Περίληψη
Λέξεις κλειδιά
1 Ασφαλιστικά μέτρα - Αναστολή εκτελέσεως - Αναστολή εκτελέσεως της υποχρεώσεως συστάσεως τραπεζικής εγγυήσεως ως προϋποθέσεως για μη άμεση είσπραξη προστίμου - Προϋποθέσεις χορηγήσεως - Εξαιρετικές περιστάσεις
(Άρθρο 242 ΕΚ)
2 Ασφαλιστικά μέτρα - Αναστολή εκτελέσεως - Προϋποθέσεις χορηγήσεως - Σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία - Κίνδυνος για την επιχείρηση να ζητήσει την κίνηση της διαδικασίας πτωχεύσεως - Εκτίμηση κατά περίπτωση
(Άρθρο 242 ΕΚ)
3 Ασφαλιστικά μέτρα - Αναστολή εκτελέσεως - Αναστολή εκτελέσεως της υποχρεώσεως συστάσεως τραπεζικής εγγυήσεως ως προϋποθέσεως για μη άμεση είσπραξη προστίμου - Προϋποθέσεις χορηγήσεως - Σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία - Λαμβάνεται υπόψη η οικονομική κατάσταση του ομίλου στον οποίο ανήκει η επιχείρηση
(Άρθρο 242 ΕΚ)
4 Ασφαλιστικά μέτρα - Αναστολή εκτελέσεως - Προσωρινά μέτρα - Προϋποθέσεις χορηγήσεως - Σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία - Βάρος αποδείξεως
(Άρθρο 242 ΕΚ)
Περίληψη
1 Αίτηση αναιρέσεως που σκοπεί να επιτύχει απαλλαγή από την επιβολή της υποχρεώσεως, που έχει επιβληθεί από την Επιτροπή σε μια επιχείρηση, συστάσεως τραπεζικής εγγυήσεως ως προϋποθέσεως για μη άμεση είσπραξη προστίμου γίνεται δεκτή μόνον αν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις.
Πράγματι, η δυνατότητα απαιτήσεως τραπεζικής εγγυήσεως, που προβλέπεται ρητώς στις διαδικασίες λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, στους Κανονισμούς Διαδικασίας του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου, αντιστοιχεί σε μια γενική και εύλογη συμπεριφορά της Επιτροπής.
2 Στο πλαίσιο εκτιμήσεως μιας αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, κατάσταση κατά την οποία μια επιχείρηση υποχρεούται να ζητήσει την κίνηση διαδικασίας διαπιστώσεως αφερεγγυότητας μπορεί να συνιστά σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία, δεδομένων των κινδύνων που η διαδικασία αυτή συνεπάγεται για την ίδια την ύπαρξη της οικείας επιχειρήσεως και των σημαντικών συνεπειών που προκαλεί μια τέτοια διαδικασία, οι οποίες παρεμποδίζουν την ομαλή λειτουργία της επιχειρήσεως. Πάντως, τέτοιου είδους εκτίμηση πρέπει να γίνεται κατά περίπτωση, λαμβανομένων υπόψη των πραγματικών και νομικών περιστατικών κάθε υποθέσεως.
3 Για να κριθεί αν μια επιχείρηση μπορεί να συστήσει τραπεζική εγγύηση, ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής πρέπει να λαμβάνει υπόψη τον όμιλο των επιχειρήσεων στον οποίο ανήκει η επιχείρηση και, συγκεκριμένα, τους πόρους που διαθέτει συνολικά ο όμιλος αυτός.
Η προσέγγιση αυτή στηρίζεται στο ότι τα αντικειμενικά συμφέροντα της οικείας επιχειρήσεως δεν παρουσιάζουν αυτοτέλεια ως προς τα συμφέροντα των φυσικών ή νομικών προσώπων που την ελέγχουν· ο δε σοβαρός και ανεπανόρθωτος χαρακτήρας της προβαλλομένης ζημίας πρέπει συνεπώς να κρίνεται στο επίπεδο του ομίλου που συνιστούν τα πρόσωπα αυτά. Αυτή η σύγχυση συμφερόντων δικαιολογεί ειδικότερα το ότι το συμφέρον επιβιώσεως της οικείας επιχειρήσεως δεν κρίνεται ανεξαρτήτως του συμφέροντος για τη συνέχιση της επιχειρήσεως που έχουν αυτοί που την ελέγχουν.
Το γεγονός ότι, όπως εν προκειμένω, το πρόσωπο το οποίο, ως κύριος μέτοχος των επιχειρήσεων, ασκεί τον έλεγχό τους είναι φυσικό πρόσωπο το οποίο δεν συνιστά το ίδιο επιχείρηση φαίνεται συνεπώς αλυσιτελές.
4 Μολονότι είναι ακριβές ότι, για την απόδειξη υπάρξεως σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας, δεν απαιτείται οπωσδήποτε να αποδεικνύεται η επέλευση της ζημίας με απόλυτη βεβαιότητα και αρκεί να πιθανολογείται επαρκώς, παρ' όλ' αυτά οι αναιρεσείουσες υποχρεούνται να αποδείξουν τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων στηρίζεται η πιθανολόγηση αυτής της σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας.
Full & Egal Universal Law Academy