Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Αvαίρεση - Αίτηση αvαιρέσεως πρoδήλως αβάσιμη
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-289/99 P,
Schiocchet SARL, με έδρα το Beuvillers (Γαλλία), εκπροσωπούμενη από τον P. Barbier, δικηγόρο Thionville, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Borislav Erdeljan, 90, route de Thionville,
αναιρεσείουσα,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως κατά της διατάξεως που εξέδωσε στις 21 Μα_ου 1999 το ρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (πρώτο τμήμα) στις υποθέσεις T-169/98 και Τ-170/98, Schiocchet κατά Επιτροπής (μη δημοσιευθείσα ακόμα στη Συλλογή), με την οποία η αναιρεσείουσα ζητεί την εξαφάνιση της διατάξεως αυτής και την ικανοποίηση των αιτημάτων που υπέβαλε στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας,
όπου ο έτερος διάδικος είναι η
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την Μ. Wolfcarius, νομικό σύμβουλο, επικουρούμενη από τον J.-L. Fagnart, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον C. Gómez de la Cruz, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής πρωτοδίκως ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. Gulmann (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, J.-P. Puissochet και την F. Macken, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: S. Alber
γραμματέας: R. Grass
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 3 Αυγούστου 1999, η εταιρία Schiocchet SARL (στο εξής: Schiocchet) άσκησε, δυνάμει του άρθρου 49 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, αναίρεση κατά της διατάξεως του ρωτοδικείου της 21ης Μα_ου 1999, T-169/98 και Τ-170/98, Schiocchet κατά Επιτροπής (μη δημοσιευθείσα ακόμα στη Συλλογή, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη), με την οποία το ρωτοδικείο απέρριψε ως απαράδεκτες τις προσφυγές της με τις οποίες ζητούσε την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής περί θέσεως στο αρχείο των καταγγελιών της αναιρεσείουσας της 4ης και της 5ης Δεκεμβρίου 1996 αντιστοίχως, περί ασκουμένου κατ' αυτής αθέμιτου ανταγωνισμού.
2 Το νομικό πλαίσιο και τα πραγματικά περιστατικά που προκάλεσαν τη διαφορά μεταξύ της Schiocchet και της Επιτροπής παρατίθενται στις σκέψεις 1 έως 14 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως.
Η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη
3 Με δικόγραφα που κατέθεσε στη Γραμματεία του ρωτοδικείου στις 16 Οκτωβρίου 1998, η αναιρεσείουσα άσκησε δύο προσφυγές ενώπιον του ρωτοδικείου με τις οποίες ζητούσε την ακύρωση, αφενός, της απευθυνομένης σε αυτήν αποφάσεως, υπό μορφή εγγράφου της Επιτροπής, της 19ης Αυγούστου 1998, με την οποία την ενημέρωσε για την πρόθεσή της να θέσει τις καταγγελίες της αναιρεσείουσας στο αρχείο και, αφετέρου, των διατάξεων του άρθρου 4, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 684/92 του Συμβουλίου, της 16ης Μαρτίου 1992, για τη θέσπιση κοινών κανόνων στις διεθνείς μεταφορές επιβατών με πούλμαν και λεωφορεία (ΕΕ L 74, σ. 1, στο εξής: κανονισμός), καθόσον συνιστούν αθέμιτο ανταγωνισμό κατά των υφισταμένων τακτικών γραμμών, και συγκεκριμένα κατά των γραμμών της Schiocchet.
4 Η αναιρεσείουσα διευκρίνισε, στη διάρκεια της διαδικασίας, ότι δεν ζητούσε την τυπική ακύρωση, υπό την έννοια του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 230 ΕΚ), των διατάξεων του άρθρου 4, παράγραφος 2, του κανονισμού, αλλά ότι προέβαλλε ένσταση ελλείψεως νομιμότητας υπό την έννοια του άρθρου 184 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 241 ΕΚ), επικαλούμενη το ανεφάρμοστο των διατάξεων αυτών.
5 Η Επιτροπή ζήτησε να απορριφθούν οι προσφυγές ως απαράδεκτες.
6 Το ρωτοδικείο υπενθύμισε καταρχάς, με τη σκέψη 31 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι, κατά πάγια νομολογία, δεν αρκεί η αποστολή εγγράφου από κοινοτικό όργανο στον παραλήπτη, προς απάντηση αιτήματος του τελευταίου, προκειμένου να χαρακτηριστεί αυτό ως απόφαση υπό την έννοια του άρθρου 173 της Συνθήκης, παρεχομένης, με τον τρόπο αυτό, της δυνατότητας ασκήσεως προσφυγής ακυρώσεως. ράξεις δυνάμενες να αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως, υπό την έννοια του άρθρου 173 της Συνθήκης, αποτελούν μόνο τα μέτρα που παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα, ικανά να επηρεάσουν τα συμφέροντα του προσφεύγοντος, μεταβάλλοντας κατά τρόπο σαφή τη νομική του κατάσταση.
7 Το ρωτοδικείο, που διέταξε τη συνεκδίκαση των υποθέσεων λόγω συναφείας, διαπίστωσε, με τη σκέψη 32 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι, ενώ το έγγραφο της Επιτροπής της 19ης Αυγούστου 1998 απλώς «πληροφορεί» την αναιρεσείουσα, αφενός, ότι οι υπηρεσίες της Επιτροπής εκτιμούν ότι οι γαλλικές αρχές δεν παρέβησαν το κοινοτικό δίκαιο και, αφετέρου, ότι «θα προχωρήσουν» στη θέση στο αρχείο των εν λόγω καταγγελιών, εντούτοις η από 7 Οκτωβρίου 1998 απόφαση της Επιτροπής περί θέσεως στο αρχείο δεν γνωστοποιήθηκε στην αναιρεσείουσα ούτε περιήλθε στη γνώση της με άλλον τρόπο παρά μόνο με το εν λόγω έγγραφο. Συνεπώς, το ρωτοδικείο έκρινε ότι με τις ασκηθείσες προσφυγές εζητείτο η ακύρωση της αποφάσεως της 7ης Οκτωβρίου 1998, με την οποία οι καταγγελίες τέθηκαν οριστικά στο αρχείο.
8 Το ρωτοδικείο υπενθύμισε, με τη σκέψη 34 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι η άρνηση της Επιτροπής να λάβει τα μέτρα που ζητούσε η αναιρεσείουσα δεν θα εδύνατο να παραγάγει έννομα αποτελέσματα παρά μόνον εάν η Επιτροπή είχε την εξουσία λήψεως τέτοιων μέτρων δεσμευτικού χαρακτήρα στον εν λόγω τομέα.
9 Με τις σκέψεις 35 και 36 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, το ρωτοδικείο τόνισε ότι, με εξαίρεση μία μόνον περίπτωση η οποία είναι άνευ σημασίας εν προκειμένω, ο κανονισμός δεν εξουσιοδοτεί την Επιτροπή για τη λήψη δεσμευτικών για τα κράτη μέλη και τους ιδιώτες αποφάσεων που να αποσκοπούν στη διασφάλιση, κατά γενικό τρόπο, της τηρήσεως του καθεστώτος μεταφορών που θεσπίζει. Το ρωτοδικείο έκρινε επομένως, με τη σκέψη 37 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι, δυνάμει του κανονισμού, η Επιτροπή δεν είχε εξουσία λήψεως δεσμευτικών αποφάσεων που να κάνουν δεκτές τις εν λόγω καταγγελίες και, συνεπώς, η θέση στο αρχείο των καταγγελιών αυτών δεν δύναται να παραγάγει, δυνάμει του κανονισμού, κανένα δεσμευτικό έννομο αποτέλεσμα ικανό να επηρεάσει τα συμφέροντα της αναιρεσείουσας, μεταβάλλοντας κατά τρόπο σαφή τη νομική της κατάσταση.
10 Στη συνέχεια το ρωτοδικείο έκρινε, με τη σκέψη 38 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι καθόσον η αναιρεσείουσα ζητούσε, με τις καταγγελίες της, από την Επιτροπή να προβεί σε διαβήματα, ιδιαιτέρως έναντι των γαλλικών αρχών, η απόφαση περί θέσεως στο αρχείο εξέφραζε τη βούληση της Επιτροπής να μην κινήσει κατά της Γαλλικής Δημοκρατίας διαδικασία λόγω παραβάσεως βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 226 ΕΚ). Το ρωτοδικείο υπενθύμισε ότι, αφενός, η Επιτροπή δεν είναι υποχρεωμένη να κινήσει την προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή διαδικασία, αλλά διαθέτει, συναφώς, διακριτική ευχέρεια, η οποία αποκλείει δικαίωμα των ιδιωτών να απαιτήσουν από το όργανο αυτό να λάβει συγκεκριμένη απόφαση και ότι, αφετέρου, κατά πάγια νομολογία, οι ιδιώτες δεν μπορούν να προσφύγουν παραδεκτώς κατά της αρνήσεως της Επιτροπής να κινήσει διαδικασία λόγω παραβάσεως κατά κράτους μέλους.
11 Όσον αφορά την ένσταση ελλείψεως νομιμότητας του άρθρου 4, παράγραφος 2, του κανονισμού, την οποία επικαλείται η αναιρεσείουσα δυνάμει του άρθρου 184 της Συνθήκης, το ρωτοδικείο υπενθύμισε, με τη σκέψη 41 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι, κατά πάγια νομολογία, η δυνατότητα που παρέχει το άρθρο αυτό προβολής του ανεφάρμοστου της πράξεως γενικού χαρακτήρος που αποτελεί τη νομική βάση της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν αποτελεί αυτοτελές δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής και μπορεί να ασκηθεί μόνον παρεμπιπτόντως. Συνεπώς, ελλείψει δικαιώματος ασκήσεως κυρίας προσφυγής, δεν μπορεί να γίνει επίκληση του εν λόγω άρθρου. Το ρωτοδικείο διαπίστωσε, με τη σκέψη 42 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι η αναιρεσείουσα δεν μπορούσε να επικαλεστεί το άρθρο 184 της Συνθήκης, δεδομένου ότι τα σχετικά με την ακύρωση της αποφάσεως περί θέσεως στο αρχείο αιτήματά της απορρίφθηκαν ως απαράδεκτα και, επομένως, η ένσταση ελλείψεως νομιμότητας είναι επίσης απαράδεκτη.
12 Τέλος, όσον αφορά το επιχείρημα της αναιρεσείουσας κατά το οποίο δεν θα της παρεχόταν επαρκής νομική προστασία εάν οι προσφυγές αυτές δεν κρίνονταν παραδεκτές, το ρωτοδικείο τόνισε, με τη σκέψη 43 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι στο μέτρο που η ελευθερία παροχής υπηρεσιών διεθνών μεταφορών επιβατών με πούλμαν και λεωφορεία ρυθμίζεται από τον κανονισμό, κάθε διαφορά που αφορά την εφαρμογή του μπορεί να αχθεί ενώπιον εθνικού δικαστή, ο οποίος υποχρεούται να διασφαλίσει την άμεση εφαρμογή του. Το ρωτοδικείο διαπίστωσε άλλωστε, με την ίδια σκέψη, ότι από τη δικογραφία προκύπτει ότι πράγματι η αναιρεσείουσα υπέβαλε την ίδια διαφορά στην κρίση των εθνικών δικαστηρίων και ότι το σχετικό με ορισμένες παράνομες πρακτικές αθέμιτου ανταγωνισμού από τις ανταγωνίστριες εταιρίες αίτημά της είχε γίνει εν μέρει δεκτό. Συνεπώς, τίποτε δεν εμπόδιζε την αναιρεσείουσα να επικαλεστεί την έλλειψη νομιμότητας του κανονισμού ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, που θα αποφαίνονταν τηρουμένου του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ).
13 Κατά συνέπεια, το ρωτοδικείο απέρριψε τις προσφυγές στο σύνολό τους ως απαράδεκτες.
Η αίτηση αναιρέσεως
14 Η εταιρία Schiocchet ζητεί με την αίτησή της αναιρέσεως από το Δικαστήριο:
- να εξαφανίσει την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη,
- να ικανοποιήσει το αίτημά της που υπέβαλε στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας και
- να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
15 Η αναιρεσείουσα επικαλείται, προς στήριξη της αιτήσεώς της αναιρέσεως, τέσσερις λόγους που αντλούνται, πρώτον, από την αλλοίωση της έννοιας των παραγουσών δεσμευτικά αποτελέσματα πράξεων και από την ανεπάρκεια της σχετικής αιτιολογίας, δεύτερον, από την παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου, τρίτον, από την αλλοίωση του αντικειμένου της προσφυγής και, τέταρτον, από την αναρμοδιότητα του ρωτοδικείου.
16 Η Επιτροπή ζητεί να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη και, εν πάση περιπτώσει, ως αβάσιμη, καθώς επίσης να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
17 Δυνάμει του άρθρου 119 του Κανονισμού Διαδικασίας, όταν η αίτηση αναιρέσεως είναι προδήλως αβάσιμη, το Δικαστήριο μπορεί, κατά πάσα στάση της δίκης, να την απορρίψει με αιτιολογημένη διάταξη χωρίς να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία.
Επί του πρώτου λόγου
18 Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο ρωτοδικείο ότι υπέπεσε σε νομική πλάνη κρίνοντας, βάσει ανεπαρκούς αιτιολογίας και με γνώμονα τα διαπιστωθέντα από το ίδιο πραγματικά περιστατικά, ότι η θέση που έλαβε η Επιτροπή όπως αυτή εκφράζεται στο από 19 Αυγούστου 1998 έγγραφό της και στην από 7 Οκτωβρίου 1998 απόφασή της δεν αφορούσε άμεσα την αναιρεσείουσα, υπό την έννοια του άρθρου 173, τέταρτο εδάφιο, της Συνθήκης. Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η θέση που έλαβε η Επιτροπή βασίζεται σε ερμηνεία του κανονισμού που, κατά την αναιρεσείουσα, όχι μόνον είναι εσφαλμένη, αλλά επιπλέον πλήττει τα εμπορικά της συμφέροντα. Ισχυρίζεται επίσης ότι και τα εθνικά δικαστήρια ακολούθησαν την ερμηνεία αυτή κατά την εφαρμογή του κανονισμού.
19 Επιβάλλεται, αφενός, να διαπιστωθεί ότι το ρωτοδικείο έκρινε ορθώς, με τις σκέψεις 35 έως 37 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι, βάσει του κανονισμού, η Επιτροπή δεν είχε εξουσία λήψεως δεσμευτικών για τα κράτη μέλη και τους ιδιώτες αποφάσεων προς διασφάλιση, κατά γενικό τρόπο, της τηρήσεως του καθεστώτος μεταφορών που θεσπίζει ο κανονισμός και δεν είχε, επομένως, ούτε εξουσία λήψεως δεσμευτικών αποφάσεων με τις οποίες να γίνονται δεκτές οι εν λόγω καταγγελίες.
20 Άλλωστε, όπως τόνισε το ρωτοδικείο στη σκέψη 43 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, κάθε διαφορά που αφορά την εφαρμογή του κανονισμού μπορεί να αχθεί ενώπιον του εθνικού δικαστή, ο οποίος οφείλει να διασφαλίσει την άμεση εφαρμογή του. ράγματι, εναπόκειται στις εθνικές διοικητικές και δικαστικές αρχές να εφαρμόσουν τον κανονισμό και να αποφανθούν επί των νομικών προβλημάτων που μπορούν να προκύψουν από την εφαρμογή του, ενώ τα εθνικά δικαστήρια έχουν, σύμφωνα με το άρθρο 234 ΕΚ, τη δυνατότητα υποβολής στο Δικαστήριο προδικαστικών ερωτημάτων σχετικά με την ερμηνεία και το κύρος του κανονισμού.
21 ρέπει επομένως να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το ρωτοδικείο έκρινε, βάσει ορθής και επαρκούς αιτιολογίας, ότι η απόφαση της Επιτροπής περί θέσεως στο αρχείο των καταγγελιών της αναιρεσείουσας δεν εδύνατο να παραγάγει δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα ικανά να επηρεάσουν τα συμφέροντα αυτής, μεταβάλλοντας κατά τρόπο σαφή τη νομική της κατάσταση.
22 Επομένως, ο πρώτος λόγος πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμος.
Επί του δευτέρου λόγου
23 Με τον δεύτερο λόγο, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο ρωτοδικείο ότι υπέπεσε σε νομική πλάνη, εκτιμώντας κακώς, με τη σκέψη 43 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι έπρεπε να επικαλεστεί την έλλειψη νομιμότητας του κανονισμού ενώπιον εθνικού δικαστηρίου. Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι δεν είναι βέβαιο ότι η προσφυγή ενώπιον εθνικού δικαστηρίου μπορούσε να τύχει εντελώς αμερολήπτου κρίσεως, εν όψει των περιοριστικών του ανταγωνισμού πρακτικών που έχουν αναπτυχθεί και διατηρούνται σε εθνικό επίπεδο, χωρίς την επιβολή καμιάς κυρώσεως λόγω της υποστηρίξεως που παρέχουν οι γαλλικές αρχές στις εταιρίες στις οποίες η Schiocchet προσάπτει παράνομες πρακτικές αθέμιτου ανταγωνισμού.
24 Συναφώς, επιβάλλεται να τονιστεί ότι το ρωτοδικείο δεν υπέπεσε σε καμία νομική πλάνη διαπιστώνοντας ότι, στο μέτρο που η ελευθερία παροχής υπηρεσιών διεθνών μεταφορών επιβατών με πούλμαν και λεωφορεία ρυθμίζεται από τον κανονισμό, κάθε διαφορά που αφορά την εφαρμογή του κανονισμού μπορεί να αχθεί ενώπιον του εθνικού δικαστή, ο οποίος πρέπει να διασφαλίσει την άμεση εφαρμογή του. ράγματι, όπως τονίστηκε με τη σκέψη 20 της παρούσας διατάξεως, εναπόκειται στις εθνικές διοικητικές και δικαστικές αρχές να εφαρμόσουν τον κανονισμό και να αποφανθούν επί των νομικών προβλημάτων που μπορούν να προκύψουν από την εφαρμογή του.
25 Συναφώς, επιβάλλεται ακόμη να τονιστεί ότι ορθώς υπενθυμίζεται, με τη σκέψη 41 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, ότι από το ίδιο το γράμμα του άρθρου 184 της Συνθήκης προκύπτει ότι η δυνατότητα που παρέχει η διάταξη αυτή προβολής του ανεφάρμοστου ενός κανονισμού μπορεί να αποτελεί μόνον λόγο στηρίξεως μιας προσφυγής και όχι το αντικείμενο αυτής και ότι, συνεπώς, το παραδεκτό των προσφυγών πρέπει να κρίνεται βάσει των αιτημάτων τους, ανεξάρτητα από τις ενδεχόμενες ενστάσεις ελλείψεως νομιμότητας που μπορούν να προβληθούν προς στήριξή τους.
26 Επομένως, ο δεύτερος λόγος πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμος.
Επί του τρίτου λόγου
27 Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο ρωτοδικείο ότι αλλοίωσε το αντικείμενο των προσφυγών που ασκήθηκαν ενώπιόν του. ροσάπτει στο ρωτοδικείο το ότι έκρινε ότι η διαφορά αφορούσε αποκλειστικά την ερμηνεία του κανονισμού, ενώ στη πραγματικότητα αφορούσε επίσης αυτήν του κανονισμού (ΕΟΚ) 1017/68 του Συμβουλίου, της 19ης Ιουλίου 1968, περί εφαρμογής των κανόνων ανταγωνισμού στους τομείς των σιδηροδρομικών, οδικών και εσωτερικών πλωτών μεταφορών (ΕΕ L 175, σ. 1). Ισχυρίζεται επίσης ότι το ρωτοδικείο κακώς βεβαίωσε ότι τα αιτήματά της αποσκοπούσαν στη διαπίστωση της υπάρξεως παραβάσεως υπό την έννοια του άρθρου 169 της Συνθήκης εκ μέρους της Γαλλικής Δημοκρατίας, ενώ, στην πραγματικότητα, στρέφονταν κατά της αντίθετης στο κοινοτικό δίκαιο του ανταγωνισμού συμπεριφοράς επιχειρήσεων που ετύγχαναν της σχετικής υποστηρίξεως των αρχών.
28 Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι από την ανάλυση των δικογράφων που κατατέθηκαν στο ρωτοδικείο, και τα οποία συνοψίζονται στη σκέψη 15 της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, προκύπτει ότι το ρωτοδικείο δεν μετέβαλε το περιεχόμενο των αιτημάτων της αναιρεσείουσας. ράγματι, αυτή δεν διατύπωσε αιτήματα σχετικά με τον κανονισμό 1017/68 ούτε προέβαλε, με τα εν λόγω δικόγραφα, επιχειρήματα που βασίζονται στον κανονισμό αυτό.
29 Επιπλέον, δεν μπορεί να προσαφθεί στο ρωτοδικείο ότι έκρινε επιβεβλημένο να διαπιστώσει ότι καθόσον η αναιρεσείουσα είχε ζητήσει, με τις καταγγελίες της, από την Επιτροπή να προβεί σε διαβήματα, ιδιαιτέρως έναντι των γαλλικών αρχών, η απόφαση περί θέσεως στο αρχείο θα έπρεπε επίσης να θεωρηθεί ως εκφράζουσα βούληση της Επιτροπής να μην κινήσει, κατά της Γαλλικής Δημοκρατίας, διαδικασία λόγω παραβάσεως βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης. Εν πάση περιπτώσει, ακόμα και αν υποτεθεί ότι το ρωτοδικείο παρανόησε τα αιτήματα που υπέβαλε σχετικώς η αναιρεσείουσα, μια τέτοια πλάνη δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να πλήξει τα συμφέροντά της.
30 Επομένως, ο τρίτος λόγος πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμος.
Επί του τετάρτου λόγου
31 Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο ρωτοδικείο ότι υπέπεσε σε νομική πλάνη, καθόσον δεν έκρινε ότι για την εκδίκαση των προσφυγών δεν ήταν αυτό αρμόδιο, αλλά το Δικαστήριο. Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται αφενός, ότι σύμφωνα με το άρθρο 47, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, αν το ρωτοδικείο κρίνει ότι δεν είναι αρμόδιο να εκδικάσει προσφυγή που υπάγεται στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου, την παραπέμπει στο Δικαστήριο και, αφετέρου, σύμφωνα με το άρθρο 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, προσφυγή που αφορά το κύρος κανονιστικής πράξεως υπάγεται ρητώς στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου. Υποστηρίζει επίσης ότι το ρωτοδικείο όφειλε να είχε κρίνει εαυτό αναρμόδιο για την εκδίκαση των προσφυγών, δεδομένου ότι επρόκειτο για αμφισβήτηση κανονισμού του Συμβουλίου δυνάμει του άρθρου 189 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 249 ΕΚ) και λόγω καταχρήσεως εξουσίας.
32 Συναφώς, επιβάλλεται να υπομνηστεί ότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ_, της αποφάσεως 88/591/ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1988, περί ιδρύσεως ρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 319, σ. 1), ορίζει ότι το ρωτοδικείο ασκεί σε πρώτο βαθμό τις αρμοδιότητες που απονέμονται στο Δικαστήριο από τις συνθήκες περί ιδρύσεως των Κοινοτήτων και από τις πράξεις που εκδόθηκαν προς την εκτέλεσή τους επί των προσφυγών που ασκούνται κατά των θεσμικών οργάνων των Κοινοτήτων από φυσικά ή νομικά πρόσωπα δυνάμει του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης.
33 Ούτε αυτή ούτε καμία άλλη διάταξη παρέχουν στο ρωτοδικείο τη δυνατότητα να κρίνει εαυτό αναρμόδιο εκδικάσεως τέτοιων προσφυγών, απλώς και μόνον επειδή στο πλαίσιο αυτών προβάλλεται ένσταση ακυρότητας ενός κανονισμού του Συμβουλίου.
34 Επιβάλλεται, επομένως, να διαπιστωθεί ότι το ρωτοδικείο ήταν αρμόδιο να αποφανθεί επί των προσφυγών που ασκήθηκαν ενώπιόν του και ότι, συνεπώς, ο τέταρτος λόγος πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμος.
35 Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι όλοι οι λόγοι που επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα προς στήριξη της αιτήσεώς της αναιρέσεως είναι προδήλως αβάσιμοι. Η αίτηση αναιρέσεως πρέπει επομένως να απορριφθεί κατ' εφαρμογήν του άρθρου 119 του Κανονισμού Διαδικασίας.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
36 Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, που εφαρμόζεται στη διαδικασία αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 118, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη της Schiocchet στα δικαστικά έξοδα και αυτή ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2) Καταδικάζει τη Schiocchet SARL στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy