Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
ροδικαστικά ερωτήματα - Δικαστικά έξοδα - Εκκαθάριση - Εφαρμογή κανόνων εσωτερικού δικαίου - ροϋποθέσεις - Όρια
(Άρθρο 234 ΕΚ· Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου, άρθρο 104 § 5)
Περίληψη
$$Το άρθρο 104, παράγραφος 5, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, στην κωδικοποιημένη του μορφή 1999/C 65/01, της 6ης Μαρτίου 1999, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η εκκαθάριση των εξόδων στα οποία υποβάλλονται οι διάδικοι της κύριας δίκης, στο πλαίσιο της διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως που καθιερώνει το άρθρο 234 ΕΚ, διέπεται από τους κανόνες του εσωτερικού δικαίου που τυγχάνουν εφαρμογής στη διαφορά της οποίας έχει επιληφθεί το αιτούν δικαστήριο, υπό την προϋπόθεση ότι οι κανόνες αυτοί δεν είναι λιγότερο ευνοϊκοί από τους σχετικούς με παρεμφερείς διαδικασίες επί παρεμπιπτόντων ζητημάτων που ενδέχεται να ανακύψουν στο πλαίσιο παρόμοιας δίκης σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.
( βλ. σκέψη 32 και διατακτ. )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-472/99,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Landesgericht für Zivilrechtssachen Wien (Αυστρία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 234 ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Clean Car Autoservice GmbH
και
Stadt Wien,
Republik Österreich,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 104, παράγραφος 5, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, στην κωδικοποιημένη του μορφή 1999/C 65/01, της 6ης Μαρτίου 1999 (ΕΕ C 65, σ. 1),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τη N. Colneric, πρόεδρο του δευτέρου τμήματος, προεδρεύουσα του έκτου τμήματος, και τους C. Gulmann, J.-P. Puissochet, R. Schintgen (εισηγητή) και Β. Σκουρή, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: L. A. Geelhoed
γραμματέας: H. A. Rühl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η Clean Car Autoservice GmbH, εκπροσωπούμενη από τον C. Kerres, Rechtsanwalt,
- ο Stadt Wien, εκπροσωπούμενος από τον A. P. Musil, Rechtsanwalt,
- η Republik Österreich, εκπροσωπούμενη από τον H. Tuma,
- η Αυστριακή Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την C. Pesendorfer,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον U. Wölker,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Clean Car Autoservice GmbH, εκπροσωπουμένης από τους W. L. Weh και S. Harg, Rechtsanwälte, της Republik Österreich, εκπροσωπουμένης από τον H. Tuma, και της Επιτροπής, εκπροσωπουμένης από τον U. Wölker, κατά τη συνεδρίαση της 10ης Μα_ου 2001,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 12ης Ιουλίου 2001,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 9ης Σεπτεμβρίου 1999, που περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 9 Δεκεμβρίου 1999, το Landesgericht für Zivilrechtssachen Wien υπέβαλε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 234 ΕΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 104, παράγραφος 5, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, στην κωδικοποιημένη του μορφή 1999/C 65/01, της 6ης Μαρτίου 1999 (ΕΕ C 65, σ. 1).
2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Clean Car Autoservice GmbH (στο εξής: Clean Car) που έχει έδρα τη Βιέννη (Αυστρία), του Stadt Wien (Δήμου Βιέννης) και της Republik Österreich (Αυστριακού Δημοσίου), σχετικής με την απόδοση των εξόδων της διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως που οδήγησε στην έκδοση της αποφάσεως της 7ης Μα_ου 1998, C-350/96, Clean Car Autoservice (Συλλογή 1998, σ. Ι-2521).
3 Με την προπαρατεθείσα απόφαση Clean Car Autoservice, το Δικαστήριο απάντησε σε δύο προδικαστικά ερωτήματα που του υπέβαλε το Verwaltungsgerichtshof (Αυστρία) στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Clean Car και του Landeshauptmann von Wien (ρωθυπουργού του ομοσπονδιακού κράτους της Βιέννης), σχετικής με την απόρριψη δηλώσεως που υπέβαλε η Clean Car προς άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας, για τον λόγο ότι αυτή είχε διορίσει διαχειριστή άτομο που δεν κατοικούσε στην Αυστρία.
4 Το σημείο 2 του διατακτικού της προπαρατεθείσας αποφάσεως Clean Car Autoservice, το Δικαστήριο είχε ως εξής:
«Αντίκειται προς το άρθρο 48 της Συνθήκης [ΕΚ] το να προβλέπει ένα κράτος μέλος ότι ο ιδιοκτήτης μιας επιχειρήσεως, που ασκεί, στο έδαφος του κράτους αυτού, βιοτεχνικές, εμπορικές ή βιομηχανικές δραστηριότητες, δεν μπορεί να διορίσει ως διαχειριστή πρόσωπο που δεν κατοικεί στο εν λόγω κράτος.»
5 Όσον αφορά τα δικαστικά έξοδα, το Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 44 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Clean Car Autoservice, τα εξής:
«[...] Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.»
6 Κατόπιν της εκδόσεως της προπαρατεθείσας αποφάσεως Clean Car Autoservice, το Verwaltungsgerichtshof δέχθηκε την προσφυγή της Clean Car και, καθόσον τα αιτήματά της έγιναν δεκτά, της επιδίκασε 12 860 αυστριακά σελίνια (ATS) ως δικαστικά έξοδα.
7 Από τη δικογραφία προκύπτει ότι η εν λόγω απόφαση σχετικά με την απόδοση των εξόδων στηριζόταν στα άρθρα 47 έως 60 του Verwaltungsgerichtshofgesetz (νόμου σχετικά με το Verwaltungsgerichtshof) του 1985 (BGBl. αριθ. 10/1985, στο εξής: νόμος του 1985) και στην Verordnung des Bundeskanzlers über die Pauschalierung der Aufwandersätze im Verfahren vor dem Verwaltungsgerichtshof (απόφαση του Ομοσπονδιακού Καγκελλαρίου σχετικά με την κατ' αποκοπή απόδοση των δικαστικών εξόδων που ανακύπτουν κατά τη διαδικασία ενώπιον του Verwaltungsgerichtshof) του 1994 (BGBl. αριθ. 416/1994, στο εξής: απόφαση του 1994).
8 Δυνάμει του άρθρου 58 του νόμου του 1985, υπό την επιφύλαξη των άρθρων του 47 έως 56, κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα. Σύμφωνα με το εθνικό δικαστήριο, αυτό ισχύει για τα έξοδα της διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, καθότι ούτε ο νόμος του 1985 ούτε η απόφαση του 1994 περιέχουν συναφώς ειδικές διατάξεις.
9 Με δικόγραφο που κατέθεσε στις 18 Φεβρουαρίου 1999, η Clean Car άσκησε, ενώπιον του Landesgericht für Zivilrechtssachen Wien, αγωγή κατά του Stadt Wien και της Republik Österreich, με την οποία ζήτησε να της επιδικαστούν 60 000 ATS εντόκως προς 5 % ετησίως από τις 8 Μα_ου 1998, για τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως που οδήγησε στην έκδοση της προπαρατεθείσας αποφάσεως Clean Car Autoservice. Με πρόσθετο υπόμνημα της 17ης Μα_ου 1999, η Clean Car στήριξε το αίτημά της σε «οποιονδήποτε νομικό λόγο» και, ειδικότερα, στην ευθύνη των δύο εναγομένων ως δημοσίων αρχών.
10 Ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, οι εναγόμενες αμφισβήτησαν, ως προς την αρχή του, το αίτημα της Clean Car. Ισχυρίστηκαν ότι, δυνάμει του άρθρου 104, παράγραφος 5, του Κανονισμού Διαδικασίας, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο που έχει επιληφθεί της κύριας δίκης να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων σύμφωνα με τις εθνικές δικονομικές διατάξεις και μόνον, πράγμα που έπραξε το Verwaltungsgerichtshof, επιδικάζοντας στην Clean Car 12 860 ATS βάσει του νόμου του 1985 και της αποφάσεως του 1994.
11 Επειδή το Landesgericht für Zivilrechtssachen Wien έκρινε ότι για την επίλυση της διαφοράς της οποίας είχε επιληφθεί ήταν αναγκαία η ερμηνεία διατάξεως του κοινοτικού δικαίου, αποφάσισε να αναστείλει την έκδοση αποφάσεως και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«ώς πρέπει να ερμηνευθεί το άρθρο 104, παράγραφος 5, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, όταν, όπως εν προκειμένω, ένα κράτος μέλος (η Αυστρία) δεν έχει θεσπίσει καμία εθνική ρύθμιση που να προβλέπει ότι τα εθνικά δικαστήρια αποφαίνονται επί των δικαστικών εξόδων της διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως και ότι επιδικάζουν τα έξοδα αυτά ή τα κατανέμουν μεταξύ των διαδίκων;»
Επί του παραδεκτού
12 Ο Stadt Wien και η Republik Österreich βάλλουν κατά του παραδεκτού της αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως. Ισχυρίζονται κατ' ουσίαν, αφενός, ότι η ζητούμενη ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, καθόσον το άρθρο 104, παράγραφος 5, του Κανονισμού Διαδικασίας, συνιστά απλώς κανόνα περί αρμοδιότητας και δεν αφορά ούτε το υποστατό ούτε το ποσό στο οποίο αντιστοιχεί ενδεχόμενο δικαίωμα αποδόσεως των εξόδων της διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως. Αφετέρου, το Verwaltungsgerichtshof επιδίκασε ήδη στην Clean Car τα δικαστικά έξοδα που δικαιούνταν δυνάμει της ισχύουσας αυστριακής νομοθεσίας, οπότε η εν λόγω αίτηση είναι άνευ αντικειμένου.
13 ρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο της προβλεπόμενης από το άρθρο 234 ΕΚ συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων, απόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο, που έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη της μέλλουσας να εκδοθεί δικαστικής αποφάσεως, να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιομορφίες της υποθέσεως, τόσο την αναγκαιότητα μιας προδικαστικής αποφάσεως για την έκδοση της δικής του αποφάσεως όσο και το λυσιτελές των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο. Συνεπώς, εφόσον τα υποβληθέντα ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, το Δικαστήριο υποχρεούται, κατ' αρχήν, να απαντήσει (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 13ης Μαρτίου 2001, C-379/98, PreussenElektra, Συλλογή 2001, σ. Ι-2099, σκέψη 38, και της 17ης Μα_ου 2001, C-340/99, TNT Traco, Συλλογή 2001, σ. Ι-4109, σκέψη 30).
14 Εντούτοις, το Δικαστήριο έχει επίσης επισημάνει ότι, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, πρέπει να ερευνά τις συνθήκες υπό τις οποίες του έχουν υποβληθεί τα ερωτήματα από τον εθνικό δικαστή, προκειμένου να ελέγξει κατά πόσον είναι αρμόδιο να απαντήσει (βλ., συναφώς, απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1981, 244/80, Foglia, Συλλογή 1981, σ. 3045, σκέψη 21). Δεν είναι δυνατόν να προβληθεί άρνηση απαντήσεως σε προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε εθνικό δικαστήριο παρά μόνον όταν προδήλως προκύπτει ότι η ζητούμενη ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή ακόμα όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά ή νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του υποβλήθηκαν (βλ., μεταξύ άλλων, προπαρατεθείσες αποφάσεις PreussenElektra, σκέψη 39, και TNT Traco, σκέψη 31).
15 Εν προκειμένω, πρέπει να υπομνησθεί ότι η αίτηση που άσκησε στην κύρια δίκη η Clean Car αποβλέπει στην απόδοση των εξόδων στα οποία ισχυρίζεται ότι υποβλήθηκε κατά τη διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως που οδήγησε στην έκδοση της προπαρατεθείσας αποφάσεως Clean Car Autoservice.
16 Το άρθρο 104, παράγραφος 5, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο προβλέπει ότι «τα εθνικά δικαστήρια είναι αρμόδια να αποφασίζουν επί των εξόδων της διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως», αφορά ακριβώς την απόδοση των εξόδων που ανακύπτουν στο πλαίσιο τέτοιας διαδικασίας.
17 Συνεπώς, το ερώτημα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο, το οποίο αφορά σαφώς την ερμηνεία της εν λόγω διατάξεως του Κανονισμού Διαδικασίας, συνδέεται άρρηκτα με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης.
18 Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η επιχειρηματολογία σύμφωνα με την οποία το άρθρο 104, παράγραφος 5, του Κανονισμού Διαδικασίας συνιστά απλώς κανόνα περί αρμοδιότητας και δεν ρυθμίζει ούτε το υποστατό ούτε τους κανόνες ασκήσεως του δικαιώματος αποδόσεως των εξόδων της διαδικασίας για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως εμπίπτει στην ουσία του υποβληθέντος ερωτήματος και δεν ασκεί επιρροή στο παραδεκτό της.
19 Το ίδιο ισχύει για την επιχειρηματολογία ότι το εν λόγω ερώτημα είναι άνευ αντικειμένου λόγω του ότι, στο πλαίσιο της διαφοράς που οδήγησε στην υποβολή προδικαστικού ερωτήματος επί του οποίου το Δικαστήριο αποφάνθηκε με την προπαρατεθείσα απόφαση Clean Car Autoservice, επιδικάστηκε στην Clean Car, καθόσον τα αιτήματά της έγιναν δεκτά, ποσό 12 860 ATS για τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε στο πλαίσιο της εν λόγω διαφοράς.
20 Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 7 και 8 της παρούσας αποφάσεως, η επιδίκαση του εν λόγω ποσού στηρίζεται στις εθνικές διατάξεις που εφαρμόζονται στη διαδικασία ενώπιον του Verwaltungsgerichtshof, δυνάμει των οποίων τα έξοδα στα οποία υποβάλλονται οι διάδικοι της κύριας δίκης στο πλαίσιο της διαδικασίας για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως δεν αποδίδονται, αλλά κάθε διάδικος φέρει τα έξοδά του, ανεξαρτήτως της εκβάσεως της διαφοράς.
21 Αντικείμενο, όμως, του ερωτήματος που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο είναι ακριβώς να καθοριστεί αν, στην περίπτωση που το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο δεν περιέχει διατάξεις διέπουσες ειδικώς την απόδοση των εξόδων στα οποία υποβλήθηκαν οι διάδικοι της κύριας δίκης στο πλαίσιο διαδικασίας για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, το εν λόγω δικαίωμα μπορεί να στηριχθεί στο άρθρο 104, παράγραφος 5, του Κανονισμού Διαδικασίας.
22 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το ερώτημα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο είναι παραδεκτό και χρήζει απαντήσεως.
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
23 Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το γράμμα του άρθρου 104, παράγραφος 5, του Κανονισμού Διαδικασίας προβλέπει μόνον ότι εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο που υπέβαλε προδικαστικό ερώτημα να αποφανθεί επί των εξόδων της διαδικασίας για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως· η διάταξη αυτή, η οποία εισήχθη στον Κανονισμό Διαδικασίας και άρχισε να ισχύει από τις 6 Οκτωβρίου 1979 (βλ. τροποποίηση του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, της 12ης Σεπτεμβρίου 1979, Abl. L 238, σ. 1), συνεπάγεται κατ' ανάγκη, στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, ότι το εθνικό δικαστήριο αποφαίνεται βάσει των εφαρμοστέων διατάξεων του εσωτερικού του δικαίου.
24 Συγκεκριμένα, αφενός, όπως έκρινε το Δικαστήριο στην πρώτη υπόθεση επί της οποίας κλήθηκε να εκδώσει προδικαστική απόφαση (απόφαση της 6ης Απριλίου 1962, 13/61, De Geus, Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 665), η διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου.
25 Αφετέρου, ο Κανονισμός Διαδικασίας δεν περιέχει κανόνες διέποντες την εκκαθάριση των εξόδων της διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως. Ωστόσο, το άρθρο του 103, παράγραφος 1, προβλέπει ρητά ότι, όσον αφορά τις αιτήσεις εκδόσεως προδικαστικών αποφάσεων, η διαδικασία διέπεται από τις διατάξεις του, υπό την επιφύλαξη των προσαρμογών που υπαγορεύει η φύση της αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως.
26 Όπως, όμως, ήδη έκρινε το Δικαστήριο, μεταξύ της παρεμπίπτουσας διαδικασίας του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ) και της κατ' αντιδικία διαδικασίας υπάρχει ουσιώδης διαφορά λόγω της οποίας δεν είναι δυνατή, ελλείψει ρητής διατάξεως, η επέκταση στην πρώτη διαδικασία των κανόνων περί δικαστικών εξόδων που προβλέπουν τα άρθρα 69 έως 75 του Κανονισμού Διαδικασίας για τη δεύτερη διαδικασία. Συνεπώς, ελλείψει κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως, η εκκαθάριση των δικαστικών εξόδων και η δυνατότητα αποδόσεως των εξόδων στα οποία υποβλήθηκαν κατ' ανάγκη οι διάδικοι της κύριας δίκης στο πλαίσιο της διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως διέπονται από τις διατάξεις εσωτερικού δικαίου που εφαρμόζονται στην εν λόγω κύρια δίκη (βλ., συναφώς, απόφαση της 1ης Μαρτίου 1973, 62/72, Bollmann, Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 481, σκέψεις 5 και 6).
27 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι, στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, εναπόκειται, κατ' αρχήν, στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους να θεσπίσει τους κανόνες σχετικά με την εκκαθάριση των εξόδων στα οποία υποβάλλονται οι διάδικοι της κύριας δίκης στο πλαίσιο διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως και, μεταξύ άλλων, τις προϋποθέσεις και τους κανόνες βάσει των οποίων κρίνεται αν τα έξοδα αυτά πρέπει να επιδικάζονται σε έναν από τους διαδίκους ή να κατανέμονται μεταξύ αυτών ή, αντιθέτως, αν κάθε διάδικος πρέπει να φέρει τα έξοδά του.
28 άντως, πρέπει να υπομνησθεί, όπως υπενθύμισε και ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 26 των προτάσεών του, ότι, ελλείψει σχετικής κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως, απόκειται στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους να θεσπίσει τους διαδικαστικούς κανόνες ασκήσεως των ενδίκων προσφυγών που αποσκοπούν στην κατοχύρωση της προστασίας των δικαιωμάτων τα οποία οι ιδιώτες αντλούν από το κοινοτικό δίκαιο, αλλά οι κανόνες αυτοί δεν μπορούν να είναι λιγότερο ευνοϊκοί από εκείνους που αφορούν παρόμοιες προσφυγές της εσωτερικής έννομης τάξεως (αρχή της ισοδυναμίας) ούτε να καθιστούν αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμει η κοινοτική έννομη τάξη (αρχή της αποτελεσματικότητας) (βλ., συναφώς, μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 15ης Σεπτεμβρίου 1998, C-279/96 έως C-281/96, Ansaldo Energia κ.λπ., Συλλογή 1998, σ.Ι-5025, σκέψεις 16 και 27, και της 1ης Δεκεμβρίου 1998, C-326/96, Levez, Συλλογή 1998, σ. Ι-7835, σκέψη 18).
29 Όσον αφορά ειδικότερα την αρχή της αποτελεσματικότητας, μια εθνική κανονιστική ρύθμιση, όπως ο νόμος του 1985 και η απόφαση του 1994, που προβλέπει ότι ο νικήσας διάδικος σε διαφορά ενώπιον εθνικού δικαστηρίου έχει δικαίωμα στην απόδοση ορισμένων από τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε, αλλά δεν περιέχει ειδικές διατάξεις σχετικά με τα έξοδα διαδικασίας επί παρεμπίπτοντος ζητήματος, όπως της διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως του άρθρου 234 ΕΚ, στο πλαίσιο της οικείας δίκης, δεν φαίνεται να είναι ικανή να καταστήσει στην πράξη αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμει η κοινοτική έννομη τάξη.
30 Ως προς την αρχή της ισοδυναμίας, αρκεί να σημειωθεί ότι η αρχή αυτή προϋποθέτει ότι η εν λόγω εθνική κανονιστική ρύθμιση εφαρμόζεται ανεξαρτήτως του αν πρόκειται για τη διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως του άρθρου 234 ΕΚ ή για παρόμοιες παρεμπίπτουσες διαδικασίες που ενδέχεται να ανακύψουν στο πλαίσιο της κύριας δίκης σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.
31 Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο, που είναι το μόνο το οποίο έχει άμεση γνώση των δικονομικών κανόνων που ισχύουν για τις ένδικες προσφυγές του εσωτερικού δικαίου, να εξετάσει αν τηρείται η ανωτέρω αρχή (βλ. συναφώς, μεταξύ άλλων, προπαρατεθείσα απόφαση Levez, σκέψεις 39, 50 και 53, και απόφαση της 16ης Μα_ου 2000, C-78/98, Preston κ.λπ., Συλλογή 2000, σ. Ι-3201, σκέψεις 49 και 56).
32 Κατόπιν των προεκτεθέντων, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 104, παράγραφος 5, του Κανονισμού Διαδικασίας πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η εκκαθάριση των εξόδων στα οποία υποβάλλονται οι διάδικοι της κύριας δίκης, στο πλαίσιο της διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως που καθιερώνει το άρθρο 234 ΕΚ, διέπεται από τους κανόνες του εσωτερικού δικαίου που τυγχάνουν εφαρμογής στη διαφορά της οποίας έχει επιληφθεί το αιτούν δικαστήριο, υπό την προϋπόθεση ότι οι κανόνες αυτοί δεν είναι λιγότερο ευνοϊκοί από τους σχετικούς με παρεμφερείς διαδικασίες επί παρεμπιπτόντων ζητημάτων που ενδέχεται να ανακύψουν στο πλαίσιο παρόμοιας δίκης σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
33 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Αυστριακή Κυβέρνηση και η Επιτροπή, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε με διάταξη της 9ης Σεπτεμβρίου 1999 το Landesgericht für Zivilrechtssachen Wien, αποφαίνεται:
Το άρθρο 104, παράγραφος 5, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, στην κωδικοποιημένη του μορφή 1999/C 65/01, της 6ης Μαρτίου 1999, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η εκκαθάριση των εξόδων στα οποία υποβάλλονται οι διάδικοι της κύριας δίκης, στο πλαίσιο της διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως που καθιερώνει το άρθρο 234 ΕΚ, διέπεται από τους κανόνες του εσωτερικού δικαίου που τυγχάνουν εφαρμογής στη διαφορά της οποίας έχει επιληφθεί το αιτούν δικαστήριο, υπό την προϋπόθεση ότι οι κανόνες αυτοί δεν είναι λιγότερο ευνοϊκοί από τους σχετικούς με παρεμφερείς διαδικασίες επί παρεμπιπτόντων ζητημάτων που ενδέχεται να ανακύψουν στο πλαίσιο παρόμοιας δίκης σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.
Full & Egal Universal Law Academy