Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Γεωργία - ροσέγγιση των νομοθεσιών περί υγειονομικών ελέγχων - Κτηνιατρικοί και ζωοτεχνικοί έλεγχοι στο ενδοκοινοτικό εμπόριο ζώντων ζώων και προϊόντων ζωικής προελεύσεως - Οδηγίες 89/662 και 90/425 - Επείγοντα μέτρα προστασίας από τη σπογγώδη εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών - Εξουσία των κρατών μελών - Απόφαση σφαγής βρετανικών νεαρών βοοειδών
(Οδηγία 90/425 του Συμβουλίου, άρθρο 8 § 1, στοιχ. α_)
Περίληψη
$$Οι κοινοτικές διατάξεις που έχουν εφαρμογή επί της κοινής γεωργικής πολιτικής στον τομέα του βοείου κρέατος πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι, μετά από πληροφορίες σχετικά με το ενδεχόμενο υπάρξεως σχέσεως μεταξύ της σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας των βοοειδών και της προσβάλλουσας τον άνθρωπο ασθένειας Creutzfeldt-Jakob και σχετικά με την κρίση της σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας των βοοειδών στο Ηνωμένο Βασίλειο, τα κράτη μέλη είχαν δικαίωμα, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο α_, της οδηγίας 90/425, σχετικά με τους κτηνιατρικούς και ζωοτεχνικούς ελέγχους που εφαρμόζονται στο ενδοκοινοτικό εμπόριο ορισμένων ζώντων ζώων και προϊόντων με προοπτική την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 92/118, για τον καθορισμό των όρων υγειονομικού ελέγχου καθώς και των υγειονομικών όρων που διέπουν το εμπόριο και τις εισαγωγές στην Κοινότητα προϊόντων που δεν υπόκεινται, όσον αφορά τους προαναφερόμενους όρους, στις ειδικές κοινοτικές ρυθμίσεις που αναφέρονται στο κεφάλαιο Ι του παραρτήματος Α της οδηγίας 89/662 και, όσον αφορά τους παθογόνους παράγοντες, της οδηγίας 90/425:
- να διατάξουν τη σφαγή των νεαρών βοοειδών καταγωγής Ηνωμένου Βασιλείου που βρίσκονταν στο έδαφός τους
- και, ως επακόλουθο, να καθορίσουν το χρονικό σημείο της σφαγής αυτής.
( βλ. σκέψη 47 και διατακτ. )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-507/99,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του College van Beroep voor het bedrijfsleven (Κάτω Χώρες) προς το Δικαστήριο κατ' εφαρμογήν του άρθρου 234 ΕΚ με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Denkavit Nederland BV
και
Minister van Landbouw, Natuurbeheer en Visserij,
Voedselvoorzieningsin- en verkoopbureau,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την εξουσία των κρατών μελών να διατάξουν τη σφαγή βρετανικών μόσχων και να καθορίσουν το χρονικό σημείο της σφαγής αυτής στο πλαίσιο της κρίσεως της σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας των βοοειδών τον Μάρτιο του 1996 και ως προς την ερμηνεία του άρθρου 8 της οδηγίας 90/425/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 1990, σχετικά με τους κτηνιατρικούς και ζωοτεχνικούς ελέγχους που εφαρμόζονται στο ενδοκοινοτικό εμπόριο ορισμένων ζώντων ζώων και προϊόντων με προοπτική την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς (ΕΕ L 224, σ. 29), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 92/118/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 1992, για τον καθορισμό των όρων υγειονομικού ελέγχου καθώς και των υγειονομικών όρων που διέπουν το εμπόριο και τις εισαγωγές στην Κοινότητα προϊόντων που δεν υπόκεινται, όσον αφορά τους προαναφερόμενους όρους, στις ειδικές κοινοτικές ρυθμίσεις που αναφέρονται στο κεφάλαιο Ι του παραρτήματος Α της οδηγίας 89/662/ΕΟΚ και, όσον αφορά τους παθογόνους παράγοντες, της οδηγίας 90/425 (ΕΕ 1993, L 62, σ. 49),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους P. Jann, πρόεδρο τμήματος, D. A. O. Edward, A. La Pergola, L. Sevón (εισηγητή) και Μ. Wathelet, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: H. A. Rühl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η Denkavit Nederland BV, εκπροσωπούμενη από τον E. A. Buys, advocaat,
- η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Μ. A. Fierstra,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους G. Berscheid και C. van der Hauwaert,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Denkavit Nederland BV, εκπροσωπούμενης από τον E. A. Buys, της Ολλανδικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπούμενης από την J. G. van Bakel, και της Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τους G. Berscheid και T. van Rijn, κατά τη συνεδρίαση της 4ης Οκτωβρίου 2001,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 29ης Νοεμβρίου 2001,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με απόφαση της 19ης Οκτωβρίου 1999, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 23 Δεκεμβρίου 1999, το College van Beroep voor het bedrijfsleven υπέβαλε κατ' εφαρμογήν του άρθρου 234 ΕΚ τρία προδικαστικά ερωτήματα ως προς την εξουσία των κρατών μελών να διατάξουν τη σφαγή βρετανικών μόσχων και να καθορίσουν το χρονικό σημείο της σφαγής αυτής στο πλαίσιο της κρίσεως της σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας των βοοειδών (στο εξής: ΣΕΒ) τον Μάρτιο του 1996 και ως προς την ερμηνεία του άρθρου 8 της οδηγίας 90/425/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 1990, σχετικά με τους κτηνιατρικούς και ζωοτεχνικούς ελέγχους που εφαρμόζονται στο ενδοκοινοτικό εμπόριο ορισμένων ζώντων ζώων και προϊόντων με προοπτική την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς (ΕΕ L 224, σ. 29), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 92/118/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 1992, για τον καθορισμό των όρων υγειονομικού ελέγχου καθώς και των υγειονομικών όρων που διέπουν το εμπόριο και τις εισαγωγές στην Κοινότητα προϊόντων που δεν υπόκεινται, όσον αφορά τους προαναφερόμενους όρους, στις ειδικές κοινοτικές ρυθμίσεις που αναφέρονται στο κεφάλαιο Ι του παραρτήματος Α της οδηγίας 89/662/ΕΟΚ και, όσον αφορά τους παθογόνους παράγοντες, της οδηγίας 90/425 (ΕΕ 1993, L 62, σ. 49, στο εξής: οδηγία 90/425).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ, αφενός, της Denkavit Nederland BV (στο εξής: Denkavit) και, αφετέρου, του Minister van Landbouw, Natuurbeheer en Visserij (Ολλανδού Υπουργού Γεωργίας, εριβάλλοντος και Αλιείας, στο εξής: υπουργός) και του Voedselvoorzieningsin- en verkoopbureau, σχετικά με αίτηση της Denkavit να της επιτραπεί να ολοκληρώσει την πάχυνση βρετανικών μόσχων πριν αυτοί σφαγούν και, επικουρικώς, σχετικά με την αποκατάσταση της ζημίας που η Denkavit φέρεται ότι υπέστη λόγω της αδυναμίας να ολοκληρώσει την πάχυνση αυτή.
Το νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική ρύθμιση
3 Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 805/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 72), όπως έχει υπό τον κανονισμό (ΕΚ) 2417/95 της Επιτροπής, της 13ης Οκτωβρίου 1995 (EΕ L 248, σ. 39, στο εξής: κανονισμός 805/68), ορίζει στο άρθρο του 23, όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1261/71 του Συμβουλίου, της 15ης Ιουνίου 1971, περί των εκτάκτων μέτρων που πρέπει να λαμβάνονται σε διάφορους γεωργικούς τομείς μετά από ορισμένες δυσχέρειες υγειονομικού χαρακτήρα (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/006, σ. 208):
«ροκειμένου να ληφθούν υπόψη οι περιορισμοί της ελευθέρας κυκλοφορίας που θα επέφερε η εφαρμογή μέτρων προοριζομένων για την καταπολέμηση της διαδόσεως των ασθενειών στα ζώα, είναι δυνατόν να ληφθούν έκτακτα μέτρα στηρίξεως της αγοράς που θίγεται από αυτούς τους περιορισμούς, κατά τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 27. Τα μέτρα αυτά λαμβάνονται μόνο κατά το μέτρο και για το χρονικό διάστημα που είναι αυστηρώς αναγκαία για τη στήριξη αυτής της αγοράς.»
4 Το άρθρο 1 της οδηγίας 82/894/EOK του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1982, για τη γνωστοποίηση των ασθενειών των ζώων μέσα στην Κοινότητα (ΕΕ L 378, σ. 58), όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 90/134/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 6ης Μαρτίου 1990 (ΕΕ L 76, σ. 23, στο εξής: οδηγία 82/894), ορίζει ότι η εν λόγω οδηγία αφορά τη γνωστοποίηση της εμφανίσεως μιας από τις ασθένειες που εμφαίνονται στο παράρτημά της Ι. Το παράρτημα αυτό αναφέρει μεταξύ άλλων τη ΣΕΒ.
5 Το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο α_, της οδηγίας 90/425 έχει ως εξής:
«Εάν, κατά τη διάρκεια του ελέγχου που πραγματοποιείται στον τόπο προορισμού της αποστολής ή κατά τη μεταφορά, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προορισμού διαπιστώνουν:
α) την παρουσία παραγόντων υπεύθυνων για ασθένεια που αναφέρεται στην οδηγία 82/894/ΕΟΚ [...], όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την απόφαση 90/134/ΕΟΚ της Επιτροπής [...], ζωονόσου, ασθένειας ή οιασδήποτε αιτίας που ενδέχεται να συνιστά σοβαρό κίνδυνο για τα ζώα ή για τον άνθρωπο ή ότι τα προϊόντα προέρχονται από περιοχή μολυσμένη από επιζωοτική ασθένεια, οι προαναφερόμενες αρχές επιβάλλουν την απομόνωση του ζώου ή της παρτίδας ζώων στον πλησιέστερο σταθμό απομόνωσης ή τη θανάτωσή τους ή/και την καταστροφή τους.
[...]
Μπορούν να εφαρμόζονται τα μέτρα διασφάλισης που προβλέπονται στο άρθρο 10.
[...]»
6 Κατά το άρθρο 10, παράγραφοι 1 και 4, της οδηγίας 90/425:
«1. Κάθε κράτος μέλος ανακοινώνει αμέσως στα άλλα κράτη μέλη και την Επιτροπή, εκτός από την εμφάνιση στην επικράτειά του των ασθενειών που προβλέπονται στην οδηγία 82/894/ΕΟΚ, την εμφάνιση οποιασδήποτε ζωονόσου, ασθενείας ή αιτίας που ενδέχεται να συνιστά σοβαρό κίνδυνο για τα ζώα ή την υγεία των ανθρώπων.
Το κράτος μέλος αποστολής θέτει αμέσως σε εφαρμογή τα μέτρα καταπολέμησης ή πρόληψης που προβλέπονται από την κοινοτική νομοθεσία, και ιδίως τον καθορισμό των ζωνών προστασίας που προβλέπονται σε αυτήν ή θεσπίζει οποιοδήποτε άλλο μέτρο κρίνει κατάλληλο.
Το κράτος μέλος προορισμού ή διαμετακόμισης το οποίο, κατά τη διενέργεια ελέγχου που προβλέπεται από το άρθρο 5, διαπιστώνει μια από τις ασθένειες ή αιτίες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, μπορεί να λαμβάνει, εάν είναι απαραίτητο, προληπτικά μέτρα που προβλέπονται από την κοινοτική νομοθεσία, συμπεριλαμβανομένης της απομόνωσης των ζώων.
Μέχρις ότου ληφθούν τα σχετικά μέτρα, σύμφωνα με την παράγραφο 4, το κράτος μέλος προορισμού μπορεί, για σοβαρούς λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας ή της υγείας των ζώων, να λαμβάνει συντηρητικά μέτρα έναντι των συγκεκριμένων εκμεταλλεύσεων, κέντρων ή οργανισμών ή, σε περίπτωση επιζωοτίας, έναντι της ζώνης προστασίας που προβλέπεται από την κοινοτική νομοθεσία.
Τα μέτρα που λαμβάνονται από τα κράτη μέλη κοινοποιούνται αμέσως στην Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη.
[...]
4. Σε κάθε περίπτωση, η Επιτροπή εξετάζει την κατάσταση, το συντομότερο δυνατό, στα πλαίσια της μόνιμης κτηνιατρικής επιτροπής και θεσπίζει, με τη διαδικασία του άρθρου 17, τα απαραίτητα μέτρα για τα ζώα και τα προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 1 και, αν το επιβάλλει η κατάσταση, για τα παράγωγα προϊόντα των εν λόγω ζώων. Η Επιτροπή παρακολουθεί την εξέλιξη της κατάστασης και, με την ίδια διαδικασία, τροποποιεί ή ακυρώνει, ανάλογα με αυτήν την εξέλιξη, τις ληφθείσες αποφάσεις.»
7 Μετά τη λήψη της αποφάσεως 96/239/ΕΚ της Επιτροπής, της 27ης Μαρτίου 1996, σχετικά με ορισμένα επείγοντα μέτρα προστασίας από τη σπογγώδη εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών (ΕΕ L 78, σ. 47), η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΚ) 717/96, της 19ης Απριλίου 1996, για τη θέσπιση εκτάκτων μέτρων στηρίξεως της αγοράς βοείου κρέατος στο Βέλγιο, τη Γαλλία και τις Κάτω Χώρες (ΕΕ L 99, σ. 16).
8 Ο κανονισμός αυτός αναφέρει ότι έχει ως βάση τον κανονισμό 805/68 και ιδίως το άρθρο του 23.
9 Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 717/96 είχε αρχικώς ως εξής:
«Οι αρμόδιες αρχές στο Βέλγιο, τη Γαλλία και τις Κάτω Χώρες εξουσιοδοτούνται να αγοράζουν όλα τα βοοειδή, τα οποία έχουν ηλικία έξι μηνών ή κατώτερη στις 20 Μαρτίου 1996, βρίσκονται κατά την ημερομηνία αυτή σε εκμετάλλευση που βρίσκεται στο έδαφος του Βελγίου, της Γαλλίας ή των Κάτω Χωρών αντιστοίχως και προσκομίζονται σε αυτές από οποιονδήποτε παραγωγό, ο οποίος μπορεί να αποδείξει ότι το ζώο είχε γεννηθεί στο Ηνωμένο Βασίλειο.»
10 Ο κανονισμός (ΕΚ) 841/96 της Επιτροπής, της 7ης Μα_ου 1996, για τροποποίηση του κανονισμού 717/96 (ΕΕ L 114, σ. 18), αντικατέστησε τη διάταξη αυτή από την ημερομηνία εφαρμογής του κανονισμού 717/96. Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 717/96, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 841/96 (στο εξής: κανονισμός 717/96), ορίζει:
«Οι αρμόδιες αρχές στο Βέλγιο, τη Γαλλία και τις Κάτω Χώρες εξουσιοδοτούνται να αγοράζουν όλα τα βοοειδή τα οποία έχουν γεννηθεί την ή μετά από την 1η Σεπτεμβρίου 1995 και βρίσκονται στις 20 Μαρτίου 1996 σε εκμετάλλευση που βρίσκεται στο έδαφος του Βελγίου, της Γαλλίας ή των Κάτω Χωρών, αντιστοίχως, και προσκομίζονται σε αυτές από οποιοδήποτε παραγωγό, ο οποίος μπορεί να αποδείξει ότι το ζώο είχε γεννηθεί στο Ηνωμένο Βασίλειο.»
11 Το άρθρο 1, παράγραφος 5, του κανονισμού 717/96 ορίζει:
«Εάν ο αριθμός των ζώων που προσκομίζονται για πώληση και επακόλουθη καταστροφή υπερβαίνει τον αριθμό για τον οποίο υπάρχει δυνατότητα καταστροφής στο συγκεκριμένο κράτος μέλος, η αρμόδια αρχή μπορεί να περιορίσει την πρόσβαση στο παρόν πρόγραμμα.»
12 Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 717/96, το καταβλητέο τίμημα για το ζώο που βάσει του άρθρου 1 του κανονισμού αυτού αγοράζεται απο την αρμόδια αρχή του σχετικού κράτους μέλους είναι 2,8 ECU ανά χιλιόγραμμο βάρους ζώντος ζώου. Το άρθρο 2, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού ορίζει ότι η Κοινότητα συγχρηματοδοτεί, κατά 70 %, το τίμημα που καταβλήθηκε από το σχετικό κράτος μέλος για την αγορά κάθε ζώου που καταστράφηκε σύμφωνα με το άρθρο 1 του εν λόγω κανονισμού.
Η εθνική ρύθμιση
13 Μετά από πληροφορίες σχετικά με το ενδεχόμενο υπάρξεως σχέσεως μεταξύ της ΣΕΒ και της προσβάλλουσας τον άνθρωπο ασθένειας Creutzfeldt-Jakob και σχετικά με την κρίση της ΣΕΒ στο Ηνωμένο Βασίλειο, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών θέσπισε ήδη από τις 23 Μαρτίου 1996 αυστηρότερα μέτρα όσον αφορά τα βοοειδή, το βόειο κρέας και τα λοιπά παράγωγα προϊόντα από βοοειδή καταγωγής Ηνωμένου Βασιλείου. Μεταξύ άλλων μέτρων, διέταξε τον περιορισμό των εν λόγω βοοειδών.
14 Κατόπιν τροποποιήσεως που επέφερε ο υπουργός με απόφασή του της 3ης Απριλίου 1996 μετά από διαβούλευση με τον Υφυπουργό Δημοσίας Υγείας, Ευζωίας και Αθλητισμού, το άρθρο 3.10 της Regeling handel levende dieren en levende producten (υπουργικής αποφάσεως περί εμπορίας ζώντων ζώων και ζώντων προϊόντων) ορίζει:
«1. Απαγορεύεται να μεταφερθούν σε άλλο μέρος τα κατά το άρθρο 3.8, παράγραφοι 1 και 2, ζώα της κατά το άρθρο 3.8, παράγραφος 1, εκμεταλλεύσεως του παραλήπτη ή της κατά το άρθρο 3.8, παράγραφος 2, μονάδας παχύνσεως μόσχων.
2. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, υπό την επίβλεψη των υπαλλήλων της Υπηρεσίας ελέγχου αγελαίων ζώων και κρέατος και σύμφωνα με τις υποδείξεις του περιφερειακού διευθυντή του τόπου της μονάδας παχύνσεως μόσχων τα κατά το άρθρο 3.8, παράγραφος 2, ζώα θανατώνονται εντός της προθεσμίας που τάσσει και στον τόπο που καθορίζει ο διευθυντής αυτός.
3. Ο εκτροφέας των κατά την παράγραφο 1 ζώων υποχρεούται να συνεργάζεται πλήρως με τους υπαλλήλους της Υπηρεσίας ελέγχου αγελαίων ζώων και κρέατος.»
15 Στις 26 Απριλίου 1996, ο υπουργός τροποποίησε τη Regeling tegemoetkoming schade kalvereigenaren BSE 1996 (υπουργική απόφαση περί καλύψεως των ζημιών που ιδιοκτήτες μόσχων υπέστησαν στο πλαίσιο της κρίσεως της ΣΕΒ το 1996), με αναδρομική ισχύ από την ημερομηνία εφαρμογής του κανονισμού 717/96, δηλαδή από τις 11 Απριλίου 1996. Όπως τροποποιήθηκε, η υπουργική αυτή απόφαση, η οποία του λοιπού φέρει τον τίτλο «Regeling vergoeding kalvereigenaren BSE 1996» (υπουργική απόφαση περί αποζημιώσεως ιδιοκτητών μόσχων για τη ζημία που υπέστησαν στο πλαίσιο της κρίσεως της ΣΕΒ το 1996), ορίζει στο άρθρο της 4:
«Η αποζημίωση ανέρχεται σε 2,8 ECU ανά χιλιόγραμμο βάρους ζώντος ζώου και υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 717/96 της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, για τη θέσπιση εκτάκτων μέτρων στηρίξεως της αγοράς βοείου κρέατος στο Βέλγιο, τη Γαλλία και τις Κάτω Χώρες (ΕΕ L 99).»
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
16 Σύμφωνα με την εθνική ρύθμιση που εκτίθεται στις σκέψεις 14 και 15 της παρούσας αποφάσεως, οι ολλανδικές αρχές απαίτησαν να παραδοθούν και σφαγούν βρετανικοί μόσχοι των οποίων η κυριότητα ανήκε στην Denkavit. Η τελευταία ζήτησε να της επιτραπεί να ολοκληρώσει την πάχυνση των μόσχων αυτών πριν τους παραδώσει προς σφαγή και επικουρικώς ζήτησε αποζημίωση για τη ζημία που απορρέει από την αδυναμία εκτροφής των μόσχων μέχρι την ηλικία που αντιστοιχεί στην ολοκλήρωση της παχύνσεώς τους. Άσκησε ενώπιον του College van Beroep voor het bedrijfsleven προσφυγές για την ακύρωση των αποφάσεων των ολλανδικών αρχών με τις οποίες απορρίφθηκαν διοικητικές ενστάσεις και αιτήσεις της.
17 Στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, τέθηκε το ζήτημα ποια αρχή ήταν αρμόδια να διατάξει τη σφαγή των σχετικών μόσχων και να καθορίσει το χρονικό σημείο της σφαγής αυτής.
18 Στο πλαίσιο αυτό, το College van Beroep voor het bedrijfsleven αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Συνεπάγεται το γεγονός ότι οι σχετικοί μόσχοι υπάγονται στην κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα του βοείου κρέατος ότι η (φερόμενη) εξουσία των ολλανδικών αρχών να καθορίσουν το χρονικό σημείο σφαγής των βρετανικών μόσχων πρέπει να έχει έρεισμα στην κοινοτική ρύθμιση, ελλείψει του οποίου οι εθνικές αρχές δεν έχουν τέτοια εξουσία;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, αποτελεί το άρθρο 8 της οδηγίας 90/425/EΟΚ επαρκές έρεισμα για την πιο πάνω εξουσία;
3) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα, υπάρχει στο κοινοτικό δίκαιο άλλο έρεισμα για την πιο πάνω εξουσία;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
19 Με τα ερωτήματά του, τα οποία πρέπει να εξεταστούν μαζί, το College van Beroep voor het bedrijfsleven ερωτά στην ουσία αν οι κοινοτικές διατάξεις που έχουν εφαρμογή επί της κοινής γεωργικής πολιτικής στον τομέα του βοείου κρέατος πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι, μετά από πληροφορίες σχετικά με το ενδεχόμενο υπάρξεως σχέσεως μεταξύ της ΣΕΒ και της προσβάλλουσας τον άνθρωπο ασθένειας Creutzfeldt-Jakob και σχετικά με την κρίση της ΣΕΒ στο Ηνωμένο Βασίλειο, τα κράτη μέλη είχαν δικαίωμα, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο α_, της οδηγίας 90/425 ή οποιαδήποτε άλλη κοινοτική διάταξη, να διατάξουν τη σφαγή των νεαρών βοοειδών καταγωγής Ηνωμένου Βασιλείου που βρίσκονταν στο έδαφός τους και να καθορίσουν το χρονικό σημείο της σφαγής αυτής.
αρατηρήσεις που υποβλήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου
20 Η Denkavit υποστηρίζει ότι οι σχετικοί μόσχοι υπάγονται στην κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα του βοείου κρέατος και ότι, κατά πάγια νομολογία, τα κράτη μέλη οφείλουν να απέχουν από κάθε μέτρο που είναι ικανό να εισαγάγει παρέκκλιση από τη σχετική με τον τομέα αυτόν κοινοτική ρύθμιση ή να θίξει τη ρύθμιση αυτή. Στην υπόθεση της κύριας δίκης, η κατάσταση διέπεται εξ ολοκλήρου από την οδηγία 90/425 και τον κανονισμό 717/96. Κατά συνέπεια, οι ολλανδικές αρχές δεν είχαν νομική βάση για να επέμβουν.
21 Η Denkavit θεωρεί ότι δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο α_, της οδηγίας 90/425, καθόσον στους ίδιους τους μόσχους δεν είχε διαπιστωθεί καμία ασθένεια και κανένας παράγοντας που να ευθύνεται για κάποια ασθένεια. Το γεγονός ότι οι μόσχοι αυτοί προέρχονταν από περιοχή μολυσμένη με επιζωοτική ασθένεια είναι άνευ σημασίας, καθόσον πρόκειται για προϋπόθεση που αφορά μόνον τα προϊόντα.
22 Η Denkavit ισχυρίζεται εξ άλλου ότι το άρθρο 10, παράγραφος 1, της οδηγίας 90/425 επιτρέπει στις εθνικές αρχές μόνο να λαμβάνουν συντηρητικά μέτρα. Τούτο δεν συμβαίνει όταν πρόκειται για μέτρο που διατάσσει την καταστροφή ζώων, το οποίο είναι οριστικό μέτρο.
23 Ο κανονισμός 717/96 δεν επιτρέπει στις εθνικές αρχές να καθορίσουν το χρονικό σημείο της σφαγής. Συγκεκριμένα, το κείμενο του άρθρου 1, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, το οποίο αφορά «όλα τα βοοειδή τα οποία [...] προσκομίζονται από [...] παραγωγό» ή, στην απόδοση στα ολλανδικά, «runderen [...] die door een producent voor verkoop worden aangeboden», πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι το χρονικό αυτό σημείο καθορίζεται από τον παραγωγό. Κατά συνέπεια, ο παραγωγός έχει δικαίωμα να ολοκληρώσει την πάχυνση των μόσχων του πριν τους παραδώσει στις εθνικές αρχές στο πλαίσιο του καθεστώτος καταστροφής που καθιέρωσε ο κανονισμός αυτός.
24 Η Denkavit υποστηρίζει ακόμα ότι το πνεύμα του κανονισμού 717/96 επιβεβαιώνει τη δική της γραμματική ερμηνεία του άρθρου 1, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού. Έτσι, κατά την τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 717/96, η πάγια τιμή που καθορίζεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού όντως αντιστοιχεί στην «πλέον πρόσφατη τιμή σφαγίων μόσχου που παρατηρήθηκε», η οποία εξ ορισμού αφορά μόσχους των οποίων η πάχυνση έχει ολοκληρωθεί. Επί πλέον, το άρθρο 1, παράγραφος 5, του κανονισμού αυτού, το οποίο ρυθμίζει την περίπτωση όπου ο αριθμός των ζώων που προσκομίστηκαν για πώληση υπερβαίνει την ικανότητα καταστροφής, δεν θα είχε χρησιμότητα αν οι αρχές καθόριζαν οι ίδιες το χρονικό σημείο σφαγής των ζώων.
25 Κατά την Denkavit, ο κανονισμός 717/96 είχε ως στόχο να στηρίξει το εισόδημα του γεωργικού πληθυσμού και όχι να προστατεύσει τη δημόσια υγεία, οπότε δικαιολογείται το δικαίωμα του κτηνοτρόφου να ολοκληρώσει την πάχυνση των μόσχων. Η ερμηνεία αυτή του κανονισμού 717/96 ενισχύεται από το γεγονός ότι στη Γαλλία η ρύθμιση για την εκτέλεση του κανονισμού αυτού ορίζει ότι η ημερομηνία παραδόσεως των σχετικών μόσχων προς καταστροφή καθορίζεται από τον παραγωγό.
26 Η Denkavit εκθέτει ότι το κόστος των μόσχων ανά χιλιόγραμμο μειώνεται όσο μεγαλώνουν τα ζώα. Κατά συνέπεια, το να ερμηνευθεί ο κανονισμός 717/96 υπό την έννοια ότι οι εθνικές αρχές δύνανται να υποχρεώσουν τον παραγωγό να παραδώσει μόσχους των οποίων η πάχυνση δεν έχει ολοκληρωθεί θα δημιουργήσει αδικαιολόγητες, στο οικονομικό επίπεδο, διακρίσεις μεταξύ των ιδιοκτητών μόσχων μεγάλης ηλικίας και των ιδιοκτητών νεαρών μόσχων, πράγμα που θα είναι αντίθετο προς την κατά το άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 34, παράγραφος 2, ΕΚ) απαγόρευση κάθε διακρίσεως μεταξύ κοινοτικών παραγωγών.
27 Η Ολλανδική Κυβέρνηση και η Επιτροπή υποστηρίζουν αντιθέτως ότι στην υπόθεση της κύριας δίκης πληρούνταν οι προϋποθέσεις του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο α_, της οδηγίας 90/425. Η Επιτροπή τονίζει ότι η διάταξη αυτή αφορά παραδείγματα που ήσαν γνωστά όταν εκδόθηκε η οδηγία αυτή, αλλά ότι θα ήταν αντίθετο προς το πνεύμα του εν λόγω κειμένου να ερμηνευθεί αυτό υπό την έννοια ότι δεν καλύπτει τα ζώα που προέρχονται από περιοχή μολυσμένη με επιζωοτία. Ισχυρίζεται ότι μετά την απόφαση 96/239 επιβεβαιώθηκε ότι η ΣΕΒ ήταν επιζωοτία που έπληττε ολόκληρο το έδαφος του Ηνωμένου Βασιλείου.
28 Κατά την Ολλανδική Κυβέρνηση και την Επιτροπή, τα άρθρα 8 και 10 της οδηγίας 90/425 παρείχαν στις ολλανδικές αρχές την εξουσία που απαιτείτο για να διατάξουν τη σφαγή των βρετανικών μόσχων και, επομένως, για να καθορίσουν το χρονικό σημείο της σφαγής αυτής. Το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο α_, της οδηγίας αυτής αφορά ρητώς τη θανάτωση ζώων. Η Επιτροπή ισχυρίζεται επίσης ότι η σφαγή των μόσχων δύναται να δικαιολογηθεί στο πλαίσιο των «συντηρητικών μέτρων» υπό την έννοια του άρθρου 10, παράγραφος 1, τέταρτο εδάφιο, της εν λόγω οδηγίας.
29 Ο κανονισμός 717/96 δεν θέτει υπό αμφισβήτηση την ερμηνεία αυτή. Η Ολλανδική Κυβέρνηση εκθέτει ότι πρόκειται για κανονισμό με περιορισμένο περιεχόμενο, ο οποίος έχει ως σκοπό μόνο να δικευκρινίσει την οικονομική συμβολή της Επιτροπής στην αντιμετώπιση του κινδύνου μολύνσεως από τη ΣΕΒ. Η ύπαρξη αυτού του περιορισμένου περιεχομένου προκύπτει και από τη νομική βάση του κανονισμού αυτού, δηλαδή από τον κανονισμό 805/68.
30 Η Επιτροπή αμφισβητεί την προτεινόμενη από την Denkavit γραμματική ερμηνεία του άρθρου 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 717/96 και υποστηρίζει ότι η ερμηνεία αυτή αντικρούεται από την παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου. Συγκεκριμένα, αν η επιλογή του χρονικού σημείου της σφαγής ανήκε στους παραγωγούς, αυτοί θα ανέμεναν να ολοκληρωθεί η πάχυνση των μόσχων τους. Τούτο θα συνεπαγόταν ότι οι μόσχοι θα προσκομίζονταν σταδιακά, οπότε ο κίνδυνος να αντιμετωπιστούν προβλήματα ικανότητας καταστροφής θα ήταν πολύ μικρός.
31 Η Ολλανδική Κυβέρνηση και η Επιτροπή θεωρούν ότι δεν έχει νόημα και είναι ασυμβίβαστο με μια λογική γεωργική πολιτική το να επιτραπεί η ολοκλήρωση της παχύνσεως μόσχων για τους οποίους είναι εκ των προτέρων γνωστό ότι πρέπει να σφαγούν. Η Ολλανδική Κυβέρνηση υποστηρίζει επίσης ότι τούτο θα έβλαπτε τα κοινοτικά οικονομικά συμφέροντα. Η Επιτροπή προσθέτει ότι τούτο θα αντέβαινε προς τον στόχο προστασίας της δημόσιας υγείας, ο οποίος αντιθέτως επιβάλλει την όσο πιο γρήγορα γίνεται εξάλειψη της πηγής του κινδύνου.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
32 Εκ προοιμίου, πρέπει να επισημανθεί ότι, όταν υπάρχει κανονισμός με τον οποίο θεσμοθετείται κοινή οργάνωση των αγορών σε συγκεκριμένο τομέα, τα κράτη μέλη οφείλουν να απέχουν από κάθε μέτρο ικανό να εισαγάγει παρέκκλιση από αυτή την κοινή οργάνωση ή να τη θίξει. Ασυμβίβαστες με κοινή οργάνωση των αγορών είναι και οι ρυθμίσεις που εμποδίζουν την εύρυθμη λειτουργία της, ακόμα και αν το σχετικό ζήτημα δεν ρυθμίζεται εξαντλητικώς με την κοινή οργάνωση των αγορών (απόφαση της 19ης Μαρτίου 1998, C-1/96, Compassion in World Farming, Συλλογή 1998, σ. Ι-1251, σκέψη 41).
33 Οι μόσχοι υπάγονται στον τομέα του βοείου κρέατος, όπου την κοινή οργάνωση των αγορών διέπει ο κανονισμός 805/68. Σύμφωνα με το άρθρο 1 και το παράρτημα Α της οδηγίας 90/425, οι μόσχοι καλύπτονται από την οδηγία αυτή.
34 Το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο α_, της εν λόγω οδηγίας επιτρέπει στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προορισμού μιας παρτίδας ζωντανών ζώων να διατάξουν, μεταξύ άλλων, τη σφαγή ενός ζώου όταν διαπιστώνουν την παρουσία παραγόντων ευθυνομένων για ασθένεια που γνωστοποιήθηκε βάσει της οδηγίας 82/894, ζωονόσου, ασθενείας ή οποιασδήποτε άλλης αιτίας ικανής να αποτελέσει σοβαρό κίνδυνο για τα ζώα ή τον άνθρωπο.
35 Η διάταξη αυτή πρέπει να ερμηνευθεί λαμβανομένων υπόψη του σκοπού της, ο οποίος είναι να εξασφαλιστεί η προστασία της υγείας των ζώων και των ανθρώπων, και της εξελίξεως των επιστημονικών γνώσεων.
36 Εν προκειμένω, πρέπει να υπομνηστεί ότι, με τη διάταξη της 12ης Ιουλίου 1996, C-180/96 R, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. Ι-3903), το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η απαγόρευση εξαγωγής, τον Μάρτιο του 1996, βοοειδών προελεύσεως Ηνωμένου Βασιλείου είναι μέτρο διασφαλίσεως υπό την έννοια του άρθρου 10 της οδηγίας 90/425. Έλαβε υπόψη, στις σκέψεις 8 και 67 έως 72 της διατάξεως αυτής, τον αριθμό των κρουσμάτων ΣΕΒ στο Ηνωμένο Βασίλειο, την πολυετή περίοδο επωάσεως κατά την οποία η ΣΕΒ δεν μπορεί να ανιχνευθεί, την επιστημονική αβεβαιότητα που υφίστατο όσον αφορά τους τρόπους μεταδόσεως της ασθένειας αυτής και την έλλειψη δυνατότητας ανασυστάσεως του ιστορικού των ζώων στο Ηνωμένο Βασίλειο.
37 Οι ίδιες εκτιμήσεις συνεπάγονται ότι τα κράτη μέλη είχαν τότε δικαίωμα να διατάξουν, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο α_, της οδηγίας 90/425, τη σφαγή των μόσχων καταγωγής Ηνωμένου Βασιλείου που βρίσκονταν στο έδαφός τους.
38 Η εξουσία να διαταχθεί η σφαγή ζώων προϋποθέτει κατ' ανάγκην την εξουσία να οργανωθεί η απρόσκοπτη διεξαγωγή των εργασιών σφαγής και, ιδίως, να επιβληθεί στους κατόχους ζώων το χρονικό σημείο της σφαγής.
39 Το κείμενο του κανονισμού 717/96 δεν αντιτίθεται στην ερμηνεία αυτή. ρέπει να επισημανθεί ότι ο κανονισμός 717/96, έχοντας εκδοθεί με βάση το άρθρο 23 του κανονισμού 805/68, έχει ως μοναδικό στόχο να καθορίσει τη συμβολή της Κοινότητας στη χρηματοδότηση της καταστροφής των μόσχων καταγωγής Ηνωμένου Βασιλείου που αγοράζονται και καταστρέφονται σύμφωνα με ορισμένες προϋποθέσεις. Δεν υποκαθιστά ένα εθνικό μέτρο σφαγής ζώων το οποίο θεσπίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο α_, της οδηγίας 90/425.
40 Η έκφραση «die door een producent voor verkoop worden aangeboden» του άρθρου 1, παράγραφος 1, της αποδόσεως του κανονισμού 717/96 στα ολλανδικά, που σημαίνει κατά λέξη «που προτείνονται προς πώληση από έναν παραγωγό», δεν συνεπάγεται οπωσδήποτε ότι στον παραγωγό απέκειτο να καθορίσει το χρονικό σημείο της σφαγής των μόσχων. Το πολύ, η έκφραση αυτή αφήνει να νοηθεί ότι ο παραγωγός είχε την επιλογή να πωλήσει τα ζώα του τηρώντας τις προϋποθέσεις του κανονισμού αυτού ή να φροντίσει για τη σφαγή τους χωρίς να λάβει αποζημίωση.
41 Η ερμηνεία αυτή του άρθρου 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 717/96 επιβεβαιώνεται από το κείμενο της παραγράφου 5 του ίδιου άρθρου. Συγκεκριμένα, αν οι εθνικές αρχές μπορούσαν να περιορίσουν την πρόσβαση στο πρόγραμμα σφαγής που προβλέπει ο κανονισμός αυτός, κατά μείζονα λόγο μπορούσαν να οργανώσουν τα της εύρυθμης λειτουργίας του και, μεταξύ άλλων, να καθορίσουν το χρονικό σημείο της σφαγής.
42 Αντιθέτως προς αυτό που υποστηρίζει η Denkavit, ο κανονισμός 717/96 δεν είναι μέτρο στηρίξεως των παραγωγών, αλλά, όπως αναφέρει το νομοθέτημα που αποτέλεσε τη βάση για την έκδοσή του και όπως διευκρινίζει η πρώτη αιτιολογική του σκέψη, είναι μέτρο στηρίξεως των αγορών βοείου κρέατος. Αυτό καθαυτό, το εν λόγω μέτρο δεν είχε ως συνέπεια να επιβάλει στα κράτη μέλη να λάβουν υπόψη μόνον το συμφέρον των κτηνοτρόφων, αλλά μπορούσε να δικαιολογήσει το να προσπαθήσουν να περιορίσουν την προσφορά στις αγορές με το να επιβάλουν την όσο πιο γρήγορα γίνεται καταστροφή των ζώων, ιδίως για να περιοριστεί το κόστος του προγράμματος σφαγής.
43 Εξ άλλου, το γεγονός ότι ο κανονισμός 717/96 παρουσιάζεται ως μέτρο στηρίξεως των αγορών βοείου κρέατος δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν πλέον να επικαλεστούν λόγους δημόσιας υγείας για να επιβάλουν το χρονικό σημείο σφαγής των μόσχων. Συγκεκριμένα, ο στόχος στηρίξεως των αγορών δεν είναι ασυμβίβαστος με τον στόχο προστασίας της δημόσιας υγείας, αλλ' αντιθέτως πρέπει να τον λαμβάνει υπόψη, όπως προβλέπει το άρθρο 129 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 152 ΕΚ). Επί πλέον, όπως διευκρινίστηκε λίγο πιο πάνω στη σκέψη 39 της παρούσας αποφάσεως, ο κανονισμός 717/96 δεν έχει ως αποτέλεσμα να υποκαταστήσει ένα εθνικό μέτρο σφαγής ζώων το οποίο θεσπίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο α_, της οδηγίας 90/425.
44 Όσον αφορά το επιχείρημα με το οποίο προβάλλεται η ύπαρξη αντίθετης προς το άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης διακρίσεως μεταξύ παραγωγών, πρέπει να υπομνηστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, η γενική αρχή της ισότητας, η οποία είναι μία από τις θεμελιώδεις αρχές του κοινοτικού δικαίου, απαιτεί να μην αντιμετωπίζονται με διαφορετικό τρόπο ανάλογες καταστάσεις, εκτός αν η διαφοροποίηση δικαιολογείται αντικειμενικώς (βλ., ιδίως, την απόφαση της 12ης Ιουλίου 2001, C-189/01, Jippes κ.λπ., που δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 129).
45 Εν προκειμένω, αρκεί η διαπίστωση ότι το μέτρο της αμελλητί σφαγής των βρετανικών μόσχων, αδιακρίτως της ηλικίας τους, του βάρους τους και επομένως του οφέλους που ο κτηνοτρόφος μπορούσε να αντλήσει από την πώλησή τους, εδικαιολογείτο αντικειμενικώς από λόγους δημόσιας υγείας.
46 Εφόσον η εξουσία των κρατών μελών να διατάξουν τη σφαγή των ζώων και να καθορίσουν το χρονικό της σημείο δικαιολογείται βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο α_, της οδηγίας 90/425, δεν είναι αναγκαίο να ερμηνευθεί επί πλέον το άρθρο 10, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας.
47 Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των σκέψεων αυτών, στα υποβληθέντα ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι οι κοινοτικές διατάξεις που έχουν εφαρμογή επί της κοινής γεωργικής πολιτικής στον τομέα του βοείου κρέατος πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι, μετά από πληροφορίες σχετικά με το ενδεχόμενο υπάρξεως σχέσεως μεταξύ της ΣΕΒ και της προσβάλλουσας τον άνθρωπο ασθένειας Creutzfeldt-Jakob και σχετικά με την κρίση της ΣΕΒ στο Ηνωμένο Βασίλειο, τα κράτη μέλη είχαν δικαίωμα, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο α_, της οδηγίας 90/425:
- να διατάξουν τη σφαγή των νεαρών βοοειδών καταγωγής Ηνωμένου Βασιλείου που βρίσκονταν στο έδαφός τους
- και, ως επακόλουθο, να καθορίσουν το χρονικό σημείο της σφαγής αυτής.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
48 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Ολλανδική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, που υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με απόφαση της 19ης Οκτωβρίου 1999 το College van Beroep voor het bedrijfsleven, αποφαίνεται:
Οι κοινοτικές διατάξεις που έχουν εφαρμογή επί της κοινής γεωργικής πολιτικής στον τομέα του βοείου κρέατος πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι, μετά από πληροφορίες σχετικά με το ενδεχόμενο υπάρξεως σχέσεως μεταξύ της σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας των βοοειδών και της προσβάλλουσας τον άνθρωπο ασθένειας Creutzfeldt-Jakob και σχετικά με την κρίση της σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας των βοοειδών στο Ηνωμένο Βασίλειο, τα κράτη μέλη είχαν δικαίωμα, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο α_, της οδηγίας 90/425/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 1990, σχετικά με τους κτηνιατρικούς και ζωοτεχνικούς ελέγχους που εφαρμόζονται στο ενδοκοινοτικό εμπόριο ορισμένων ζώντων ζώων και προϊόντων με προοπτική την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 92/118/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 1992, για τον καθορισμό των όρων υγειονομικού ελέγχου καθώς και των υγειονομικών όρων που διέπουν το εμπόριο και τις εισαγωγές στην Κοινότητα προϊόντων που δεν υπόκεινται, όσον αφορά τους προαναφερόμενους όρους, στις ειδικές κοινοτικές ρυθμίσεις που αναφέρονται στο κεφάλαιο Ι του παραρτήματος Α της οδηγίας 89/662/ΕΟΚ και, όσον αφορά τους παθογόνους παράγοντες, της οδηγίας 90/425:
- να διατάξουν τη σφαγή των νεαρών βοοειδών καταγωγής Ηνωμένου Βασιλείου που βρίσκονταν στο έδαφός τους
- και, ως επακόλουθο, να καθορίσουν το χρονικό σημείο της σφαγής αυτής.
Full & Egal Universal Law Academy