Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
ροσφυγή λόγω παραβάσεως - Εξέταση του βασίμου από το Δικαστήριο - Κατάσταση που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη - Κατάσταση κατά τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη
(άρθρο 226 ΕΚ)
Περίληψη
$$Στο πλαίσιο προσφυγής ασκηθείσας βάσει του άρθρου 226 ΕΚ, η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται με βάση την κατάσταση του κράτους μέλους, ως αυτή είχε κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας και οι επελθούσες εν συνεχεία μεταβολές δεν μπορούν να λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο.
( βλ. σκέψη 31 )
Διάδικοι
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-396/99 και C-397/99,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους B. Doherty και Δ. Τριανταφύλλου, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Ελληνικής Δημοκρατίας, εκπροσωπουμένης από τις Ν. Δαφνίου και Σ. Χαλά, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχουν ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία, παραλείποντας να λάβει εντός της προβλεπομένης προθεσμίας όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς το άρθρο 2, παράγραφοι 1 (C-396/99) και 2 (C-397/99), της οδηγίας 96/2/ΕΚ της Επιτροπής, της 16ης Ιανουαρίου 1996, για τροποποίηση της οδηγίας 90/388/ΕΟΚ όσον αφορά τις κινητές και προσωπικές επικοινωνίες (ΕΕ L 20, σ. 59), σε συνδυασμό με το άρθρο 3α, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, της οδηγίας 90/388/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 28ης Ιουνίου 1990, σχετικά με τον ανταγωνισμό στις αγορές των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών (ΕΕ L 192, σ. 10), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 96/2, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ και τις προπαρατεθείσες οδηγίες,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τη: N. Colneric, πρόεδρο του δευτέρου τήματος, προεδρεύουσα του έκτου τμήματος, και τους C. Gulmann (εισηγητή), R. Schintgen, Β. Σκουρή και J. N. Cunha Rodrigues, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: D. Ruiz-Jarabo Colomer
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση του εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 31ης Μα_ου 2001,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφα που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 13 Οκτωβρίου 1999, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ, δύο προσφυγές με τις οποίες ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία, παραλείποντας να λάβει εντός της προβλεπομένης προθεσμίας όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς το άρθρο 2, παράγραφοι 1 (C-396/99) και 2 (C-397/99), της οδηγίας 96/2/ΕΚ της Επιτροπής, της 16ης Ιανουαρίου 1996, για τροποποίηση της οδηγίας 90/388/ΕΟΚ όσον αφορά τις κινητές και προσωπικές επικοινωνίες (ΕΕ L 20, σ. 59), σε συνδυασμό με το άρθρο 3α, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, της οδηγίας 90/388/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 28ης Ιουνίου 1990, σχετικά με τον ανταγωνισμό στις αγορές των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών (ΕΕ L 192, σ. 10), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 96/2 (στο εξής: οδηγία 90/388), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ και τις προπαρατεθείσες οδηγίες.
Το κανονιστικό πλαίσιο
2 Η οδηγία 96/2, που αποσκοπεί στη δημιουργία ελεύθερου ανταγωνισμού στην αγορά των κινητών και προσωπικών επικοινωνιών, ορίζει, στο άρθρο της 2, παράγραφος 1, ότι από την 1η Ιανουαρίου 1998 τα κράτη μέλη δεν αρνούνται να χορηγήσουν άδειες για την εκμετάλλευση κινητών συστημάτων που λειτουργούν σύμφωνα με το πρότυπο DCS 1800.
3 Σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 96/2, τα κράτη μέλη δεν αρνούνται να χορηγήσουν, από την έναρξη ισχύος της οδηγίας αυτής, άδειες για δημόσια πρόσβαση/λειτουργίες τηλεσταθμών, συμπεριλαμβανομένων των αδειών για τα συστήματα που λειτουργούν σύμφωνα με το πρότυπο DECT. Η εν λόγω ημερομηνία έναρξης ισχύος είναι, σύμφωνα με το άρθρο 5 της εν λόγω οδηγίας, η εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ήτοι η 15η Φεβρουαρίου 1996.
4 Σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 4, της οδηγίας 96/2, τα κράτη μέλη λαμβάνουν, εφόσον είναι αναγκαίο, μέτρα για τη διασφάλιση της εφαρμογής του άρθρου αυτού, λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη εξασφαλίσεως αποτελεσματικού ανταγωνισμού μεταξύ φορέων οι οποίοι λειτουργούν ανταγωνιστικά στις σχετικές αγορές.
5 Σύμφωνα με το άρθρο 2, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 90/388, τα κράτη μέλη που υποβάλλουν την παροχή τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, εκτός των υπηρεσιών φωνητικής τηλεφωνίας, σε διαδικασία χορήγησης άδειας ή δήλωσης για να εξασφαλίζεται η τήρηση των ουσιωδών απαιτήσεων μεριμνούν, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 3, ώστε οι άδειες να χορηγούνται σύμφωνα με κριτήρια αντικειμενικά, διαφανή και χωρίς διακρίσεις. Οι ενδεχόμενες αρνητικές αποφάσεις πρέπει να είναι δεόντως αιτιολογημένες και πρέπει να προβλέπεται διαδικασία προσφυγής κατ' αυτών.
6 Το άρθρο 3α της οδηγίας 90/388 προβλέπει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη, επιπρόσθετα από τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, οφείλουν, με την επιβολή πρόσθετων όρων για τη χορήγηση αδειών ή γενικών εξουσιοδοτήσεων για συστήματα κινητής και προσωπικής επικοινωνίας, να εξασφαλίζουν τα ακόλουθα:
i) οι όροι για τη χορήγηση αδείας πρέπει να περιέχουν μόνον ό,τι δικαιολογείται από τις ουσιώδεις απαιτήσεις και, στην περίπτωση των συστημάτων για χρήση από το κοινό, από τις απαιτήσεις για την παροχή δημόσιων υπηρεσιών υπό μορφή εμπορικών κανονιστικών διατάξεων κατά την έννοια του άρθρου 3,
ii) οι όροι για τη χορήγηση αδείας σε φορείς εκμετάλλευσης κινητού δικτύου πρέπει να εξασφαλίζουν τη διαφάνεια και να αποφεύγουν τις διακρίσεις μεταξύ φορέων εκμετάλλευσης σταθερού και κινητού δικτύου σε περίπτωση συνιδιοκτησίας,
iii) οι όροι για τη χορήγηση αδείας δεν πρέπει να περιέχουν αδικαιολόγητους τεχνικούς περιορισμούς. Ιδιαίτερα, τα κράτη μέλη δεν πρέπει να εμποδίζουν τον συνδυασμό αδειών ή να περιορίζουν την προσφορά διαφορετικών τεχνολογιών οι οποίες χρησιμοποιούν ξεχωριστές συχνότητες σε περίπτωση πολυπρότυπων συσκευών.
Εφόσον υπάρχουν διαθέσιμες συχνότητες, τα κράτη μέλη οφείλουν να χορηγούν άδεια σε οποιονδήποτε υποβάλλει αίτηση, εφαρμόζοντας ανοικτές, αμερόληπτες και διαφανείς διαδικασίες.
Τα κράτη μέλη επιτρέπεται να περιορίζουν τον αριθμό των αδειών για συστήματα κινητής και προσωπικής επικοινωνίας που πρόκειται να χορηγηθούν μόνο βάσει ουσιωδών απαιτήσεων και μόνον εφόσον ο περιορισμός αυτός συνδέεται με την έλλειψη διαθέσιμου φάσματος συχνοτήτων και δικαιολογείται βάσει της αρχής της αναλογικότητας.
Οι διαδικασίες χορήγησης αδειών μπορούν να λάβουν υπόψη τις απαιτήσεις για την παροχή δημόσιων υπηρεσιών υπό μορφή εμπορικών κανονιστικών διατάξεων όπως ορίζεται στο άρθρο 3, εφόσον έχει επιλεγεί η λύση που περιορίζει κατά το λιγότερο δυνατό τον ελεύθερο ανταγωνισμό. Οι εν λόγω όροι σχετικά με εμπορικές κανονιστικές διατάξεις μπορούν να επισυνάπτονται στις άδειες που χορηγούνται.
[...]»
Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
7 Στις 5 Δεκεμβρίου 1995 χορηγήθηκαν στην Ελλάδα, δυνάμει του προεδρικού διατάγματος 437/1995, στον Οργανισμό Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος ΑΕ (στο εξής: ΟΤΕ) άδεια για την παροχή ψηφιακών κινητών υπηρεσιών ραδιοεπικοινωνίας σύμφωνα με το πρότυπο DCS 1800, καθώς και γενική άδεια για την παροχή υπηρεσιών μέσω τηλεσταθμών τεχνολογίας CT2 και DECT.
8 Δεδομένου ότι η χορήγηση των αδειών αυτών πραγματοποιήθηκε χωρίς προηγούμενες ανακοινώσεις ή προσκλήσεις υποβολής προσφορών, καμία άλλη εταιρία δεν είχε τη δυνατότητα να υποβάλει αίτηση για να λάβει τις άδειες αυτές ή παρόμοια άδεια. Η άδεια DCS 1800 μεταβιβάστηκε κατόπιν στην CosmOTE, που είναι θυγατρική του ΟΤΕ.
9 Στις 29 Ιουλίου 1997 υποβλήθηκαν στην Επιτροπή δύο καταγγελίες σχετικά με τους όρους χορηγήσεως στον ΟΤΕ αφενός της αδείας DCS 1800 και αφετέρου των αδειών χρήσεως των συνδυασμένων τεχνολογιών DECT. Η Επιτροπή διαβίβασε τις καταγγελίες αυτές στις ελληνικές αρχές στις 5 Σεπτεμβρίου 1997 και τους ζήτησε να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με τους ισχυρισμούς που περιέχονταν στις καταγγελίες.
10 Με έγγραφο της 28ης Νοεμβρίου 1997, η Ελληνική Κυβέρνηση πληροφόρησε την Επιτροπή ότι, όσον αφορά την άδεια DCS 1800, μόνο το ένα τρίτο του φάσματος συχνοτήτων DCS 1800 είχε παραχωρηθεί στον ΟΤΕ και ότι παρέμεναν ακόμα, εντός του φάσματος αυτού, 2 Χ 50 MHz που μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν από δύο άλλους φορείς DCS 1800. Η Ελληνική Κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι, προτού χορηγήσει άλλες άδειες DCS 1800, έπρεπε να διασφαλίσει ότι η χορήγηση αυτή δεν θα εμπόδιζε τον ελεύθερο ανταγωνισμό στην αγορά της κινητής τηλεφωνίας, καθόσον η χορήγηση τέτοιων αδειών στο εγγύς μέλλον μπορούσε να ενισχύσει τη δεσπόζουσα θέση των δύο υφισταμένων φορέων GSM και να θέσει έτσι σε κίνδυνο τις σημαντικές επενδύσεις που είχε πραγματοποιήσει η CosmOTE.
11 Όσον αφορά τον ισχυρισμό περί χορηγήσεως αδειών DECT, η εν λόγω κυβέρνηση πληροφόρησε την Επιτροπή ότι δεν είχε αρνηθεί να χορηγήσει άδεια στον καταγγέλλοντα και ότι εξέταζε την αίτηση που της είχε υποβληθεί.
12 Κατόπιν των απαντήσεων αυτών, η Επιτροπή απηύθυνε στην Ελληνική Κυβέρνηση, στις 28 Απριλίου 1998 και στις 12 Μα_ου 1998 έγγραφα οχλήσεως όσον αφορά τη μη χορήγηση αδειών DCS 1800 και αδειών DECT αντιστοίχως.
13 Με την από 31 Ιουλίου 1998 απάντησή της, η Ελληνική Κυβέρνηση πληροφόρησε την Επιτροπή σχετικά με τη μεταφορά στο ελληνικό δίκαιο του άρθρου 2, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 96/2, η οποία πραγματοποιήθηκε με το προεδρικό διάταγμα 124/1998, της 26ης Μα_ου 1998 (ΦΕΚ Α_ 103, στο εξής: διάταγμα 124/1998), του οποίου τα άρθρα 3 και 7 επιτρέπουν τον περιορισμό της χορηγήσεως αδειών κινητής και προσωπικής επικοινωνίας στην περίπτωση κατά την οποία ο περιορισμός αυτός συνδέεται με την έλλειψη διαθεσίμων συχνοτήτων και δικαιολογείται από την εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας, λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης αποφυγής επιζήμιων παρεμβολών, προώθησης των επενδύσεων και προστασίας του ανταγωνισμού. Με την ίδια αυτή απαντητική επιστολή, οι ελληνικές αρχές πληροφόρησαν την Επιτροπή ότι επεξεργάζονταν κανονισμό σχετικά με τη διαδικασία και τις προϋποθέσεις χορηγήσεως αδειών DCS 1800 και DECT, ο οποίος επρόκειτο να εγκριθεί σύντομα.
14 Με έγγραφο της 29ης Σεπτεμβρίου 1998, η Ελληνική Κυβέρνηση πληροφόρησε την Επιτροπή ότι δεν ήταν σε θέση να δημοσιεύσει πρόσκληση για την υποβολή προσφορών σχετικά με άλλες άδειες κινητής τηλεφωνίας DCS 1800 και DECT, δεδομένου ότι, παρά την ύπαρξη ελεύθερων συχνοτήτων, αυτές δεν μπορούσαν να διατεθούν, ελλείψει κατάλληλου συστήματος ελέγχου ενδεχόμενης παράνομης χρήσεώς τους.
15 Η Επιτροπή, θεωρώντας ότι το γεγονός αυτό οφειλόταν στο ότι η Ελληνική Κυβέρνηση είχε καθυστερήσει να δημιουργήσει σύστημα παρακολουθήσεως των συχνοτήτων, απηύθυνε στις ελληνικές αρχές, στις 17 Δεκεμβρίου 1998, δύο αιτιολογημένες γνώμες, με τις οποίες τις κάλεσε να συμμορφωθούν προς τις αιτιολογημένες αυτές γνώμες εντός προθεσμίας δύο μηνών από της κοινοποιήσεώς τους.
16 Η Ελληνική Κυβέρνηση απάντησε με έγγραφο της 23ης Φεβρουαρίου 1999. Όσον αφορά τη μη χορήγηση αδειών DCS 1800, ενημέρωσε την Επιτροπή ότι είχε αρχίσει συνομιλίες με τους τρεις φορείς κινητής τηλεφωνίας σχετικά με την τροποποίηση, την επέκταση ή την εναρμόνιση των υφισταμένων αδειών τους και την αξιοποίηση του διαθεσίμου φάσματος για τα συστήματα GSM-900 και DCS 1800 και ότι η ίδια προχωρούσε στην εκπόνηση των αναγκαίων κανονιστικών μέτρων. Η Ελληνική Κυβέρνηση επανέλαβε ότι η άσκηση της πολιτικής της προϋπέθετε τη διαθεσιμότητα του φάσματος με ποιοτικά χαρακτηριστικά και ότι προωθούσε τη δημιουργία συστήματος διαχείρισης του φάσματος ραδιοσυχνοτήτων. Όσον αφορά τη μη χορήγηση αδειών DECT, η Ελληνική Κυβέρνηση επανέλαβε το επιχείρημά της ότι, ελλείψει συστήματος ελέγχου δυναμένου να καταστήσει τη χρήση του συστήματος αποτελεσματική για κάθε ενδιαφερόμενο χρήστη, το φάσμα δεν ήταν διαθέσιμο.
17 Κατόπιν των απαντήσεων αυτών, η Επιτροπή αποφάσισε να ασκήσει τις παρούσες προσφυγές.
18 Με διάταξη του ροέδρου του Δικαστηρίου της 1ης Δεκεμβρίου 1999, η οποία εκδόθηκε κατ' εφαρμογήν του άρθρου 43 του Κανονισμού Διαδικασίας, αποφασίστηκε η συνεκδίκαση των υποθέσεων C-396/99 και C-397/99 προς διευκόλυνση της έγγραφης διαδικασίας και προς έκδοση κοινής αποφάσεως.
Η επιχειρηματολογία των διαδίκων
19 Με τις προσφυγές της, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η παράβαση της Ελληνικής Δημοκρατίας συνίσταται στο ότι δεν έχει καθορίσει τους όρους, τους κανόνες και τις διαδικασίες χορηγήσεως αδειών σε φορείς παροχής υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας DCS 1800 και DECT, παρά την αντικειμενική ύπαρξη διαθέσιμου φάσματος, και στο ότι παρεμποδίζει έτσι την άσκηση των δικαιωμάτων που απορρέουν από την οδηγία 96/2, καθόσον οι ενδιαφερόμενοι, αγνοώντας τόσο τους όρους εκμεταλλεύσεως όσο και τα κριτήρια επιλογής, δεν είναι σε θέση να υποβάλουν την υποψηφιότητά τους ή την προσφορά τους. Το εμπόδιο αυτό είναι αντίθετο προς την οδηγία 96/2, η οποία δεν δέχεται περιορισμούς όσον αφορά τη χορήγηση των επίμαχων αδειών παρά μόνον αν πληρούνται οι ουσιώδεις απαιτήσεις που απαριθμεί, ιδίως αν οι περιορισμοί αυτοί συνδέονται με την έλλειψη διαθέσιμων συχνοτήτων και δικαιολογούνται με βάση την αρχή της αναλογικότητας. Το διάταγμα 124/1998 δεν αρκεί για να διασφαλίσει την ορθή μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας 96/2, καθόσον δεν καθορίζει τους όρους και τη διαδικασία χορηγήσεως των αδειών.
20 Με το υπόμνημα αντικρούσεως, η Ελληνική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι προσφυγές της Επιτροπής είναι άνευ αντικειμένου μετά τη δημοσίευση της υπουργικής αποφάσεως 78574, της 24ης Νοεμβρίου 1999 (ΦΕΚ Β_ 2117, στο εξής: απόφαση 78574), η οποία ρυθμίζει τη διαδικασία χορηγήσεως των ειδικών αδειών, όπως προβλέπεται στο άρθρο 3, παράγραφος 4, εδάφιο ΙΑ_, του νόμου 2246/94, της 30ής Ιανουαρίου 1997, περί οργανώσεως και λειτουργίας του τομέα τηλεπικοινωνιών (ΦΕΚ Α_ 172), και η οποία συμπληρώνει τυπικώς, σαφώς και πλήρως το ρυθμιστικό πλαίσιο για τη χορήγηση ειδικών αδειών που τέθηκε σε εφαρμογή με το διάταγμα 124/1998.
21 Επιπλέον, η κυβέρνηση αυτή ισχυρίζεται ότι, προκειμένου να αντιμετωπιστεί μια κατάσταση χαρακτηριζόμενη από την έλλειψη ανταγωνισμού και για να δημιουργηθούν συνεπώς οι συνθήκες αποτελεσματικού ανταγωνισμού, οι διατάξεις της οδηγίας 96/2 θεσπίστηκαν με βάση την παραδοχή της μη υπάρξεως συνθηκών ανταγωνισμού στην αγορά της κινητής τηλεφωνίας. Υπό αυτή την έννοια, κατά την Ελληνική Κυβέρνηση, το πρώτο αναγκαίο μέτρο ήταν η κατάργηση των εμποδίων και των αποκλειστικών ή ειδικών δικαιωμάτων που περιορίζουν τη δυνατότητα εισόδου στη σχετική αγορά και, συνεπώς, η χορήγηση σχετικών ειδικών αδειών, στον βαθμό που η ύπαρξη αυτών των ειδικών αδειών μπορεί να δικαιολογείται από ουσιώδεις απαιτήσεις.
22 Αυτή όμως η κατάσταση αναφοράς δεν ίσχυε για την ελληνική αγορά, καθόσον προϋπέθετε ότι οι κάτοχοι των ειδικών και αποκλειστικών δικαιωμάτων στον τομέα της σταθερής τηλεφωνίας ή οι θυγατρικές τους θα ήσαν οι πρώτοι που θα δραστηριοποιούνταν στην αγορά της παροχής κινητών και προσωπικών τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών. Συγκεκριμένα, στην ελληνική αγορά, παραχωρήθηκαν ειδικά και αποκλειστικά δικαιώματα σε εταιρίες οι οποίες δεν είχαν καμία σχέση με τον ΟΤΕ. Το γεγονός αυτό διαμόρφωσε πολύ διαφορετικές συνθήκες. Κατά την Ελληνική Κυβέρνηση, τόσο η προσέγγιση και οι υποχρεώσεις που δημιούργησε η οδηγία 96/2 όσο και η εκ μέρους της εν λόγω κυβερνήσεως εφαρμογή της πρέπει να ερμηνευθούν υπό το φως των συνθηκών αυτών.
23 Με το υπόμνημα απαντήσεως, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, παρά τον ανταγωνισμό που υφίσταται στην ελληνική αγορά και την έκδοση της αποφάσεως 78574, εξακολουθεί να υφίσταται παράβαση της οδηγίας 96/2.
24 Με το υπόμνημα ανταπαντήσεως, η Ελληνική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, ακόμη και στην περίπτωση που υποτεθεί ότι δεν υπάρχουν συνθήκες ανταγωνισμού λόγω ορισμένων πλεονεκτημάτων παρασχεθέντων σε κάποιο φορέα, η διαπίστωση αυτή δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι κάποιος ενδιαφερόμενος εμποδίζεται να διεισδύσει στην αγορά, στον βαθμό που τα πλεονεκτήματα αυτά μπορεί να μη οδηγούν σε περιορισμό της αγοράς. ρος τούτο είναι αναγκαία η προσέγγιση του συστήματος κάθε φορά σε ατομική βάση. Η Επιτροπή συμπεραίνει εσφαλμένα και κατά τρόπο πρωθύστερο ότι η σχεδιαζόμενη χορήγηση επιπλέον φάσματος θα γίνει αυθαίρετα.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
25 ρέπει να υπενθυμιστεί ότι η οδηγία 96/2 αποσκοπεί στη δημιουργία ενός κανονιστικού πλαισίου που να επιτρέπει την εκμετάλλευση του δυναμικού των κινητών και προσωπικών επικοινωνιών, καταργώντας, το ταχύτερο δυνατό, όλα τα αποκλειστικά και ειδικά δικαιώματα, εξαλείφοντας, για τους φορείς κινητών δικτύων, τόσο τους περιορισμούς της ελευθερίας εκμεταλλεύσεως και αναπτύξεως των εν λόγω δικτύων, προκειμένου να ασκούνται οι δραστηριότητες που καλύπτονται από τις άδειες ή εξουσιοδοτήσεις, όσο και τις στρεβλώσεις του ανταγωνισμού, και επιτρέποντας στους φορείς αυτούς να ελέγχουν τις δαπάνες τους.
26 Σύμφωνα με τον σκοπό αυτό, το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 96/2 επιβάλλει στα κράτη μέλη, από την 1η Ιανουαρίου 1998, να μην αρνούνται να χορηγούν άδειες για την εκμετάλλευση κινητών συστημάτων DCS 1800 και, από τις 15 Φεβρουαρίου 1996, η παράγραφος 2 της εν λόγω διατάξεως τους επιβάλλει να πράττουν ωσαύτως για τις άδειες DECT.
27 Η ελευθερία του ανταγωνισμού στην αγορά των κινητών και προσωπικών επικοινωνιών απαιτεί να περιορίζεται η δυνατότητα προσβάσεως στην αγορά αυτή μόνο βάσει ουσιωδών απαιτήσεων και μόνο σε σχέση με περιορισμούς διαθεσιμότητας του φάσματος συχνοτήτων. Οσάκις η πρόσβαση αυτή εξαρτάται από τη χορήγηση αδείας, οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να γνωρίζουν τη διαδικασία που οφείλουν να ακολουθήσουν και τα κριτήρια που διέπουν τη χορήγηση της αδείας αυτής. Για τον λόγο αυτό, τα άρθρα 2, δεύτερο εδάφιο, και 3α της οδηγίας 90/388 επιβάλλουν στα κράτη μέλη να θεσπίζουν διαφανείς και δημόσιες διαδικασίες χορηγήσεως αδειών, στο πλαίσιο των οποίων οι αιτήσεις εξετάζονται με βάση αντικειμενικά κριτήρια και κατά τρόπο μη συνεπαγόμενο δυσμενείς διακρίσεις.
28 Επιβάλλεται κατ' αρχάς η διαπίστωση ότι το διάταγμα 124/1998 απλώς προβλέπει το ενδεχόμενο του περιορισμού των αδειών για τα συστήματα κινητών και προσωπικών επικοινωνιών, όταν το φάσμα των συχνοτήτων έχει εξαντληθεί, απαγορεύει την επιβολή αδικαιολόγητων τεχνικών περιορισμών, εφόσον υφίστανται διαθέσιμες συχνότητες, και καθορίζει ορισμένα γενικά και ενδεικτικά κριτήρια βάσει των οποίων πρέπει να χορηγούνται οι άδειες για τα συστήματα DCS 1800 και DECT, αλλά ουδόλως καθορίζει τους κανόνες και τις διαδικασίες που απαιτούνται προς τούτο.
29 Εν συνεχεία, πρέπει να τονιστεί ότι η δομή της αγοράς των κινητών και προσωπικών επικοινωνιών στην Ελλάδα, κατά την έναρξη ισχύος της οδηγίας 96/2 και κατά τις ημερομηνίες μετά τις οποίες τα κράτη μέλη δεν μπορούσαν πλέον να αρνηθούν τη χορήγηση αδειών DCS 1800 και DECT, δεν ασκεί επιρροή στην επίλυση της παρούσας διαφοράς, η οποία έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν έλαβε τα μέτρα που είναι αναγκαία για τη χορήγηση νέων αδειών σύμφωνα με τους κανόνες που θέσπισε η εν λόγω οδηγία.
30 Βεβαίως, η υποχρέωση χορηγήσεως νέων αδειών εκλείπει αν δεν υφίστανται διαθέσιμες συχνότητες, αλλά τούτο δεν συμβαίνει εν προκειμένω. Συγκεκριμένα, η Ελληνική Κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι υφίστατο διαθέσιμο φάσμα για τα δύο επίμαχα συστήματα κινητής τηλεφωνίας.
31 Τέλος, όσον αφορά την απόφαση 78574, την οποία επικαλείται η Ελληνική Κυβέρνηση, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται με βάση την κατάσταση του κράτους μέλους, ως αυτή είχε κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας. Οι επελθούσες εν συνεχεία μεταβολές δεν μπορούν συνεπώς να λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 7ης Δεκεμβρίου 2000, C-69/99, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, Συλλογή 2000, σ. Ι-10979, σκέψη 22, και της 8ης Μαρτίου 2001, C-266/99, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 2001, σ. Ι-1981, σκέψη 38).
32 Δεν αμφισβητείται όμως ότι η απόφαση 78574, που φέρει την ημερομηνία της 24ης Νοεμβρίου 1999, τέθηκε σε ισχύ μετά τη λήξη της προθεσμίας των δύο μηνών την οποία είχαν τάξει οι αιτιολογημένες γνώμες που μνημονεύθηκαν στη σκέψη 15 της παρούσας αποφάσεως. Κατά συνέπεια, η απόφαση αυτή δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο των υπό κρίση προσφυγών για να εκτιμηθεί το βάσιμό τους.
33 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι, κατά τη λήξη της ταχθείσας με τις εν λόγω αιτιολογημένες γνώμες προθεσμίας, η Ελληνική Δημοκρατία δεν είχε θεσπίσει τους απαιτούμενους από την οδηγία 96/2 κανόνες και τις απαιτούμενες διαδικασίες χορηγήσεως αδειών σε φορείς παροχής υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας DCS 1800 και DECT.
34 Επιβάλλεται συνεπώς η διαπίστωση ότι η Ελληνική Δημοκρατία, μη λαμβάνοντας, εντός της προβλεπομένης προθεσμίας, όλα τα νομοθετικά, κανονιστικά και διοικητικά μέτρα που είναι αναγκαία για να συμμορφωθεί προς το άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 96/2, σε συνδυασμό με το άρθρο 3α, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, της οδηγίας 90/388, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις εν λόγω οδηγίες.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
35 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Επειδή η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη της Ελληνικής Δημοκρατίας στα δικαστικά έξοδα και η Ελληνική Δημοκρατία ηττήθηκε, η τελευταία πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Η Ελληνική Δημοκρατία, μη λαμβάνοντας, εντός της προβλεπομένης προθεσμίας, όλα τα νομοθετικά, κανονιστικά και διοικητικά μέτρα που είναι αναγκαία για να συμμορφωθεί προς το άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 96/2/ΕΚ της Επιτροπής, της 16ης Ιανουαρίου 1996, για τροποποίηση της οδηγίας 90/388/ΕΟΚ όσον αφορά τις κινητές και προσωπικές επικοινωνίες, σε συνδυασμό με το άρθρο 3α, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, της οδηγίας 90/388/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 28ης Ιουνίου 1990, σχετικά με τον ανταγωνισμό στις αγορές των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 96/2, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις εν λόγω οδηγίες.
2) Καταδικάζει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy