Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1. Προσφυγή λόγω παραβάσεως - Απόδειξη της παραβάσεως - Υποχρεώσεις ως προς τη διαχείριση των ποσοστώσεων αλιείας - Διαπίστωση της παραβάσεως κράτους μέλους αποδεικνύοντας τα εμπεριστατωμένα πραγματικά στοιχεία που δείχνουν ότι υπάρχει σημαντική και επαναλαμβανόμενη υπεραλίευση - Επιτρέπεται
(Άρθρο 226 ΕΚ)
2. Αλιεία - Διατήρηση των θαλάσσιων πόρων - Σύστημα ποσοστώσεων αλιείας - Μέτρα ελέγχου - Υποχρεώσεις των κρατών μελών - Πρακτικές δυσχέρειες - Δεν έχουν καμία επίπτωση
(Κανονισμοί του Συμβουλίου 2057/82, άρθρο 10 § 2 και 2241/87, άρθρο 11 § 2)
3. Αλιεία - Διατήρηση των θαλάσσιων πόρων - Σύστημα ποσοστώσεων αλιείας - Μέτρα ελέγχου - Υποχρέωση των κρατών μελών να διαβιβάζουν στην Επιτροπή τα στοιχεία σχετικά με τις εκφορτώσεις - Περιεχόμενο - Υποχρέωση επαληθεύσεως της ακρίβειας των στοιχείων
(Κανονισμός 2241/87 του Συμβουλίου, άρθρο 9 §§ 1 και 2)
4. Αλιεία - Διατήρηση των θαλάσσιων πόρων - Σύστημα ποσοστώσεων αλιείας - Μέτρα ελέγχου - Υποχρέωση των κρατών μελών να λαμβάνουν κατασταλτικά μέτρα - Δεν είναι κρίσιμες οι πρακτικές δυσχέρειες
(Κανονισμοί του Συμβουλίου 2057/82, άρθρο 1 και 2241/87, άρθρο 1)
Περίληψη
1. Η Επιτροπή αποδεικνύει, χωρίς να βασίζεται σε οποιοδήποτε τεκμήριο, ότι ένα κράτος μέλος δεν θέσπισε τις κατάλληλες λεπτομέρειες ελέγχου της χρήσεως των ποσοστώσεων αλιείας που του χορηγήθηκαν και παρέβη τις υποχρεώσεις του ελέγχου οσάκις αυτή μπορεί, βάσει των στοιχείων που το θεσπισθέν από το εν λόγω κράτος μέλος σύστημα επιτρέπει να συγκεντρωθούν, να διαπιστώσει περιπτώσεις σημαντικής υπεραλιεύσεως και επαναλαμβανόμενες, οι οποίες είναι καταλογιστέες στα σκάφη που έχουν πρόσβαση στις ποσοστώσεις του.
( βλ. σκέψεις 29-31 )
2. Τα άρθρα 10, παράγραφος 2, του κανονισμού 2057/82, περί θεσπίσεως ορισμένων μέτρων ελέγχου τών αλιευτικών δραστηριοτήτων πού ασκούνται από σκάφη τών Κρατών μελών, και 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 2241/87, για τη θέσπιση ορισμένων μέτρων ελέγχου για τις αλιευτικές δραστηριότητες, υποχρεώνουν τα κράτη μέλη να λαμβάνουν μέτρα δεσμευτικού χαρακτήρα ώστε να απαγορεύουν προσωρινώς κάθε αλιευτική δραστηριότητα προτού ακόμη εξαντληθούν οι ποσοστώσεις. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να λαμβάνουν εγκαίρως όλα τα μέτρα που είναι αναγκαία για την πρόληψη υπερβάσεων των επίδικων ποσοστώσεων, ώστε να εξασφαλίζεται η τήρηση των ποσοστώσεων που τους έχουν χορηγηθεί προς τον σκοπό της διατηρήσεως των αλιευτικών πόρων.
Τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επικαλούνται πρακτικές δυσχέρειες προκειμένου να δικαιολογούν τη μη έγκαιρη λήψη των ενδεικνυομένων μέτρων για να απαγορευθεί η αλιεία. Αντίθετα, αυτά υποχρεούνται να υπερνικούν τις δυσχέρειες αυτές λαμβάνοντας τα κατάλληλα μέτρα.
Επομένως, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επικαλούνται τις εκφορτώσεις σε άλλο κράτος μέλος ή διακυμάνσεις των ποσοτήτων που εκφορτώθηκαν στα άλλα κράτη μέλη ή στις τρίτες χώρες.
( βλ. σκέψεις 36, 38-39 )
3. Κατά το άρθρο 9, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 2241/87, για τη θέσπιση ορισμένων μέτρων ελέγχου για τις αλιευτικές δραστηριότητες, τα κράτη μέλη οφείλουν, αφενός, να φροντίζουν ώστε να καταγράφονται όλες οι εκφορτώσεις αποθεμάτων ή ομάδας αποθεμάτων που υπόκεινται σε TAC ή ποσοστώσεις και, αφετέρου, να κοινοποιούν τις πληροφορίες αυτές στην Επιτροπή. Οι διατάξεις αυτές δεν μπορούν να ερμηνεύονται υπό την έννοια ότι αυτές προβλέπουν μόνον την υποχρέωση εμπρόθεσμης διαβιβάσεως των στοιχείων που τα κράτη μέλη συνέλεξαν. Αντιθέτως, αυτά οφείλουν να φροντίζουν ώστε τα κοινοποιούμενα στοιχεία να είναι ακριβή.
( βλ. σκέψεις 47-48 )
4. Σε περίπτωση παραβάσεως της κοινοτικής ρυθμίσεως όσον αφορά τη διατήρηση και τον έλεγχο των αλιευτικών πόρων, οι αρμόδιες αρχές κράτους μέλους είναι υποχρεωμένες να ασκήσουν ποινική ή διοικητική δίωξη κατά των πλοιάρχων των οικείων σκαφών ή οποιουδήποτε άλλου υπευθύνου δυνάμει του άρθρου 1, του κανονισμού 2057/82, περί θεσπίσεως ορισμένων μέτρων ελέγχου τών αλιευτικών δραστηριοτήτων πού ασκούνται από σκάφη τών Κρατών μελών, όπως διατυπώθηκε στην αρχή και όπως τροποποιήθηκε, και δυνάμει του άρθρου 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2241/87, για τη θέσπιση ορισμένων μέτρων ελέγχου για τις αλιευτικές δραστηριότητες. Πράγματι, αν οι αρμόδιες αρχές κράτους μέλους παρέλειπαν συστηματικώς να διώκουν τους υπευθύνους για τέτοιες παραβάσεις, θα διακυβεύονταν τόσο η διατήρηση και η διαχείριση των αλιευτικών πόρων όσο και η ομοιόμορφη εφαρμογή της κοινής πολιτικής αλιείας. Συναφώς, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλεστεί διατάξεις, πρακτικές ή καταστάσεις της εσωτερικής έννομης τάξεως, προκειμένου να δικαιολογήσει τη μη τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από κανόνες του κοινοτικού δικαίου.
( βλ. σκέψεις 59-63 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-454/99,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένη από τους T. van Rijn και K. Fitch, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας, εκπροσωπουμένου από την R. Magrill, επικουρούμενη από τον Μ. Hoskins, barrister, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι, όσον αφορά τα έτη 1985 έως 1988 και το έτος 1990, το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας,
- παραλείποντας να καθορίσει τις ειδικές λεπτομέρειες όσον αφορά τη χρησιμοποίηση των ποσοστώσεων που του χορηγήθηκαν,
- παραλείποντας να διενεργήσει τις επιθεωρήσεις και τους άλλους ελέγχους που προβλέπουν οι συναφείς κοινοτικοί κανονισμοί,
- παραλείποντας να απαγορεύσει προσωρινά ορισμένες αλιείες οσάκις οι ποσοστώσεις είχαν εξαντληθεί,
- παραλείποντας (το 1988 μόνο) να λάβει επαρκή μέτρα για την αποφυγή των ανακριβών αναφορών εκφορτώσεως σκουμπρίων και
- παραλείποντας να προβεί σε διώξεις ποινικής ή διοικητικής φύσεως κατά των πλοιάρχων σκαφών που παραβαίνουν τους κανονισμούς ή κατά οποιουδήποτε άλλου υπευθύνου για τις παραβάσεις αυτές,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 5, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 170/83 του Συμβουλίου, της 25ης Ιανουαρίου 1983, περί θεσπίσεως κοινοτικού καθεστώτος διατηρήσεως και διαχειρίσεως των αλιευτικών πόρων (ΕΕ L 24, σ. 1), 1, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2057/82 του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1982, περί θεσπίσεως ορισμένων μέτρων ελέγχου των αλιευτικών δραστηριοτήτων που ασκούνται από σκάφη των κρατών μελών (ΕΕ L 220, σ. 1), όσον αφορά το χρονικό διάστημα μέχρι την 1η Αυγούστου 1987, και 1, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2241/87 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1987, για τη θέσπιση ορισμένων μέτρων ελέγχου για τις αλιευτικές δραστηριότητες (ΕΕ L 207, σ. 1), όσον αφορά τη μετέπειτα περίοδο, καθώς και από τα άρθρα 10, παράγραφος 2, του κανονισμού 2057/82 και 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 2241/87, 9 του κανονισμού 2241/87, 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 2057/82 ή 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 2241/87 σε συνδυασμό με το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 170/83,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Μ. Wathelet, πρόεδρο τμήματος, C. W. A. Timmermans, A. La Pergola (εισηγητή), P. Jann και S. von Bahr, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: C. Stix-Hackl
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση του εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 5ης Μαρτίου 2002,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 30 Νοεμβρίου 1999, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι, όσον αφορά τα έτη 1985 έως 1988 και το έτος 1990, το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας,
- παραλείποντας να καθορίσει τις ειδικές λεπτομέρειες όσον αφορά τη χρησιμοποίηση των ποσοστώσεων που του χορηγήθηκαν,
- παραλείποντας να διενεργήσει τις επιθεωρήσεις και τους άλλους ελέγχους που προβλέπουν οι συναφείς κοινοτικοί κανονισμοί,
- παραλείποντας να απαγορεύσει προσωρινά ορισμένες αλιείες οσάκις οι ποσοστώσεις είχαν εξαντληθεί,
- παραλείποντας (το 1988 μόνο) να λάβει επαρκή μέτρα για την αποφυγή των ανακριβών αναφορών εκφορτώσεως σκουμπρίων και
- παραλείποντας να προβεί σε διώξεις ποινικής ή διοικητικής φύσεως κατά των πλοιάρχων σκαφών που παραβαίνουν τους κανονισμούς ή κατά οποιουδήποτε άλλου υπευθύνου για τις παραβάσεις αυτές,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 5, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 170/83 του Συμβουλίου, της 25ης Ιανουαρίου 1983, περί θεσπίσεως κοινοτικού καθεστώτος διατηρήσεως και διαχειρίσεως των αλιευτικών πόρων (ΕΕ L 24, σ. 1), 1, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2057/82 του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1982, περί θεσπίσεως ορισμένων μέτρων ελέγχου των αλιευτικών δραστηριοτήτων που ασκούνται από σκάφη των κρατών μελών (ΕΕ L 220, σ. 1), όσον αφορά το χρονικό διάστημα μέχρι την 1η Αυγούστου 1987, και 1, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2241/87 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1987, για τη θέσπιση ορισμένων μέτρων ελέγχου για τις αλιευτικές δραστηριότητες (ΕΕ L 207, σ. 1), όσον αφορά τη μετέπειτα περίοδο, καθώς και από τα άρθρα 10, παράγραφος 2, του κανονισμού 2057/82 και 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 2241/87, 9 του κανονισμού 2241/87, 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 2057/82 ή 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 2241/87 σε συνδυασμό με το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 170/83.
Το νομικό πλαίσιο
2 Ο κανονισμός 170/83, καταργηθείς από την 1η Ιανουαρίου 1993 με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3760/92 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1992, για τη θέσπιση κοινοτικού συστήματος για την αλιεία και την υδατοκαλλιέργεια (ΕΕ L 389, σ. 1), είχε ως σκοπό, κατά το άρθρο του 1, πρώτο εδάφιο, «την προστασία των αλιευτικών πεδίων, τη διατήρηση των θαλασσίων βιολογικών πόρων και την ισόρροπη εκμετάλλευσή τους σε διαρκή βάση και υπό κατάλληλες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες».
3 Κατά τα άρθρα 2, παράγραφος 2, στοιχείο δ_, και 3 του κανονισμού 170/83, τα μέτρα που θεσπίζονται στο πλαίσιο του συστήματος αυτού μπορούν να περιλαμβάνουν τον περιορισμό της αλιευτικής δραστηριότητας, ιδιαίτερα με τον περιορισμό του «συνόλου των επιτρεπομένων αλιευμάτων» («total admissible des captures», στο εξής: TAC). Όταν κρίνεται αναγκαίος ο καθορισμός των TAC, τότε αυτά καθορίζονται ετησίως, στο τέλος Δεκεμβρίου, με κανονισμούς του Συμβουλίου, το οποίο ενεργεί προτάσει της Επιτροπής. Οι κανονισμοί αυτοί καθορίζουν, για το επόμενο ημερολογιακό έτος, τα TAC για το σύνολο της Κοινότητας και την ποσόστωση που απονέμεται σε κάθε κράτος μέλος. Τα TAC και οι ποσοστώσεις καθορίζονται ανά απόθεμα, δηλαδή ανά είδος για μια συγκεκριμένη ζώνη.
4 Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 170/83:
«Τα κράτη μέλη καθορίζουν τηρώντας τις ισχύουσες κοινοτικές διατάξεις, τις λεπτομέρειες για τη χρησιμοποίηση των ποσοστώσεων που τους έχουν παραχωρηθεί. [...]»
5 Ο κανονισμός 2057/82 θέσπισε, για τις αλιεύσεις που πραγματοποιούνται από αλιευτικά σκάφη που φέρουν σημαία κράτους μέλους ή που είναι νηολογημένα σε κράτος μέλος, κανόνες ελέγχου της τηρήσεως των περιορισμών των δυνατοτήτων αλιείας. Ο εν λόγω κανονισμός περιείχε διατάξεις που προέβλεπαν την επιθεώρηση των αλιευτικών σκαφών και τον έλεγχο των δραστηριοτήτων τους από τις αρχές των κρατών μελών, τόσο στη θάλασσα όσο και στους λιμένες, καθώς και την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων των εν λόγω επιθεωρήσεων στην Επιτροπή.
6 Το άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 2057/82 προέβλεπε τα εξής:
«1. Κάθε κράτος μέλος επιθεωρεί, εντός των λιμένων που ευρίσκονται στο έδαφός του και στα θαλάσσια ήδατα που υπάγονται στην κυριαρχία του ή στη δικαιοδοσία του, τα αλιευτικά σκάφη που φέρουν σημαία κράτους μέλους, ή που είναι νηολογημένα σε κράτος μέλος, για να διασφαλίσει την τήρηση κάθε ισχύουσας ρυθμίσεως που έχει σχέση με τα μέτρα διατηρήσεως και ελέγχου.
2. Εάν, στο τέλος επιθεωρήσεως που πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με την παράγραφο 1, οι αρμόδιες αρχές κράτους μέλους διαπιστώνουν ότι αλιευτικό σκάφος υπό σημαία κράτους μέλους, ή νηολογημένο σε κράτος μέλος, δεν τηρεί την ισχύουσα ρύθμιση για τα μέτρα διατηρήσεως και ελέγχου, ασκούν ποινική ή διοικητική δίωξη κατά του πλοιάρχου του σκάφους αυτού.»
7 Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3723/85 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1985, για την τροποποίηση του κανονισμού 2057/82 (ΕΕ L 361, σ. 42), ο οποίος άρχισε να ισχύει από την 1η Ιανουαρίου 1986, επέκτεινε την υποχρέωση των κρατών μελών να ασκούν ποινική ή διοικητική δίωξη για τις παραβάσεις των μέτρων διατηρήσεως και ελέγχου, την οποία προέβλεπε το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 2057/82, κατά τρόπο που να τους επιβάλλει ρητώς να διώκουν όχι μόνον τον πλοίαρχο αλλά και «οποιονδήποτε άλλο υπεύθυνο».
8 Νέα τροποποίηση του άρθρου 1, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 2057/82 εισήχθη με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 4027/86 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1986 (ΕΕ L 376, σ. 4). Το τροποποιηθέν με τον τρόπο αυτό κείμενο του άρθρου 1, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 2057/82, το οποίο άρχισε να ισχύει την 1η Ιανουαρίου 1987, έχει ως εξής:
«1. Για να εξασφαλιστεί η τήρηση κάθε ισχύουσας ρύθμισης σχετικά με τα μέτρα διατήρησης και ελέγχου, κάθε κράτος μέλος ελέγχει, στο έδαφός του και στα θαλάσσια ύδατα που υπάγονται στην κυριαρχία ή τη δικαιοδοσία του, την άσκηση της αλιείας και των συναφών δραστηριοτήτων. Επιθεωρεί τα αλιευτικά σκάφη και όλες τις δραστηριότητες των οποίων η επιθεώρηση πρέπει να επιτρέπει να εξακριβώνεται η εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, και ιδίως τις δραστηριότητες εκφόρτωσης, πώλησης και εναποθήκευσης ιχθύων και καταγραφής των εκφορτώσεων και των πωλήσεων.
2. Εάν, στο τέλος ελέγχου ή επιθεώρησης που πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με την παράγραφο 1, οι αρμόδιες αρχές ενός κράτους μέλους διαπιστώνουν ότι δεν τηρούνται οι ισχύουσες ρυθμίσεις για τα μέτρα διατήρησης και ελέγχου, ασκούν ποινική ή διοικητική δίωξη κατά του πλοιάρχου του συγκεκριμένου σκάφους ή κάθε άλλου υπεύθυνου.»
9 Το άρθρο 10, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 2057/82 προέβλεπε τα εξής:
«1. Όλα τα αλιεύματα ιχθυαποθέματος ή ομάδας ιχθυαποθεμάτων για τα οποία έχει καθορισθεί ποσόστωση και τα οποία αλιεύονται από αλιευτικά σκάφη που φέρουν σημαία κράτους μέλους, ή που είναι νηολογημένα σε κράτος μέλος, υπολογίζονται, ανεξάρτητα από τον τόπο εκφορτώσεως, στην ποσόστωση αυτού του κράτους για το εν λόγω ιχθυαπόθεμα ή ομάδα ιχθυαποθεμάτων.
2. Κάθε κράτος μέλος καθορίζει την ημερομηνία κατά την οποία οι αλιεύσεις ιχθυαποθέματος ή ομάδας ιχθυαποθεμάτων που υπόκεινται σε ρύθμιση ποσοστώσεως και οι οποίες πραγματοποιήθηκαν από αλιευτικά σκάφη που φέρουν τη σημαία του, ή είναι νηολογημένα στο έδαφός του, θεωρούνται ότι έχουν εξαντλήσει την ποσόστωση που του έχει χορηγηθεί για το εν λόγω ιχθυαπόθεμα ή ομάδα ιχθυαποθεμάτων. Απαγορεύει από την ημερομηνία αυτή, προσωρινά, την αλιεία ιχθύων αυτού του αποθέματος ή αυτής της ομάδας αποθεμάτων από τα εν λόγω σκάφη, καθώς και τη διατήρηση επί του σκάφους, τη μεταφόρτωση και την εκφόρτωση, εφόσον οι αλιεύσεις πραγματοποιήθηκαν μετά την ημερομηνία αυτή, και καθορίζει την προθεσμία εντός της οποίας επιτρέπονται οι μεταφορτώσεις και οι εκφορτώσεις ή οι τελευταίες κοινοποιήσεις για τα αλιεύματα. Το μέτρο αυτό κοινοποιείται χωρίς καθυστέρηση στην Επιτροπή, η οποία ενημερώνει σχετικά τα υπόλοιπα κράτη μέλη.»
10 Ο κανονισμός 2057/82 αντικαταστάθηκε, από την 1η Αυγούστου 1987, από τον κανονισμό 2241/87 ο οποίος, για λόγους σαφήνειας, κωδικοποίησε τον κανονισμό 2057/82 λόγω των ουσιωδών τροποποιήσεων που έγιναν σε θέματα επιθεωρήσεως και ελέγχου των αλιευτικών δραστηριοτήτων που αναφέρονται σ' αυτόν. Ο κανονισμός 2241/87, ο οποίος επίσης καταργήθηκε την 1η Ιανουαρίου 1994 με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2847/93 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1993, για τη θέσπιση συστήματος ελέγχου της κοινής αλιευτικής πολιτικής (ΕΕ L 261, σ. 1), περιείχε, μεταξύ άλλων, τα άρθρα 1 και 11, των οποίων το γράμμα ήταν πανομοιότυπο με εκείνο των άρθρων 1 και 10 του κανονισμού 2057/82, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 4027/86.
11 Κατά το άρθρο 9 του κανονισμού 2241/87:
«1. Τα κράτη μέλη φροντίζουν ώστε να καταγράφονται όλες οι εκφορτώσεις αποθέματος ή ομάδας αποθεμάτων που υπόκεινται σε TAC ή ποσοστώσεις, οι οποίες πραγματοποιούνται από αλιευτικά σκάφη υπό σημαία κράτους μέλους ή νηολογημένα σε κράτος μέλος. [...]
[...]
2. Κάθε κράτος μέλος κοινοποιεί στην Επιτροπή, το πρώτο δεκαπενθήμερο κάθε μήνα, τις ποσότητες κάθε αποθέματος ή ομάδας αποθεμάτων υποκειμένων σε TAC ή ποσοστώσεις που έχουν εκφορτωθεί κατά τον προηγούμενο μήνα, καθώς και κάθε πληροφορία που έλαβε σύμφωνα με τα άρθρα 7 και 8.
Οι κοινοποιήσεις στην Επιτροπή περιέχουν στοιχεία για τον τόπο αλιεύσεως, όπως ορίζεται στα άρθρα 5 και 6, καθώς και για την εθνικότητα των συγκεκριμένων αλιευτικών σκαφών.
Με την επιφύλαξη των λοιπών διατάξεων της παρούσας παραγράφου, τα κράτη μέλη παρέχουν στην Επιτροπή, μετά από αίτησή της, και εφόσον οι αλιευθείσες ποσότητες αποθέματος ή ομάδας αποθεμάτων που υπόκεινται σε TAC ή ποσοστώσεις πλησιάζουν το επίπεδο των TAC ή των ποσοστώσεων, πληροφορίες λεπτομερέστερες ή σε συχνότερα διαστήματα από ό,τι προβλέπεται στην παρούσα παράγραφο.
3. Η Επιτροπή ενημερώνει τα κράτη μέλη για τις κοινοποιήσεις που έλαβε βάσει του παρόντος άρθρου, σε προθεσμία 10 ημερών το πολύ από την ημερομηνία παραλαβής των κοινοποιήσεων αυτών.
4. Κάθε κράτος μέλος πρέπει να φυλάσσει ή να αναθέτει τη φύλαξη των εγγράφων που υποβάλλονται στις αρμόδιες αρχές του σύμφωνα με τα άρθρα 5 και 6 και τις ιδιαίτερες λεπτομέρειες εφαρμογής τους, έτσι ώστε να είναι δυνατή η αναδρομή στα έγγραφα αυτά, στα οποία βασίζονται οι κοινοποιήσεις στην Επιτροπή που αναφέρονται στην παράγραφο 2, για μια τριετία από την έναρξη του έτους που ακολουθεί εκείνο κατά το οποίο πραγματοποιήθηκαν οι εν λόγω εκφορτώσεις.»
Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
12 Σύμφωνα με το άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 226 ΕΚ), η Επιτροπή απηύθυνε στο Ηνωμένο Βασίλειο έγγραφα οχλήσεως, αντιστοίχως στις 2 Οκτωβρίου 1986, στις 13 Μα_ου 1987 και στις 26 Μαρτίου 1991, καθόσον αφορά την υπεραλίευση ορισμένων αποθεμάτων το 1985· στις 28 Σεπτεμβρίου 1987 και στις 26 Μαρτίου 1991, όσον αφορά την υπεραλίευση ορισμένων αποθεμάτων το 1986· στις 10 Απριλίου 1989 και στις 26 Μαρτίου 1991, όσον αφορά την υπεραλίευση ορισμένων αποθεμάτων το 1987· στις 28 Μα_ου 1991, όσον αφορά την υπεραλίευση ορισμένων αποθεμάτων το 1988, και στις 18 Φεβρουαρίου 1993, όσον αφορά την υπεραλίευση ορισμένων αποθεμάτων το 1990.
13 Με τα έγγραφα αυτά, η Επιτροπή προσήπτε στο Ηνωμένο Βασίλειο το γεγονός ότι τα αλιεύματα των αλιέων του εν λόγω κράτους μέλους κατά τη διάρκεια των συγκεκριμένων ετών είχαν υπερβεί τις χορηγηθείσες σ' αυτό ποσοστώσεις και, ειδικότερα, το γεγονός ότι το εν λόγω κράτος δεν είχε θεσπίσει ή είχε θεσπίσει υπερβολικά καθυστερημένα τα αναγκαία μέτρα για να αποφευχθεί η εν λόγω υπεραλίευση, κατά παράβαση των ισχυόντων κοινοτικών κανόνων. Τα εν λόγω έγγραφα καλούσαν τις αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους εντός προθεσμίας ενός μηνός από τη λήψη τους.
14 Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου απάντησε στα διάφορα έγγραφα οχλήσεως, αντιστοίχως στις 9 Δεκεμβρίου 1986, στις 11 Ιουνίου 1987 και στις 16 Μα_ου 1991, όσον αφορά την υπεραλίευση το 1985· στις 10 Νοεμβρίου 1987 και στις 16 Μα_ου 1991, όσον αφορά την υπεραλίευση το 1986· στις 28 Ιουνίου 1989 και στις 16 Μα_ου 1991, όσον αφορά την υπεραλίευση το 1987· στις 22 Ιουλίου 1991, όσον αφορά την υπεραλίευση το 1988, και στις 19 Απριλίου 1993, όσον αφορά την υπεραλίευση το 1999.
15 Με τα απαντητικά της έγγραφα, η εν λόγω κυβέρνηση ανέφερε πολυάριθμους λόγους για να εξηγήσει τις επίδικες υπεραλιεύσεις, όπως τις απρόβλεπτες και μη αναμενόμενες εκφορτώσεις αποθεμάτων, τις κακές μετεωρολογικές συνθήκες καθώς και την καθυστέρηση των αναφορών σχετικά με τις εκφορτώσεις που πραγματοποιήθηκαν στην Ισπανία από αλιευτικά σκάφη που φέρουν σημαία του Ηνωμένου Βασιλείου ή που είναι νηολογημένα στο εν λόγω κράτος μέλος, αλλά των οποίων ο πραγματικός ιδιοκτήτης είναι εγκατεστημένος στην Ισπανία, και ασκούν τις δραστηριότητές τους αποπλέοντα από τους ισπανικούς λιμένες (στο εξής: σκάφη ασκούντα δραστηριότητες με βάση την Ισπανία).
16 Εκτιμώντας ότι οι αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου δεν θέσπισαν τα κατάλληλα μέτρα για να λυθούν τα προβλήματα υπεραλιεύσεως που αποτελούν αντικείμενο των αιτιάσεών της, η Επιτροπή διαβίβασε στις εν λόγω αρχές τέσσερις αιτιολογημένες γνώμες με ημερομηνία, αντιστοίχως, την 21η Νοεμβρίου 1988, όσον αφορά τις παραβάσεις που φέρονται ότι διεπράχθησαν το 1985, την 9η Φεβρουαρίου 1989, γι' αυτές που φέρονται ότι διεπράχθησαν το 1986, την 1η Οκτωβρίου 1992, γι' αυτές που φέρονται ότι διεπράχθησαν το 1985, το 1986 καθώς και το 1987, και τη 17η Απριλίου 1996, για εκείνες που φέρονται ότι διεπράχθησαν το 1988 και το 1990.
17 Με τις εν λόγω αιτιολογημένες γνώμες, η Επιτροπή ισχυρίστηκε ότι κανένα από τα επιχειρήματα που προέβαλαν οι αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου απαντώντας στα έγγραφά της οχλήσεως δεν μπορούσε να απαλλάξει το εν λόγω κράτος μέλος από την ευθύνη του λόγω της υπεραλιεύσεως κατά τη διάρκεια των συγκεκριμένων χρονικών περιόδων.
18 Οι αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου απάντησαν στις αιτιολογημένες γνώμες με έγγραφα της 8ης Φεβρουαρίου 1989, της 17ης Απριλίου 1989 και της 5η Φεβρουαρίου 1993, όσον αφορά τις αιτιάσεις σχετικά με τα έτη 1985 έως 1987, καθώς και με έγγραφο της 13ης Ιουνίου 1996, όσον αφορά τις αιτιάσεις σχετικά με τα έτη 1988 και 1990. Κατ' αυτές, τα προβλήματα της περιόδου 1985 έως 1987 οφείλονταν στις δραστηριότητες σκαφών ασκούντων τις δραστηριότητές τους με βάση την Ισπανία, βελτιώσεις δε είχαν επέλθει στο σύστημα ελέγχου και επιβλέψεως των σκαφών αυτών, όπως αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι, το 1991, καμία υπεραλίευση δεν διαπιστώθηκε ως προς αυτά. Το Ηνωμένο Βασίλειο υποστήριξε, επομένως, ότι είχε θεσπίσει τα αναγκαία μέτρα για την αποφυγή μεταγενέστερης υπεραλιεύσεως. Επιπλέον, η αφορώσα το έτος 1990 υπεραλίευση, η οποία ανέκυψε παρά τη θέσπιση των αναγκαίων μέτρων πριν από την εξάντληση των συναφών ποσοστώσεων, ήταν αποτέλεσμα ξαφνικών και μη αναμενομένων αυξήσεων των εκφορτώσεων.
19 Εκτιμώντας ότι, κατά τη διάρκεια των εν λόγω πέντε ετών, το Ηνωμένο Βασίλειο παρέβη τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την εφαρμοστέα κοινοτική ρύθμιση, η Επιτροπή αποφάσισε να ασκήσει την παρούσα προσφυγή.
Επί της προσφυγής
20 Στο δικόγραφο της προσφυγής, η Επιτροπή εμφανίζει υπό τη μορφή πινάκων τα αποθέματα που προκάλεσαν 27 περιπτώσεις υπεραλιεύσεως ή αλιείας σε ζώνες για τις οποίες το Ηνωμένο Βασίλειο δεν είχε καμία ποσόστωση. Κάθε πίνακας αναφέρει τα επίδικα αποθέματα, τη χορηγηθείσα στο κράτος αυτό ποσόστωση - η τη μη ύπαρξη ποσοστώσεως - και την ποσότητα υπεραλιεύσεως για κάθε ένα από τα επίμαχα έτη.
21 Συναφώς, για την περίοδο 1985 έως 1988 και για το έτος 1990, η Επιτροπή διατύπωσε κατά του Ηνωμένου Βασιλείου τις ακόλουθες πέντε αιτιάσεις:
- τον μη καθορισμό λεπτομερειών για τη χρησιμοποίηση των ποσοστώσεων, κατά παράβαση του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 170/83·
- τη μη ύπαρξη μέτρων ελέγχου, κατά παράβαση των άρθρων 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 2057/82, για τη χρονική περίοδο μέχρι την 1η Αυγούστου 1987, και 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 2241/87, για τη μετέπειτα περίοδο·
- την καθυστερημένη απαγόρευση της αλιείας, κατά παράβαση των άρθρων 10, παράγραφος 2, του κανονισμού 2057/82, για τη χρονική περίοδο μέχρι την 1η Αυγούστου 1987, και 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 2241/87, για τη μετέπειτα περίοδο·
- τη μη λήψη (μόνο το 1988) επαρκών μέτρων για την αποφυγή εσφαλμένων αναφορών σχετικά με τις εκφορτώσεις σκουμπρίων, κατά παράβαση του άρθρου 9 του κανονισμού 2241/87, και
- τη μη ύπαρξη ποινικών ή διοικητικών κυρώσεων, κατά παράβαση των άρθρων 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 2057/82, όπως διαδοχικώς ίσχυσε κατά τη διάρκεια της χρονικής περιόδου μέχρι την 1η Αυγούστου 1987, και 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 2241/87, για τη μετέπειτα περίοδο.
22 Η πρώτη και η δεύτερη αιτίαση πρέπει να εξεταστούν μαζί.
Επί της μη θεσπίσεως καταλλήλων λεπτομερών κανόνων για τη χρησιμοποίηση των ποσοστώσεων καθώς και επί της μη υπάρξεως μέτρων ελέγχου
Επιχειρηματολογία των διαδίκων
23 Κατά την Επιτροπή, το Ηνωμένο Βασίλειο δεν φρόντισε ώστε οι αλιείς να δηλώνουν όλα τα πραγματοποιηθέντα αλιεύματα στις αρμόδιες αρχές. Παρέλειψε επίσης να θεσπίσει σύστημα ταχείας αναλύσεως όλων των συλλεχθεισών πληροφοριών, που να καθιστά δυνατό να απαγορεύεται εγκαίρως, προσωρινώς, η αλιεία, ώστε να αποφεύγεται οποιαδήποτε υπέρβαση της ποσοστώσεως, να βεβαιώνεται ότι οι αλιείς παύουν πράγματι την αλιεία και την εκφόρτωση αποθεμάτων από της εφαρμογής της απαγορεύσεως και να μεριμνά ώστε τα σκάφη που ασκούν δραστηριότητες με βάση την Ισπανία να καταπλέουν τακτικά στο Ηνωμένο Βασίλειο για να υπόκεινται σε έλεγχο.
24 Συναφώς, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι οι αναφερόμενες στο δικόγραφο 27 περιπτώσεις υπεραλιεύσεως ή αλιείας σε ζώνες για τις οποίες το Ηνωμένο Βασίλειο δεν είχε καμία ποσόστωση όχι μόνο δεν μπορούν να θεωρούνται μεμονωμένα περιστατικά επερχόμενα σ' ένα κατά βάση υγιές πλαίσιο, αλλά αποτελούν τις συστηματικές πλημμέλειες από τις οποίες πάσχει το γενικό σύστημα που θέσπισε το εν λόγω κράτος μέλος.
25 Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου δεν αμφισβητεί τη διαπίστωση κατά την οποία πραγματοποιήθηκε σημαντική υπεραλίευση κατά τη διάρκεια καθενός από τα πέντε επίδικα έτη και δέχεται, εκτός δύο εξαιρέσεων, τους αριθμούς που ανέφερε η Επιτροπή στο δικόγραφό της. Αντιθέτως, η κυβέρνηση αυτή αμφισβητεί ότι οι αρμόδιες εθνικές αρχές παρέλειψαν την τήρηση των διατάξεων που ανέφερε η Επιτροπή και ότι η μη τήρηση των ποσοστώσεων αλιείας αποτέλεσε επομένως το αποτέλεσμα παραβάσεων των συγκεκριμένων υποχρεώσεων που επιβάλλει η κοινοτική νομοθεσία.
26 Κατά την εν λόγω κυβέρνηση, η Επιτροπή δεν εξεπλήρωσε την υποχρέωσή της βάσει της οποίας σ' αυτήν απόκειται να αποδείξει τις γενικές αναφορές που συνιστούν το έρεισμα της προσαπτομένης παραβάσεως. Ειδικότερα, η Επιτροπή στήριξε την προσφυγή της σε περιορισμένο αριθμό διαπιστωθεισών περιπτώσεων υπεραλιεύσεως. Όμως, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η Επιτροπή δεν μπορεί να βασιστεί σε τεκμήρια για να αποδείξει την ύπαρξη της παραβάσεως κράτους μέλους των υποχρεώσεων που αυτό υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο. Επιπλέον, όφειλε να έχει υποδείξει ειδικώς στο Ηνωμένο Βασίλειο ότι όφειλε να προβεί στη θέσπιση ορισμένων μέτρων, αν είχε την πρόθεση να καταστήσει τη μη θέσπιση αυτών αντικείμενο της προσφυγής της λόγω παραβάσεως.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
27 Εκ προοιμίου, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι το άρθρο 226 ΕΚ παρέχει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να κινήσει τη διαδικασία περί αναγνωρίσεως της παραβάσεως κάθε φορά που θεωρεί ότι κράτος μέλος παρέβη κοινοτική υποχρέωσή του, ανεξάρτητα από τη φύση ή τη σημασία της παραβάσεως, η διαδικασία δε αυτή στηρίζεται στην αντικειμενική διαπίστωση ότι κράτος μέλος δεν τήρησε τις υποχρεώσεις που επιβάλλει η Συνθήκη ή μια πράξη παραγώγου δικαίου (βλ. αποφάσεις της 1ης Μαρτίου 1983, 301/81, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 1983, σ. 467, σκέψη 8· της 27ης Νοεμβρίου 1990, C-209/88, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1990, σ. Ι-4313, σκέψη 13· της 1ης Οκτωβρίου 1998, C-71/97, Επιτροπή κατά Ισπανίας, Συλλογή 1998, σ. Ι-5991, σκέψη 14, και της 1ης Φεβρουαρίου 2001, C-333/99, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 2001, σ. Ι-1025, σκέψεις 32 και 33).
28 Πρέπει να υπομνηστεί ότι, κατά το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 170/83, στα κράτη μέλη απόκειται να καθορίζουν, «τηρώντας τις ισχύουσες κοινοτικές διατάξεις, τις λεπτομέρειες για τη χρησιμοποίηση των ποσοστώσεων που τους έχουν παραχωρηθεί». Στο πλαίσιο αυτό, τα άρθρα 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 2057/82, όπως τροποποιήθηκε με τους κανονισμούς 3723/85 και 4027/86, για την περίοδο μέχρι την 1η Αυγούστου 1987, και 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 2241/87, για τη μετέπειτα περίοδο, προέβλεπαν ότι τα κράτη μέλη είχαν την υποχρέωση να θεσπίζουν μέτρα επιθεωρήσεως κατάλληλα να διασφαλίζουν την τήρηση όλων των ρυθμίσεων που θεσπίστηκαν στο πλαίσιο του κοινοτικού συστήματος διατηρήσεως και διαχειρίσεως των αλιευτικών πόρων. Η θέσπιση των μέτρων αυτών ήταν, επομένως, αναγκαία για να διασφαλιστεί η λειτουργία του εν λόγω συστήματος και, ιδίως, η τήρηση των ποσοστώσεων που χορηγήθηκαν στα κράτη μέλη.
29 Εν προκειμένω, η Επιτροπή παρέχει, προς στήριξη της προσφυγής της, εμπεριστατωμένα πραγματικά στοιχεία σχετικά με τα αποθέματα ανά είδος ιχθύος και τις οικείες ζώνες, καθώς και τις χορηγηθείσες ποσοστώσεις και τους διαπιστωθέντες τόνους υπεραλιεύσεως ή μη επιτρεπομένης αλιείας. Τα στοιχεία αυτά επιτρέπουν να αποδειχθούν έξι περιπτώσεις υπεραλιεύσεως συνολικώς 1 217 τόνων και τρεις περιπτώσεις αλιείας σε μη επιτρεπομένη ζώνη 140 τόνων συνολικώς το 1985· τέσσερις περιπτώσεις υπεραλιεύσεως συνολικώς 752 τόνων και μία περίπτωση αλιείας σε μη επιτρεπομένη ζώνη, αφορώσα ένα τόνο, το 1986· δύο περιπτώσεις υπεραλιεύσεως 2 606 τόνων συνολικώς και έξι περιπτώσεις αλιείας σε μη επιτρεπομένη ζώνη 274,1 τόνων συνολικώς το 1987· μια περίπτωση υπεραλιεύσεως όσον αφορά τα σκουμπρία το 1988 αφορώσα 23 620 τόνους, και τέσσερις περιπτώσεις υπεραλιεύσεως συνολικώς 389 τόνων το 1990.
30 Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου δεν αμφισβητεί τη διαπίστωση κατά την οποία πραγματοποιήθηκε σημαντική υπεραλίευση κατά τη διάρκεια καθενός από τα πέντε επίδικα έτη και δέχεται, εκτός δύο εξαιρέσεων, τους αριθμούς που ανέφερε η Επιτροπή στο δικόγραφό της.
31 Από το σημαντικό μέγεθος των αριθμών αυτών και το ότι η κατάσταση που αφορούν επαναλαμβάνεται προκύπτει ότι η υπεραλίευση δεν μπορεί παρά να είναι συνέπεια, αφενός, της μη θεσπίσεως καταλλήλων λεπτομερειών χρησιμοποιήσεως των ποσοστώσεων αλιείας και, αφετέρου, της παραβάσεως εκ μέρους του οικείου κράτους μέλους των υποχρεώσεών του ελέγχου (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση, Επιτροπή κατά Γαλλίας, σκέψη 35).
32 Υπό τις συνθήκες αυτές, η επιχειρηματολογία της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου που υποστηρίζει ότι η Επιτροπή βασίζεται σε απλό τεκμήριο και σε περιορισμένο αριθμό περιπτώσεων υπεραλιεύσεως δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
33 Επιβάλλεται, επομένως, η διαπίστωση ότι, όσον αφορά τα έτη 1985 έως 1988 και το έτος 1990, το Ηνωμένο Βασίλειο, παραλείποντας να καθορίσει τις ειδικές λεπτομέρειες όσον αφορά τη χρησιμοποίηση των ποσοστώσεων που του παραχωρήθηκαν και να διενεργήσει τις επιθεωρήσεις και τους άλλους ελέγχους που προβλέπουν οι συναφείς κοινοτικοί κανονισμοί, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 170/83, 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 2057/82, όπως τροποποιήθηκε με τους κανονισμούς 3723/85 και 4027/86, για τη χρονική περίοδο μέχρι την 1η Αυγούστου 1987, και 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 2241/87, για τη μετέπειτα περίοδο.
Επί της καθυστερημένης απαγορεύσεως της αλιείας
Επιχειρηματολογία των διαδίκων
34 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, τα άρθρα 10 του κανονισμού 2057/82 και 11 του κανονισμού 2241/87 επιβάλλουν στο οικείο κράτος μέλος να λάβει σε εύθετο χρόνο όλα τα αναγκαία μέτρα για να αποφευχθούν οι υπεραλιεύσεις από τα σκάφη που φέρουν τη σημαία του τελευταίου ή που είναι νηολογημένα στην επικράτειά του. Πρακτικές δυσχέρειες εμποδίζουσες τις αμόδιες αρχές να προβλέψουν την επικείμενη εξάντληση των ποσοστώσεων δεν μπορούν να προβάλλονται για να δικαιολογηθεί η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής. Επιπλέον, η μνεία των ποσοτήτων που έχουν αλιευθεί κατά την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος των απαγορεύσεων σχετικά με τα αποθέματα των οποίων η ποσόστωση έχει εξαντληθεί θα κάλυπτε την υποχρέωση αποδείξεως της επίδικης παραβάσεως. Κατά την Επιτροπή, μόνον η ημερομηνία αυτή είναι εν προκειμένω καθοριστική.
35 Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου δεν αμφισβητεί ότι, στις πέντε περιπτώσεις που αναφέρει η Επιτροπή, υπήρχε υπέρβαση των ποσοστώσεων κατά τον χρόνο που άρχισαν να ισχύουν οι αντίστοιχες διαταγές απαγορεύσεως. Πάντως, ισχυρίζεται συναφώς ότι το γεγονός της μη έγκαιρης απαγορεύσεως της αλιείας για να αποτραπεί υπέρβαση ποσοστώσεως μπορεί να συνιστά παράβαση μόνον αν η εξάντληση της οικείας ποσοστώσεως ήταν προβλέψιμη. Η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη πολλά στοιχεία, όπως τις εκφορτώσεις στην Ισπανία καθώς και τις διακυμάνσεις των ποσοτήτων που εκφορτώθηκαν στα άλλα κράτη μέλη ή στις τρίτες χώρες, που η εν λόγω κυβέρνηση είχε αναφέρει κατά τη διάρκεια της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας και που αποδείκνυαν ότι η εξάντληση των οικείων ποσοστώσεων δύσκολα μπορούσε να προβλεφθεί. Επιπλέον, η Επιτροπή δεν είχε παράσχει αριθμούς προς στήριξη της θέσεώς της σχετικά με την καθυστερημένη απαγόρευση της αλιείας κατά τη διάρκεια των ετών 1985 έως 1987.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
36 Διαπιστώνεται, πρώτον, ότι το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι τα άρθρα 10, παράγραφος 2, του κανονισμού 2057/82 και 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 2241/87 υποχρεώνουν τα κράτη μέλη να λαμβάνουν μέτρα δεσμευτικού χαρακτήρα ώστε να απαγορεύουν προσωρινώς κάθε αλιευτική δραστηριότητα προτού ακόμη εξαντληθούν οι ποσοστώσεις. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να λαμβάνουν εγκαίρως όλα τα μέτρα που είναι αναγκαία για την πρόληψη υπερβάσεων των επίδικων ποσοστώσεων, ώστε να εξασφαλίζεται η τήρηση των ποσοστώσεων που τους έχουν χορηγηθεί προς τον σκοπό της διατηρήσεως των αλιευτικών πόρων (βλ. απόφαση της 20ής Μαρτίου 1990, C-62/89, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 1990, σ. Ι-925, σκέψη 17· της 7ης Δεκεμβρίου 1995, C-52/95, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 1995, σ. Ι-4443, σκέψεις 29 και 30, καθώς και της 25ης Απριλίου 2002, C-418/00 και C-419/00, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 2002, σ. Ι-3969, σκέψη 58).
37 Αρκεί συναφώς η διαπίστωση ότι, αφενός, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου δεν αμφισβητεί ότι, στις πέντε περιπτώσεις που αναφέρει η Επιτροπή, υπήρχε υπέρβαση των ποσοστώσεων κατά τον χρόνο που άρχισαν να ισχύουν οι αντίστοιχες διαταγές απαγορεύσεως. Αφετέρου, όσον αφορά τις άλλες περιπτώσεις υπεραλιεύσεως, η εν λόγω κυβέρνηση δεν αμφισβητεί ότι κανένα μέτρο απαγορεύσεως δεν είχε θεσπιστεί από τις εθνικές αρχές πριν από την υπέρβαση των ποσοστώσεων.
38 Δεύτερον, κατά πάγια νομολογία, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επικαλούνται πρακτικές δυσχέρειες προκειμένου να δικαιολογούν τη μη έγκαιρη λήψη των ενδεικνυομένων μέτρων για να απαγορευθεί η αλιεία. Αντίθετα, αυτά υποχρεούνται να υπερνικούν τις δυσχέρειες αυτές λαμβάνοντας τα κατάλληλα μέτρα (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση της 1ης Φεβρουαρίου 2001, Επιτροπή κατά Γαλλίας, σκέψη 44).
39 Επομένως, οι πρακτικές δυσχέρειες τις οποίες επικαλέστηκε η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, όπως οι εκφορτώσεις στην Ισπανία και οι διακυμάνσεις των ποσοτήτων που εκφορτώθηκαν στα άλλα κράτη μέλη ή στις τρίτες χώρες, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη.
40 Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, όσον αφορά τα έτη 1985 έως 1988 και το έτος 1990, το Ηνωμένο Βασίλειο, παραλείποντας να απαγορεύει προσωρινώς ορισμένες αλιείες οσάκις οι ποσοστώσεις είχαν εξαντληθεί, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 10, παράγραφος 2, του κανονισμού 2057/82, για την περίοδο μέχρι την 1η Αυγούστου 1987, και 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 2241/87, για τη μετέπειτα περίοδο.
Επί της μη λήψεως επαρκών μέτρων για την αποφυγή ανακριβών αναφορών σχετικά με τις εκφορτώσεις σκουμπρίων το 1988
Επιχειρηματολογία των διαδίκων
41 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το άρθρο 9 του κανονισμού 2241/87 δεν επέβαλλε μόνο στα κράτη μέλη να καταγράφονται οι εκφορτώσεις οι οποίες πραγματοποιούνταν από αλιευτικά σκάφη που έφεραν τη σημαία του εν λόγω κράτους ή ήσαν νηολογημένα σ' αυτό και να τις κοινοποιεί στην Επιτροπή το πρώτο δεκαπενθήμερο κάθε μήνα, αλλά επίσης να βεβαιώνονται ότι η καταγραφή και η κοινοποίηση αντανακλούν την πραγματικότητα των εκφορτώσεων και ότι οι αλιευτικές ζώνες όπου οι αλιεύσεις έλαβαν χώρα αναφέρονται ορθώς. Οι αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου παρέλειψαν να λάβουν επαρκή μέτρα για την αποφυγή εσφαλμένων καταγραφών των αλιεύσεων σκουμπρίων το 1988 ή για να καταστεί δυνατή η έγκαιρη διόρθωσή τους.
42 Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι οι κοινοποιήσεις εκφορτώσεων που πραγματοποιήθηκαν από αλιευτικά σκάφη που έφεραν τη σημαία του εν λόγω κράτους μέλους περιείχαν ανακριβείς ενδείξεις ως προς τον τόπο αλιεύσεως. Η Επιτροπή βασίστηκε σε μια εκτίμηση για να καθορίσει το επίπεδο των πλεοναζουσών ποσοτήτων. Επιπλέον, η ουσιώδης υποχρέωση των κρατών που επιβάλλει το άρθρο 9, παράγραφος 2, του κανονισμού 2241/87 ήταν μόνον αυτή της κοινοποιήσεως στην Επιτροπή των σχετικών στοιχείων, βάσει των πληροφοριών που παρέχουν τα ημερολόγια καταστρώματος και οι αναφορές εκφορτώσεως, υποχρέωση την οποία το Ηνωμένο Βασίλειο εξεπλήρωσε με ακρίβεια.
43 Ο ισχυρισμός κατά τον οποίο το Ηνωμένο Βασίλειο παρέβη την υποχρέωση να διορθώσει τα αρχικώς κοινοποιηθέντα στοιχεία είναι εντελώς αβάσιμος, λαμβάνοντας υπόψη ότι είναι αδύνατο να προκύψουν ακριβείς αριθμοί σχετικά με την ενδεχομένη ποσότητα αλιευμάτων που πρέπει να επαναπροσδιοριστούν ακόμη και αν διεξήχθη σε βάθος έρευνα από τις εθνικές αρχές και τους επιθεωρητές της Επιτροπής.
44 Κατά την Επιτροπή, το σύστημα αναφορών των αλιεύσεων έχει ως κύριο σκοπό να παρέχεται στην τελευταία και στα κράτη μέλη μια ακριβής ιδέα περί της συνολικής εξελίξεως της αλιείας, ώστε να καθίσταται δυνατή η λήψη των αναγκαίων μέτρων προκειμένου να αποφεύγεται οποιαδήποτε υπέρβαση των ποσοστώσεων. Τα κράτη μέλη υποχρεούνται, επομένως, να παρέχουν όσο το δυνατό πιο αξιόπιστες στατιστικές, λαμβάνοντας υπόψη περιπτώσεις που δεν υπάρχει αναφορά ή υπάρχει εσφαλμένη αναφορά ή άλλα προβλήματα τα οποία, ενδεχομένως, γνωρίζουν.
45 Στο υπόμνημά της ανταπαντήσεως, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου ισχυρίζεται ότι οι ισχυρισμοί που αφορούν την παράβαση του άρθρου 9, παράγραφος 4, του κανονισμού 2241/87 προβλήθηκαν για πρώτη φορά με το έγγραφο απαντήσεως και ότι πρέπει, επομένως, να κριθούν απαράδεκτοι κατ' εφαρμογήν του άρθρου 42, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
46 Διαπιστώνεται, πρώτον, ότι η καλή λειτουργία του κοινοτικού συστήματος των TAC και των ποσοστώσεων αλιείας εξαρτάται ουσιαστικά από την αποτελεσματικότητα των ελέγχων των εκφορτώσεων και από την αξιοπιστία των συλλεγέντων από τα κράτη μέλη στοιχείων, η οποία είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να εξασφαλιστεί επίσης η εκπλήρωση των ελεγκτικών καθηκόντων της Επιτροπής.
47 Στο πλαίσιο αυτό, κατά το άρθρο 9, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 2241/87, τα κράτη μέλη οφείλουν, αφενός, να φροντίζουν ώστε να καταγράφονται όλες οι εκφορτώσεις αποθεμάτων ή ομάδας αποθεμάτων που υπόκεινται σε TAC ή ποσοστώσεις και, αφετέρου, να κοινοποιούν τις πληροφορίες αυτές στην Επιτροπή.
48 Επομένως, οι διατάξεις αυτές δεν μπορούν να ερμηνεύονται υπό την έννοια ότι αυτές προβλέπουν μόνον την υποχρέωση εμπρόθεσμης διαβιβάσεως των στοιχείων που τα κράτη μέλη συνέλεξαν. Αντιθέτως, αυτά οφείλουν να φροντίζουν ώστε τα κοινοποιούμενα στοιχεία να είναι ακριβή.
49 Συνεπώς, η επιχειρηματολογία του Ηνωμένου Βασιλείου που υποστηρίζει ότι το άρθρο 9, παράγραφος 2, του κανονισμού 2241/87 προέβλεπε μόνον την υποχρέωση των κρατών μελών να κοινοποιούν τις πληροφορίες που περιλαμβάνονται στα ημερολόγια καταστρώματος χωρίς να επαληθεύουν την ακρίβειά τους, ότι η Επιτροπή βασίστηκε μόνο σε εκτιμήσεις και ότι ήταν αδύνατη η απόκτηση ακριβών αριθμών για τις ποσότητες που έπρεπε να επανακαθοριστούν δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
50 Πρέπει να παρατηρηθεί, δεύτερον, ότι από τις έρευνες που διεξήγαγαν οι αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή προκύπτει ότι, επί του συνόλου των ποσοτήτων σκουμπρίων που ανέφερε το Ηνωμένο Βασίλειο για το έτος 1988, πλέον των 32 000 τόνων δεν καταγράφηκαν ορθώς στα ημερολόγια καταστρώματος ή στις αναφορές εκφορτώσεως. Επιπλέον, το ίδιο το Ηνωμένο Βασίλειο δέχθηκε ότι, αφενός, τα εγγεγραμμένα στοιχεία σχετικά με τους τόπους αλιεύσεως ήσαν, τουλάχιστον εν μέρει, ανακριβή και ότι, αφετέρου, υπήρχαν πολλές ανακολουθίες μεταξύ των πληροφοριών σχετικά με τους τόπους αλιεύσεως των σκουμπρίων το 1988, που ελήφθησαν από τις εθνικές αρχές κατά τη διεξαγωγή των ερευνών και κοινοποιήθηκαν στην Επιτροπή στη συνέχεια, και των εγγραφών στα ημερολόγια καταστρώματος.
51 Υπό τις συνθήκες αυτές, τα στοιχεία που η Επιτροπή εμφάνισε στο δικόγραφο της προσφυγής μπορούν να αποδείξουν ότι, όσον αφορά το έτος 1988, το Ηνωμένο Βασίλειο δεν ενήργησε έτσι ώστε όλες οι ποσότητες σκουμπρίων να καταγραφούν κανονικώς από τις εθνικές αρχές.
52 Ως προς τον λόγο που βασίζεται στην παράβαση της προβλεπομένης από το άρθρο 9, παράγραφος 4, του κανονισμού 2241/87 υποχρεώσεως, σχετικά με τη διατήρηση των εγγράφων στα οποία βασίζονται οι κοινοποιήσεις, αρκεί, χωρίς να είναι αναγκαίο να εξεταστεί αν πρόκειται για νέο ισχυρισμό, να παρατηρηθεί ότι, εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο δυνάμενο να αποδείξει το αληθές της παραβάσεως της ειδικής υποχρεώσεως που προβλέπει η εν λόγω διάταξη.
53 Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το Ηνωμένο Βασίλειο, παραλείποντας να λάβει (μόνον το 1988) επαρκή μέτρα για την αποφυγή των ανακριβών αναφορών εκφορτώσεως σκουμπρίων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 9, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 2241/87.
Επί της μη υπάρξεως ποινικών ή διοικητικών κυρώσεων
Επιχειρηματολογία των διαδίκων
54 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, δυνάμει των άρθρων 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 2057/82, όπως τροποποιήθηκε με τους κανονισμούς 3723/85 και 4027/86, και 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 2241/87, τα κράτη μέλη ήσαν υποχρεωμένα να προβούν σε διώξεις ποινικού ή διοικητικού χαρακτήρα κατά παντός προσώπου που παρέβη την κοινοτική ρύθμιση σχετικά με τα μέτρα διατηρήσεως και ελέγχου. Πρακτικές δυσχέρειες καθώς και το γεγονός ότι τα σκάφη που ευθύνονται για τις οικείες υπεραλιεύσεις αλίευαν σχεδόν αποκλειστικά εκτός των χωρικών υδάτων του Ηνωμένου Βασιλείου δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την απουσία τέτοιων διώξεων.
55 Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου ισχυρίζεται ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η Επιτροπή οφείλει, προκειμένου να αποδείξει την ύπαρξη παραβάσεως των προαναφερθεισών διατάξεων, να προσκομίσει ειδικά και συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία που αποδεικνύουν ότι οι αρμόδιες αρχές κράτους μέλους συστηματικά απέφυγαν τη λήψη μέτρων κατά του πλοιάρχου ενός σκάφους ή κάθε άλλου προσώπου υπευθύνου για τις οικείες παραβάσεις, αν και υπήρχαν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για να ασκηθεί ποινική ή διοικητική δίωξη.
56 Ως προς την αιτίαση που αφορά τη μη θέσπιση καταλλήλων ποινικών ή διοικητικών μέτρων κατά των υπευθύνων των σκαφών που ασκούν τις δραστηριότητές τους με βάση την Ισπανία, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υποστηρίζει ότι οι ισπανικές αρχές δεν ήσαν σε θέση να της παράσχουν τις πληροφορίες που είχε ζητήσει κατ' επανάληψη σχετικά με ενδεχόμενες παράνομες εκφορτώσεις που πραγματοποίησαν τα εν λόγω νηολογημένα στο Ηνωμένο Βασίλειο σκάφη.
57 Η Επιτροπή απαντά ότι τα προβληθέντα από το Ηνωμένο Βασίλειο επιχειρήματα δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, καθόσον η μη εφαρμογή ποινικών ή διοικητικών κυρώσεων από τις αρμόδιες εθνικές αρχές ήταν εν προκειμένω συστηματική, δεδομένου ότι καμία δίωξη δεν ασκήθηκε κατά οποιουδήποτε υπευθύνου ενώ παραβάσεις διαπράττονταν επί πέντε έτη.
58 Στο υπόμνημά της ανταπαντήσεως, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου παρέχει διευκρινίσεις όσον αφορά ορισμένες διαδικασίες που οι εθνικές αρχές κίνησαν κατά των υπευθύνων παρανόμων δραστηριοτήτων που ασκήθηκαν εντός των ζωνών για τις οποίες το εν λόγω κράτος μέλος δεν διαθέτει ποσόστωση ή κατόπιν την παύσεως της αλιείας ορισμένου είδους. Δικαιολογεί το γεγονός ότι δεν παρέσχε τα στοιχεία αυτά στην Επιτροπή κατά τη διάρκεια της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας λόγω της καθυστερήσεως με την οποία η Επιτροπή κίνησε τη διαδικασία, πράγμα το οποίο κατέστησε δυσκολότερη τη συλλογή των αιτηθεισών πληροφοριών.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
59 Πρέπει να παρατηρηθεί, πρώτον, ότι, σε περίπτωση παραβάσεως της κοινοτικής ρυθμίσεως όσον αφορά τη διατήρηση και τον έλεγχο των αλιευτικών πόρων, οι αρμόδιες αρχές κράτους μέλους ήσαν υποχρεωμένες, δυνάμει των κανόνων που διατυπώνονται στις σκέψεις 6 έως 10 της παρούσας αποφάσεως, να ασκήσουν ποινική ή διοικητική δίωξη κατά των πλοιάρχων των οικείων σκαφών ή, από την 1η Ιανουαρίου 1986, κατά των πλοιάρχων των σκαφών αυτών ή οποιουδήποτε άλλου υπευθύνου.
60 Πράγματι, αν οι αρμόδιες αρχές κράτους μέλους παρέλειπαν συστηματικώς να διώκουν τους υπευθύνους για τέτοιες παραβάσεις, θα διακυβεύονταν τόσο η διατήρηση και η διαχείριση των αλιευτικών πόρων όσο και η ομοιόμορφη εφαρμογή της κοινής πολιτικής αλιείας (προπαρατεθείσα απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 1995, Επιτροπή κατά Γαλλίας, σκέψη 35).
61 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, από τις ημερομηνίες τις οποίες καθόρισε η Επιτροπή για την απαγόρευση της αλιείας κατά τη διάρκεια των επιδίκων ετών, το Ηνωμένο Βασίλειο όφειλε να ασκήσει ποινική δίωξη ή να επιβάλει διοικητικές κυρώσεις στους υπευθύνους της εξακολουθήσεως των αλιευτικών δραστηριοτήτων ενώ αυτές αποτελούσαν αντικείμενο μέτρου απαγορεύσεως.
62 Εν προκειμένω, αρκεί η διαπίστωση ότι, ακόμη και αν ληφθούν υπόψη οι πληροφορίες που προσκόμισε το Ηνωμένο Βασίλειο στο παράρτημα του υπομνήματός του ανταπαντήσεως, φαίνεται ότι το εν λόγω κράτος μέλος δεν ήταν σε θέση να κοινοποιήσει στην Επιτροπή καμία πληροφορία σχετικά με ενδεχόμενες ποινικές διώξεις ή επιβληθείσες διοικητικές κυρώσεις, παρ' όλον ότι σημαντικός αριθμός περιπτώσεων παράνομης αλιείας διαπιστώθηκαν κατά τη διάρκεια των επίδικων ετών. Επομένως, το επιχείρημα που προέβαλε το Ηνωμένο Βασίλειο, σχετικά με την αναγκαιότητα να παράσχει η Επιτροπή ειδικά αποδεικτικά στοιχεία δεν μπορεί, επομένως, να γίνει δεκτό (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 1995, Επιτροπή κατά Γαλλίας, σκέψη 36).
63 Όσον αφορά το επιχείρημα σχετικά με τις πρακτικές δυσχέρειες που απορρέουν από το γεγονός ότι τα περισσότερα από τα σκάφη που φέρουν τη σημαία του Ηνωμένου Βασιλείου και στα οποία προσάπτεται υπεραλίευση δεν είχαν ασκήσει τις δραστηριότητές τους εντός των χωρικών υδάτων του εν λόγω κράτους μέλους, πρέπει να υπομνηστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλεστεί διατάξεις, πρακτικές ή καταστάσεις της εσωτερικής έννομης τάξεως, προκειμένου να δικαιολογήσει τη μη τήρηση των υποχρεώσεων και προθεσμιών που απορρέουν από κανόνες του κοινοτικού δικαίου (βλ. αποφάσεις της 8ης Ιουνίου 1993, C-52/91, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, Συλλογή 1993, σ. Ι-3069, σκέψη 36, και της 25ης Απριλίου 2002, Επιτροπή κατά Γαλλίας, προπαρατεθείσα, σκέψη 59). Επομένως, το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
64 Υπό τις συνθήκες αυτές, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, όσον αφορά τα έτη 1985 έως 1988 και το έτος 1990, το Ηνωμένο Βασίλειο, παραλείποντας να προβεί σε διώξεις ποινικής ή διοικητικής φύσεως κατά των πλοιάρχων σκαφών που παραβαίνουν τους κανονισμούς ή κατά οποιουδήποτε άλλου υπευθύνου για τις παραβάσεις αυτές, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 2057/82, όπως τροποποιήθηκε με τους κανονισμούς 3723/85 και 4027/86, για την περίοδο μέχρι την 1η Αυγούστου 1987, και 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 2241/87, για τη μετέπειτα περίοδο.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
65 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα. Επειδή το Ηνωμένο Βασίλειο ηττήθηκε και η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη του, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Όσον αφορά τα έτη 1985 έως 1988 και το έτος 1990, το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας,
- παραλείποντας να καθορίσει τις ειδικές λεπτομέρειες όσον αφορά τη χρησιμοποίηση των ποσοστώσεων που του παραχωρήθηκαν και να διενεργήσει τις επιθεωρήσεις και τους άλλους ελέγχους που προβλέπουν οι συναφείς κοινοτικοί κανονισμοί,
- παραλείποντας να απαγορεύει προσωρινώς ορισμένες αλιείες οσάκις οι ποσοστώσεις είχαν εξαντληθεί,
- παραλείποντας (το 1988 μόνο) να λάβει επαρκή μέτρα για την αποφυγή των ανακριβών αναφορών εκφορτώσεως σκουμπρίων και
- παραλείποντας να προβεί σε διώξεις ποινικής ή διοικητικής φύσεως κατά των πλοιάρχων σκαφών που παραβαίνουν τους κανονισμούς ή κατά οποιουδήποτε άλλου υπευθύνου για τις παραβάσεις αυτές,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 5, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 170/83 του Συμβουλίου, της 25ης Ιανουαρίου 1983, περί θεσπίσεως κοινοτικού καθεστώτος διατηρήσεως και διαχειρίσεως των αλιευτικών πόρων, 1, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2057/82 του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1982, περί θεσπίσεως ορισμένων μέτρων ελέγχου των αλιευτικών δραστηριοτήτων που ασκούνται από σκάφη των κρατών μελών, για την περίοδο μέχρι την 1η Αυγούστου 1987, και 1, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2241/87 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1987, για τη θέσπιση ορισμένων μέτρων ελέγχου για τις αλιευτικές δραστηριότητες, για τη μετέπειτα περίοδο, καθώς και από τα άρθρα 10, παράγραφος 2, του κανονισμού 2057/82, για την περίοδο μέχρι την 1η Αυγούστου 1987, και 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 2241/87, για τη μετέπειτα περίοδο, 9, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 2241/87 και 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 2057/82, όπως τροποποιήθηκε με τους κανονισμούς (ΕΟΚ) 3723/85 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1985, και 4027/86 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1986, για την περίοδο μέχρι την 1η Αυγούστου 1987, και 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 2241/87, για τη μετέπειτα περίοδο.
2) Καταδικάζει το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy