Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Διαδικασία Δικαστικά έξοδα Καθορισμός Στοιχεία που πρέπει να ληφθούν υπόψη
(Κανονισμός Διαδικασίας του ρωτοδικείου, άρθρο 91, στοιχ. β_)
Περίληψη
$$Ο κοινοτικός δικαστής δεν είναι αρμόδιος να καθορίζει τις αμοιβές που οφείλουν οι διάδικοι στους δικηγόρους τους, αλλά το ποσό μέχρι του οποίου μπορούν να αναζητηθούν οι αμοιβές αυτές από τον καταδικασθέντα στα δικαστικά έξοδα διάδικο. Αποφαινόμενο επί της αιτήσεως καθορισμού των δικαστικών εξόδων, το ρωτοδικείο δεν υποχρεούται να λάβει υπόψη του ούτε τον εθνικό πίνακα δικηγορικών αμοιβών ούτε ενδεχόμενη σχετική συμφωνία μεταξύ του διαδίκου και των εκπροσώπων ή συμβούλων του. Ελλείψει κοινοτικών διατάξεων περί τιμολογήσεως, ο δικαστής οφείλει να εκτιμήσει ελεύθερα τα στοιχεία της υποθέσεως, λαμβάνοντας υπόψη το αντικείμενο και τη φύση της διαφοράς, τη σημασία της από πλευράς κοινοτικού δικαίου καθώς και τις δυσχέρειες της υποθέσεως, την έκταση της εργασίας που κλήθηκαν να εκτελέσουν οι εκπρόσωποι ή σύμβουλοι στο πλαίσιο της ένδικης διαδικασίας και τα οικονομικά συμφέροντα που αντιπροσώπευσε η διαφορά για τους διαδίκους.
Όσον αφορά τις δυσχέρειες μιας υποθέσεως και τη σημασία της από πλευράς κοινοτικού δικαίου, όταν τα ζητήματα ουσίας μιας προσφυγής έχουν εξεταστεί εκτεταμένα σε άλλες υποθέσεις λόγω προηγούμενης προσφυγής του ενδιαφερομένου διαδίκου, πρέπει να ληφθεί υπόψη το ότι οι σύμβουλοι του διαδίκου αυτού γνώριζαν ήδη σε κάποιο βαθμό την ουσία της υποθέσεως, γεγονός που διευκόλυνε την εργασία έρευνας, αναλύσεως και συντάξεως και μείωσε αισθητά το μέγεθος της εργασίας που απαιτούνταν αντικειμενικά για την υπόθεση αυτή.
( βλ. σκέψεις 26-27, 30 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση T-64/99 DEP,
UK Coal plc, πρώην RJB Mining plc, με έδρα το Harworth (Ηνωμένο Βασίλειο), εκπροσωπούμενη από τον J. Lawrence, solicitor, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης από τον K.-D. Borchardt, επικουρούμενο από τον N. Khan, δικηγόρο, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση καθορισμού των δικαστικών εξόδων που η καθής οφείλει να καταβάλει στην προσφεύγουσα κατόπιν της εκδόσεως της διατάξεως του ρωτοδικείου της 25ης Ιουλίου 2000, T-64/99, RJB Mining κατά Επιτροπής (που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή),
ΤΟ ΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (δεύτερο πενταμελές τμήμα),
συγκείμενο από τους A. W. H. Meij, ρόεδρο, K. Lenaerts, A. Potocki, Μ. Jaeger και J. Pirrung, δικαστές,
γραμματέας: H. Jung
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
ραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1 Με απόφαση της 29ης Ιουλίου 1998, εκδοθείσα βάσει του άρθρου 66 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, η Επιτροπή ενέκρινε τη συγχώνευση της Saarbergwerke AG, γερμανικής δημόσιας επιχειρήσεως, με την Preussag Anthrazit GmbH και την RAG Aktiengesellschaft (στο εξής: RAG), η οποία απέκτησε το εταιρικό κεφάλαιο των άλλων εταιριών. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της προσφεύγουσας, η πράξη της συγχωνεύσεως ενείχε αρκετά στοιχεία κρατικής ενισχύσεως.
2 Στις 29 Σεπτεμβρίου 1998 η προσφεύγουσα προσέβαλε την απόφαση περί εγκρίσεως της συγχωνεύσεως αυτής και κατήγγειλε, μεταξύ άλλων, το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν εξέτασε τη νομιμότητα των κρατικών ενισχύσεων που ήταν συμφυείς με τη συγχώνευση. Η εν λόγω προσφυγή πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του ρωτοδικείου με αριθμό Τ-156/98. Με την απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2001, Τ-156/98, RJB Mining κατά Επιτροπής (Συλλογή 2001, σ. ΙΙ-337), το ρωτοδικείο ακύρωσε την προσβληθείσα απόφαση εγκρίσεως.
3 Επιπλέον, στις 18 Ιανουαρίου και στις 3 Μαρτίου 1999 αντιστοίχως, η προσφεύγουσα ζήτησε την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής της 2ας Δεκεμβρίου 1998, περί εγκρίσεως χρηματοδοτικών παρεμβάσεων της Γερμανίας υπέρ της βιομηχανίας άνθρακα το 1998, και της αποφάσεως της Επιτροπής της 22ας Δεκεμβρίου 1998, περί εγκρίσεως παρόμοιων παρεμβάσεων το 1999. ρος στήριξη των αιτημάτων της αυτών η προσφεύγουσα ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι οι εν λόγω αποφάσεις ουδόλως ανέφεραν την προαναφερθείσα συγχώνευση ή το ζήτημα των σχετικών μ' αυτή κρατικών ενισχύσεων. Οι εν λόγω προσφυγές πρωτοκολλήθηκαν στη Γραμματεία του ρωτοδικείου με αριθμούς T-12/99 και T-63/99. Με την απόφαση της 12ης Ιουλίου 2001, T-12/99 και T-63/99, UK Coal κατά Επιτροπής (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή), το ρωτοδικείο τις απέρριψε ως αβάσιμες.
4 Με δικόγραφο που κατέθεσε στις 3 Μαρτίου 1999 στην παρούσα υπόθεση, η προσφεύγουσα ζήτησε από το ρωτοδικείο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 35 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, αφενός, να ακυρώσει αρκετές σιωπηρές αποφάσεις με τις οποίες η Επιτροπή αρνήθηκε να εξετάσει αν οι κρατικές ενισχύσεις που η Γερμανία κατέβαλε στο πλαίσιο της προαναφερθείσας συγχωνεύσεως είναι συμβατές με το άρθρο 4, στοιχείο γ_, της Συνθήκης ΕΚΑΧ και με την απόφαση 3632/93/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 28ης Δεκεμβρίου 1993, για το κοινοτικό καθεστώς παρεμβάσεων των κρατών μελών υπέρ της βιομηχανίας άνθρακα (ΕΕ L 329, σ. 12), και, αφετέρου, να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
5 Με υπόμνημα που κατέθεσε στις 31 Μα_ου 1999, η Επιτροπή προέβαλε ένσταση απαραδέκτου, θεωρώντας ότι η προσφυγή στην υπόθεση Τ-64/99 ήταν απαράδεκτη, αφενός, λόγω εκκρεμοδικίας στις υποθέσεις T-156/98 και T-12/99 και, αφετέρου, λόγω του ότι συνιστούσε κατάχρηση διαδικασίας, καθότι η προσφεύγουσα δεν είχε έννομο συμφέρον προς άσκηση προσφυγής. Η προσφεύγουσα απάντησε στην ένσταση με υπόμνημα που κατέθεσε στις 2 Ιουλίου 1999.
6 Με υπομνήματα που κατέθεσε την ίδια ημέρα η προσφεύγουσα ζήτησε από το ρωτοδικείο, αφενός, να εκδώσει ερήμην απόφαση και, αφετέρου, να προβεί στην εκδίκαση της παρούσας υποθέσεως κατά προτεραιότητα.
7 Με διάταξη της 12ης Νοεμβρίου 1999 το ρωτοδικείο αποφάσισε τη συνεκδίκαση της ενστάσεως απαραδέκτου με την ουσία της διαφοράς, απέρριψε την αίτηση για την έκδοση ερήμην αποφάσεως και αποφάσισε να εξετάσει μεταγενέστερα την αίτηση για την εκδίκαση της υποθέσεως κατά προτεραιότητα· επιφυλάχθηκε ως προς τα δικαστικά έξοδα.
8 Με υπόμνημα που κατέθεσε στις 25 Αυγούστου 1999 η RAG ζήτησε να της επιτραπεί να παρεμβεί υπέρ της Επιτροπής. Με υπόμνημα που κατέθεσε στις 16 Σεπτεμβρίου 1999 η προσφεύγουσα αντιτάχθηκε στο αίτημα αυτό. Με διάταξη της 10ης Ιανουαρίου 2000 το ρωτοδικείο επέτρεψε την παρέμβαση της RAG· επιφυλάχθηκε ως προς τα δικαστικά έξοδα.
9 Με διάταξη της ίδιας ημέρας, αφού αγόρευσαν οι κύριοι διάδικοι, επετράπη και στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας να παρέμβει υπέρ της Επιτροπής.
10 Αφ' ης στιγμής η Επιτροπή κίνησε, εκκρεμούσας της δίκης, τυπική διαδικασία για να λάβει από τη Γερμανική Κυβέρνηση πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με ενδεχόμενη κρατική ενίσχυση συνδεόμενη με την προαναφερθείσα συγχώνευση επιχειρήσεων, η προσφεύγουσα δήλωσε ότι η προσφυγή στην υπόθεση T-64/99 κατέστη άνευ αντικειμένου.
11 Συνεπώς, το ρωτοδικείο (δεύτερο πενταμελές τμήμα) αποφάνθηκε, με διάταξη της 25ης Ιουλίου 2000, T-64/99, RJB Mining κατά Επιτροπής (που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή), ότι παρείλκε η απόφανση τόσο επί της προσφυγής όσο και επί της εκδικάσεως της υποθέσεως κατά προτεραιότητα. Καταδίκασε την Επιτροπή στα δικαστικά της έξοδα και στο ήμισυ των εξόδων της προσφεύγουσας, εξαιρέσει των εξόδων που προκλήθηκαν, αφενός, από το ότι επετράπη η παρέμβαση της RAG και, αφετέρου, από τις αιτήσεις της προσφεύγουσας για την έκδοση ερήμην αποφάσεως και την εκδίκαση της υποθέσεως κατά προτεραιότητα.
12 Με έγγραφο της 8ης Νοεμβρίου 2000 η προσφεύγουσα υπέβαλε στην Επιτροπή κατάσταση των δικαστικών της εξόδων, από την οποία προκύπτει ότι αυτά ανέρχονται σε 60 961,50 λίρες στερλίνες (GBP), και ζήτησε την καταβολή του ημίσεος του ποσού, ήτοι 30 480,75 GBP. Στις 4 Δεκεμβρίου 2000 η Επιτροπή απέρριψε το εν λόγω αίτημα, αντιπροτείνοντας την καταβολή ποσού 10 900 GBP. Στις 23 Ιανουαρίου 2001 η προσφεύγουσα, λαμβάνοντας υπόψη ορισμένες από τις αντιρρήσεις της Επιτροπής, ζήτησε, κατόπιν αναθεωρήσεως, το ποσό των 21 774,80 GBP. Με έγγραφο της 14ης Μαρτίου 2001 η Επιτροπή απέρριψε το αίτημα αυτό και αντιπρότεινε το αυξημένο ποσό των 13 000 GBP.
13 Υπό τις συνθήκες αυτές, η προσφεύγουσα υπέβαλε, με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του ρωτοδικείου στις 6 Ιουνίου 2001, αίτηση καθορισμού των δικαστικών εξόδων.
14 Με υπόμνημα που κατέθεσε στη Γραμματεία του ρωτοδικείου στις 11 Ιουνίου 2001, η Επιτροπή υπέβαλε τις παρατηρήσεις της επί της αιτήσεως αυτής.
Αιτήματα των διαδίκων
15 Η προσφεύγουσα ζητεί από το ρωτοδικείο:
να αναγνωρίσει ότι υποβλήθηκε σε δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε 21 774,80 GBP·
να της χορηγήσει γνήσιο επικυρωμένο αντίγραφο της διατάξεώς του·
να καταδικάσει την Επιτροπή στα έξοδα της παρούσας διαδικασίας καθορισμού των δικαστικών εξόδων.
16 Η Επιτροπή ζητεί από το ρωτοδικείο, κατ' ουσίαν, να καθορίσει το ποσό των αποδοτέων εξόδων, περιλαμβανομένων των εξόδων της παρούσας διαδικασίας, σε εύλογο ποσό, που, στο σύνολό του, να μην υπερβαίνει τις 13 000 GBP.
Επιχειρήματα των διαδίκων
17 αραπέμποντας στις επιστολές που αντάλλαξε με την Επιτροπή κατά το προ της ασκήσεως της προσφυγής στάδιο (βλ. σκέψη 12 ανωτέρω), η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι, όπως προκύπτει από την κατάσταση των δικαστικών της εξόδων της 8ης Νοεμβρίου 2000, το ζητούμενο ποσό υπολογίζεται βάσει 210,7 ωρών εργασίας με μέση ωριαία αμοιβή 174,89 GBP, αμοιβή πολύ χαμηλότερη από το ποσό των 220 GBP που η Επιτροπή, με το από 4 Δεκεμβρίου 2000 έγγραφό της, θεώρησε εύλογο για την προκειμένη περίπτωση. Κατά την προσφεύγουσα, είναι προφανές ότι η αντιπρόταση της Επιτροπής, η οποία υπολογίζεται βάσει 55 ωρών εργασίας για την προετοιμασία όλης της υποθέσεως, είναι ανεπαρκής.
18 Όσον αφορά τον χρόνο που διέθεσε για την προετοιμασία της υποθέσεως, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι επρόκειτο για περίπλοκη και δύσκολη στον χειρισμό προσφυγή, η οποία απαιτούσε σημαντική προετοιμασία και έρευνα, δεδομένου ότι οι προσφυγές κατά παραλείψεως στον τομέα της ΕΚΑΧ είναι σπάνιες. Ακόμη, η Επιτροπή στήριξε μεγάλο τμήμα της άμυνάς της σε ζητήματα παραδεκτού, με αποτέλεσμα η προσφεύγουσα να πρέπει να προβάλει νέα και ουσιώδη επιχειρήματα. εραιτέρω, η προσφεύγουσα αναγκάστηκε, από τη φύση της υποθέσεως, να προβάλει την πλήρη και εμπεριστατωμένη επιχειρηματολογία της προτού η Επιτροπή αποφασίσει τελικώς να ενεργήσει.
19 Η προσφεύγουσα προσθέτει ότι, εν προκειμένω, το ποσό της μη κοινοποιηθείσας ενισχύσεως ανερχόταν σε 1 δισεκατομμύριο γερμανικά μάρκα (DEM), ήτοι σε σημαντικό ποσό. Επιπλέον, η υπόθεση ήταν αρκετά σημαντική όσον αφορά το κοινοτικό δίκαιο και τον τομέα του άνθρακα στο σύνολό του.
20 Η προσφεύγουσα καταλήγει ότι είναι εύλογο το ποσό των ζητουμένων εξόδων, το οποίο εξάλλου είναι σημαντικά κατώτερο από το ποσό των πραγματικών της εξόδων για την εν λόγω υπόθεση.
21 Η Επιτροπή απαντά ότι είναι περιττό να εξεταστεί περαιτέρω ο τρόπος υπολογισμού της ωριαίας αμοιβής, διότι αρκεί η διαπίστωση ότι, ανεξαρτήτως του τρόπου υπολογισμού της, η αμοιβή αυτή υπερβαίνει την κλίμακα των ωριαίων αμοιβών που ζητούνται για την ενώπιον του ρωτοδικείου διαδικασία. Επομένως, οι δικηγόροι της προσφεύγουσας είναι προφανώς εξαιρετικά ικανοί, οπότε χρειάστηκαν λίγο μόνο χρόνο για τις σχετικές έρευνες.
22 Όσον αφορά τον αριθμό των ωρών που διατέθηκαν για την υπόθεση, η Επιτροπή διευκρινίζει ότι το ποσό που αντιπροτείνει υπολογίζεται με βάση 55 ώρες που δαπάνησαν οι solicitors της προσφεύγουσας, πλέον μιας διάρκειας μη προσδιοριζόμενης, η οποία όμως αποτιμάται σε 6 700 GBP για την εργασία του barrister της προσφεύγουσας, πλέον 2 000 GBP για τις επαφές μεταξύ των solicitors και του barrister. Αυτό σημαίνει ότι, αν ληφθεί υπόψη η ωριαία αμοιβή των 220 GBP, η Επιτροπή δέχθηκε 30 ώρες εργασίας για τον barrister της προσφεύγουσας και εννέα επιπλέον ώρες για τις επαφές του με τους solicitors, ήτοι, συνολικά, 94 ώρες εργασίας για τους νομικούς.
23 Στον βαθμό που η προσφεύγουσα επικαλείται το περίπλοκο της προσφυγής της κατά παραλείψεως, η Επιτροπή τονίζει ότι το έργο της προσφεύγουσας κατά την προετοιμασία της προσφυγής διευκολύνθηκε από το γεγονός ότι η ουσία της παρούσας υποθέσεως αφορούσε ζήτημα που είχε ήδη εξεταστεί στις εκκρεμείς τότε υποθέσεις T-156/98 και T-12/99 (βλ. σκέψεις 2 και 3 ανωτέρω). εραιτέρω, τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν, εν προκειμένω, επί της ουσίας καλύπτουν μόλις τις τελευταίες σελίδες του δικογράφου της προσφυγής και συνιστούν επανάληψη των επιχειρημάτων που είχαν ήδη προβληθεί ενώπιον του ρωτοδικείου στις προαναφερθείσες υποθέσεις T-156/98, T-12/99 και T-63/99.
24 Τέλος, κατόπιν της εκδόσεως της αποφάσεως T-156/98 του ρωτοδικείου (βλ. σκέψη 2 ανωτέρω), η προσφεύγουσα υπέβαλε στην Επιτροπή αίτηση καταβολής δικαστικών εξόδων που ανέρχονταν σε 127 698 GBP και δήλωσε ότι η προετοιμασία της υποθέσεως ήταν περίπλοκη και χρονοβόρα. Η προσφεύγουσα δεν μπορεί, όμως, να ζητήσει ουσιώδη έξοδα για την κατάρτιση επιχειρηματολογίας που αφορά το ίδιο ζήτημα σε δύο διαφορετικές υποθέσεις, καθότι αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε διπλή καταβολή των δικαστικών εξόδων.
Εκτίμηση του ρωτοδικείου
25 Κατά το άρθρο 91, στοιχείο β_, του Κανονισμού Διαδικασίας του ρωτοδικείου, ως έξοδα που μπορούν να αναζητηθούν θεωρούνται «τα αναγκαία έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι διάδικοι λόγω της δίκης και ιδίως τα έξοδα μετακινήσεως και διαμονής και η αμοιβή των εκπροσώπων, συμβούλων ή δικηγόρων». Όπως προκύπτει από την ανωτέρω διάταξη, τα αποδοτέα έξοδα περιορίζονται, αφενός, στα ποσά που δαπανήθηκαν για τους σκοπούς της ενώπιον του ρωτοδικείου δίκης και, αφετέρου, σε όσα ήταν απαραίτητα για τους ανωτέρω σκοπούς (βλ. διάταξη του ρωτοδικείου, της 15ης Ιουλίου 1998, T-115/94 DEP, Opel Austria κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1998, σ. ΙΙ-2739, σκέψη 26).
26 Κατά πάγια νομολογία, ο κοινοτικός δικαστής δεν είναι αρμόδιος να καθορίζει τις αμοιβές που οφείλουν οι διάδικοι στους δικηγόρους τους, αλλά το ποσό μέχρι του οποίου μπορούν να αναζητηθούν οι αμοιβές αυτές από τον καταδικασθέντα στα δικαστικά έξοδα διάδικο. Αποφαινόμενο επί της αιτήσεως καθορισμού των δικαστικών εξόδων, το ρωτοδικείο δεν υποχρεούται να λάβει υπόψη του ούτε τον εθνικό πίνακα δικηγορικών αμοιβών ούτε ενδεχόμενη σχετική συμφωνία μεταξύ του διαδίκου και των εκπροσώπων ή συμβούλων του (βλ. προπαρατεθείσα διάταξη Opel Austria κατά Συμβουλίου, σκέψη 27).
27 Κατά πάγια επίσης νομολογία, ελλείψει κοινοτικών διατάξεων περί τιμολογήσεως, το ρωτοδικείο οφείλει να εκτιμήσει ελεύθερα τα στοιχεία της υποθέσεως λαμβάνοντας υπόψη το αντικείμενο και τη φύση της διαφοράς, τη σημασία της από πλευράς κοινοτικού δικαίου καθώς και τις δυσχέρειες της υποθέσεως, την έκταση της εργασίας που κλήθηκαν να εκτελέσουν οι εκπρόσωποι ή σύμβουλοι στο πλαίσιο της ένδικης διαδικασίας και τα οικονομικά συμφέροντα που αντιπροσώπευσε η διαφορά για τους διαδίκους (βλ. διάταξη του Δικαστηρίου της 26ης Νοεμβρίου 1985, 318/82, Leeuwarder Papierwarenfabriek κατά Επιτροπής, Συλλογή 1985, σ. 3727, σκέψεις 2 και 3, και τις διατάξεις του ρωτοδικείου της 9ης Ιουνίου 1993, T-78/89 DEP, PPG Industries Glass κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. ΙΙ-573, σκέψη 36, και της 8ης Μαρτίου 1995, T-2/93 DEP, Air France κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. ΙΙ-533, σκέψη 16).
28 Βάσει αυτών των κριτηρίων πρέπει να εκτιμηθεί το ποσό των αποδοτέων εν προκειμένω δικαστικών εξόδων.
29 Συναφώς πρέπει να υπομνηστεί ότι, όσον αφορά τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η προσφεύγουσα στο πλαίσιο της δίκης στην υπόθεση Τ-64/99, τα δηλωμένα έξοδα, τα οποία κατ' αρχήν αποδίδονται κατά το ήμισυ, αφορούν κατ' ουσίαν μόνον την προετοιμασία και τη σύνταξη του δικογράφου της προσφυγής και του υπομνήματος απαντήσεως, καθώς και των παρατηρήσεων επί της ενστάσεως απαραδέκτου και επί της αιτήσεως παρεμβάσεως της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.
30 Όσον αφορά τις δυσχέρειες της υποθέσεως και τη σημασία της από πλευράς κοινοτικού δικαίου, πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως επισήμανε ορθά η Επιτροπή, τα ζητήματα ουσίας στην παρούσα προσφυγή κατά παραλείψεως εξετάστηκαν εκτεταμένα σε άλλες υποθέσεις, κατόπιν προσφυγής που η προσφεύγουσα είχε ασκήσει ενώπιον του ρωτοδικείου προηγουμένως (αποφάσεις T-156/98 και T-12/99) ή την ίδια ημέρα (απόφαση T-63/99). Συνεπώς, οι σύμβουλοι της προσφεύγουσας γνώριζαν ήδη σε κάποιο βαθμό την ουσία της υποθέσεως, γεγονός που διευκόλυνε την εργασία έρευνας, αναλύσεως και συντάξεως και μείωσε αισθητά το μέγεθος της εργασίας που απαιτούνταν αντικειμενικά για την υπόθεση αυτή. Τα μοναδικά νομικά ζητήματα που μπορούν να θεωρηθούν νέα και περίπλοκα αφορούσαν το παραδεκτό της προσφυγής δυνάμει του άρθρου 35 ΕΚΑΧ, το οποίο η Επιτροπή αμφισβήτησε πολλαπλώς.
31 Όσον αφορά τα οικονομικά συμφέροντα που αντιπροσώπευε η διαφορά για τους διαδίκους, από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η σημασία τους μειώνεται στο μέτρο που οι μη κοινοποιηθείσες κρατικές ενισχύσεις εξετάστηκαν επίσης στις υποθέσεις T-156/98, T-12/99 και T-63/99, οπότε τα προβαλλόμενα εν προκειμένω συμφέροντα ελήφθησαν επαρκώς υπόψη στις υποθέσεις αυτές.
32 Υπό το φως των προεκτεθέντων και λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της υποθέσεως, κρίνεται δίκαιο να καθοριστεί στις 13 000 GBP το συνολικό ποσό των αμοιβών και των δικαστικών εξόδων που μπορεί να αναζητήσει η προσφεύγουσα.
33 Δεδομένου ότι για τον καθορισμό των αποδοτέων δικαστικών εξόδων το ρωτοδικείο έλαβε υπόψη όλα τα στοιχεία της υποθέσεως μέχρι και του χρονικού σημείου της σχετικής κρίσεώς του, παρέλκει να αποφανθεί χωριστά επί των εξόδων στα οποία υποβλήθηκαν οι διάδικοι λόγω της παρούσας διαδικασίας καθορισμού των εξόδων (διάταξη του ρωτοδικείου της 5ης Ιουλίου 1993, T-84/91 DEP, Meskens κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1993, σ. ΙΙ-757, σκέψη 16).
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (δεύτερο πενταμελές τμήμα)
διατάσσει:
Καθορίζει σε 13 000 GBP το συνολικό ποσό των δικαστικών εξόδων που πρέπει να καταβληθούν στην προσφεύγουσα στην υπόθεση Τ-64/99.
Full & Egal Universal Law Academy