Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Προσέγγιση των νομοθεσιών - Μέτρα για την υλοποίηση της ενιαίας αγοράς - Αποκλίνουσες εθνικές ρυθμίσεις - Έλεγχος της Επιτροπής - Νομική βάση - Πεδίο εφαρμογής ratione temporis του άρθρου 95 ΕΚ - Υποχρεώσεις της Επιτροπής και των κρατών μελών αντιστοίχως
[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 100 Α (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 95 ΕΚ)· άρθρο 95 ΕΚ]
Περίληψη
$$Εφόσον κράτος μέλος κίνησε διαδικασία προκειμένου να λάβει από την Επιτροπή έγκριση για να θεσπίσει εθνικές διατάξεις αποκλίνουσες από μέτρο εναρμονίσεως, βάσει της παραγράφου 4 του άρθρου 100 Α της Συνθήκης (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 95 ΕΚ), ορθώς, μετά τη θέση σε ισχύ των νέων διατάξεων της Συνθήκης ΕΚ, η Επιτροπή στηρίζει την απόφασή της στο άρθρο 95, παράγραφος 6, ΕΚ.
Συγκεκριμένα, ελλείψει μεταβατικών διατάξεων, ένας νέος κανόνας εφαρμόζεται πάραυτα στα μελλοντικά αποτελέσματα μιας καταστάσεως γεννηθείσας υπό το κράτος παλαιότερου κανόνα.
Στο πλαίσιο αυτό, καμία νέα έννομη κατάσταση δεν πρέπει να θεωρείται ως υφιστάμενη προτού ολοκληρωθεί το τελευταίο στάδιο της διαδικασίας αυτής. Μόνον κατόπιν τούτου, με την έγκριση ή την απαγόρευση της Επιτροπής, προκύπτει πράξη ικανή να επηρεάσει την προηγούμενη έννομη κατάσταση. Εφόσον όμως η απόφαση της Επιτροπής εκδίδεται μετά τη θέση σε ισχύ του άρθρου 95 ΕΚ, η εφαρμογή των επίδικων εθνικών διατάξεων, που κοινοποιήθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 100 Α, παράγραφος 4, της Συνθήκης, δεν αντιστοιχεί σε έννομη κατάσταση γεννηθείσα πριν από τη θέση σε ισχύ νέων διατάξεων της Συνθήκης ΕΚ.
Περαιτέρω, μετά τη θέση τους σε ισχύ, το εν λόγω κράτος μέλος θεωρείται ότι γνωρίζει ότι η απόφαση της Επιτροπής θα στηριζόταν κατ' ανάγκη σε νέα νομική βάση, ήτοι στο άρθρο 95 ΕΚ. Η Επιτροπή ουδόλως υποχρεούται να το ειδοποιήσει ως προς αυτό και, μη προβαίνοντας στην ειδοποίηση αυτή, ούτε προσβάλει τα δικαιώματα άμυνας του εν λόγω κράτους μέλους ούτε παραβιάζει την αρχή που επιβάλλει στα κράτη μέλη και στα κοινοτικά όργανα αμοιβαίο καθήκον πιστής συνεργασίας.
( βλ. σκέψεις 43, 45-48, 61, 63 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-512/99,
Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, εκπροσωπούμενη από τους W.-D. Plessing και B. Muttelsee-Schön,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης από τον G. zur Hausen, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
υποστηριζομένης από τη
Δημοκρατία της Φινλανδίας, εκπροσωπούμενη από τις T. Pynnä και E. Bygglin, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
παρεμβαίνουσα,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της αποφάσεως 1999/836/ΕΚ της Επιτροπής, της 26ης Οκτωβρίου 1999, σχετικά με τις εθνικές διατάξεις περί ορυκτών ινών οι οποίες κοινοποιήθηκαν από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και οι οποίες παρεκκλίνουν από την οδηγία 97/69/ΕΚ για την εικοστή τρίτη προσαρμογή στην τεχνική πρόοδο της οδηγίας 67/548/ΕΟΚ του Συμβουλίου περί προσεγγίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ταξινόμηση, συσκευασία και επισήμανση των επικίνδυνων ουσιών (ΕΕ L 329, σ. 100),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους G. C. Rodríguez Iglesias, Πρόεδρο, J.-P. Puissochet, Μ. Wathelet, R. Schintgen και C. W. A. Timmermans, προέδρους τμήματος, C. Gulmann, D. A. O. Edward, A. La Pergola, P. Jann, Β. Σκουρή, F. Macken, N. Colneric, S. von Bahr, J. N. Cunha Rodrigues (εισηγητή) και A. Rosas, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: A. Tizzano
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση του εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 30ής Μα_ου 2002,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 28 Δεκεμβρίου 1999, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ζήτησε, δυνάμει του άρθρου 230, πρώτο εδάφιο, ΕΚ, την ακύρωση της αποφάσεως 1999/836/ΕΚ της Επιτροπής, της 26ης Οκτωβρίου 1999, σχετικά με τις εθνικές διατάξεις περί ορυκτών ινών οι οποίες κοινοποιήθηκαν από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και οι οποίες παρεκκλίνουν από την οδηγία 97/69/ΕΚ για την εικοστή τρίτη προσαρμογή στην τεχνική πρόοδο της οδηγίας 67/548/ΕΟΚ του Συμβουλίου περί προσεγγίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ταξινόμηση, συσκευασία και επισήμανση των επικίνδυνων ουσιών (ΕΕ L 329, σ. 100, στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση).
2 Με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 28ης Σεπτεμβρίου 2000, επετράπη στη Δημοκρατία της Φινλανδίας να παρέμβει προς στήριξη των αιτημάτων της Επιτροπής.
Το νομικό πλαίσιο
Η Συνθήκη ΕΚ
3 Το άρθρο 100 Α, παράγραφος 4, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 95 ΕΚ) έχει ως εξής:
«Όταν, αφού το Συμβούλιο εκρίνει με ειδική πλειοψηφία ένα μέτρο εναρμόνισης, ένα κράτος μέλος θεωρεί αναγκαίο να εφαρμόσει εθνικές διατάξεις που δικαιολογούνται από σοβαρές ανάγκες που αναφέρονται στο άρθρο 36 ή σχετικές με την προστασία του χώρου της εργασίας ή του περιβάλλοντος, τις κοινοποιεί στην Επιτροπή.
Η Επιτροπή επιβεβαιώνει τις διατάξεις αυτές αφού εξακριβώσει ότι δεν αποτελούν μέσο αυθαίρετων διακρίσεων ούτε συγκεκαλυμμένο περιορισμό του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών.
Κατά παρέκκλιση από τη διαδικασία των άρθρων 169 και 170, η Επιτροπή ή κάθε κράτος μέλος δύναται να προσφύγει απευθείας στο Δικαστήριο, αν κρίνει ότι άλλο κράτος μέλος ασκεί καταχρηστικώς τις εξουσίες που προβλέπονται στο παρόν άρθρο.»
4 Με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ, η οποία τέθηκε σε ισχύ την 1η Μα_ου 1999, τροποποιήθηκε ουσιωδώς το άρθρο 100 Α της Συνθήκης και κατέστη άρθρο 95 ΕΚ. Οι παράγραφοι 4, 5 και 6 του άρθρου 95 ΕΚ έχουν ως εξής:
«4. Όταν, αφού το Συμβούλιο ή η Επιτροπή θεσπίσουν ένα μέτρο εναρμόνισης, ένα κράτος μέλος θεωρεί αναγκαίο να διατηρήσει εθνικές διατάξεις που δικαιολογούνται από τις επιτακτικές ανάγκες που προβλέπονται στο άρθρο 30 ή διατάξεις σχετικές με την προστασία του περιβάλλοντος ή του χώρου εργασίας, τις κοινοποιεί στην Επιτροπή, καθώς και τους λόγους διατήρησής τους.
5. Επίσης, υπό την επιφύλαξη της παραγράφου 4, εάν, μετά την εκ μέρους του Συμβουλίου ή της Επιτροπής θέσπιση μέτρου εναρμόνισης, ένα κράτος μέλος θεωρεί αναγκαία τη θέσπιση εθνικών διατάξεων επί τη βάσει νέων επιστημονικών στοιχείων σχετικών με την προστασία του περιβάλλοντος ή του χώρου εργασίας, για λόγους οι οποίοι συντρέχουν μόνον στην περίπτωσή του και οι οποίοι έχουν ανακύψει μετά τη θέσπιση του μέτρου εναρμόνισης, κοινοποιεί στην Επιτροπή τις μελετώμενες διατάξεις και τους λόγους που υπαγορεύουν τη θέσπισή τους.
6. Η Επιτροπή, εντός έξι μηνών από τις κοινοποιήσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 4 και 5, εγκρίνει ή απορρίπτει τις εν λόγω εθνικές διατάξεις, αφού εξακριβώσει εάν αποτελούν ή όχι μέσο αυθαιρέτων διακρίσεων ή συγκεκαλυμμένο περιορισμό του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών, και εάν συνιστούν ή όχι εμπόδιο στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.
Εάν η Επιτροπή δεν αποφασίσει εντός αυτής της περιόδου, οι εθνικές διατάξεις, περί των οποίων οι παράγραφοι 4 και 5, λογίζονται ότι έχουν εγκριθεί.
Εάν η πολυπλοκότητα του αντικειμένου το δικαιολογεί και δεν υπάρχει κίνδυνος για την υγεία του ανθρώπου η Επιτροπή μπορεί να κοινοποιήσει στο συγκεκριμένο κράτος μέλος ότι η περίοδος η αναφερόμενη στην παρούσα παράγραφο μπορεί να παραταθεί μέχρι ένα εξάμηνο.»
Η οδηγία 67/548/ΕΟΚ
5 Η οδηγία 67/548/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1967, περί προσεγγίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ταξινόμηση, συσκευασία και επισήμανση των επικίνδυνων ουσιών (ΕΕ ειδ. έκδ. 013/001, σ. 34), θεσπίστηκε βάσει του άρθρου 100 της Συνθήκης ΕΟΚ (το οποίο κατέστη άρθρο 100 της Συνθήκης ΕΚ και νυν άρθρο 94 ΕΚ), το οποίο αφορά επίσης την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών.
6 Κατά το άρθρο 23 της οδηγίας 67/548, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 96/56/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 3ης Σεπτεμβρίου 1996 (ΕΕ L 236, σ. 35, στο εξής: οδηγία 67/548), τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε οι επικίνδυνες ουσίες να μπορούν να διατίθενται στην αγορά μόνον αν η επισήμανση της συσκευασίας τους πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει το ίδιο άρθρο.
7 Όπως προκύπτει από το άρθρο 4 της οδηγίας 67/548, το παράρτημα Ι της εν λόγω οδηγίας περιέχει τον κατάλογο των επικίνδυνων ουσιών ταξινομημένων ανάλογα με τις εγγενείς τους ιδιότητες. Το παράρτημα αυτό ενημερώνεται τακτικά λόγω της εξελίξεως των επιστημονικών γνώσεων. Για τον λόγο αυτό, τα στοιχεία που περιέχονται στον κατάλογο τροποποιούνται και προστίθενται νέα.
Η οδηγία 97/69/ΕΚ
8 Με την οδηγία 97/69/ΕΚ της Επιτροπής, της 5ης Δεκεμβρίου 1997, για την εικοστή τρίτη προσαρμογή στην τεχνική πρόοδο της οδηγίας 67/548 (ΕΕ L 343, σ. 19), προστέθηκαν μεταξύ άλλων:
- μια γενική καταχώρηση σχετικά με τις ορυκτές ίνες στον κατάλαγο των επικίνδυνων ουσιών του παραρτήματος Ι της οδηγίας 67/548,
- μια ειδική σημείωση ΙΕ σχετικά με τις ορυκτές ίνες στον πρόλογο του παραρτήματος Ι.
9 Η γενική καταχώρηση περί ορυκτών ινών τις ορίζει ως αποτελούμενες από «τεχνητές υαλώδεις (πυριτικές) ίνες άτακτου προσανατολισμού με περιεκτικότητα σε οξείδια αλκαλίων και αλκαλικών γαιών (Na2O + K2O + CaO + MgO + BaO) ανώτερη του 18 % κατά βάρος».
10 Οι εν λόγω τεχνητές ορυκτές ίνες (στο εξής: ΤΟΙ) ταξινομούνται ως εξής:
- καρκινογόνες τρίτης κατηγορίας. Σύμφωνα με τον ορισμό του παραρτήματος VI, σημείο 3.2, της οδηγίας 67/548, πρόκειται για «[ανησυχητικές για τον άνθρωπο ουσίες] λόγω πιθανών καρκινογόνων αποτελεσμάτων αλλά για τις οποίες οι διαθέσιμες πληροφορίες δεν είναι κατάλληλες για να γίνει ικανοποιητική εκτίμηση. Υπάρχουν ορισμένες αποδείξεις από τις σχετικές μελέτες επί των ζώων, αλλά είναι ανεπαρκείς για να καταταγεί η ουσία στη δεύτερη κατηγορία».
- ερεθιστικές. Πρόκειται για ΤΟΙ που, σύμφωνα με τη σημείωση ΙΕ του προλόγου του παραρτήματος Ι, δεν πρέπει να ταξινομούνται ως καρκινογόνες αν μια μελέτη επί ζώων έδωσε αρνητικά αποτελέσματα. Η σημείωση ΙΕ προτείνει τέσσερα είδη μελετών. Όταν ισχύει η ως άνω προϋπόθεση, μια ορυκτή ίνα δεν πρέπει να ταξινομείται ως καρκινογόνος, αλλά εξακολουθεί να ταξινομείται και να συσκευάζεται ως ερεθιστική ουσία.
Το ιστορικό της διαφοράς
Η αίτηση της Γερμανικής Κυβερνήσεως
11 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας μετέφερε εμπροθέσμως στην εσωτερική έννομη τάξη την οδηγία 97/69, τροποποιώντας συνεπώς την εθνική της νομοθεσία.
12 Εντούτοις, η Γερμανική Κυβέρνηση, κρίνοντας ότι τα κριτήρια αξιολογήσεως που προέβλεπε η οδηγία 97/69 δεν παρείχαν επαρκές επίπεδο προστασίας, κοινοποίησε, στις 11 Δεκεμβρίου 1998, στην Επιτροπή την επιθυμία της να θεσπίσει αυστηρότερες εθνικές διατάξεις από τις προβλεπόμενες στην οδηγία 97/69 όσον αφορά την ταξινόμηση και την επισήμανση των ΤΟΙ (στο εξής: επίδικες διατάξεις). Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε βάσει του άρθρου 100 Α, παράγραφος 4, της Συνθήκης, που ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών.
13 Κατά τις επίδικες διατάξεις, οι ΤΟΙ διαιρούνται σε δύο κατηγορίες:
- αυτές που ταξινομούνται ως καρκινογόνες τρίτης κατηγορίας,
- αυτές που ταξινομούνται ως καρκινογόνες δεύτερης κατηγορίας. Κατά το παράρτημα VI, σημείο 3.2, της οδηγίας 67/548, πρόκειται για «ουσίες που θα μπορούσαν να θεωρηθούν καρκινογόνες για τον άνθρωπο. Υπάρχουν αρκετές αποδείξεις που παρέχουν ισχυρή υποψία ότι η έκθεση του ανθρώπου στην ουσία μπορεί να καταλήξει στην ανάπτυξη καρκίνου, γενικά με βάσει κατάλληλες μακροχρόνιες μελέτες πάνω σε ζώα και άλλα σχετικά στοιχεία».
14 Στην ταξινόμηση αυτή δεν περιλαμβάνονται ΤΟΙ για τις οποίες έχουν προκύψει αρνητικά αποτελέσματα από μελέτες πάνω σε ζώα. Επομένως, οι εν λόγω ΤΟΙ δεν πρέπει να ταξινομούνται ή να επισημαίνονται ούτε ως ερεθιστικές ουσίες. Συγκεκριμένα, οι επίδικες διατάξεις στηρίζονται στην άποψη ότι, κατ' αρχήν, οι ΤΟΙ πρέπει να ταξινομούνται στις καρκινογόνες ουσίες δεύτερης κατηγορίας. Αν μια ΤΟΙ δεν πληροί τις προϋποθέσεις για να ταξινομηθεί στη δεύτερη κατηγορία, πρέπει να ταξινομηθεί στην τρίτη κατηγορία. Αν δεν πληροί τις προϋποθέσεις για να ταξινομηθεί στην τρίτη κατηγορία, δεν πρέπει ούτε να ταξινομηθεί ούτε να επισημανθεί.
15 Οι γερμανικές αρχές στηρίζουν την εκτίμηση αυτή στο γεγονός ότι, βάσει επιστημονικών μελετών, θεωρείται ότι οι ΤΟΙ παρουσιάζουν συνέπειες παρεμφερείς με αυτές του αμιάντου. Έτσι, ορισμένες ΤΟΙ ενδέχεται να είναι καρκινογόνες. Η χρησιμοποίηση, όμως, ΤΟΙ ως υλικών θερμομονώσεως και ηχομονώσεως αυξάνεται αδιάκοπα.
Η προσβαλλόμενη απόφαση
16 Στις 26 Οκτωβρίου 1999, η Επιτροπή εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση βάσει του άρθρου 95, παράγραφος 6, ΕΚ.
17 Με την απόφαση αυτή, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι «η αίτηση της Γερμανίας δεν [ήταν] τεκμηριωμένη όσον αφορά τις ουσιαστικές προϋποθέσεις που απαριθμούνται στο άρθρο 95, παράγραφος 5[, ΕΚ]» και απέρριψε τις επίδικες διατάξεις.
18 Η προσβαλλόμενη απόφαση κοινοποιήθηκε στη Γερμανική Κυβέρνηση στις 28 Οκτωβρίου 1999.
Η προσφυγή ακυρώσεως
19 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ζητεί από το Δικαστήριο να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση και να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
20 Προς στήριξη της προσφυγής της προβάλλει, κυρίως, δύο λόγους ακυρώσεως, ο πρώτος εκ των οποίων αντλείται από την εσφαλμένη επιλογή του άρθρου 95, παράγραφος 5, ΕΚ ως νομικής βάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως και ο δεύτερος από την προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας και την παραβίαση της υποχρεώσεως συνεργασίας που απορρέει από το άρθρο 10 ΕΚ και, επικουρικώς, έναν τρίτο λόγο ακυρώσεως που αντλείται από την εσφαλμένη ερμηνεία των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 95, παράγραφος 5, ΕΚ.
21 Η Επιτροπή ζητεί να απορριφθεί η προσφυγή ως αβάσιμη και να καταδικαστεί η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στα δικαστικά έξοδα.
22 Με το υπόμνημά της παρεμβάσεως, η Δημοκρατία της Φινλανδίας, η οποία αναφέρεται αποκλειστικά στον τρίτο λόγο ακυρώσεως που αφορά την τήρηση των προϋποθέσεων του άρθρου 95, παράγραφος 5, ΕΚ, ζητεί την απόρριψη της προσφυγής.
Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
23 Με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως η προσφεύγουσα ισχυρίζεται, κυρίως, ότι η Επιτροπή έπρεπε να εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση βάσει του άρθρου 100 Α, παράγραφος 4, της Συνθήκης.
24 Κατά την άποψή της, το άρθρο 95, παράγραφος 5, ΕΚ χρησιμοποιήθηκε εσφαλμένα ως νομική βάση, στο μέτρο που δεν ίσχυε ούτε όταν εκδόθηκε η οδηγία 97/69 ούτε όταν έληξε η προθεσμία μεταφοράς της στην εσωτερική έννομη τάξη ούτε όταν κοινοποιήθηκαν οι επίδικες διατάξεις στην Επιτροπή.
25 Το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν απάντησε παρά μετά από δέκα μήνες και ότι, όταν εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, το άρθρο 95 ΕΚ ήταν ήδη σε ισχύ δεν μπορεί να μεταβάλει την ισχύουσα νομική βάση. Η εφαρμοστέα νομική βάση δεν μπορεί να εξαρτάται από την ημερομηνία εξετάσεως της αιτήσεως από την Επιτροπή.
26 Επιπλέον, δεδομένου ότι το νέο σύστημα που απορρέει από το άρθρο 95, παράγραφος 5, ΕΚ είναι αυστηρότερο από το θεσπιζόμενο με το άρθρο 100 Α, παράγραφος 4, της Συνθήκης, η Επιτροπή όφειλε να εξετάσει την αίτηση της Γερμανικής Κυβερνήσεως βάσει του άρθρου της Συνθήκης ΕΚ που ίσχυε όταν της κοινοποιήθηκε η εν λόγω αίτηση.
27 Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι το άρθρο 100 Α, παράγραφος 4, της Συνθήκης δεν μπορεί να αποκλειστεί ως νομική βάση, μολονότι, εν προκειμένω, η οδηγία από την οποία αποκλίνουν οι επίδικες διατάξεις δεν προέρχεται από το Συμβούλιο αλλά από την Επιτροπή.
28 Το άρθρο αυτό εφαρμόζεται κατ' αναλογία στις οδηγίες της Επιτροπής, διότι στην αντίθετη περίπτωση θα υπήρχε κενό στο σύστημα της έννομης προστασίας. Το γεγονός ότι ανατέθηκαν στην Επιτροπή νομοθετικές αρμοδιότητες προκειμένου να προσαρμόσει στην τεχνική πρόοδο μια οδηγία εναρμονίσεως που έχει θεσπίσει το Συμβούλιο δεν μπορεί να επιφέρει αποδυνάμωση στη νομική θέση των κρατών μελών, τουλάχιστον στις περιπτώσεις που η θέσπιση μιας οδηγίας από την Επιτροπή εξαρτάται από ψηφοφορία στο πλαίσιο μιας επιτροπής προσαρμογής και ένα κράτος μέλος μειοψηφεί σε ψηφοφορία όπου ισχύει η ειδική πλειοψηφία.
29 Επικουρικώς, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι, ακόμη και αν δεν έπρεπε να τύχει εφαρμογής το άρθρο 100 Α, παράγραφος 4, της Συνθήκης αλλά το άρθρο 95 ΕΚ, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι εξίσου παράνομη, για τον λόγο ότι στηρίζεται στην παράγραφο 5 και όχι στην παράγραφο 4 του άρθρου 95 ΕΚ, η οποία αποτελεί την κατάλληλη νομική βάση.
30 Συγκεκριμένα, το άρθρο 95, παράγραφος 4, ΕΚ αντιστοιχεί σχεδόν κατά λέξη στο άρθρο 100 Α, παράγραφος 4, της Συνθήκης. Η λέξη «διατηρήσει» που χρησιμοποιείται στο άρθρο 95, παράγραφος 4, ΕΚ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αφορά και τις εθνικές διατάξεις που θεσπίστηκαν κατά τη μεταφορά των μέτρων εναρμονίσεως στην εσωτερική έννομη τάξη. Το γεγονός ότι η αίτηση της Γερμανικής Κυβερνήσεως δεν εξετάστηκε βάσει του άρθρου 95, παράγραφος 4, ΕΚ, μολονότι πληρούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις της διατάξεως αυτής, συνιστά επίσης παραβίαση του κοινοτικού δικαίου.
31 H Επιτροπή απαντά ότι, κατά το άρθρο 7, παράγραφος 1, ΕΚ, ένα κοινοτικό όργανο μπορεί να ενεργεί μόνον εντός των ορίων των εξουσιών που του παρέχει η Συνθήκη ΕΚ κατά τη θέσπιση της οικείας πράξεως.
32 Συνεπώς, η Επιτροπή δεν μπορούσε πλέον, στις 26 Οκτωβρίου 1999, να εκδώσει απόφαση βάσει του άρθρου 100 Α, παράγραφος 4, της Συνθήκης, εφόσον η διάταξη αυτή είχε αντικατασταθεί, από 1ης Μα_ου 1999, με νέες διατάξεις που εισήχθησαν με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ. Η εξουσία της Επιτροπής να εγκρίνει ή να απορρίπτει τις εθνικές διατάξεις που αποκλίνουν από τα μέτρα εναρμονίσεως απορρέει, από 1ης Μα_ου 1999, από το άρθρο 95, παράγραφος 6, ΕΚ.
33 Κατά την άποψη της Επιτροπής, η Συνθήκη του Άμστερνταμ δεν περιέχει μεταβατικές διατάξεις σχετικά με τις τροποποιήσεις του άρθρου 100 Α της Συνθήκης. Επομένως, όσον αφορά τους τυπικούς κανόνες, ισχύει η αρχή ότι ο νέος κανόνας εφαρμόζεται πάραυτα στα μελλοντικά αποτελέσματα μιας καταστάσεως γεννηθείσας υπό το κράτος παλαιότερου κανόνα, όπως προκύπτει, μεταξύ άλλων, από την απόφαση της 29ης Ιουνίου 1999, C-60/98, Butterfly Music (Συλλογή 1999, σ. Ι-3939, σκέψεις 25 και 26).
34 Η Επιτροπή αμφισβητεί, επίσης, το ότι άφησε να παρέλθει πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα μεταξύ της κοινοποιήσεως των επίδικων διατάξεων και της εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως. Οι διαδικασίες που όφειλε να ακολουθήσει δεν μπορούσαν να διεξαχθούν ταχύτερα, λόγω, μεταξύ άλλων, της δυσχέρειας αξιολογήσεως των τεχνικών και επιστημονικών λόγων που προέβαλλε η Γερμανική Κυβέρνηση. Εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή τήρησε την προθεσμία των έξι μηνών που ορίζει το άρθρο 95, παράγραφος 6, ΕΚ, προθεσμία που άρχισε την 1η Μα_ου 1999, ημερομηνία θέσεως σε ισχύ της Συνθήκης του Άμστερνταμ.
35 Περαιτέρω, η Επιτροπή τονίζει ότι οι πραγματικές περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως αποκλείουν την εφαρμογή του άρθρου 95, παράγραφος 4, ΕΚ.
36 Συγκεκριμένα, οι επίδικες διατάξεις δεν υφίσταντο όταν θεσπίστηκε η οδηγία 97/69 από την οποία αποκλίνουν. Κατά την Επιτροπή, επρόκειτο για εθνικές διατάξεις που η Γερμανική Κυβέρνηση σκόπευε να θεσπίσει στο μέλλον και όχι για εθνικές διατάξεις που επιθυμούσε να διατηρήσει. Από το κείμενο του άρθρου 95 ΕΚ προκύπτει ότι η παράγραφός του 4 τυγχάνει εφαρμογής μόνο στις εθνικές διατάξεις που υφίσταντο ήδη τη στιγμή της εκδόσεως του μέτρου εναρμονίσεως, ενώ η παράγραφος 5 αφορά αυτές που πρόκειται να θεσπιστούν μεταγενέστερα.
37 Επομένως, η Επιτροπή θεωρεί ότι εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση επί της ορθής νομικής βάσεως, ήτοι του άρθρου 95, παράγραφος 6, ΕΚ και ότι τήρησε τη διαδικασία που προβλέπει η διάταξη αυτή, εφαρμόζοντας το κατάλληλο κριτήριο εκτιμήσεως που ορίζει η παράγραφος 5 του ίδιου άρθρου.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
38 Η Συνθήκη του Άμστερνταμ, η οποία τέθηκε σε ισχύ την 1η Μα_ου 1999, εισήγαγε τροποποιήσεις στο κεφάλαιο 3, που αφορά την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών, του τίτλου V του τρίτου μέρους της Συνθήκης ΕΚ, χωρίς ωστόσο να θεσπίσει μεταβατικές διατάξεις στον τομέα αυτό.
39 Κατά το άρθρο 100 Α, παράγραφος 4, της Συνθήκης, διάταξη που ίσχυε πριν από τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης του Άμστερνταμ, όταν, μετά τη λήψη μέτρου εναρμονίσεως, ένα κράτος μέλος θεωρούσε αναγκαίο να εφαρμόσει εθνικές διατάξεις που δικαιολογούνταν από σοβαρές ανάγκες που αναφέρονται στο άρθρο 36 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 30 ΕΚ) ή σχετικές με την προστασία του χώρου της εργασίας ή του περιβάλλοντος, τις κοινοποιούσε στην Επιτροπή. Αυτή επιβεβαίωνε τις διατάξεις αυτές αφού εξακρίβωνε ότι δεν αποτελούσαν μέσο αυθαίρετων διακρίσεων ούτε συγκεκαλυμμένο περιορισμό του ενδοκοινοτικού εμπορίου.
40 Το άρθρο 95 ΕΚ, το οποίο, βάσει της Συνθήκης του Άμστερνταμ, αντικαθιστά και τροποποιεί το άρθρο 100 Α της Συνθήκης, επιχειρεί διάκριση ανάλογα με το αν οι κοινοποιούμενες διατάξεις είναι εθνικές διατάξεις που προϋπήρχαν της εναρμονίσεως ή εθνικές διατάξεις που επιθυμεί να εισαγάγει το οικείο κράτος μέλος. Στην πρώτη περίπτωση, την οποία καλύπτει το άρθρο 95, παράγραφος 4, ΕΚ, η διατήρηση των προϋφιστάμενων εθνικών διατάξεων πρέπει να δικαιολογείται από επιτακτικές ανάγκες που προβλέπονται στο άρθρο 30 ή διατάξεις σχετικές με την προστασία του περιβάλλοντος ή του χώρου εργασίας. Στη δεύτερη περίπτωση, την οποία καλύπτει το άρθρο 95, παράγραφος 5, ΕΚ, η θέσπιση νέων εθνικών διατάξεων πρέπει να στηρίζεται σε νέα επιστημονικά στοιχεία σχετικά με την προστασία του περιβάλλοντος ή του χώρου εργασίας και να δικαιολογείται από λόγους που συντρέχουν μόνο για το οικείο κράτος μέλος και που έχουν ανακύψει μετά τη θέσπιση του μέτρου εναρμονίσεως.
41 Η διαφορά μεταξύ των δύο περιπτώσεων που προβλέπει το άρθρο 95 ΕΚ συνίσταται στο ότι, στην πρώτη, οι εθνικές διατάξεις υπήρχαν πριν από το μέτρο εναρμονίσεως. Επομένως, ο κοινοτικός νομοθέτης τις γνώριζε, αλλά δεν μπόρεσε ή δεν θέλησε να τις λάβει υπόψη του για την εναρμόνιση. Ως εκ τούτου, κρίθηκε αποδεκτό το να μπορεί το κράτος μέλος να ζητήσει να διατηρήσει σε ισχύ τους δικούς του κανόνες. Για τον σκοπό αυτό, η Συνθήκη ΕΚ απαιτεί να δικαιολογούνται τέτοιου είδους διατάξεις από επιτακτικές ανάγκες που προβλέπονται στο άρθρο 30 ή διατάξεις σχετικές με την προστασία του χώρου εργασίας ή του περιβάλλοντος. Αντιθέτως, στη δεύτερη περίπτωση, η θέσπιση νέας νομοθεσίας είναι δυνατό να θέσει περαιτέρω σε κίνδυνο την εναρμόνιση. Θεωρείται δεδομένου ότι τα κοινοτικά όργανα δεν μπόρεσαν να λάβουν υπόψη το εθνικό κείμενο κατά την κατάρτιση του μέτρου εναρμονίσεως. Στην περίπτωση αυτή, οι απαιτήσεις του άρθρου 30 ΕΚ δεν λαμβάνονται υπόψη και γίνονται δεκτοί μόνο λόγοι σχετικοί με την προστασία του περιβάλλοντος ή του χώρου εργασίας, υπό την προϋπόθεση ότι το κράτος μέλος προσκομίζει νέα επιστημονικά στοιχεία και ότι η ανάγκη θεσπίσεως νέων εθνικών διατάξεων απορρέει από ειδικό πρόβλημα του οικείου κράτους μέλους το οποίο έχει ανακύψει μετά τη θέσπιση του μέτρου εναρμονίσεως.
42 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι τα νομικά συστήματα που καθιερώνουν, αντιστοίχως, το άρθρο 100 Α της Συνθήκης και το άρθρο 95 ΕΚ είναι διαφορετικά.
43 Προκειμένου να καθοριστεί αν η Επιτροπή όφειλε να στηρίξει την απόφασή της στο πρώην άρθρο 100 Α της Συνθήκης ή αν ορθώς στηρίχθηκε στο νυν άρθρο 95 ΕΚ, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι, στην υπό κρίση περίπτωση, η έννομη κατάσταση χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι ένα κράτος μέλος κίνησε διαδικασία προκειμένου να λάβει από την Επιτροπή έγκριση για να θεσπίσει εθνικές διατάξεις αποκλίνουσες από μέτρο εναρμονίσεως.
44 Η διαδικασία αυτή αρχίζει με την κοινοποίηση από το κράτος μέλος στην Επιτροπή των εθνικών διατάξεων που αποκλίνουν, συνεχίζει με ένα στάδιο κατά το οποίο η Επιτροπή προβαίνει σε αξιολόγηση των στοιχείων του φακέλου προκειμένου να επαληθεύσει αν πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις και περατώνεται με την τελική απόφαση της Επιτροπής που εγκρίνει ή απαγορεύει τις εν λόγω εθνικές διατάξεις. Για τον σκοπό αυτό, εναπόκειται στην Επιτροπή να εξετάσει το βάσιμο των λόγων που προβάλλει το κράτος μέλος. Καλείται να αποφανθεί αφού επαληθεύσει ότι οι εθνικές διατάξεις δεν αποτελούν μέσο αυθαίρετων διακρίσεων ή συγκεκαλυμμένο περιορισμό του ενδοκοινοτικού εμπορίου.
45 Στο πλαίσιο αυτό, καμία νέα έννομη κατάσταση δεν πρέπει να θεωρείται ως υφιστάμενη προτού ολοκληρωθεί το τελευταίο στάδιο της διαδικασίας αυτής. Μόνον κατόπιν τούτου, με την έγκριση ή την απαγόρευση της Επιτροπής, προκύπτει πράξη ικανή να επηρεάσει την προηγούμενη έννομη κατάσταση (βλ. απόφαση της 1ης Ιουνίου 1999, C-319/97, Kortas, Συλλογή 1999, σ. Ι-3143, σκέψεις 27 και 28).
46 Επιπλέον, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, ελλείψει μεταβατικών διατάξεων, ένας νέος κανόνας εφαρμόζεται πάραυτα στα μελλοντικά αποτελέσματα μιας καταστάσεως γεννηθείσας υπό το κράτος παλαιότερου κανόνα (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 2002, C-162/00, Pokrzeptowicz-Meyer, Συλλογή 2002, σ. Ι-1049, σκέψη 50).
47 Δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε στις 26 Οκτωβρίου 1999, ήτοι μετά τη θέση σε ισχύ του άρθρου 95 ΕΚ, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η εφαρμογή των επίδικων διατάξεων, που κοινοποιήθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 100 Α, παράγραφος 4, της Συνθήκης, δεν αφορούσε έννομη κατάσταση γεννηθείσα πριν από τη θέση σε ισχύ νέων διατάξεων της Συνθήκης ΕΚ.
48 Επομένως, ορθώς η Επιτροπή εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση βάσει του άρθρου 95, παράγραφος 6, ΕΚ.
49 Πρέπει ακόμη να επαληθευθεί αν ορθώς η Επιτροπή εξέτασε το βάσιμο της αιτήσεως της Γερμανικής Κυβερνήσεως που απέβλεπε στη θέσπιση νέων εθνικών διατάξεων, στηριζόμενη στην παράγραφο 5 και όχι στην παράγραφο 4 του άρθρου 95 ΕΚ.
50 Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, οι επίδικες διατάξεις, οι οποίες κοινοποιήθηκαν στην Επιτροπή στις 11 Δεκεμβρίου 1998, δεν ίσχυαν όταν θεσπίστηκε η οδηγία 97/69. Μετά τη μεταφορά της οδηγίας αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη και τότε μόνον αποφάσισε η Γερμανική Κυβέρνηση, λόγω των ενδεχόμενων καρκινογόνων συνεπειών ορισμένων ΤΟΙ, να θεσπίσει, όσον αφορά την επισήμανσή τους, αυστηρότερα κριτήρια από τα προβλεπόμενα στην εν λόγω οδηγία.
51 Συνεπώς, η Επιτροπή ορθώς εκτίμησε το βάσιμο της αιτήσεως της Γερμανικής Κυβερνήσεως βάσει του άρθρου 95, παράγραφος 5, ΕΚ.
52 Κατόπιν των προεκτεθέντων, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
53 Με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, η προσφεύγουσα προσάπτει στην Επιτροπή προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας και παραβίαση της υποχρεώσεως πιστής συνεργασίας που απορρέει από το άρθρο 10 ΕΚ.
54 Συναφώς, υποστηρίζει ότι, δεδομένου ότι δεν μπορούσε να γνωρίζει εκ των προτέρων ότι η Επιτροπή θα εξέδιδε την προσβαλλόμενη απόφαση στηριζόμενη στο άρθρο 95 ΕΚ, η τελευταία έπρεπε να την ενημερώσει σχετικά με την πρόθεσή της να εξετάσει την κοινοποίηση των επίδικων διατάξεων βάσει των κριτηρίων του άρθρου 95, παράγραφος 5, ΕΚ, τάσσοντάς της προθεσμία, προκειμένου να της παράσχει τη δυνατότητα να υποβάλει συμπληρωματική πρόταση επί νέας νομικής βάσεως. Κατά τον τρόπο αυτό η Επιτροπή θα τηρούσε την απορρέουσα από το άρθρο 10 ΕΚ υποχρέωση συνεργασίας, πράγμα που είχε ήδη πράξει στο παρελθόν σε παρόμοιες υποθέσεις.
55 Κατά την προσφεύγουσα, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι ένας από τους αποφασιστικούς λόγους απορρίψεως της αιτήσεως ήταν η απουσία νέων επιστημονικών στοιχείων. Συγκεκριμένα, δεδομένου ότι η αίτηση στηριζόταν στις προϋποθέσεις του άρθρου 100 Α, παράγραφος 4, της Συνθήκης, δεν μπορούσε να λάβει υπόψη τις νέες προϋποθέσεις του άρθρου 95, παράγραφος 5, ΕΚ, το οποίο δεν ίσχυε τότε. Η συμπεριφορά της Επιτροπής, εν προκειμένω, ήταν καταχρηστική στο μέτρο που δεν παρέσχε στη Γερμανική Κυβέρνηση τη δυνατότητα να συμπληρώσει την αρχική της επιχειρηματολογία με τα νέα επιστημονικά στοιχεία που διέθετε. Ο λόγος της απορρίψεως της αιτήσεως, ήτοι η μη προσκόμιση νέων επιστημονικών στοιχείων, οφείλεται αποκλειστικά στην προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας.
56 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι καμία αρχή του δικαίου και κανένας κανόνας δεν την υποχρεώνουν να ενημερώνει τα κράτη μέλη για τις ισχύουσες σε μια δεδομένη στιγμή διατάξεις του κοινοτικού δικαίου. Η γενική αρχή ότι δεν δικαιολογείται άγνοια νόμου ισχύει εξίσου και για τα κράτη μέλη.
57 Επιπλέον, κατά την Επιτροπή, η Γερμανική Κυβέρνηση δεν αγνοούσε ότι η Συνθήκη του Άμστερνταμ δεν περιείχε μεταβατικές διατάξεις όσον αφορά την αντικατάσταση του άρθρου 100 Α, παράγραφοι 3 έως 5, της Συνθήκης από το άρθρο 95, παράγραφοι 3 έως 10, ΕΚ. Δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν όφειλε να ενημερώσει την εν λόγω Κυβέρνηση σχετικά με τη νέα έννομη κατάσταση, το γεγονός ότι, σε παρόμοια περίπτωση, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος ενημερώθηκε σχετικά δεν ασκεί καμία επιρροή.
58 Η Επιτροπή προσθέτει ότι γνώριζε ότι τα τυπικά κριτήρια εκτιμήσεως είχαν αλλάξει κατόπιν της κοινοποιήσεως των επίδικων διατάξεων, καθότι το προηγούμενο σύστημα δεν απαιτούσε την τεκμηρίωση της κοινοποιήσεως με νέα επιστημονικά στοιχεία. Συνεπώς, εξέτασε την εν λόγω κοινοποίηση λαμβάνοντας υπόψη την ειδική αυτή περίσταση.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
59 Πρέπει να υπομνησθεί ότι, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 43 έως 48 της παρούσας αποφάσεως, το άρθρο 95 ΕΚ συνιστά κατάλληλη νομική βάση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
60 Δεν αμφισβητείται ότι η Γερμανική Κυβέρνηση δεν μπορούσε να αγνοεί τη θέση σε ισχύ, από 1ης Μα_ου 1999, των νέων διατάξεων σχετικά με την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών που προστέθηκαν στη Συνθήκη ΕΚ με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ.
61 Υπό τις συνθήκες αυτές, η Γερμανική Κυβέρνηση όφειλε να γνωρίζει ότι, μετά την ημερομηνία αυτή, η απόφαση της Επιτροπής σχετικά με την αίτηση εφαρμογής των επίδικων διατάξεων θα στηριζόταν κατ' ανάγκη σε νέα νομική βάση, ήτοι στο άρθρο 95 ΕΚ. Συγκεκριμένα, καμία άλλη νομική διάταξη δεν παρείχε στην Επιτροπή εξουσία αποφάσεως στον τομέα αυτό.
62 Περαιτέρω, η Γερμανική Κυβέρνηση μπορούσε να συμπληρώσει με δική της πρωτοβουλία τον φάκελο που είχε αποστείλει στην Επιτροπή στις 11 Δεκεμβρίου 1998 προς στήριξη της αιτήσεώς της.
63 Συνεπώς, η Επιτροπή ουδόλως υποχρεούνταν να ειδοποιήσει τη Γερμανική Κυβέρνηση για το ότι η εκτίμηση των κοινοποιηθεισών επίδικων διατάξεων θα γινόταν βάσει του άρθρου 95 ΕΚ. Επομένως, μη προβαίνοντας στην ειδοποίηση αυτή, η Επιτροπή δεν προσέβαλε τα δικαιώματα άμυνας του αιτούντος κράτους μέλους ούτε παραβίασε την αρχή που επιβάλλει στα κράτη μέλη και στα κοινοτικά όργανα αμοιβαίο καθήκον πιστής συνεργασίας.
64 Κατόπιν των προεκτεθέντων, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
65 Με τον τρίτο λόγο ακυρώσεως η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η Επιτροπή εκτίμησε εσφαλμένα τις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 95, παράγραφος 5, ΕΚ.
66 Κατά την άποψή της, μετά την έκδοση της οδηγίας 97/69, κυκλοφόρησαν, το 1998 και 1999, αρκετές δημοσιεύσεις που περιείχαν νέα επιστημονικά στοιχεία σχετικά με το ζήτημα των ΤΟΙ. Τα στοιχεία αυτά επιβεβαίωσαν τους κινδύνους που προκαλούν οι ΤΟΙ καθώς και τη θέση της Γερμανικής Κυβερνήσεως ότι από τις μεθόδους των κοινοτικών δοκιμών για τις ΤΟΙ δεν προκύπτει με βεβαιότητα ασφαλής αξιολόγηση για την προστασία του ανθρώπου και του περιβάλλοντος.
67 Οι επίδικες διατάξεις αποβλέπουν στην προστασία του περιβάλλοντος και του χώρου εργασίας, πράγμα που η Επιτροπή αναγνώρισε εξάλλου με την προσβαλλόμενη απόφαση.
68 Οι εν λόγω διατάξεις δικαιολογούνται λόγω του ειδικού προβλήματος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, τόσο όσον αφορά την έκταση χρησιμοποιήσεως των ΤΟΙ όσο και τη δομή του κύκλου των χρηστών.
69 Πράγματι, στη Γερμανία παρατηρείται όχι μόνον η σημαντικότερη κατανάλωση μονωτικών υλικών από ΤΟΙ σε σχέση με όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση, με αποτέλεσμα να εκτίθεται στην κόνη των ινών αριθμός εργατών ανώτερος από αυτόν των άλλων κρατών μελών, αλλά και σημαντική χρησιμοποίηση των υλικών αυτών από ιδιώτες στους οποίους δεν εφαρμόζονται οι σχετικές με την προστασία της εργασίας διατάξεις και οι οποίοι είναι λιγότερο συνηθισμένοι στο να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προστασίας.
70 Η ιδιαιτερότητα της γερμανικής καταστάσεως απορρέει, επίσης, από μια αυστηρότερη περιβαλλοντική πολιτική, η οποία εκφράζεται με την ενίσχυση των νομικών κανόνων σε θέματα θερμομονώσεως, μολονότι στη Γερμανία παρατηρούνται έντονες χειμερινές συνθήκες.
71 Εξάλλου, κατά την προσφεύγουσα, το πρόβλημα των ΤΟΙ εμφανίστηκε στη Γερμανία μόνο μετά τη θέσπιση του μέτρου εναρμονίσεως. Η χρησιμοποίηση των ΤΟΙ στη Γερμανία αυξήθηκε μετά την 5η Δεκεμβρίου 1997, ημερομηνία εκδόσεως της οδηγίας 97/69, λόγω τόσο των εθνικών μέτρων για την εξοικονόμηση ενέργειας όσο και των διεθνών υποχρεώσεων, όσον αφορά τον περιορισμό των αερίων που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου, που η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ανέλαβε υπογράφοντας το Πρωτόκολλο του Κιότο, στις 10 Δεκεμβρίου 1997.
72 Όσον αφορά τους λόγους επιβολής αυστηρότερων κανόνων επισημάνσεως για τις ΤΟΙ σε σχέση με τις προϋποθέσεις του άρθρου 95, παράγραφος 6, ΕΚ, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι ένα τέτοιο μέτρο δεν συνιστά αυθαίρετη διάκριση, καθότι εφαρμόζεται αδιακρίτως σε όλα τα εγχώρια ή εισαγόμενα στη Γερμανία προϊόντα.
73 Δεν συνιστά, εξάλλου, συγκεκαλυμμένο περιορισμό του ενδοκοινοτικού εμπορίου. Συγκεκριμένα, όλοι οι Γερμανοί και αλλοδαποί παρασκευαστές, έχοντας ήδη προσανατολίσει την παραγωγή τους σε προϊόντα που αποτελούνται από αποικοδομήσιμες ίνες, είναι από τεχνικής απόψεως σε θέση να κατασκευάζουν χωρίς πρόβλημα ΤΟΙ που προορίζονται για θερμομόνωση και ηχομόνωση, χωρίς να υφίστανται δυσανάλογο οικονομικό κόστος.
74 Τέλος, η προβλεπόμενη με τις επίδικες διατάξεις υποχρέωση αυστηρότερης επισημάνσεως δεν ισοδυναμεί με απαγόρευση θέσεως των ΤΟΙ σε κυκλοφορία και, κατ' επέκταση, δεν εμποδίζει τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.
75 Όσον αφορά τα νέα επιστημονικά στοιχεία σχετικά με την προστασία του περιβάλλοντος ή του χώρου εργασίας, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι η προσφεύγουσα, με το δικόγραφο της προσφυγής της, αναφέρεται σε έρευνες που δημοσιεύθηκαν το 1999, ήτοι μετά την κοινοποίηση των επίδικων διατάξεων που πραγματοποιήθηκε στις 11 Δεκεμβρίου 1998. Στην αίτησή της η Γερμανική Κυβέρνηση δεν αναφέρει καν τις μελέτες που δημοσιεύθηκαν το 1998, οι οποίες επίσης παρατίθενται στο δικόγραφο της προσφυγής.
76 Συνεπώς, κατά την Επιτροπή, η προσβαλλόμενη απόφαση μπορούσε να στηριχθεί μόνο στα στοιχεία που της προσκομίστηκαν με την κοινοποίηση των επίδικων διατάξεων. Κατά την άποψη, όμως, της Επιτροπής και της Δημοκρατίας της Φινλανδίας, τα στοιχεία αυτά δεν περιέχουν κανένα νέο επιστημονικό δεδομένο.
77 Περαιτέρω, η Επιτροπή αναγνώρισε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι οι επίδικες διατάξεις είχαν στην πράξη ως αντικείμενο την προστασία του χώρου εργασίας και πληρούσαν, ως εκ τούτου, τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 95, παράγραφος 5, ΕΚ.
78 Όσον αφορά την προϋπόθεση ιδιαιτερότητας της καταστάσεως της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, η Επιτροπή εκτιμά ότι η ιδιαίτερη περίσταση την οποία απαιτεί το άρθρο 95, παράγραφος 5, ΕΚ δεν μπορεί να απορρέει από το γεγονός ότι οι ιδιώτες χρησιμοποιούν όλο και περισσότερες ΤΟΙ στη Γερμανία, καθότι η αγορά προϊόντων που χρησιμοποιούνται από ιδιώτες γνώρισε σημαντική ανάπτυξη και σε άλλα κράτη μέλη. Επιπλέον, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η προϋπόθεση αυτή πληρούται λόγω της ιδιαίτερης καταστάσεως της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ως προς την ενεργειακή της πολιτική, δεδομένου ότι το Πρωτόκολλο του Κιότο δεν έχει τεθεί ακόμη σε ισχύ και, ως εκ τούτου, δεν είναι δυνατό να προβλεφθούν οι ενδεχόμενες συνέπειές του στη χρησιμοποίηση μονωτικών υλικών από ΤΟΙ.
79 Τέλος, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι παρέλκει η εκτίμηση των προϋποθέσεων του άρθρου 95, παράγραφος 6, ΕΚ, εφόσον δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της παραγράφου 5 του άρθρου αυτού.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
80 Το άρθρο 95, παράγραφος 5, ΕΚ απαιτεί, αφενός, να στηρίζεται η θέσπιση εθνικών διατάξεων που αποκλίνουν από ένα μέτρο εναρμονίσεως σε νέα επιστημονικά στοιχεία σχετικά με την προστασία του περιβάλλοντος ή του χώρου εργασίας, για λόγους που συντρέχουν μόνο στην περίπτωση του οικείου κράτους μέλους και που έχουν ανακύψει μετά τη θέσπιση του μέτρου εναρμονίσεως και, αφετέρου, να κοινοποιούνται στην Επιτροπή οι προς θέσπιση διατάξεις και οι λόγοι που υπαγορεύουν τη θέσπισή τους.
81 Επειδή πρόκειται προφανώς για σωρευτικές προϋποθέσεις, πρέπει να πληρούνται όλες, σε αντίθετη δε περίπτωση η Επιτροπή απορρίπτει τις αποκλίνουσες εθνικές διατάξεις.
82 Όσον αφορά την προϋπόθεση σχετικά με την προσκόμιση νέων επιστημονικών στοιχείων, η επιστημονική επιτροπή για την τοξικότητα, την οικοτοξικότητα και το περιβάλλον διατύπωσε, στις 10 Σεπτεμβρίου 1999, γνώμη με την οποία κατέληξε ότι τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν κατά την κοινοποίηση των επίδικων διατάξεων δεν αφορούσαν επιστημονικά στοιχεία που εμφανίστηκαν μετά την έκδοση της οδηγίας 97/69.
83 Λαμβάνοντας υπόψη τη γνώμη αυτή, η Επιτροπή έκρινε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι η ως άνω προϋπόθεση δεν πληρούνταν.
84 Η προσφεύγουσα αμφισβητεί την εκτίμηση αυτή, κατά τρόπο βεβαίως όχι αρκετά σαφή, ισχυριζόμενη ότι δεν μπορούσε να κοινοποιήσει στην Επιτροπή τα νέα επιστημονικά στοιχεία που διέθετε για τη θέσπιση των επίδικων διατάξεων, διότι η Επιτροπή δεν της επισήμανε ότι θα εξέταζε το βάσιμο της αιτήσεώς της βάσει του άρθρου 95, παράγραφος 5, ΕΚ, μη παρέχοντάς της κατ' αυτόν τον τρόπο τη δυνατότητα να συμπληρώσει την αίτησή της.
85 Μια τέτοια επιχειρηματολογία δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
86 Συγκεκριμένα, πρέπει να υπομνησθεί ότι το άρθρο 95, παράγραφος 5, ΕΚ απαιτεί ρητά, εκτός από την κοινοποίηση των προς θέσπιση διατάξεων, την κοινοποίηση των λόγων θεσπίσεώς τους. Μεταξύ των λόγων αυτών πρέπει να αναφέρονται, ιδίως, τα νέα επιστημονικά στοιχεία που δικαιολογούν, σε συνδυασμό με τις άλλες προβλεπόμενες προϋποθέσεις, τη θέσπιση των εθνικών διατάξεων που κοινοποιούνται. Όπως, όμως, επισημάνθηκε με τις σκέψεις 62 και 63 της παρούσας αποφάσεως, η Γερμανική Κυβέρνηση δεν μπορεί βασίμως να υποστηρίζει ότι δεν μπορούσε με δική της πρωτοβουλία να συμπληρώσει τον φάκελο που απέστειλε στην Επιτροπή, αλλά ότι όφειλε η Επιτροπή να την ειδοποιήσει για το ότι θα εκτιμούσε τις κοινοποιηθείσες επίδικες διατάξεις βάσει του άρθρου 95, παράγραφος 5, ΕΚ και να απαιτήσει την κοινοποίηση των λόγων που δικαιολογούν τις αποκλίνουσες εθνικές διατάξεις.
87 Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Γερμανική Κυβέρνηση παρέλειψε να κοινοποιήσει τους λόγους θεσπίσεως των επίδικων διατάξεων, όπως απαιτεί το άρθρο 95, παράγραφος 5, ΕΚ, και ότι, κατά συνέπεια, δεν πληρούνταν η προϋπόθεση αυτή.
88 Δεδομένου του σωρευτικού χαρακτήρα των προϋποθέσεων του άρθρου 95, παράγραφος 5, ΕΚ, παρέλκει η εξέταση των προϋποθέσεων που αφορούν την προστασία του περιβάλλοντος ή του χώρου εργασίας και την ιδιαιτερότητα της καταστάσεως της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.
89 Όσον αφορά την προβλεπόμενη στο άρθρο 95, παράγραφος 6, ΕΚ εξέταση του αν οι επίδικες διατάξεις αποτελούν ή δεν αποτελούν μέσο αυθαιρέτων διακρίσεων ή συγκεκαλυμμένο περιορισμό του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών και εάν συνιστούν ή όχι εμπόδιο στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, πρέπει εκ προοιμίου να σημειωθεί ότι η Επιτροπή πρέπει να προβαίνει σε τέτοιου είδους εξέταση μόνον εφόσον έχει προηγουμένως διαπιστώσει ότι το εν λόγω κράτος μέλος τήρησε πράγματι τις προϋποθέσεις που απαριθμούνται στην παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου, πράγμα που δεν συνέβαινε εν προκειμένω.
90 Συνεπώς, ορθώς η Επιτροπή απέρριψε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, τις επίδικες διατάξεις.
91 Επομένως, ο τρίτος λόγος ακυρώσεως καθώς και η προσφυγή στο σύνολό της πρέπει να απορριφθούν.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
92 Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα αν ο αντίδικος διατύπωσε σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η οποία και ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
93 Δυνάμει του άρθρου 69, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, του ίδιου κανονισμού, η Δημοκρατία της Φινλανδίας, που παρενέβη στη δίκη, θα φέρει τα δικά της δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στα δικαστικά έξοδα.
3) Η Δημοκρατία της Φινλανδίας φέρει τα δικά της δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy