Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1. Αγωγή αποζημιώσεως ροθεσμία παραγραφής Ημερομηνία ενάρξεως Ευθύνη λόγω του κανονισμού 857/84, βάσει του οποίου δεν χορηγήθηκε ποσότητα αναφοράς στους γαλακτοπαραγωγούς που ανέλαβαν υποχρέωση μη εμπορίας Ημερομηνία που πρέπει να ληφθεί υπόψη
(Άρθρα 235 ΕΚ και 288 ΕΚ, εδ. 2· Οργανισμός ΕΚ του Δικαστηρίου, άρθρο 43· κανονισμοί του Συμβουλίου 1078/77 και 857/84)
2. Αγωγή αποζημιώσεως αραγραφή Διακοπή ροϋποθέσεις Κατάθεση προσφυγής ενώπιον του κοινοτικού δικαστή ή προηγουμένη αίτηση απευθυνόμενη στο αρμόδιο όργανο της Κοινότητας
(Άρθρα 230 ΕΚ και 232 ΕΚ, εδ. 2· Οργανισμός ΕΚ του Δικαστηρίου, άρθρο 43· κανονισμός 2330/98 του Συμβουλίου)
3. ράξεις των οργάνων Γενική υποχρέωση πληροφορήσεως των αποδεκτών σχετικά με τα μέσα ένδικης προστασίας και τις προϋποθέσεις Δεν υφίσταται
Περίληψη
1. Η προθεσμία παραγραφής των αγωγών κατά της Κοινότητας λόγω εξωσυμβατικής ευθύνης, η οποία προβλέπεται από το άρθρο 43 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να αρχίσει πριν πληρωθούν όλες οι προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται η υποχρέωση αποζημιώσεως, ιδίως δε, όσον αφορά τις περιπτώσεις στις οποίες η ευθύνη απορρέει από κανονιστική πράξη, πριν εμφανιστούν τα ζημιογόνα αποτελέσματα της πράξεως αυτής, αφού διευκρινιστεί ότι οι εν λόγω προϋποθέσεις αφορούν την ύπαρξη παρανόμου ενεργείας των κοινοτικών οργάνων, το υποστατό της προβαλλόμενης ζημίας και την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς και της προβαλλόμενης ζημίας.
Συναφώς, η ζημία που συνδέεται με την αδυναμία ενός γαλακτοπαραγωγού να εκμεταλλευτεί ποσότητα αναφοράς υφίσταται από την ημέρα κατά την οποία, μετά τη λήξη της υποχρεώσεως μη εμπορίας, την οποία ανέλαβε βάσει του κανονισμού 1078/77, ο ενδιαφερόμενος παραγωγός θα μπορούσε να επαναλάβει τις παραδόσεις γάλακτος χωρίς να πρέπει να καταβάλει τη συμπληρωματική εισφορά αν του είχε χορηγηθεί η ποσότητα αυτή δυνάμει του κανονισμού 857/84. Επομένως, κατά την ημερομηνία αυτή πληρούνται οι προϋποθέσεις ασκήσεως αγωγής αποζημιώσεως κατά της Κοινότητας. εραιτέρω, εφόσον η εν λόγω ζημία δεν προκλήθηκε στιγμιαία αλλά επαναλήφθηκε καθημερινώς, η βάσει του άρθρου 43 του Οργανισμού του Δικαστηρίου παραγραφή εφαρμόζεται για την περίοδο που προηγείται πλέον των πέντε ετών από την ημερομηνία της πράξεως με την οποία διεκόπη η παραγραφή, χωρίς να επηρεάζει τα δικαιώματα που γεννήθηκαν κατά τη διάρκεια μεταγενέστερων περιόδων.
( βλ. σκέψεις 40-41, 44-45 )
2. Σύμφωνα με το άρθρο 43 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, η παραγραφή διακόπτεται είτε διά της προσφυγής που υποβάλλεται στον κοινοτικό δικαστή είτε διά της προηγουμένης αιτήσεως που ο ζημιωθείς απευθύνει στο αρμόδιο όργανο της Κοινότητος, δεδομένου εντούτοις ότι, στην τελευταία αυτή περίπτωση, η παραγραφή διακόπτεται μόνον αν την αίτηση ακολουθεί αγωγή εντός της προθεσμίας που καθορίζεται σε σχέση με το άρθρο 230 ΕΚ ή 232 ΕΚ.
Όταν ένας γαλακτοπαραγωγός λαμβάνει προσφορά αποζημιώσεως στο πλαίσιο του κανονισμού 2330/98, πρέπει να ισχύσει η παραίτηση επικλήσεως της παραγραφής που περιλαμβανόταν σε έγγραφο απαντήσεως των οργάνων σε αίτηση αποζημιώσεως που τους απηύθυνε ο προσφεύγων και, κατά συνέπεια, να διακοπεί η προθεσμία παραγραφής, σύμφωνα με το άρθρο 43 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, κατά την ημερομηνία της αιτήσεώς του αποζημιώσεως, υπό την προϋπόθεση να ασκήσει την αγωγή το αργότερο εντός των δύο μηνών μετά τη λήξη της προθεσμίας αποδοχής της προσφοράς, που προβλέπεται στον προαναφερθέντα κανονισμό.
( βλ. σκέψεις 47, 51-53 )
3. Ελλείψει ρητής διατάξεως του κοινοτικού δικαίου, δεν μπορεί να αναγνωριστεί, σε βάρος των διοικητικών ή δικαστικών αρχών της Κοινότητας, γενική υποχρέωση πληροφορήσεως των πολιτών σχετικά με τα επιτρεπόμενα μέσα ένδικης προστασίας καθώς και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες αυτά μπορούν να ασκούνται.
( βλ. σκέψη 50 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση T-332/99,
Paul Jestädt, κάτοικος Großenlüder (Γερμανία), εκπροσωπούμενος από τον R. J. Seimetz, δικηγόρο, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
ενάγων,
κατά
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, εκπροσωπουμένου από την A.-Μ. Colaert, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
και
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης από τον Μ. Niejahr, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
εναγομένων,
που έχει ως αντικείμενο αγωγή αποζημιώσεως, κατ' εφαρμογήν των άρθρων 235 ΕΚ και 288, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, για τη ζημία που φέρεται ότι υπέστη ο ενάγων λόγω του ότι εμποδίστηκε να θέσει σε εμπορία το γάλα κατ' εφαρμογήν του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, περί γενικών κανόνων για την εφαρμογή της εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (EE L 90, σ. 13), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1371/84 της Επιτροπής, της 16ης Μα_ου 1984, για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 (EE L 132, σ. 11),
ΤΟ ΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τον P. Mengozzi, ρόεδρο, την V. Tiili και τον R. Μ. Moura Ramos, δικαστές,
γραμματέας: H. Jung
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
Νομικό πλαίσιο
1 Το 1977, για να μειωθεί το πλεόνασμα παραγωγής γάλακτος στην Κοινότητα, το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1078/77 του Συμβουλίου, της 17ης Μα_ου 1977, περί συστάσεως καθεστώτος πριμοδοτήσεων για τη μη διάθεση σε εμπορία του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων και την αναδιάρθρωση των αγελών βοοειδών γαλακτοπαραγωγής (Abl. 131, σ. 1). Ο κανονισμός αυτός προσέφερε πριμοδότηση στους παραγωγούς ως αντιπαροχή για την ανάληψη υποχρεώσεως μη εμπορίας του γάλακτος ή την αναδιάρθρωση των αγελών για περίοδο πέντε ετών.
2 Το 1984, για να αντιμετωπιστεί η συνεχιζόμενη κατάσταση υπερπαραγωγής, το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 856/84, της 31ης Μαρτίου 1984 (EE L 90, σ. 10), περί τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως των αγορών στον τομέα γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 82). Το νέο άρθρο 5γ του τελευταίου αυτού νομοθετικού κειμένου θεσπίζει μια «συμπληρωματική εισφορά» επί των ποσοτήτων γάλακτος τις οποίες παραδίδουν οι παραγωγοί που υπερβαίνουν την «ποσότητα αναφοράς».
3 Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, περί γενικών κανόνων για την εφαρμογή της εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (EE L 90, σ. 13), καθόρισε την ποσότητα αναφοράς για κάθε παραγωγό, βάσει της παραγωγής που παραδόθηκε κατά τη διάρκεια του έτους αναφοράς που επέλεξαν τα κράτη μέλη μεταξύ των ετών 1981 έως 1983. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας επέλεξε το έτος 1983 ως έτος αναφοράς.
4 Με τις αποφάσεις της 28ης Απριλίου 1988, 120/86, Mulder (Συλλογή 1988, σ. 2321), και 170/86, von Deetzen (Συλλογή 1988, σ. 2355), το Δικαστήριο έκρινε ανίσχυρο τον κανονισμό 857/84, όπως συμπληρώθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1371/84 της Επιτροπής, της 16ης Μα_ου 1984, για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 (EE L 132, σ. 11), λόγω προσβολής της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
5 Σε εκτέλεση των αποφάσεων αυτών, το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 764/89, της 20ής Μαρτίου 1989, για την τροποποίηση του κανονισμού 857/84 (EE L 84, σ. 2). Ο κανονισμός 764/89 προσέθεσε, μεταξύ άλλων, ένα άρθρο 3α στον κανονισμό 857/84. Κατ' εφαρμογήν του τροποποιητικού αυτού κανονισμού, οι παραγωγοί που ανέλαβαν υποχρέωση μη εμπορίας ή αναδιαρθρώσεως έλαβαν ποσότητα αναφοράς αποκαλούμενη «ειδική» (αποκαλούμενη επίσης «ποσόστωση»). Οι παραγωγοί αυτοί αποκαλούνται «παραγωγοί SLOM Ι».
6 Η χορήγηση ειδικής ποσότητας αναφοράς εξηρτάτο από πολλές προϋποθέσεις. Ορισμένες από τις προϋποθέσεις αυτές κρίθησαν ανίσχυρες από το Δικαστήριο, με τις αποφάσεις της 11ης Δεκεμβρίου 1990, C-189/89, Spagl (Συλλογή 1990, σ. Ι-4539), και C-217/89, Pastätter (Συλλογή 1990, σ. Ι-4585).
7 Κατόπιν των αποφάσεων αυτών, το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1639/91, της 13ης Ιουνίου 1991, περί τροποποιήσεως του κανονισμού 857/84 (EE L 150, σ. 35), με τον οποίο επιτράπηκε η χορήγηση ειδικής ποσότητας αναφοράς στους ενδιαφερόμενους παραγωγούς. Οι παραγωγοί αυτοί αποκαλούνται «παραγωγοί SLOM ΙΙ».
8 εραιτέρω, το άρθρο 3α του κανονισμού 857/84 θεσπίζει, στην παράγραφο 1, δεύτερη περίπτωση, διάταξη η οποία «απαγορεύει τη συσσώρευση». Δυνάμει της διατάξεως αυτής, οι αποδέκτες πριμοδοτήσεως μη εμπορίας μπορούν να λάβουν ειδική ποσότητα αναφοράς μόνον αν δεν έχουν λάβει προηγουμένως, για άλλη καλλιέργεια μη υπαγόμενη σε υποχρέωση μη εμπορίας ή αναδιαρθρώσεως, ποσότητα αναφοράς κατ' εφαρμογήν του άρθρου 2 του κανονισμού 857/84. Οι παραγωγοί που δεν έλαβαν ποσότητα αναφοράς για τον λόγο ότι τέτοια ποσότητα τους είχε ήδη χορηγηθεί για άλλη καλλιέργεια αποκαλούνται «παραγωγοί SLOM ΙΙΙ».
9 Η διάταξη που απαγορεύει τη σώρευση του άρθρου 3α, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 857/84 κρίθηκε επίσης ανίσχυρη με την απόφαση του Δικαστηρίου της 3ης Δεκεμβρίου 1992, C-264/90, Wehrs (Συλλογή 1992, σ. Ι-6285), λόγω προσβολής της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
10 Σε εκτέλεση της αποφάσεως αυτής, το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2055/93, της 19ης Ιουλίου 1993, για τη χορήγηση ειδικής ποσότητας αναφοράς σε ορισμένους παραγωγούς γάλακτος ή γαλακτοκομικών προϊόντων (EE L 187, σ. 8). Ο κανονισμός αυτός επέτρεψε τη χορήγηση ειδικής ποσότητας αναφοράς στους παραγωγούς οι οποίοι, ως αποδέκτες πριμοδοτήσεων μη εμπορίας, είχαν αποκλειστεί από το ευεργέτημα του άρθρου 3α του κανονισμού 857/84 λόγω του ότι είχαν ήδη λάβει ποσότητα αναφοράς για άλλη εκμετάλλευση δυνάμει των άρθρων 2 ή 6 του τελευταίου αυτού κανονισμού.
11 Ένας από τους παραγωγούς που άσκησαν την αγωγή η οποία οδήγησε στην κήρυξη ανισχύρου του κανονισμού 857/84 με την προαναφερθείσα απόφαση Mulder, είχε εν τω μεταξύ ασκήσει με άλλους παραγωγούς ενώπιον του Συμβουλίου και της Επιτροπής αγωγή αποζημιώσεως για τις ζημίες που υπέστη λόγω της μη χορηγήσεως ποσότητας αναφοράς κατ' εφαρμογήν του κανονισμού αυτού.
12 Με απόφαση της 19ης Μα_ου 1992, C-104/89 και C-37/90, Mulder κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. Ι-3061), το Δικαστήριο έκρινε την Κοινότητα υπεύθυνη για τις ζημίες αυτές, καλώντας τα μέρη να συμφωνήσουν επί του ποσού των αποζημιώσεων, με την επιφύλαξη μεταγενέστερης αποφάσεως του Δικαστηρίου.
13 Κατόπιν της αποφάσεως αυτής, ενώπιον του μεγάλου αριθμού των ενδιαφερομένων παραγωγών και της δυσχέρειας των διαπραγματεύσεων για την εξεύρεση ατομικών λύσεων, το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2187/93, της 22ας Ιουλίου 1993, για την προσφορά αποζημίωσης σε ορισμένους παραγωγούς γάλακτος ή γαλακτοκομικών προϊόντων, οι οποίοι εμποδίστηκαν προσωρινά να ασκήσουν τη δραστηριότητά τους (EE L 196, σ. 6).
14 Με την απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 1997, T-195/94 και T-202/94, Quiller και Heusmann κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. ΙΙ-2247), το ρωτοδικείο έκρινε την Κοινότητα υπεύθυνη για τις ζημίες που προκλήθηκαν στους παραγωγούς SLOM ΙΙΙ από της εφαρμογής της διατάξεως που απαγορεύει τη σώρευση η οποία κρίθηκε ανίσχυση με την προαναφερθείσα απόφαση Wehrs.
15 Κατόπιν της προαναφερθείσας αποφάσεως Quiller και Heusmann κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΚ) 2330/98 του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 1998, για την προσφορά αποζημίωσης σε ορισμένους παραγωγούς γάλακτος ή γαλακτοκομικών προϊόντων, οι οποίοι εμποδίστηκαν προσωρινά να ασκήσουν τη δραστηριότητά τους (EE L 291, σ. 4).
Το ιστορικό της διαφοράς
16 Ο ενάγων είναι παραγωγός γάλακτος στη Γερμανία. Στις 18 Σεπτεμβρίου 1979, μίσθωσε, πλέον των εδαφών που εκμεταλλευόταν ήδη, αγροτικά εδάφη που αποτελούσαν τμήμα της εκμεταλλεύσεως του Motz, στο Großenlünder (Γερμανία).
17 Ο Motz ανέλαβε υποχρέωση μη εμπορίας λήγουσα στις 30 Ιουνίου 1985. Σύμφωνα με την ανάληψη της υποχρεώσεως αυτής, ο ενάγων παραιτήθηκε επίσης της παραγωγής ζωοτροφών για τη γαλακτοκομική παραγωγή επί του τμήματος που μίσθωνε από τον Motz.
18 Μετά την έναρξη ισχύος του κανονισμού 857/84, χορηγήθηκε στον ενάγοντα ποσότητα αναφοράς για τα εδάφη που του ανήκαν. Αντιθέτως, κατά τη λήξη της υποχρεώσεως μη εμπορίας για τα μισθωμένα από τον Motz εδάφη το 1985, ο ενάγων δεν μπόρεσε να λάβει ποσότητα αναφοράς για τα εδάφη αυτά επειδή δεν είχε παραγάγει γάλα επ' αυτών κατά το έτος 1983.
19 Μετά την έναρξη ισχύος του κανονισμού 764/89, οι αρμόδιες γερμανικές αρχές, με απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 1989, αρνήθηκαν εκ νέου να του χορηγήσουν ποσότητα αναφοράς για τα ίδια αυτά εδάφη προβάλλοντας τη διάταξη που απαγορεύει τη σώρευση του άρθρου 3α, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 857/84.
20 Μετά την έναρξη ισχύος του κανονισμού 2055/93 και κατόπιν της από 18 Ιουνίου 1997 αποφάσεως του Verwaltungsgericht του Kassel, οι αρμόδιες γερμανικές αρχές, με απόφαση της 20ής Αυγούστου 1997, χορήγησαν στον ενάγοντα ποσόστωση για τα μισθωθέντα εδάφη.
21 Με έγγραφο της 8ης Οκτωβρίου 1997 που απηύθυνε στην Επιτροπή, ο ενάγων ζήτησε να αποζημιωθεί για τις ζημίες που φέρεται ότι υπέστη μεταξύ 1ης Ιουλίου 1985, δηλαδή την επομένη της λήξεως της υποχρεώσεως μη εμπορίας για τα επίδικα εδάφη, και της 1ης Αυγούστου 1993, ημερομηνίας ενάρξεως ισχύος του κανονισμού 2055/93.
22 Με έγγραφο της 3ης Νοεμβρίου 1997, η Επιτροπή απάντησε:
«Όσον αφορά τη δυνατότητα αποζημιώσεως των παραγωγών γάλακτος που έλαβαν ποσότητα αναφοράς βάσει του κανονισμού 2055/93, η Επιτροπή φρονεί ότι δεν υποχρεούται να καλύψει τις ενδεχόμενες ζημίες που συνδέονται με τη χορήγηση ποσοστώσεως.
Καθόσον το Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε διαφορετικά στις υποθέσεις τύπου Heusmann [...] και Quiller [...], η Επιτροπή δεν μπορεί να προτείνει αποζημίωση των ενδιαφερομένων παραγωγών γάλακτος.»
23 Με μη χρονολογημένο έγγραφο, το οποίο περιήλθε στην Επιτροπή στις 9 Φεβρουαρίου 1998, ο ενάγων επανέλαβε το αίτημά του αποζημιώσεως, επικαλούμενος την προαναφερθείσα απόφαση Quiller και Heusmann κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, την οποία εξέδωσε εν τω μεταξύ το ρωτοδικείο.
24 Με έγγραφο της 3ης Μαρτίου 1998, η Επιτροπή απάντησε ότι μελετούσε τις πρακτικές λεπτομέρειες αποζημιώσεως των παραγωγών τους οποίους αφορούσε η εν λόγω απόφαση του ρωτοδικείου. Για να αποφευχθεί η ενώπιον του ρωτοδικείου άσκηση αγωγής, η Επιτροπή αναλάμβανε έναντι του ενάγοντος να μην προβάλλει την παραγραφή του άρθρου 43 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, καθόσον το δικαίωμά του αποζημιώσεως δεν είχε ακόμα παραγραφεί κατά την ημερομηνία παραλαβής του εγγράφου της. Επισημαινόταν επίσης ότι η ανάληψη της υποχρεώσεως αυτής θα τηρούνταν μέχρι την ημερομηνία που επρόκειτο να κοινοποιηθεί στον ενάγοντα, στο πλαίσιο των προαναφερθεισών πρακτικών λεπτομερειών.
25 Με έγγραφο της 11ης Μα_ου 1999, το Bundesanstalt für Landwirtschaft und Ernährung (ομοσπονδιακό ινστιτούτο για τη γεωργία και τη διατροφή, στο εξής: BLE) διαβίβασε στον ενάγοντα, επ' ονόματι και για λογαριασμό του Συμβουλίου και της Επιτροπής, προσφορά αποζημιώσεως κατ' εφαρμογήν του κανονισμού 2330/98. Η προσφορά αυτή κάλυπτε τη ζημία που είχε υποστεί ο ενάγων μεταξύ 9ης Φεβρουαρίου και 1ης Αυγούστου 1993. Με το έγγραφο αυτό, το BLE υπενθύμιζε ρητώς την τρίμηνη προθεσμία για την αποδοχή της προσφοράς αποζημιώσεως από της ημερομηνίας διαβιβάσεώς της.
26 Με έγγραφο της 9ης Ιουλίου 1999, ο ενάγων ζήτησε από το BLE να επανεξετάσει την προσφορά της 11ης Μα_ου 1999, δεδομένου ότι δεν συμφωνούσε για τη χρονική περίοδο επί της οποίας υπολογίστηκε η αποζημίωση.
27 Με έγγραφο της 27ης Ιουλίου 1999, το BLE απάντησε ότι ηρνείτο να επανεξετάσει την προσφορά αυτή. Υπενθύμιζε την προθεσμία αποδοχής της και καλούσε τον ενάγοντα να απευθυνθεί απ' ευθείας στην Επιτροπή.
28 Με έγγραφο της 11ης Αυγούστου 1999 που απηύθυνε στην Επιτροπή, ο ενάγων επανέλαβε το αίτημά του αναθεωρήσεως της προσφοράς αποζημιώσεως.
29 Με έγγραφο της 22ας Σεπτεμβρίου 1999, η Επιτροπή απέρριψε το αίτημα αυτό για τον λόγο ότι ο ενάγων δεν είχε δεχθεί την προσφορά αυτή εντός της ταχθείσας προθεσμίας και τα ενδεχόμενα δικαιώματά του προς αποζημίωση είχαν πλήρως παραγραφεί.
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
30 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του ρωτοδικείου στις 24 Νοεμβρίου 1999, ο ενάγων άσκησε την παρούσα αγωγή.
31 Ο ενάγων ζητεί από το ρωτοδικείο:
να υποχρεώσει τους εναγομένους να του καταβάλουν το ποσό των 67 522,36 γερμανικών μάρκων (DEM) νομιμοτόκως από 1ης Ιουλίου 1985·
να καταδικάσει τους εναγομένους στα δικαστικά έξοδα.
32 Το Συμβούλιο και η Επιτροπή ζητούν από το ρωτοδικείο:
κυρίως, να κρίνει την αγωγή απαράδεκτη·
επικουρικώς, να απορρίψει την αγωγή ως αβάσιμη·
να καταδικάσει τον ενάγοντα στα δικαστικά έξοδα.
Επί του παραδεκτού
33 Σύμφωνα με το άρθρο 111 του Κανονισμού Διαδικασίας του ρωτοδικείου, όταν η αγωγή είναι προδήλως απαράδεκτη, το ρωτοδικείο μπορεί, χωρίς να συνεχίσει τη διαδικασία, να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη.
34 Εν προκειμένω, το ρωτοδικείο κρίνει ότι έχει διαφωτιστεί επαρκώς από τα στοιχεία του φακέλου της υποθέσεως για να κρίνει επί του παραδεκτού της παρούσας αγωγής χωρίς να συνεχίσει τη διαδικασία.
Επιχειρήματα των διαδίκων
35 Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι δικαιούται αποζημιώσεως για τις ζημίες που υπέστη ως παραγωγός SLOM ΙΙΙ, μεταξύ 1ης Ιουλίου 1985, δηλαδή της επομένης της λήξεως της υποχρεώσεως μη εμπορίας επί των μισθωθέντων από τον Motz εδαφών, και της 1ης Αυγούστου 1993, ημερομηνίας ενάρξεως ισχύος του κανονισμού 2055/93.
36 Ο ενάγων υποστηρίζει ότι η παραγραφή του αιτήματός του άρχισε μόνον στις 20 Αυγούστου 1997, ημερομηνία κατά την οποία έλαβε ποσόστωση από τις αρμόδιες γερμανικές αρχές. Η παραγραφή δεν μπορούσε να έχει αρχίσει πριν από την ημερομηνία αυτή διότι η Επιτροπή, κατ' εφαρμογή του κανονισμού 2330/98, ηρνείτο να προβεί σε προσφορά αποζημιώσεως στους παραγωγούς οι οποίοι δεν είχαν λάβει, κατά την ημερομηνία της αιτήσεώς τους αποζημιώσεως, ποσότητα αναφοράς. Συνεπώς, η προθεσμία παραγραφής μπορούσε να αρχίσει μόνον την ημέρα που η Επιτροπή αναγνώρισε την ύπαρξη δικαιώματος αποζημιώσεως.
37 Επιπλέον, πριν από την ημερομηνία αυτή, ο ενάγων δεν μπορούσε να υποβάλει στην Επιτροπή αίτηση αποζημιώσεως διότι δεν υφίστατο ακόμη το δικαίωμά του για χορήγηση ποσοστώσεως και κάθε συναφής αίτηση δεν είχε καμία πιθανότητα να γίνει δεκτή. Ο ενάγων επικαλείται συναφώς την από 9 Δεκεμβρίου 1998 απόφαση του Bundesverwaltungsgericht σύμφωνα με την οποία η εκπρόθεσμη υποβολή αιτήσεως, η οποία δεν είχε υποβληθεί επειδή δεν είχε καμία πιθανότητα να γίνει δεκτή, δεν είναι αθέμιτη αν έχουν μεταβληθεί οι προοπτικές αποδοχής της.
38 Ο ενάγων αμφισβητεί το επιχείρημα των εναγομένων ότι, με το από 3 Νοεμβρίου 1997 έγγραφο, η Επιτροπή απέρριψε ρητώς την αίτηση αποζημιώσεως που είχε υποβάλει με το από 8 Οκτωβρίου 1997 έγγραφό του ώστε, για να είχε διακοπεί κατά την ημερομηνία αυτή η παραγραφή, ο ενάγων έπρεπε να είχε ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως εντός της ταχθείσας προθεσμίας. Σύμφωνα με τον ενάγοντα, αν η Επιτροπή σκοπούσε να απορρίψει την αίτηση αυτή, έπρεπε να εκθέσει τους λεπτομερείς λόγους και, ενδεχομένως, να επισημάνει τα δυνατά ένδικα μέσα. Εν προκειμένω, θα ήταν εύλογο να συναχθεί από τη συνοπτική διατύπωση της αποφάσεως της Επιτροπής ότι η Επιτροπή περιελάμβανε τον ενάγοντα μεταξύ των δικαιούχων αποζημιώσεως αν το ρωτοδικείο έκανε δεκτή την αγωγή στην υπόθεση που οδήγησε στην προαναφερθείσα απόφαση Quiller και Heusmann κατά Συμβουλίου και Επιτροπής.
39 Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η αίτηση του ενάγοντος έχει παραγραφεί.
Εκτίμηση του ρωτοδικείου
40 Η προβλεπόμενη από το άρθρο 43 του Οργανισμού του Δικαστηρίου προθεσμία παραγραφής δεν μπορεί να αρχίσει πριν πληρωθούν όλες οι προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται η υποχρέωση αποζημιώσεως, ιδίως δε, όσον αφορά τις περιπτώσεις στις οποίες η ευθύνη απορρέει από κανονιστική πράξη, πριν εμφανιστούν τα ζημιογόνα αποτελέσματα της πράξεως αυτής. Οι εν λόγω προϋποθέσεις αφορούν την ύπαρξη παρανόμου ενεργείας των κοινοτικών οργάνων, το υποστατό της προβαλλόμενης ζημίας και την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς και της προβαλλόμενης ζημίας (απόφαση του ρωτοδικείου της 16ης Απριλίου 1997, T-20/94, Hartmann κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. ΙΙ-595, σκέψη 107).
41 Σύμφωνα με πάγια νομολογία, η ζημία που συνδέεται με την αδυναμία εκμεταλλεύσεως ποσότητας αναφοράς υφίσταται από την ημέρα κατά την οποία, μετά τη λήξη της υποχρεώσεως μη εμπορίας, ο ενδιαφερόμενος παραγωγός θα μπορούσε να επαναλάβει τις παραδόσεις γάλακτος χωρίς να πρέπει να καταβάλει τη συμπληρωματική εισφορά αν του είχε χορηγηθεί η ποσότητα αυτή. Επομένως, κατά την ημερομηνία αυτή πληρούνται οι προϋποθέσεις ασκήσεως αγωγής αποζημιώσεως κατά της Κοινότητας (απόφαση του ρωτοδικείου της 16ης Απριλίου 1997, Τ-554/93, Saint και Murray κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. ΙΙ-563, σκέψη 87, και προαναφερθείσα απόφαση Hartmann κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, σκέψη 130).
42 Συνεπώς, εν προκειμένω, η προθεσμία παραγραφής άρχισε την 1η Ιουλίου 1985, δηλαδή την επομένη της λήξεως της υποχρεώσεως μη εμπορίας όσον αφορά τα εδάφη που ο ενάγων είχε μισθώσει από τον Motz.
43 Συναφώς, ο ενάγων δεν μπορεί να υποστηρίζει ότι η προθεσμία παραγραφής δεν μπορεί να αρχίσει πριν από τη χορήγηση ποσοστώσεως, χορήγηση την οποία η Επιτροπή εξαρτά από την αναγνώριση του δικαιώματος αποζημιώσεως στο πλαίσιο του κανονισμού 2330/98. ράγματι, όπως ήδη έχει κρίνει το ρωτοδικείο, για τον κανονισμό 2187/93, που θεσπίζει το σύστημα της κατ' αποκοπήν αποζημιώσεως των παραγωγών SLOM Ι και ΙΙ και σύμφωνα με τον οποίο εκδόθηκε ο κανονισμός 2330/98, το Συμβούλιο με τη νομοθετική αυτή πράξη απλώς παρέσχε στους δικαιούμενους αποζημιώσεως παραγωγούς μια ακόμα δυνατότητα αποζημιώσεως καθόσον οι παραγωγοί αυτοί είχαν πάντοτε τη δυνατότητα ασκήσεως της αγωγής αποζημιώσεως που προβλέπεται στα άρθρα 235 ΕΚ και 288, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ (προαναφερθείσα απόφαση Saint και Murray κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, σκέψη 40).
44 Για τον καθορισμό της περιόδου επελεύσεως της ζημίας, διαπιστώνεται ότι η ζημία αυτή δεν προκλήθηκε στιγμιαία. Η ζημία εξακολούθησε για μια ορισμένη περίοδο, ενόσω ο ενάγων δεν μπορούσε να λάβει ποσότητα αναφοράς, δηλαδή εν προκειμένω, όπως ο ίδιος ο ενάγων επισημαίνει, μέχρι την 1η Αυγούστου 1993, ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του κανονισμού 2055/93. ρόκειται για συνεχιζόμενη ζημία, επαναλαμβανόμενη καθημερινώς (βλ. προαναφερθείσα απόφαση Hartmann κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, σκέψη 132). Συνεπώς, το δικαίωμα αποζημιώσεως αφορά τις διαδοχικές χρονικές περιόδους που άρχισαν καθημερινά, κατά τη διάρκεια των οποίων δεν ήταν δυνατή η εμπορία.
45 Συνεπώς, η βάσει του άρθρου 43 του Οργανισμού του Δικαστηρίου παραγραφή εφαρμόζεται για την περίοδο που προηγείται πλέον των πέντε ετών από την ημερομηνία της πράξεως με την οποία διεκόπη η παραγραφή, χωρίς να επηρεάζει τα δικαιώματα που γεννήθηκαν κατά τη διάρκεια μεταγενέστερων περιόδων (προαναφερθείσα απόφαση Hartmann κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, σκέψη 132).
46 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι, για να καθοριστεί σε ποιο μέτρο έχει παραγραφεί η αγωγή αποζημιώσεως, πρέπει να καθοριστεί η ημερομηνία κατά την οποία διεκόπη η προθεσμία παραγραφής.
47 Σύμφωνα με το άρθρο 43 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, η παραγραφή διακόπτεται είτε διά της προσφυγής που υποβάλλεται στον κοινοτικό δικαστή είτε διά της προηγουμένης αιτήσεως που ο ζημιωθείς απευθύνει στο αρμόδιο όργανο της Κοινότητος, δεδομένου εντούτοις ότι, στην τελευταία αυτή περίπτωση, η παραγραφή διακόπτεται μόνον αν την αίτηση ακολουθεί αγωγή εντός της προθεσμίας που καθορίζεται σε σχέση με το άρθρο 230 ΕΚ ή 232 ΕΚ, αναλόγως της περιπτώσεως (απόφαση του Δικαστηρίου της 5ης Απριλίου 1973, 11/72, Giordano κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 511, σκέψη 6, και απόφαση του ρωτοδικείου της 25ης Νοεμβρίου 1998, Τ-222/97, Steffens κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. ΙΙ-4175, σκέψεις 35 και 42).
48 Ο ενάγων δεν μπορεί να επικαλεστεί, προκειμένου να διακόψει την παραγραφή, το έγγραφο που απηύθυνε στην Επιτροπή στις 8 Οκτωβρίου 1997 και στο οποίο η Επιτροπή απάντησε στις 3 Νοεμβρίου 1997, διότι την απάντηση στο έγγραφο αυτό δεν ακολούθησε η άσκηση αγωγής ενώπιον του ρωτοδικείου.
49 Συναφώς, ο ενάγων δεν μπορεί να επικαλεστεί τον διφορούμενο χαρακτήρα αυτής της απαντήσεως της Επιτροπής. ράγματι, όπως προκύπτει από το απόσπασμα της απαντήσεως αυτής στη σκέψη 22 ανωτέρω, η διατύπωση της απαντήσεως εκφράζει σαφώς την απόρριψη της αιτήσεως του ενάγοντος μολονότι, σιωπηρώς, η Επιτροπή ανέφερε επίσης ότι θα αναθεωρήσει τη θέση της στην περίπτωση που το ρωτοδικείο κρίνει την Κοινότητα υπεύθυνη των ζημιών που υπέστησαν οι παραγωγοί SLOM ΙΙΙ στην υπόθεση που οδήγησε στην προαναφερθείσα απόφαση Quiller και Heusmann κατά Συμβουλίου και Επιτροπής. Επιπλέον, η απόρριψη αυτή αναγνωρίστηκε από τον ίδιο τον ενάγοντα με το μη χρονολογημένο έγγραφό του, το οποίο περιήλθε στην Επιτροπή στις 9 Φεβρουαρίου 1998, καθόσον γράφει:
«[Σ]το έγγραφό σας [της 3ης Νοεμβρίου 1997], αναφέρετε ότι δεν μπορείτε να δώσετε συνέχεια σε αίτηση αποζημιώσεως εκ μέρους μου [...]».
50 Εξάλλου, ο ενάγων δεν μπορεί να προσάψει στην Επιτροπή ότι δεν του επισήμανε τα δυνατά ένδικα μέσα για να δικαιολογήσει τη μη άσκηση αγωγής αποζημιώσεως εντός των δύο μηνών μετά την απόρριψη της αποζημιώσεως που περιλαμβανόταν στο έγγραφο της 3ης Νοεμβρίου 1997 καθόσον, κατά πάγια νομολογία, «ελλείψει ρητής διατάξεως του κοινοτικού δικαίου, δεν μπορεί να αναγνωριστεί, σε βάρος των διοικητικών ή δικαστικών αρχών της Κοινότητας, γενική υποχρέωση πληροφορήσεως των πολιτών σχετικά με τα επιτρεπόμενα μέσα ένδικης προστασίας καθώς και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες αυτά μπορούν να ασκούνται» (διάταξη του Δικαστηρίου της 5ης Μαρτίου 1999, C-153/98 P, Guérin automobiles κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. Ι-1441, σκέψη 15).
51 Τέλος, όσον αφορά την παραίτηση από την επίκληση της παραγραφής που περιλαμβανόταν στο από 3 Μαρτίου 1998 έγγραφο της Επιτροπής, όπως ήδη έκρινε το ρωτοδικείο στο πλαίσιο της εφαρμογής του κανονισμού 2187/93, η παραίτηση αυτή είναι μονομερής πράξη που σκοπεί, προκειμένου να περιορίσει τον αριθμό των ασκουμένων αγωγών, να ενθαρρύνει τους παραγωγούς να περιμένουν τη θέση σε εφαρμογή του συστήματος της κατ' αποκοπήν αποζημιώσεως που προβλέπεται με τον κανονισμό 2330/98 (προαναφερθείσα απόφαση Steffens κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, σκέψη 38).
52 Συναφώς, ο κανονισμός 2330/98 προβλέπει ότι οι ενδιαφερόμενοι παραγωγοί μπορούν να ζητήσουν να τους γίνει προσφορά αποζημιώσεως, η προθεσμία αποδοχής της οποίας είναι τρίμηνη. Λαμβανομένου υπόψη του σκοπού της, η προαναφερθείσα παραίτηση έπαψε να παράγει αποτελέσματα κατά το τέλος της περιόδου αποδοχής της προσφοράς αποζημιώσεως. Εν προκειμένω, η προθεσμία αυτή έληξε στις 11 Αυγούστου 1999 χωρίς να έχει αποδεχθεί την προσφορά ο ενάγων.
53 Υπό τις συνθήκες αυτές όμως, ο ενάγων, για να ισχύσει η παραίτηση επικλήσεως της παραγραφής που περιλαμβανόταν στο προαναφερθέν έγγραφο και, κατά συνέπεια, να διακοπεί η προθεσμία παραγραφής, σύμφωνα με το άρθρο 43 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, κατά την ημερομηνία της αιτήσεώς του αποζημιώσεως της 9ης Φεβρουαρίου 1998, έπρεπε να έχει ασκήσει την παρούσα αγωγή το αργότερο εντός των δύο μηνών μετά τη λήξη της προθεσμίας αποδοχής της προσφοράς, δηλαδή μέχρι τις 17 Οκτωβρίου 1999, περιλαμβανομένης της προθεσμίας λόγω αποστάσεως.
54 Εφόσον ο ενάγων δεν άσκησε αγωγή μέχρι την ημερομηνία αυτή, έπεται ότι μόνον η άσκηση της αγωγής στις 24 Νοεμβρίου 1999 μπόρεσε να διακόψει την παραγραφή. Εφόσον όμως η ζημία του ενάγοντος έληξε την 1η Αυγούστου 1993, ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του κανονισμού 2055/93, έπεται ότι η αγωγή ασκήθηκε εκπρόθεσμα, ενώ είχε ήδη παρέλθει η προθεσμία παραγραφής της ασκήσεως αγωγής αποζημιώσεως.
55 Επομένως, η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως απαράδεκτη.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
56 Σύμφωνα με το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Επειδή ο ενάγων ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με τα αιτήματα του Συμβουλίου και της Επιτροπής.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (τέταρτο τμήμα)
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την αγωγή ως προδήλως απαράδεκτη.
2) Καταδικάζει τον ενάγοντα στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy