Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1. Αναίρεση - Λόγοι - Εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών - Απαράδεκτο - Έλεγχος από το Δικαστήριο της εκτιμήσεως των αποδεικτικών στοιχείων - Αποκλείεται, εξαιρουμένης της περιπτώσεως αλλοιώσεως
(Άρθρο 225 § 1, ΕΚ· Οργανισμός ΕΚ του Δικαστηρίου, άρθρο 51)
2. Οικονομική και κοινωνική συνοχή - Διαρθρωτικές παρεμβάσεις - Κοινοτικές χρηματοδοτήσεις χορηγούμενες για εθνικά σχέδια δράσεως - Καθορισμός των επιλέξιμων δαπανών - Εξουσία εκτιμήσεως της Επιτροπής
(Κανονισμός 4253/88 του Συμβουλίου, άρθρο 15 § 2, εδ. 1 και 2)
Περίληψη
1. Σύμφωνα με τα άρθρα 225, παράγραφος 1, ΕΚ και 51 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, η αίτηση αναιρέσεως δεν μπορεί να στηρίζεται παρά μόνο σε λόγους σχετικούς με την παράβαση νομικών κανόνων. Το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο προς διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών. Ακόμη, δεν είναι αρμόδιο, κατ' αρχήν, ούτε για την εξέταση των αποδείξεων τις οποίες έλαβε υπόψη το ρωτοδικείο προς στήριξη των πραγματικών περιστατικών. Στο ρωτοδικείο και μόνον εναπόκειται να εκτιμά την αξία που πρέπει να προσδοθεί στα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίζονται ενώπιόν του. Η εκτίμηση αυτή δεν αποτελεί νομικό ζήτημα υποκείμενο, ως τέτοιο, στον έλεγχο του Δικαστηρίου με την επιφύλαξη της περιπτώσεως αλλοιώσεως των στοιχείων αυτών.
( βλ. σκέψη 59 )
2. Από το άρθρο 15, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 4253/88 για τις διατάξεις εφαρμογής του κανονισμού 2052/88 όσον αφορά τον συντονισμό των παρεμβάσεων των διαφόρων διαρθρωτικών ταμείων μεταξύ τους καθώς και με τις παρεμβάσεις της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και των λοιπών υφιστάμενων χρηματοδοτικών οργάνων προκύπτει σαφώς ότι σκοπός της είναι η παροχή στην Επιτροπή εξουσίας εκτιμήσεως. Επιπλέον, η διάταξη αυτή αποτελεί εξαίρεση από τον κανόνα που προβλέπεται στο άρθρο 15, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 4253/88, κατά τον οποίο μια δαπάνη δεν μπορεί να θεωρηθεί ικανή να τύχει χρηματοδοτικής συνδρομής εάν πραγματοποιηθεί πριν από την ημερομηνία λήψεως της σχετικής αιτήσεως από την Επιτροπή. Η στενή ερμηνεία που επιβάλλεται να δοθεί στην εξαίρεση αυτή αποκλείει να έχει η φράση «είναι δυνατόν», που περιλαμβάνεται στο άρθρο 15, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του εν λόγω κανονισμού, ευρύτερο περιεχόμενο από την παροχή απλής δυνατότητας στην Επιτροπή.
( βλ. σκέψη 68 )
3. Η διοίκηση μπορεί να ανακαλέσει αναδρομικώς παράνομη διοικητική επωφελή πράξη, αρκεί να μην παραβιάζονται οι αρχές της ασφαλείας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Η δυνατότητα αυτή, η οποία γίνεται δεκτή όταν ο αποδέκτης της πράξεως δεν συνέβαλε στην παράνομη έκδοσή της, δικαιολογείται κατά μείζονα λόγο όταν, όπως εν προκειμένω, η παρανομία οφείλεται σε πράξη του τελευταίου.
( βλ. σκέψη 90 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-500/99 P,
Conserve Italia Soc. Coop. arl, πρώην Massalombarda Colombani SpA, με έδρα το San Lazzaro di Savena (Ιταλία), εκπροσωπούμενη από τους Μ. Averani, A. Pisaneschi, P. de Caterini και S. Zunarelli, avvocati, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
αναιρεσείουσα,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως που ασκήθηκε κατά της αποφάσεως που εξέδωσε στις 12 Οκτωβρίου 1999 το ρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (τρίτο τμήμα) στην υπόθεση T-216/96, Conserve Italia κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. ΙΙ-3139), και με την οποία ζητείται η εξαφάνιση της αποφάσεως αυτής,
όπου ο έτερος διάδικος είναι
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον F. Ruggeri Laderchi, επικουρούμενο από τον Μ. Moretto, avvocato, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους F. Macken (εισηγήτρια), πρόεδρο τμήματος, C. Gulmann, R. Schintgen, Β. Σκουρή και J. N. Cunha Rodrigues, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: S. Alber
γραμματέας: L. Hewlett, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 30ής Μα_ου 2001, κατά την οποία η Conserve Italia Soc. Coop. arl, εκπροσωπήθηκε από τους P. Manzini και A. Masutti, avvocati, και η Επιτροπή από τον L. Visaggio, επικουρούμενο από τον Μ. Moretto,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 12ης Ιουλίου 2001,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 22 Δεκεμβρίου 1999, η Conserve Italia Soc. Coop. arl (στο εξής: Conserve Italia) άσκησε, δυνάμει του άρθρου 49 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, αναίρεση κατά της αποφάσεως που εξέδωσε στις 12 Οκτωβρίου 1999 το ρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στην υπόθεση T-216/96, Conserve Italia κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. ΙΙ-3139, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση). Με την απόφαση αυτή, το ρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή περί ακυρώσεως που άσκησε η Conserve Italia κατά της αποφάσεως C(96) 2760 της Επιτροπής, της 3ης Οκτωβρίου 1996 (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), περί καταργήσεως της χρηματοδοτικής συνδρομής του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου ροσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ) που χορηγήθηκε στην εταιρία Massalombarda Colombani SpA με την απόφαση C(90) 950/356 της Επιτροπής, της 29ης Ιουνίου 1990 (στο εξής: απόφαση περί χορηγήσεως), και, εφόσον απαιτείτο, κατά κάθε πράξεως της Επιτροπής συνδεομένης με την απόφαση αυτή, ειδικότερα δε του εγγράφου εργασίας VI/1216/86-IT (στο εξής: έγγραφο εργασίας) σχετικά με τον καθορισμό της μέγιστης δυνατής συνδρομής εκ μέρους του ΕΓΤΕ, τμήμα «ροσανατολισμού», στο πλαίσιο του κανονισμού (ΕΟΚ) 355/77 του Συμβουλίου, της 15ης Φεβρουαρίου 1977, περί κοινής δράσεως για τη βελτίωση των συνθηκών μεταποιήσεως και εμπορίας των γεωργικών προϊόντων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/017, σ. 149).
Το νομικό πλαίσιο της διαφοράς
Κανονισμός 355/77
2 Ο κανονισμός 355/77 ορίζει, στα άρθρα 1, παράγραφος 3, και 2, ότι η Επιτροπή μπορεί να χορηγεί κοινή χρηματοδοτική συνδρομή χρηματοδοτώντας, μέσω του ΕΓΤΕ, τμήμα ροσανατολισμού, σχέδια σκοπούντα στην ανάπτυξη ή την ορθολογικότερη διαχείριση της επεξεργασίας, της μεταποιήσεως ή της εμπορίας των γεωργικών προϊόντων.
3 Το άρθρο 19, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού ορίζει:
«Κατά τη διάρκεια της περιόδου κατά την οποία χορηγείται η ενίσχυση από το [ΕΓΤΕ], η υπηρεσία ή ο φορέας που έχει ορισθεί για τον σκοπό αυτό από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος διαβιβάζει στην Επιτροπή, κατόπιν αιτήσεώς της, όλα τα δικαιολογητικά έγγραφα, καθώς και τα έγγραφα που δύνανται να αποδείξουν ότι πληρούνται οι χρηματοδοτικοί ή οι λοιποί όροι που απαιτούνται για κάθε σχέδιο [...].
[...] η Επιτροπή δύναται να αποφασίζει την αναστολή, τη μείωση ή τη διακοπή [κατάργηση] της ενισχύσεως από το [ΕΓΤΕ] [...]:
- αν το σχέδιο δεν έχει εκτελεσθεί όπως είχε προβλεφθεί ή
- αν ορισμένοι από τους όρους που απαιτούνται δεν έχουν πληρωθεί, ή
- [...]
[...].
Η Επιτροπή ανακτά τα ποσά των οποίων η καταβολή δεν είναι πλέον δικαιολογημένη.»
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2515/85
4 Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2515/85 της Επιτροπής, της 23ης Ιουλίου 1985, για τις αιτήσεις συνδρομής του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου ροσανατολισμού και Εγγυήσεων, τμήμα ροσανατολισμού, για σχέδια βελτιώσεως των συνθηκών μεταποιήσεως και εμπορίας των γεωργικών και αλιευτικών προϊόντων (ΕΕ L 243, σ. 1), καθορίζει, στα παραρτήματά του, τα στοιχεία και τα έγγραφα που πρέπει να περιλαμβάνουν οι αιτήσεις συνδρομής, οι οποίες υποβάλλονται με βάση τον κανονισμό 355/77.
5 Τα παραρτήματα αυτά περιλαμβάνουν, αφενός, υποδείγματα των εγγράφων που πρέπει να συμπληρώνουν οι αιτούντες τη συνδρομή και, αφετέρου, επεξηγηματικές σημειώσεις που αποσκοπούν να τους παράσχουν βοήθεια στις σχέσεις τους με τις αρχές.
6 Οι επεξηγηματικές σημειώσεις που υπάρχουν στο παράρτημα Α του κανονισμού 2515/85 ορίζουν, όσον αφορά το σημείο 5.3 του εντύπου που πρέπει να συμπληρώνουν οι αιτούντες τη συνδρομή, ότι: «[...] τα σχέδια των οποίων η εκτέλεση άρχισε πριν από την παραλαβή, από την Επιτροπή, της αίτησης δεν μπορούν να λάβουν συνδρομή». Με το σημείο αυτό του εντύπου, οι αιτούντες συνδρομή αναλαμβάνουν τη δέσμευση «να μην αρχίσουν τις εργασίες πριν από την παραλαβή της αιτήσεως συνδρομής εκ μέρους του ΕΓΤΕ, τμήμα ροσανατολισμού».
Το έγγραφο εργασίας
7 Το 1986 οι υπηρεσίες του ΕΓΤΕ συνέταξαν το έγγραφο εργασίας. Το σημείο Β.1, παράγραφος 5, αποκλείει εντελώς τη χορήγηση συνδρομής για τις δραστηριότητες ή τις εργασίες που είχαν αρχίσει πριν από την υποβολή της σχετικής αιτήσεως. Εντούτοις, η παράγραφος αυτή εξαιρεί από τον εν λόγω αποκλεισμό:
«[...]
β) την αγορά μηχανών, συσκευών και οικοδομικού υλικού, περιλαμβανομένων των μεταλλικών σκελετών και προκατασκευασμένων τμημάτων (παραγγελία και παράδοση του υλικού), υπό τον όρο ότι η συναρμολόγηση, η εγκατάσταση, η τοποθέτηση και οι επιτόπιες εργασίες όσον αφορά το οικοδομικό υλικό δεν πραγματοποιήθηκαν πριν από την υποβολή της αιτήσεως συνδρομής·
γ) τα έξοδα για την αγορά εξοπλισμού και μηχανών που χρησιμοποιούνται για δοκιμές πριν από την υποβολή του σχεδίου·
[...]».
8 Στο σημείο Β.1, παράγραφος 5, του εγγράφου εργασίας, διευκρινίζεται ότι για τις δραστηριότητες που απαριθμούνται στο στοιχείο β_ είναι δυνατή η χορήγηση συνδρομής, ενώ για τις απαριθμούμενες στο στοιχείο γ_ δραστηριότητες δεν είναι δυνατή, χωρίς όμως αυτές να καθιστούν το οικείο σχέδιο απαράδεκτο.
9 Δυνάμει του σημείου Β.1, παράγραφος 12, του εγγράφου εργασίας αποκλείεται επίσης η χορήγηση συνδρομής για «έξοδα μισθώσεως εξοπλισμού και επενδύσεις που χρηματοδοτούνται με χρηματοδοτική μίσθωση (leasing). Για παράδειγμα: έξοδα μισθώσεως για τη χρήση μηχανών Tetra Pak· σχέδιο χρηματοδοτούμενο εν μέρει ή εν όλω με χρηματοδοτική μίσθωση. Εντούτοις, για τις επενδύσεις αυτές είναι δυνατή η χορήγηση συνδρομής εφόσον η σύμβαση της χρηματοδοτικής μισθώσεως [...] προβλέπει ότι ο δικαιούχος καθίσταται κύριος του μισθωθέντος εξοπλισμού ή του χρηματοδοτούμενου σχεδίου εντός πέντε ετών από της χορηγήσεως της συνδρομής. Το διάστημα αυτό μειώνεται σε τέσσερα έτη για τα σχέδια που χρηματοδοτούνται από το 1985 και μετά».
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 4253/88
10 Στις 24 Ιουνίου 1988 το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2052/88, για την αποστολή των διαρθρωτικών ταμείων, την αποτελεσματικότητά τους και τον συντονισμό των παρεμβάσεών τους μεταξύ τους καθώς και με τις παρεμβάσεις της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και των άλλων υφιστάμενων χρηματοδοτικών οργάνων (ΕΕ L 185, σ. 9).
11 Βάσει του κανονισμού αυτού, το Συμβούλιο εξέδωσε στις 19 Δεκεμβρίου 1988 τον κανονισμό (ΕΟΚ) 4253/88, για τις διατάξεις εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2052/88, όσον αφορά τον συντονισμό των παρεμβάσεων των διαφόρων διαρθρωτικών ταμείων μεταξύ τους καθώς και με τις παρεμβάσεις της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και των λοιπών υφιστάμενων χρηματοδοτικών οργάνων (ΕΕ L 374, σ. 1). Σύμφωνα με το άρθρο 34 του εν λόγω κανονισμού, ο κανονισμός αυτός άρχισε να ισχύει την 1η Ιανουαρίου 1989.
12 Το άρθρο 15, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 4253/88, ορίζει τα εξή:
«[...] μια δαπάνη δεν μπορεί να θεωρηθεί επιλέξιμη για συνδρομή των ταμείων [ικανή να λάβει χρηματοδοτική συνδρομή] εάν πραγματοποιηθεί πριν από την ημερομηνία λήψης της σχετικής αίτησης από την Επιτροπή».
13 Το άρθρο 15, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 4253/88 παρέχει εντούτοις στην Επιτροπή τη δυνατότητα παρεκκλίσεως από τον κανόνα αυτό σε ορισμένες περιπτώσεις, καθόσον ορίζει τα εξής:
«Ωστόσο, για τη συγχρηματοδότηση των σχεδίων και των καθεστώτων ενίσχυσης, μια δαπάνη είναι δυνατόν να θεωρείται επιλέξιμη για τη συνδρομή των ταμείων [ικανή να λάβει χρηματοδοτική συνδρομή] εάν έχει πραγματοποιηθεί εντός του εξαμήνου που προηγείται της ημερομηνίας λήψης της σχετικής αίτησης από την Επιτροπή».
14 Η δυνατότητα παρεκκλίσεως που προέβλεπε το άρθρο 15, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 4253/88 καταργήθηκε από τις 3 Αυγούστου 1993 με τον κανονισμό (EOK) 2082/93 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1993, για την τροποποίηση του κανονισμού 4253/88 (ΕΕ L 193, σ. 20).
15 Το άρθρο 24 του κανονισμού 4253/88, όπως αυτό τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2082/93 (στο εξής: κανονισμός 4253/88, όπως αυτός έχει τροποποιηθεί), έχει τον τίτλο «Μείωση, αναστολή και [κατάργηση] της συνδρομής». Ορίζει δε τα εξής:
«1. Αν η υλοποίηση δράσεως ή μέτρου δεν φαίνεται να δικαιολογεί ούτε τμήμα ούτε το σύνολο της χρηματοδοτικής συνδρομής που έχει χορηγηθεί, η Επιτροπή προβαίνει σε κατάλληλη εξέταση της περιπτώσεως [...].
2. Μετά την εξέταση αυτή, η Επιτροπή μπορεί να μειώσει ή να αναστείλει τη συνδρομή για την εν λόγω δράση ή το σχετικό μέτρο αν από την εξέταση επιβεβαιωθεί ότι υπάρχει παρατυπία ή σημαντική αλλαγή της φύσεως ή των συνθηκών υλοποιήσεως της δράσεως ή του μέτρου, για την οποία δεν ζητήθηκε η έγκριση της Επιτροπής.
3. Κάθε ποσό το οποίο αποτελεί αντικείμενο απαιτήσεως ως αχρεωστήτως καταβληθέν πρέπει να επιστρέφεται στην Επιτροπή [...].»
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 4256/88
16 Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 4256/88 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1988, για διατάξεις εφαρμογής του κανονισμού 2052/88 σχετικά με το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο ροσανατολισμού και Εγγυήσεων, τμήμα ροσανατολισμού (ΕΕ L 374, σ. 25), που εκδόθηκε την ίδια ημέρα με τον κανονισμό 4253/88, άρχισε επίσης να ισχύει την 1η Ιανουαρίου 1989.
17 Το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 4256/88 προβλέπει τα εξής:
«Το Συμβούλιο [...] αποφασίζει, το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου 1989, για τον τρόπο και τις προϋποθέσεις της συμβολής του Tαμείου (ΕΓΤΕ) στα μέτρα για τη βελτίωση των συνθηκών εμπορίας και μεταποίησης των γεωργικών [...] προϊόντων [...] προκειμένου να πραγματοποιηθούν οι στόχοι που αναφέρονται στον κανονισμό [...] 2052/88 και σε συνάρτηση με τους κανόνες που καθορίζει ο κανονισμός [...] 4253/88».
18 Το άρθρο 10, παράγραφος 2, του κανονισμού 4256/88 ορίζει ότι ο κανονισμός 335/77 καταργείται από την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος της αποφάσεως του Συμβουλίου που προβλέπεται στην παράγραφο 1. Το άρθρο 10, παράγραφος 3, του κανονισμού 2456/88 προβλέπει, εντούτοις, ότι τα άρθρα 6 έως 15 και 17 έως 23 του κανονισμού 355/77 εξακολουθούν να εφαρμόζονται για τα σχέδια που έχουν υποβληθεί πριν την έναρξη ισχύος της εν λόγω αποφάσεως.
19 Το Συμβούλιο εξέδωσε στις 29 Μαρτίου 1990 την απόφαση αυτή υπό τη μορφή του κανονισμού (ΕΟΚ) 866/90, για τη βελτίωση των συνθηκών μεταποίησης και εμπορίας των γεωργικών προϊόντων (ΕΕ L 91, σ. 1). Ο κανονισμός αυτός άρχισε να ισχύει την 1 Ιανουαρίου 1990, ημερομηνία από της οποίας έπαυσε επομένως να ισχύει ο κανονισμός 355/77.
Τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς
20 Από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτουν τα εξής:
«20 Στις 27 Οκτωβρίου 1988 η Επιτροπή έλαβε αίτηση προς χορήγηση χρηματοδοτικής συνδρομής εκ μέρους του ΕΓΤΕ, την οποία κατέθεσε η Ιταλική Κυβέρνηση δυνάμει του κανονισμού 355/77. Η σχετική αίτηση είχε υποβληθεί από τη Federazione Italiana dei Consorzi Agrari, μια ένωση γεωργικών συνεταιρισμών η οποία διαχειριζόταν μεγάλο μέρος του τομέα γεωργικών προϊόντων διατροφής στην Ιταλία μέχρι τη διάλυσή της τον Μάιο του 1991, για λογαριασμό της εταιρίας Fedital SpA (στος εξής: Fedital). Η ζητούμενη συνδρομή προοριζόταν προς στήριξη ένος σχεδίου αναπτύξεως, ορθολογικής διαχειρίσεως και τεχνικού εκσυγχρονισμού μιας εγκαταστάσεως της Fedital στην κοινότητα Massa Lombarda.
[...]
22 Στις 31 Δεκεμβρίου 1989, διαρκούσας της εξετάσεως της αιτήσεώς της, η Fedital πώλησε την ευρισκόμενη στη Massa Lombarda εγκατάστασή της στην εταιρία Colombani Lusuco SpA, την οποία ήλεγχε επίσης η Federazione Italiana dei Consorzi Agrari. Στη συνέχεια, η εμπορική επωνυμία της αγοράστριας εταιρίας άλλαξε σε "Massalombarda Colombani SpA" (στο εξής: Massalombarda Colombani). Στις 18 Οκτωβρίου 1994 η τελευταία αυτή εταιρία πωλήθηκε στη Frabi SpA (που μετονομάστηκε στη συνέχεια σε Fincorserve SpA), χρηματοδοτική εταιρία του ομίλου Conserve Italia Soc. Coop. arl [...]. Η τελευταία αυτή εταιρία ειδικεύεται στη μεταποίηση, τη διατήρηση και την εμπορία προϊόντων διατροφής όπως τα φρούτα και τα λαχανικά, τα γεωργικά προϊόντα, τα ψάρια και θαλασσινά, τα κρέατα, τα έτοιμα φαγητά και τα τρόφιμα γενικά.
23 Στις 23 Μαρτίου 1990 η Επιτροπή ζήτησε από τη Fedital να διευκρινίσει τη φύση, το κόστος και τις ημερομηνίες ενάρξεως και περατώσεως των εργασιών για τις οποίες ζητήθηκε η χρηματοδότηση και να αναφέρει αν είχαν ήδη αρχίσει πριν από την ημερομηνία παραλαβής της σχετικής αιτήσεως από την Επιτροπή (27 Οκτωβρίου 1988). Επιπλέον, η Επιτροπή ζήτησε τον ισολογισμό του έτους 1988, καθώς και αντίγραφα των συμβάσεων πωλήσεως σχετικά με τις αγορές τις οποίες είχε πραγματοποιήσει η εταιρία αυτή.
24 Η Massalombarda Colombani απάντησε στις 17 Απριλίου 1990 ότι οι εργασίες είχαν αρχίσει στις 31 Οκτωβρίου 1988 και περατώθηκαν πριν από τις 30 Ιουνίου 1990, επισύναψε δε αντίγραφα των σχετικών συμβάσεων στην απάντησή της. Μία από αυτές, υπογραφείσα στις 22 Δεκεμβρίου 1988, αφορούσε την πώληση μηχανής συσκευασίας Tetra Pak.
25 Με απόφαση της 29ης Ιουνίου 1990 η Επιτροπή χορήγησε στη Massalombarda Colombani χρηματοδοτική συνδρομή ύψους 2 002 932 326 ιταλικών λιρών (LIT), για επένδυση συνολικού ύψους 8 036 600 000 LIT [...].
26 Με απόφαση της 18ης Νοεμβρίου 1991 η Ιταλική Κυβέρνηση χορήγησε στη Massalombarda Colombani ενίσχυση 2 008 000 000 LIT επιπλέον της χρηματοδοτικής συνδρομής του ΕΓΤΕ.
27 Στις 22 Νοεμβρίου 1991 οι ιταλικές αρχές πραγματοποίησαν τον τελικό έλεγχο των εργασιών και τις ενέκριναν, με την αιτιολογία ότι πληρούσαν συνολικά τους όρους που έθετε η απόφαση περί χορηγήσεως.
28 Κατόπιν ελέγχων διενεργηθέντων από κοινού από τις ιταλικές αρχές και την Επιτροπή τον Μάρτιο του 1993 και από τις 26 μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου 1994, η τελευταία διαπίστωσε ότι ορισμένες αγορές και εργασίες ανάγονταν σε χρόνο προγενέστερο της παραλαβής της αιτήσεως συνδρομής και ότι, σε αντίθεση με όσα προέκυπταν από το αντίγραφο της συμβάσεως αγοράς μηχανής Tetra Pak που της είχε υποβληθεί στις 17 Απριλίου 1990 σε απάντηση στο από 23 Μαρτίου 1990 αίτημά της περί παροχής πληροφοριών, στο πρωτότυπο αναγραφόταν ότι η εν λόγω μηχανή είχε ήδη τοποθετηθεί στις εγκαταστάσεις του αγοραστή, στο πλαίσιο συμβάσεως μισθώσεως, πριν από την ημερομηνία παραλαβής της αιτήσεως. Επιπλέον, πολλές αποδείξεις παραλαβής μηχανών που αποκτήθηκαν στο πλαίσιο του σχεδίου έφεραν ημερομηνία προγενέστερη της παραλαβής της αιτήσεως, ενώ σε άλλες η ημερομηνία αυτή δεν σημειωνόταν.
29 Με τηλεομοιοτυπία της 3ης Νοεμβρίου 1994 απευθυνόμενη στην Επιτροπή οι ιταλικές αρχές ανακοίνωσαν ότι θα δέχονταν την κίνηση μιας διαδικασίας καταργήσεως της χορηγηθείσας από το ΕΓΤΕ συνδρομής, λαμβανομένων υπόψη των σοβαρών παρατυπιών που διαπιστώθηκαν.
30 Στις 22 Μα_ου 1995, η Επιτροπή πληροφόρησε τη Massalombarda Colombani και τις ιταλικές αρχές για την πρόθεσή της να κινήσει μια τέτοια διαδικασία και να αναζητήσει τα αχρεωστήτως χορηγηθέντα ποσά, ζητήθηκε δε να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους.
31 Στις 3 Αυγούστου και στις 22 Σεπτεμβρίου 1995, η Massalombarda Colombani υπέβαλε τις παρατηρήσεις της. Υπογράμμισε ότι, ναι μεν είχε πράγματι αγοράσει τον σχετικό εξοπλισμό πριν από την παραλαβή από την Επιτροπή της αιτήσεως συνδρομής, οι αγορές αυτές όμως είχαν γίνει δοκιμαστικά. Εξάλλου, αναγνώρισε ότι το σχέδιο αφορούσε ορισμένες εργασίες πραγματοποιηθείσες πριν από την υποβολή της αιτήσεως της συνδρομής. Ύστερα από συνομιλία με τους υπαλλήλους των αρμοδίων υπηρεσιών της Επιτροπής, στις 19 Ιανουαρίου 1996, κατέθεσε ένα συμπληρωματικό υπόμνημα στις 27 Φεβρουαρίου 1996.
32 Στις 3 Οκτωβρίου 1996, η Επιτροπή έλαβε την απόφαση C(96) 2760, περί καταργήσεως της συνδρομής που είχε χορηγηθεί στην εταιρία Massalombarda Colombani με την απόφαση C(90) 950/356 της Επιτροπής, της 29ης Ιουνίου 1990, σχετικά με τη χορήγηση χρηματοδοτικής συνδρομής εκ μέρους του ΕΓΤΕ, τμήμα ροσανατολισμού, στο πλαίσιο του σχεδίου 90.41.IT.109.0, βάσει του κανονισμού 355/77, με τίτλο «Potenziamento e aggiornamento tecnologico degli impianti di uno stabilimento ortofrutticolo in Massa Lombarda (Ravenna)» του ΕΓΤΕ [...].
33 Οι κυριότερες αιτιολογίες της αποφάσεως αυτής παρατίθενται κατωτέρω:
"[...]
Η συνδρομή χορηγήθηκε λαμβανομένης υπόψη ιδίως της τεχνικής περιγραφής των προβλεπόμενων εργασιών και της περιόδου εκτελέσεως των εργασιών που αναφερόταν στον φάκελλο ο οποίος συναπτόταν στην αίτηση της συνδρομής και περιλαμβανόταν στο κείμενο της αποφάσεως·
[...]
στο πλαίσιο ελέγχου διαπιστώθηκε ότι ορισμένες οριστικές αγορές και ορισμένες εργασίες είχαν πραγματοποιηθεί πριν από την εκ μέρους της Επιτροπής παραλαβή της αιτήσεως της συνδρομής που προερχόταν από τον δικαιούχο, δηλαδή πριν από τις 27.10.88, και ότι το γεγονός αυτό αντιβαίνει προς την υποχρέωση που είχε αναλάβει ο δικαιούχος, σύμφωνα με τη διάταξη της σελίδας 5 του παραρτήματος Α1 του κανονισμού [...] 2515/85 [...], και που περιλαμβανόταν στο ίδιο το κείμενο της αιτήσεως της συνδρομής·
διαπιστώθηκε επίσης ότι μια σύμβαση αγοράς μηχανής συσκευασίας Tetra Pak παραποιήθηκε, ώστε να αποκρυβεί το γεγονός ότι η μηχανή αυτή είχε ήδη τοποθετηθεί στις εγκαταστάσεις της εταιρίας πριν από την παραλαβή της αιτήσεως της συνδρομής·
[...]
ενόψει των ανωτέρω στοιχείων, οι διαπιστωθείσες παρατυπίες επηρεάζουν τους όρους εφαρμογής του εν λόγω σχεδίου [...]"».
21 Το 1997, η Massalombarda Colombani απορροφήθηκε από την Conserve Italia στο πλαίσιο συγχωνεύσεως.
Η διαδικασία ενώπιον του ρωτοδικείου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
22 Στις 23 Δεκεμβρίου 1996 η αναιρεσείουσα άσκησε προσφυγή περί ακυρώσεως της επίδικης αποφάσεως.
23 Η προσφεύγουσα ζήτησε από το ρωτοδικείο:
- να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση·
- εφόσον είναι αναγκαίο, να ακυρώσει, βάσει του άρθρου 184 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 214 ΕΚ), κάθε άλλη πράξη σχετική με την προσβαλλόμενη απόφαση, ιδίως το έγγραφο εργασίας·
- να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
24 Η Επιτροπή ζήτησε από το ρωτοδικείο:
- να κρίνει απαράδεκτο το αίτημα περί ακυρώσεως, εφόσον είναι αναγκαίο, του εγγράφου εργασίας·
- κατά τα λοιπά, να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη·
- να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
25 ρος στήριξη της προσφυγής της ενώπιον του ρωτοδικείου η προσφεύγουσα επικαλέστηκε διάφορες παραβάσεις κανόνων δικαίου σχετικά με την εφαρμογή της Συνθήκης ΕΚ και, ειδικότερα, του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 4253/88, του σημείου Β.1, παράγραφοι 5 και 12, του εγγράφου εργασίας και του άρθρου 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 4253/88, όπως αυτός έχει τροποποιηθεί. Στο πλαίσιο των λόγων αυτών προσήψε, μεταξύ άλλων, στην Επιτροπή ότι παραβίασε τις αρχές της νομιμότητας της κυρώσεως, της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της αναλογικότητας καθώς και ότι ενήργησε κατά κατάχρηση εξουσίας. Επιπλέον, η προσφεύγουσα προέβαλε λόγο στηριζόμενο σε παράβαση ουσιώδους τύπου, ισχυριζόμενη ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ήταν ανεπαρκώς αιτιολογημένη.
Εκτίμηση εκ μέρους του ρωτοδικείου του λόγου που αντλείται από την παράβαση του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 4253/88 και του σημείου Β.1, παράγραφοι 5 και 12, του εγγράφου εργασίας
26 Όσον αφορά την ημερομηνία ενάρξεως των σχεδίων, η αναιρεσείουσα υποστήριξε ότι έπρεπε να ληφθεί υπόψη η ημερομηνία πληρωμής των αγορών ή των εργασιών ή, τουλάχιστον, η αναγραφόμενη στο οικείο τιμολόγιο ημερομηνία. Εν προκειμένω, όλες οι πληρωμές πραγματοποιήθηκαν μετά την εκ μέρους της Επιτροπής παραλαβή της αιτήσεως συνδρομής και όλα τα τιμολόγια έφεραν ημερομηνία μεταγενέστερη της ενάρξεως του σχεδίου. Επιπλέον, κανένα δελτίο παραλαβής δεν εκδόθηκε σε διάστημα άνω των έξι μηνών πριν από την ημερομηνία ενάρξεως της δραστηριότητας. Η δικαιούχος εταιρία ουδέποτε προέβη σε ψευδείς δηλώσεις όσον αφορά την ημερομηνία των αγορών ή των εργασιών. Οι ενέργειες στις οποίες είχε προβεί η δικαιούχος εταιρία πριν από την ημερομηνία της εκ μέρους της Επιτροπής παραλαβής της αιτήσεως συνδρομής, ιδίως η σύμβαση μισθώσεως της μηχανής συσκευασίας Tetra Pak, δεν αποτέλεσαν αντικείμενο οριστικής συμβάσεως, αλλά εντάσσονταν μόνον στο πλαίσιο των προκαταρκτικών σχέσεων της δικαιούχου ή ήταν συμβάσεις τελούσες υπό αναβλητική αίρεση.
27 Η αναιρεσείουσα αναγνώρισε ότι η δικαιούχος της συνδρομής είχε αποστείλει στην Επιτροπή αντίγραφο της συμβάσεως πωλήσεως μηχανής συσκευασίας Tetra Pak, στο οποίο δεν περιλαμβανόταν η σημείωση που αναγραφόταν στο πρωτότυπο, ότι η μηχανή είχε ήδη τοποθετηθεί στις εγκαταστάσεις του αγοραστή σε εκτέλεση συμβάσεως μισθώσεως θεωρηθείσας στη Modena (Ιταλία) στις 30 Νοεμβρίου 1987. Εντούτοις, υποστήριξε ότι η ενέργεια αυτή δεν προέδιδε πρόθεση εξαπατήσεως, αλλά αποτελούσε απλώς τυπικό ελάττωμα το οποίο δεν ήταν ουσιώδες και δεν δικαιολογούσε την κατάργηση της συνδρομής. Εξάλλου, δεδομένου ότι η σύμβαση αγοράς της μηχανής υπογράφηκε σε ημερομηνία μεταγενέστερη της εκ μέρους της Επιτροπής παραλαβής της αιτήσεως, δεν είχε εφαρμογή ο κανόνας περί αποκλεισμού της δυνατότητας χρηματοδοτήσεως, ο οποίος προβλέπεται στο σημείο Β.1, παράγραφος 5, στοιχείο β_, του εγγράφου εργασίας. Κατά την αναιρεσείουσα, για τη σύμβαση μισθώσεως έπρεπε να εφαρμοστεί η παρέκκλιση που προβλέπεται στο σημείο Β.1, παράγραφος 12, του εν λόγω εγγράφου. Η αναιρεσείουσα υποστήριξε ακόμη ότι το έγγραφο εργασίας ήταν αντίθετο προς το άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 4253/88, καθόσον δεν εφάρμοσε τον κανόνα ότι είναι δυνατή η χορήγηση συνδρομής για τα έξοδα στα οποία ο αιτών προβαίνει εντός της περιόδου έξι μηνών που προηγείται της ημερομηνίας ενάρξεως του οικείου σχεδίου.
28 Συναφώς, το ρωτοδικείο έκρινε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τα εξής:
«- Αγορές και εργασίες προγενέστερες της εκ μέρους της Επιτροπής παραλαβής της αιτήσεως συνδρομής
[...]
59 [...] το άρθρο 19, παράγραφος 2, του κανονισμού [355/77] ορίζει ότι η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει την αναστολή, τη μείωση ή την κατάργηση συνδρομής "αν το σχέδιο δεν έχει εκτελεστεί όπως είχε προβλεφθεί" και "αν ορισμένοι από τους όρους που απαιτούνται δεν έχουν πληρωθεί".
60 Η διάταξη αυτή δεν διευκρινίζει ποιοι είναι οι εν λόγω όροι, αναφέρεται όμως ρητά σε "χρηματοδοτικούς ή λοιπούς όρους που απαιτούνται για κάθε σχέδιο". Επομένως, όλοι οι προβλεπόμενοι για κάθε σχέδιο όροι, ανεξάρτητα από το αν είναι τεχνικής ή οικονομικής φύσεως ή αν προβλέπουν την τήρηση προθεσμίας, περιλαμβάνονται στην έκφραση αυτή.
61 Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 2515/85 ορίζει ότι "[ο]ι αιτήσεις περί συνδρομής του ΕΓΤΕ, τμήμα ροσανατολισμού [...], πρέπει να περιλαμβάνουν τα στοιχεία και τα έγγραφα που καθορίζονται στα παραρτήματα του παρόντος κανονισμού". Επομένως, ο δεσμευτικός χαρακτήρας των ενδείξεων που περιλαμβάνονται στο έντυπο της αιτήσεως συνδρομής, ιδίως των σχετικών με την υποχρέωση την οποία ο αιτών τη συνδρομή πρέπει να αναλάβει κατά την υποβολή της αιτήσεως, εξεταζόμενη σε συνάρτηση με το σημείο 5.3 των "Επεξηγηματικών σημειώσεων κατά τίτλο" του παραρτήματος Α του ως άνω κανονισμού [...], είναι ο ίδιος με εκείνον των διατάξεων του κανονισμού στον οποίο συνάπτονται τα υποδείγματα και οι επεξηγηματικές σημειώσεις (επ' αυτού βλ. την απόφαση του ρωτοδικείου της 24ης Απριλίου 1996, Τ-551/93, Τ-231/94 έως Τ-234/94, Industrias Pesqueras Campos κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. ΙΙ-247, σκέψη 84). Ακόμη, με την υπογραφή της, η εταιρία Massalombarda Colombani ανέλαβε προσωπικά τη ρητή, επίσημη και σαφή υποχρέωση να μην αρχίσει τις εργασίες πριν από την παραλαβή της αιτήσεως της συνδρομής του ΕΓΤΕ, τμήμα ροσανατολισμού. Η υποχρέωση αυτή έγινε δεκτή από την Επιτροπή, ενσωματώθηκε στην πράξη χορηγήσεως της συνδρομής και έχει την ίδια νομική ισχύ με αυτήν. Επομένως, ο όρος σχετικά με το χρονικό διάστημα το οποίο αναφέρει η υποχρέωση αυτή, που συμβάλλει ιδίως στη νομική ασφάλεια και στην εξασφάλιση ίσης μεταχειρίσεως των αιτούντων συνδρομή, αποτελεί απαιτούμενο όρο, υπό την έννοια του άρθρου 19, παράγραφος 2, του κανονισμού 355/77, ενώ η μη τήρησή του έχει ως συνέπεια ότι το χρηματοδοτούμενο σχέδιο δεν εκτελείται όπως προβλέπεται.
62 Εντούτοις, η υποχρέωση αυτή - όπως προβλέπεται στο έντυπο της αιτήσεως συνδρομής και όπως ανελήφθη εκ μέρους του δικαιούχου με την υποβολή της αιτήσεως - δεν κάνει λόγο για διάστημα έξι μηνών προ της παραλαβής της αιτήσεως. Επομένως, πρέπει να εξεταστεί αν ευσταθεί ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας ότι η έναρξη της ισχύος, την 1η Ιανουαρίου 1989, του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 4253/88 τροποποίησε την υποχρέωση αυτή, υπό την έννοια ότι προέβλεπε τη δυνατότητα να έχουν πραγματοποιηθεί οι σχετικές δαπάνες εντός του εξαμήνου που προηγήθηκε της ημερομηνίας της εκ μέρους της Επιτροπής παραλαβής της αιτήσεως.
63 Από το άρθρο 15, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 4253/88 και από τη φράση "είναι δυνατόν" που περιλαμβάνεται στο δεύτερο εδάφιό της, προκύπτει ότι, κατά κανόνα, δεν είναι δυνατή η χρηματοδότηση δαπάνης παρά μόνον αν αυτή πραγματοποιήθηκε μετά την ημερομηνία της εκ μέρους της Επιτροπής παραλαβής της οικείας αιτήσεως. Μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις η Επιτροπή έχει τη δυνατότητα να δεχθεί τη χρηματοδότηση δαπάνης αν αυτή πραγματοποιήθηκε εντός του εξαμήνου που προηγήθηκε της ημερομηνίας της εκ μέρους της Επιτροπής παραλαβής της αιτήσεως.
64 Με την απόφαση περί χορηγήσεως [...] η Επιτροπή δέχθηκε την αίτηση που περιελάμβανε την προσωπική ανάληψη υποχρεώσεως εκ μέρους της ενδιαφερομένης εταιρίας ότι οι εργασίες δεν θα άρχιζαν πριν από την παραλαβή της αιτήσεως της συνδρομής, χωρίς να αναφέρει για την πρόθεσή της να κάνει χρήση της δυνατότητας την οποία προβλέπει το άρθρο 15, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 4253/88.
65 Ακόμη και αν έπρεπε να γίνει δεκτή η άποψη ότι η ανάληψη υποχρεώσεως πρέπει να ερμηνευθεί σε συσχετισμό με το άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 4253/88, το κριτήριο που πρέπει να ληφθεί υπόψη για τον καθορισμό της ημερομηνίας από την οποία μπορούσαν να αρχίσουν οι εργασίες είναι το προβλεπόμενο στο πρώτο εδάφιο της ως άνω διατάξεως, ελλείψει αντίθετης ενδείξεως εκ μέρους της Επιτροπής.
66 Επομένως, πρέπει να προσδιοριστεί η ημερομηνία που πρέπει να ληφθεί υπόψη για τον προσδιορισμό του αν οι εργασίες άρχισαν πριν από την εκ μέρους της Επιτροπής παραλαβή της αιτήσεως συνδρομής, υπό την έννοια της υποχρεώσεως την οποία ανέλαβε η δικαιούχος εταιρία υποβάλλοντας την αίτηση της επίμαχης συνδρομής. Ειδικότερα, πρέπει να εξεταστεί αν η ημερομηνία αυτή είναι, όπως υποστηρίζει η προσφεύγουσα, η ημερομηνία πληρωμής των πρώτων αγορών ή εργασιών για τις οποίες χορηγήθηκε συνδρομή ή, ενδεχομένως, η ημερομηνία εκδόσεως των σχετικών τιμολογίων.
67 Η σύναψη συμβάσεων, έστω και υπό αναβλητική αίρεση, στο πλαίσιο επενδυτικού σχεδίου για το οποίο ζητείται χρηματοδοτική συνδρομή, έχει καθοριστικές συνέπειες όσον αφορά τον τρόπο της εφαρμογής του. Επομένως, οι συμβάσεις αυτές αποτελούν μέτρο εκτελέσεως του σχεδίου. Κατά συνέπεια, η ημερομηνία ενάρξεως των εργασιών, υπό την έννοια της υποχρεώσεως που ανέλαβε η δικαιούχος εταιρία, προσδιορίζεται από τη σύναψή τους.
68 Όμως, η προσφεύγουσα δεν αμφισβητεί ότι συνήψε συμβάσεις σχετικά με μηχανές που αποτελούσαν το αντικείμενο του σχεδίου για το οποίο ζητήθηκε συνδρομή πριν από την ημερομηνία παραλαβής εκ μέρους της Επιτροπής της αιτήσεως της συνδρομής.
69 Συνεπώς, η δικαιούχος εταιρία παρέβη την αναληφθείσα με το έντυπο υποβολής της αιτήσεως υποχρέωση να μην αρχίσει την εφαρμογή του σχεδίου πριν την ημερομηνία αυτή. Επομένως, δεν τηρήθηκε όρος προβλεπόμενος από την απόφαση περί χορηγήσεως της συνδρομής και το σχέδιο δεν εκτελέστηκε όπως προβλεπόταν.
70 Η άποψη της προσφεύγουσας, κατά την οποία η ημερομηνία που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι εκείνη της καταβολής ή, τουλάχιστον, της εκδόσεως τιμολογίου, δεν μπορεί να γίνει δεκτή. ράγματι, είναι αμφίβολο αν η δικαιούχος της συνδρομής μπορούσε να πιστεύει ότι το σχέδιο δεν είχε αρχίσει να εκτελείται πριν από την έκδοση ή την πληρωμή των σχετικών τιμολογίων. Και αν ακόμη υποτεθεί ότι η δικαιούχος της συνδρομής δεν είχε καμία πρόθεση εξαπατήσεως, όφειλε τουλάχιστον να έχει ενδοιασμούς όσον αφορά την προβαλλόμενη ερμηνεία της υποχρεώσεως να μην αρχίσει την εκτέλεση του σχεδίου πριν από την εκ μέρους της Επιτροπής παραλαβή της αιτήσεως της συνδρομής. Στην περίπτωση αυτή εναπέκειτο στην ίδια να πληροφορηθεί σχετικά με την έκταση της επιβαλλόμενης υποχρεώσεως, όχι μόνο για να μην αναλάβει μια υποχρέωση χωρίς να έχει επίγνωση των συνεπειών της αλλά και για να αποφύγει κάθε κίνδυνο παραπλανήσεως της Επιτροπής.
71 Οι υποβάλλοντες αίτηση χρηματοδοτικής συνδρομής και οι δικαιούχοι τέτοιων συνδρομών είναι υποχρεωμένοι να βεβαιώνονται ότι παρέχουν στην Επιτροπή αξιόπιστες πληροφορίες οι οποίες δεν μπορούν να την παραπλανήσουν, ειδάλλως το σύστημα ελέγχου και αποδείξεως που προβλέπεται για να εξακριβώνεται αν πληρούνται οι όροι χορηγήσεως της συνδρομής δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει ορθά. ράγματι, ελλείψει αξιόπιστων πληροφοριών, θα ήταν δυνατή η χορήγηση συνδρομής για σχέδια μη πληρούντα τις απαιτούμενες προϋποθέσεις. Εξ αυτού προκύπτει ότι η υποχρέωση πληροφορήσεως και τηρήσεως της νομιμότητας με την οποία βαρύνονται οι αιτούντες τη χορήγηση χρηματοδοτικής συνδρομής και οι δικαιούχοι τέτοιων συνδρομών αποτελεί εγγενές στοιχείο του συστήματος χορηγήσεως συνδρομών του ΕΓΤΕ και είναι ουσιώδης για την ορθή λειτουργία του.
72 Το γεγονός ότι, εν προκειμένω, πληροφορίες σχετικά με την ημερομηνία ενάρξεως των εργασιών παραποιήθηκαν ή παρουσιάστηκαν κατά τρόπον ώστε να παραπλανήσουν την Επιτροπή συνιστά παράβαση της υποχρεώσεως αυτής και, κατά συνέπεια, της εφαρμοστέας ρυθμίσεως.
73 Επομένως, δεν μπορεί να προσαφθεί στην καθής ότι παρέβη το άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 4253/88.
74 Δεδομένου ότι η αιτίαση που στηρίζεται σε παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης στηρίζεται στον ισχυρισμό ότι η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 4253/88 και δεδομένου ότι το επιχείρημα το οποίο η προσφεύγουσα αντλεί από αυτή την προβαλλόμενη παράβαση της εν λόγω διατάξεως είναι αβάσιμο για τους προαναφερθέντες λόγους, η ως άνω αιτίαση πρέπει ομοίως να απορριφθεί.
- αραποίηση συμβάσεως αγοράς μηχανής συσκευασίας
75 Η προσφεύγουσα αναγνωρίζει ότι το αντίγραφο της συμβάσεως πωλήσεως μιας μηχανής συσκευασίας Tetra Pak το οποίο απεστάλη στην Επιτροπή, σε απάντηση σε σχετικό αίτημα παροχής πληροφοριών, δεν περιελάμβανε την αναγραφόμενη στο πρωτότυπο ένδειξη ότι η εν λόγω μηχανή είχε ήδη τοποθετηθεί στις εγκαταστάσεις της δικαιούχου δυνάμει συμβάσεως μισθώσεως [...] την ημερομηνία παραλαβής από την Επιτροπή της αιτήσεως συνδρομής.
76 Η δικαιούχος της συνδρομής όφειλε να υποθέσει ότι ήταν απαραίτητη η πλήρης πληροφόρηση της Επιτροπής σχετικά με την εν λόγω σύμβαση για να μπορέσει το όργανο αυτό να ασκήσει ορθά τις αρμοδιότητές του, καθόσον μάλιστα η Επιτροπή είχε ζητήσει σχετικά πληροφοριακά στοιχεία. Κατά συνέπεια, η δικαιούχος όφειλε να αποστείλει ακριβές αντίγραφο του πρωτοτύπου της εν λόγω συμβάσεως [...]. Η αποστολή αντιγράφου το οποίο δεν ήταν ακριβώς όμοιο με το πρωτότυπο συνιστά πρόδηλη και σοβαρή παρατυπία, η οποία, ακόμα και αν δεν τελέστηκε εκ προθέσεως, προδίδει τουλάχιστον την ύπαρξη σοβαρής αμέλειας.
77 Σε αντίθεση με όσα ισχυρίζεται η προσφεύγουσα, η παρατυπία αυτή είχε επίπτωση επί του ποσού της συνδρομής. ράγματι, ο σκοπός του κανονισμού 355/77, όπως προκύπτει τόσο από τον τίτλο του όσο και από την τέταρτη αιτιολογική σκέψη και τις διατάξεις του τίτλου ΙΙ, είναι η βελτίωση των συνθηκών μεταποιήσεως και εμπορίας των γεωργικών προϊόντων. Η βελτίωση εκτιμάται συγκρίνοντας την κατάσταση την οποία θα δημιουργούσε το χρηματοδοτούμενο σχέδιο σε σχέση με εκείνη που υφίστατο πριν από την έναρξή του. Δεδομένου ότι η εκτέλεση του σχεδίου αυτού δεν μπορούσε να αρχίσει πριν από την εκ μέρους της Επιτροπής παραλαβή της αιτήσεως συνδρομής, η βελτίωση πρέπει να εκτιμηθεί σε σχέση με την προγενέστερη της ημερομηνίας αυτής κατάσταση. Όμως, δεν αποκλείεται η οριστική αγορά μιας μηχανής συσκευασίας ήδη τοποθετημένης στις εγκαταστάσεις της δικαιούχου επιχειρήσεως βάσει συμβάσεως μισθώσεως να μη συνιστά μια τέτοια βελτίωση. Εν πάση περιπτώσει, η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι η αγορά της μηχανής συνεπάγεται βελτίωση των συνθηκών μεταποιήσεως και εμπορίας των οικείων γεωργικών προϊόντων.
78 Από το έγγραφο εργασίας δεν μπορεί να συναχθεί ότι η εν λόγω παρατυπία δεν είχε καμία συνέπεια. Αφενός, έστω και αν υποτεθεί ότι το σημείο Β.1, παράγραφος 5, στοιχείο β_, του εν λόγω εγγράφου εργασίας αφορά μηχανές όπως η εν λόγω, η διάταξη αυτή, εν πάση περιπτώσει, εφαρμόζεται μόνο για τις μηχανές που δεν είχαν ήδη τοποθετηθεί πριν από την υποβολή της αιτήσεως συνδρομής, πράγμα το οποίο δεν συνέβη στην υπό κρίση υπόθεση. Αφετέρου, το σημείο Β.1, παράγραφος 12, του εγγράφου εργασίας προβλέπει ότι δεν είναι δυνατή η χορήγηση συνδρομής για χρηματοδοτούμενες με χρηματοδοτική μίσθωση επενδύσεις παρά μόνον αν η σύμβαση προβλέπει ότι ο δικαιούχος καθίσταται κύριος του χρηματοδοτούμενου εξοπλισμού εντός των τεσσάρων ετών που έπονται της ημερομηνίας χορηγήσεως της συνδρομής. Εν προκειμένω, η σύμβαση μισθώσεως δεν προέβλεπε όρο περί μεταβιβάσεως της κυριότητας εντός του χρονικού αυτού διαστήματος.
[...]
80 Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι οι λόγοι που στηρίζονται σε παράβαση του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 4253/88 και του σημείου Β.1, παράγραφοι 5 και 12, του εγγράφου εργασίας πρέπει να απορριφθούν.»
Εκτίμηση εκ μέρους του ρωτοδικείου του λόγου που αντλείται από την παράβαση του άρθρου 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 4253/88, όπως αυτός έχει τροποποιηθεί
29 Η αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε, κυρίως, ότι το άρθρο 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 4253/88, όπως αυτός έχει τροποποιηθεί, δεν είχε εφαρμογή, δεδομένου ότι οι διαπιστωθείσες παρατυπίες δεν επηρέασαν τους όρους εφαρμογής του σχεδίου. Επικουρικά, υποστήριξε ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε να καταργήσει τη συνδρομή με βάση το άρθρο 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 4253/88, όπως αυτός έχει τροποποιηθεί, αλλά το πολύ να μειώσει τη συνδρομή ανάλογα προς το ποσό που ελήφθη αχρεωστήτως λαμβανομένων υπόψη των παρατυπιών.
30 Συναφώς, το ρωτοδικείο έκρινε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τα εξής:
«90 Από τις σκέψεις 69 και 72 έως 76 ανωτέρω προκύπτει ότι η δικαιούχος της συνδρομής δεν εκτέλεσε το σχέδιο όπως προβλεπόταν και ότι ορισμένοι από τους προβλεπόμενους όρους δεν τηρήθηκαν. Το άρθρο 19, παράγραφος 2, του κανονισμού 355/77 παρέχει τη δυνατότητα στην Επιτροπή να αναστέλλει, να μειώνει ή να καταργεί συνδρομή που έχει ήδη χορηγηθεί εφόσον το σχέδιο δεν εκτελείται όπως προβλεπόταν ή εφόσον δεν πληρούνται ορισμένοι από τους προβλεπόμενους όρους. Κατά συνέπεια, η διάταξη αυτή συνιστά πρόσφορη νομική βάση για τη λήψη της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
91 Οι παραβάσεις που διαπιστώθηκαν στις σκέψεις 69 και 72 έως 76 ανωτέρω συνιστούν "αντικανονικότητες" [παρατυπίες] υπό την έννοια του άρθρου 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 4253/88. Επομένως, η διάταξη αυτή έπρεπε επίσης να εφαρμοστεί στην εν λόγω υπόθεση.
92 Ναι μεν το γράμμα του εν λόγω άρθρου 24, παράγραφος 2, δεν προβλέπει ρητά τη δυνατότητα της Επιτροπής να λάβει μέτρο καταργήσεως μιας συνδρομής, ωστόσο το άρθρο αυτό φέρει τον τίτλο "Μείωση, αναστολή και [κατάργηση] της συνδρομής". Όταν υφίσταται διαφορά μεταξύ του κειμένου μιας διατάξεως και του τίτλου της, και τα δύο αυτά μέρη της διατάξεως πρέπει να ερμηνεύονται κατά τρόπον ώστε όλοι οι χρησιμοποιούμενοι όροι να έχουν μια λυσιτέλεια. Λαμβανομένου υπόψη, πρώτον, του ερμηνευτικού αυτού κανόνα και, δεύτερον, της υπάρξεως μιας άλλης διατάξεως, που έχει επίσης εφαρμογή στην υπό κρίση συνδρομή, προβλέπουσας τη δυνατότητα καταργήσεως μιας συνδρομής του ΕΓΤΕ σε ορισμένες περιπτώσεις (άρθρο 19, παράγραφος 2, του κανονισμού 355/77 [...]), το άρθρο 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 4253/88 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι το σύνολο των χρησιμοποιούμενων από τον νομοθέτη όρων, ιδίως η περιλαμβανόμενη στον τίτλο του λέξη "ακύρωση" [κατάργηση] πρέπει να έχει λυσιτέλεια. Κατά συνέπεια, το άρθρο αυτό πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι παρέχει στην Επιτροπή τη δυνατότητα καταργήσεως μιας συνδρομής του ΕΓΤΕ σε περιπτώσεις παρατυπιών, ιδίως σε περιπτώσεις σημαντικής μεταβολής του οικείου σχεδίου, επηρεάζουσας τη φύση του, ή τους όρους εφαρμογής του, χωρίς να έχει ζητηθεί προηγουμένως η έγκριση της Επιτροπής.
93 Δεδομένου ότι αποδείχθηκε η ύπαρξη νομικής βάσεως παρέχουσας στην Επιτροπή την εξουσία καταργήσεως μιας χρηματοδοτικής συνδρομής, οι αιτιάσεις που στηρίζονται σε παραβίαση της αρχής της νομιμότητας της κυρώσεως και σε κατάχρηση εξουσίας δεν ευσταθούν.»
Εκτίμηση εκ μέρους του ρωτοδικείου του αντλούμενου από την παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας λόγου
31 Η αναιρεσείουσα ισχυρίστηκε ότι, δεδομένου ότι οι προσαπτόμενες παρατυπίες δεν οδήγησαν σε καμία διάσταση μεταξύ του εγκριθέντος σχεδίου και του εκτελεσθέντος και δεδομένου ότι δεν υπήρξε πρόθεση εξαπατήσεως ή λήψεως χρηματοδοτικής συνδρομής υπερβαίνουσας το ποσό των πραγματοποιηθεισών επενδύσεων, οι παρατυπίες αυτές δεν δικαιολογούσαν την κατάργηση της εν λόγω συνδρομής. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση ήταν δυσανάλογη και, κατά συνέπεια, παράνομη.
32 Το ρωτοδικείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έκρινε τα εξής:
«101 Η αρχή της αναλογικότητας [...] επιβάλλει, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, οι πράξεις των κοινοτικών οργάνων να μην υπερβαίνουν τα όρια αυτού που είναι πρόσφορο και αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού [...].
102 Το Δικαστήριο έχει επίσης δεχτεί ότι, εφόσον πρόκειται για την αξιολόγηση περίπλοκης οικονομικής καταστάσεως, πράγμα το οποίο συμβαίνει στον τομέα της κοινής γεωργικής πολιτικής (βλ. επ' αυτού, ιδίως, την απόφαση του Δικαστηρίου της 20ής Οκτωβρίου 1977, 29/77, Roquette Frères, Συλλογή τόμος 1977, σ. 541, σκέψη 19), τα κοινοτικά όργανα έχουν ευρεία εξουσία εκτιμήσεως. Το Δικαστήριο, όταν ελέγχει τη νομιμότητα της ασκήσεως της εξουσίας αυτής, πρέπει να περιορίζεται στο να εξετάζει αν η άσκηση αυτή ενέχει προφανή πλάνη ή συνιστά κατάχρηση εξουσίας ή αν το οικείο όργανο υπερέβη προδήλως τα όρια της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτει [...].
103 Επιπλέον, κατά το Δικαστήριο, σε περίπτωση παραβάσεως υποχρεώσεως της οποίας η τήρηση έχει θεμελιώδη σημασία για την εύρυθμη λειτουργία ενός κοινοτικού συστήματος, η επιβαλλόμενη κύρωση μπορεί να είναι η απώλεια δικαιώματος προβλεπομένου από την κοινοτική νομοθεσία, όπως είναι το δικαίωμα λήψεως ενισχύσεως (βλ. συναφώς την απόφαση του Δικαστηρίου της 12ης Οκτωβρίου 1995, C-104/94, Cereol Italia, Συλλογή 1995, σ. Ι-2983, σκέψη 24 [...]).
104 Όπως υπενθυμίστηκε στη σκέψη 77 ανωτέρω, ο κανονισμός 355/77 αποσκοπεί στη βελτίωση των όρων μεταποιήσεως και εμπορίας των γεωργικών προϊόντων, αυτή δε η βελτίωση εκτιμάται συγκρίνοντας την κατάσταση που πρόκειται να δημιουργηθεί με το χρηματοδοτούμενο σχέδιο προς εκείνη που υφίστατο πριν από την έναρξή του. Από την έβδομη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 355/77 προκύπτει επίσης ότι ο νομοθέτης θέλησε να προβλέψει μία αποτελεσματική διαδικασία ελέγχου για να εξασφαλίσει την εκ μέρους των δικαιούχων τήρηση των προϋποθέσεων που τίθενται κατά τη χορήγηση συνδρομής από το ΕΓΤΕ. Τέλος, από τη σκέψη 71 ανωτέρω προκύπτει ότι η εκ μέρους των αιτούντων χρηματοδοτική συνδρομή και των δικαιούχων τέτοιας συνδρομής παροχή αξιόπιστων πληροφοριών, οι οποίες δεν θα πρέπει να μπορούν να παραπλανήσουν την Επιτροπή, είναι απαραίτητη για την εύρυθμη λειτουργία του προβλεφθέντος συστήματος ελέγχου και αποδείξεως με σκοπό την εξακρίβωση ιδίως του αν πληρούται η προϋπόθεση της ενάρξεως του σχεδίου μόνο μετά την εκ μέρους της Επιτροπής παραλαβή της αιτήσεως συνδρομής.
105 Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση η προσφεύγουσα δέχθηκε, αφενός, ότι οι εργασίες είχαν αρχίσει πριν από την εκ μέρους της Επιτροπής παραλαβή της αιτήσεως συνδρομής για ποσό 1 780 663 116 ITL και, αφετέρου, ότι η παρατυπία σχετικά με τη σύμβαση πωλήσεως μηχανής συσκευασίας Tetra Pak αφορούσε ποσό 470 000 000 ITL, ήτοι σύνολο 2 250 663 116 ITL. Δεδομένου ότι η χορηγούμενη στο πλαίσιο του ΕΓΤΕ συνδρομή ανερχόταν σε 2 002 932 326 ITL και ότι η συνολική επένδυση ανερχόταν σε 8 036 600 000 ITL, οι προσαπτόμενες παρατυπίες αντιπροσωπεύουν το 112 % της συνδρομής και το 28 % της επενδύσεως. Το ότι η προσφεύγουσα δεν τήρησε την υποχρέωση που είχε αναλάβει να μην αρχίσει τις εργασίες πριν από την εκ μέρους της Επιτροπής παραλαβή της αιτήσεως της συνδρομής, ότι δεν ενημέρωσε σχετικά την Επιτροπή και ότι, απαντώντας σε αίτημα της Επιτροπής με σκοπό την παροχή πληροφοριών, της απέστειλε αντίγραφο το οποίο δεν ήταν απολύτως όμοιο με το πρωτότυπο μιας συμβάσεως πωλήσεως μηχανής την οποία αφορούσε το επιχορηγούμενο σχέδιο συνιστά σοβαρή παράβαση ουσιωδών υποχρεώσεων.
106 Ναι μεν είναι αλήθεια ότι οι περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως διαφέρουν από εκείνες που απασχόλησαν το ρωτοδικείο στην υπόθεση στην οποία εκδόθηκε η απόφαση Industrias Pesqueras Campos κ.λπ. κατά Επιτροπής [...], ωστόσο, η Επιτροπή μπορούσε ευλόγως να θεωρήσει ότι κάθε άλλο μέτρο εκτός από την κατάργηση της συνδρομής θα μπορούσε να συνιστά πρόσκληση προς διάπραξη απάτης. ράγματι, τούτο θα ενέβαλλε τους δικαιούχους στον πειρασμό να παράσχουν ψευδείς πληροφορίες ή να αποκρύψουν ορισμένα στοιχεία με σκοπό την τεχνητή διόγκωση του ποσού της επενδύσεως που μπορεί να χρηματοδοτηθεί, ώστε να λάβουν μεγαλύτερη κοινοτική χρηματοδοτική συνδρομή, διακινδυνεύοντας μόνο τη μείωση της συνδρομής αυτής σε συνάρτηση με το μέρος της συνδρομής για το οποίο δεν πληρούται κάποια προϋπόθεση χορηγήσεώς της.
107 Επιπλέον, η επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας ότι η κατάργηση της συνδρομής αποτελεί δυσανάλογη κύρωση σε σχέση με τη διαπιστωθείσα παρατυπία, επειδή την ευθύνη για τις προσαπτόμενες παρατυπίες φέρει η Fedital και όχι η ίδια, πρέπει να απορριφθεί. ράγματι, η προσφεύγουσα είναι καθολικός διάδοχος των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων της Fedital κατόπιν των διαδοχικών εξαγορών [...].
[...]
109 Κατά συνέπεια, η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι η κατάργηση της συνδρομής συνιστά δυσανάλογη κύρωση σε σχέση με τις προσαπτόμενες παραβάσεις και με τον σκοπό της σχετικής ρυθμίσεως.»
Η αίτηση αναιρέσεως
33 Με την αίτησή της η Conserve Italia ζητεί από το Δικαστήριο:
«- να αναιρέσει και/ή να μεταρρυθμίσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση·
- κατά συνέπεια, να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής C(96) 2760 της 3ης Οκτωβρίου 1996·
- να καταδικάσει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα.»
34 Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
«- να απορρίψει στο σύνολό της την αίτηση αναιρέσεως·
- να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.»
35 Η Conserve Italia προβάλλει τέσσερις λόγους αναιρέσεως προς στήριξη της αιτήσεώς της.
Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως, ο οποίος στηρίζεται στην παράβαση και στην εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 19, παράγραφος 2, του κανονισμού 355/77 όσον αφορά το έγγραφο εργασίας και την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης καθώς και στην παράβαση και στην εσφαλμένη ερμηνεία του σημείου Β.1, παράγραφος 12, του εγγράφου εργασίας
Επιχειρήματα των διαδίκων
36 Η Conserve Italia αμφισβητεί την εκτίμηση του ρωτοδικείου ότι η Επιτροπή μπορούσε να εφαρμόσει έναντι αυτής το άρθρο 19, παράγραφος 2, του κανονισμού 355/77, διότι δεν τηρήθηκαν ορισμένοι από τους προβλεπόμενους για τη χορήγηση χρηματοδοτικής συνδρομής όρους.
37 Ειδικότερα, η Conserve Italia αμφισβητεί την κρίση που διατυπώνεται στις σκέψεις 67 έως 69 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι ο όρος που επιβάλλει τη μη έναρξη του σχεδίου πριν από την κατάθεση της αιτήσεως συνδρομής δεν έχει τηρηθεί οσάκις οι συμβάσεις εκτελέσεως του σχεδίου αυτού έχουν καταρτιστεί πριν από την εν λόγω κατάθεση. Κατά την Conserve Italia, η ημερομηνία ενάρξεως του σχεδίου δεν πρέπει να καθορίζεται με βάση την ημερομηνία της παραγγελίας μιας μηχανής ή της υπογραφής μιας συμβάσεως, αλλά με βάση την ημερομηνία πραγματοποιήσεως των δαπανών. Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται από τη σχετική ρύθμιση και, ειδικότερα, από το άρθρο 15 του κανονισμού 4253/88, το οποίο προβλέπει ότι μια δαπάνη δεν μπορεί να θεωρηθεί επιλέξιμη για συνδρομή των διαρθρωτικών ταμείων εάν πραγματοποιηθεί πριν από την ημερομηνία λήψεως της σχετικής αίτησης από την Επιτροπή. ράγματι, κατά τη στιγμή της καταβολής του τιμήματος ο δημιουργός του σχεδίου δεσμεύεται οικονομικώς και, κατά συνέπεια, αρχίζει το σχέδιο.
38 Η Conserve Italia ισχυρίζεται ότι, καίτοι το σημείο 5.3 του εντύπου που περιλαμβάνεται στο παράρτημα Α του κανονισμού 2515/85 ορίζει ότι τα σχέδια των οποίων η εκτέλεση άρχισε πριν από τη λήψη, εκ μέρους της Επιτροπής, της αιτήσεως συνδρομής δεν μπορούν να λάβουν συνδρομή σύμφωνα με τον κανονισμό 355/77, εντούτοις, δεν διευκρινίζεται πότε ένα σχέδιο πρέπει να θεωρείται ότι έχει αρχίσει.
39 ροσθέτει ότι, λαμβανομένης υπόψη της μεγάλης διάρκειας των προθεσμιών εξετάσεως των φακέλων σε κοινοτικό επίπεδο και των αναγκών των επιχειρήσεων να συνάψουν εκ των προτέρων τις συμβάσεις αγοράς μηχανών, είναι λογικό η ημερομηνία ενάρξεως του σχεδίου να μη συμπίπτει με την ημερομηνία αγοράς των εργαλείων και των μηχανών.
40 Η Conserve Italia τονίζει ότι σε κανένα σημείο του εγγράφου εργασίας δεν αναφέρεται η σύναψη των συμβάσεων ως στοιχείο προσδιοριστικό της ημερομηνίας ενάρξεως του σχεδίου. Συναφώς, υποστηρίζει ότι παραβιάστηκε η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, καθόσον το έγγραφο εργασίας αποτελούσε σημείο αναφοράς τόσο για την ίδια όσο και για την Επιτροπή.
41 Όσον αφορά τη σύμβαση σχετικά με τη μηχανή συσκευασίας Tetra Pak, η Conserve Italia δέχεται ότι η μηχανή αυτή είχε τοποθετηθεί στις εγκαταστάσεις της δικαιούχου της συνδρομής επιχειρήσεως πριν αρχίσει η εκτέλεση της δράσεως. Εντούτοις, ισχυρίζεται, κατ' αρχάς, ότι η εγκατάσταση αυτή πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο όχι συμβάσεως αγοράς, αλλά συμβάσεως μισθώσεως και ότι η ενέργεια αυτή δεν αποκλείεται από το σημείο Β.1, παράγραφος 5, του εγγράφου εργασίας. Στη συνέχεια, ισχυρίζεται ότι, αντίθετα προς ό,τι κρίθηκε με τη σκέψη 77 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, απέδειξε ότι η αγορά της μηχανής αυτής συνεπάγεται βελτίωση των συνθηκών μεταποιήσεως και εμπορίας των οικείων γεωργικών προϊόντων. Όσον αφορά τις επιπτώσεις στους παραγωγούς γεωργικών προϊόντων, οι εν λόγω επενδύσεις έδωσαν πράγματι ώθηση. Αντίθετα προς ό,τι αποφάνθηκε το ρωτοδικείο με τη σκέψη 78 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η μεταβίβαση της κυριότητας της μηχανής συσκευασίας Tetra Pak πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια της πραγματοποιήσεως της δράσεως και, επομένως, κατά τρόπο σύννομο. Επομένως, η ενέργεια δεν είναι ασυμβίβαστη με το σημείο Β.1, παράγραφος 12, του εγγράφου εργασίας.
42 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το ρωτοδικείο εφάρμοσε ορθώς το άρθρο 19, παράγραφος 2, του κανονισμού 355/77, κρίνοντας, με τη σκέψη 67 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το σχέδιο άρχισε να εκτελείται κατά την ημερομηνία συνάψεως των συμβάσεων. Το σημείο Β.1, παράγραφος 5, του εγγράφου εργασίας ουδόλως αντιτίθεται στη λύση αυτή, αντίθετα δε ενισχύει την αρχή ότι οι δραστηριότητες ή οι εργασίες που άρχισαν πριν από την υποβολή της αιτήσεως αποκλείονται απολύτως από τη χορήγηση συνδρομής, περιοριζόμενο μόνο στην πρόβλεψη ορισμένων εξαιρέσεων.
43 Η Επιτροπή προσθέτει ότι, αν γίνει δεκτή η άποψη της Conserve Italia ότι η εκτέλεση του σχεδίου αρχίζει μόνον από τη διενέργεια των πληρωμών, η αιτούσα συνδρομή επιχείρηση θα μπορούσε να παρακάμψει την υποχρέωση περί μη ενάρξεως του σχεδίου πριν από την υποβολή της αιτήσεως συνδρομής διά της απλής αναβολής των καταβολών αυτών.
44 Εν προκειμένω, η δικαιούχος της συνδρομής εταιρία παρέλειψε επιμελώς, τόσο κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως συνδρομής όσο και με την απάντησή της στην αίτηση παροχής πληροφοριών της Επιτροπής, να διαβιβάσει πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με τις αγορές και τις εργασίες που είχαν ήδη πραγματοποιηθεί. Εξάλλου, η Επιτροπή διαπίστωσε, κατά τη διάρκεια ελέγχου ο οποίος πραγματοποιήθηκε τον Σεπτέμβριο του 1994, ότι η συναρμολόγηση, η εγκατάσταση και οι επιτόπιες εργασίες πραγματοποιήθηκαν, σε μεγάλο βαθμό, πριν από την υποβολή της αιτήσεως συνδρομής.
45 Όσον αφορά το επιχείρημα της Conserve Italia ότι η ερμηνεία του ρωτοδικείου δεν λαμβάνει υπόψη ότι είναι αναγκαίο για τις επιχειρήσεις να προηγείται η σύναψη των συμβάσεων λόγω της μεγάλης διάρκειας των προθεσμιών εξετάσεως των φακέλων που αφορούν τη χορήγηση συνδρομής, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι δεν είναι ουσία βάσιμο, πέραν του ότι είναι νόμω αβάσιμο. Η Επιτροπή αρχίζει την εξέταση του φακέλου μόνο μετά την υποβολή της αιτήσεως συνδρομής, με αποτέλεσμα οι ενδεχόμενες καθυστερήσεις να μην εμποδίζουν τη σύναψη συμβάσεων ή την έναρξη του σχεδίου.
46 Όσον αφορά την παραβίαση από το ρωτοδικείο της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το άρθρο 19, παράγραφος 2, του κανονισμού 355/77 και το έγγραφο εργασίας δεν επέτρεπαν στην Conserve Italia να αποκλείσει ότι η σύναψη συμβάσεων πριν από την υποβολή της αιτήσεως συνδρομής συνιστούσε πρόωρη εκτέλεση του σχεδίου.
47 Όσον αφορά τη σύμβαση σχετικά με τη μηχανή συσκευασίας Tetra Pak, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η Conserve Italia αναγνώρισε εξ αρχής ότι απέστειλε παραποιημένο έγγραφο με το οποίο απέκρυψε ότι η μηχανή ήταν ήδη τοποθετημένη στις εγκαταστάσεις της στο πλαίσιο προγενέστερης συμβάσεως μισθώσεως. Όπως το ρωτοδικείο έκρινε με τη σκέψη 76 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η διαβίβαση μη πιστού αντιγράφου της συμβάσεως πωλήσεως συνιστά πρόδηλη και σοβαρή παρατυπία.
48 Όσον αφορά το επιχείρημα της Conserve Italia ότι το ρωτοδικείο πλανήθηκε περί το δίκαιο, αφενός, θεωρώντας ότι δεν απέδειξε εν προκειμένω ότι η οριστική αγορά της μηχανής συσκευασίας Tetra Pak, η οποία ήταν ήδη τοποθετημένη στις εγκαταστάσεις της, συνεπάγεται βελτίωση των συνθηκών μεταποιήσεως και εμπορίας των οικείων γεωργικών προϊόντων και, αφετέρου, κρίνοντας ότι η εν λόγω παρατυπία συνεπάγεται διόγκωση του ποσού της χορηγητέας συνδρομής, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να εξακριβώνει τα πραγματικά περιστατικά και, επομένως, να εξετάζει τα αποδεικτικά στοιχεία που δέχθηκε το ρωτοδικείο σε σχέση με τα περιστατικά αυτά. Εν προκειμένω, η Conserve Italia δεν επικαλέστηκε κανένα επιχείρημα προς απόδειξη του ότι το ρωτοδικείο πλανήθηκε περί το δίκαιο κατά την εκτίμησή του και, κατά συνέπεια, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
49 ρέπει, εκ προοιμίου, να τονιστεί ότι δεν αμφισβητείται, στο πλαίσιο της παρούσας αιτήσεως αναιρέσεως, ότι η υποχρέωση του αιτούντος χρηματοδοτική συνδρομή να μην αρχίσει την εκτέλεση του σχεδίου πριν από τη λήψη εκ μέρους της Επιτροπής της αιτήσεώς του συγκαταλέγεται μεταξύ των προϋποθέσεων που θέτει το άρθρο 19, παράγραφος 2, του κανονισμού 355/77. Η Conserve Italia αμφισβητεί, όμως, την εκτίμηση του ρωτοδικείου ότι η σύναψη από αυτή συμβάσεων συνιστά αρχή εκτελέσεως σχεδίου.
50 ρέπει, κατ' αρχάς, να εξεταστεί η βασιμότητα της εκτιμήσεως αυτής σε συνάρτηση με τις διατάξεις που έχουν εφαρμογή στην υποβληθείσα από την Conserve Italia αίτηση χρηματοδοτικής συνδρομής.
51 Από τις διαπιστώσεις του ρωτοδικείου προκύπτει ότι η αίτηση αυτή χρηματοδοτικής συνδρομής ελήφθη από την Επιτροπή στις 27 Οκτωβρίου 1988, ήτοι πριν από την κατάργηση του κανονισμού 355/77 την 1η Ιανουαρίου 1990. Σύμφωνα με το άρθρο 10, παράγραφος 2, του κανονισμού 4256/88, η κατάργηση αυτή ήταν αποτέλεσμα της ενάρξεως ισχύος του κανονισμού 866/90.
52 Σύμφωνα με το άρθρο 10, παράγραφος 3, του κανονισμού 4256/88, τα άρθρα 6 έως 15 και 17 έως 23 του κανονισμού 355/77 εξακολουθούσαν να εφαρμόζονται στα σχέδια που είχαν υποβληθεί πριν από την κατάργηση του τελευταίου αυτού κανονισμού.
53 Εντούτοις, ούτε τα άρθρα του κανονισμού 355/77 ούτε ο κανονισμός 2515/85, που εκδόθηκε βάσει του άρθρου 13, παράγραφος 5, του κανονισμού 355/77 και αφορά τα στοιχεία που πρέπει να περιλαμβάνουν οι αιτήσεις συνδρομής, διευκρινίζουν ποιες ενέργειες συνιστούν έναρξη σχεδίου.
54 ρέπει να υπενθυμιστεί ότι το έγγραφο εργασίας εκκινεί από την αρχή ότι η εκτέλεση ενός σχεδίου αρχίζει ήδη από τη σύναψη συμβάσεως με την οποία παραγγέλλονται οι παροχές και όχι από τη μεταγενέστερη παροχή ή πληρωμή των παροχών αυτών.
55 Από τις σκέψεις αυτές προκύπτει ότι καμία από τις εφαρμοστέες στις χρηματοδοτικές συνδρομές διατάξεις δεν αντιφάσκει προς την εκτίμηση του ρωτοδικείου ότι η σύναψη συμβάσεως αποτελεί έναρξη σχεδίου. Αντίθετα, η προσέγγιση αυτή ταυτίζεται με την προκύπτουσα από το κείμενο του εγγράφου εργασίας.
56 Δεύτερον, η εκτίμηση αυτή είναι σύμφωνη με τον επιδιωκόμενο από την κοινοτική ρύθμιση σκοπό, ο οποίος συνίσταται στην εξασφάλιση αποτελεσματικής χρήσεως των κοινοτικών οικονομικών πόρων. Αν ως ημερομηνία ενάρξεως ενός σχεδίου θεωρούνταν η ημερομηνία πληρωμής και όχι η ημερομηνία συνάψεως της συμβάσεως, οι αιτούντες χρηματοδοτική συνδρομή θα μπορούσαν ευχερώς να μεταθέσουν τεχνητώς την ημερομηνία αυτή σε σχέση με την ημερομηνία της πραγματικής ενάρξεως σχεδίου. Στην περίπτωση αυτή, δεν θα υπήρχε πλέον άμεσος σύνδεσμος μεταξύ της αποφάσεως επενδύσεως και της χρηματικής συνδρομής του ΕΓΤΕ. Η δυνατότητα της Επιτροπής να εκτιμήσει το συμφέρον του σχεδίου σε σχέση με την προηγούμενη κατάσταση και, ενδεχομένως, να ασκήσει επιρροή επί του σχεδίου αυτού θα μειωνόταν, αν δεν θα καταργούνταν σε περίπτωση που αυτή παρελάμβανε την αίτηση χρηματοδοτικής συνδρομής μετά την έναρξη του σχεδίου.
57 Όσον αφορά την παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, αρκεί να υπενθυμιστεί, αφενός, ότι από το έγγραφο εργασίας προκύπτει ότι η παραγγελία, και επομένως η σύναψη συμβάσεως, συνιστά έναρξη του σχεδίου και, αφετέρου, ότι η δικαιούχος της χρηματοδοτικής συνδρομής επιχείρηση δεν το αγνοούσε, δεδομένου ότι απέστειλε στην Επιτροπή παραποιημένη σύμβαση προκειμένου να αποκρύψει το γεγονός ότι μια μηχανή συσκευασίας Tetra Pak είχε ήδη τοποθετηθεί στις εγκαταστάσεις της στο πλαίσιο προγενέστερης συμβάσεως μισθώσεως.
58 Όσον αφορά την αιτίαση της Conserve Italia ότι το ρωτοδικείο πλανήθηκε περί το δίκαιο θεωρώντας ότι δεν απέδειξε ότι η οριστική αγορά της μηχανής συσκευασίας Tetra Pak, η οποία ήταν ήδη τοποθετημένη στις εγκαταστάσεις της, συνεπάγεται βελτίωση των συνθηκών μεταποιήσεως και εμπορίας των οικείων γεωργικών προϊόντων και κρίνοντας ότι η εν λόγω παρατυπία μπορούσε να οδηγήσει σε διόγκωση του ποσού της χορηγητέας χρηματοδοτικής συνδρομής, πρέπει να τονιστεί ότι, με την αιτίαση αυτή, η Conserve Italia αμφισβητεί στην πραγματικότητα ενώπιον του Δικαστηρίου την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών από το ρωτοδικείο.
59 Σύμφωνα με τα άρθρα 225, παράγραφος 1, ΕΚ και 51 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, η αίτηση αναιρέσεως δεν μπορεί να στηρίζεται παρά μόνο σε λόγους σχετικούς με την παράβαση νομικών κανόνων. Το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο προς διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών. Ακόμη, δεν είναι αρμόδιο, κατ' αρχήν, ούτε για την εξέταση των αποδείξεων τις οποίες έλαβε υπόψη το ρωτοδικείο προς στήριξη των πραγματικών περιστατικών. Στο ρωτοδικείο και μόνον εναπόκειται να εκτιμά την αξία που πρέπει να προσδοθεί στα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίζονται ενώπιόν του. Η εκτίμηση αυτή δεν αποτελεί νομικό ζήτημα υποκείμενο, ως τέτοιο, στον έλεγχο του Δικαστηρίου με την επιφύλαξη της περιπτώσεως αλλοιώσεως των στοιχείων αυτών (βλ., κυρίως, διάταξη της 10ης Ιουλίου 2001, C-497/99 P, Irish Sugar κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. Ι-5333, σκέψεις 39 και 59). Δεδομένου ότι, εν προκειμένω, δεν γίνεται επίκληση αλλοιώσεως των αποδεικτικών στοιχείων, η αιτίαση της Conserve Italia πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
60 Ομοίως, όταν η Conserve Italia αμφισβητεί την εκτίμηση του ρωτοδικείου ότι η σύμβαση σχετικά με τη μηχανή συσκευασίας Tetra Pak δεν πληρούσε τους προβλεπόμενους στο σημείο Β.1, παράγραφος 12, του εγγράφου εργασίας όρους, θέτει εν αμφιβόλω την κυριαρχική εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών στην οποία προέβη το ρωτοδικείο. Η αιτίαση αυτή της Conserve Italia πρέπει, επομένως, επίσης να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
61 Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος στο σύνολό του.
Επί του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, που αντλείται από την παράβαση και την εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 15, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 4253/88
Επιχειρήματα των διαδίκων
62 Η Conserve Italia υποστηρίζει ότι κακώς το ρωτοδικείο δεν έκρινε ως εφαρμοστέο εν προκειμένω το άρθρο 15, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 4253/88, δεδομένου ότι όλα τα επίμαχα έξοδα πραγματοποιήθηκαν εντός της περιόδου έξι μηνών που προηγείται της ημερομηνίας ενάρξεως του σχεδίου. Κατά την Conserve Italia, το άρθρο 15, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 4253/88 δεν παρέχει στην Επιτροπή τη διακριτική ευχέρεια να αποφασίσει για ποια από τα πραγματοποιηθέντα πριν από την ημερομηνία αυτή έξοδα είναι δυνατή η χορήγηση συνδρομής. Η διάταξη αυτή σκοπεί να καταστήσει πιο ευέλικτη την αρχή του άρθρου 15, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού αυτού προβλέποντας τη χορήγηση συνδρομής για τα έξοδα που πραγματοποιήθηκαν εντός περιόδου έξι μηνών που προηγείται της εν λόγω ημερομηνίας, προκειμένου να επιτρέψει στις επιχειρήσεις να δρουν ταχύτερα και να προσαρμόζουν ευχερέστερα τις εγκαταστάσεις τους.
63 Η Επιτροπή ισχυρίζεται, απαντώντας σε αυτόν τον λόγο αναιρέσεως, ότι το ρωτοδικείο περιορίστηκε να διευκρινίσει ότι, ελλείψει αντίθετης ενδείξεως εκ μέρους της Επιτροπής, δεν χρηματοδοτούνται οι δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν εντός του εξαμήνου που προηγείται της παραλαβής της αιτήσεως. Το ρωτοδικείο δεν έκρινε αναγκαίο να εξετάσει αν το άρθρο 15, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 4253/88 έχει εφαρμογή εν προκειμένω, δεδομένου ότι σε καμία περίπτωση η εφαρμογή της διατάξεως αυτής δεν θα οδηγούσε σε διαφορετική εκτίμηση όσον αφορά την υποχρέωση που ανέλαβε η δικαιούχος της συνδρομής επιχείρηση και, επομένως, σε διαφορετικό συμπέρασμα σχετικά με την ύπαρξη της διαπιστωθείσας παρατυπίας.
64 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η άποψη της Conserve Italia παραβλέπει τόσο το γράμμα όσο και το πνεύμα του άρθρου 15, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 4253/88. Η διάταξη αυτή δεν σκοπεί να επιτρέψει τη χορήγηση συνδρομής για τις δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν εντός περιόδου έξι μηνών που προηγείται της ημερομηνίας παραλαβής της αιτήσεως «προκειμένου να επιτρέψει στις επιχειρήσεις να δρουν ταχύτερα και να προσαρμόζουν ευχερέστερα τις εγκαταστάσεις τους». Αντίθετα, παρέχει στην Επιτροπή εξουσία παρεκκλίσεως προκειμένου να επιτρέψει στα κράτη μέλη να προσαρμοστούν στο νέο κανονιστικό πλαίσιο που προέκυψε από τη μεταρρύθμιση των διαρθρωτικών ταμείων.
65 Ανεξάρτητα από το αν έχει εν προκειμένω εφαρμογή η προβλεπόμενη στο άρθρο 15, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 4253/88 εξουσία παρεκκλίσεως, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, κατά την υποβολή της αιτήσεως χρηματοδοτικής συνδρομής, η δικαιούχος της συνδρομής επιχείρηση ανέλαβε τυπικώς και επισήμως την υποχρέωση να μην αρχίσει το σχέδιο πριν από την παραλαβή της αιτήσεως αυτής από το ΕΓΤΕ και ότι παρέβη την υποχρέωση αυτή πριν ακόμη η εν λόγω διάταξη τεθεί σε ισχύ.
66 Η Επιτροπή καταλήγει ότι το ρωτοδικείο δεν παρέβη, επομένως, ούτε ερμήνευσε εσφαλμένα το άρθρο 15, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 4253/88 και ότι ορθώς έκρινε ότι, ακόμη και αν η διάταξη αυτή είχε εν προκειμένω εφαρμογή, οι αγορές και οι εργασίες που πραγματοποιήθηκαν κατά το διάστημα των έξι μηνών που προηγήθηκαν της ημερομηνίας υποβολής της αιτήσεως χρηματοδοτικής συνδρομής έπρεπε να θεωρηθούν παράτυπες ελλείψει αντίθετης ενδείξεως εκ μέρους της Επιτροπής.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
67 Με τη σκέψη 63 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το ρωτοδικείο έκρινε ότι η φράση «είναι δυνατόν» του άρθρου 15, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 4253/88 παρέχει στην Επιτροπή την ευχέρεια να θεωρήσει, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ότι μια δαπάνη, καίτοι πραγματοποιήθηκε πριν από την παραλαβή της αιτήσεως χρηματοδοτικής συνδρομής, είναι, εντούτοις, δυνατό να χρηματοδοτηθεί.
68 Η εκτίμηση αυτή του ρωτοδικείου δεν πάσχει νομική πλάνη. Ειδικότερα, από τη διάταξη αυτή προκύπτει σαφώς ότι σκοπός της είναι η παροχή στην Επιτροπή εξουσίας εκτιμήσεως. Επιπλέον, το άρθρο 15, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 4253/88 αποτελεί εξαίρεση από τον κανόνα που προβλέπεται στο άρθρο 15, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού αυτού, κατά τον οποίο μια δαπάνη δεν μπορεί να θεωρηθεί ικανή να τύχει χρηματοδοτικής συνδρομής εάν πραγματοποιηθεί πριν από την ημερομηνία λήψεως της σχετικής αιτήσεως από την Επιτροπή. Η στενή ερμηνεία που επιβάλλεται να δοθεί στην εξαίρεση αυτή αποκλείει να έχει η φράση «είναι δυνατόν», που περιλαμβάνεται στο άρθρο 15, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του εν λόγω κανονισμού, ευρύτερο περιεχόμενο από την παροχή απλής δυνατότητας στην Επιτροπή.
69 Επομένως, ορθώς το ρωτοδικείο απέρριψε το επιχείρημα της Conserve Italia ότι το άρθρο 15, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 4253/88 υποχρεώνει την Επιτροπή να θεωρήσει ως δυνάμενες να τύχουν χρηματοδοτικής συνδρομής όλες τις δαπάνες οι οποίες πραγματοποιήθηκαν εντός του εξαμήνου που προηγείται της αιτήσεως της συνδρομής.
70 Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως, που αντλείται από την παράβαση και την εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 4253/88, όπως αυτός έχει τροποποιηθεί
Επιχειρήματα των διαδίκων
71 Η Conserve Italia υποστηρίζει, αφενός, ότι το μέτρο που προβλέπει η ισχύουσα ρύθμιση είναι η μείωση και όχι η κατάργηση της συνδρομής, σύμφωνα με το γράμμα της διατάξεως που χρησιμοποιήθηκε ως βάση της προσβαλλομένης αποφάσεως, ήτοι το άρθρο 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 4253/88, όπως αυτός έχει τροποποιηθεί. Το ρωτοδικείο διεύρυνε τεχνητώς το περιεχόμενο της διατάξεως αυτής. Το ρωτοδικείο, προκειμένου να προσθέσει το μέτρο της καταργήσεως της συνδρομής στα προβλεπόμενα από τη διάταξη αυτή μέτρα της μειώσεως και της αναστολής, προσέφυγε στο άρθρο 19, παράγραφος 2, του κανονισμού 355/77, στο πλαίσιο του οποίου προβλέπεται το μέτρο της καταργήσεως, καθώς και σε ερμηνεία στηριζόμενη στην πρακτική αποτελεσματικότητα του όρου «[κατάργηση]» που περιλαμβάνεται στον τίτλο του άρθρου 24 του κανονισμού 4253/88, όπως αυτός έχει τροποποιηθεί.
72 Η Conserve Italia αμφισβητεί την κατ' αυτόν τον τρόπο προσφυγή στο άρθρο 19, παράγραφος 2, του κανονισμού 355/77, διότι η διάταξη αυτή δεν είχε πλέον εφαρμογή κατά την ημερομηνία εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως.
73 Όσον αφορά την ερμηνεία που στηρίζεται στην πρακτική αποτελεσματικότητα του όρου «κατάργηση», που χρησιμοποιείται στον τίτλο του άρθρου 24 του κανονισμού 4253/88, όπως αυτός έχει τροποποιηθεί, η Conserve Italia υπενθυμίζει τους ερμηνευτικούς κανόνες που κωδικοποιήθηκαν με τα άρθρα 31 και 32 της Συμβάσεως της Βιέννης του 1969 περί του δικαίου των διεθνών συνθηκών και υποστηρίζει ότι το ρωτοδικείο, αντίθετα προς τους κανόνες αυτούς, αναθεώρησε, παρ' όλον ότι ήταν σαφές, το κείμενο του άρθρου 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 4253/88, όπως αυτός έχει τροποποιηθεί, το οποίο ουδόλως ανέφερε την κατάργηση της χρηματοδοτικής συνδρομής. Η Conserve Italia ισχυρίζεται ότι το να συμπεριληφθεί το μέτρο της καταργήσεως στον τίτλο του άρθρου 24 του κανονισμού 4253/88, όπως αυτός έχει τροποποιηθεί, δικαιολογείται με βάση το άρθρο 24, παράγραφος 3, του κανονισμού αυτού, σχετικά με την αναζήτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων.
74 Αφετέρου, η Conserve Italia ισχυρίζεται ότι το ρωτοδικείο απέφυγε να αποφανθεί σχετικά με το πότε η Επιτροπή πρέπει να προβεί σε μείωση της χρηματοδοτικής συνδρομής και πότε πρέπει, αντιθέτως, να προβεί στην κατάργηση αυτής. Η Conserve Italia ισχυρίζεται ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτό, όπως υποστήριξε η Επιτροπή και έκρινε επί της ουσίας το ρωτοδικείο, ότι κάθε παρατυπία πρέπει να οδηγεί σε κατάργηση. Αυτό θα ήταν αντίθετο με την αρχή της διαβαθμίσεως των μέτρων, η οποία όχι μόνον αποτελεί μία από τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου, αλλά, επίσης, απορρέει από το άρθρο 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 4253/88, όπως αυτός έχει τροποποιηθεί.
75 Κατά την Επιτροπή, το ρωτοδικείο ορθώς έκρινε ότι το άρθρο 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 4253/88, όπως αυτός έχει τροποποιηθεί, παρείχε στην Επιτροπή την εξουσία να καταργήσει τη χρηματοδοτική συνδρομή και αποτελούσε, επομένως, επαρκή νομική βάση για την προσβαλλόμενη απόφαση. Αφενός, όταν υφίσταται διαφορά μεταξύ του κειμένου μιας διατάξεως και του τίτλου της, και τα δύο αυτά μέρη της διατάξεως πρέπει να ερμηνεύονται κατά τρόπο ώστε όλοι οι χρησιμοποιούμενοι όροι να έχουν πρακτική αποτελεσματικότητα. Αφετέρου, μια άλλη διάταξη, ήτοι το άρθρο 19, παράγραφος 2, του κανονισμού 355/77, που έχει επίσης εφαρμογή στην υπό κρίση συνδρομή, προβλέπει τη δυνατότητα καταργήσεως μιας συνδρομής του ΕΓΤΕ σε ορισμένες περιπτώσεις. Επομένως, το άρθρο 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 4253/88, όπως αυτός έχει τροποποιηθεί, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι παρέχει στην Επιτροπή τη δυνατότητα καταργήσεως μιας συνδρομής του ΕΓΤΕ σε περίπτωση παρατυπίας.
76 Η Επιτροπή προσθέτει ότι, ακόμη και αν γίνει δεκτή η αμιγώς κατά γράμμα ερμηνεία της Conserve Italia, το μέτρο της καταργήσεως πρέπει να θεωρηθεί ως προβλεπόμενο από το άρθρο 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 4253/88, όπως αυτός έχει τροποποιηθεί, δεδομένου ότι ο κοινοτικός νομοθέτης δεν έθεσε ποσοτικό όριο στην εξουσία μειώσεως και η «μείωση» μπορεί να είναι ολική.
77 Η Επιτροπή εκτιμά ότι η αναφορά στη Σύμβαση της Βιέννης του 1969 περί του δικαίου των συνθηκών δεν είναι εν προκειμένω λυσιτελής. Καίτοι οι ερμηνευτικοί κανόνες της συμβάσεως αυτής είναι ουσιώδεις για την ερμηνεία των κοινοτικών κανόνων παραγώγου δικαίου, το ρωτοδικείο δεν διεύρυνε τεχνητώς το περιεχόμενο του άρθρου 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 4253/88, όπως αυτός έχει τροποποιηθεί. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η έννοια που το ρωτοδικείο προσέδωσε στη διάταξη αυτή δεν προδίδει το γράμμα ούτε το πνεύμα της. Συγκεκριμένα, το μέτρο της καταργήσεως ανταποκρίνεται απόλυτα στην επιταγή που διαπνέει την εν λόγω διάταξη, ήτοι στην εξασφάλιση ορθής, αποτελεσματικής και μη συνεπαγόμενης διακρίσεις διαχειρίσεως των οικονομικών πόρων των διαρθρωτικών ταμείων.
78 Εξάλλου, το επιχείρημα της Conserve Italia ότι το μέτρο της καταργήσεως προβλέπεται όχι στο άρθρο 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 4253/88, όπως αυτός έχει τροποποιηθεί, αλλά στο άρθρο 24, παράγραφος 3, του κανονισμού αυτού, στερείται λογικού και νομικού ερείσματος. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η εξουσία που έχει να απαιτήσει την απόδοση του αχρεωστήτως καταβληθέντος σύμφωνα με το άρθρο 24, παράγραφος 3, αποτελεί άμεση συνέπεια της δυνατότητας μειώσεως ή καταργήσεως της συνδρομής.
79 Επιπλέον, δεν μπορεί να γίνει δεκτή η άποψη ότι η κατάργηση συνδρομής πρέπει να επιτρέπεται μόνον όταν οι παρατυπίες αφορούν όλες τις δαπάνες του σχεδίου, ανεξαρτήτως της σπουδαιότητας και της σοβαρότητας των παραβάσεων της ισχύουσας νομοθεσίας. Αφενός, με τον τρόπο αυτό οι ανέντιμες επιχειρήσεις θα ωθούνταν στη διάπραξη παρατυπιών, αφού θα διέτρεχαν μόνον τον κίνδυνο μειώσεως της συνδρομής κατά ποσά αντιστοιχούντα στις παρατυπίες. Αφετέρου, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, ελλοχεύει ο κίνδυνος της μη ολικής ανακτήσεως των ποσών που δαπανήθηκαν παρατύπως.
80 Η Επιτροπή υποστηρίζει, επίσης, ότι το ρωτοδικείο δεν υπεχρεούτο να αποφανθεί επί των κριτηρίων διαβαθμίσεως των μέτρων μειώσεως και καταργήσεως που προβλέπονται στο άρθρο 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 4253/88, όπως αυτός έχει τροποποιηθεί. Εναπέκειτο απλώς σε αυτό να ερευνήσει τη νομιμότητα του μέτρου της καταργήσεως ενόψει των περιστάσεων της υπό κρίση υποθέσεως και με βάση τους λόγους ακυρώσεως που επικαλέστηκε η προσφεύγουσα. Εξάλλου, πρόθεση του κοινοτικού νομοθέτη, μη προσδιορίζοντας στο άρθρο 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 4253/88, όπως αυτός έχει τροποποιηθεί, τα κριτήρια διαβαθμίσεως των μέτρων, ήταν να αναθέσει στην Επιτροπή να προσδιορίσει, στο πλαίσιο ασκήσεως της διακριτικής της ευχέρειας, εάν, σε δεδομένη περίπτωση, το σύνολο των συντρεχουσών περιστάσεων δικαιολογεί την απλή μείωση ή την κατάργηση της συνδρομής.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
81 Όπως τόνισε το ρωτοδικείο με τη σκέψη 92 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το άρθρο 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 4253/88, όπως αυτός έχει τροποποιηθεί, δεν προβλέπει ρητώς την κατάργηση της συνδρομής καίτοι το άρθρο 24 του κανονισμού αυτού φέρει τον τίτλο «Μείωση, αναστολή και [κατάργηση] της συνδρομής».
82 Εξάλλου, το άρθρο 19, παράγραφος 2, του κανονισμού 355/77, που προέβλεπε ρητώς τη δυνατότητα της Επιτροπής να καταργήσει μια συνδρομή, έπαυσε να ισχύει τον Αύγουστο του 1993, δηλαδή τρία χρόνια περίπου πριν από την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Συγκεκριμένα, η ισχύς του μεταβατικού καθεστώτος που προέβλεπε το άρθρο 10, παράγραφος 3, του κανονισμού 4256/88, σύμφωνα με το οποίο το άρθρο 19, παράγραφος 2, εξακολουθούσε να εφαρμόζεται στα σχέδια που είχαν υποβληθεί πριν από την 1η Ιανουαρίου 1990 και, επομένως, στο επίμαχο σχέδιο, έληξε κατά την έναρξη ισχύος, στις 3 Αυγούστου 1993, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2085/93 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1993, για την τροποποίηση του κανονισμού 4256/88 (ΕΕ L 193, σ. 44). Η ισχύς του άρθρου 19, παράγραφος 2, του κανονισμού 355/77 δεν παρατάθηκε, επομένως, με τον κανονισμό 2085/93, με συνέπεια η διάταξη αυτή να μην έχει εφαρμογή στις 3 Οκτωβρίου 1996, ημερομηνία κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
83 Επομένως, κακώς το ρωτοδικείο θεώρησε, με τη σκέψη 90 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το άρθρο 19, παράγραφος 2, του κανονισμού 355/77 συνιστούσε πρόσφορη νομική βάση για τη λήψη της προσβαλλομένης αποφάσεως.
84 Εντούτοις, όπως τόνισε το ρωτοδικείο με τη σκέψη 91 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, οι παραβάσεις που διαπιστώθηκαν κατά την εκτέλεση του σχεδίου συνιστούσαν [παρατυπίες] υπό την έννοια του άρθρου 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 4253/88, όπως αυτός έχει τροποποιηθεί, με αποτέλεσμα η διάταξη αυτή να έχει εφαρμογή στην εν λόγω υπόθεση.
85 ρέπει, επομένως, να εξεταστεί αν το συμπέρασμα του ρωτοδικείο στη σκέψη 92 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι το άρθρο 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 4253/88, όπως αυτός έχει τροποποιηθεί, επιτρέπει στην Επιτροπή να προβεί στην κατάργηση της συνδρομής δεν πάσχει νομική πλάνη.
86 Το άρθρο 24, παράγραφος 1, του κανονισμού 4253/88, όπως αυτός έχει τροποποιηθεί, προβλέπει ότι η Επιτροπή εξετάζει αν η υλοποίηση δράσεως ή μέτρου «δεν φαίνεται να δικαιολογεί ούτε τμήμα ούτε το σύνολο της χρηματοδοτικής συνδρομής που έχει χορηγηθεί». Η παράγραφος αυτή, η οποία αφορά την προκαταρκτική φάση της εξετάσεως από την Επιτροπή, προβλέπει, επομένως, ρητώς τη δυνατότητα καταργήσεως της συνδρομής.
87 Το άρθρο 24, παράγραφος 3, του κανονισμού 4253/88, όπως αυτός έχει τροποποιηθεί, αφορά την απόδοση εκ μέρους του δικαιούχου της συνδρομής των αχρεωστήτως καταβληθέντων και προβλέπει ότι τα μη επιστραφέντα ποσά προσαυξάνονται με τόκους. Το άρθρο αυτό δεν μπορεί, αντίθετα προς ό,τι υποστηρίζει η Conserve Italia, να αποτελέσει νομική βάση αποφάσεως καταργήσεως συνδρομής.
88 Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το άρθρο 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 4253/88, όπως αυτός έχει τροποποιηθεί, αποτελεί τη νομική βάση των αξιώσεων της Επιτροπής περί επιστροφής. Όμως, η διάταξη αυτή θα στερούνταν μερικώς της πρακτικής της αποτελεσματικότητας αν η Επιτροπή δεν μπορούσε να καταργήσει το σύνολο της χρηματοδοτικής συνδρομής, καίτοι από τον διενεργηθέντα προκαταρκτικώς έλεγχο, με βάση το άρθρο 24, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, προέκυψε ότι η χρηματοδοτική συνδρομή δεν ήταν δικαιολογημένη στο σύνολό της.
89 Εξάλλου, αν η εξουσία της Επιτροπής περιοριζόταν στη μείωση της χρηματοδοτικής συνδρομής κατ' αναλογία μόνον προς το ποσό το οποίο αφορούν οι διαπιστωθείσες παρατυπίες θα οδηγούσε σε αύξηση της απάτης εκ μέρους των αιτούντων χρηματοδοτική συνδρομή, αφού αυτοί θα διακινδύνευαν μόνον την απώλεια των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών.
90 Εν πάση περιπτώσει, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η διοίκηση μπορεί να ανακαλέσει αναδρομικώς παράνομη διοικητική επωφελή πράξη, αρκεί να μην παραβιάζονται οι αρχές της ασφαλείας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης (αποφάσεις της 12ης Ιουλίου 1957, 7/56 και 3/57 έως 7/57, Algera κ.λπ. κατά Κοινής συνελεύσεως της ΕΚΑΧ, Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 157· της 3ης Μαρτίου 1982, 14/81, Alpha Steel κατά Επιτροπής, Συλλογή 1982, σ. 749, σκέψεις 10 έως 12· της 26ης Φεβρουαρίου 1987, 15/85, Consorzio Cooperative d'Abruzzo κατά Επιτροπής, Συλλογή 1987, σ. 1005, σκέψεις 12 έως 17, και της 17ης Απριλίου 1997, C-90/95 P, De Compte κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1997, σ. Ι-1999, σκέψη 35). Η δυνατότητα αυτή, η οποία γίνεται δεκτή όταν ο αποδέκτης της πράξεως δεν συνέβαλε στην παράνομη έκδοσή της, δικαιολογείται κατά μείζονα λόγο όταν, όπως εν προκειμένω, η παρανομία οφείλεται σε πράξη του τελευταίου.
91 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο λόγος αναιρέσεως που αντλείται από την παράβαση εκ μέρους του ρωτοδικείου του άρθρου 24, παράγραφος 2, του κανονισμού 4253/88, όπως αυτός έχει τροποποιηθεί, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επί του τετάρτου λόγου αναιρέσεως ο οποίος αντλείται από την παραβίαση και την εσφαλμένη εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας, την εσφαλμένη εκτίμηση της διακριτικής ευχέρειας της Επιτροπής και την παράβαση του κανόνα περί δικαστικού προηγουμένου
Επιχειρήματα των διαδίκων
92 Η Conserve Italia υποστηρίζει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κυρίως η σκέψη 106, εφαρμόζει εσφαλμένα την αρχή της αναλογικότητας, εκτιμά εσφαλμένα τη διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής και παραβαίνει τον κανόνα περί δικαστικού προηγουμένου.
93 Κατ' αρχάς, όσον αφορά την αρχή της αναλογικότητας, η Conserve Italia υποστηρίζει ότι το ρωτοδικείο, καίτοι αναγνώρισε στη σκέψη 106 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι οι διαπιστωθείσες εν προκειμένω από την Επιτροπή παρατυπίες ήταν λιγότερο σοβαρές από τις παρατυπίες που διαπιστώθηκαν στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση Industrias Pesqueras Campos κ.λπ. κατά Επιτροπής, δέχθηκε ότι η Επιτροπή μπορούσε να καταργήσει ολοκληρωτικά και στην επίδικη υπόθεση τη χρηματοδοτική συνδρομή.
94 Η Conserve Italia ισχυρίζεται, εν συνεχεία, ότι, αντίθετα προς ό,τι δέχθηκε το ρωτοδικείο στη σκέψη 102 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η παρούσα απόφαση δεν σημαίνει την αξιολόγηση εκ μέρους της Επιτροπής περίπλοκης οικονομικής καταστάσεως. ρόκειται απλώς για ζήτημα ορθής χρήσεως των κανονιστικών εργαλείων με τα οποία εφαρμόζονται οι προηγηθείσες πολιτικές επιλογές. Η εξουσία της Επιτροπής δεν έχει την ίδια έκταση όπως σε περιπτώσεις όπου επιβάλλεται να προβεί σε πραγματικές επιλογές οικονομικής πολιτικής στον γεωργικό τομέα. Κατά συνέπεια, κακώς το ρωτοδικείο θεώρησε ότι η Επιτροπή διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως υποκείμενη μόνο στον έλεγχο περί προδήλου σφάλματος εκτιμήσεως και καταχρήσεως της εξουσίας.
95 Τέλος, όσον αφορά την παράβαση του κανόνα περί δικαστικού προηγουμένου, η Conserve Italia βάλλει κατά της παραπομπής, στην οποία προέβη το ρωτοδικείο, με τη σκέψη 103 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στην προπαρατεθείσα απόφαση Cereol Italia, σύμφωνα με την οποία σε περίπτωση παραβάσεως υποχρεώσεως της οποίας η τήρηση έχει θεμελιώδη σημασία για την εύρυθμη λειτουργία ενός κοινοτικού συστήματος, η επιβαλλόμενη κύρωση μπορεί να είναι η απώλεια δικαιώματος προβλεπομένου από την κοινοτική νομοθεσία, όπως είναι το δικαίωμα λήψεως ενισχύσεως. Η Conserve Italia υποστηρίζει ότι η υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση Cereol Italia αφορούσε την εφαρμογή κανονισμού που επέτρεπε ρητώς στην Επιτροπή, στο πλαίσιο της τηρήσεως της αρχής της νομιμότητας, την επιβολή κυρώσεων. Αντίθετα, δεν αμφισβητείται ότι ο κανονισμός 4253/88, όπως αυτός έχει τροποποιηθεί, ουδόλως προβλέπει τη δυνατότητα επιβολής κυρώσεων εκ μέρους της Επιτροπής.
96 Η Επιτροπή υποστηρίζει, κατ' αρχάς, ότι το ρωτοδικείο έλαβε σε μεγάλο βαθμό υπόψη την πραγματική σοβαρότητα των παρατυπιών που διέπραξε η δικαιούχος της συνδρομής επιχείρηση χαρακτηρίζοντας αυτές ως σοβαρές παραβάσεις ουσιωδών υποχρεώσεων. Οι παρατυπίες αυτές οδήγησαν σε σημαντική τεχνητή διόγκωση του ποσού της επενδύσεως που μπορούσε να χρηματοδοτηθεί.
97 Στη συνέχεια, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το ρωτοδικείο δεν αποφάνθηκε ότι οι διεπραχθείσες στην εξεταζόμενη υπόθεση παραβάσεις ήταν λιγότερο σοβαρές από τις παραβάσεις που διαπιστώθηκαν στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση Industrias Pesqueras Campos κ.λπ. κατά Επιτροπής. Σημείωσε απλώς ότι οι περιστάσεις των δύο υποθέσεων εμφάνιζαν διαφορές.
98 Τέλος, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, όταν έλεγξε αν το επίμαχο σχέδιο πληρούσε τους σκοπούς βελτιώσεως των συνθηκών μεταποιήσεως και εμπορίας των γεωργικών προϊόντων, τόσο κατά τον χρόνο που αποφάσισε να χρηματοδοτήσει το σχέδιο όσο και κατά τον χρόνο που έπρεπε να επιλέξει το πλέον κατάλληλο μέτρο σε σχέση με τις διαπραχθείσες από τη δικαιούχο της συνδρομής επιχείρηση παρατυπίες, προέβη σε περίπλοκες οικονομικές εκτιμήσεις κοινής γεωργικής πολιτικής. Η απόφαση της Επιτροπής να καταργήσει τη συνδρομή δεν μπορεί να θεωρηθεί ως απλή ενέργεια συνήθους διαχειρίσεως ή ως έχουσα αμιγώς μηχανικό χαρακτήρα.
99 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η έκταση και η φύση των δυνάμει επιβλαβών για τους αναφερόμενους στην προηγούμενη σκέψη σκοπούς παρατυπιών ήταν τέτοια ώστε καθιστούσαν αναγκαία την επιφύλαξη σε αυτήν ευρείας εξουσίας εκτιμήσεως. Η Επιτροπή αναγνωρίζει την αναγκαιότητα διασφαλίσεως της τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητας, ισχυρίζεται, όμως, ότι, ενόψει των περιστάσεων της προκειμένης υποθέσεως, σημασία έχει ότι το μέτρο της καταργήσεως ήταν το μόνο κατάλληλο να διασφαλίσει την επίτευξη του καθορισθέντος σκοπού.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
100 ρώτον, όσον αφορά την παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, πρέπει να τονιστεί ότι η εκ μέρους των αιτούντων χρηματοδοτική συνδρομή παροχή στην Επιτροπή αξιόπιστων πληροφοριών, οι οποίες δεν είναι δυνατόν να την παραπλανήσουν, είναι απαραίτητη για την εύρυθμη λειτουργία του συστήματος που επιτρέπει τον έλεγχο της προσήκουσας χρήσεως των κοινοτικών κεφαλαίων.
101 Η δυνατότητα να επιβληθεί ως κύρωση, σε περίπτωση παρατυπίας, όχι η μείωση της συνδρομής ανάλογα προς το αντιστοιχούν στην παρατυπία αυτή ποσό, αλλά η ολοκληρωτική κατάργηση της συνδρομής, είναι η μόνη που μπορεί να εξασφαλίσει το αποτρεπτικό αποτέλεσμα που είναι αναγκαίο για τη χρηστή διαχείριση των πόρων του ΕΓΤΕ.
102 Όπως διαπίστωσε το ρωτοδικείο με τη σκέψη 105 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η μη τήρηση εκ μέρους της δικαιούχου της συνδρομής επιχειρήσεως της υποχρεώσεως που είχε αναλάβει να μην αρχίσει την εκτέλεση του σχεδίου πριν από την εκ μέρους της Επιτροπής παραλαβή της αιτήσεως συνδρομής και η παράδοση στην Επιτροπή αντιγράφου το οποίο δεν ήταν απολύτως όμοιο με το πρωτότυπο μιας συμβάσεως πωλήσεως μηχανής την οποία αφορούσε το επίμαχο σχέδιο συνιστούν σοβαρές παραβάσεις ουσιωδών υποχρεώσεων. Επίσης, το ρωτοδικείο τόνισε ότι οι διαπιστωθείσες παρατυπίες αντιπροσώπευαν το 112 % του ποσού της συνδρομής και το 28 % του ποσού της επενδύσεως. Στο πλαίσιο αυτό, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας.
103 Δεύτερον, αλυσιτελώς η Conserve Italia βάλλει κατά της παραπομπής του ρωτοδικείου στην προπαρατεθείσα απόφαση Cereol Italia. ράγματι, η υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση αυτή σήμαινε, όπως εν προκειμένω, εκτίμηση μιας αποφάσεως της Επιτροπής καταργούσας χρηματοδοτική συνδρομή σε σχέση με την αρχή της αναλογικότητας.
104 Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
105 Ενόψει των προεκτεθέντων, η αίτηση αναιρέσεως της Conserve Italia πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
106 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο βάσει του άρθρου 118 του ίδιου Κανονισμού έχει εφαρμογή στην αναιρετική διαδικασία, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα και η τελευταία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2) Καταδικάζει την Conserve Italia Soc. Coop. arl στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy