ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (έβδομο τμήμα)
της 10ης Δεκεμβρίου 2008
Υπόθεση T-57/99
Albert Nardone
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Υπαλληλική υπόθεση – Υπάλληλοι – Αγωγή αποζημιώσεως – Επαγγελματική νόσος – Έκθεση στον αμίαντο και σε άλλες ουσίες»
Αντικείμενο: Αγωγή αποζημιώσεως για τη ζημία που υποστηρίζει ότι υπέστη ο ενάγων λόγω της υπαίτιας συμπεριφοράς της Επιτροπής που συνίσταται στην έκθεσή του σε ατμόσφαιρα μολυσμένη λόγω αιωρούμενων σωματιδίων αμιάντου.
Απόφαση: Η Επιτροπή καταδικάζεται στην καταβολή αποζημιώσεως ύψους 66 000 ευρώ στον Albert Nardone. Η αγωγή απορρίπτεται κατά τα λοιπά. Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Περίληψη
1. Υπάλληλοι – Κοινωνική ασφάλιση – Ασφάλιση κατά ατυχημάτων και επαγγελματικών νόσων – Κατ’ αποκοπήν αποζημίωση στο πλαίσιο του συστήματος του ΚΥΚ – Αίτημα περαιτέρω αποζημιώσεως στηριζόμενο σε πταίσμα ικανό να επισύρει ευθύνη του οργάνου
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 73)
2. Υπάλληλοι – Αναπηρία – Υποχρέωση της διοικήσεως να ελέγξει την καταλληλότητα προς εργασία του παραιτηθέντος υπαλλήλου – Δεν υφίσταται
(Κανονισμός Υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 78)
3. Διαδικασία – Δικαστικά έξοδα – Καθορισμός των εξόδων – Αποδοτέα έξοδα – Έννοια – Έξοδα ανακύπτοντα στο πλαίσιο της προ της ασκήσεως του ενδίκου μέσου διαδικασίας – Δεν περιλαμβάνονται
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 90 και 91)
4. Εξωσυμβατική ευθύνη – Προϋποθέσεις – Κατάφωρη παράβαση κανόνα δικαίου που παρέχει δικαιώματα στους ιδιώτες
(άρθρο 288, εδ. 2, ΕΚ)
1. Ο υπάλληλος που εκδηλώνει επαγγελματική ασθένεια έχει απλώς δικαίωμα να ζητήσει συμπληρωματική αποζημίωση κατά το κοινό δίκαιο οσάκις δεν υπάρχει δυνατότητα χορηγήσεως κατάλληλης αποζημιώσεως στο πλαίσιο του συστήματος που θεσπίζει το άρθρο 73 του ΚΥΚ Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΥΚ). Αυτός ο κανόνας δικαίου, ο οποίος αποσκοπεί στην αποτροπή του ενδεχομένου διπλής αποζημιώσεως των υπαλλήλων, εφαρμόζεται συστηματικά και δεν επιτρέπει, κατ’ αρχήν, ουδεμία εξαίρεση ή παρέκκλιση. Επομένως, οι ενδεχόμενες παροχές που χορηγούνται βάσει του ΚΥΚ πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για την εκτίμηση της προς αποκατάσταση ζημίας στο μέτρο που αφορούν ζημία ίδια με αυτή της οποίας η αποκατάσταση ζητείται μέσω της αγωγής αποζημιώσεως.
Αγωγή αποζημιώσεως χαρακτηρίζεται προώρως ασκηθείσα όταν δεν είναι ακόμη εφικτή η εκτίμηση του προσήκοντος χαρακτήρα της αποζημιώσεως την οποία ο ενάγων αξιώνει βάσει του ΚΥΚ. Δεν ισχύει πάντα το γεγονός ότι είναι συνήθως πιο χρονοβόρο και δαπανηρό για τον υπάλληλο να αποδείξει ότι δικαιούται τη συμπληρωματική αποζημίωση του άρθρου 73 του ΚΥΚ από το να αποδείξει ότι πληρούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις προς στοιχειοθέτηση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας. Προς διασφάλιση της οικονομίας της διαδικασίας, δηλαδή της αρχής που απαιτεί την εξισορρόπηση των διαφόρων παραγόντων σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ο κοινοτικός δικαστής εξαρτά το παραδεκτό της αγωγής αποζημιώσεως του κοινού δικαίου από την άσκηση της αγωγής αποζημιώσεως που προβλέπει το άρθρο 73 του ΚΥΚ. Αυτή η αγωγή αποζημιώσεως κηρύσσεται παραδεκτή, όταν η διαδικασία για την καταβολή της αποζημιώσεως βάσει του ΚΥΚ είναι χρονοβόρα. Άλλωστε, σε περίπτωση που η χορηγηθείσα στο πλαίσιο ασκήσεως αυτού του ενδίκου μέσου αποζημίωση αποκαθιστούσε τη ζημία της οποίας η αποκατάσταση ζητείται εκ παραλλήλου δυνάμει του καθεστώτος αποζημιώσεως που προβλέπεται από το άρθρο 73 του ΚΥΚ, το ύψος αυτής της αποζημιώσεως θα έπρεπε, βάσει του απαγορευτικού της σωρεύσεως των αποζημιώσεων κανόνα δικαίου, να αφαιρεθεί από τις ενδεχόμενες παροχές που χορηγούνται στον ενάγοντα βάσει του ΚΥΚ.
(βλ. σκέψεις 53 έως 58)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 9 Σεπτεμβρίου 1999, C‑257/98 P, Lucaccioni κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. I‑5251, σκέψη 23· ΠΕΚ, 14 Μαΐου 1998, T‑165/95, Lucaccioni κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1998, σ. I‑A‑203 και II‑627, σκέψη 72· ΠΕΚ, 15 Δεκεμβρίου 1999, T‑300/97, Latino κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1999, σ. I‑A‑259 και II‑1263, σκέψεις 94 και 95
2. Δεν προκύπτει ότι υπάρχει γενική υποχρέωση του κοινοτικού οργάνου να εξακριβώνει την ικανότητα υπαλλήλου προς εργασία σε περίπτωση εθελουσίας αποχωρήσεως ούτε από τη νομολογία του Δικαστηρίου ούτε από άλλη πηγή κοινοτικού δικαίου.
Αν ένας υπάλληλος φρονεί ότι η κατάσταση της υγείας του του επιβάλλει να παύσει να ασκεί τα καθήκοντά του οφείλει να υποβάλει, πριν από την αποχώρησή του, αίτηση βάσει του άρθρου 90 του ΚΥΚ για τη χορήγηση συντάξεως αναπηρίας δυνάμει του άρθρου 78 του ΚΥΚ. Άλλως, λογίζεται ως ο μόνος υπεύθυνος για τη μη χορήγηση της συντάξεως αναπηρίας, εάν υποτεθεί ότι την εδικαιούτο.
(βλ. σκέψεις 130 και 131)
Παραπομπή: ΠΕΚ, 26 Φεβρουαρίου 2003, T‑59/01, Nardone κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2003, σ. I‑A‑55 και II‑323, σκέψεις 38 και 40
3. Η αμοιβή του δικηγόρου για τις υπηρεσίες που παρέσχε κατά την προ της ασκήσεως του ενδίκου μέσου διαδικασία που προβλέπεται στα άρθρα 90 και 91 του ΚΥΚ δεν συγκαταλέγεται στα αποδοτέα έξοδα. Επομένως, κατά το πνεύμα του συστήματος της προς της ασκήσεως του ενδίκου μέσου διαδικασίας, ο υπάλληλος δεν εκπροσωπείται σε αυτό το στάδιο, πράγμα το οποίο αντισταθμίζεται με την υποχρέωση της διοικήσεως να ερμηνεύει και να εκτιμά διασταλτικώς και όχι συσταλτικώς τις αξιώσεις του. Κατά συνέπεια ένας υπάλληλος δεν μπορεί να επιτύχει, εκτός εξαιρετικών περιπτώσεων, την επιστροφή των εξόδων και της δικαστικής αμοιβής των συμβούλων του στο πλαίσιο της ασκήσεως αγωγής αποζημιώσεως.
(βλ. σκέψεις 139 και 140)
Παραπομπή: ΠΕΚ, 5 Ιουλίου 1993, T‑84/91 DEP, Meskens κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1993, σ. II‑757, σκέψη 14· ΠΕΚ, 6 Μαΐου 2004, T‑34/03, Hecq κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2004, σ. I‑A‑143 και II‑639, σκέψη 21 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία· ΠΕΚ, 13 Δεκεμβρίου 2005, T‑155/03, T‑157/03 και T‑331/03, Cwik κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2005, σ. I‑A‑411 και II‑1865, σκέψη 199 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία
4. Η αναγνώριση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας προϋποθέτει πρωτίστως την ύπαρξη κατάφωρης παραβάσεως κανόνα δικαίου ο οποίος παρέχει δικαιώματα σε ιδιώτες. Όσον αφορά την προϋπόθεση του κατάφωρου χαρακτήρα της παραβάσεως, το αποφασιστικό κριτήριο για την πλήρωση αυτού του όρου, κυρίως όταν το κοινοτικό όργανο διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως, είναι αυτό της πρόδηλης και σοβαρής υπερβάσεως, εκ μέρους του κοινοτικού οργάνου, των ορίων της διακριτικής του ευχέρειας. Όταν το κοινοτικό αυτό όργανο δεν διαθέτει παρά αισθητά μειωμένο ή και ανύπαρκτο περιθώριο εκτιμήσεως, η απλή παράβαση του κοινοτικού δικαίου αρκεί για να θεμελιωθεί η κατάφωρη παράβαση.
Οι προϋποθέσεις για την αναγνώριση της ευθύνης της Κοινότητας για προκληθείσες στους υπαλλήλους της και πρώην υπαλλήλους ζημίες λόγω παραβάσεως του κοινοτικού δικαίου, δεν πρέπει, ελλείψει ειδικής αιτιολογίας, να διαφέρουν από εκείνες που ισχύουν για τη θεμελίωση της ευθύνης της Κοινότητας έναντι των υπόλοιπων ιδιωτών.
Η ιατρική υπηρεσία του κοινοτικού οργάνου πρέπει, δυνάμει του καθήκοντος αρωγής, να προειδοποιεί τον υπάλληλο για τις προκύπτουσες από τον ιατρικό του φάκελο ασθένειες και τους ικανούς να επιφέρουν χειροτέρευση της υγείας του παράγοντες, πράγμα το οποίο προϋποθέτει τη γνωστοποίηση στον υπάλληλο όλων των δεδομένων και των κατάλληλων, προς τον σκοπό αυτό, υποδείξεων. Η ιατρική υπηρεσία πρέπει επίσης να ενημερώνει τον υπάλληλο για τους δυναμένους να προκαλέσουν την εμφάνιση ασθενείας παράγοντες. Ενδεχόμενη παράβαση αυτών των υποχρεώσεων είναι ικανή να επισύρει την ευθύνη του επίμαχου θεσμικού οργάνου. Επομένως, το καθήκον αρωγής είναι κανόνας δικαίου του οποίου η παράβαση είναι ικανή να θεμελιώσει την ευθύνη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.
Η Επιτροπή διαπράττει κατάφωρη παράβαση του καθήκοντός της προς αρωγή όταν υποχρεώνει τον υπάλληλο να εργαστεί υπό ανθυγιεινές συνθήκες εργασίας και δεν λαμβάνει ουδέν μέτρο για τη βελτίωσή τους, τη στιγμή που ο ιατρός-σύμβουλος έχει επανειλημμένως προβεί σε σχετικές επισημάνσεις.
(βλ. σκέψεις 162, 164, 166 και 171 έως 173)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 4 Ιουλίου 2000, C‑352/98 P, Bergaderm και Goupil κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. I‑5291, σκέψεις 41, 43 και 44· ΠΕΚ, 25 Σεπτεμβρίου 1991, T‑36/89, Nijman κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. II‑699, σκέψεις 36 και 37· ΠΕΚ, 18 Δεκεμβρίου 1997, T‑90/95, Gill κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1997, σ. I‑A‑471 και II‑1231, σκέψη 34· ΠΕΚ, 12 Ιουλίου 2001, T‑198/95, T‑171/96, T‑230/97, T‑174/98 και T‑225/99, Comafrica και Dole Fresh Fruit Europe κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. II‑1975, σκέψη 134
Full & Egal Universal Law Academy