Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1. Ασφαλιστικά μέτρα - Αναστολή εκτελέσεως - ροϋποθέσεις χορηγήσεως - Σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία - Βάρος αποδείξεως - Απόφαση της Επιτροπής περί επιστροφής κρατικής ενισχύσεως - Χρηματική ζημία - Αποκλείεται - ροσβολή των δικαιωμάτων των ωφεληθέντων - εριεχόμενο
(Άρθρο 242 ΕΚ· Κανονισμός Διαδικασίας του ρωτοδικείου, άρθρο 104 § 2)
2. Ασφαλιστικά μέτρα - Αναστολή εκτελέσεως - Αναστολή της εκτελέσεως αποφάσεως περί επιστροφής κρατικής ενισχύσεως - ροϋποθέσεις χορηγήσεως - Επείγον χαρακτήρας - Σε περίπτωση ακυρώσεως της αποφάσεως αυτής, δυνατότητα του κράτους να μην επιστρέψει την ανακτηθείσα ενίσχυση
(Άρθρο 242 ΕΚ· Κανονισμός Διαδικασίας του ρωτοδικείου, άρθρο 104 § 2)
3. Ασφαλιστικά μέτρα - Αναστολή εκτελέσεως - Αναστολή της εκτελέσεως αποφάσεως της Επιτροπής στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων - ερίπλοκη και όλως ιδιαίτερη φύση της αποφάσεως - Απουσία επιπτώσεως - Ασυνήθη στοιχεία - Απουσία επιπτώσεως
(Άρθρο 242 ΕΚ· Κανονισμός Διαδικασίας του ρωτοδικείου, άρθρο 104 § 2)
Περίληψη
1. Ο επείγον χαρακτήρας μιας αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να σταθμίζεται σε σχέση προς την ανάγκη να διαταχθεί προσωρινώς το μέτρο, ώστε να αποφευχθεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία του διαδίκου που ζητεί τη λήψη του προσωρινού μέτρου.
Στον διάδικο που επικαλείται την επέλευση σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας εναπόκειται να την αποδείξει. Ο επικείμενος χαρακτήρας της ζημίας δεν χρειάζεται να αποδειχθεί με απόλυτη βεβαιότητα, αλλά αρκεί, ιδίως όταν η επέλευση της ζημίας εξαρτάται από τη συνδρομή πλειόνων παραγόντων, να μπορεί να προβλεφθεί με επαρκή πιθανότητα.
Μια χρηματική ζημία δεν μπορεί, πλην εξαιρετικών περιπτώσεων, να θεωρηθεί ανεπανόρθωτη, δεδομένου ότι ένα χρηματικό αντιστάθμισμα μπορεί, κατά κανόνα, να επαναφέρει τον ζημιωθέντα στην προ της επελεύσεως της ζημίας κατάσταση.
Επιπλέον, η προσβολή των δικαιωμάτων όσων θεωρούνται ότι ωφελήθηκαν από κρατικές ενισχύσεις που κρίθηκαν ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά είναι συμφυείς προς οποιαδήποτε απόφαση της Επιτροπής που επιβάλλει την απόδοση των ενισχύσεων αυτών και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά, καθεαυτή, σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία, ανεξαρτήτως της συγκεκριμένης εκτιμήσεως του σοβαρού και ανεπανόρθωτου χαρακτήρα της προσβολής που ισχυρίζεται ότι υπέστη ο αιτών σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση.
( βλ. σκέψεις 48-50, 52 )
2. Η απλή πιθανότητα να μην επιστρέψει ένα κράτος μέλος μια ανακτηθείσα ενίσχυση σε περίπτωση ακυρώσεως της αποφάσεως με την οποία διατάσσεται η ανάκτηση αυτή δεν μπορεί να αποτελέσει περίπτωση επείγοντος, όπως απαιτείται από το άρθρο 104, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας.
( βλ. σκέψη 56 )
3. Η υποτιθέμενη έλλειψη ασφάλειας δικαίου λόγω της περίπλοκης και όλως ιδιαίτερης φύσεως μιας αποφάσεως της Επιτροπής στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων, καθόσον η απόφαση αυτή δεν διατάσσει την επιστροφή της ενισχύσεως από τους άμεσους αποδέκτες της αλλά από τους de facto αποδέκτες της, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την αναστολή εκτελέσεως τέτοιας αποφάσεως.
Συγκεκριμένα, ακόμη και αν αληθεύει ότι η άποψη της Επιτροπής επί της οποίας στηρίζεται η απόφασή της, όσον αφορά στην ανάγκη να ληφθεί μέριμνα ώστε η ενίσχυση να αναζητηθεί από τους de facto αποδέκτες της, εμφανίζει ασυνήθη στοιχεία, δεν εναπόκειται στον αρμόδιο επί των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή να προδικάσει την ορθότητα της απόψεως αυτής. Συνεπώς, αυτή η πτυχή της αποφάσεως της Επιτροπής δεν αρκεί για να θεωρηθεί ότι συντρέχει εξαιρετική περίσταση δικαιολογούσα μη κατηγορηματική κρίση περί του επείγοντος.
( βλ. σκέψεις 62, 64 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση T-237/99 R,
BP Nederland vof, με έδρα το Ρόττερνταμ (Κάτω Χώρες),
BP Direct vof, με έδρα το Alphen aan den Rijn (Κάτω Χώρες),
Actomat BV, με έδρα το Άνστερνταμ (Κάτω Χώρες),
εκπροσωπούμενες από τους Μ. van Empel και Μ. Smeets, δικηγόρους Άμστερνταμ, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο το δικηγορικό γραφείο Harles, Arendt και Medernach, 8-10, rue Mathias Hardt,
αιτούσες,
υποστηριζόμενες από το
Βασίλειο των Κάτω Χωρών, εκπροσωπούμενο από τον Μ. A. Fierstra, αναπληρωτή νομικό σύμβουλο στο Υπουργείο Εξωτερικών, Bezuidenhoutseweg 67, Χάγη (Κάτω Χώρες),
παρεμβαίνον,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης από τους G. Rozet, νομικό σύμβουλο, και H. Μ. H. Speyart, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον C. Gómez de la Cruz, μέλος της ίδιας υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση μερικής αναστολής εκτελέσεως της αποφάσεως 1999/705/ΕΚ της Επιτροπής, της 20ής Ιουλίου 1999, σχετικά με την κρατική ενίσχυση την οποία εφάρμοσαν οι Κάτω Χώρες υπέρ 633 ολλανδικών πρατηρίων υγρών καυσίμων ευρισκομένων πλησίον των γερμανικών συνόρων (ΕΕ L 280, σ. 87),
Ο ΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΤΩΝ ΕΥΡΩΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
Νομικό πλαίσιο
1 Το άρθρο 87, παράγραφος 1, ΕΚ προβλέπει απαγόρευση των κρατικών ενισχύσεων οι οποίες είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 88, παράγραφος 3, ΕΚ, τα σχέδια θεσπίσεως νέων ενισχύσεων ή τροποποιήσεως των ήδη υφισταμένων κοινοποιούνται στην Επιτροπή, η οποία τα εξετάζει προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσον συμβιβάζονται με την κοινή αγορά.
2 Σύμφωνα με την ανακοίνωση 96/C 68/06 της Επιτροπής, σχετικά με τις ενισχύσεις de minimis (ΕΕ 1996, C 68, σ. 9, στο εξής: ανακοίνωση de minimis), η Επιτροπή καθορίζει ένα κατώτατο όριο ενισχύσεως σε απόλυτες τιμές, κάτω του οποίου μπορεί να θεωρηθεί ότι το άρθρο 87, παράγραφος 1, ΕΚ δεν έχει εφαρμογή και δεν υφίσταται υποχρέωση προηγουμένης κοινοποιήσεως της ενισχύσεως στην Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 88, παράγραφος 3, ΕΚ. Το ανώτατο ποσό ενισχύσεως de minimis είναι 100 000 ευρώ για περίοδο τριών ετών από της ημερομηνίας της πρώτης καταβολής. Για το ποσό αυτό ισχύει αντισωρευτικός κανόνας, οπότε στο εν λόγω ποσό συνυπολογίζεται κάθε δημόσια ενίσχυση που χορηγείται ως ενίσχυση de minimis στον ίδιο δικαιούχο σ' αυτό το χρονικό διάστημα.
ραγματικά περιστατικά και διαδικασία
3 Από 1ης Ιουλίου 1997 αυξήθηκαν οι ειδικοί φόροι καταναλώσεως που ειπράττουν οι ολλανδικές αρχές επί της βενζίνης, του ντίζελ και του υγραερίου.
4 Το Υπουργείο Οικονομικών των Κάτω Χωρών, προκειμένου να ανταποκριθεί κατά το δυνατόν στα αιτήματα που εξέφρασαν, κατόπιν της αυξήσεως αυτής, οι έχοντες την εκμετάλλευση πρατηρίων υγρών καυσίμων ευρισκομένων κοντά στα σύνορα με τη Γερμανία, θέσπισε, στις 21 Ιουλίου 1997, βάσει του νόμου της 20ής Δεκεμβρίου 1996 περί τροποποιήσεως ορισμένων φορολογικών νόμων [Wet van 20 december 1996 tot wijziging van enkele belastingwetten c.a. (Staatsblad 1996, αριθ. 654)], προσωρινή ρύθμιση σχετικά με τις επιδοτήσεις προς τα πρατήρια υγρών καυσίμων που βρίσκονται κοντά στα γερμανικά σύνορα [Tijdeliike regeling subsidie tankstations grenssttreek Duitsland (Staatscourant 1997, αριθ. 138), στο εξής: προσωρινή ρύθμιση], η οποία τέθηκε σε ισχύ αναδρομικώς από 1ης Ιουλίου 1997.
5 Η προσωρινή ρύθμιση προέβλεπε την καταβολή επιδοτήσεως σε 633 ολλανδικά πρατήρια υγρών καυσίμων που βρίσκονται κοντά στα γερμανικά σύνορα (στο εξής: παραμεθόρια πρατήρια υγρών καυσίμων), η οποία υπολογιζόταν βάσει τόσο της ποσότητας των παραδόσεων ελαφρών ελαίων όσο και της αποστάσεως μεταξύ του πρατηρίου προς το οποίο γινόταν η παράδοση και του πλησιέστερου σημείου διελεύσεως των γερμανικών συνόρων. Έτσι, σύμφωνα με το κείμενο της υπουργικής αποφάσεως της 15ης Δεκεμβρίου 1997 (Staatscourant 1997, αριθ. 241), η οποία τροποποίησε την προσωρινή ρύθμιση με ισχύ από 1ης Ιουλίου 1997, τα πρατήρια υγρών καυσίμων που βρίσκονταν σε ακτίνα κάτω των 10 χιλιομέτρων από το σημείο διελεύσεως των συνόρων ελάμβαναν 100 ολλανδικά φιορίνια (NLG) (περίπου 45 ευρώ) ανά χίλια λίτρα παραδιδομένων καυσίμων, ενώ εκείνα τα οποία βρίσκονταν σε απόσταση 10 έως 20 χιλιομέτρων ελάμβαναν 50 NLG (περίπου 23 ευρώ) για την ίδια ποσότητα. Η ενίσχυση θα εχορηγείτο επί τρία έτη, ήτοι από την 1η Ιουλίου 1997 έως την 1η Ιουλίου 2000, με ανώτατο όμως όριο, για όλη την περίοδο αυτή, το αντίστοιχο των 100 000 ευρώ ποσό σε ολλανδικά φιορίνια ανά πρατήριο υγρών καυσίμων. Το συνολικό ποσό της επίδικης ενισχύσεως ανερχόταν περίπου σε 126 εκατομμύρια NLG (περίπου 52,7 εκατομμύρια ευρώ).
6 Με έγγραφο της 14ης Αυγούστου 1997, που πρωτοκολλήθηκε στις 18 Αυγούστου 1997, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών ανακοίνωσε στην Επιτροπή την πρόθεσή του να χορηγήσει την επίδικη ενίσχυση στα παραμεθόρια πρατήρια υγρών καυσίμων. Οι ολλανδικές αρχές υποστήριξαν ότι έπρεπε να διακριθούν τρεις κατηγορίες πρατηρίων: α) η κατηγορία των μεταπωλητών/ιδιοκτητών, η αποκαλούμενη «κατηγορία Do/Do» (dealer owned/dealer operated), όταν ο μεταπωλητής είναι ιδιοκτήτης του πρατηρίου· β) η κατηγορία των μεταπωλητών/μισθωτών, η αποκαλούμενη «κατηγορία Co/Do» (company owned/dealer operated), όταν ο μεταπωλητής μισθώνει τους χώρους του πρατηρίου υγρών καυσίμων και συνδέεται με την εταιρία πετρελαίου με συμφωνία αποκλειστικής προμηθείας σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1984/83 της Επιτροπής, της 22ας Ιουνίου 1983, σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης σε κατηγορίες συμφωνιών αποκλειστικής προμήθειας (ΕΕ L 173, σ. 5)· γ) η κατηγορία των μεταπωλητών/μισθωτών, η αποκαλούμενη «κατηγορία Co/Co» (company owned/company operated), όταν τη λειτουργία του πρατηρίου αναλαμβάνει έμμισθος υπάλληλος ή θυγατρική της εταιρίας πετρελαίου. Οι ολλανδικές αρχές ισχυρίστηκαν ότι το εν λόγω μέτρο ήταν σύμφωνο με τον κανόνα de minimis της ανακοινώσεως 96/C 68/06, καθόσον το ανώτατο ποσό των ενισχύσεων δεν υπερέβαινε τις 100 000 ευρώ ανά πρατήριο υγρών καυσίμων.
7 Κατά το πέρας της διαδικασίας του άρθρου 88 ΕΚ, η Επιτροπή διερωτήθηκε κατά πόσον είχε τηρηθεί ο κανόνας de minimis που προβλέπει η ανακοίνωση de minimis. Συγκεκριμένα, κατά την Επιτροπή, ο ίδιος μεταπωλητής μπορούσε να περιληφθεί πολλές φορές στον κατάλογο των δικαιούχων ή να λάβει πολλές φορές ενίσχυση χωρίζοντας την επιχείρησή του σε πλείονες νομικές οντότητες. Επιπλέον, το ισχύον ανώτατο όριο δεν ελάμβανε υπόψη τον πραγματικό δικαιούχο της ενισχύσεως όταν οι συμφωνίες αποκλειστικής προμήθειας προέβλεπαν ρήτρα διαχειρίσεως των τιμών (système de gestion des prix, στο εξής: ΡΔΤ).
8 Κατά συνέπεια, η Επιτροπή εξέδωσε, στις 20 Ιουλίου 1999, την απόφαση 1999/705/ΕΚ, σχετικά με την κρατική ενίσχυση την οποία εφάρμοσαν οι Κάτω Χώρες υπέρ 633 ολλανδικών πρατηρίων υγρών καυσίμων ευρισκομένων πλησίον των γερμανικών συνόρων (ΕΕ L 280, σ. 87, στο εξής: απόφαση της Επιτροπής), με την οποία κρίθηκε ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά η ενίσχυση που είχε χορηγηθεί στα περισσότερα παραμεθόρια πρατήρια υγρών καυσίμων.
9 Καταρχάς, στο άρθρο 1 της αποφάσεως της Επιτροπής, επιβεβαιώνεται ότι ο κανόνας de minimis εφαρμόστηκε όσον αφορά 183 παραμεθόρια πρατήρια υγρών καυσίμων. Αντιθέτως, στο άρθρο 2 της αποφάσεως της Επιτροπής, κρίνεται ότι η ενίσχυση που χορηγήθηκε στα 450 άλλα πρατήρια υγρών καυσίμων είναι ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά. Τα πρατήρια αυτά, 250 από τα οποία συγκαταλέγονται μεταξύ αυτών για τα οποία οι πληροφορίες που παρασχέθηκαν στην Επιτροπή από τις ολλανδικές αρχές ήταν ανεπαρκείς, απαριθμούνται και προδιορίζονται ως «αιτούντες επιδοτήσεις» στο παράρτημα της αποφάσεως της Επιτροπής.
10 Όσον αφορά τα 250 πρατήρια υγρών καυσίμων για τα οποία, κατά την Επιτροπή, δεν υπάρχουν πληροφορίες ή οι υπάρχουσες είναι ανεπαρκείς, η απόφαση της Επιτροπής αναφέρει, στην 65η αιτιολογική σκέψη της, ότι δεν αποκλείεται να έχει η ενίσχυση αξιοσημείωτη επίπτωση στο εμπόριο και στον ανταγωνισμό μεταξύ των κρατών μελών, υπό την έννοια της ανακοινώσεως de minimis. Κατά συνέπεια, το άρθρο 2, στοιχείο α_, της αποφάσεως της Επιτροπής κηρύσσει την ενίσχυση που τους χορηγήθηκε ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά.
11 Όσον αφορά τα 200 πρατήρια υγρών καυσίμων που λαμβάνουν πλείονες ενισχύσεις, η Επιτροπή διακρίνει, στο άρθρο 2, στοιχεία β_ και γ_, της αποφάσεως της Επιτροπής, μεταξύ της κατηγορίας Co/Co και της κατηγορίας Do/Do.
12 Για την κατηγορία Co/Co, η σώρευση των ενισχύσεων απορρέει, κατά το άρθρο 2, στοιχείο β_, της αποφάσεως, από το γεγονός ότι η ίδια εταιρία πετρελαίου είναι ιδιοκτήτρια και ασκεί την εκμετάλλευση πολλών πρατηρίων υγρών καυσίμων. ρόκειται για περιπτώσεις «καθαρώς Co/Co». Στην τελευταία αυτή κατηγορία η Επιτροπή συμπεριλαμβάνει την περίπτωση του πρατηριούχου ο οποίος, καίτοι δεν εμπίπτει αυστηρώς στην κατηγορία των πρατηρίων Co/Co, έχει υποβάλει περισσότερες της μιας αιτήσεις ενισχύσεως και, ως εκ τούτου, αναφέρεται πολλές φορές στον κατάλογο των δικαιούχων. Η Επιτροπή φρονεί ότι ο πρατηριούχος αυτός μπορεί να θεωρηθεί ως «de facto Co/Co».
13 Συνολικά, 49 πρατήρια υγρών καυσίμων ανήκουν, κατά την Επιτροπή, στην κατηγορία των πρατηρίων τύπου «καθαρώς Co/Co» ή «de facto Co/Co».
14 Όσον αφορά τα πρατήρια υγρών καυσίμων τύπου Do/Do, η Επιτροπή αναφέρει, στην 83η αιτιολογική σκέψη της αποφάσεώς της, ότι υφίσταται κίνδυνος σωρεύσεως των ενισχύσεων σε επίπεδο εταιρίας πετρελαίου οσάκις ισχύει ΡΔΤ, ήτοι σε 71 περιπτώσεις. Σύμφωνα με το άρθρο 2, στοιχείο γ_, της αποφάσεως της Επιτροπής, η ενίσχυση που χορηγείται στις περιπτώσεις αυτές είναι, συνεπώς, ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά.
15 Η Επιτροπή παρατηρεί, στην 84η και 85η αιτιολογική σκέψη της αποφάσεώς της, ότι στόχος των ΡΔΤ, στο πλαίσιο των συμφωνιών αποκλειστικής προμήθειας, είναι να προστατευθεί ο κύκλος εργασιών του πρατηριούχου έναντι των πωλήσεων των ανταγωνιστών που βρίσκονται σε άμεση γειτνίαση με το πρατήριό του. Οι ρήτρες αυτές ορίζουν συχνά ότι η εταιρία πετρελαίου αναλαμβάνει μέρος του κόστους της εκπτώσεως της τιμής του καυσίμου, που εφαρμόζει το πρατήριο, στον βαθμό που οι συνθήκες της αγοράς καθιστούν επιθυμητή ή αναγκαία την προσωρινή ή διαρκή προσαρμογή αυτής της εκπτώσεως. Συνεπώς, οι ρήτρες αυτές υποχρεώνουν τον προμηθευτή να αποζημιώνει τον μεταπωλητή, τουλάχιστον εν μέρει, για τις ζημίες που υφίσταται ο τελευταίος εξ αιτίας εκτάκτων συνθηκών της αγοράς, ιδίως αυτών που απορρέουν από νομικές υποχρεώσεις όπως η αύξηση των ειδικών φόρων καταναλώσεως. Η Ολλανδική Κυβέρνηση, χορηγώντας την επίδικη ενίσχυση στους πρατηριούχους, αναλαμβάνει στην πράξη, κατά την Επιτροπή, το σύνολο ή μέρος των υποχρεώσεων που υπέχει ο προμηθευτής έναντι των πρατηριούχων δυνάμει της ΡΔΤ.
16 Όσον αφορά τα πρατήρια υγρών καυσίμων τύπου Co/Do, η Επιτροπή επικαλείται, στην 86η σκέψη της αποφάσεώς της, κίνδυνο σωρεύσεως ενισχύσεων σε επίπεδο εταιρίας πετρελαίου οσάκις οι συμφωνίες αποκλειστικής προμήθειας περιέχουν ρήτρες οι οποίες καθιερώνουν σύστημα διαχειρίσεως των τιμών ή εγγυώνται ένα ορισμένο εισόδημα στους μεταπωλητές. Στο άρθρο 2, στοιχείο δ_, η εν λόγω ενίσχυση κρίνεται ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά όσον αφορά 80 πρατήρια υγρών καυσίμων που βρίσκονται στην κατάσταση αυτή.
17 Στο άρθρο 2, τελευταίο εδάφιο, της αποφάσεώς της, η Επιτροπή καταλήγει ότι, στις περιπτώσεις χορηγήσεως ενισχύσεων στα πρατήρια τύπου Do/Do και Co/Do, «οι πραγματικοί αποδέκτες (...) είναι οι εταιρίες πετρελαίου με τις οποίες τα εν λόγω πρατήρια καυσίμων συνήψαν συμφωνίες αποκλειστικής προμήθειας» και αναφέρει ότι «στο συνημμένο κατάλογο αναφέρονται οι ενεχόμενες εταιρίες πετρελαίου σε κάθε μεμονωμένη περίπτωση».
18 Το άρθρο 3 της αποφάσεως της Επιτροπής υποχρεώνει το Βασίλειο των Κάτω Χωρών να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα προς ανάκτηση της ενισχύσεως που χορηγήθηκε στα εν λόγω πρατήρια υγρών καυσίμων, εντόκως από της ημερομηνίας κατά την οποία τα ανακτώμενα ποσά τέθηκαν στη διάθεση των δικαιούχων, σύμφωνα με τις διαδικασίες του εθνικού δικαίου. Κατά το άρθρο 4 της αποφάσεως της Επιτροπής, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών οφείλει να την ενημερώσει για τα μέτρα που έλαβε προκειμένου να συμμορφωθεί προς την απόφασή της.
19 Οι αιτούσες, τρεις εταιρίες ολλανδικού δικαίου, ασκούν δραστηριότητα στην ολλανδική αγορά προμήθειας ελαφρών ελαίων στα πρατήρια υγρών καυσίμων.
20 Στις 11 Οκτωβρίου 1999, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 230, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, προσφυγή η οποία πρωτοκολλήθηκε με αριθμό C-382/99 και έχει ως αίτημα την ακύρωση των άρθρων 2 και 3 της αποφάσεως της Επιτροπής.
21 Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του ρωτοδικείου στις 15 Οκτωβρίου 1999 και το οποίο πρωτοκολλήθηκε με αριθμό Τ-237/99, οι αιτούσες άσκησαν, δυνάμει του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, προσφυγή με αίτημα την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής. Εξάλλου, ενώπιον του ρωτοδικείου ασκήθηκαν και 73 άλλες προσφυγές με το ίδιο αντικείμενο.
22 Με διάταξη της 9ης Μαρτίου 2000, ο πρόεδρος του πρώτου πενταμελούς τμήματος του ρωτοδικείου διέταξε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 47, τρίτο εδάφιο, του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, την αναστολή της διαδικασίας, τόσο στην υπόθεση Τ-237/99 όσο και στις άλλες προσφυγές που ασκήθηκαν ενώπιόν του, έως ότου το Δικαστήριο εκδώσει την απόφασή του στην υπόθεση C-382/99.
23 Εν τω μεταξύ, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών κίνησε τη διαδικασία ανακτήσεως των επιδίκων ενισχύσεων από τα πρατήρια υγρών καυσίμων που αναφέρονται στο άρθρο 2, στοιχείο α_, της αποφάσεως της Επιτροπής. Έτσι, στις 15 Αυγούστου 2000, κοινοποιήθηκε στην Actomat BV απόφαση ανακλήσεως και ανακτήσεως [interkkings - en terugvorderingsbesluit] της ενισχύσεως που είχε χορηγηθεί στα πρατήρια υγρών καυσίμων ιδιοκτησίας της.
24 Με πράξη που πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του ρωτοδικείου στις 26 Σεπτεμβρίου 2000, οι αιτούσες υπέβαλαν αίτηση αναστολής εκτελέσεως της αποφάσεως της Επιτροπής έως ότου το ρωτοδικείο εκδώσει απόφαση επί της ουσίας της προσφυγής τους.
25 Στις 6 Οκτωβρίου 2000, η Επιτροπή κατέθεσε παρατηρήσεις επί της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων.
26 Στις 19 Οκτωβρίου 2000, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών ζήτησε να παρέμβει στη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων υπέρ των αιτουσών. Με απόφαση της ίδιας ημέρας, ο ρόεδρος του ρωτοδικείου κάλεσε τους διαδίκους να καταθέσουν τις τυχόν παρατηρήσεις τους επί της αιτήσεως παρεμβάσεως.
27 Κατά την ακρόαση της 23ης Οκτωβρίου 2000, ο ρόεδρος του ρωτοδικείου δέχθηκε την αίτηση παρεμβάσεως και οι διάδικοι, συμπεριλαμβανομένου του παρεμβαίνοντος, ανέπτυξαν προφορικώς τις θέσεις τους.
Σκεπτικό
28 ροτού αποφανθεί το ρωτοδικείο επί της υπό κρίση αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, πρέπει να προσδιοριστεί επακριβώς το αντικείμενο της αιτήσεως αυτής.
29 Οι αιτούσες ζητούν να ανασταλεί η εκτέλεση της αποφάσεως της Επιτροπής έως ότου εκδοθεί η απόφαση του ρωτοδικείου επί της υποθέσεως της κύριας δίκης.
30 Κατά την ακρόαση, οι αιτούσες διευκρίνισαν ότι έχουν συμφέρον στην ακύρωση του άρθρου 3 της αποφάσεως της Επιτροπής στο μέτρο που τις αφορά. Ανέφεραν ότι και οι τρεις είναι μέλη του ομίλου ΒΡ στις Κάτω Χώρες, είτε υπό την ιδιότητα της θυγατρικής της BP Nederland BV, είτε υπό την ιδιότητα της κοινής επιχειρήσεως (joint venture) της εταιρίας αυτής και της Mobil Oil BV. Όσον αφορά τα πρατήρια υγρών καυσίμων που λειτουργούν υπό το σήμα BP στις Κάτω Χώρες, αναφέρθηκε ότι η Actomat είναι η ιδιοκτήτρια των πρατηρίων τύπου Co/Co, ενώ οι εταιρίες BP Nederland και BP Direct vof είναι προμηθευτές, αντιστοίχως, των πρατηρίων τύπου Do/Do και τύπου Co/Do.
31 Κατά συνέπεια, ζήτησαν να θεωρηθεί ότι το αίτημα λήψεως ασφαλιστικών μέτρων σκοπεί μόνο στην αναστολή της εκτελέσεως της αποφάσεως της Επιτροπής, στον βαθμό που αυτή αφορά την ανάκτηση της ενισχύσεως που καταβλήθηκε στα πρατήρια υγρών καυσίμων ιδιοκτησίας τους ή στα πρατήρια με τα οποία συνδέονται με συμβάσεις αποκλειστικής προμήθειας περιέχουσες ΡΔΤ.
32 Υπό το φως της διευκρινίσεως αυτής, η Επιτροπή δήλωσε ότι δεν αμφισβητούσε πλέον το συμφέρον των αιτουσών να ζητήσουν την αναστολή αυτή.
33 Δυνάμει των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 242 ΕΚ και 243 ΕΚ και του άρθρου 4 της αποφάσεως 88/591/ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1988, περί ιδρύσεως ρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 319, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 93/350/Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 1993 (ΕΕ L 144, σ. 21), το ρωτοδικείο μπορεί, αν κρίνει ότι επιβάλλεται από τις περιστάσεις, να διατάξει την αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης πράξεως ή τα αναγκαία προσωρινά μέτρα.
34 Το άρθρο 104, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας προβλέπει ότι οι αιτήσεις αναστολής εκτελέσεως πρέπει να προσδιορίζουν τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το επείγον της υποθέσεως, καθώς και τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που δικαιολογούν εκ πρώτης όψεως (fumus boni juris) τη λήψη του προσωρινού μέτρου το οποίο ζητείται. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι σωρευτικές, οπότε η αίτηση αναστολής εκτελέσεως πρέπει να απορρίπτεται όταν δεν πληρούται μία από αυτές [διατάξεις του ροέδρου του Δικαστηρίου της 14ης Οκτωβρίου 1996, C-268/96 P(R), SCK και FNK κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. Ι-4971, σκέψη 30, και του ροέδρου του ρωτοδικείου της 28ης Ιουνίου 2000, Τ-74/00 R, Artegodan κατά Επιτροπής, η οποία δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 21].
Επί του fumus boni juris
35 Οι αιτούσες παραπέμπουν σε διαφόρους λόγους ακυρώσεως που προβάλλουν στο πλαίσιο της προσφυγής επί της ουσίας και οι οποίοι, κατ' αυτές, είναι ικανοί να καταδείξουν ότι πληρούται η προϋπόθεση του fumus boni juris. ρόκειται για τους λόγους ακυρώσεως που συνίστανται, αφενός, σε παραβάσεις της Συνθήκης τις οποίες ισχυρίζονται ότι διέπραξε η Επιτροπή με την απόφασή της, αναφερόμενη στην έννοια των de facto ή πραγματικών αποδεκτών της ενισχύσεως και συνάγοντας εξ αυτού την ύπαρξη απαγορευμένων ενισχύσεων βάσει θεωρητικών συλλογισμών σχετικά με τον κίνδυνο σωρεύσεως των ενισχύσεων σε επίπεδο εταιρίας πετρελαίου, καθώς και, αφετέρου, σε προδήλως εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, κατάχρηση εξουσίας, παραβίαση των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως.
36 Η Επιτροπή, καίτοι δεν αναγνωρίζει το βάσιμο των προβαλλομένων λόγων, δεν αμφισβητεί τη σοβαρότητά τους.
37 Δεδομένου ότι οι λόγοι ακυρώσεως που προβάλλουν οι αιτούσες και, ιδίως, οι λόγοι που αφορούν υποτιθέμενες παραβιάσεις του κοινοτικού δικαίου συνιστάμενες στην εκ μέρους της Επιτροπής χρήση της έννοιας των de facto αποδεκτών της ενισχύσεως και στο σκεπτικό της όσον αφορά τον κίνδυνο σωρεύσεως των ενισχύσεων σε επίπεδο εταιρίας πετρελαίου δεν φαίνονται, εκ πρώτης όψεως, εντελώς αβάσιμοι και, ενόψει της θέσεως της καθής επί του ζητήματος αυτού, πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι λόγοι αυτοί πληρούν την προϋπόθεση του fumus boni juris.
Επί του επείγοντος
Επιχειρήματα των διαδίκων
38 Οι αιτούσες υποστηρίζουν ότι η ανάκτηση της ενισχύσεως θα προκαλέσει πιθανότατα πολλές ένδικες διαδικασίες που θα κινηθούν εναντίον τους τόσον από τις ολλανδικές αρχές όσο και από τα πρατήρια υγρών καυσίμων, οι δαπάνες των οποίων δεν θα μπορούν να αναζητηθούν έστω και αν η απόφαση της Επιτροπής τελικά ακυρωθεί. Οι αιτούσες ισχυρίζονται ότι θα υποστούν επίσης ζημία λόγω του ότι δεν θα μπορέσουν να αναζητήσουν, από κάθε παραμεθόριο πρατήριο υγρών καυσίμων που λειτουργεί υπό το σήμα ΒΡ, τις ενισχύσεις που πρέπει να επιστραφούν, καθόσον ορισμένα από τα εν λόγω πρατήρια δεν θα διαθέτουν πλέον τις ενισχύσεις που τους καταβλήθηκαν ή θα βρίσκονται υπό πτώχευση. Εξάλλου, θα διαταραχθούν οι εμπορικές σχέσεις τους με τα εν λόγω πρατήρια υγρών καυσίμων.
39 Επίσης, προς εξασφάλιση της δυνατότητας να ζητήσουν, σε περίπτωση ακυρώσεως της αποφάσεως της Επιτροπής, την εκ νέου καταβολή της ενισχύσεως που επιστράφηκε στις ολλανδικές αρχές, η συνέχιση της άμυνας των αιτουσών κατά της εν λόγω επιστροφής ενδέχεται να απαιτήσει πολυάριθμες ένδικες διαδικασίες σε εθνικό επίπεδο.
40 Κατά την ακρόαση, οι αιτούσες τόνισαν το γεγονός ότι, αν δεν διαταχθεί η αναστολή και σε περίπτωση ακυρώσεως της αποφάσεως της Επιτροπής, δεν θα υπάρχει καμία νομική βάση που να τους επιτρέπει να υποχρεώσουν το Βασίλειο των Κάτω Χωρών να τους καταβάλει εκ νέου την προηγουμένως ανακτηθείσα ενίσχυση. Εν πάση περιπτώσει, ακόμα και αν επιτύχουν νέα καταβολή, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών δεν θα είναι υποχρεωμένο να καλύψει τους τόκους και τα λοιπά έξοδα στα οποία θα έχουν υποβληθεί αμυνόμενες στο πλαίσιο των διαδικασιών επιστροφής των ενισχύσεων που έχει κινήσει αυτό το κράτος μέλος.
41 Οι αιτούσες, υποστηριζόμενες από το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, υπογράμμισαν, κατά την ακρόαση, την όλως ιδιαίτερη φύση της εν λόγω ενισχύσεως και, ιδίως, το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν περιόρισε την εκτίμησή της στις υφιστάμενες σχέσεις μεταξύ των ολλανδικών αρχών και των αμέσων αποδεκτών των ενισχύσεων, ήτοι των παραμεθορίων πρατηρίων υγρών καυσίμων, αλλά, αντιθέτως, απαίτησε από τις αρχές αυτές να αναζητήσουν την ενίσχυση από τρίτες εταιρίες. Κατά τις αιτούσες, αυτό συνιστά παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου. Αυτή η ασυνήθης πτυχή της αποφάσεως της Επιτροπής δικαιολογεί μια λιγότερο κατηγορηματική κρίση περί του επείγοντος στην υπό κρίση περίπτωση.
42 Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών υποστηρίζει ότι η Επιτροπή, στηρίζοντας την απόφασή της αποκλειστικά και μόνο στη νομική ανάλυση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τις συμβατικές σχέσεις που συνδέουν τις εταιρίες πετρελαίου με τα πρατήρια υγρών καυσίμων, παραγνωρίζει τις σημαντικές δυσκολίες που συνεπάγεται τόσον ο υπολογισμός των ποσών που θα πρέπει να επιστρέψει κάθε υποτιθέμενος de facto αποδέκτης της ενισχύσεως όσο και η επιστροφή των ποσών αυτών.
43 Συνεπώς, οι αιτούσες, υποστηριζόμενες από το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, φρονούν ότι η προϋπόθεση του επείγοντος πληρούται εν προκειμένω.
44 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι αιτούσες δεν απέδειξαν ότι κινδυνεύουν να υποστούν σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία σε περίπτωση που δεν διαταχθεί η ζητουμένη αναστολή εκτελέσεως. Κατά την καθής, δεν είναι πολύ πιθανόν να κινηθούν πολυάριθμες διαδικασίες αναζητήσεως της ενισχύσεως κατά των αιτουσών, δεδομένου ότι οι ολλανδικές αρχές θα αποστείλουν μία και μόνη απόφαση - ή περιορισμένο αριθμό αποφάσεων - περί ανακλήσεως και ανακτήσεως της ενισχύσεως που καταβλήθηκε στα πρατήρια υγρών καυσίμων που λειτουργούν υπό το σήμα ΒΡ. Εξάλλου, σε περίπτωση ακυρώσεως της αποφάσεως της Επιτροπής, θα υπάρξει νέα καταβολή της ενισχύσεως εκ μέρους των ολλανδικών αρχών προς τις εταιρίες πετρελαίου από τις οποίες αναζητήθηκε η ενίσχυση. Οι εταιρίες αυτές δεν θα υποχρεωθούν, επομένως, να ζητήσουν από κάθε πρατήριο υγρών καυσίμων να επιστρέψει την ενίσχυση.
45 Εξάλλου, οι αιτούσες δεν επικαλέστηκαν ούτε απέδειξαν καμία εξαιρετική περίσταση. Τέλος, η επιστροφή της επίδικης ενισχύσεως δεν μπορεί να έχει ως συνέπεια την πτώχευση του ομίλου ΒΡ.
46 Με τις προφορικές παρατηρήσεις της, η Επιτροπή τόνισε τον υποθετικό και καθαρώς χρηματικό χαρακτήρα της ζημίας που προβάλλουν οι αιτούσες.
47 Η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν πληρούται η προϋπόθεση του επείγοντος.
Εκτίμηση του αρμόδιου επί των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή
48 Δεν αμφισβητείται ότι ο επείγων χαρακτήρας μιας αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να σταθμίζεται σε σχέση προς την ανάγκη να διαταχθεί προσωρινώς το μέτρο, ώστε να αποφευχθεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία του διαδίκου που ζητεί τη λήψη του προσωρινού μέτρου (διάταξη του ροέδρου του Δικαστηρίου της 18ης Οκτωβρίου 1991, C-213/91 R, Abertal κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. Ι-5109, σκέψη 18).
49 Στον διάδικο που επικαλείται την επέλευση σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας εναπόκειται να την αποδείξει (διάταξη του ροέδρου του Δικαστηρίου της 12ης Οκτωβρίου 2000, C-278/00 R, Ελλάς κατά Επιτροπής, η οποία δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 14). Η επέλευση της ζημίας δεν χρειάζεται να αποδειχθεί με απόλυτη βεβαιότητα, αλλά αρκεί, ιδίως όταν η επέλευση της ζημίας εξαρτάται από τη συνδρομή πλειόνων παραγόντων, να μπορεί να προβλεφθεί με επαρκή πιθανότητα [διατάξεις του ροέδρου του Δικαστηρίου της 19ης Ιουλίου 1995, C-149/95 P(R), Επιτροπή κατά Atlantic Container Line κ.λπ., Συλλογή 1995, σ. Ι-2165, σκέψη 38, και του ροέδρου του ρωτοδικείου της 15ης Ιουλίου 1998, Τ-73/98 R, Prayron-Rupel κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. ΙΙ-2769, σκέψη 38].
50 Μια χρηματική ζημία δεν μπορεί, πλην εξαιρετικών περιπτώσεων, να θεωρηθεί ανεπανόρθωτη, δεδομένου ότι ένα χρηματικό αντιστάθμισμα μπορεί, κατά κανόνα, να επαναφέρει τον ζημιωθέντα στην προ της επελεύσεως της ζημίας κατάσταση (προμνησθείσα διάταξη Abertal κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 24, και διάταξη του ροέδρου του ρωτοδικείου της 20ής Ιουλίου 2000, Τ-169/00 R, Esedra κατά Επιτροπής, η οποία δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 44). ρέπει επίσης να παρατηρηθεί ότι η εκτίμηση της ουσιαστικής καταστάσεως του ενδιαφερομένου μπορεί να πραγματοποιηθεί λαμβανομένων ιδίως υπόψη των χαρακτηριστικών του ομίλου με τον οποίο συνδέεται μέσω του συνόλου των μετόχων του (διάταξη του ροέδρου του ρωτοδικείου της 30ής Ιουνίου 1999, Τ-13/99 R, Pfizer Animal Health κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1999, σ. ΙΙ-1961, σκέψη 155).
51 Η υπό κρίση αίτηση έχει ως αντικείμενο την αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως της Επιτροπής στο μέτρο που με την απόφαση αυτή διατάσσεται η ανάκτηση της ενισχύσεως που καταβλήθηκε στα παραμεθόρια πρατήρια υγρών καυσίμων που ανήκουν στις αιτούσες ή που συνδέονται συμβατικώς με αυτές.
52 Συναφώς, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η προσβολή των δικαιωμάτων όσων θεωρούνται ότι ωφελήθηκαν από κρατικές ενισχύσεις που κρίθηκαν ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά είναι συμφυής προς οποιαδήποτε απόφαση της Επιτροπής που επιβάλλει την απόδοση των ενισχύσεων αυτών και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά, καθαυτή, σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία και ότι δεν χρειάζεται ιδιαίτερη εκτίμηση του σοβαρού και ανεπανόρθωτου χαρακτήρα της συγκεκριμένης προσβολής που ισχυρίζεται ο αιτών ότι υπέστη σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση (βλ. προμνησθείσα διάταξη Ελλάς κατά Επιτροπής, σκέψη 21).
53 Εν προκειμένω, πρέπει να παρατηρηθεί ότι, πλην της υποτιθεμένης διαταράξεως των εμπορικών σχέσεων μεταξύ των αιτουσών και των πρατηρίων υγρών καυσίμων που λειτουργούν υπό το σήμα ΒΡ, την οποία θα μπορούσε να προκαλέσει η αναζήτηση της ενισχύσεως, η ζημία την οποία επικαλούνται οι αιτούσες είναι καθαρά χρηματική. Οι αιτούσες επικαλούνται, στην πράξη, τέσσερις χρηματικές ζημίες.
54 ρώτον, κατά τις αιτούσες, υφίσταται κίνδυνος να επιβαρυνθούν με σημαντικές δικαστικές δαπάνες εάν υποχρεωθούν να αμυνθούν σε πολυάριθμες ένδικες διαδικασίες που θα κινηθούν κατ' αυτών εκ μέρους τόσο των ολλανδικών αρχών όσο και των πρατηρίων υγρών καυσίμων. Δεύτερον, αν το ολλανδικό δίκαιο τις υποχρεώνει να προσφύγουν στη δικαιοσύνη προκειμένου να εξασφαλίσουν την εκ νέου καταβολή της επιστραφείσας ενισχύσεως, αυτό θα προκαλέσει πρόσθετα έξοδα στις αιτούσες. Τρίτον, αν η απόφαση της Επιτροπής ακυρωθεί, ενδέχεται το Βασίλειο των Κάτω Χωρών να αρνηθεί να τους επιστρέψει την ανακτηθείσα ενίσχυση. Στην περίπτωση αυτή, οι αιτούσες θα υποχρεωθούν να προσφύγουν κατά της Ολλανδικής Κυβερνήσεως ενώπιον των δικαστηρίων προκειμένου να επιτύχουν την καταβολή της ανακτηθείσας ενισχύσεως. Τέταρτον, ακόμα και αν η ανακτηθείσα ενίσχυση τους επιστραφεί, δεν είναι βέβαιο ότι θα αντισταθμισθούν οι δυσμενείς χρηματικές συνέπειες που θα έχουν υποστεί.
55 ρέπει, εκ προοιμίου, να παρατηρηθεί ότι τα στοιχεία που επικαλούνται οι αιτούσες ουδόλως επιτρέπουν να συναχθεί ότι η επέλευση όλων αυτών των ζημιών, η οποία εξαρτάται από τη συνδρομή πλειόνων παραγόντων, μπορεί να προβλεφθεί με επαρκή βεβαιότητα.
56 Εν προκειμένω, η πλέον συγκεκριμένη ζημία που θα μπορούσαν να υποστούν οι αιτούσες αφορά την περίπτωση κατά την οποία το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, παρά την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής στην υπόθεση της κύριας δίκης, δεν θα επιστρέψει την ανακτηθείσα ενίσχυση. Η απλή πιθανότητα της λήψεως μιας τέτοιας αποφάσεως από τις ολλανδικές αρχές, η οποία φαίνεται υποθετική ενόψει ιδίως της προσφυγής που έχουν οι ίδιες κινήσει ενώπιον του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-382/99, δεν μπορεί να αποτελέσει περίπτωση επείγοντος, όπως απαιτείται από το άρθρο 104, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας.
57 Όσον αφορά τα δικαστικά έξοδα, αρκεί η παρατήρηση ότι προς το παρόν υφίσταται μόνο μία απόφαση περί ανακλήσεως και ανακτήσεως της ενισχύσεως και αυτή αφορά μόνο την Actomat, η οποία είναι ιδιοκτήτρια των πρατηρίων υγρών καυσίμων Co/Co που λειτουργούν υπό το σήμα ΒΡ και αναφέρονται στο άρθρο 2, στοιχείο β_, της αποφάσεως της Επιτροπής και η οποία, επομένως, είναι ο αμέσως ωφελούμενος από την ενίσχυση που καταβλήθηκε στα πρατήρια αυτά. Τα έξοδα της BP Nederland και της BP Direct, τα οποία συνδέονται με την υπεράσπιση των συμφερόντων τους στο πλαίσιο των υποτιθεμένων πολυαρίθμων ενδίκων διαδικασιών που θα προκληθούν από πλήθος αποφάσεων των ολλανδικών αρχών σχετικά με την ανάκτηση της ενισχύσεως που καταβλήθηκε στα πρατήρια υγρών καυσίμων Co/Do και Do/Do που λειτουργούν υπό το σήμα ΒΡ, θα εξακολουθήσουν να είναι υποθετικά, τουλάχιστον έως ότου οι εν λόγω αρχές κινήσουν διαδικασία ανακτήσεως της ενισχύσεως κατά των BR Nederland και BP Direct. Το συμπέρασμα αυτό ισχύει κατά μείζονα λόγο για τα έξοδα στα οποία οι αιτούσες ενδέχεται να υποβληθούν σε περίπτωση που το Βασίλειο των Κάτω Χωρών δεν θελήσει να επιστρέψει την ανακτηθείσα ενίσχυση μετά την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής.
58 Εν πάση περιπτώσει, η ζημία που επικαλούνται οι αιτούσες δεν μπορεί να θεωρηθεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη.
59 ρώτον, αν οι αιτούσες υποβληθούν σε τέτοια έξοδα και αν δεν τους παρασχεθεί αντιστάθμισμα για τη χρηματική τους ζημία, τίποτε δεν τις εμποδίζει να ασκήσουν αγωγή αποζημιώσεως κατά της Επιτροπής δυνάμει των άρθρων 235 ΕΚ και 288 ΕΚ.
60 Δεύτερον, δεν υφίσταται κανένα κώλυμα κατά το κοινοτικό δίκαιο ώστε η Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών να καταβάλει εκ νέου την επίδικη ενίσχυση, εφόσον η απόφαση της Επιτροπή ακυρωθεί επί της ουσίας. Εξάλλου, ακόμα και αν η εν λόγω κυβέρνηση δεν θελήσει να προβεί σε νέα καταβολή, ή το πράξει χωρίς να λάβει υπόψη τη χρηματική ζημία που θα έχουν υποστεί οι αιτούσες, οι τελευταίες δεν προσκόμισαν κανένα στοιχείο που να δικαιολογεί τον ισχυρισμό ότι η οικονομική απώλεια που θα προκύψει από μια τέτοια κατάσταση θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την ίδια την υπόστασή τους.
61 ρέπει επίσης να παρατηρηθεί ότι δεν συντρέχουν άλλες εξαιρετικές περιστάσεις ικανές να δικαιολογήσουν, εν προκειμένω, τη ζητουμένη αναστολή.
62 Όσον αφορά το επιχείρημα που αντλείται από την υποτιθέμενη έλλειψη ασφάλειας δικαίου λόγω της περίπλοκης και όλως ιδιαίτερης φύσεως της αποφάσεως της Επιτροπής, καθόσον η απόφαση αυτή δεν διατάσσει την επιστροφή της ενισχύσεως από τους άμεσους αποδέκτες της αλλά από τους de facto αποδέκτες της, η οποία, κατά τις αιτούσες, δικαιολογεί, τουλάχιστον όσον αφορά τις BP Nederland και BP Direct, τη ζητουμένη αναστολή εκτελέσεως, το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
63 ράγματι, η πολυπλοκότητα της αποφάσεως της Επιτροπής και ο ειδικός χαρακτήρας της εξηγούνται από τη δομή της επίμαχης αγοράς και, ιδίως, από την ποικιλία των σχέσεων που υφίστανται μεταξύ των εταιριών πετρελαίου και των πρατηρίων υγρών καυσίμων. Συνεπώς, αυτή η πολυπλοκότητα δεν οφείλεται στην απόφαση της Επιτροπής αυτή καθαυτήν.
64 Εν πάση περιπτώσει, ακόμα και αν αληθεύει ότι η άποψη της Επιτροπής επί της οποίας στηρίζεται η απόφασή της, όσον αφορά στην ανάγκη να ληφθεί μέριμνα ώστε η ενίσχυση να αναζητηθεί από τους de facto αποδέκτες της, εμφανίζει ασυνήθη στοιχεία, δεν εναπόκειται στον αρμόδιο επί των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή να προδικάσει την ορθότητα της απόψεως αυτής. Συνεπώς, αυτή η πτυχή της αποφάσεως της Επιτροπής δεν αρκεί για να θεωρηθεί ότι συντρέχει εξαιρετική περίσταση δικαιολογούσα μη κατηγορηματική κρίση περί του επείγοντος στην προκειμένη περίπτωση.
65 Εξάλλου, η έλλειψη ασφάλειας δικαίου την οποία επικαλούνται οι αιτούσες, όσον αφορά ειδικότερα τα πρατήρια υγρών καυσίμων τύπου Do/Do και Co/Do, δεν είναι ικανή να θέσει σοβαρά σε κίνδυνο την υπόστασή τους. Είναι μεν αληθές ότι τα ανακτητέα ποσά δεν έχουν ακόμα υπολογισθεί και ότι οι BP Nederland και BP Direct μπορεί, επομένως, να χρειαστεί να αντιμετωπίσουν πολυάριθμες ένδικες διαδικασίες σχετικές με αιτήσεις επιστροφής των ποσών, ενώπιον, όμως, του αρμόδιου επί των ασφαλιστικών μέτρων δικαστή δεν προσκομίστηκε καμία απόδειξη περί του ότι μια τέτοια - καθαρώς χρηματική - ζημία θα ήταν σοβαρή και ανεπανόρθωτη.
66 Τέλος, όσον αφορά την υποτιθέμενη διατάραξη των εμπορικών σχέσεων μεταξύ των αιτουσών και των λειτουργούντων υπό το σήμα ΒΡ πρατηρίων υγρών καυσίμων τύπου Co/Do και Do/Do την οποία θα προκαλέσει η ανάκτηση της ενισχύσεως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η ζημία αυτή είναι προς το παρόν υποθετική και αόριστη.
67 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι οι αιτούσες δεν κατόρθωσαν να αποδείξουν ότι, αν δεν διαταχθεί η ζητηθείσα αναστολή εκτελέσεως, θα υποστούν σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία.
68 Κατά συνέπεια, η αίτηση μερικής αναστολής της εκτελέσεως της αποφάσεως της Επιτροπής είναι απορριπτέα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
Ο ΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων.
2) Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy