Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
ροσφυγή ακυρώσεως - ράξεις δεκτικές προσφυγής - Σιωπηρή απόφαση με την οποία η Επιτροπή αρνήθηκε να τροποποιήσει την απόφαση 1999/514 παρά την ανακοίνωση, εκ μέρους κράτους μέλους, στοιχείων προβαλλομένων ως νέων, τα οποία θέτουν υπό αμφισβήτηση το βάσιμο της εν λόγω αποφάσεως - Δεν υφίσταται - ροδήλως απαράδεκτο - Χρήση της διαδικασίας της προσφυγής κατά παραλείψεως
(Άρθρα 230 ΕΚ και 232 ΕΚ)
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-514/99,
Γαλλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τον R. Abraham, διευθυντή νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, την K. Rispal-Bellanger, υποδιευθύντρια στη διεύθυνση νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, και την R. Loosli-Surrans, chargé de mission στην ίδια διεύθυνση, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την ρεσβεία της Γαλλίας, 8 B, boulevard Joseph ΙΙ,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης από τους D. Booß, κύριο νομικό σύμβουλο, και G. Berscheid, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον C. Gómez de la Cruz, μέλος της ίδιας υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της αποφάσεως με την οποία η Επιτροπή αρνήθηκε να τροποποιήσει ή να καταργήσει την απόφασή της 1999/514/ΕΚ, της 23ης Ιουλίου 1999, για τον καθορισμό της ημερομηνίας κατά την οποία μπορεί να αρχίσει η αποστολή από το Ηνωμένο Βασίλειο προϊόντων που προέρχονται από βοοειδή σύμφωνα με το βασιζόμενο στην ημερομηνία καθεστώς εξαγωγής δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 5, της αποφάσεως 98/256/ΕΚ του Συμβουλίου (EE L 195, σ. 42),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους G. C. Rodríguez Iglesias, ρόεδρο, J. C. Moitinho de Almeida, D. A. O. Edward, L. Sevón (εισηγητή) και R. Schintgen, προέδρους τμήματος, P. J. G. Kapteyn, C. Gulmann, A. La Pergola, J.-P. Puissochet, G. Hirsch, P. Jann, H. Ragnemalm, Μ. Wathelet, Β. Σκουρή και την F. Macken, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mischo
γραμματέας: R. Grass
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 29 Δεκεμβρίου 1999, η Γαλλική Δημοκρατία ζήτησε, δυνάμει του άρθρου 230 ΕΚ, την ακύρωση της αποφάσεως με την οποία η Επιτροπή αρνήθηκε να τροποποιήσει ή να καταργήσει την απόφαση 1999/514/ΕΚ, της 23ης Ιουλίου 1999, για τον καθορισμό της ημερομηνίας κατά την οποία μπορεί να αρχίσει η αποστολή από το Ηνωμένο Βασίλειο προϊόντων που προέρχονται από βοοειδή σύμφωνα με το βασιζόμενο στην ημερομηνία καθεστώς εξαγωγής δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 5, της αποφάσεως 98/256/ΕΚ του Συμβουλίου (EE L 195, σ. 42).
2 Κατά τη Γαλλική Δημοκρατία, «η απόφαση αυτή έγινε γνωστή με την από 29 Οκτωβρίου 1999 δήλωση του επιτρόπου David Byrne, ο οποίος, κατόπιν γνωμοδοτήσεως της επιστημονικής συντονιστικής επιτροπής (ΕΣΕ) που εκδόθηκε την ίδια ημέρα, έκρινε ότι δεν ήταν αναγκαία "η επανεξέταση της αποφάσεως να αρθεί η απαγόρευση επί των εξαγωγών βρετανικού βοείου κρέατος" και ιδίως με την από 17 Νοεμβρίου 1999 απόφαση, με την οποία το σώμα των επιτρόπων όχλησε τη Γαλλία προκειμένου να συμμορφωθεί προς την απόφαση 99/514 και να άρει την απαγόρευση εισαγωγής που είχε επιβάλει».
ραγματικά περιστατικά
3 Κατόπιν της ανακαλύψεως πιθανής σχέσεως μεταξύ μιας παραλλαγής της ασθενείας Creutzfeldt-Jacob, ασθενείας που προσβάλλει τους ανθρώπους, και της σπογγώδους εγκεφαλοπαθείας των βοοειδών (στο εξής: ΣΕΒ), η οποία είχε εξαπλωθεί ευρέως κατά το διάστημα εκείνο στο Ηνωμένο Βασίλειο, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση 96/239/ΕΚ, της 27ης Μαρτίου 1996, σχετικά με ορισμένα επείγοντα μέτρα προστασίας από τη σπογγώδη εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών (EE L 78, σ. 47, στο εξής: απόφαση απαγορεύσεως εξαγωγής), με την οποία απαγόρευσε στο Ηνωμένο Βασίλειο να αποστέλλει από το έδαφός του προς τα άλλα κράτη μέλη και τις τρίτες χώρες, μεταξύ άλλων, ζώντα βοοειδή, βόειο κρέας και προϊόντα που έχουν παραχθεί από βοοειδή.
4 Η απόφαση αυτή στηρίζεται στη Συνθήκη ΕΚ, στην οδηγία 90/425/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 1990, σχετικά με τους κτηνιατρικούς και ζωοτεχνικούς ελέγχους που εφαρμόζονται στο ενδοκοινοτικό εμπόριο ορισμένων ζώντων ζώων και προϊόντων με προοπτική την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς (ΕΕ L 224, σ. 29), όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 92/118/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 1992, για τον καθορισμό των όρων υγειονομικού ελέγχου καθώς και των υγειονομικών όρων που διέπουν το εμπόριο και τις εισαγωγές στην Κοινότητα προϊόντων που δεν υπόκεινται, όσον αφορά τους προαναφερόμενους όρους, στις ειδικές κοινοτικές ρυθμίσεις που αναφέρονται στο κεφάλαιο Ι του παραρτήματος Α της οδηγίας 89/662/ΕΟΚ και, όσον αφορά τους παθογόνους παράγοντες, της οδηγίας 90/425 (ΕΕ 1993, L 62, σ. 49) και ιδίως το άρθρο 10, παράγραφος 4, καθώς και στην οδηγία 89/662/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 1989, σχετικά με τους κτηνιατρικούς ελέγχους που εφαρμόζονται στο ενδοκοινοτικό εμπόριο με προοπτική την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς (ΕΕ L 395, σ. 13), όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την οδηγία 92/118 και ιδίως με το άρθρο 9 αυτής.
5 Η απόφαση απαγορεύσεως εξαγωγής προέβλεπε, στο άρθρο 3, ότι το Ηνωμένο Βασίλειο θα υπέβαλλε κάθε δύο εβδομάδες στην Επιτροπή έκθεση επί της εφαρμογής των μέτρων που λαμβάνονταν σχετικά με την προστασία από τη ΣΕΒ, σύμφωνα με τις κοινοτικές και εθνικές διατάξεις.
6 Κατά το άρθρο 4 της αποφάσεως αυτής, το Ηνωμένο Βασίλειο κλήθηκε να υποβάλει νέες προτάσεις για τον έλεγχο της σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας των βοοειδών στην επικράτειά του.
7 Σύμφωνα με την έβδομη αιτιολογική σκέψη της, η απόφαση απαγορεύσεως εξαγωγής έπρεπε να αναθεωρηθεί μετά από εξέταση του συνόλου των στοιχείων που αναφέρονται σ' αυτήν.
8 Στις 16 Μαρτίου 1998, το Συμβούλιο εξέδωσε την απόφαση 98/256/ΕΚ, σχετικά με επείγοντα μέτρα για προστασία από την σπογγώδη εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών και σχετικά με την τροποποίηση της απόφασης 94/474/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 96/239 (EE L 113, σ. 32), με την οποία προέβη σε άρση της απαγορεύσεως εξαγωγής, υπό αυστηρούς όρους, ορισμένων ειδών κρέατος και προϊόντων κρέατος, προερχομένων από βοοειδή που εσφάγησαν στη Βόρεια Ιρλανδία [Export Certified Herds Scheme (καθεστώς πιστοποιήσεως αγελών προς εξαγωγή)].
9 Η επανέναρξη των εξαγωγών υπό το καθεστώς αυτό καθορίσθηκε με την απόφαση 98/351/EK της Επιτροπής, της 29ης Μα_ου 1998, για τον καθορισμό της ημερομηνίας από την οποία επιτρέπεται να αρχίσουν να αποστέλλονται από τη Βόρεια Ιρλανδία προϊόντα βοοειδών στο πλαίσιο του προγράμματος εξαγωγών από πιστοποιημένες αγέλες, δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 5, της αποφάσεως 98/256 (ΕΕ L 157, σ. 110).
10 Με την απόφαση 98/692/ΕΚ της Επιτροπής, της 25ης Νοεμβρίου 1998, για την τροποποίηση της αποφάσεως 98/256 (ΕΕ L 328, σ. 28), θεσπίσθηκε, διά τροποποιήσεως του άρθρου 6 της αποφάσεως 98/256, η αρχή ότι επιτρέπεται η αποστολή βοείων προϊόντων στο πλαίσιο εξαγωγικού καθεστώτος βασιζομένου στην ημερομηνία (Date-Based Export Scheme - DBES, στο εξής: προϊόντα ΕΚΧΒ). Το άρθρο 6, παράγραφος 5, της αποφάσεως 98/256, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 98/692, προβλέπει ότι η Επιτροπή, αφού επαληθεύσει την εφαρμογή όλων των διατάξεων της αποφάσεως αυτής με τη διενέργεια κοινοτικών επιθεωρήσεων και αφού ενημερώσει τα κράτη μέλη, ορίζει την ημερομηνία κατά την οποία μπορεί να αρχίσει η αποστολή των προϊόντων τα οποία αφορά η απόφαση.
11 Κατ' εφαρμογή της διατάξεως αυτής, η απόφαση 1999/514 όρισε την 1η Αυγούστου 1999 ως την ημερομηνία αυτή.
12 Με έγγραφο της 1ης Οκτωβρίου 1999, η Γαλλική Δημοκρατία διαβίβασε στην Επιτροπή τη γνωμοδότηση που εξέδωσε στις 30 Σεπτεμβρίου 1999 η Agence française pour la sécurité sanitaire des aliments (γαλλική υπηρεσία για την υγειονομική ασφάλεια των τροφίμων, στο εξής: AFSSA), από την οποία προκύπτει ότι οι πρόσφατες επιστημονικές εξελίξεις καθώς και οι δεδομένες συγκυρίες εξακολουθούν να δημιουργούν ερωτήματα όσον αφορά την ασφάλεια των προϊόντων ΕΚΧΒ. Οι ειδικοί ισχυρίζονται ιδίως ότι ο κίνδυνος μολύνσεως των βοοειδών είναι δυνατόν να οφείλεται και σε τρίτο παράγοντα, εκτός των δύο ήδη γνωστών παραγόντων, δηλαδή τη διατροφή και τη μετάδοση από τη μητέρα. Η Γαλλική Κυβέρνηση ζήτησε την εξέταση από την επιστημονική συντονιστική επιτροπή (στο εξής: ΕΣΕ) της γνωμοδοτήσεως και των δεδομένων στα οποία στηρίζεται.
13 Η Επιτροπή διαβίβασε τη γνωμοδότηση αυτή στην ΕΣΕ και την κάλεσε να απαντήσει στις ακόλουθες ερωτήσεις:
1) εριέχουν οι γνωμοδοτήσεις και τα έγγραφα που προσκόμισαν οι γαλλικές αρχές επιστημονικές πληροφορίες, επιδημιολογικά δεδομένα ή άλλες αποδείξεις, οι οποίες δεν ελήφθησαν υπόψη από την ΕΣΕ;
2) Αν τα έγγραφα αυτά περιέχουν πληροφορίες, δεδομένα ή αποδείξεις, ή αν η ΕΣΕ διαθέτει οποιαδήποτε νέα πληροφορία αυτού του είδους, θα ήταν απαραίτητη η επανεξέταση της μιας από τις τέσσερις γνωμοδοτήσεις της ΕΣΕ, που αναφέρεται άμεσα στην επιστημονική θεμελίωση του ΕΚΧΒ;
3) Υπό το πρίσμα των απαντήσεων στην προηγούμενη ερώτηση, εμμένει (ή όχι) η ΕΣΕ στην άποψή της ότι οι όροι του ΕΚΧΒ, αν τηρούνται σωστά, είναι επαρκείς για την ασφάλεια του κρέατος ή των προϊόντων με βάση το κρέας;
14 Οι ερωτήσεις αυτές εξετάσθηκαν αρχικώς από την ειδικευμένη στις μεταδοτικές σπογγώδεις εγκεφαλοπάθειες ομάδα, δηλαδή την ad hoc ομάδα EST/ESB. Κατά τις συνεδριάσεις της 14ης και της 25ης Οκτωβρίου 1999, η ομάδα αυτή εξέτασε τη γνωμοδότηση της AFSSA και δεν κατέληξε σε ομόφωνα συμπεράσματα όσον αφορά τις ερωτήσεις που της είχε θέσει η Επιτροπή.
15 Κατά τις συνεδριάσεις της 28ης και 29ης Οκτωβρίου 1999, η ΕΣΕ εξέτασε επίσης τη γνωμοδότηση αυτή και τις ερωτήσεις της Επιτροπής. Επισήμανε ότι εμφανίζονται συνεχώς νέα δεδομένα και ότι τα εξετάζουν τόσο η ίδια όσο και η ad hoc ομάδα EST/ESB κατά τις μηνιαίες συνεδριάσεις τους. Διαπίστωσε ότι η χρησιμότητα ταχειών διαγνωστικών εξετάσεων είναι γνωστή, αλλά οι εξετάσεις που επινοήθηκαν προσφάτως δεν έχουν ακόμη αξιολογηθεί. Η αξιολόγηση αυτή είναι περίπλοκη, πρέπει όμως να της δοθεί προτεραιότητα. Έχοντας εξετάσει τα επιδημιολογικά δεδομένα όσον αφορά τη ΣΕΒ στο Ηνωμένο Βασίλειο μέχρι τα μέσα Οκτωβρίου 1999, η ad hoc ομάδα διαπίστωσε ότι ο αριθμός των κρουσμάτων της ασθενείας συνέχισε να μειώνεται και ότι δεν υπάρχει, ως εκ τούτου, λόγος να υποτεθεί η ύπαρξη νέου παράγοντα μολύνσεως. Κατέληξε ότι δεν υπήρχε λόγος να επανεξετάσει τα συμπεράσματά της σχετικά με τη θεμελίωση του ΕΚΧΒ. Τόνισε το γεγονός ότι η εκ μέρους της εκτίμηση του κινδύνου εξαρτάται από τις ενέργειες της Επιτροπής και των κρατών μελών με σκοπό την επιβολή της σχολαστικής τηρήσεως των προτεινομένων μέτρων που αποσκοπούν στην εξάλειψη ή στον περιορισμό του κινδύνου. Επισήμανε ότι η εγγύηση του βρετανικού ΕΚΧΒ εξαρτάται στενά από τη διατήρηση της απαγορεύσεως της διατροφής με βάση τα ζωικά άλευρα, από τον κανόνα των 30 μηνών και από τη σαφή απόδειξη ότι ο κίνδυνος μεταδόσεως από τη μητέρα έχει μειωθεί στο ελάχιστο. Τέλος, έκρινε ότι τα μέτρα που έλαβε το Ηνωμένο Βασίλειο καθιστούν τον κίνδυνο του βρετανικού ΕΚΧΒ για την ανθρώπινη υγεία τουλάχιστον συγκρίσιμο με αυτόν που υφίσταται στα άλλα κράτη μέλη.
16 Στις 29 Οκτωβρίου 1999, ημερομηνία που η ΕΣΕ εξέδωσε τη γνωμοδότησή της, ο D. Byrne προέβη σε δήλωση. Σύμφωνα με έγγραφο συνημμένο στο δικόγραφο με το οποίο η Επιτροπή προέβαλε την ένσταση απαραδέκτου, η δήλωση αυτή περιλαμβάνει ειδικότερα τα εξής χωρία:
«Ι have only received the committee's report within the past half hour. You will appreciate, therefore, that I can only comment in general on its contents.
However, Ι can say that the committee has confirmed that there is no need to review the decision to lift the ban on UK beef exports. This follows a very thorough examination which focuses on the concerns raised by the French authorities.
From my preliminary reading of the report, Ι can say that it is comprehensive, reasoned and balanced.
The Committee's conclusions have been already sent to the European Parliament and I will deal with this matter in Parliament next week.
Ι have made contact this evening with representatives of both the French, British and German Governments.
Ι expect to have discussions early next week with both Mr. Nick Brown and Mr. Jean Glavany regarding the scientific committee's opinion.
Clearly, we all need a few days to reflect on the full implications. However, Ι am optimistic that all will see it as a very positive development in resolving the current difficulties. Ι am now confident that a rapid solution is in sight.
Ι believe that the French and German authorities should take stock of the Committee's opinion and lift their national restrictions on import of British beef. These restrictions are no longer necessary in the light of the safeguards in place. The safeguards in question were introduced on sound scientific advice. This advice has now been re-confirmed.»
(«Έλαβα την γνωμοδότηση της επιτροπής μόλις πριν από μισή ώρα. Αντιλαμβάνεσθε, επομένως, ότι μπορώ να αναφερθώ μόνο γενικώς στο περιεχόμενό της.
Ωστόσο, είμαι σε θέση να πω ότι η επιτροπή επιβεβαίωσε ότι δεν υφίσταται ανάγκη να αναθεωρηθεί η απόφαση περί άρσεως της απαγορεύσεως εξαγωγής βρετανικού βοείου κρέατος. Αυτό προκύπτει από εμπεριστατωμένη ανάλυση που επικεντρώνεται στις ανησυχίες των γαλλικών αρχών.
Η πρώτη ανάγνωση της γνωμοδοτήσεως μου παρέχει τη δυνατότητα να πω ότι είναι περιεκτική, αιτιολογημένη και ισόρροπη.
Τα πορίσματα της επιτροπής έχουν ήδη αποσταλεί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και θα ασχοληθώ με το ζήτημα αυτό ενώπιον του Κοινοβουλίου την επόμενη εβδομάδα.
Επικοινώνησα απόψε με εκπροσώπους των Κυβερνήσεων της Γαλλίας, της Βρετανίας και της Γερμανίας.
Ελπίζω να συζητήσω στην αρχή της επόμενης εβδομάδας με τον Nick Brown και τον Jean Glavany για το θέμα της γνωμοδοτήσεως της επιστημονικής επιτροπής.
Είναι προφανές ότι χρειαζόμαστε όλοι λίγες ημέρες για να προβληματισθούμε ως προς όλες τις επιπτώσεις. Εν τούτοις, αισιοδοξώ ότι όλοι θα αντιμετωπίσουν τη γνωμοδότηση ως ιδιαιτέρως θετική εξέλιξη για την επίλυση των παρουσών δυσχερειών. Ευελπιστώ ότι επίκειται ταχεία λύση.
ιστεύω ότι οι γαλλικές και γερμανικές αρχές πρέπει να αναθεωρήσουν τη θέση τους κατόπιν της γνωμοδοτήσεως της επιτροπής και να άρουν τους εθνικούς περιορισμούς επί της εισαγωγής βρετανικού βοείου κρέατος. Οι περιορισμοί αυτοί δεν είναι πλέον αναγκαίοι ενόψει των υπαρχόντων προστατευτικών μέτρων. Τα εν λόγω προστατευτικά μέτρα θεσπίσθηκαν βάσει έγκυρης επιστημονικής γνώμης. Η γνώμη αυτή επανεπιβεβαιώνεται.»)
17 Επειδή η Γαλλική Δημοκρατία δεν ήρε την απαγόρευση, στις 2, 5, 12 και 15 Νοεμβρίου 1999 πραγματοποιήθηκαν διάφορες συνεδριάσεις μεταξύ των εκπροσώπων των γαλλικών και των βρετανικών αρχών και της Επιτροπής.
18 Στις 17 Νοεμβρίου 1999, η Επιτροπή απηύθυνε προς τη Γαλλική Δημοκρατία έγγραφο οχλήσεως κατά την έννοια του άρθρου 226 ΕΚ. Με το έγγραφο αυτό, η Επιτροπή διαπίστωσε ειδικότερα ότι το εν λόγω κράτος μέλος, αρνούμενο να επιτρέψει την εμπορία στην επικράτειά του, μετά την 1η Αυγούστου 1999, βρετανικού βοείου κρέατος πληρούντος τις κοινοτικές απαιτήσεις, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο. Με το ίδιο έγγραφο, η Επιτροπή ζήτησε από τη Γαλλική Κυβέρνηση να της υποβάλει τις παρατηρήσεις της εντός δεκαπέντε ημερών και επιφυλάχθηκε, αφού τις εξετάσει, να εκδώσει αιτιολογημένη γνώμη κατά το άρθρο 226 ΕΚ.
Η προσφυγή
19 Η προσφυγή στρέφεται κατά της αποφάσεως της Επιτροπής, η οποία έγινε γνωστή με την από 29 Οκτωβρίου 1999 δήλωση του D. Byrne και με την απόφαση του σώματος των επιτρόπων να απευθύνει, στις 17 Νοεμβρίου 1999, έγγραφο οχλήσεως προς τη Γαλλική Δημοκρατία και να μην τροποποιήσει ή καταργήσει την πράξη με την οποία αποφάσισε την από 1ης Αυγούστου 1999 άρση της απαγορεύσεως εισαγωγής βρετανικού βοείου κρέατος (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση).
20 Κατά την προσφεύγουσα, η απόφαση αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί απλή βεβαιωτική απόφαση διότι, κατόπιν της από 30 Σεπτεμβρίου 1999 γνωμοδοτήσεως της AFSSA, η Γαλλική Δημοκρατία διαβίβασε στην Επιτροπή τα νέα επιστημονικά στοιχεία στα οποία στηρίχθηκε ειδικότερα η AFSSA για την έκδοση δυσμενούς γνωμοδοτήσεως ως προς την άρση της απαγορεύσεως.
21 Η προσφυγή στηρίζεται σε τρεις λόγους ακυρώσεως.
22 ρώτον, η προσφεύγουσα επικαλείται παραβίαση, εκ μέρους της Επιτροπής, της αρχής της προλήψεως, διότι δεν έλαβε υπόψη την ενδεχόμενη ύπαρξη ενός τρίτου παράγοντα μολύνσεως, της «οριζοντίας μεταδόσεως ή μεταδόσεως δι' επαφής μεταξύ των ζώων». Εξάλλου, η αβεβαιότητα ως προς την κατανομή του μολυσματικού παράγοντα στον οργανισμό του ζώου κατά τη διάρκεια της περιόδου επωάσεως δεν επιτρέπει να συναχθεί ότι τα επιβληθέντα για την εξαγωγή των βρετανικών βοοειδών κριτήρια όσον αφορά τους ιστούς (κρέατα από τα οποία έχουν αφαιρεθεί τα οστά και τα νεύρα) και την ηλικία του ζώου (μεταξύ 6 και 30 μηνών) παρέχουν επαρκείς εγγυήσεις για την εξασφάλιση της προστασίας της δημόσιας υγείας.
23 Η προσφεύγουσα επικαλείται επίσης τον ανεπαρκή χαρακτήρα της διαδικασίας που ακολούθησε η Επιτροπή, καθόσον η δεύτερη, αφενός, δεν έλαβε υπόψη τις απόψεις της μειοψηφίας που εκφράσθηκαν εντός της ad hoc ομάδας EST/ESB και, αφετέρου, δεν έλαβε υπόψη ούτε τη γνωμοδότηση της AFSSA ούτε τις νέες επιστημονικές πληροφορίες που είναι διαθέσιμες κατόπιν της αποφάσεως 1999/514 και της γνωμοδοτήσεως της ΑFSSA ούτε την εγκατάλειψη των κανόνων υποχρεωτικής επισημάνσεως που έπρεπε να τεθούν σε εφαρμογή την 1η Ιανουαρίου 2000.
24 Τέλος, η προσφεύγουσα επικαλείται ανεπαρκή αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Η ένσταση απαραδέκτου
25 Σύμφωνα με το άρθρο 91, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, η Επιτροπή προέβαλε, με χωριστό δικόγραφο, ένσταση απαραδέκτου.
26 Επικαλείται, πρώτον, την έλλειψη αποφάσεως της Επιτροπής κατά την έννοια του άρθρου 249 ΕΚ, επισημαίνοντας ότι το δικόγραφο της προσφυγής δεν συνοδεύεται από καμία απόφαση, όπως επιβάλλει το άρθρο 19 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, και ότι, ακόμη και σε περίπτωση προβολής ισχυρισμού περί υπάρξεως σιωπηρής αποφάσεως, η απόδειξη του γεγονότος αυτού βαρύνει την προσφεύγουσα.
27 Όσον αφορά την από 29 Οκτωβρίου 1999 δήλωση του D. Byrne, η Επιτροπή προβάλλει ότι ουδόλως μπορεί να αποτελέσει η δήλωση αυτή τέτοια απόφαση. Ο επίτροπος ανακοίνωσε απλώς τα πορίσματα της ΕΣΕ και δεν έλαβε καμία θέση εξ ονόματος της Επιτροπής. Εξάλλου, η τροποποίηση της αποφάσεως 1999/514 θα απαιτούσε την προσφυγή στη διαδικασία των επιτροπών, σύμφωνα με τις οδηγίες 89/662 και 90/425. Κατά τη διαδικασία αυτή, η Επιτροπή δεν μπορεί να ενεργήσει μόνη, αλλά επικουρείται υποχρεωτικά από τη μόνιμη κτηνιατρική επιτροπή, η οποία απαρτίζεται από εκπροσώπους των κρατών μελών, επομένως και της Γαλλικής Δημοκρατίας.
28 Όσον αφορά την απόφαση αποστολής έγγραφης οχλήσεως, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως.
29 Δεύτερον, η Επιτροπή επικαλείται την καταστρατήγηση της διαδικασίας, ισχυριζόμενη ότι, αν υποτεθεί ότι η Γαλλική Δημοκρατία είχε δικαίωμα να υποχρεώσει την Επιτροπή στη λήψη αποφάσεως, θα επρόκειτο στην πραγματικότητα για παράλειψη εκδόσεως αποφάσεως και θα απέκειτο στο κράτος αυτό να ζητήσει τη διαπίστωση της προβαλλομένης παραλείψεως κατά το άρθρο 232 ΕΚ.
30 Ο τρίτος λόγος απαραδέκτου αντλείται από την έλλειψη εννόμου συμφέροντος. Η απόφαση 1999/514 αποτελεί απλώς απόφαση εφαρμογής προηγηθεισών αποφάσεων, των οποίων η Γαλλική Δημοκρατία δεν ζητεί την τροποποίηση.
31 Τέταρτον, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι είχε υπάρξει πράξη της Επιτροπής, θα επρόκειτο για επιβεβαιωτική πράξη με το ίδιο περιεχόμενο όπως και η απόφαση 1999/514. Η γνωμοδότηση της ΕΣΕ καθόρισε ότι δεν υφίστανται νέα στοιχεία. Ακόμη και αν υπήρχαν, η εικαζόμενη απόφαση της Επιτροπής θα είχε απλώς επιβεβαιώσει την προηγούμενη απόφαση.
32 Τέλος, η Επιτροπή αιτιάται τον τεχνητό χαρακτήρα της κατασκευής στην οποία προέβη η Γαλλική Κυβέρνηση με μοναδικό σκοπό την αποφυγή του προβλήματος που δημιουργεί η παρέλευση της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής κατά της αποφάσεως 1999/514.
33 Η προσφεύγουσα αντικρούει την ένσταση απαραδέκτου.
34 Ισχυρίζεται ότι υφίσταται απόφαση περί αρνήσεως τροποποιήσεως της αποφάσεως 1999/514 και ότι το ουσιώδες ζήτημα για την εκτίμηση του παραδεκτού της προσφυγής είναι ο προσδιορισμός του αν διαβιβάσθηκαν νέα στοιχεία. Το ζήτημα αν τα διαβιβασθέντα στοιχεία ήταν ικανά να θέσουν υπό αμφισβήτηση την ορθότητα της αρχικής αποφάσεως αποτελεί στοιχείο της ουσίας της διαφοράς, το οποίο δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά το στάδιο του ελέγχου του παραδεκτού.
35 Η προσφεύγουσα αντικρούει το επιχείρημα ότι θα έπρεπε να τηρηθεί η διαδικασία των επιτροπών που προβλέπουν οι οδηγίες 89/662 και 90/425. Υπογραμμίζει τον στόχο της συνεργασίας και του συντονισμού των εθνικών και κοινοτικών πολιτικών προγραμμάτων που προβλέπει το άρθρο 152 ΕΚ, προκειμένου να εξασφαλισθεί υψηλό επίπεδο προστασίας της υγείας του ανθρώπου, και προσθέτει ότι, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 9, παράγραφος 1, τέταρτο εδάφιο, της οδηγίας 89/662, ένα κράτος μέλος μπορεί να λάβει συντηρητικά μέτρα. Άπαξ ληφθούν, τα συντηρητικά μέτρα πρέπει να ανακοινωθούν στην Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη και, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 9, παράγραφος 4, της ίδιας οδηγίας, απόκειται στην Επιτροπή να αποφασίσει σύμφωνα με την προβλεπόμενη διαδικασία.
36 Η προσφεύγουσα αντικρούει το επιχείρημα περί τεχνητού χαρακτήρα της ασκηθείσας προσφυγής υπογραμμίζοντας ότι, με όποιον τρόπο κι αν υπολογισθεί η προθεσμία, στις 30 Σεπτεμβρίου 1999, ημερομηνία εκδόσεως της πρώτης γνωμοδοτήσεως της AFSSA, δεν είχε παρέλθει η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής ακυρώσεως κατά της αποφάσεως 1999/514. Ο λόγος για τον οποίο δεν άσκησε την προσφυγή ήταν η πρόθεση να ακολουθήσει την κανονική διαδικασία της οδηγίας 89/662.
37 Όσον αφορά το έννομο συμφέρον, η προσφεύγουσα φρονεί ότι δεν αμφισβητείται ότι ένα κράτος μέλος που διαβίβασε νέα επιστημονικά στοιχεία, τα οποία θεωρεί ικανά να θέσουν υπό αμφισβήτηση την ορθότητα αποφάσεως της Επιτροπής, έχει έννομο συμφέρον να προσβάλει την άρνηση της Επιτροπής να τροποποιήσει την αρχική της απόφαση ενόψει των επιστημονικών αυτών στοιχείων.
38 Η προσφεύγουσα αντικρούει τέλος το επιχείρημα ότι το προσήκον μέσο θα ήταν η άσκηση προσφυγής κατά παραλείψεως. ράγματι, παράλειψη υφίσταται όταν το όργανο παραλείπει να λάβει θέση επί ενός ζητήματος. Εν προκειμένω, η Επιτροπή έλαβε θέση με την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία θέση έγινε γνωστή με τη δήλωση του D. Byrne της 29ης Οκτωβρίου 1999 και με το έγγραφο οχλήσεως που απεστάλη στις γαλλικές αρχές.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
39 Σύμφωνα με το άρθρο 92, παράγραφος 1, του Kανονισμού Διαδικασίας, όταν το Δικαστήριο είναι προδήλως αναρμόδιο να επιληφθεί της προσφυγής ή όταν η προσφυγή είναι προδήλως απαράδεκτη, το Δικαστήριο, αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, μπορεί, χωρίς να συνεχίσει τη διαδικασία, να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη.
40 Η παρούσα προσφυγή ασκήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 230 ΕΚ, το οποίο ορίζει ότι το Δικαστήριο ελέγχει τη νομιμότητα των πράξεων των οργάνων, εκτός των συστάσεων και γνωμών.
41 Η προσφυγή βάλλει κατά μιας, σύμφωνα με τον ισχυρισμό της προσφεύγουσας, αποφάσεως περί αρνήσεως τροποποιήσεως της αποφάσεως 1999/514, παρά την ύπαρξη στοιχείων προβαλλομένων ως νέων, όσον αφορά την πιθανή ύπαρξη ενός τρίτου παράγοντα μολύνσεως των βοοειδών, στοιχεία τα οποία η προσφεύγουσα ανακοίνωσε στην Επιτροπή και τα οποία θέτουν υπό αμφισβήτηση το βάσιμο της αποφάσεως 1999/514.
42 Η απορριπτική αυτή απόφαση ήταν σιωπηρή, έγινε όμως γνωστή με την από 29 Οκτωβρίου 1999 δήλωση του D. Byrne και με την αποστολή, στις 17 Νοεμβρίου 1999, εγγράφου οχλήσεως από την Επιτροπή.
43 ρέπει να επισημανθεί ότι, με τη δήλωση αυτή, το περιεχόμενο της οποίας παρουσίασε η προσφεύγουσα, ο D. Byrne προέβη, με πολύ γενικό τρόπο, σε παρουσίαση της γνωμοδοτήσεως που εξέδωσε η ΕΣΕ και ανακοίνωσε την πιθανή διεξαγωγή διαπραγματεύσεων μεταξύ των κοινοτικών αρχών και των αρχών των ενδιαφερομένων κρατών μελών.
44 Η δήλωση αυτή δεν συνιστά διατύπωση απόψεως της Επιτροπής σχετικά με τα στοιχεία που διαβίβασε η προσφεύγουσα. ράγματι, ο D. Byrne αρκέσθηκε να ανακοινώσει τη γνωμοδότηση της ΕΣΕ και να διατυπώσει την ευχή να βρεθεί λύση στις συγκεκριμένες δυσκολίες.
45 Κατά συνέπεια, δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι η δήλωση εκφράζει απόφαση της Επιτροπής περί αρνήσεως τροποποιήσεως της αποφάσεως 1999/514, υποκείμενη σε προσφυγή ακυρώσεως.
46 Εξάλλου, η αποστολή του από 17 Νοεμβρίου 1999 εγγράφου οχλήσεως πιστοποιεί τη βούληση να κολασθεί η παράλειψη εκτελέσεως της αποφάσεως 1999/514, δεν μπορεί όμως να ερμηνευθεί περαιτέρω υπό την έννοια ότι γνωστοποιεί απόφαση περί αρνήσεως τροποποιήσεως αυτής της αποφάσεως, υποκείμενη σε προσφυγή ακυρώσεως.
47 Η έλλειψη τέτοιας απορριπτικής αποφάσεως εκ μέρους της Επιτροπής επιβεβαιώνεται άλλωστε από το γεγονός ότι δεν ζητήθηκε εκ των προτέρων ρητώς από την Επιτροπή η τροποποίηση της αποφάσεως 1999/514, αλλά ότι απλώς ανακοινώθηκαν στην Επιτροπή στοιχεία προβαλλόμενα ως νέα, ικανά να τροποποιήσουν το νομικό και πραγματικό πλαίσιο το οποίο ελήφθη υπόψη.
48 Αν η προσφεύγουσα θεωρούσε ότι η ανακοίνωση αυτή συνεπαγόταν για την Επιτροπή την υποχρέωση να εκδώσει νέα απόφαση, είχε τη δυνατότητα να ακολουθήσει τη διαδικασία της προσφυγής κατά παραλείψεως που ορίζεται στη Συνθήκη.
49 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η προσφυγή πρέπει να κηρυχθεί ως προδήλως απαράδεκτη.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
50 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Γαλλική Δημοκρατία ηττήθηκε και η Επιτροπή έχει ζητήσει την καταδίκη της στα δικαστικά έξοδα, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει τη Γαλλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy