Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1. ΕΚΑΧ - Ενισχύσεις στη χαλυβουργία - Απόφαση της Επιτροπής περί κινήσεως επίσημης διαδικασίας εξετάσεως κρατικού μέτρου - Αποτελέσματα - Απαγόρευση εκτελέσεως πριν από την τελική απόφαση της Επιτροπής - Δικαίωμα των τρίτων ενδιαφερομένων να προσφύγουν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων προκειμένου να ανακτήσουν τα παρανόμως χορηγηθέντα ποσά
(Γενική απόφαση 2496/96, άρθρα 6 § 4, εδ. 1, και 5)
2. ΕΚΑΧ - Ενισχύσεις στη χαλυβουργία - Απόφαση της Επιτροπής περί κινήσεως επίσημης διαδικασίας εξετάσεως κρατικού μέτρου - Αποτελέσματα - Χωρίς επίπτωση ως προς τη νομιμότητα του εν λόγω μέτρου
(Γενική απόφαση 2496/96, άρθρο 6 § 5)
3. Προσφυγή ακυρώσεως - Προσφυγή κατά αποφάσεως της Επιτροπής περί κινήσεως της προβλεπόμενης από τον έκτο κώδικα για τις ενισχύσεις προς τη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα επίσημης διαδικασίας εξετάσεως κρατικού μέτρου - Έκδοση τελικής αποφάσεως με την οποία κηρύσσεται το εν λόγω μέτρο ασυμβίβαστο προς την κοινή αγορά και διατάσσεται η ανάκτηση της σχετικής ενισχύσεως - Προσφυγή καταστάσα άνευ αντικειμένου - Κατάργηση της δίκης
(Συνθήκη ΕΚΑΧ, άρθρο 33, εδ. 2· Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρα 113 και 114 § 3· γενική απόφαση 2496/96)
Περίληψη
1. Σε περίπτωση κινήσεως της επίσημης δικαδικασίας εξετάσεως του άρθρου 6, παράγραφος 5, του έκτου κώδικα για τις ενισχύσεις προς τη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα, η προβλεπόμενη στο άρθρο 6, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, του κώδικα αυτού απαγόρευση εκτελέσεως των προβλεπόμενων από τα κράτη μέλη ενισχύσεων χωρίς την έγκριση της Επιτροπής, εξακολουθεί να ισχύει μέχρι την έκδοση της τελικής αποφάσεώς της ως προς το συμβατό της ενισχύσεως με την κοινή αγορά και έχει άμεσο αποτέλεσμα, με συνέπεια οι ενδιαφερόμενοι τρίτοι να μπορούν να την επικαλεστούν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων για να επιτύχουν, μεταξύ άλλων, την επιστροφή των χρηματοδοτικών ενισχύσεων που χορηγήθηκαν παρά την έλλειψη εγκρίσεως.
( βλ. σκέψη 12 )
2. Η απόφαση περί κινήσεως της προβλεπόμενης στο άρθρο 6, παράγραφος 5, του έκτου κώδικα για τις ενισχύσεις προς τη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα επίσημης διαδικασίας εξετάσεως δεν παράγει, καθεαυτήν, κανένα μη αναστρέψιμο αποτέλεσμα όσον αφορά τη νομιμότητα του οικείου κρατικού μέτρου. Μόνον η τελική απόφαση της Επιτροπής που θέτει τέρμα στην εν λόγω διαδικασία, χαρακτηρίζοντας οριστικώς το μέτρο αυτό ως ενίσχυση, έχει ως αποτέλεσμα την απόδειξη της παρανομίας του.
( βλ. σκέψη 14 )
3. Η έκδοση της τελικής αποφάσεως της Επιτροπής με την οποία κηρύσσεται κρατικό μέτρο ασυμβίβαστο με την κοινή αγορά και διατάσσεται η ανάκτηση της σχετικής ενισχύσεως στερεί από κάθε βάση τη δυνατότητα των ενδιαφερομένων τρίτων να επικαλεστούν, ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, την απόφαση περί κινήσεως της επίσημης διαδικασίας εξετάσεως προκειμένου να διαταχθεί η ανάκτηση των χρηματοδοτικών ενισχύσεων που χορηγήθηκαν κατ' εκτέλεση του εν λόγω μέτρου, και καθιστά άνευ αντικειμένου την προσφυγή της δικαιούχου επιχειρήσεως που στρέφεται κατά της αποφάσεως περί κινήσεως της διαδικασίας, επί της οποίας παρέλκει η έκδοση αποφάσεως.
( βλ. σκέψεις 13,16-18 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση T-90/99,
Salzgitter AG, με έδρα το Salzgitter (Γερμανία), εκπροσωπούμενη από τον J. Sedemund, δικηγόρο, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τους Δ. Τριανταφύλλου και P. Nemitz, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο αίτημα περί ακυρώσεως της αποφάσεως της Επιτροπής SG (99) D/1542, της 3ης Μαρτίου 1999, περί κινήσεως της διαδικασίας του άρθρου 6, παράγραφος 5, της αποφάσεως 2496/96/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 18ης Δεκεμβρίου 1996, σχετικά με τη θέσπιση κοινοτικών κανόνων για τις ενισχύσεις προς τη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα (ΕΕ L 338, σ. 42), με αντικείμενο ενισχύσεις που χορηγήθηκαν, βάσει του γερμανικού νόμου για την ανάπτυξη παραμεθόριων περιοχών, στις εταιρίες Salzgitter AG, Preussag Stahl AG και στις θυγατρικές εταιρίες του κλάδου σιδήρου και χάλυβα του ομίλου, οι οποίες σήμερα ανήκουν όλες μαζί σε όμιλο με την επωνυμία «SAG - Stahl und Technologie» (ΕΕ 1999, C 113, σ. 19),
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (τέταρτο πενταμελές τμήμα),
συγκείμενο από τη V. Tiili, Πρόεδρο, και τους J. Pirrung, P. Mengozzi, A. W. H. Meij και Μ. Βηλαρά, δικαστές,
γραμματέας: H. Jung
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
Νομικό πλαίσιο
1 Στις 18 Δεκεμβρίου 1996, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση 2496/96/ΕΚΑΧ, της 18ης Δεκεμβρίου 1996, σχετικά με τη θέσπιση κοινοτικών κανόνων για τις ενισχύσεις προς τη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα (ΕΕ L 338, σ. 42, στο εξής: έκτος κώδικας για τις ενισχύσεις προς τη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα).
2 Το άρθρο 6, παράγραφος 5, του έκτου κώδικα για τις ενισχύσεις προς τη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα ορίζει ότι, εάν η Επιτροπή, μετά από προκαταρκτικό έλεγχο, θεωρεί ότι κάποιο χρηματοδοτικό μέτρο ενδέχεται να αντιπροσωπεύει κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 1 ή αμφιβάλλει κατά πόσο κάποια ενίσχυση είναι συμβιβάσιμη με τις διατάξεις της παρούσας απόφασης, ενημερώνει το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος σχετικά και καλεί τους ενδιαφερομένους τρίτους και τα άλλα κράτη μέλη προκειμένου να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους. Εάν, αφού λάβει τις παρατηρήσεις τους και δώσει στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος την ευκαιρία να αντιδράσει, η Επιτροπή διαπιστώσει ότι το οικείο μέτρο αποτελεί ενίσχυση ασυμβίβαστη με τις διατάξεις του κώδικα, λαμβάνει απόφαση το αργότερο εντός τριμήνου από τη λήψη των πληροφοριών που απαιτούνται για την αξιολόγηση του εν λόγω μέτρου.
Πραγματικά περιστατικά
3 Το 1989, η Preussag Stahl AG (στο εξής: PSAG), επιχείρηση δραστηριοποιούμενη στον τομέα σιδήρου και χάλυβα και παλαιά θυγατρική του ομίλου Preussag AG, απορρόφησε τη Salzgitter AG όταν αυτή ιδιωτικοποιήθηκε από τις γερμανικές αρχές. Η PSAG πωλήθηκε από τον όμιλο Preussag στο ομόσπονδο κράτος της Κάτω Σαξονίας και στην τράπεζα Nord/LB και μετονομάστηκε σε «Salzgitter AG - Stahl und Technologie» (στο εξής: SAG ή προσφεύγουσα).
4 Στις 3 Μαρτίου 1999, η Επιτροπή αποφάσισε να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 6, παράγραφος 5, του έκτου κώδικα για τις ενισχύσεις προς τη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα, με αντικείμενο ενισχύσεις οι οποίες χορηγήθηκαν κατά την περίοδο 1986 έως 1994/1995, από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, βάσει του νόμου Zonenrandförderungsgesetz (νόμου για την ανάπτυξη παραμεθορίων περιοχών), στις εταιρείες Salzgitter AG, PSAG και στις θυγατρικές εταιρίες του κλάδου σιδήρου και χάλυβα του ομίλου (ΕΕ 1999, C 113, σ. 9, στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση).
5 Στις 28 Ιουνίου 2000, η Επιτροπή εξέδωσε απόφαση με την οποία έκρινε τις χορηγηθείσες στην προσφεύγουσα ενισχύσεις ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά και υποχρέωσε την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας να προβεί σε ανάκτησή τους [απόφαση 2000/797/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 28ης Ιουνίου 2000, σχετικά με την κρατική ενίσχυση την οποία χορήγησε η Γερμανία στις εταιρείες Salzgitter AG, Preussag Stahl ΑG και στις θυγατρικές του κλάδου χαλυβουργίας του εν λόγω ομίλου, νυν Salzgitter ΑG - Stahl und Technologie (SAG), ΕΕ L 323, σ. 5, στο εξής: τελική απόφαση].
6 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 21 Σεπτεμβρίου 2000, η προσφεύγουσα άσκησε προσφυγή περί ακυρώσεως της αποφάσεως αυτής. Η προσφυγή αυτή αποτελεί αντικείμενο της εκκρεμούς υποθέσεως Τ-308/00.
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
7 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 15 Απριλίου 1999, η προσφεύγουσα άσκησε την παρούσα προσφυγή.
8 Η προσφεύγουσα ζητεί από το Πρωτοδικείο:
- να ακυρώσει την προσβαλλομένη απόφαση·
- να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
9 Η Επιτροπή ζητεί από το Πρωτοδικείο:
- να απορρίψει την προσφυγή·
- να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Σκεπτικό
10 Κατά το άρθρο 113 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, το Πρωτοδικείο, αποφαινόμενο υπό τους όρους του άρθρου 114, παράγραφοι 3 και 4, του ως άνω κανονισμού, μπορεί οποτεδήποτε να διαπιστώσει αυτεπαγγέλτως, αφού ακούσει τους διαδίκους, ότι η προσφυγή κατέστη άνευ αντικειμένου και ότι η δίκη πρέπει να καταργηθεί. Το Πρωτοδικείο εκτιμά ότι, εν προκειμένω, διαθέτει επαρκή στοιχεία από τη δικογραφία και αποφασίζει, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 114, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, να αποφανθεί χωρίς να συνεχίσει τη διαδικασία.
11 Πρέπει, να εξετασθεί, εν προκειμένω, αν η προσβαλλόμενη απόφαση εξακολουθεί να παράγει έννομα αποτελέσματα έναντι της προσφεύγουσας μετά την έκδοση της τελικής αποφάσεως της Επιτροπής που περατώνει την επίσημη διαδικασία εξετάσεως και κατά της οποίας η προσφεύγουσα άσκησε προσφυγή που αποτελεί αντικείμενο της εκκρεμούς υποθέσεως Τ-308/00.
12 Συναφώς, πρέπει να υπενθυμισθεί, ευθύς εξαρχής, ότι το άρθρο 6, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, του έκτου κώδικα για τις ενισχύσεις προς τη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα προβλέπει ότι τα προγραμματιζόμενα από τα κράτη μέλη μέτρα μπορούν να τεθούν σε εφαρμογή μόνο με την έγκριση και υπό τους όρους της Επιτροπής. Σε περίπτωση κινήσεως της επίσημης δικαδικασίας εξετάσεως του άρθρου 6, παράγραφος 5, του κώδικα για τις ενισχύσεις προς τη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα, η απαγόρευση αυτή εξακολουθεί να ισχύει, όπως ακριβώς η απαγόρευση του άρθρου 88, παράγραφος 3, τελευταία περίοδος, ΕΚ, μέχρι την έκδοση της τελικής αποφάσεως της Επιτροπής, με την οποία αυτή κρίνει το συμβατό της ενισχύσεως με την κοινή αγορά (βλ., κατ' αναλογίαν, αποφάσεις του Δικαστηρίου της 30ής Ιουνίου 1992, C-47/91, Ιταλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. Ι-4145, σκέψη 24, και της 11ης Ιουλίου 1996, C-39/94, SFEI κ.λπ., Συλλογή 1996, σ. Ι-3547, σκέψη 38). Επιπλέον, πρέπει να υπενθυμισθεί ότι, βάσει του άρθρου 9 του έκτου κώδικα για τις ενισχύσεις προς τη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα, η απαγόρευση του άρθρου 6, παράγραφος 2, του κώδικα αυτού έχει άμεσο αποτέλεσμα, με συνέπεια οι ενδιαφερόμενοι τρίτοι να μπορούν να την επικαλεστούν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων για να επιτύχουν την επιστροφή των οικονομικών ενισχύσεων που χορηγήθηκαν κατά παράβαση της απαγορεύσεως αυτής (βλ., κατ' αναλογίαν, προπαρατεθείσα απόφαση SFEI κ.λπ., σκέψεις 39 και 40, και απόφαση του Πρωτοδικείου της 30ής Απριλίου 2002, Τ-195/01 και Τ-207/01, Συλλογή 2002, σ. ΙΙ-2309, σκέψη 85).
13 Εν προκειμένω, πρέπει να κριθεί ότι η έκδοση από την Επιτροπή της τελικής αποφάσεως, με την οποία τα επίμαχα μέτρα χαρακτηρίστηκαν ως κρατικές ενισχύσεις ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά και υποχρεώθηκαν οι γερμανικές αρχές να προβούν σε ανάκτησή τους, στέρησε από κάθε βάση τη δυνατότητα των ενδιαφερομένων τρίτων να επικαλεστούν, ενώπιον των εθνικών αρχών, την απόφαση περί κινήσεως της επίσημης διαδικασίας εξετάσεως προκειμένου να διαταχθεί η ανάκτηση των ήδη χορηγηθεισών στην προσφεύγουσα ενισχύσεων.
14 Επιπλέον, πρέπει να τονιστεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παράγει, καθεαυτήν, κανένα μη αναστρέψιμο αποτέλεσμα όσον αφορά τη νομιμότητα των μέτρων που αφορά. Συγκεκριμένα, μόνον η τελική απόφαση, χαρακτηρίζοντας οριστικώς τα μέτρα αυτά ως ενισχύσεις, έχει ως αποτέλεσμα την απόδειξη της παρανομίας τους.
15 Τέλος, πρέπει να τονιστεί ότι, με την προσφυγή στην υπόθεση Τ-308/00, η προσφεύγουσα, χρησιμοποιώντας επιχειρηματολογία πανομοιότυπη με αυτήν που επικαλέστηκε στην παρούσα υπόθεση, αμφισβήτησε την τελική απόφαση της Επιτροπής με την οποία χαρακτηρίστηκαν ως κρατικές ενισχύσεις τα επίμαχα μέτρα που ελήφθησαν κατ' εφαρμογή του Zonenrandförderungsgesetz.
16 Συνεπώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, μετά την έκδοση από την Επιτροπή της τελικής αποφάσεως με την οποία περατώνεται η επίσημη διαδικασία εξετάσεως που κινήθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, αυτή δεν παράγει πλέον έναντι της προσφεύγουσας αυτόνομα νομικά αποτελέσματα.
17 Όταν κλήθηκαν να εκφράσουν την άποψή τους επί της ενδεχόμενης εκδόσεως από το Πρωτοδικείο διατάξεως περί καταργήσεως της δίκης στην παρούσα υπόθεση, η προσφεύγουσα, με τηλεομοιοτυπία της 8ης Ιουλίου 2002, και η Επιτροπή, με έγγραφο της 2ας Ιουλίου 2002, επισήμαναν ότι δεν εναντιώθηκαν στην έκδοση της διατάξεως αυτής.
18 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η προσφυγή κατέστη άνευ αντικειμένου, οπότε παρέλκει η έκδοση αποφάσεως.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
19 Σύμφωνα με το άρθρο 87, παράγραφος 6, του Κανονισμού Διαδικασίας, σε περίπτωση καταργήσεως της δίκης, το Πρωτοδικείο κανονίζει τα έξοδα κατά την κρίση του. Εν προκειμένω, το Πρωτοδικείο κρίνει ότι επιβάλλεται, κατά δικαίαν κρίση, κάθε διάδικος να φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (τέταρτο πενταμελές τμήμα)
διατάσσει:
1) Καταργείται η δίκη.
2) Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy