Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1. ροδικαστικά ερωτήματα - Απάντηση δυναμένη να συναχθεί σαφώς από τη νομολογία - Εφαρμογή του άρθρου 104, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας
(Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου, άρθρο 104 § 3)
2. Φορολογικές διατάξεις - Εναρμόνιση των νομοθεσιών - Έμμεσοι φόροι επιβαλλόμενοι επί των συγκεντρώσεων κεφαλαίων - Οδηγία 69/335 - Φόρος εισφοράς και φόρος εμφανίζων τα ίδια χαρακτηριστικά γνωρίσματα με τον πρώτο - Έννοια - Φόρος επί της καθαρής περιουσίας των επιχειρήσεων - Δεν περιλαμβάνεται - Φόρος επιβαλλόμενος επίσης στο τμήμα της καθαρής περιουσίας που αποτελείται από το εγγραφόμενο ετησίως στον ισολογισμό εταιρικό κεφάλαιο - Δεν ασκεί επιρροή
(Οδηγία 69/335 του Συμβουλίου, άρθρα 4 και 10)
Διάδικοι
Στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-279/99, C-293/99, C-296/99, C-330/99 και C-336/99,
που έχουν ως αντικείμενο αιτήσεις της Commissione tributaria di primo grado di Trento (Ιταλία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 234 ΕΚ, με τις οποίες ζητείται, στο πλαίσιο των διαφορών που εκκρεμούν ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Petrolvilla & Bortolotti SpA
και
Direzione delle Entrate per la Provincia di Trento (C-279/99),
μεταξύ
Energy Service Srl
και
Direzione delle Entrate per la Provincia di Trento (C-293/99),
μεταξύ
Pavarini Components SpA
και
Direzione delle Entrate per la Provincia di Trento (C-296/99),
μεταξύ
Hôtel Bellavista di Litterini Valter e Nadia Snc,
Cattoni Hôtel Plaza di Cattoni Gian Carlo e C. Snc,
Villa Luti Srl
και
Ufficio Imposte Dirette di Tione di Trento,
Centro di Servizio delle Imposte Dirette e Indirette di Trento (C-330/99),
και μεταξύ
Tumedei SpA
και
Centro di Servizio delle Imposte Dirette e Indirette di Trento (C-336/99),
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 69/335/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Ιουλίου 1969, περί των εμμέσων φόρων των επιβαλλομένων επί των συγκεντρώσεων κεφαλαίων (ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 20), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 85/303/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Ιουνίου 1985 (EE L 156, σ. 23),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Μ. Wathelet, πρόεδρο τμήματος, P. Jann (εισηγητή) και L. Sevón, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: L. A. Geelhoed
γραμματέας: R. Grass
αφού ενημέρωσε το αιτούν δικαστήριο ότι το Δικαστήριο προτίθεται να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη, σύμφωνα με το άρθρο 104, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας,
αφού κάλεσε τους διαδίκους της κύριας δίκης, τα κράτη μέλη και τα θεσμικά όργανα που διαλαμβάνονται στο άρθρο 20 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου να υποβάλουν συναφώς τις ενδεχόμενες παρατηρήσεις τους,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διατάξεις της 29ης Απριλίου (C-330/99), της 13ης Μα_ου (C-336/99) και της 10ης Ιουνίου 1999 (C-279/99, C-293/99 και C-296/99), που περιήλθαν στο Δικαστήριο στις 26 Ιουλίου (C-279/99), στις 5 Αυγούστου (C-293/99), στις 6 Αυγούστου (C-296/99), στις 2 Σεπτεμβρίου (C-330/99) και στις 10 Σεπτεμβρίου 1999 (C-336/99), η Commissione tributaria di primo grado di Trento υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 234 ΕΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 69/335/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Ιουλίου 1969, περί των εμμέσων φόρων των επιβαλλομένων επί των συγκεντρώσεων κεφαλαίων (ΕΕ ειδ. έκδ. 09/001, σ. 20), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 85/303/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Ιουνίου 1985 (EE L 156, σ. 23, στο εξής: οδηγία).
2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφορών μεταξύ διαφόρων επιχειρήσεων εγκατεστημένων στην Ιταλία και της ιταλικής φορολογικής αρχής, όσον αφορά αιτήσεις επιστροφής ποσών που καταβλήθηκαν ως φόρος επί της καθαρής περιουσίας των επιχειρήσεων.
3 Η οδηγία αποσκοπεί, μεταξύ άλλων, στην εναρμόνιση των στοιχείων που συντελούν στον καθορισμό και στην είσπραξη του φόρου στον οποίο υπόκεινται οι εταιρικές εισφορές εντός της Κοινότητας, στο πλαίσιο της εξαλείψεως των φορολογικών εμποδίων που δυσχεραίνουν την ελεύθερη κίνηση των κεφαλαίων (βλ. απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1998, C-4/97, Nonwoven, Συλλογή 1998, σ. Ι-6469, σκέψη 3).
4 Το άρθρο 4 της οδηγίας απαριθμεί, στην παράγραφο 1, τις πράξεις που πρέπει να υπόκεινται στον φόρο εισφοράς και, στην παράγραφο 2, τις πράξεις που μπορούν να υπαχθούν στον φόρο αυτό.
5 Το άρθρο 10 της οδηγίας απαριθμεί τις πράξεις στις οποίες δεν μπορεί να επιβληθεί κανένας άλλος φόρος πέραν του φόρου εισφοράς. Μεταξύ των πράξεων αυτών συγκαταλέγονται οι πράξεις που διαλαμβάνονται στο άρθρο 4 της οδηγίας.
6 Με το νομοθετικό διάταγμα 394, της 30ής Σεπτεμβρίου 1992 (GURI αριθ. 230, της 30ής Σεπτεμβρίου 1992), εισήχθη στο ιταλικό φορολογικό σύστημα ο φόρος επί της καθαρής περιουσίας των επιχειρήσεων. Οι υποκείμενοι στον φόρο αυτό είναι, μεταξύ άλλων, οι κεφαλαιουχικές εταιρίες, οι συνεταιριστικές εταιρίες και οι αλληλασφαλιστικές εταιρίες, οι δημόσιοι και ιδιωτικοί οργανισμοί πλην των εταιριών, οι οποίοι έχουν όμως αποκλειστικό ή/και κύριο αντικείμενο την άσκηση εμπορικών δραστηριοτήτων, καθώς και τα φυσικά πρόσωπα τα οποία ασκούν επιχειρηματικές δραστηριότητες που τους αποφέρουν εισοδήματα (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Nonwoven, σκέψη 9).
7 Η βάση επιβολής του φόρου αυτού αποτελείται από την καθαρή εταιρική περιουσία, όπως αυτή προκύπτει από τον ισολογισμό της λήξης του οικονομικού έτους, αφαιρουμένων των κερδών του έτους, η οποία περιλαμβάνει διάφορα στοιχεία, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται, ιδίως, το καλυφθέν εταιρικό κεφάλαιο, έστω και αν δεν έχει ακόμη καταβληθεί (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Nonwoven, σκέψη 10).
8 Οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης κατέβαλαν τον φόρο επί της καθαρής περιουσίας των επιχειρήσεων για διάφορες φορολογικές περιόδους κατά τα έτη 1992-1997. Δεδομένου ότι δεν έλαβαν απάντηση από τη φορολογική αρχή όσον αφορά τις αιτήσεις επιστροφής του εν λόγω φόρου που της είχαν υποβάλει, άσκησαν ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, μεταξύ της 30ής Ιουλίου 1997 και της 17ης Ιουνίου 1998, προσφυγές στρεφόμενες κατά των σιωπηρών απορρίψεων των εν λόγω αιτήσεων.
9 Στις 27 Οκτωβρίου 1998, το Δικαστήριο εξέδωσε την προπαρατεθείσα απόφαση Nonwoven, με την οποία έκρινε ότι η οδηγία δεν απαγορεύει την επιβολή στις κεφαλαιουχικές εταιρίες ενός φόρου, όπως είναι ο φόρος επί της καθαρής περιουσίας των επιχειρήσεων.
10 Ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης ισχυρίστηκαν ότι η απάντηση αυτή, η οποία δόθηκε σε σχέση με ερώτημα διατυπωθέν κατά τρόπο γενικό, χρήζει διευκρινίσεων, καθόσον αφορά το ειδικό σημείο της συμπεριλήψεως του εταιρικού κεφαλαίου στη βάση επιβολής του φόρου. Υποστηρίζουν ότι ο επίμαχος φόρος, καθόσον πλήττει το εταιρικό κεφάλαιο, συνιστά φόρο εισφοράς ή, τουλάχιστον, έχει ισοδύναμο αποτέλεσμα με νέα επιβολή του φόρου εισφοράς, κατά παράβαση της απαγορεύσεως που επιβάλλει η οδηγία.
11 Η Commissione tributaria di primo grado di Trento, λαμβάνοντας υπόψη την επιχειρηματολογία που προβλήθηκε ενώπιόν της, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα, το οποίο έχει πανομοιότυπη διατύπωση και στις πέντε διατάξεις:
«Συνάδει προς το κοινοτικό δίκαιο και, ειδικότερα, προς την οδηγία 69/335/ΕΟΚ, της 17ης Ιουλίου 1969, η πολυετής επιβολή φόρου, με συντελεστή 0,75 % ετησίως, κατ' εφαρμογήν του νομοθετικού διατάγματος 394 της 30ής Σεπτεμβρίου 1992, όσον αφορά αποκλειστικά το τμήμα της καθαρής περιουσίας που αποτελείται από το εταιρικό κεφάλαιο το οποίο εγγράφεται ετησίως στον ισολογισμό, το οποίο έχει ήδη υποβληθεί στον αρχικό φόρο εισφοράς του 1 %;».
12 Με διάταξη του ροέδρου του Δικαστηρίου της 21ης Σεπτεμβρίου 1999, οι πέντε υποθέσεις ενώθηκαν για τη διεξαγωγή της γραπτής και της προφορικής διαδικασίας και για την έκδοση της αποφάσεως.
13 Επιβάλλεται ευθύς εξαρχής η διαπίστωση ότι η απάντηση στο υποβληθέν ερώτημα μπορεί να συναχθεί σαφώς από τη νομολογία του Δικαστηρίου, οπότε το Δικαστήριο πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 104, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη.
14 Συγκεκριμένα, στη σκέψη 21 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Nonwoven, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο φόρος επί της περιουσίας, όπως ο επίμαχος στο πλαίσιο της κύριας δίκης, δεν προϋποθέτει καμία πράξη συνεπαγόμενη κίνηση κεφαλαίων ή αγαθών και δεν αντιστοιχεί συνεπώς σε καμία από τις φορολογητέες πράξεις που απαριθμούνται στο άρθρο 4 της οδηγίας, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 10 αυτής.
15 Στη σκέψη 22 της ίδιας αποφάσεως, το Δικαστήριο τόνισε ότι, ναι μεν είναι αληθές ότι η βάση επιβολής του επιδίκου στο πλαίσιο της κύριας δίκης φόρου λαμβάνει υπόψη το ύψος του καλυφθέντος κεφαλαίου, το οποίο πρέπει ή μπορεί να υπόκειται στον φόρο εισφοράς, πλην όμως το κεφάλαιο αυτό είναι απλώς μία από τις συνιστώσες της καθαρής περιουσίας των επιχειρήσεων. Συγκεκριμένα, η βάση επιβολής του αποτελείται από το σύνολο διαφόρων λογιστικών μεγεθών, στα οποία περιλαμβάνονται τα αποθέματα ή κεφάλαια, καθώς και τα μεταφερθέντα από προηγούμενες χρήσεις κέρδη και οι ζημίες τόσο της παρούσας χρήσεως όσο και των προηγουμένων χρήσεων.
16 Ως συνέπεια των σκέψεων αυτών, το Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 24 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Nonwoven, ότι ένας φόρος, όπως ο επίδικος στο πλαίσιο της κύριας δίκης, δεν αποτελεί φόρο εισφοράς ούτε φόρο έχοντα τα ίδια χαρακτηριστικά με τον φόρο εισφοράς.
17 Από το σκεπτικό της αποφάσεως αυτής προκύπτει ότι το Δικαστήριο προέβη στη διαπίστωση αυτή λαμβάνοντας υπόψη ότι στη βάση επιβολής του φόρου περιλαμβάνεται το εταιρικό κεφάλαιο.
18 Συνεπώς, από την προπαρατεθείσα απόφαση Nonwoven μπορεί να συναχθεί σαφώς ότι το εταιρικό κεφάλαιο δεν πρέπει να απομονώνεται από τη βάση επιβολής του φόρου και να αντιμετωπίζεται χωριστά σε σχέση με τα λοιπά στοιχεία της βάσεως αυτής.
19 Υπό τις συνθήκες αυτές, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η οδηγία δεν απαγορεύει την επιβολή στις κεφαλαιουχικές εταιρίες ενός φόρου όπως είναι ο φόρος επί της καθαρής περιουσίας των επιχειρήσεων, ακόμη και όταν ο φόρος αυτός επιβάλλεται στο τμήμα της καθαρής περιουσίας που αποτελείται από το εγγραφόμενο ετησίως στον ισολογισμό εταιρικό κεφάλαιο.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
20 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Ιταλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε με διατάξεις της 29ης Απριλίου, της 13ης Μα_ου και της 10ης Ιουνίου 1999 η Commissione tributaria di primo grado di Trento, αποφαίνεται:
Η οδηγία 69/335/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Ιουλίου 1969, περί των εμμέσων φόρων των επιβαλλομένων επί των συγκεντρώσεων κεφαλαίων, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 85/303/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Ιουνίου 1985, δεν απαγορεύει την επιβολή στις κεφαλαιουχικές εταιρίες ενός φόρου όπως είναι ο φόρος επί της καθαρής περιουσίας των επιχειρήσεων, ακόμη και όταν ο φόρος αυτός επιβάλλεται στο τμήμα της καθαρής περιουσίας που αποτελείται από το εγγραφόμενο ετησίως στον ισολογισμό εταιρικό κεφάλαιο.
Full & Egal Universal Law Academy