Περίληψη
Λέξεις κλειδιά
1 Ασφαλιστικά μέτρα - Αναστολή εκτελέσεως - Προσωρινά μέτρα - Προϋποθέσεις χορηγήσεως - Επείγον - Fumus boni juris - Σωρευτικός χαρακτήρας - Στάθμιση όλων των εμπλεκομένων συμφερόντων - Εξουσία εκτιμήσεως του δικάζοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή
[Συνθήκη ΕΚ, άρθρα 185 και 186 (νυν άρθρα 242 ΕΚ και 243 ΕΚ)· Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 104 § 2]
2 Ασφαλιστικά μέτρα - Αναστολή εκτελέσεως - Αναστολή εκτελέσεως αποφάσεως με την οποία επιβάλλεται πρόστιμο - Αναστολή αναγκαστικής εκτελέσεως
[Συνθήκη ΕΚ, άρθρα 185 και 186 (νυν άρθρα 242 ΕΚ και 243 ΕΚ)· Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 104 § 2]
3 Ασφαλιστικά μέτρα - Αναστολή εκτελέσεως - Αναστολή εκτελέσεως αποφάσεως με την οποία επιβάλλεται πρόστιμο - Υποχρέωση συστάσεως τραπεζικής εγγυήσεως ως προϋπόθεση για τη μη άμεση καταβολή του προστίμου - Προϋποθέσεις λήψεως - Εξαιρετικές περιστάσεις - Κίνδυνος για την επιχείρηση να ζητήσει την κίνηση διαδικασίας διαπιστώσεως αφερεγγυότητας - Αποκλείεται
[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 185 (νυν άρθρο 242 ΕΚ)· Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 104 § 2]
Περίληψη
1 Το άρθρο 104, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου προβλέπει ότι οι αιτήσεις για τη λήψη προσωρινών μέτρων πρέπει να προσδιορίζουν τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το επείγον της υποθέσεως καθώς και τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που δικαιολογούν εκ πρώτης όψεως (fumus boni juris) τη λήψη του προσωρινού μέτρου το οποίο ζητείται. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι σωρευτικές, οπότε η αίτηση αναστολής εκτελέσεως πρέπει να απορρίπτεται όταν η μία από αυτές ελλείπει. Στην κρίση του δικάζοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή εμπίπτει επίσης η στάθμιση των εμπλεκομένων συμφερόντων.
Ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής διαθέτει, στο πλαίσιο της συνολικής εξετάσεως μιας αιτήσεως αναστολής εκτελέσεως και λήψεως προσωρινών μέτρων, ευρεία εξουσία εκτιμήσεως και είναι ελεύθερος να καθορίσει, ενόψει των ιδιαιτεροτήτων της υποθέσεως, τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να εξακριβωθεί η συνδρομή των διαφόρων αυτών προϋποθέσεων, καθώς και τη σειρά με την οποία θα διεξαχθεί η εξέταση αυτή, εφόσον κανένας κανόνας κοινοτικού δικαίου δεν του επιβάλλει προκαθορισμένο σχέδιο αναλύσεως για να εκτιμήσει την ανάγκη εκδόσεως διατάξεως προσωρινών μέτρων.
2 Αίτηση σκοπούσα την αναστολή της αναγκαστικής εκτελέσεως αποφάσεως με την οποία επιβάλλεται πρόστιμο στερείται αντικειμένου, όταν η Επιτροπή δεν έλαβε κανένα μέτρο βάσει του άρθρου 192 της Συνθήκης (νυν άρθρου 256 ΕΚ) και δεν διευκρίνισε στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις ότι, σε περίπτωση που αυτές θα ασκούσαν προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου, δεν θα προέβαινε σε κανένα μέτρο εισπράξεως του προστίμου για όσο χρόνο η υπόθεση θα εκκρεμούσε ενώπιον του δικαστηρίου αυτού και ότι θα παρεχόταν τραπεζική εγγύηση. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η αίτηση περί αναστολής της αναγκαστικής εκτελέσεως μιας αποφάσεως συνεπάγεται επίσης την αναστολή εκτελέσεως αυτής, εφόσον η τυχόν επίτευξη της αναστολής αυτής εμποδίζει ταυτόχρονα, προσωρινώς, και την αναγκαστική εκτέλεση.
3 Η αίτηση αναστολής εκτελέσεως μιας αποφάσεως, στο μέτρο που με την απόφαση αυτή επιβάλλεται πρόστιμο, πρέπει να γίνει δεκτή μόνον εφόσον συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις. Επομένως, το επείγον των ζητουμένων προσωρινών μέτρων πρέπει να εκτιμάται εξετάζοντας αν η εκτέλεση της επίμαχης πράξεως, πριν από την έκδοση αποφάσεως επί της ουσίας, θα μπορούσε να προκαλέσει στον αιτούντα τα μέτρα αυτά σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία, η οποία δεν θα μπορούσε να αποκατασταθεί, ακόμη και αν η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρωνόταν από το Πρωτοδικείο.
Στο πλαίσιο αυτό, απλώς και μόνον ο κίνδυνος να βρεθούν οι αιτούσες στην ανάγκη να ζητήσουν την κίνηση διαδικασίας διαπιστώσεως αφερεγγυότητας, ως προϋπόθεση της μη άμεσης καταβολής του προστίμου, δεν μπορεί να αποτελεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία δεδομένου ότι σκοπός μιας τέτοιας διαδικασίας είναι, αντιθέτως, η προσπάθεια βελτιώσεως της οικονομικής καταστάσεως των οικείων επιχειρήσεων.
Full & Egal Universal Law Academy