Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Κράτη μέλη - Υποχρεώσεις - Εκτέλεση των οδηγιών - αράβαση - Δικαιολογία - Δεν επιτρέπεται
(Άρθρο 226 ΕΚ)
Περίληψη
$$Ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλεστεί διατάξεις, πρακτικές ή καταστάσεις της εσωτερικής έννομης τάξεως, προκειμένου να δικαιολογήσει τη μη τήρηση των υποχρεώσεων και προθεσμιών που επιβάλλει μια οδηγία.
( βλ. σκέψη 10 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-422/99,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την C. Schmidt, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, και τον G. Bisogni, δημόσιο υπάλληλο κράτους μέλους αποσπασμένο στην υπηρεσία αυτή, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον C. Gómez de la Cruz, μέλος της ίδιας υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπουμένης από τον καθηγητή U. Leanza, προϊστάμενο της υπηρεσίας διπλωματικών διαφορών του Υπουργείου Εξωτερικών, επικουρούμενο από τον Ι. Μ. Braguglia, avvocato dello Stato, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την ρεσβεία της Ιταλίας, 5, rue Marie-Adélaïde,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας ή, εν πάση περιπτώσει, μη κοινοποιώντας στην Επιτροπή τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για να συμμορφωθεί προς την οδηγία 97/51/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Οκτωβρίου 1997, για την τροποποίηση των οδηγιών του Συμβουλίου 90/387/ΕΟΚ και 92/44/ΕΟΚ με σκοπό την προσαρμογή τους στο ανταγωνιστικό περιβάλλον του τηλεπικοινωνιακού τομέα (ΕΕ L 295, σ. 23), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. Gulmann (εισηγητή), πρόεδρο του τρίτου τμήματος, J.-P. Puissochet και F. Macken, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: S. Alber
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση του εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2000,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 29 Οκτωβρίου 1999, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ, προσφυγή με την οποία ζητείται να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας ή, εν πάση περιπτώσει, μη κοινοποιώντας στην Επιτροπή τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για να συμμορφωθεί προς την οδηγία 97/51/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Οκτωβρίου 1997, για την τροποποίηση των οδηγιών του Συμβουλίου 90/387/ΕΟΚ και 92/44/ΕΟΚ με σκοπό την προσαρμογή τους στο ανταγωνιστικό περιβάλλον του τηλεπικοινωνιακού τομέα (ΕΕ L 295, σ. 23, στο εξής: οδηγία), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία.
2 Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας ορίζει ότι τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την οδηγία το αργότερο μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1997 και ότι ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά.
3 Η Επιτροπή, έχοντας διαπιστώσει ότι η προβλεπόμενη από την οδηγία προθεσμία είχε λήξει χωρίς οι ιταλικές αρχές να της έχουν κοινοποιήσει εθνικά μέτρα μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο και μη διαθέτοντας άλλα στοιχεία από τα οποία να μπορεί να συναγάγει ότι η Ιταλική Δημοκρατία είχε θεσπίσει τις αναγκαίες διατάξεις, με έγγραφο οχλήσεως της 25ης Αυγούστου 1998, κάλεσε την Ιταλική Κυβέρνηση να της υποβάλει συναφώς τις παρατηρήσεις της εντός προθεσμίας δύο μηνών.
4 Με έγγραφο της 16ης Οκτωβρίου 1998, η Ιταλική Κυβέρνηση απάντησε στην Επιτροπή ότι κατήρτιζε τα μέτρα που είναι αναγκαία για να συμμορφωθεί με την οδηγία.
5 Δεδομένου ότι κανένα οριστικό νομοθετικό κείμενο δεν της κοινοποιήθηκε τυπικώς, η Επιτροπή απηύθυνε στην Ιταλική Δημοκρατία, στις 26 Ιανουαρίου 1999, αιτιολογημένη γνώμη, τονίζοντας, αφενός, ότι δεν την είχε ακόμα ενημερώσει σχετικά με τις διατάξεις που είχε θεσπίσει για να συμμορφωθεί με την οδηγία και καλώντας την, αφετέρου, να λάβει τα σχετικά μέτρα εντός προθεσμίας δύο μηνών από της κοινοποιήσεως της αιτιολογημένης γνώμης και να της τα κοινοποιήσει.
6 Στις 12 Απριλίου 1999, η Ιταλική Δημοκρατία απάντησε στην αιτιολογημένη γνώμη, επισυνάπτοντας σε παράρτημα ένα σχέδιο διατάγματος περί μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο διαφόρων κοινοτικών οδηγιών, μεταξύ των οποίων συγκαταλεγόταν η επίμαχη οδηγία.
7 Ωστόσο, η Επιτροπή, μη διαθέτοντας κανένα άλλο πληροφοριακό στοιχείο από το οποίο να μπορεί να συναγάγει ότι η Ιταλική Δημοκρατία συμμορφώθηκε με τις διατάξεις της εν λόγω αιτιολογημένης γνώμης, αποφάσισε να ασκήσει την υπό κρίση προσφυγή.
8 Με το υπόμνημα αντικρούσεως, η Ιταλική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί ότι δεν έλαβε τα μέτρα περί μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο που είναι αναγκαία για να συμμορφωθεί με την οδηγία.
9 Ισχυρίζεται ωστόσο ότι διαβίβασε στην Επιτροπή προς ενημέρωση ένα σχέδιο κανονιστικής πράξεως και ότι ζητήθηκε η γνωμοδότηση του Consiglio di Stato. Το τελευταίο αυτό, προτού αποφανθεί, θεώρησε σκόπιμο να ζητήσει τη γνώμη της Autorità per le garanzie nelle comunicazioni (εγγυήτριας αρχής σε θέματα οπτικοακουστικών μέσων) και της Autorità garante della concorrenza e del mercato (εγγυήτριας αρχής του ανταγωνισμού και της αγοράς).
10 Συναφώς, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλεστεί διατάξεις, πρακτικές ή καταστάσεις της εσωτερικής έννομης τάξεως, προκειμένου να δικαιολογήσει τη μη τήρηση των υποχρεώσεων και προθεσμιών που επιβάλλει μια οδηγία (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 15ης Ιουνίου 2000, C-470/98, Επιτροπή κατά Ελλάδος, Συλλογή 2000, σ. Ι-46567, σκέψη 11).
11 Δεδομένου ότι η μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας δεν πραγματοποιήθηκε εντός της ταχθείσας προθεσμίας, πρέπει να θεωρηθεί βάσιμη η προσφυγή που άσκησε η Επιτροπή.
12 Κατά συνέπεια, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Ιταλική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για να συμμορφωθεί προς την οδηγία, παρέβη της υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
13 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη της Ιταλικής Δημοκρατίας και αυτή ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Η Ιταλική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι αναγκαίες για να συμμορφωθεί προς την οδηγία 97/51/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Οκτωβρίου 1997, για την τροποποίηση των οδηγιών του Συμβουλίου 90/387/ΕΟΚ και 92/44/ΕΟΚ με σκοπό την προσαρμογή τους στο ανταγωνιστικό περιβάλλον του τηλεπικοινωνιακού τομέα, παρέβη της υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία.
2) Καταδικάζει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy