Υπόθεση T-210/99
Johan Henk Gankema
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Προσφυγή ακυρώσεως – Αδράνεια εκ μέρους του προσφεύγοντος – Κατάργηση της δίκης»
Διάταξη του Πρωτοδικείου (δεύτερο πενταμελές τμήμα) της 1ης Μαρτίου 2004
Περίληψη της διατάξεως
Διαδικασία – Αδράνεια εκ μέρους του προσφεύγοντος – Προσφυγή που κατέστη άνευ αντικειμένου – Κατάργηση της δίκης
(Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 113)
Επιβάλλεται η αυτεπάγγελτη διαπίστωση ότι, σύμφωνα με το άρθρο 113 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, η προσφυγή καθίσταται άνευ αντικειμένου και καταργείται η δίκη επ’ αυτής, οσάκις οι διάδικοι και ο παρεμβαίνων δεν ενήργησαν ή δεν αντέδρασαν σε έγγραφο της Γραμματείας του Πρωτοδικείου που τους ενημέρωνε ότι, λαμβανομένης υπόψη της εξελίξεως της εν λόγω υποθέσεως, το Πρωτοδικείο σκόπευε να εκδώσει, εκτός επίσημης εκ μέρους τους αντιρρήσεως, διάταξη περί καταργήσεως της δίκης.
(βλ. σκέψεις 15-17)
ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (δεύτερο πενταμελές τμήμα)
της 1ης Μαρτίου 2004 (*)
«Προσφυγή ακυρώσεως – Αδράνεια εκ μέρους του προσφεύγοντος – Παρέλκει η έκδοση αποφάσεως»
Στην υπόθεση T-210/99,
Johan Henk Gankema, κάτοικος Veendam (Κάτω Χώρες), εκπροσωπούμενος από τον E. Maas, δικηγόρο, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγων,
υποστηριζόμενος από το
Βασίλειο των Κάτω Χωρών, εκπροσωπούμενο αρχικώς από τους M. Fierstra και L. Cuelenaere, στη συνέχεια από τους L. Cuelenaere και V. Koningsberger και, τέλος, από την H. G. Sevenster,
παρεμβαίνον,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης αρχικά από τους G. Rozet και H. Speyart, στη συνέχεια από τους G. Rozet και H. van Vliet, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση για την ακύρωση της αποφάσεως 1999/705/ΕΚ της Επιτροπής, της 20ής Ιουλίου 1999, περί των ενισχύσεων που χορηγήθηκαν από τις Κάτω Χώρες σε 633 πρατήρια βενζίνης που βρίσκονται στην παραμεθόρια περιοχή μεταξύ των Κάτω Χωρών και της Γερμανίας (ΕΕ L 280, σ. 87),
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (δεύτερο πενταμελές τμήμα),
συγκείμενο από τους J. Pirrung, πρόεδρο, V. Tiili, A. W. H. Meij, Μ. Βηλαρά και N. J. Forwood, δικαστές,
γραμματέας: H. Jung
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
1 Με την απόφαση 1999/705/ΕΚ, της 20ής Ιουλίου 1999, περί των ενισχύσεων που χορηγήθηκαν από τις Κάτω Χώρες σε 633 πρατήρια βενζίνης που βρίσκονται στην παραμεθόρια περιοχή μεταξύ των Κάτω Χωρών και της Γερμανίας (ΕΕ L 280, σ. 87, στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), η Επιτροπή κήρυξε ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά και με τη λειτουργία της συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο της 2ας Μαΐου 1992, (EE 1994, L 1, σ. 3) τις επιδοτήσεις που χορήγησαν οι Κάτω Χώρες σε 450 ολλανδικά πρατήρια βενζίνης και διέταξε την ανάκτηση των ήδη χορηγηθεισών ενισχύσεων. Ο προσφεύγων εκμεταλλεύεται ένα από τα κατονομαζόμενα στην εν λόγω απόφαση πρατήρια.
2 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 20 Σεπτεμβρίου 1999, ο προσφεύγων άσκησε την παρούσα προσφυγή.
3 Με χωριστό δικόγραφο που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 8 Δεκεμβρίου 1999, η Επιτροπή προέβαλε ένσταση απαραδέκτου της προσφυγής δυνάμει του άρθρου 114 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου.
4 Ο προσφεύγων δεν υπέβαλε παρατηρήσεις επί της ενστάσεως αυτής εντός της ταχθείσας προθεσμίας.
5 Με έγγραφο της Γραμματείας του Πρωτοδικείου της 17ης Φεβρουαρίου 2000, οι διάδικοι κλήθηκαν να διατυπώσουν την άποψή τους επί της αναστολής της διαδικασίας μέχρι της εκδόσεως της αποφάσεως του Δικαστηρίου στη συναφή υπόθεση C-382/99, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, που έχει επίσης ως αντικείμενο την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
6 Ο προσφεύγων δεν κατέθεσε παρατηρήσεις κατόπιν της ως άνω προσκλήσεως εντός της ταχθείσας προθεσμίας.
7 Με διάταξη του Προέδρου του πρώτου πενταμελούς τμήματος του Πρωτοδικείου της 9ης Μαρτίου 2000, η διαδικασία ανεστάλη μέχρι την έκδοση της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-382/99.
8 Με απόφαση της 13ης Ιουνίου 2002, C-382/99, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. I-5163), το Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή των Κάτω Χωρών και, ως εκ τούτου, συνεχίστηκε η διαδικασία στην παρούσα υπόθεση.
9 Με έγγραφο της Γραμματείας του Πρωτοδικείου της 21ης Ιουνίου 2002, ο προσφεύγων κλήθηκε να υποβάλει τις παρατηρήσεις του επί των συνεπειών που έπρεπε ενδεχομένως να αντλήσει, στην παρούσα υπόθεση, από την εν λόγω απόφαση του Δικαστηρίου, να επισημάνει, ενδεχομένως, αν σκόπευε να διατηρήσει εκείνους από τους λόγους ακυρώσεως που είναι κατ’ ουσίαν όμοιοι με αυτούς που απέρριψε το Δικαστήριο με την εν λόγω απόφαση και να εξετάσει το ενδεχόμενο εφαρμογής του άρθρου 99 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου.
10 Ο προσφεύγων δεν κατέθεσε παρατηρήσεις κατόπιν της ως άνω προσκλήσεως εντός της ταχθείσας προθεσμίας.
11 Με έγγραφο της Γραμματείας του Πρωτοδικείου της 30ής Ιουλίου 2003, ο προσφεύγων κλήθηκε να υποβάλει τις ενδεχόμενες παρατηρήσεις του ως προς τη συνέχιση της ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασίας.
12 Ο προσφεύγων δεν κατέθεσε παρατηρήσεις κατόπιν της προσκλήσεως αυτής εντός της ταχθείσας προθεσμίας.
13 Δεδομένου ότι η σύνθεση των τμημάτων του Πρωτοδικείου μεταβλήθηκε από της ενάρξεως του νέου δικαστικού έτους, ο εισηγητής δικαστής τοποθετήθηκε στο δεύτερο πενταμελές τμήμα, στο οποίο, ως εκ τούτου, ανατέθηκε η παρούσα υπόθεση.
14 Με διάταξη της 25ης Σεπτεμβρίου 2003, ο πρόεδρος του δευτέρου πενταμελούς τμήματος του Πρωτοδικείου επέτρεψε στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών να παρέμβει υπέρ του προσφεύγοντος.
15 Με έγγραφο της Γραμματείας του Πρωτοδικείου της 13ης Νοεμβρίου 2003, οι διάδικοι ειδοποιήθηκαν ότι, λαμβανομένης υπόψη της εξελίξεως της παρούσας υποθέσεως, της εκδόσεως της προπαρατεθείσας αποφάσεως Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής και της απουσίας οποιασδήποτε απαντήσεως του προσφεύγοντος στα έγγραφα που του απηύθυνε η Γραμματεία στις 21 Ιουνίου 2002 και στις 30 Ιουλίου 2003, το Πρωτοδικείο σκόπευε να εκδώσει, εκτός επίσημης εκ μέρους τους αντιρρήσεως πριν από τις 27 Νοεμβρίου 2003, διάταξη περί καταργήσεως της δίκης.
16 Ούτε ο προσφεύγων ούτε το παρεμβαίνον αντέδρασαν στο έγγραφο αυτό εντός της ταχθείσας προθεσμίας. Με έγγραφο που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 27 Νοεμβρίου 2003, η Επιτροπή ανέφερε ότι δεν είχε αντίρρηση για την έκδοση διατάξεως περί καταργήσεως της δίκης.
17 Επομένως, επιβάλλεται η αυτεπάγγελτη διαπίστωση, σύμφωνα με το άρθρο 113 του Κανονισμού Διαδικασίας, ότι η προσφυγή κατέστη άνευ αντικειμένου και ότι καταργείται η δίκη επ’ αυτής (βλ., κατ’ αναλογία, διάταξη του Δικαστηρίου της 23ης Σεπτεμβρίου 1987, 43/83, De Naeyer κατά Επιτροπής, Συλλογή 1987, σ. 3569, και διάταξη του Πρωτοδικείου της 6ης Δεκεμβρίου 1999, T-81/98, Boyes κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. II-3501).
Επί των δικαστικών εξόδων
18 Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 6, του Κανονισμού Διαδικασίας, σε περίπτωση καταργήσεως της δίκης, το Πρωτοδικείο κανονίζει τα έξοδα κατά την κρίση του. Εντούτοις, κατά το άρθρο 87, παράγραφος 4, του κανονισμού αυτού, τα κράτη μέλη που παρενέβησαν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
19 Εν προκειμένω, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων αυτών, ο προσφεύγων πρέπει να φέρει τα δικαστικά του έξοδα καθώς και τα έξοδα της Επιτροπής, ενώ το Βασίλειο των Κάτω Χωρών θα φέρει τα δικά του έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (δεύτερο πενταμελές τμήμα)
διατάσσει:
1) Καταργεί τη δίκη επί της παρούσας προσφυγής.
2) Καταδικάζει τον προσφεύγοντα στα δικαστικά του έξοδα καθώς και στα δικαστικά έξοδα της Επιτροπής. Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Λουξεμβούργο, 1 Μαρτίου 2004.
Ο Γραμματέας
Ο Πρόεδρος
H. Jung
J. Pirrung
* Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
Full & Egal Universal Law Academy