική περιγραφή της βιομηχανικής δραστηριότητας, με ειδική αναφορά των τεχνολογικών διαδικασιών», χωρίς να διευκρινίζει στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις ότι η άδεια ασκήσεως της δραστηριότητας αναγεννήσεως χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων θα τους χορηγηθεί μόνον αν τηρηθεί η προβλεπόμενη στο άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 75/439 απαίτηση, ήτοι «η χρήση της καλύτερης διατιθέμενης τεχνολογίας, εφόσον δεν συνεπάγεται υπερβολικό κόστος». Επομένως, η προαναφερθείσα διάταξη του κανονισμού που επισυνάφθηκε στην απόφαση 240/92 δεν προβλέπει ρητώς και σαφώς την εν λόγω απαίτηση.
93 Υπενθυμίζοντας, συναφώς, ότι το άρθρο 10, στοιχείο α_, του κανονισμού που επισυνάφθηκε στην απόφαση 240/92 προβλέπει ότι η αίτηση για τη χορήγηση άδειας ασκήσεως της δραστηριότητας της προηγούμενης επεξεργασίας χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων πρέπει να συνοδεύεται, μεταξύ άλλων, από στοιχεία σχετικά με την «τεχνολογία της διαδικασίας, που πρέπει να είναι η καλύτερη διατιθέμενη, εφόσον δεν συνεπάγεται υπερβολικό κόστος», η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι δεν γίνεται αντιληπτός ο λόγος για τον οποίο ο πορτογάλος νομοθέτης έκρινε την ως άνω ρητή αναφορά κατάλληλη για τη διαδικασία χορηγήσεως άδειας για τη δραστηριότητα της προηγούμενης επεξεργασίας χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων και ακατάλληλη για τη διαδικασία χορηγήσεως άδειας για τη δραστηριότητα αναγεννήσεως των ίδιων ορυκτελαίων.
94 Όσον αφορά, αφετέρου, τις επιχειρήσεις που ζητούν άδεια για τη χρησιμοποίηση χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων ως καυσίμου, η Επιτροπή επισημαίνει ότι η νομοθεσία που της κοινοποιήθηκε δεν περιείχε καμία αναφορά στη χρησιμοποίηση της καλύτερης διατιθέμενης τεχνολογίας ως προϋποθέσεως για τη χορήγηση της εν λόγω άδειας.
95 Η Πορτογαλική Κυβέρνηση υπενθυμίζει εκ προοιμίου ότι, δυνάμει του άρθρου 189 της Συνθήκης, οι οδηγίες δεσμεύουν τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται, όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αφήνοντας στις εθνικές αρχές την επιλογή του τύπου και των μέσων. Συνεπώς, η Επιτροπή δεν μπορεί να επιβάλλει τον τύπο ή τα μέσα που κρίνει ως τα πλέον κατάλληλα για τη μεταφορά μιας κοινοτικής οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη. Συγκεκριμένα, είναι αρμόδια απλώς να εξετάσει αν η εθνική νομοθεσία ανταποκρίνεται στον επιδιωκόμενο από τον κοινοτικό νομοθέτη σκοπό.
96 Περαιτέρω, η εν λόγω Κυβέρνηση θεωρεί εσφαλμένη την προβαλλόμενη από την Επιτροπή ερμηνεία του άρθρου 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 75/439, κατά την οποία η διάταξη αυτή απαιτεί από την εθνική νομοθεσία να καθιερώνει τον επιδιωκόμενο σκοπό ως προϋπόθεση για τη χορήγηση της άδειας. Κατά την άποψή της, το σημαντικό για τη μεταφορά της διατάξεως αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη είναι να διεξάγεται η διαδικασία για τη χορήγηση της άδειας βάσει στοιχείων ή επιμέρους διαδικασιών που να παρέχουν στην αρμόδια αρχή τη δυνατότητα να εξετάσει, προτού αποφανθεί, αν πληρούνται οι προϋποθέσεις «χρησιμοποιήσεως της καλύτερης διατιθέμενης τεχνολογίας εφόσον δεν συνεπάγεται υπερβολικό κόστος».
97 Συναφώς, η Πορτογαλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η έννοια «καλύτερη διατιθέμενη τεχνολογία, εφόσον δεν συνεπάγεται υπερβολικό κόστος» προβλέπεται, είτε ρητά είτε σιωπηρά, για όλες τις διαδικασίες χορηγήσεως αδειών που ισχύουν στο εθνικό της δίκαιο.
98 Όσον αφορά, αφενός, τη δραστηριότητα αναγεννήσεως χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων, η Πορτογαλική Κυβέρνηση επισημαίνει ότι τα πληροφοριακά στοιχεία που πρέπει να περιλαμβάνει, δυνάμει του άρθρου 13, στοιχείο α_, του κανονισμού που επισυνάφθηκε στην απόφαση 240/92, η περιγραφή της εγκαταστάσεως είναι επαρκώς λεπτομερή ώστε να παρέχουν στις υπηρεσίες που χορηγούν την άδεια τη δυνατότητα να εκτιμούν σφαιρικά την προτεινόμενη διαδικασία, κατά τρόπο που να καθορίζεται με ακρίβεια αν στην εγκατάσταση πρόκειται πράγματι να χρησιμοποιηθεί η καλύτερη διατιθέμενη τεχνολογία εφόσον δεν συνεπάγεται υπερβολικό κόστος. Κατά την άποψη της Κυβερνήσεως αυτής, οι αιτούντες γνωρίζουν έτσι σαφώς με πόση λεπτομέρεια θα αξιολογηθούν τα σχέδια, αποτέλεσμα που δεν θα επιτύγχανε η εθνική κανονιστική ρύθμιση αν περιείχε απλώς και μόνο ρητή μνεία στην «καλύτερη διατιθέμενη τεχνολογία εφόσον δεν συνεπάγεται υπερβολικό κόστος».
99 Η Πορτογαλική Κυβέρνηση αναφέρεται, επιπλέον, στο άρθρο 15 του κανονισμού που επισυνάφθηκε στην απόφαση 240/92, το οποίο προβλέπει ότι ο φάκελος της αιτήσεως για τη χορήγηση άδειας ασκήσεως της δραστηριότητας αναγεννήσεως χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων αποστέλλεται για γνωμοδότηση, μεταξύ άλλων, στη Γενική Διεύθυνση για την ποιότητα του περιβάλλοντος, τις αρμοδιότητες της οποίας ασκεί επί του παρόντος το Ινστιτούτο αποβλήτων. Η Πορτογαλική Κυβέρνηση εξηγεί ότι, στη συνέχεια, το Ινστιτούτο αποβλήτων θα πρέπει να λάβει οπωσδήποτε υπόψη του την ανάγκη να χρησιμοποιεί την «καλύτερη διατιθέμενη τεχνολογία εφόσον δεν συνεπάγεται υπερβολικό κόστος», δυνάμει του νομοθετικού διατάγματος 239/97, το άρθρο 4, παράγραφος 1, του οποίου προβλέπει ότι η διαχείριση των αποβλήτων αφορά κατά προτεραιότητα την πρόληψη ή τη μείωση της παραγωγής ή της βλαβερότητας των αποβλήτων, ειδικότερα με την αναχρησιμοποίησή τους και τη μεταβολή των διαδικασιών παραγωγής, μέσω της εφαρμογής φιλικότερων προς το περιβάλλον τεχνολογιών.
100 Η Πορτογαλική Κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι, στο πλαίσιο της ρυθμίσεως σχετικά με την προηγούμενη επεξεργασία χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων, ο νομοθέτης, αντί να απαιτήσει να συνοδεύεται η αίτηση για τη χορήγηση της άδειας από αναλυτική περιγραφή της τεχνολογικής διαδικασίας, παραπέμπει απλώς, με το άρθρο 10, στοιχείο α_, του κανονισμού που επισυνάφθηκε στην απόφαση 240/92, στην έννοια της χρησιμοποιήσεως της καλύτερης διατιθέμενης τεχνολογίας εφόσον δεν συνεπάγεται υπερβολικό κόστος. Επισημαίνει, εντούτοις, ότι πρόκειται για μια επιλογή νομοθετικής τεχνικής του εθνικού νομοθέτη, την οποία η Επιτροπή δεν μπορεί να επικρίνει, δεδομένου ότι η έννοια «φιλικότερες προς το περιβάλλον τεχνολογίες» του άρθρου 4, παράγραφος 1, του νομοθετικού διατάγματος 239/97 είναι, τελικά, απαιτητικότερη. Η εν λόγω κυβέρνηση προσθέτει ότι, δεδομένου ότι δεν υπάρχουν καθαρές τεχνολογίες, αποδείχθηκε ότι η έννοια «καλύτερη διατιθέμενη τεχνολογία» ανταποκρινόταν καλύτερα στα πράγματα και ότι, εν πάση περιπτώσει, η βασική ανησυχία που ενυπάρχει και στις δύο έννοιες είναι η καθιέρωση τεχνολογιών φιλικότερων προς το περιβάλλον.
101 Όσον αφορά, αφετέρου, τη χρησιμοποίηση χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων ως καυσίμων, η Πορτογαλική Κυβέρνηση τονίζει ότι ο σκοπός της χρησιμοποιήσεως της «καλύτερης διατιθέμενης τεχνολογίας εφόσον δεν συνεπάγεται υπερβολικό κόστος» καθιερώνεται με την περί χορηγήσεως βιομηχανιών αδειών πορτογαλική νομοθεσία, η οποία αφορά όλες τις σχετικές βιομηχανικές εγκαταστάσεις, εφόσον όλες οφείλουν να κατέχουν βιομηχανική άδεια.
102 Ειδικότερα, η Πορτογαλική Κυβέρνηση επικαλείται την τέταρτη αιτιολογική σκέψη του νομοθετικού διατάγματος 109/91, καθώς και το άρθρο του 4, το οποίο προβλέπει ότι η βιομηχανική δραστηριότητα πρέπει να ασκείται λαμβάνοντας υπόψη το υφιστάμενο επίπεδο τεχνολογικής ανάπτυξης. Η εν λόγω κυβέρνηση αναφέρεται, επίσης, στο άρθρο 2, σημείο 4, στοιχείο β_, της αποφάσεως 314/94, σε συνδυασμό με το υπόδειγμα 2 που έχει επισυναφθεί στην ίδια απόφαση, από το οποίο προκύπτει ότι η μελέτη των κινδύνων, η οποία συνοδεύει υποχρεωτικά το σχέδιο της εγκαταστάσεως, περιέχει την επιλογή των τεχνολογιών που παρέχουν τη δυνατότητα να αποφευχθεί ή να μειωθεί η χρησιμοποίηση επικίνδυνων συσκευών ή προϊόντων.
103 Με το υπόμνημά της απαντήσεως η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η έκφραση «λαμβάνοντας υπόψη το υφιστάμενο επίπεδο τεχνολογικής ανάπτυξης» του άρθρου 4 του νομοθετικού διατάγματος 109/91 είναι ασαφής και δεν παρέχει, αφ' εαυτής, τη δυνατότητα να προσδιοριστούν με την απαιτούμενη ακρίβεια τα μέτρα που πρέπει να λάβουν οι επιχειρήσεις προκειμένου να ασκούν τη βιομηχανική τους δραστηριότητα σύμφωνα με το «υφιστάμενο επίπεδο τεχνολογικής ανάπτυξης». Ειδικότερα, ακόμα και αν υποτεθεί ότι το «υφιστάμενο επίπεδο τεχνολογικής ανάπτυξης» είναι το υψηλότερο, η έφραση «λαμβάνοντας υπόψη» δεν διευκρινίζει ούτε την έκταση των μέτρων αυτών ούτε αν η χρησιμοποίηση της καλύτερης διατιθέμενης τεχνολογίας, εφόσον δεν συνεπάγεται υπερβολικό κόστος, είναι υποχρεωτική. Επιπλέον, αντίθετα προς τις διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 75/439, με τη διατύπωση αυτή δεν γίνεται αναφορά στο γεγονός ότι η χρησιμοποίηση της καλύτερης διατιθέμενης τεχνολογίας απαιτείται υπό την προϋπόθεση ότι δεν συνεπάγεται υπερβολικό κόστος.
104 Όσον αφορά, επιπλέον, τα επιχειρήματα σχετικά με τη διαβούλευση με το Ινστιτούτο αποβλήτων, που πραγματοποιείται δυνάμει του άρθρου 15 του κανονισμού που επισυνάφθηκε στην απόφαση 240/92 και σύμφωνα με τις διατάξεις του νομοθετικού διατάγματος 239/97, η Επιτροπή υποστηρίζει, αφενός, ότι το εν λόγω άρθρο 15 εφαρμόζεται αποκλειστικά στη δραστηριότητα αναγεννήσεως των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων και, αφετέρου, ότι η αναφορά του άρθρου 4, παράγραφος 1, του νομοθετικού διατάγματος 239/97 στην «εφαρμογή φιλικότερων προς το περιβάλλον τεχνολογιών» δεν παραπέμπει κατ' ανάγκη στην καλύτερη διατιθέμενη τεχνολογία. Έτσι, κατά την Επιτροπή, ο υποχρεωτικός χαρακτήρας της χρησιμοποιήσεως της καλύτερης διατιθέμενης τεχνολογίας δεν απορρέει κατ' ανάγκη από τον συνδυασμό των δύο αυτών διατάξεων.
105 Επομένως, η Επιτροπή καταλήγει ότι οι διατάξεις που προβάλλει η Πορτογαλική Κυβέρνηση δεν συνιστούν κατάλληλη μεταφορά της προϋποθέσεως χρησιμοποιήσεως, στον τομέα των δραστηριοτήτων αναγεννήσεως των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων και της χρησιμοποιήσεώς τους ως καυσίμων, της καλύτερης διατιθέμενης τεχνολογίας εφόσον δεν συνεπάγεται υπερβολικό κόστος. Εξάλλου, εκτιμά ότι, εν πάση περιπτώσει, η διαπιστωθείσα ύπαρξη διάσπαρτων κανόνων δημιουργεί αβεβαιότητα ως προς τη σχετική ισχύουσα νομοθεσία, πράγμα που αντιβαίνει στην απαίτηση ασφάλειας δικαίου.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
106 Λαμβανομένου υπόψη του σκοπού του άρθρου 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 75/439, όπως περιγράφεται στις σκέψεις 77 έως 79 της παρούσας αποφάσεως, πρέπει να εξεταστεί αν η πορτογαλική νομοθεσία προβλέπει ότι η χρησιμοποίηση της καλύτερης διατιθέμενης τεχνολογίας που δεν συνεπάγεται υπερβολικό κόστος αποτελεί μια εκ των ουκ άνευ προϋπόθεση χορηγήσεως άδειας για τη διάθεση χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων.
107 Όσον αφορά τις εθνικές διατάξεις που διέπουν την αίτηση για τη χορήγηση άδειας ασκήσεως της δραστηριότητας αναγεννήσεως χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων, πρέπει να σημειωθεί ότι τα πληροφοριακά στοιχεία που απαιτεί το άρθρο 13, στοιχείο α_, του κανονισμού που επισυνάφθηκε στην απόφαση 240/92, όπως η αναλυτική αναφορά των τεχνολογικών διαδικασιών, παρέχουν ασφαλώς στην αρμόδια αρχή τη δυνατότητα να διαπιστώσει, προτού λάβει την απόφασή της, αν η οικεία επιχείρηση χρησιμοποίησε την καλύτερη διατιθέμενη τεχνολογία, εφόσον αυτή δεν συνεπάγεται υπερβολικό κόστος. Εντούτοις, τα εν λόγω πληροφοριακά στοιχεία και μόνο δεν επαρκούν για να εξασφαλιστεί ότι η ικανοποίηση της απαιτήσεως αυτής συνιστά πράγματι μια εκ των ουκ άνευ προϋπόθεση για τη χορήγηση της άδειας.
108 Η διαπίστωση αυτή δεν αποδυναμώνεται από το γεγονός που επικαλείται η Πορτογαλική Κυβέρνηση ότι, δυνάμει του άρθρου 15 του κανονισμού που επισυνάφθηκε στην απόφαση 240/92, η προαναφερθείσα περιγραφή αποστέλλεται για γνωμοδότηση, μεταξύ άλλων, στο Ινστιτούτο αποβλήτων, το οποίο την εξετάζει βάσει της κανονιστικής ρυθμίσεως που ισχύει για τη διαχείριση αποβλήτων, ήτοι του νομοθετικού διατάγματος 239/97. Περαιτέρω, πρέπει να σημειωθεί ότι οι διατάξεις σχετικά με τη διαβούλευση αυτή ουδόλως προβλέπουν τον υποχρεωτικό της χαρακτήρα.
109 Συνεπώς, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι οι εθνικές διατάξεις που διέπουν την αίτηση για τη χορήγηση άδειας ασκήσεως της δραστηριότητας αναγεννήσεως χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων εξασφαλίζουν ότι η χρησιμοποίηση της καλύτερης διατιθέμενης τεχνολογίας, εφόσον δεν συνεπάγεται υπερβολικό κόστος, συνιστά μια εκ των ουκ άνευ προϋπόθεση για τη χορήγηση της απαιτούμενης για την άσκηση της εν λόγω δραστηριότητας άδειας.
110 Οι διαπιστώσεις αυτές ισχύουν, επίσης, για τις εθνικές διατάξεις που εφαρμόζονται στο σύνολο των βιομηχανικών δραστηριοτήτων, τις οποίες επίσης επικαλέστηκε η Πορτογαλική Κυβέρνηση, ήτοι για το άρθρο 4 του νομοθετικού διατάγματος 109/91 και το άρθρο 2, σημείο 4, στοιχείο β_, της αποφάσεως 314/94. Συγκεκριμένα, ούτε η υποχρέωση ασκήσεως της βιομηχανικής δραστηριότητας, λαμβανομένου υπόψη του υφισταμένου επιπέδου τεχνολογικής ανάπτυξης, ούτε η υποχρέωση να συνοδεύονται τα σχέδια εγκαταστάσεως από μελέτη των κινδύνων περιέχουσα την επιλογή των τεχνολογιών που παρέχουν τη δυνατότητα να αποφεύγεται ή να μειώνεται η χρησιμοποίηση επικίνδυνων συσκευών ή προϊόντων διασφαλίζουν ότι οι επιχειρήσεις λαμβάνουν την άδεια ασκήσεως της δραστηριότητας αναγεννήσεως χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων ή της χρησιμοποιήσεώς τους ως καυσίμων μόνον αν χρησιμοποιούν την καλύτερη διατιθέμενη τεχνολογία, εφόσον δεν συνεπάγεται υπερβολικό κόστος.
111 Εφόσον καμία από τις εθνικές διατάξεις που επικαλείται η Πορτογαλική Κυβέρνηση δεν εγγυάται ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 6 της οδηγίας 75/439 άδεια χορηγείται σε επιχείρηση που επιθυμεί να διαθέτει χρησιμοποιημένα ορυκτέλαια μόνον αν η επιχείρηση αυτή χρησιμοποιεί την καλύτερη διατιθέμενη τεχνολογία, εφόσον δεν συνεπάγεται υπερβολικό κόστος, όπως απαιτεί η παράγραφος 2 του άρθρου αυτού, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, για λόγους κατ' ουσίαν ανάλογους προς αυτούς που αναφέρθηκαν στη σκέψη 89 της παρούσας αποφάσεως, και το δεύτερο σκέλος της πρώτης αιτιάσεως της Επιτροπής είναι βάσιμο.
112 Υπό τις συνθήκες αυτές, η πρώτη αιτίαση της Επιτροπής πρέπει να γίνει δεκτή.
Επί της παραλείψεως μεταφοράς στην εσωτερική έννομη τάξη του άρθρου 8, παράγραφος 2, στοιχείο α_, της οδηγίας 75/439
Επιχειρήματα των διαδίκων
113 Με τη δεύτερη αιτίασή της η Επιτροπή προσάπτει στην Πορτογαλική Κυβέρνηση ότι δεν μετέφερε ορθά στην εσωτερική έννομη τάξη το άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο α_, της οδηγίας 75/439, καθόσον παρέλειψε να προβλέψει ότι τα κατάλοιπα καύσεως των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων πρέπει να διατίθενται σύμφωνα με το άρθρο 9 της οδηγίας 78/319, από δε τις 27 Ιουνίου 1995, σύμφωνα με το άρθρο 9 της οδηγίας 75/442 που αντικατέστησε από την ημερομηνία αυτή, δυνάμει της οδηγίας 91/689, το άρθρο 9 της οδηγίας 78/319.
114 Με το δικόγραφο της προσφυγής της η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι, τόσο με το έγγραφο οχλήσεως όσο και με την αιτιολογημένη γνώμη, διαπίστωσε ότι η πορτογαλική νομοθεσία δεν περιείχε διατάξεις που να αποσκοπούν στην εκπλήρωση της υποχρεώσεως που υπείχαν τα κράτη μέλη δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 2, στοιχείο α_, της οδηγίας 75/439, ήτοι να εξασφαλίζουν τη διάθεση των καταλοίπων της καύσεως χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων σύμφωνα με το άρθρο 9 της οδηγίας 78/319, χωρίς να γίνεται αναφορά στο άρθρο 9 της οδηγίας 75/442.
115 Με την απάντησή της προς την αιτιολογημένη γνώμη, η Πορτογαλική Κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι, «κατά τις διατάξεις της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας, τα κατάλοιπα της καύσεως χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων θεωρούνται, κατ' αρχήν, ως επικίνδυνα απόβλητα, η διάθεση των οποίων ρυθμίζεται με ειδικές διατάξεις της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας, ιδίως δε με το νομοθετικό διάταγμα 239/97, με το οποίο μεταφέρθηκαν στην εσωτερική έννομη τάξη οι οδηγίες 91/156/ΕΟΚ και 91/689/ΕΟΚ, καθώς και η υπουργική απόφαση 818/97 [Portaria της 5ης Σεπτεμβρίου 1997 (Diário da República Ι, σειρά Β, αριθ. 205, της 5ης Σεπτεμβρίου 1997), στο εξής: απόφαση 818/97] με την οποία εγκρίθηκε ο κατάλογος των αποβλήτων».
116 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, λαμβανομένου υπόψη του ως άνω αμυντικού ισχυρισμού της Πορτογαλικής Κυβερνήσεως, δεν μπορούσε παρά να εξετάσει την προβαλλόμενη πορτογαλική νομοθεσία για να διαπιστώσει αν εξασφαλίζει την τήρηση της υποχρεώσεως διαθέσεως των καταλοίπων της καύσεως χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων σύμφωνα με το άρθρο 9 της οδηγίας 75/442.
117 Προς στήριξη της αναλύσεως αυτής, η Επιτροπή επικαλείται την απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1982, 211/81, Επιτροπή κατά Δανίας (Συλλογή 1982, σ. 4547), η οποία αφορούσε διαδικασία λόγω παραβάσεως στο πλαίσιο της οποίας είχε επικαλεστεί, το πρώτον με το δικόγραφο της προσφυγής, τις διατάξεις οδηγίας. Με τη σκέψη 16 της αποφάσεως αυτής, το Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή περιορίστηκε να απαντήσει έτσι σε αμυντικό ισχυρισμό της Δανικής Κυβερνήσεως απαντώντας στην αιτιολογημένη γνώμη και ότι, ενεργώντας έτσι, δεν μετέβαλε ούτε τον χαρακτηρισμό ούτε τη θεμελίωση της προσαπτόμενης παραβάσεως.
118 Εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή θεωρεί ότι, από τις 27 Ιουνίου 1995, ημερομηνία καταργήσεως της οδηγίας 78/319 με την οδηγία 91/689, η παραπομπή του άρθρου 8, παράγραφος 2, στοιχείο α_, της οδηγίας 75/439 στο άρθρο 9 της καταργηθείσας οδηγίας πρέπει να νοείται ως παραπομπή στο άρθρο 9 της οδηγίας 75/442.
119 Πρώτον, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι η οδηγία 91/689 η οποία, όπως προκύπτει από το άρθρο της 1, παράγραφος 2, καθιστά την οδηγία 75/442 εφαρμοστέα στα επικίνδυνα απόβλητα υπό την επιφύλαξη των διατάξεών της, δεν περιέχει καμία διάταξη που να παρακωλύει την εφαρμογή του άρθρου 9 της οδηγίας 75/442 στη διάθεση των αποβλήτων που προέρχονται από την καύση χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων.
120 Δεύτερον, από τη σύγκριση του άρθρου 9 της οδηγίας 78/319 προς το άρθρο 9 της οδηγίας 75/442 προκύπτει ότι το περιεχόμενό τους είναι ουσιαστικά όμοιο και ότι έχουν το ίδιο αντικείμενο, ήτοι υποβάλλουν τη διάθεση αποβλήτων προερχομένων από την καύση χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων σε άδεια χορηγούμενη εκ των προτέρων και καθορίζουν τα στοιχεία που πρέπει να αφορά η άδεια αυτή.
121 Επομένως, στηριζόμενη στην απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 1999, C-365/97, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1999, σ. Ι-7773, σκέψεις 39 και 40), η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το γεγονός ότι αναφέρθηκε στο άρθρο 9 της οδηγίας 75/442 το πρώτον με το δικόγραφο της προσφυγής της δεν καθιστά απαράδεκτη την αιτίασή της, καθόσον αυτή αφορά υποχρεώσεις απορρέουσες από την οδηγία αυτή, οι οποίες ίσχυαν ήδη δυνάμει της οδηγίας 78/319.
122 Επί της ουσίας, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι από τις απαντήσεις της Πορτογαλικής Κυβερνήσεως στο έγγραφο οχλήσεως και στην αιτιολογημένη γνώμη προκύπτει ότι η πορτογαλική νομοθεσία που προηγήθηκε του νομοθετικού διατάγματος 239/97 και της αποφάσεως 818/97 δεν προέβλεπε, πριν από τις 27 Ιουνίου 1995, τη διάθεση των καταλοίπων της καύσεως χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων σύμφωνα με το άρθρο 9 της οδηγίας 78/319 ούτε, μετά την ημερομηνία αυτή, τη διάθεσή τους σύμφωνα με το άρθρο 9 της οδηγίας 75/442.
123 Η Πορτογαλική Κυβέρνηση αμφισβητεί το παραδεκτό της αιτιάσεως της Επιτροπής. Κατά την εν λόγω κυβέρνηση, η αιτίαση αυτή αφορά νέα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων δεν είχε τη δυνατότητα να αποφανθεί στο πλαίσιο της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας, γεγονός που συνιστά προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας. Συγκεκριμένα υποστηρίζει ότι η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία αφορούσε αποκλειστικά και μόνον τη μεταφορά της οδηγίας 75/439 στην εσωτερική έννομη τάξη και ότι ουδέποτε αμφισβητήθηκε η μεταφορά στην εσωτερική έννομη τάξη του άρθρου 9 της οδηγίας 75/442.
124 Πάντως, μολονότι θεωρεί ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε νομίμως να περιλάβει, στο δικόγραφο της προσφυγής της, το ζήτημα της μεταφοράς της οδηγίας 75/442 στην εσωτερική έννομη τάξη, η Πορτογαλική Κυβέρνηση επισημαίνει ότι οι διατάξεις του εν λόγω άρθρου έχουν μεταφερθεί πλήρως στην εθνική της νομοθεσία.
125 Προς στήριξη του ισχυρισμού της παραθέτει, πρώτον, τις διατάξεις των άρθρων 2 και 4, παράγραφος 2, του νομοθετικού διατάγματος 88/91, που εξαρτά τις πράξεις μεταφοράς, διαθέσεως και αξιοποιήσεως χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων από προηγούμενη άδεια του γενικού διευθυντή για την ποιότητα του περιβάλλοντος, μεταφέροντας κατ' αυτόν τον τρόπο στο εσωτερικό δίκαιο το άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο α_, της οδηγίας 75/439.
126 Δεύτερον, η Πορτογαλική Κυβέρνηση επισημαίνει ότι, από το 1997, οι πράξεις διαθέσεως των καταλοίπων που προέρχονται από την καύση χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων υπόκεινται στη χορήγηση προηγούμενης άδειας βάσει των άρθρων 8, παράγραφος 1, και 9, παράγραφος 1, του νομοθετικού διατάγματος 239/97, τα οποία συνιστούν έτσι βασικούς κανόνες για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 9 της οδηγίας 75/442 στην εσωτερική έννομη τάξη.
127 Τέλος, η Πορτογαλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι οι προϋποθέσεις στις οποίες υπόκειται η προηγουμένως χορηγούμενη άδεια για τις προαναφερθείσες πράξεις προκύπτουν από τα παραρτήματα Ι και ΙΙ της αποφάσεως 961/98, στα οποία παραπέμπει το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ_, της αποφάσεως αυτής και που επιβάλλουν την προσκόμιση σχετικών εγγράφων όσον αφορά, μεταξύ άλλων, τις τεχνικές προδιαγραφές της εγκαταστάσεως, τις προφυλάξεις που πρέπει να λαμβάνονται σε θέματα ασφάλειας, τους τόπους διαθέσεως και τη χρησιμοποιούμενη μέθοδο επεξεργασίας.
128 Με το υπόμνημά της απαντήσεως, η Επιτροπή τονίζει ότι, από την εξέταση της νομοθεσίας που παρέθεσε η Πορτογαλική Κυβέρνηση με το υπόμνημά της αντικρούσεως, δεν εντόπισε εθνικές διατάξεις που να μεταφέρουν ορθά το άρθρο 9 της οδηγίας 78/319 ή το άρθρο 9 της οδηγίας 75/442 στην εσωτερική έννομη τάξη.
129 Έτσι, επισημαίνει, κατ' αρχάς, ότι τα άρθρα 2 και 4, παράγραφος 2, του νομοθετικού διατάγματος 88/91 δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη εφόσον δεν προβλέπουν ειδικές διατάξεις όσον αφορά τη διάθεση καταλοίπων που προέρχονται από την καύση χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων.
130 Όσον αφορά τις διατάξεις του νομοθετικού διατάγματος 239/97 τις οποίες επικαλείται η Πορτογαλική Κυβέρνηση, η Επιτροπή τονίζει ότι καμία από αυτές δεν ορίζει τα στοιχεία που πρέπει να συνοδεύουν την αίτηση προηγουμένως χορηγούμενης άδειας για τη διενέργεια πράξεων διαθέσεως αποβλήτων.
131 Όσον αφορά, τέλος, την απόφαση 961/98, η Επιτροπή θεωρεί ότι η απόφαση αυτή συνιστά κατάλληλη μεταφορά του άρθρου 9 της οδηγίας 75/442, αλλά ότι δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εν προκειμένω, καθότι τέθηκε σε ισχύ μετά τη λήξη της προθεσμίας που είχε ταχθεί με την αιτιολογημένη γνώμη.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
- Επί του παραδεκτού
132 Εκ προοιμίου πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, ο σκοπός της προβλεπόμενης με το άρθρο 226 ΕΚ προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας είναι να παρασχεθεί στο σχετικό κράτος μέλος η δυνατότητα να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο ή να προβάλει λυσιτελώς τους αμυντικούς του ισχυρισμούς κατά των αιτιάσεων που διατυπώνει η Επιτροπή (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2001, C-1/00, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 2000, σ. Ι-9989, σκέψη 53).
133 Από πάγια νομολογία προκύπτει επίσης ότι το νομότυπο αυτής της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας συνιστά ουσιώδη εγγύηση που παρέχει η Συνθήκη όχι μόνο για την προστασία των δικαιωμάτων του εν λόγω κράτους μέλους, αλλά και προς εξασφάλιση του ότι η διαδικασία που θα κινηθεί ενδεχομένως ενώπιον του Δικαστηρίου θα έχει ως αντικείμενο μια σαφώς καθορισμένη διαφορά. Συγκεκριμένα, μόνον εφόσον η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία διεξαχθεί νομότυπα, η ενώπιον του Δικαστηρίου κατ' αντιδικία διαδικασία παρέχει τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να κρίνει αν το κράτος μέλος παρέβη πραγματικά τις συγκεκριμένες υποχρεώσεις τις οποίες αφορούν τα αιτήματα της Επιτροπής (βλ., μεταξύ άλλων, διάταξη της 11ης Ιουλίου 1995, C-266/94, Επιτροπή κατά Ισπανίας, Συλλογή 1995, σ. Ι-1975, σκέψεις 17 και 18, και προπαρατεθείσα απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 1999, Επιτροπή κατά Ιταλίας, σκέψη 35).
134 Έτσι, μολονότι τα αιτήματα της προσφυγής δεν μπορούν κατ' αρχήν να βαίνουν πέραν των παραβάσεων τις οποίες αφορούν το έγγραφο οχλήσεως και το διατακτικό της αιτιολογημένης γνώμης, εντούτοις, όταν κατά τη διάρκεια της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας τροποποιηθεί το κοινοτικό δίκαιο, η Επιτροπή παραδεκτώς μπορεί να διαπιστώσει τη μη τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το αρχικό κείμενο μιας οδηγίας, η οποία στη συνέχεια τροποποιήθηκε ή καταργήθηκε, εφόσον οι υποχρεώσεις αυτές διατηρήθηκαν δυνάμει των νέων διατάξεων (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 1999, Επιτροπή κατά Ιταλίας, σκέψη 36).
135 Αντιθέτως, το αντικείμενο της διαφοράς δεν μπορεί να επεκταθεί σε υποχρεώσεις απορρέουσες από το νέο κείμενο της οδηγίας και οι οποίες δεν αντιστοιχούν στο προηγούμενο κείμενό της, διότι τούτο θα συνιστούσε παράβαση ουσιώδους τύπου, η οποία θα έθιγε το νομότυπο της διαπιστώνουσας την παράβαση διαδικασίας (βλ., υπ' αυτήν την έννοια, προπαρατεθείσα απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 1999, Επιτροπή κατά Ιταλίας, σκέψη 39).
136 Βάσει αυτής της νομολογίας πρέπει να εξεταστεί αν, εν προκειμένω, η ασυμφωνία μεταξύ της αιτιολογημένης γνώμης και του δικογράφου της προσφυγής, στο μέτρο που η αιτιολογημένη γνώμη αναφέρεται αποκλειστικά στη μεταφορά στην εσωτερική έννομη τάξη των υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 9 της οδηγίας 78/319, ενώ το δικόγραφο της προσφυγής αναφέρεται επίσης στις υποχρεώσεις που απορρέουν από το άρθρο 9 της οδηγίας 75/442, συνιστά λόγω απαραδέκτου της δεύτερης αιτιάσεως της Επιτροπής.
137 Κατ' αρχάς πρέπει να σημειωθεί ότι, δυνάμει του άρθρου 11 της οδηγίας 91/689, η οδηγία αυτή αντικαταστάθηκε από την οδηγία 78/319, από τις 27 Ιουνίου 1995.
138 Όπως προκύπτει από το άρθρο της 1, παράγραφος 2, η οδηγία 91/689 επέκτεινε, υπό την επιφύλαξη των δικών της διατάξεων, το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 75/442 στα επικίνδυνα απόβλητα. Δεδομένου ότι η οδηγία 91/689 δεν περιέχει καμία άλλη συναφή διάταξη, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, από τις 27 Ιουνίου 1995, το άρθρο 9 της οδηγίας 75/442 ισχύει για τα κατάλοιπα που προέρχονται από την καύση χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων, αντικαθιστώντας έτσι το άρθρο 9 της οδηγίας 78/319.
139 Συνεπώς, από την ημερομηνία αυτή, η παραπομπή του άρθρου 8, παράγραφος 2, στοιχείο α_, της οδηγίας 75/439 στο άρθρο 9 της καταργηθείσας οδηγίας 78/319 πρέπει να εκλαμβάνεται ως παραπομπή στο άρθρο 9 της οδηγίας 75/442, οπότε το άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο α_, της οδηγίας 75/439 πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι, από τις 27 Ιουνίου 1995, οι προβλεπόμενες σ' αυτό απαιτήσεις ως προς τη διάθεση καταλοίπων που προέρχονται από την καύση χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων είναι αυτές που προβλέπει το άρθρο 9 της οδηγίας 75/442.
140 Πάντως, λαμβανομένων υπόψη των κριτηρίων που απορρέουν από την παρατεθείσα στις σκέψεις 134 και 135 της παρούσας αποφάσεως νομολογία, απομένει να εξεταστεί αν οι υποχρεώσεις που απορρέουν από το άρθρο 9 της οδηγίας 75/442 επιβάλλονταν ήδη με το άρθρο 9 της οδηγίας 78/319.
141 Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 75/442 προβλέπει, όπως και το άρθρο 9, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 78/319, την υποχρέωση των κρατών μελών να εξαρτούν από τη χορήγηση άδειας τις δραστηριότητες επιχειρήσεων που διαθέτουν κατάλοιπα από την καύση χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων και περιέχει μη εξαντλητική απαρίθμηση των στοιχείων βάσει των οποίων χορηγείται η άδεια αυτή.
142 Επιπλέον, το άρθρο 9, παράγραφος 2, της οδηγίας 75/442 επαναλαμβάνει τη διατύπωση του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 78/319, στο μέτρο που αμφότερες οι διατάξεις αυτές προβλέπουν ότι οι άδειες μπορούν να χορηγούνται για ορισμένη διάρκεια, να ανανεώνονται και να συνοδεύονται από όρους και υποχρεώσεις.
143 Εντούτοις, το άρθρο 9, παράγραφος 2, της οδηγίας 75/442 προβλέπει, σε αντίθεση προς το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας 78/319, τη δυνατότητα αρνήσεως χορηγήσεως της άδειας, αν η προτεινόμενη μέθοδος διάθεσης είναι απαράδεκτη από την άποψη της προστασίας του περιβάλλοντος.
144 Έτσι, προκειμένου να μεταφέρουν στην εσωτερική έννομη τάξη το σύστημα χορηγήσεως της προβλεπομένης στο άρθρο 9 της οδηγίας 75/442 άδειας για τη διάθεση καταλοίπων από την καύση χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων, τα κράτη μέλη οφείλουν να προβλέπουν όχι μόνον τη δυνατότητα χορηγήσεως αδειών που να ισχύουν για ορισμένη διάρκεια, να ανανεώνονται και να συνοδεύονται από όρους και υποχρεώσεις, όπως προέβλεπε ήδη το άρθρο 9 της οδηγίας 78/319, αλλά και τη δυνατότητα να αρνούνται τη χορήγηση της άδειας, εφόσον δεν πληρούται η απαίτηση περί προστασίας του περιβάλλοντος.
145 Επομένως, αναφερομένη το πρώτον με το δικόγραφο της προσφυγής της στο άρθρο 9 της οδηγίας 75/442, η Επιτροπή επεξέτεινε το αντικείμενο της διαφοράς, στο μέτρο που το άρθρο αυτό επιβάλλει στα κράτη μέλη πρόσθετη υποχρέωση σε σχέση με τις υποχρεώσεις που απέρρεαν ήδη από το διαλαμβανόμενο στην αιτιολογημένη γνώμη άρθρο 9 της οδηγίας 78/319.
146 Συνεπώς, η αιτίαση που αντλείται από την παράλειψη ορθής μεταφοράς του άρθρου 8, παράγραφος 2, στοιχείο α_, της οδηγίας 75/439 είναι παραδεκτή μόνον όσον αφορά τις υποχρεώσεις που απορρέουν, πριν από τις 27 Ιουνίου 1995, από το άρθρο 9 της οδηγίας 78/319 και, μετά την ημερομηνία αυτή, από το άρθρο 9 της οδηγίας 75/442, καθόσον ίσχυε ήδη για τα κράτη μέλη δυνάμει του άρθρου 9 της οδηγίας 78/319.
- Επί της ουσίας
147 Όσον αφορά, κατ' αρχάς, τις διατάξεις του νομοθετικού διατάγματος 88/91, πρέπει να σημειωθεί ότι δεν εξασφαλίζουν τη μεταφορά στην πορτογαλική έννομη τάξη των υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο α_, της οδηγίας 75/439 για τη διάθεση καταλοίπων από την καύση χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων. Συναφώς, αρκεί η διαπίστωση, αφενός, ότι η διαδικασία χορηγήσεως της προβλεπομένης στο άρθρο 4, παράγραφος 2, του εν λόγω νομοθετικού διατάγματος άδειας αφορά μόνον τα χρησιμοποιημένα ορυκτέλαια και όχι τα κατάλοιπα που προέρχονται από την καύση τους. Αφετέρου, το άρθρο 2 του εν λόγω νομοθετικού διατάγματος δεν προβλέπει διαδιακασία χορηγήσεως άδειας για τη διάθεση καταλοίπων προερχομένων από την καύση χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων, αλλά απαγορεύει μόνον την αποθήκευση και την εκφόρτωση των εν λόγω ορυκτελαίων και καταλοίπων της επεξεργασίας τους.
148 Επιπλέον, ούτε τα άρθρα 8 και 9 του νομοθετικού διατάγματος 239/97 μπορούν να θεωρηθούν ως κατάλληλα μέτρα μεταφοράς του άρθρου 8, παράγραφος 2, στοιχείο α_, της οδηγίας 75/439 στην εσωτερική έννομη τάξη, δεδομένου ότι προβλέπουν απλώς και μόνον ότι η διάθεση καταλοίπων από την καύση χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων εξαρτάται από προηγούμενη άδεια του Υπουργού Περιβάλλοντος, χωρίς ωστόσο να καθορίζουν τις λεπτομέρειες της εν λόγω διαδικασίας χορηγήσεως άδειας και, κατ' επέκταση, χωρίς να συμμορφώνονται προς τα προβλεπόμενα στις διατάξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο α_, της οδηγίας 75/439.
149 Συγκεκριμένα, όπως δέχεται και η Πορτογαλική Κυβέρνηση, οι λεπτομέρειες αυτές δεν καθορίστηκαν παρά με την υπουργική απόφαση 961/98. Για τους λόγους όμως που εκτέθηκαν στις σκέψεις 87 και 88 της παρούσας αποφάσεως, η υπουργική αυτή απόφαση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο της παρούσας προσφυγής.
150 Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Πορτογαλική Δημοκρατία δεν θέσπισε, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, τις αναγκαίες διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν, πριν από τις 27 Ιουνίου 1995, από το άρθρο 9 της οδηγίας 78/319 και, μετά την ημερομηνία αυτή, από το άρθρο 9 της οδηγίας 75/442, καθόσον ίσχυε ήδη για τα κράτη μέλη δυνάμει του άρθρου 9 της οδηγίας 78/319.
151 Επομένως, δεδομένου ότι οι προβλεπόμενες από το άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο α_, της οδηγίας 75/439 απαιτήσεις σχετικά με τη διάθεση καταλοίπων από την καύση χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων δεν μεταφέρθηκαν ορθά στην πορτογαλική έννομη τάξη, η δεύτερη αιτίαση της Επιτροπής πρέπει να γίνει δεκτή εντός των προαναφερθέντων ορίων.
Επί της παραλείψεως μεταφοράς στην εσωτερική έννομη τάξη του άρθρου 13, παράγραφος 1, της οδηγίας 75/439
Επιχειρήματα των διαδίκων
152 Με το πρώτο σκέλος της τρίτης αιτιάσεώς της, η Επιτροπή προσάπτει στην Πορτογαλική Κυβέρνηση ότι δεν εξασφάλισε την τήρηση της υποχρεώσεως περιοδικού ελέγχου των επιχειρήσεων που προβαίνουν στην αναγέννηση χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων ή τα χρησιμοποιούν ως καύσιμο, ιδίως όσον αφορά την τήρηση των προϋποθέσεων χορηγήσεως της προβλεπομένης στο άρθρο 13, παράγραφος 1, της οδηγίας 75/439 άδειας.
153 Με το δικόγραφο της προσφυγής της, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία, η Πορτογαλική Κυβέρνηση δεν αμφισβήτησε ότι ο κανονισμός που επισυνάφθηκε στην απόφαση 240/92 δεν περιείχε καμία διάταξη που να προβλέπει τον περιοδικό έλεγχο των επιχειρήσεων που διαθέτουν χρησιμοποιημένα ορυκτέλαια, ιδίως προκειμένου να διασφαλίζουν την τήρηση των προϋποθέσεων χορηγήσεως αδείας, και δεν επικαλέστηκε άλλες εθνικές διατάξεις ικανές να διασφαλίσουν την τήρηση της προβλεπομένης στο άρθρο 13, παράγραφος 1, της οδηγίας 75/439 υποχρεώσεως ελέγχου.
154 Με τα υπομνήματα αντικρούσεως και ανταπαντήσεως, η Πορτογαλική Κυβέρνηση αμφισβητεί τους ισχυρισμούς της Επιτροπής και επικαλείται διάφορες εθνικές διατάξεις που αποβλέπουν, κατά την άποψή της, στη διασφάλιση της τηρήσεως της υποχρεώσεως αυτής.
155 Πρώτον, παραθέτει το άρθρο 5 του νομοθετικού διατάγματος 88/91, το οποίο προβλέπει ότι αρμόδιες για τον έλεγχο της τηρήσεως των διατάξεων του εν λόγω νομοθετικού διατάγματος είναι η Γενική Διεύθυνση Ενέργειας και οι περιφερειακές αντιπροσωπείες του Υπουργείου Βιομηχανίας και Ενέργειας, και προσθέτει ότι, κατά το άρθρο 18 του νομοθετικού διατάγματος 239/97, κάθε επιχείρηση που προβαίνει σε αναγέννηση χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων ή που τα χρησιμοποιεί ως καύσιμο μπορεί οποτεδήποτε να υποβληθεί σε επιθεώρηση ή έλεγχο από τους προαναφερθέντες οργανισμούς ή από το Ινστιτούτο αποβλήτων, τις περιφερειακές διευθύνσεις περιβάλλοντος, τη Γενική Διεύθυνση Περιβάλλοντος, καθώς και από τις δημοτικές και αστυνομικές αρχές.
156 Η Πορτογαλική Κυβέρνηση εξηγεί ότι, όπως προκύπτει από το νομοθετικό διάταγμα 239/97, οι οργανισμοί αυτοί καταρτίζουν από κοινού κάθε χρόνο ένα σχέδιο δράσης που αποσκοπεί στην τακτική επιθεώρηση των εγκαταστάσεων διαχειρίσεως αποβλήτων και μπορούν, σε περίπτωση που διαπιστωθούν παρατυπίες και ανάλογα με τη σοβαρότητά τους, να λάβουν τα προβλεπόμενα στα άρθρα 19 έως 21 του νομοθετικού διατάγματος 239/97 μέτρα, ήτοι να λάβουν συντηρητικά μέτρα ή να επιβάλουν πρόστιμα ή παρεπόμενες ποινές.
157 Όσον αφορά, ειδικότερα, το Ινστιτούτο αποβλήτων, η Πορτογαλική Κυβέρνηση επισημαίνει ότι, όπως προκύπτει από το άρθρο 2 του νομοθετικού διατάγματος 236/97, το εν λόγω Ινστιτούτο είναι επιφορτισμένο με την εφαρμογή της εθνικής πολιτικής στον τομέα των αποβλήτων και με τη διασφάλιση της τηρήσεως των τεχνικών κανόνων και προδιαγραφών, πραγματοποιεί δε διατομεακές δράσεις όσον αφορά ιδίως τα βιομηχανικά απόβλητα.
158 Η Πορτογαλική Κυβέρνηση επικαλείται, επιπλέον, την κανονιστική ρύθμιση σχετικά με τις βιομηχανικές άδειες και, ιδίως, το άρθρο 12 του νομοθετικού διατάγματος 109/91, που προβλέπει ρητά τον έλεγχο της τηρήσεως των νομοθετικών διατάξεων σχετικά με την άσκηση της βιομηχανικής δραστηριότητας. Συναφώς υπενθυμίζει, επίσης, ότι, δυνάμει του άρθρου 7 του εν λόγω νομοθετικού διατάγματος και του άρθρου 8 της υπουργικής αποφάσεως 961/98, οι τρίτοι έχουν τη δυνατότητα υποβολής καταγγελίας, όσον αφορά την εγκατάσταση, τη μεταβολή και την εκμετάλλευση κάθε βιομηχανικής εγκαταστάσεως, ενώπιον των αρμόδιων αρχών, οι οποίες οφείλουν να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα, ιδίως μέσω επισκέψεων επιθεωρήσεως.
159 Περαιτέρω, η Πορτογαλική Κυβέρνηση αναφέρεται στο άρθρο 6 του νομοθετικού διατάγματος 189/93, από το οποίο προκύπτει ότι αρμόδιο για την επιθεώρηση των βιομηχανικών εγκαταστάσεων είναι το Γραφείο επιθεωρήσεων και ελέγχου του περιβάλλοντος, οπότε παρέχεται η δυνατότητα ελέγχου της τηρήσεως της ισχύουσας νομοθεσίας στον τομέα του περιβάλλοντος. Πρόκειται τόσο για τακτικές επιθεωρήσεις, που πραγματοποιούνται βάσει ετησίου προγράμματος, όσο και για έκτακτες επιθεωρήσεις, όποτε αυτό είναι αναγκαίο.
160 Τέλος, η Πορτογαλική Κυβέρνηση επικαλείται τα άρθρα 3 και 4, παράγραφος 1, στοιχείο α_, του νομοθετικού διατάγματος 549/99, σχετικά με τις αρμοδιότητες και τα καθήκοντα της Γενικής Επιθεωρήσεως Περιβάλλοντος, υπηρεσία που ανέλαβε τα καθήκοντα που είχε στο παρελθόν το Γραφείο επιθεωρήσεων και ελέγχου του περιβάλλοντος. Συναφώς, η εν λόγω κυβέρνηση παραθέτει επίσης το άρθρο 13 του εν λόγω νομοθετικού διατάγματος, το οποίο προβλέπει ότι η υπηρεσία αυτή καθώς και οι λοιπές υπηρεσίες με αρμοδιότητες επιθεωρήσεως έχουν την υποχρεώση να συνεργάζονται μεταξύ τους, χρησιμοποιώντας προς τούτο τους πλέον κατάλληλους μηχανισμούς, και τονίζει ότι, κατά την άποψή της, μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται και η κατάρτιση ετησίων προγραμμάτων δράσεως.
161 H Επιτροπή θεωρεί ότι καμία από τις εθνικές διατάξεις που επικαλέστηκε η Πορτογαλική Κυβέρνηση δεν εξασφαλίζει τη διενέργεια συστηματικού και περιοδικού ελέγχου των αναφερομένων στο άρθρο 13, παράγραφος 1, της οδηγίας 75/439 επιχειρήσεων.
162 Ειδικότερα, θεωρεί ότι από το άρθρο 12 του νομοθετικού διατάγματος 109/91 δεν προκύπτει κατ' ανάγκη η περιοδικότητα του ελέγχου και επισημαίνει ότι τα άρθρα 7 του εν λόγω νομοθετικού διατάγματος και 8 της υπουργικής αποφάσεως 961/98 δεν αναφέρουν ότι ο έλεγχος των επιχειρήσεων πρέπει να πληροί την προϋπόθεση αυτή. Συγκεκριμένα, κατά την Επιτροπή, το γεγονός ότι, δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφοι 1 και 3, του νομοθετικού διατάγματος 109/91, ο φορέας στον οποίο απευθύνεται η καταγγελία πρέπει να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα, ιδίως μέσω επισκέψεων επιθεωρήσεως, προκειμένου να δώσει συνέχεια στην καταγγελία αυτή αποδεικνύει, αντιθέτως, ότι ο έλεγχος εξαρτάται, στην περίπτωση αυτή, από την υποβολή της εν λόγω καταγγελίας και ότι, επομένως, είναι τυχαίος και ασκείται μόνο στις επιχειρήσεις κατά των οποίων στρέφονται οι καταγγελίες αυτές.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
163 Εκ προοιμίου πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων της 6 και 13, η οδηγία 75/439 επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να καθιερώσουν στις εθνικές τους έννομες τάξεις μηχανισμό ελέγχου των επιχειρήσεων που διαθέτουν χρησιμοποιημένα ορυκτέλαια και καθορίζει τις ελάχιστες απαιτήσεις που πρέπει να πληροί ο εν λόγω μηχανισμός, όσον αφορά το αντικείμενό του και τις συνθήκες διεξαγωγής του.
164 Ειδικότερα, πρέπει να ασκείται έλεγχος των οικείων επιχειρήσεων τόσο στο πλαίσιο της διαδικασίας χορηγήσεως αδείας που προηγείται της ενάρξεως των πράξεων διαθέσεως χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων, σύμφωνα με το άρθρο 6 της οδηγίας 75/439, όσο και κατά τη διάρκεια των πράξεων αυτών σε περιοδική βάση, όπως προκύπτει από το άρθρο 13, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής.
165 Επιπλέον, από το συνδυασμένο αποτέλεσμα των άρθρων 6 και 13, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας προκύπτει ότι, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, ο έλεγχος πρέπει να καλύπτει την τήρηση των προϋποθέσεων χορηγήσεως της άδειας, πράγμα που σημαίνει ότι, τόσο στο πλαίσιο της διαδικασίας χορηγήσεως της αρχικής άδειας όσο και στο πλαίσιο των περιοδικών εκ των υστέρων ελέγχων, οι αρμόδιες αρχές πρέπει να εξασφαλίζουν ότι έχουν ληφθεί όλα τα κατάλληλα μέτρα προστασίας του περιβάλλοντος και της υγείας, καθώς και ότι έχει χρησιμοποιηθεί η καλύτερη διατιθέμενη τεχνολογία, εφόσον δεν συνεπάγεται υπερβολικό κόστος.
166 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι διατάξεις του εθνικού δικαίου που επικαλείται συναφώς η Πορτογαλική Κυβέρνηση δεν ικανοποιούν τις απαιτήσεις που απορρέουν από το άρθρο 13, παράγραφος 1, της οδηγίας 75/439, όπως περιγράφονται ανωτέρω.
167 Όσον αφορά, κατ' αρχάς, τις διατάξεις σχετικά με τις αρμοδιότητες ελέγχου των διαφόρων οργανισμών, ήτοι τα άρθρα 5 του νομοθετικού διατάγματος 88/91, 18 του νομοθετικού διατάγματος 239/97, 12 του νομοθετικού διατάγματος 109/91, 2 του νομοθετικού διατάγματος 236/97, καθώς και το άρθρο 6 του νομοθετικού διατάγματος 189/93, πρέπει να σημειωθεί ότι αυτές παρέχουν απλώς και μόνο στις αρμόδιες αρχές τη δυνατότητα να πραγματοποιούν ελέγχους, ενδεχομένως περιοδικούς, χωρίς ωστόσο να τους επιβάλλουν σχετική υποχρέωση.
168 Συγκεκριμένα, ακόμη και αν υποτεθεί ότι από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, όπως υποστηρίζει η Πορτογαλική Κυβέρνηση, ότι κάθε επιχείρηση που διαθέτει χρησιμοποιημένα ορυκτέλαια μπορεί οποτεδήποτε να υποβληθεί σε έλεγχο, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι δεν εγγυώνται τη διενέργεια περιοδικών ελέγχων των οικείων επιχειρήσεων. Περαιτέρω, οι σχετικοί έλεγχοι αφορούν μόνον την τήρηση των διατάξεων των διαφόρων ισχυόντων νομοθετικών διαταγμάτων και όχι, ειδικώς, την τήρηση των προϋποθέσεων χορηγήσεως της σχετικής άδειας, σύμφωνα με την επιταγή του άρθρου 13, παράγραφος 1, της οδηγίας 75/439, σε συνδυασμό με το άρθρο της 6.
169 Ακολούθως, όσον αφορά τις διατάξεις του νομοθετικού διατάγματος 549/99 τις οποίες επικαλέστηκε συναφώς η Πορτογαλική Κυβέρνηση, πρέπει να σημειωθεί ότι, κατά τη νομολογία που υπενθυμίζεται στη σκέψη 87 της παρούσας αποφάσεως, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη στο πλαίσιο της παρούσας προσφυγής, καθότι το εν λόγω νομοθετικό διάταγμα τέθηκε σε ισχύ στις 14 Δεκεμβρίου 1999, ήτοι μετά τη λήξη της προθεσμίας που είχε ταχθεί με την αιτιολογημένη γνώμη.
170 Ως προς την υποχρέωση των αρμοδίων αρχών να δίνουν συνέχεια στις καταγγελίες που υποβάλλουν τρίτοι, λαμβάνοντας τα αναγκαία μέτρα και πραγματοποιώντας ιδίως επισκέψεις επιθεωρήσεως στις οικείες επιχειρήσεις, υποχρέωση που απορρέει από το άρθρο 7 του νομοθετικού διατάγματος 109/91, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η υποχρέωση αυτή δεν πληροί καμία από τις απαιτήσεις που απορρέουν από την κοινοτική κανονιστική ρύθμιση. Συγκεκριμένα, όπως ορθώς επισήμανε η Επιτροπή, οι προβλεπόμενοι στο άρθρο 7 του του νομοθετικού διατάγματος 109/91 έλεγχοι είναι τυχαίοι, στο μέτρο που εξαρτώνται από την υποβολή καταγγελίας και αφορούν αποκλειστικά την επιχείρηση κατά της οποίας στρέφεται η καταγγελία.
171 Επιπλέον, πρέπει να υπομνησθεί ότι, για τους μνημονευόμενους στις σκέψεις 87 και 88 της παρούσας αποφάσεως λόγους, το άρθρο 8 της υπουργικής αποφάσεως 961/98, το οποίο επίσης προβάλλεται συναφώς, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο της παρούσας προσφυγής.
172 Τέλος, όσον αφορά την προβλεπόμενη στα άρθρα 19 έως 21 του νομοθετικού διατάγματος 239/97 δυνατότητα λήψεως συντηρητικών μέτρων ή επιβολής κυρώσεων ή παρεπόμενων μέτρων στην περίπτωση που, από τις επιθεωρήσεις που πραγματοποιούνται σε εγκαταστάσεις διαχειρίσεως αποβλήτων, προκύπτουν σημαντικές παρατυπίες, αρκεί η διαπίστωση ότι τα μέτρα αυτά σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να θεωρηθούν κατάλληλη μεταφορά του άρθρου 13, παράγραφος 1, της οδηγίας 75/439 στο εσωτερικό δίκαιο, εφόσον δεν εγγυώνται περιοδικό έλεγχο της τηρήσεως των προϋποθέσεων χορηγήσεως της σχετικής άδειας.
173 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η Πορτογαλική Δημοκρατία δεν μετέφερε ορθά το άρθρο 13, παράγραφος 1, της οδηγίας 75/439 στο εσωτερικό δίκαιο.
Επί της παραλείψεως μεταφοράς στην εσωτερική έννομη τάξη του άρθρου 13, παράγραφος 2, της οδηγίας 75/439
Επιχειρήματα των διαδίκων
174 Με το δεύτερο σκέλος της τρίτης αιτιάσεώς της, η Επιτροπή προσάπτει στην Πορτογαλική Κυβέρνηση ότι δεν εξασφάλισε την τήρηση της προβλεπομένης στο άρθρο 13, παράγραφος 2, της οδηγίας 75/439 υποχρεώσεως να εξετάζεται η εξέλιξη στο πεδίο της τεχνολογίας ή του περιβάλλοντος, προκειμένου να αναθεωρούνται, εφόσον χρειάζεται, οι άδειες που χορηγήθηκαν σε επιχειρήσεις που προβαίνουν στην αναγέννηση χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων ή που τα χρησιμοποιούν ως καύσιμο.
175 Η Πορτογαλική Κυβέρνηση θεωρεί ότι η ισχύουσα στον τομέα αυτό εθνική κανονιστική ρύθμιση εγγυάται τον περιοδικό και συστηματικό έλεγχο της δραστηριότητας επιχειρήσεων που προβαίνουν στην αναγέννηση χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων, ώστε να αξιολογείται η πρόοδος στο πεδίο της τεχνολογίας και του περιβάλλοντος κατά τον πλέον αποτελεσματικό τρόπο, προκειμένου να επιτυγχάνονται οι σκοποί του άρθρου 13, παράγραφος 2, της οδηγίας 75/439, καθότι αυτό προβλέπει τη διενέργεια επισκέψεων επιθεωρήσεως στις εγκαταστάσεις ώστε να παρέχεται στις αρμόδιες αρχές η δυνατότητα να επιβάλλουν οποτεδήποτε τις θεωρούμενες ως πλέον σύμφωνες με την τεχνική και επιστημονική πρόοδο προσαρμογές, καθώς και να αναστέλλουν τις χορηγηθείσες στις οικείες επιχειρήσεις άδειες.
176 Η Πορτογαλική Κυβέρνηση αναφέρεται, συναφώς, στο νομοθετικό διάταγμα 239/97 και, ειδικότερα, στο μεταβατικό σύστημα που θεσπίζει το άρθρο του 24, βάσει του οποίου οι επιχειρήσεις που έχουν άδεια να προβαίνουν σε πράξεις διαχειρίσεως αποβλήτων έχουν την αυστηρή υποχρέωση να προσαρμόζονται στις νέες απαιτήσεις που επιβάλλει, στο μεσοδιάστημα, η εθνική κανονιστική ρύθμιση. Κατά την κυβέρνηση αυτή, εφόσον η νέα δημοσιευθείσα κανονιστική ρύθμιση αντιστοιχεί κατ' ουσίαν στη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο κειμένων της κοινοτικής νομοθεσίας που προσαρμόζουν το υφιστάμενο κοινοτικό πλαίσιο στην τεχνολογική και επιστημονική πρόοδο, υπάρχει συνεπώς συνεχής προσαρμογή στην εξέλιξη στο πεδίο της τεχνολογίας και/ή του περιβάλλοντος. Προσθέτει ότι το νομοθετικό διάταγμα 239/97 προβλέπει ρητά τον έλεγχο της τηρήσεως των κανόνων που θεσπίζει, το δε άρθρο του 18 ορίζει τις προς τούτο αρμοδιότητες.
177 Η Πορτογαλική Κυβέρνηση παρατηρεί, επίσης, ότι η γενική κανονιστική ρύμιση σε θέματα βιομηχανικών αδειών προβλέπει τον έλεγχο των κανόνων ασκήσεως βιομηχανικής δραστηριότητας. Συναφώς, επικαλείται τα άρθρα 12 και 13 του νομοθετικού διατάγματος 109/91, το δεύτερο από τα οποία προβλέπει συντηρητικά μέτρα σε περίπτωση σημαντικού κινδύνου για την υγεία, την ασφάλεια των προσώπων και των αγαθών, την υγιεινή και την ασφάλεια των χώρων εργασίας, καθώς και για το περιβάλλον.
178 Επιπλέον, η παράβαση των κανόνων που ισχύουν όσον αφορά την άσκηση βιομηχανικής δραστηριότητας συνιστά, δυνάμει του άρθρου 16 του νομοθετικού διατάγματος 109/91, παράβαση τιμωρούμενη με πρόστιμο και, σύμφωνα με το συνδυασμό των διατάξεων 8, παράγραφος 1, 20, παράγραφος 1, και 21, παράγραφος 1, στοιχείο στ_, του νομοθετικού διατάγματος 239/97, μπορούν επίσης να επιβληθούν παρεπόμενες κυρώσεις, όπως η αναστολή εγκρίσεων, αδειών και πιστοποιήσεων, λόγω μη τηρήσεως των κανόνων χορηγήσεως αδειών για τις πράξεις αποθηκεύσεως, αξιοποιήσεως και διαθέσεως αποβλήτων.
179 Η Επιτροπή τονίζει ότι δεν μπορεί να συμμεριστεί την άποψη της Πορτογαλικής Κυβερνήσεως ότι, στο μέτρο που η νέα δημοσιευθείσα κανονιστική ρύθμιση αντιστοιχεί κατ' ουσίαν στη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο κειμένων της κοινοτικής νομοθεσίας που προσαρμόζουν το υφιστάμενο κοινοτικό πλαίσιο στην τεχνολογική και επιστημονική πρόοδο, πρέπει να γίνει δεκτό ότι υπάρχει συνεχής προσαρμογή στην εξέλιξη στο πεδίο της τεχνολογίας και/ή του περιβάλλοντος. Συγκεκριμένα, θεωρεί ότι η επιχειρηματολογία αυτή καθιστά το άρθρο 13, παράγραφος 2, της οδηγίας 75/439 κενό περιεχομένου.
180 Κατά την Επιτροπή, η διάταξη αυτή επιβάλλει στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών την υποχρέωση να εξετάζουν συνεχώς την εξέλιξη στο πεδίο της τεχνολογίας και/ή του περιβάλλοντος. Αυτό σημαίνει, για παράδειγμα, ότι αν, σε μια συγκεκριμένη στιγμή, η πραγματοποιηθείσα εξέταση αποδείξει ότι, παρά τις προϋποθέσεις που ίσχυαν κατά τον χρόνο χορηγήσεως της άδειας, η κατάσταση του περιβάλλοντος υποβαθμίστηκε ή είναι δυνατό να υποβαθμιστεί στον χώρο εγκαταστάσεως της επιχειρήσεως που διαθέτει χρησιμοποιημένα ορυκτέλαια ή ότι, εν τω μεταξύ, τέθηκαν σε κυκλοφορία νέα προϊόντα ή συσκευές τεχνολογίας πιο προηγμένης από εκείνη που ίσχυε όταν χορηγήθηκε η άδεια, η αρμόδια αρχή μπορεί να αναθεωρήσει τη χορηγηθείσα άδεια, προκειμένου να ενισχύσει την προστασία της υγείας και/ή του περιβάλλοντος.
181 Τέλος, όσον αφορά τις διατάξεις του νομοθετικού διατάγματος 109/91 και του νομοθετικού διατάγματος 239/97, τις οποίες επικαλείται η Πορτογαλική Κυβέρνηση, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η υποχρέωση αναλύσεως της εξελίξεως στο πεδίο της τεχνολογίας και/ή του περιβάλλοντος δεν μπορεί να τηρείται πλήρως αν, απλώς ή κυρίως, διενεργούνται έλεγχοι και/ή λαμβάνονται συντηρητικά μέτρα.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
182 Εκ προοιμίου πρέπει να σημειωθεί ότι η υποχρέωση που υπέχουν οι εθνικές αρχές δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 2, της οδηγίας 75/439, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του μηχανισμού ελέγχου που θέσπισαν τα άρθρα 6 και 13 της οδηγίας αυτής, όπως περιγράφεται στις σκέψεις 163 έως 165 της παρούσας αποφάσεως, συνιστά το αναγκαίο συμπλήρωμα της υποχρεώσεως που προβλέπει το άρθρο 6, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας.
183 Συγκεκριμένα, το μεν άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 75/439 απαιτεί από τις αρμόδιες αρχές να επαληθεύουν, στο πλαίσιο της διαδικασίας χορηγήσεως της άδειας, αν οι επιχειρήσεις έλαβαν όλα τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος και της υγείας, καθώς και αν χρησιμοποιήσαν την καλύτερη διατιθέμενη τεχνολογία, εφόσον δεν συνεπάγεται υπερβολικό κόστος, τη στιγμή που ξεκινούν τη διενέργεια πράξεων διαθέσεως χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων, το δε άρθρο 13, παράγραφος 2, της ίδιας οδηγίας υποχρεώνει τις εν λόγω αρχές να εξασφαλίζουν, στο πλαίσιο των περιοδικών ελέγχων που οφείλουν να διενεργούν δυνάμει της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού, τη συνεχή προσαρμογή των προϋποθέσεων για τη διάθεση χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων στην εξέλιξη στο πεδίο της τεχνολογίας και/ή του περιβάλλοντος.
184 Επομένως, η διάταξη αυτή απευθύνεται στις αρμόδιες εθνικές αρχές, στις οποίες επιβάλλεται η υποχρέωση αναθεωρήσεως και συνεχούς προσαρμογής των αδειών που χορηγούνται στις επιχειρήσεις που διαθέτουν χρησιμοποιημένα ορυκτέλαια στην εξέλιξη στο πεδίο της τεχνολογίας και του περιβάλλοντος.
185 Υπό τις συνθήκες αυτές, το επιχείρημα της Πορτογαλικής Κυβερνήσεως ότι η επιβαλλόμενη με τη διάταξη αυτή προσαρμογή εξασφαλίζεται ήδη με τη συνεχή εξέλιξη της εθνικής νομοθεσίας, ιδίως όταν με αυτή μεταφέρονται στο εσωτερικό δίκαιο κοινοτικές διατάξεις, δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
186 Λαμβανομένου υπόψη του σκοπού του άρθρου 13, παράγραφος 2, της οδηγίας 75/439, όπως περιγράφηκε στις προηγούμενες σκέψεις, προκύπτει επίσης ότι οι ειδικές διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας τις οποίες επικαλείται η Πορτογαλική Κυβέρνηση δεν μπορούν να θεωρηθούν κατάλληλα μέτρα μεταφοράς του άρθρου αυτού στην εσωτερική έννομη τάξη. Συγκεκριμένα, ούτε τα άρθρα 12 του νομοθετικού διατάγματος 109/91 και 18 του νομοθετικού διατάγματος 239/97, που εξουσιοδοτούν τις αρμόδιες αρχές να ελέγχουν την τήρηση των κανόνων ασκήσεως της βιομηχανικής δραστηριότητας, ούτε το άρθρο 13 του νομοθετικού διατάγματος 109/91, το οποίο προβλέπει τη δυνατότητα λήψεως συντηρητικών μέτρων στην περίπτωση κινδύνου για το περιβάλλον ή την υγεία, ούτε, τέλος, το άρθρο 16 του νομοθετικού διατάγματος 109/91 και οι συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 8, παράγραφος 1, 20, παράγραφος 1 και 21, παράγραφος 1, στοιχείο στ_, του νομοθετικού διατάγματος 239/97, οι οποίες προβλέπουν τη δυνατότητα επιβολής κυρώσεων, λόγω μη τηρήσεως των κανόνων χορηγήσεως αδειών για τις πράξεις αποθηκεύσεως, αξιοποιήσεως και διαθέσεως αποβλήτων, καθιερώνουν υποχρέωση αναθεωρήσεως ή προσαρμογής των χορηγηθεισών αδειών ανάλογα με την εξέλιξη στο πεδίο της τεχνολογίας και/ή του περιβάλλοντος.
187 Κατόπιν των προεκτεθέντων, η τρίτη αιτίαση της Επιτροπής που αντλείται από την παράλειψη μεταφοράς στην εσωτερική έννομη τάξη του άρθρου 13 της οδηγίας 75/439 πρέπει να γίνει δεκτή στο σύνολό της.
Επί της μη κοινοποιήσεως των πληροφοριακών στοιχείων που προβλέπει το άρθρο 17 της οδηγίας 75/439
Επιχείρηματα των διαδίκων
188 Με το δικόγραφο της προσφυγής της, η Επιτροπή τονίζει ότι, δεδομένου ότι η οδηγία 75/439 μεταφέρθηκε στην πορτογαλική έννομη τάξη μεταξύ Φεβρουαρίου 1991 και Απριλίου 1993, οι εθνικές διατάξεις μεταφοράς ίσχυσαν για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, ώστε να έχει η Πορτογαλική Κυβέρνηση τη δυνατότητα να λάβει και να κοινοποίησει στην Επιτροπή τα πληροφοριακά στοιχεία που αναφέρει το άρθρο 17 της οδηγίας αυτής.
189 Η Πορτογαλική Κυβέρνηση, όμως, ουδέποτε κοινοποίησε στην Επιτροπή την έκθεση που είχε προβλέψει να της αποστείλει, σύμφωνα με τα όσα ανέφερε στην απάντησή της προς την αιτιολογημένη γνώμη «πριν από τα τέλη Σεπτεμβρίου του 1998», την οποία μάλιστα περιέγραφε ως «πληρέστερη έκθεση σχετικά με τη μεταφορά και την εφαρμογή της οδηγίας κατά τα έτη 1995, 1996 και 1997, εκπονηθείσα σύμφωνα με τις διατάξεις της αποφάσεως 94/741/ΕΚ και εξασφαλίζουσα την πλήρη τήρηση του άρθρου 17 της οδηγίας».
190 Η Επιτροπή τονίζει ότι η Πορτογαλική Κυβέρνηση δεν αμφισβήτησε ότι δεν συμμορφώθηκε προς την υποχρέωση αυτή. Συγκεκριμένα, με την απάντησή της στην αιτιολογημένη γνώμη, δικαιολόγησε την παράλειψη κοινοποιήσεως ισχυριζόμενη ότι δεν καθορίζεται η περιοδικότητα της υποχρεώσεως αυτής και ότι δεν θεωρούσε ότι απέκτησε τεχνικές γνώσεις εφαρμόζοντας την εθνική κανονιστική ρύθμιση με την οποία μεταφέρθηκε στην εσωτερική έννομη τάξη η οδηγία 75/439.
191 Εντούτοις, η Επιτροπή φρονεί ότι το γεγονός ότι ένα κράτος μέλος θεωρεί ότι δεν απέκτησε «τεχνικές γνώσεις» κατά τη διάρκεια ορισμένης περιόδου δεν το απαλλάσσει από την υποχρέωση να το ανακοινώσει στην Επιτροπή στο πλαίσιο της περιοδικής κοινοποιήσεως που προβλέπει το άρθρο 17 της οδηγίας 75/439 και ότι, αν ένα κράτος μέλος μπορούσε να κρίνει, μόνο του, την ανάγκη διαβιβάσεως πληροφοριακών στοιχείων, θα θιγόταν η πρακτική αποτελεσματικότητα του άρθρου αυτού.
192 Η Επιτροπή προσθέτει, συναφώς, ότι, αν τα κράτη μέλη δεν όφειλαν να κοινοποιούν ακόμη και το ότι δεν απέκτησαν τεχνικές γνώσεις κατά την περίοδο αναφοράς, αυτή δεν θα μπορούσε να γνωρίζει αν η παράλειψη κοινοποιήσεως απορρέει πράγματι από το γεγονός ότι δεν αποκτήθηκαν τεχνικές γνώσεις και θα ήταν υποχρεωμένη να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 226 ΕΚ, λόγω παραβάσεως της υποχρεώσεως που επιβάλλει το άρθρο 17 της οδηγίας 75/439, προκειμένου να λάβει τα σχετικά πληροφοριακά στοιχεία.
193 Αναφορικά με τον όρο «περιοδικά» του άρθρου 17 της οδηγίας 75/439, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι σημαίνει ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να τις κοινοποιούν τα σχετικά πληροφοριακά στοιχεία κατά τακτά χρονικά διαστήματα. Εντούτοις, δεδομένου ότι δεν καθορίζεται η σγκεκριμένη διάρκεια των διαστημάτων αυτών, η Επιτροπή θεωρεί ότι αυτά πρέπει να είναι εύλογα και ότι ο «εύλογος» χαρακτήρας τους πρέπει να καθορίζεται ανάλογα με τη φύση των στοιχείων που απαιτεί το εν λόγω άρθρο. Πάντως, κατά την Επιτροπή, είναι αποδεδειγμένο ότι η Πορτογαλική Κυβέρνηση ουδέποτε διαβίβασε τα αναφερόμενα στο εν λόγω άρθρο στοιχεία.
194 Για να αντικρούσει την αιτίαση αυτή, η Πορτογαλική Κυβέρνηση επισημαίνει κατ' αρχάς ότι, όσον αφορά την προβλεπόμενη στο άρθρο 18 της οδηγίας 75/439 υποχρέωση διαβιβάσεως, κάθε τρία χρόνια, εκθέσεως επί της καταστάσεως της διαθέσεως των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων, κοινοποίησε στην Επιτροπή μια πρώτη έκθεση με τίτλο «Έκθεση επί της εφαρμογής της οδηγίας 87/101/ΕΟΚ της 22ας Δεκεμβρίου 1996» στις 14 Αυγούστου 1995.
195 Όσον αφορά την περίοδο μεταξύ 1995 και 1997, η Πορτογαλική Κυβέρνηση παραπέμπει σε έκθεση που συντάχθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις της αποφάσεως 94/741/ΕΚ της Επιτροπής, της 24ης Οκτωβρίου 1994, σχετικά με τα ερωτηματολόγια των εκθέσεων των κρατών μελών που αφορούν την εφαρμογή ορισμένων οδηγιών στον τομέα των αποβλήτων (εφαρμογή της οδηγίας 91/692/ΕΟΚ του Συμβουλίου) (ΕΕ L 296, σ. 42), την οποία επισύναψε στο υπόμνημα αντικρούσεως που κοινοποίησε στην Επιτροπή με έγγραφο της 29ης Νοεμβρίου 1999.
196 Η Πορτογαλική Κυβέρνηση εξηγεί ότι η καθυστέρηση κοινοποιήσεως στην Επιτροπή της εκθέσεως αυτής οφειλόταν κυρίως στην ανάγκη συγκρίσεως καθώς και ελέγχου της εγκυρότητας των στοιχείων που είχαν συλλεγεί με τα δύο συστήματα συλλογής των υπαρχόντων στοιχείων. Επρόκειτο, αφενός, για το προβλεπόμενο στο άρθρο 3 του κανονισμού που επισυνάφθηκε στην απόφαση 240/92 σύστημα, το οποίο προβλέπει ότι τα μητρώα κινήσεως των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων που μνημονεύονται στο άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, του νομοθετικού διατάγματος 88/91 πρέπει να συμπληρώνονται ανά τρίμηνο από τους κατόχους, τους συλλέκτες και του χρήστες των ορυκτελαίων αυτών, και, αφετέρου, για το σύστημα που θέσπισε η Portaria 792/98, της 22ας Σεπτεμβρίου 1998 (υπουργική απόφαση 792/98,+ Diário da República Ι, σειρά Β, 219, της 22ας Σεπτεμβρίου 1998), περί εγκρίσεως υποδείγματος εντύπου για την καταχώριση βιομηχανικών αποβλήτων.
197 Η Πορτογαλική Κυβέρνηση αναφέρει ότι, δυνάμει της τελευταίας αυτής αποφάσεως, όσοι παράγουν βιομηχανικά απόβλητα πρέπει υποχρεωτικά να συμπληρώνουν το έντυπο καταχωρίσεως, προσδιορίζοντας τα απόβλητα σύμφωνα με τον ευρωπαϊκό κατάλογο αποβλήτων, και να το υποβάλλουν κάθε χρόνο στην περιφερειακή διεύθυνση περιβάλλοντος της περιοχής όπου ανήκει η οικεία εγκατάσταση, πριν από τις 15 Φεβρουαρίου του έτους που έπεται εκείνου στο οποίο αναφέρονται τα αριθμητικά στοιχεία. Προσθέτει ότι οι περιφερειακές διευθύνσεις περιβάλλοντος είναι επιφορτισμένες με τον έλεγχο της εγκυρότητας και με την επεξεργασία των στοιχείων που αναγράφονται στα έντυπα καταχωρίσεως, τα οποία πρέπει να διαβιβάζονται ετησίως στο Ινστιτούτο αποβλήτων πριν από τις 30 Σεπτεμβρίου του έτους που έπεται εκείνου στο οποίο αναφέρονται τα αριθμητικά στοιχεία.
198 Η Επιτροπή απαντά, όσον αφορά κατ' αρχάς την πρώτη έκθεση επί της εφαρμογής της οδηγίας 87/101/ΕΟΚ στην οποία παραπέμπει η Πορτογαλική Κυβέρνηση, ότι η έκθεση αυτή, που απαριθμεί και περιγράφει την εθνική νομοθεσία για τη μεταφορά της εν λόγω οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, δεν περιέχει τα πληροφοριακά στοιχεία που μνημονεύει το άρθρο 17 της οδηγίας 75/439.
199 Ακολούθως, όσον αφορά την έκθεση που συντάχθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις της αποφάσεως 94/741 και σχετικά με την περίοδο μεταξύ 1995 και 1997, η Επιτροπή επισημαίνει ότι με την απόφαση αυτή θεσπίστηκε το ερωτηματολόγιο που προβλέπει το άρθρο 18 της οδηγίας 75/439, ως αυτό είχε κατά το άρθρο 5 της οδηγίας 91/692/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 23ης Δεκεμβρίου 1991, για την τυποποίηση και τον εξορθολογισμό των εκθέσεων που αφορούν την εφαρμογή ορισμένων οδηγιών για το περιβάλλον (ΕΕ L 377, σ. 48), σε συνδυασμό με το παράρτημα VI, σημείο α_, της τελευταίας αυτής οδηγίας. Αναφέρει, επίσης, ότι το άρθρο 18, όπως τροποποιήθηκε, προβλέπει ότι «[κ]άθε τρία χρόνια, τα κράτη μέλη διαβιβάζουν στην Επιτροπή πληροφοριακά στοιχεία για την εφαρμογή της [οδηγίας 75/439] μέσω μιας τομεακής έκθεσης» η οποία πρέπει να «συντάσσεται βάσει ερωτηματολογίου ή σχεδιαγράμματος το οποίο καταρτίζει η Επιτροπή με τη διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 6 της οδηγίας 91/692/ΕΟΚ» και ότι «η πρώτη έκθεση καλύπτει την περίοδο από 1995 μέχρι και 1997».
200 Συναφώς, η Επιτροπή τονίζει ότι η Πορτογαλική Κυβέρνηση δεν προσδιόρισε τα στοιχεία της εκθέσεως αυτής που, μολονότι αυτή καταρτίστηκε δυνάμει του εν λόγω άρθρου 18, μπορούσαν, κατά την άποψή της, να συνιστούν πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με την εμπειρία που αποκόμισαν οι αρμόδιες αρχές και τα αποτελέσματα που προέκυψαν από την εφαρμογή της οδηγίας 75/439, στα οποία παραπέμπει το άρθρο της 17. Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν μπορούσε να θεωρηθεί ότι ορισμένα στοιχεία της εκθέσεως αυτής συνιστούν τέτοιου είδους πληροφοριακά στοιχεία, η Επιτροπή επισημαίνει ότι τα στοιχεία αυτά δεν της κοινοποιήθηκαν, δυνάμει του άρθρου 17 της οδηγίας 75/439, εντός της προθεσμίας που είχε τάξει στην Πορτογαλική Κυβέρνηση για να συμμορφωθεί προς την αιτιολογημένη γνώμη.
201 Τέλος, απαντώντας στο επιχείρημα της Πορτογαλικής Κυβερνήσεως ότι τα αίτια της καθυστερήσεως κοινοποιήσεως της εκθέσως που είχε καταρτιστεί σύμφωνα με τις διατάξεις της αποφάσεως 94/741/ΕΟΚ οφείλονταν, μεταξύ άλλων, στην ανάγκη συγκρίσεως και ελέγχου της εγκυρότητας των στοιχείων που είχαν συλλεγεί βάσει των δύο συστημάτων συλλογής των στοιχείων που υπάρχουν στην πορτογαλική νομοθεσία, η Επιτροπή υπενθυμίζει την πάγια νομολογία κατά την οποία ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλεστεί διατάξεις, πρακτικές ή καταστάσεις της εσωτερικής εννόμου τάξεώς του, προκειμένου να δικαιολογήσει τη μη τήρηση των υποχρεώσεων και των προθεσμιών που προβλέπει μια οδηγία.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
202 Εκ προοιμίου πρέπει να σημειωθεί ότι σκοπός του άρθρου 17 της οδηγίας 75/439 είναι να παράσχει τη δυνατότητα τόσο στην Επιτροπή όσο και στα κράτη μέλη να ενημερώνονται περιοδικώς για τις τεχνικές γνώσεις που αποκτά καθένα από τα κράτη αυτά, καθώς και για τις εμπειρίες και τα αποτελέσματα που απορρέουν από την εφαρμογή της οδηγίας αυτής εντός της Κοινότητας.
203 Λαμβανομένου υπόψη του σκοπού του άρθρου αυτού, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα της Πορτογαλικής Κυβερνήσεως που αντλείται από το γεγονός ότι θεωρεί ότι δεν απέκτησε τεχνικές γνώσεις εφαρμόζοντας την εθνική νομοθεσία για τη μεταφορά της οδηγίας 75/439 στο εσωτερικό δίκαιο.
204 Συγκεκριμένα, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ακόμη και το γεγονός ότι ένα κράτος μέλος δεν απέκτησε νέες τεχνικές γνώσεις κατά τη διάρκεια συγκεκριμένης περιόδου συνιστά χρήσιμο πληροφοριακό στοιχείο που πρέπει να κοινοποιείται στην Επιτροπή και στα λοιπά κράτη μέλη δυνάμει του άρθρου 17 της οδηγίας 75/439, δεδομένου μάλιστα ότι το εν λόγω άρθρο δεν προβλέπει καμία εξαίρεση από την υποχρέωση κοινοποιήσεως των πληροφοριακών στοιχείων που μνημονεύει.
205 Επιπλέον, η προβλεπόμενη στο άρθρο 17 της οδηγίας 75/439 τήρηση της υποχρεώσεως κοινοποιήσεως δεν μπορεί να εξαρτάται από την κρίση κάθε κράτους μέλους ως προς τα αν απέκτησε ή δεν απέκτησε γνώσεις που να αξίζει να κοινοποιηθούν, διότι άλλως θα θιγόταν η πρακτική αποτελεσματικότητα της διατάξεως αυτής.
206 Πρέπει, εξάλλου, να υπομνησθεί ότι το άρθρο 17 της οδηγίας 75/439 επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να κοινοποιούν όχι μόνον τις τεχνικές γνώσεις που ενδεχομένως απέκτησαν, αλλά και την εμπειρία και τα αποτελέσματα που απορρέουν από την εφαρμογή των διατάξεων που τέθηκαν σε ισχύ στο εσωτερικό δίκαιο για τη μεταφορά της οδηγίας αυτής.
207 Τέλος, όπως προκύπτει από τη δικογραφία, όταν έληξε η προθεσμία που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη, είχαν ήδη παρέλθει επτά έτη από τη θέσπιση των πρώτων διατάξεων για τη μεταφορά της οδηγίας 75/439 στο πορτογαλικό δίκαιο, ήτοι από το νομοθετικό διάταγμα 88/91 που τέθηκε σε ισχύ στις 23 Φεβρουαρίου 1991.
208 Δεδομένης της μακράς χρονικής περιόδου που παρήλθε, η Πορτογαλική Κυβέρνηση δεν μπορεί να επικαλείται εγκύρως την έλλειψη προσδιορισμού της περιοδικότητας της υποχρεώσεως κοινοποιήσεως που επιβάλλει το άρθρο 17 της οδηγίας 75/439 για να δικαιολογήσει το γεγονός ότι δεν τήρησε την υποχρέωση αυτή.
209 Όσον αφορά τις δύο εκθέσεις που επικαλείται η Πορτογαλική Κυβέρνηση, πρέπει να υπογραμμισθεί ότι καμία από τις δύο δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ανταποκρινόμενη στην υποχρέωση κοινοποιήσεως που προβλέπει το άρθρο 17 της οδηγίας 75/439.
210 Συγκεκριμένα, όσον αφορά την έκθεση επί της εφαρμογής της οδηγίας 87/101, πρέπει να υπομνησθεί ότι, όπως επισήμανε η Επιτροπή χωρίς να την αντικρούσει η Πορτογαλική Κυβέρνηση, η έκθεση αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί, από απόψεως περιεχομένου, ως έκθεση υπό την έννοια του άρθρου 17 της οδηγίας 75/439, δεδομένου ότι περιέχει μόνον περιγραφή των εθνικών διατάξεων για τη μεταφορά της οδηγίας 75/439 στην εσωτερική έννομη τάξη και δεν αναφέρει τις τεχνικές γνώσεις, την εμπειρία και τα σχετικά αποτελέσματα, όπως ειδικώς απαιτεί το εν λόγω άρθρο.
211 Όσον αφορά την έκθεση που καταρτίστηκε σύμφωνα με τις διατάξεις της αποφάσεως 94/741, αρκεί η διαπίστωση ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η έκθεση αυτή ανταποκρίνεται στις επιταγές του άρθρου 17 της οδηγίας 75/439, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο της παρούσας προσφυγής λόγω παραβάσεως, καθότι κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή μετά τη λήξη της προθεσμίας που της είχε ταχθεί με την αιτιολογημένη γνώμη.
212 Συνεπώς, η τέταρτη αιτίαση της Επιτροπής που αντλείται από τη μη κοινοποίηση των προβλεπομένων στο άρθρο 17 της οδηγίας 75/439 πληροφοριακών στοιχείων πρέπει επίσης να γίνει δεκτή.
213 Κατόπιν του συνόλου των προεκτεθέντων, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Πορτογαλική Δημοκρατία:
- παραλείποντας να θεσπίσει, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, τις διατάξεις που επιβάλλουν στην αρμόδια αρχή την υποχρέωση, πριν χορηγήσει άδεια στις επιχειρήσεις που προβαίνουν στην αναγέννηση χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων ή που τα χρησιμοποιούν ως καύσιμο, να βεβαιώνεται ότι έχουν ληφθεί όλα τα κατάλληλα μέτρα προστασίας της υγείας κατά τη χρήση των ορυκτελαίων ως καυσίμου και ότι χρησιμοποιείται η καλύτερη διατιθέμενη τεχνολογία, εφόσον δεν συνεπάγεται υπερβολικό κόστος, κατά την αναγέννηση χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων και τη χρήση χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων ως καυσίμου·
- παραλείποντας να ορίσει, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, ότι τα κατάλοιπα της καύσεως χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων διατίθενται τηρουμένων των υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 9 της οδηγίας 78/319, από δε τις 27 Ιουνίου 1995, τηρουμένων των υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 9 της οδηγίας 75/442, καθόσον ίσχυε ήδη για τα κράτη μέλη δυνάμει του άρθρου 9 της οδηγίας 78/319·
- παραλείποντας να προβλέψει, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, τον περιοδικό έλεγχο των επιχειρήσεων που προβαίνουν στην αναγέννηση χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων ή που χρησιμοποιούν χρησιμοποιημένα ορυκτέλαια ως καύσιμο, ή την παρακολούθηση της εξελίξεως στο πεδίο της τεχνολογίας ή/και του περιβάλλοντος, προκειμένου να αναθεωρεί, εάν χρειάζεται, τις άδειες που έχουν χορηγηθεί στις επιχειρήσεις αυτές·
- παραλείποντας να κοινοποιήσει στην Επιτροπή πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με τις τεχνικές γνώσεις, την εμπειρία και τα αποτελέσματα που απορρέουν από την εφαρμογή των διατάξεων που θεσπίστηκαν δυνάμει της οδηγίας 75/439,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 6, παράγραφος 2, 8, παράγραφος 2, στοιχείο α_, 13 και 17 της οδηγίας 75/439.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
214 Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του αντιδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή υπέβαλε σχετικό αίτημα και η Πορτογαλική Δημοκρατία κατ' ουσίαν ηττήθηκε, η Πορτογαλική Δημοκρατία πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Παραλείποντας να θεσπίσει, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, τις διατάξεις που επιβάλλουν στην αρμόδια αρχή την υποχρέωση, πριν χορηγήσει άδεια στις επιχειρήσεις που προβαίνουν στην αναγέννηση χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων ή που τα χρησιμοποιούν ως καύσιμο, να βεβαιώνεται ότι έχουν ληφθεί όλα τα κατάλληλα μέτρα προστασίας της υγείας κατά τη χρήση των ορυκτελαίων ως καυσίμου και ότι χρησιμοποιείται η καλύτερη διατιθέμενη τεχνολογία, εφόσον δεν συνεπάγεται υπερβολικό κόστος, κατά την αναγέννηση χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων και τη χρήση χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων ως καυσίμου·
παραλείποντας να ορίσει, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, ότι τα κατάλοιπα της καύσεως χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων διατίθενται τηρουμένων των υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 9 της οδηγίας 78/319/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 1978, περί των τοξικών και επικινδύνων αποβλήτων, από δε της 27ης Ιουνίου 1995, τηρουμένων των υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 9 της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1975, περί των στερεών αποβλήτων, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/156/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Μαρτίου 1991, καθόσον ίσχυε ήδη για τα κράτη μέλη δυνάμει του άρθρου 9 της οδηγίας 78/319·
παραλείποντας να προβλέψει, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, τον περιοδικό έλεγχο των επιχειρήσεων που προβαίνουν στην αναγέννηση χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων ή που χρησιμοποιούν χρησιμοποιημένα ορυκτέλαια ως καύσιμο, ή την παρακολούθηση της εξελίξεως στο πεδίο της τεχνολογίας ή/και του περιβάλλοντος, προκειμένου να αναθεωρεί, εάν χρειάζεται, τις άδειες που έχουν χορηγηθεί στις επιχειρήσεις αυτές·
παραλείποντας να κοινοποιήσει στην Επιτροπή πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με τις τεχνικές γνώσεις, την εμπειρία και τα αποτελέσματα που απορρέουν από την εφαρμογή των διατάξεων που θεσπίστηκαν δυνάμει της οδηγίας 75/439/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 16ης Ιουνίου 1975, περί διαθέσεως των χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 87/101/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 1986,
η Πορτογαλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 6, παράγραφος 2, 8, παράγραφος 2, στοιχείο α_, 13 και 17 της οδηγίας 75/439, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 87/101.
2) Απορρίπτει την προσφυγή κατά τα λοιπά.
3) Καταδικάζει την Πορτογαλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy