Υπόθεση C-77/99 DEP
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Oder-Plan Architektur GmbH, υπό εκκαθάριση, κ.λπ.
«Καθορισμός των δικαστικών εξόδων»
Περίληψη της διατάξεως
1. Διαδικασία – Δικαστικά έξοδα – Καθορισμός – Έξοδα δυνάμενα να αναζητηθούν – Στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη
(Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου, άρθρο 74)
2. Διαδικασία – Δικαστικά έξοδα – Καθορισμός – Έξοδα δυνάμενα να αναζητηθούν – Έννοια – Στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη – Αναγκαία έξοδα της διαδικασίας καθορισμού – Εμπίπτουν
(Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου, άρθρα 69 § 1 και 74)
1. Για τον καθορισμό των δικαστικών εξόδων, όσον αφορά τις αμοιβές δικηγόρων, το κοινοτικό δίκαιο δεν περιλαμβάνει διατάξεις περί τιμών ή περί του αναγκαίου χρόνου εργασίας. Επομένως, το Δικαστήριο οφείλει να εκτιμήσει ελευθέρως τα στοιχεία της υποθέσεως, λαμβάνοντας υπόψη το αντικείμενο και τη φύση της διαφοράς, τη σημασία της από πλευράς κοινοτικού δικαίου, καθώς και τις δυσχέρειες της υποθέσεως, τον φόρτο εργασίας που κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν οι εκπρόσωποι ή οι σύμβουλοι λόγω της ένδικης διαδικασίας και τα οικονομικά συμφέροντα που αντιπροσώπευε η διαφορά για τους διαδίκους.
(βλ. σκέψη 18)
2. Όσον αφορά τα έξοδα της διαδικασίας καθορισμού των δικαστικών εξόδων, αντιθέτως προς το άρθρο 69, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, το οποίο ορίζει ότι απόφαση για τα δικαστικά έξοδα λαμβάνεται με την απόφαση ή τη διάταξη που περατώνει τη δίκη, το άρθρο 74 του εν λόγω κανονισμού δεν περιλαμβάνει τέτοια διάταξη. Τούτο οφείλεται στο γεγονός ότι το Δικαστήριο, καθορίζοντας τα δυνάμενα να αναζητηθούν δικαστικά έξοδα, λαμβάνει υπόψη το σύνολο των στοιχείων της υποθέσεως μέχρι του χρονικού σημείου της δημοσιεύσεως της διατάξεως περί καθορισμού των δικαστικών εξόδων. Κατά συνέπεια, αφενός, παρέλκει να αποφανθεί το Δικαστήριο χωριστά επί των εξόδων στα οποία υποβλήθηκαν οι διάδικοι λόγω της παρούσας διαδικασίας. Αφετέρου, τούτο σημαίνει ότι τα αναγκαία έξοδα εκ της παρούσας διαδικασίας δύνανται να αναζητηθούν.
(βλ. σκέψη 24)
ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 4ης Φεβρουαρίου 2004 (*)
«Καθορισμός των δικαστικών εξόδων»
Στην υπόθεση C-77/99 DEP,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον R. B. Wainwright, επικουρούμενο από τον M. Núñez-Müller, Rechtsanwalt, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
αιτούσα,
κατά
Oder-Plan Architektur GmbH, υπό εκκαθάριση, με έδρα στο Βερολίνο (Γερμανία), εκπροσωπούμενης από τον εκκαθαριστή της, C. Schlote,
NCC Deutsche Bau GmbH, πρώην NCC Siab Bau GmbH, με έδρα στο Fürstenwalde (Γερμανία), νομίμως εκπροσωπούμενης από τον διαχειριστή της, K. Bauer, εκπροσωπούμενο από τον D. Stoecker, Rechtsanwalt,
και
Esbensen Consulting Engineers, με έδρα στο Virum (Δανία), εκπροσωπούμενης από τον D. Stoecker,
καθών,
που έχει ως αντικείμενο τον καθορισμό των δυνάμενων να αναζητηθούν δικαστικών εξόδων κατόπιν της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 11ης Οκτωβρίου 2001, C-77/99, Επιτροπή κατά Oder-Plan Architektur κ.λπ. (Συλλογή 2001, σ. I-7355),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους A. Rosas, πρόεδρο τμήματος, R. Schintgen και N. Colneric (εισηγήτρια), δικαστές,
γενική εισαγγελέας: J. Kokott
γραμματέας: R. Grass
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Το ιστορικό της διαφοράς και τα αιτήματα της Επιτροπής
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 3 Μαρτίου 1999, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 181 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 238 ΕΚ), αγωγή με την οποία ζητεί να υποχρεωθούν οι εταιρίες Oder‑Plan Architektur GmbH (στο εξής: Oder-Plan), NCC Deutsche Bau GmbH (στο εξής: Deutsche Bau) και Esbensen Consulting Engineers (στο εξής: Esbensen) να της καταβάλουν αλληλεγγύως το ποσό των 54 510 ευρώ, πλέον τόκων ύψους 20 798,70 ευρώ για την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 1993 έως τις 15 Ιανουαρίου 1999 και, από τις 16 Ιανουαρίου 1999, πλέον τόκων με το επιτόκιο που εφαρμόζει το Ευρωπαϊκό Ταμείο Νομισματικής Συνεργασίας για τις πράξεις του σε ευρώ, προσαυξημένο κατά 2 %, επί του κυρίως ποσού των 54 510 ευρώ.
2 Η διαφορά προέκυψε από σύμβαση η οποία αφορούσε τη χορήγηση χρηματοδοτικής ενισχύσεως για την πραγματοποίηση σχεδίου στον τομέα της ενέργειας. Αφού κατήγγειλε την εν λόγω σύμβαση, η Επιτροπή ζήτησε την απόδοση μέρους της ενισχύσεως.
3 Με απόφαση της 11ης Οκτωβρίου 2001, C‑77/99, Επιτροπή κατά Oder‑Plan Architektur κ.λπ. (Συλλογή 2001, σ. I‑7355), το Δικαστήριο, αφενός, καταδίκασε ερήμην την Oder‑Plan, αλληλεγγύως με την Deutsche Bau και την Esbensen, να καταβάλει στην Επιτροπή το ποσό των 54 510 ευρώ, πλέον τόκων ύψους 12 077,09 ευρώ για την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 1995 έως τις 15 Ιανουαρίου 1999. Αφετέρου, καταδίκασε τις Deutsche Bau και Esbensen, αλληλεγγύως μεταξύ τους και αλληλεγγύως με την Oder‑Plan, να καταβάλουν στην Επιτροπή το ποσό των 54 510 ευρώ, πλέον τόκων ύψους 12 077,09 ευρώ για την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 1995 έως τις 15 Ιανουαρίου 1999. Το Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή κατά τα λοιπά. Επίσης καταδίκασε τις Oder‑Plan, Deutsche Bau και Esbensen αλληλεγγύως στα δικαστικά έξοδα.
4 Κατόπιν της αποφάσεως αυτής, η Επιτροπή, με επιστολή της 12ης Νοεμβρίου 2001, πληροφόρησε τις Deutsche Bau και Esbensen ότι τα εις βάρος τους έξοδα ανέρχονται σε 5 949,54 ευρώ για τις αμοιβές δικηγόρων και σε 250 ευρώ για τα διοικητικά έξοδα. Οι λογαριασμοί αμοιβών των δικηγόρων της Επιτροπής επισυνάπτονταν στην εν λόγω επιστολή.
5 Με επιστολή της 27ης Νοεμβρίου 2001, οι Deutsche Bau και Esbensen αρνήθηκαν να καταβάλουν τα αιτούμενα από την Επιτροπή ποσά [...]. Οι εναγόμενες όφειλαν […] στην Επιτροπή ποσό μη υπερβαίνον τα 4 930 γερμανικά μάρκα (DEM), κατ’ ανώτατο όριο, ήτοι 2 520,67 ευρώ.
[…]
8 Η εναγομένη Oder‑Plan δεν απάντησε στις αιτήσεις πληρωμής, ούτε στα χρεωστικά σημειώματα και τις επιστολές οχλήσεως που της απηύθυνε η Επιτροπή και δεν προέβη σε καταβολή.
9 Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή ζήτησε από το Δικαστήριο, με δικόγραφο που κατέθεσε στις 19 Δεκεμβρίου 2002, σύμφωνα με το άρθρο 74, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, να καθορίσει τα δικαστικά έξοδα, τα οποία βαρύνουν αλληλεγγύως τις καθών, στο συνολικό ποσό των 8 199,44 ευρώ.
Επί της ουσίας
Επιχειρήματα των διαδίκων
[…]
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
[…]
18 Όσον αφορά τις αμοιβές δικηγόρων, το κοινοτικό δίκαιο δεν περιλαμβάνει διατάξεις περί τιμών ή περί του αναγκαίου χρόνου εργασίας. Επομένως, το Δικαστήριο οφείλει να εκτιμήσει ελευθέρως τα στοιχεία της υποθέσεως, λαμβάνοντας υπόψη το αντικείμενο και τη φύση της διαφοράς, τη σημασία της από πλευράς κοινοτικού δικαίου, καθώς και τις δυσχέρειες της υποθέσεως, τον φόρτο εργασίας που κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν οι εκπρόσωποι ή οι σύμβουλοι λόγω της ένδικης διαδικασίας και τα οικονομικά συμφέροντα που αντιπροσώπευε η διαφορά για τους διαδίκους (βλ. τη διάταξη [της 6ης Ιανουαρίου 2004, C‑104/89 DEP,] Mulder κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής [που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή], σκέψη 51).
[...]
22 Κατόπιν των προεκτεθέντων, το ποσό των 5 949,44 ευρώ, το οποίο ζητήθηκε ως αμοιβή δικηγόρων για την κύρια δίκη, δεν υπερβαίνει τα αναγκαία έξοδα κατά την έννοια του άρθρου 73, στοιχείο β΄, του Κανονισμού Διαδικασίας.
23 Όσον αφορά τα διοικητικά έξοδα, το ποσό των 250 ευρώ μπορεί επίσης να γίνει δεκτό, λαμβανομένου υπόψη ότι τούτο δεν περιλαμβάνει μόνον τα εσωτερικά διοικητικά έξοδα που σχετίζονται με τα αντίγραφα, αλλά επίσης τα απορρέοντα από τις μετακινήσεις για παράσταση επ’ ακροατηρίου.
24 Όσον αφορά τα έξοδα της διαδικασίας καθορισμού των δικαστικών εξόδων, αντιθέτως προς το άρθρο 69, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο ορίζει ότι απόφαση για τα δικαστικά έξοδα λαμβάνεται με την απόφαση ή τη διάταξη που περατώνει τη δίκη, το άρθρο 74 του εν λόγω κανονισμού δεν περιλαμβάνει τέτοια διάταξη. Τούτο οφείλεται στο γεγονός ότι το Δικαστήριο, καθορίζοντας τα δυνάμενα να αναζητηθούν δικαστικά έξοδα, λαμβάνει υπόψη το σύνολο των στοιχείων της υποθέσεως μέχρι του χρονικού σημείου της δημοσιεύσεως της διατάξεως περί καθορισμού των δικαστικών εξόδων. Κατά συνέπεια, αφενός, παρέλκει να αποφανθεί το Δικαστήριο χωριστά επί των εξόδων στα οποία υποβλήθηκαν οι διάδικοι λόγω της παρούσας διαδικασίας (βλ. την προπαρατεθείσα διάταξη Mulder κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, σκέψη 87). Αφετέρου, τούτο σημαίνει ότι τα αναγκαία έξοδα εκ της παρούσας διαδικασίας δύνανται να αναζητηθούν (βλ., σε αυτό το πνεύμα, την προπαρατεθείσα διάταξη Mulder, σκέψεις 87 και 88).
25 Ωστόσο, λαμβανομένων υπόψη των μνημονευομένων με τη σκέψη 18 της παρούσας διατάξεως κριτηρίων, το διεκδικούμενο προς τούτο ποσό των 2 000 ευρώ υπερβαίνει κατά πολύ το ποσό που μπορεί να ληφθεί υπόψη. Σε αυτό το πλαίσιο, πρέπει, ιδίως, να τονισθεί ότι μόνον ποσό 3 678,77 ευρώ απετέλεσε αντικείμενο σοβαρών αμφισβητήσεων.
26 Υπό τις συνθήκες αυτές, τα δυνάμενα να αναζητηθούν δικαστικά έξοδα πρέπει να καθορισθούν συνολικώς στο ποσό των 6 600 ευρώ.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
διατάσσει:
Τα αποδοτέα προς την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων δικαστικά έξοδα, αλληλεγγύως εκ μέρους των Oder‑Plan Architektur GmbH, NCC Deutsche Bau GmbH και Esbensen Consulting Engineers, καθορίζονται συνολικώς στο ποσό των 6 600 ευρώ.
Λουξεμβούργο, 4 Φεβρουαρίου 2004.
Ο Γραμματέας
Ο Πρόεδρος του τρίτου τμήματος
R. Grass
A. Rosas
* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy