Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - Εισαγωγή
1. Στην υπόθεση αυτή, η Επιτροπή ζητεί βάσει του άρθρου 226 ΕΚ από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν θέσπισε όλα τα αναγκαία νομοθετικά, κανονιστικά και διοικητικά μέτρα για τη μεταφορά της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 1989, σχετικά με την εφαρμογή μέτρων για την προώθηση της βελτιώσεως της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία (στο εξής: οδηγία) . Ειδικότερα, η Επιτροπή προσάπτει στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ότι, με το να απαλλάξει με τον Arbeitsschutzgesetz (νόμο για την προστασία των εργαζομένων) τους εργοδότες που απασχολούν το πολύ δέκα εργαζομένους από την υποχρέωση να διαθέτουν έγγραφα στα οποία εκτίθενται τα αποτελέσματα εκτιμήσεως των κινδύνων για την ασφάλεια και υγεία των εργαζομένων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 9, παράγραφος 1, στοιχείο α_, και 10, παράγραφος 3, στοιχείο α_, της οδηγίας.
2. Η Γερμανική Κυβέρνηση αμφισβητεί τον ισχυρισμό αυτόν και διατείνεται ότι οι επιταγές έγγραφης τεκμηριώσεως που θέτει η εθνική νομοθεσία είναι ανάλογες με τις υποχρεώσεις που η οδηγία επιβάλλει εν προκειμένω. Για τις μικρές επιχειρήσεις, οι υποχρεώσεις έγγραφης τεκμηριώσεως δεν επιβάλλονται με τον συγκεκριμένο νόμο για τη μεταφορά της οδηγίας, αλλά επιβάλλονται με ειδικές ρυθμίσεις. Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι ειδικές αυτές ρυθμίσεις έχουν κενά.
ΙΙ - Νομικό πλαίσιο
A - Η κοινοτική ρύθμιση
3. Κατά το άρθρο της 1, η οδηγία έχει ως σκοπό να εφαρμοστούν μέτρα για την προώθηση της βελτιώσεως της ασφάλειας και υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία. ρος τούτο, διατυπώνει γενικές αρχές σχετικά με την πρόληψη των επαγγελματικών κινδύνων και την προστασία της ασφάλειας και υγείας, την εξάλειψη των παραγόντων κινδύνου και ατυχημάτων, την ενημέρωση των εργαζομένων, τη διαβούλευση με αυτούς, την ισόρροπη συμμετοχή τους σύμφωνα με τους εθνικούς κανόνες και/ή τις εθνικές πρακτικές και την επαγγελματική εκπαίδευση των εργαζομένων και των εκπροσώπων τους και θέτει γενικούς κανόνες για την εφαρμογή των αρχών αυτών. Η οδηγία δεν θίγει τις εθνικές διατάξεις που είναι ευνοϊκότερες όσον αφορά την προστασία της ασφάλειας και υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία.
4. Το άρθρο 6, παράγραφος 3, στοιχείο α_, της οδηγίας ορίζει ότι ο εργοδότης, τηρουμένων των άλλων διατάξεων της οδηγίας και λαμβανομένης υπόψη της φύσεως των δραστηριοτήτων της επιχειρήσεως και/ή της εγκαταστάσεως, πρέπει να εκτιμά τους κινδύνους για την ασφάλεια και υγεία των εργαζομένων, και μεταξύ άλλων κατά την επιλογή του εξοπλισμού εργασίας και των χημικών ουσιών ή παρασκευασμάτων καθώς και κατά τη διαρρύθμιση των χώρων εργασίας. Βάσει της εκτιμήσεως αυτής και στο μέτρο που είναι αναγκαίο, οι προληπτικές δραστηριότητες και οι μέθοδοι εργασίας και παραγωγής που εφαρμόζει ο εργοδότης πρέπει να εξασφαλίζουν καλύτερη προστασία της ασφάλειας και υγείας των εργαζομένων και επί πλέον να εντάσσονται στο σύνολο των δραστηριοτήτων της επιχειρήσεως και/ή της εγκαταστάσεως και να αφορούν όλα τα επίπεδα.
5. Το άρθρο 9 της οδηγίας ορίζει:
«Διάφορες υποχρεώσεις των εργοδοτών
1. Ο εργοδότης οφείλει:
α) να έχει στη διάθεσή του μια εκτίμηση των υφισταμένων κατά την εργασία κινδύνων για την ασφάλεια και την υγεία, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αφορούν ομάδες εργαζομένων που εκτίθενται σε ιδιαιτέρους κινδύνους·
β) να καθορίζει τα μέτρα προστασίας που πρέπει να ληφθούν και, αν χρειαστεί, το υλικό προστασίας που πρέπει να χρησιμοποιηθεί·
[...]
2. Τα κράτη μέλη καθορίζουν, ανάλογα με τη φύση των δραστηριοτήτων και το μέγεθος των επιχειρήσεων, τις υποχρεώσεις τις οποίες οφείλουν να πληρούν οι διάφορες κατηγορίες επιχειρήσεων, όσον αφορά την κατάρτιση των εγγράφων που προβλέπονται στην παράγραφο 1, στοιχεία α_ και β_, και κατά την κατάρτιση των εγγράφων που προβλέπονται στην παράγραφο 1, στοιχεία γ_ και δ_.»
6. Το άρθρο 10 της οδηγίας, το οποίο επιγράφεται «Ενημέρωση των εργαζομένων», ορίζει στην παράγραφό του 3:
«Ο εργοδότης λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα ώστε οι εργαζόμενοι που εκτελούν ειδικά καθήκοντα στον τομέα της προστασίας της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων ή οι αντιπρόσωποι των εργαζομένων που εκτελούν παρόμοια καθήκοντα να έχουν πρόσβαση, για τη διεκπεραίωση των καθηκόντων τους και σύμφωνα με τις εθνικές νομοθεσίες ή/και πρακτικές:
α) στην εκτίμηση των κινδύνων και των μέτρων προστασίας που προβλέπονται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχεία α_ και β_,
[...]».
Β - Η μεταφορά των σχετικών διατάξεων της οδηγίας στη Γερμανία
7. Η οδηγία μεταφέρθηκε στο γερμανικό δίκαιο με τον Gesetz zur Umsetzung der EG-Rahmenrichtlinie Arbeitsschutz und weiterer Arbeitsschutz-Richtlinien [νόμο περί μεταφοράς της κοινοτικής οδηγίας-πλαίσιο για την προστασία των εργαζομένων και άλλων οδηγιών για την προστασία των εργαζομένων) της 7ης Αυγούστου 1996. Το άρθρο 1 του νόμου αυτού αφορά τον Gesetz über die Durchführung von Massnahmen des Arbeitsschutzes zur Verbesserung der Sicherheit und des Gesundheitsschutzes des Beschäftigten bei der Arbeit (νόμο περί εφαρμογής προστατευτικών μέτρων για την προώθηση της βελτιώσεως της ασφάλειας και υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία, στο εξής: ArbSchG) .
8. Το άρθρο 5 του ArbSchG αφορά την εκτίμηση των συνθηκών εργασίας και ορίζει στην παράγραφό του 1 ότι ο εργοδότης με βάση εκτίμηση των κινδύνων που συνδέονται με την εργασία πρέπει να ερευνήσει ποια μέτρα είναι αναγκαία για την προστασία των εργαζομένων. Το καθήκον αυτό καθορίζεται λεπτομερέστερα στις παραγράφους 2 και 3.
9. Το άρθρο 6, παράγραφος 1, του ArbSchG αφορά την «έγγραφη τεκμηρίωση». Στη πρώτη περίοδο της παραγράφου αυτής προβλέπεται η υποχρέωση του εργοδότη να διαθέτει έγγραφα στα οποία περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων τα αποτελέσματα εκτιμήσεως των κινδύνων για τους εργαζομένους. Στην τρίτη περίοδο της παραγράφου 1 του άρθρου 6 του ArbSchG προβλέπεται για τις μικρές επιχειρήσεις απαλλαγή από αυτή την υποχρέωση έγγραφης τεκμηριώσεως (στο εξής: ρήτρα των μικρών επιχειρήσεων), η δε διάταξη αυτή έχει ως εξής: «Αν δεν υφίσταται αντίθετη διάταξη άλλης ρυθμίσεως, η πρώτη περίοδος της παρούσας παραγράφου δεν έχει εφαρμογή για όσους απασχολούν το πολύ δέκα εργαζομένους». Κατά την τελευταία περίοδο της παραγράφου 1 του άρθρου 6 του ArbSchG, για τον καθορισμό του αριθμού των εργαζομένων υπό την έννοια της τρίτης περιόδου της διατάξεως αυτής ο αριθμός των εργαζομένων μερικής απασχολήσεως των οποίων ο συνήθης χρόνος εργασίας δεν υπερβαίνει τις 20 ώρες την εβδομάδα πολλαπλασιάζεται επί τον συντελεστή 0,5 και ο αριθμός των εργαζομένων μερικής απασχολήσεως των οποίων ο χρόνος εργασίας δεν υπερβαίνει τις 30 ώρες την εβδομάδα πολλαπλασιάζεται επί τον συντελεστή 0,75 .
10. Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 4, του ArbSchG, ως «άλλη ρύθμιση» υπό την έννοια του νόμου αυτού νοούνται οι διατάξεις για την προστασία των εργαζομένων οι οποίες περιέχονται σε άλλα νομοθετικά ή κανονιστικά κείμενα, καθώς και στους Unfallverhütungsvorschriften (κανόνες προλήψεως των ατυχημάτων, στο εξής: κανόνες UVV).
11. Από τη δικογραφία προκύπτει ότι αυτή η «άλλη ρύθμιση» αποτελείται ειδικά από τον Arbeitssicherheitsgesetz (νόμο για την προστασία της εργασίας, στο εξής: ASiG) και από το βιβλίο VII του Sozialgesetzbuch (γερμανικού κοινωνικού κώδικα, στο εξής: SGB) . εριλαμβάνει και τις διατάξεις με τις οποίες τίθενται σε εφαρμογή τα νομοθετήματα αυτά, δηλαδή τους κανόνες UVV.
12. Κατά το άρθρο 1 του ASiG, ο εργοδότης οφείλει να προσλάβει εργασιακούς ιατρούς και άλλα πρόσωπα ειδικευμένα στον τομέα της ασφάλειας της εργασίας, που πρέπει να τον βοηθούν για την προστασία των εργαζομένων και την πρόληψη των ατυχημάτων, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η προσήκουσα εφαρμογή των σχετικών διατάξεων.
13. Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του ASiG επιβάλλει στους εργοδότες την υποχρέωση να αποταθούν γραπτώς σε εργασιακούς ιατρούς («Betriebsärtze») και να τους αναθέσουν τα καθήκοντα που ορίζονται στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου. Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, του ASiG, οι εργασιακοί ιατροί οφείλουν να βοηθούν τον εργοδότη τόσο όταν αυτός αντιμετωπίζει οποιοδήποτε πρόβλημα που θέτει σε κίνδυνο την προστασία της υγείας των εργαζομένων όσο και στο πλαίσιο της προλήψεως των ατυχημάτων. Μεταξύ άλλων οφείλουν, κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, σημείο 1, στοιχείο g, του νόμου αυτού, να συμβουλεύουν σχετικά με την εκτίμηση των συνθηκών εργασίας τον εργοδότη και τους άλλους υπεύθυνους για την προστασία των εργαζομένων κατά την εργασία.
14. αράλληλα, το άρθρο 5, παράγραφος 1, του ASiG προβλέπει ότι οι εργοδότες πρέπει να αποταθούν γραπτώς σε προσωπικό που είναι ειδικευμένο στον τομέα της ασφάλειας της εργασίας και να του αναθέσουν τα καθήκοντα που περιγράφονται στο άρθρο 6 του ίδιου νόμου. Τα κατά το άρθρο 6 καθήκοντα του προσωπικού αυτού αντιστοιχούν σε μεγάλο βαθμό με τα κατά το άρθρο 3 καθήκοντα των εργασιακών ιατρών. Τα περιγραφόμενα στο άρθρο 3, παράγραφος 1, σημείο 1, στοιχείο g, του ASiG καθήκοντα των εργασιακών ιατρών σχετικά με την εκτίμηση των συνθηκών εργασίας είναι καθ' όλα όμοια με τα περιγραφόμενα στο άρθρο 6, σημείο 1, στοιχείο e, του ASiG καθήκοντα τυ προσωπικού που είναι ειδικευμένο στον τομέα της ασφάλειας της εργασίας .
15. Βάσει του άρθρου 15, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, σημείο 6, του βιβλίου VII του SGB, οι Unfallversicherungsträger (οργανισμοί για την κατά νόμον υποχρεωτική ασφάλιση ατυχημάτων) εκδίδουν αυτοτελώς κανόνες UVV σχετικά με τα μέτρα που οι επιχειρηματίες πρέπει να λάβουν για να τηρήσουν τις υποχρεώσεις που υπέχουν από τον ASiG. Κατά τη διαδικασία προ της ασκήσεως της προσφυγής, η Γερμανική Κυβέρνηση ανέφερε στην Επιτροπή ως παράδειγμα τους κανόνες UVV σχετικά με το προσωπικό που είναι ειδικευμένο στον τομέα της ασφάλειας της εργασίας σε τρεις τομείς (εφηρμοσμένη μηχανική και μεταλλουργία, υφαντουργία και ένδυση, γενικές κατασκευές).
16. Στην παρούσα διαδικασία για τη διαπίστωση παραβάσεως κράτους μέλους, σημασία έχουν μερικές διατάξεις του ASiG βάσει των οποίων ο ομοσπονδιακός Υπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων δύναται να χορηγήσει απαλλαγές.
17. Το άρθρο 14, παράγραφος 1, του ASiG εξουσιοδοτεί τον ομοσπονδιακό υπουργό να καθορίσει με απόφασή του τα μέτρα που οι εργοδότες πρέπει να λάβουν για να τηρήσουν τις υποχρεώσεις που υπέχουν από τον ASiG. Όμως, όσον αφορά τους κανόνες UVV, ο ομοσοπονδιακός υπουργός δύναται να ασκήσει την εξουσία αυτή μόνον αν ο οργανισμός για την κατά νόμον υποχρεωτική ασφάλιση ατυχημάτων δεν έχει εκδώσει ή προσαρμόσει του αναγκαίους κανόνες UVV εντός της προθεσμίας που έταξε ο ομοσπονδιακός υπουργός.
18. εραιτέρω, το άρθρο 14, παράγραφος 2, σημείο 1, του ASiG προβλέπει ότι ο ομοσπονδιακός υπουργός δύναται να ορίσει ότι συγκεκριμένες ομάδες επιχειρήσεων, λαμβανομένων υπόψη ορισμένων συνθηκών και μεταξύ αυτών του αριθμού των εργαζομένων, απαλλάσσονται εν όλω ή εν μέρει από την υποχρέωση να τηρούν τα καθήκοντα που επιβάλλονται από τα άρθρα 3 και 6. Επί πλέον, βάσει του άρθρου 14, παράγραφος 2, σημείο 2, του ASiG, ο ομοσπονδιακός υπουργός δύναται να ορίσει ότι τα κατά τα άρθρα 3 και 6 καθήκοντα μπορούν να μην εκτελεστούν εν όλω ή εν μέρει όταν τούτο είναι αναπόφευκτο λόγω της ελλείψεως επαρκούς αριθμού εργασιακών ιατρών ή άλλων προσώπων που είναι ειδικευμένα στον τομέα της ασφάλειας της εργασίας.
ΙΙΙ - Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα αιτήματα των διαδίκων
19. Με έγγραφο οχλήσεως της 19ης Νοεμβρίου 1997 που απέστειλε στη Γερμανική Κυβέρνηση, η Επιτροπή ισχυρίστηκε ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1, τρίτη περίοδος, του ArbSchG είναι αντίθετο προς την οδηγία καθόσον οι εργοδότες που απασχολούν το πολύ δέκα εργαζομένους απαλλάσσονται από την υποχρέωση να διαθέτουν έγγραφα με τα αποτελέσματα εκτιμήσεως των κινδύνων. Ειδικότερα, η διάταξη αυτή του ArbSchG είναι αντίθετη προς το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο α_, της οδηγίας, το οποίο υποχρεώνει όλους τους εργοδότες να διαθέτουν έγγραφα σχετικά με την εκτίμηση αυτή, και προς το άρθρο 10, παράγραφος 3, στοιχείο α_, της οδηγίας, το οποίο εξασφαλίζει σε ορισμένες κατηγορίες προσώπων την πρόσβαση στην εκτίμηση αυτή. Δεδομένου ότι η Γερμανική Κυβέρνηση διαφώνησε με την άποψη αυτή της Επιτροπής, η τελευταία με έγγραφο της 19ης Οκτωβρίου 1998 απηύθυνε αιτιολογημένη γνώμη.
20. Σε απάντηση στην αιτιολογημένη γνώμη, η Γερμανική Κυβέρνηση με έγγραφο που κοινοποιήθηκε στις 26 Ιανουαρίου 1999 ισχυρίστηκε ότι η οδηγία δεν επιβάλλει γενική υποχρέωση κατοχής εγγράφων σχετικά με τα αποτελέσματα της εκτιμήσεως. Επί πλέον, προέβαλε ότι η εθνική νομοθεσία, και ειδικότερα ο ASiG και οι κανόνες UVV, ως «άλλη ρύθμιση» υπό την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, τρίτη περίοδος, του ArbSchG, ήδη επέβαλλε, ανά τομέα, σε όλες τις μικρές επιχειρήσεις την υποχρέωση να διαθέτουν τα έγγραφα που προβλέπει η οδηγία. εραιτέρω, ως παράδειγμα «άλλης ρυθμίσεως» η Γερμανική Κυβέρνηση επικαλείται τη Biostoffverordnung (κανονιστική διάταξη περί βιολογικών παραγόντων) .
21. Στη συνέχεια, η Επιτροπή άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου την παρούσα προσφυγή, η οποία περιήλθε στη Γραμματεία στις 4 Ιανουαρίου 2000.
22. Η προσφεύγουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
- να διαπιστώσει ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, απαλλάσσοντας βάσει του άρθρου 6 του ArbSchG τους εργοδότες που απασχολούν το πολύ δέκα εργαζομένους από την υποχρέωση να διαθέτουν έγγραφα με τα αποτελέσματα εκτιμήσεως των κινδύνων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 5 και 189 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρα 10 ΕΚ και 249 ΕΚ), καθώς και από τα άρθρα 9, παράγραφος 1, στοιχείο α_, και 10, παράγραφος 3, στοιχείο α_, της οδηγίας·
- να καταδικάσει την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στα δικαστικά έξοδα.
23. Η Γερμανική Κυβέρνηση ζητεί από το Δικαστήριο:
- να απορρίψει την προσφυγή·
- να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
24. Στην παρούσα υπόθεση δεν διεξήχθη προφορική διαδικασία.
IV - Επιχειρήματα των διαδίκων
A - Οι αιτιάσεις της Επιτροπής
25. Στο δικόγραφο της προσφυγής της, η Επιτροπή ισχυρίζεται κατ' αρχάς ότι το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο α_, της οδηγίας δεν προβλέπει για τον εργοδότη μόνο την υποχρέωση να διαθέτει εκτίμηση των κινδύνων για την ασφάλεια και υγεία κατά την εργασία, αλλά και την υποχρέωση να διαθέτει εγγράφως την εκτίμηση αυτή, οπότε τα σχετικά στοιχεία πρέπει να καταγράφονται και φυλάσσονται έτσι ώστε να είναι προσιτά στους τρίτους και κατανοητά από αυτούς. ρος στήριξη του ισχυρισμού της αυτού, προβάλλει ορισμένα επιχειρήματα που βασίζονται στους σκοπούς της οδηγίας και στη χρήση της λέξεως «έγγραφα» στο άρθρο 9, παράγραφος 2, της οδηγίας.
26. Όσον αφορά την πραγματική μεταφορά της οδηγίας, η Επιτροπή εμμένει με το δικόγραφο της προσφυγής της στην αιτίασή της ότι η κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, του ArbSchG απαλλαγή για τις μικρές επιχειρήσεις είναι ασυμβίβαστη με τις προαναφερθείσες διατάξεις της οδηγίας. Η Επιτροπή διατείνεται ότι η μεταφορά της οδηγίας έχει ελλείψεις, παρά την ειδική ρύθμιση που επικαλείται η Γερμανική Κυβέρνηση.
27. Έτσι, η κανονιστική διάταξη περί βιολογικών παραγόντων έχει μεν εφαρμογή για τις δραστηριότητες με βιολογικούς παράγοντες, πλην όμως η ρύθμιση αυτή δεν έχει σχέση με άλλους δυνητικούς κινδύνους στον χώρο εργασίας, όπως εκείνους που απορρέουν από τη χρήση χημικών και φυσικών παραγόντων κατά την εργασία.
28. Και οι κανόνες UVV τους οποίους επικαλείται η Γερμανική Κυβέρνηση έχουν κατά την Επιτροπή διάφορα κενά όσον αφορά την εφαρμογή της οδηγίας. Τα κενά αυτά έχουν σχέση, πρώτον, με την αντιστοιχία των επιταγών έγγραφης τεκμηριώσεως και, δεύτερον, με την εξουσία του υπουργού να απαλλάσσει ορισμένους εργοδότες από τις υποχρεώσεις καταρτίσεως εκθέσεων.
29. Όσον αφορά το αν οι εκθέσεις που καταρτίζονται στο πλαίσιο των κανόνων UVV είναι αντίστοιχες με τα έγγραφα τεκμηριώσεως που απαιτούνται από την οδηγία, η Επιτροπή ισχυρίζεται με το υπόμνημά της απαντήσεως ότι υπάρχουν τυπικά και ουσιαστικά προβλήματα.
30. Εξετάζοντας το αν υπάρχει τυπική αντιστοιχία, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι οι επιβαλλόμενες από διάφορους κανόνες UVV υποχρεώσεις καταρτίσεως εκθέσεων δεν βαρύνουν τον εργοδότη, αλλά τους εργασιακούς ιατρούς και το προσωπικό που είναι ειδικευμένο στον τομέα της ασφάλειας της εργασίας. Έναντι του εργοδότη όλοι αυτοί έχουν στην ουσία συμβουλευτικά καθήκοντα. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι οι με τις σχετικές εκθέσεις συμβουλές προς τον εργοδότη να λάβει συγκεκριμένα μέτρα δεν πρέπει να εξομοιωθούν με τη συνέχεια που ο εργοδότης θα δώσει στις συμβουλές αυτές. Η γερμανική νομοθεσία δεν υποχρεώνει τον εργοδότη να λάβει ως βάση για τις περαιτέρω δραστηριότητές του τα μέτρα που περιλαμβάνονται στις σχετικές εκθέσεις. Όμως, το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας απαιτεί να διαθέτει ο ίδιος ο εργοδότης γραπτή εκτίμηση των κινδύνων και να θεωρεί την εκτίμηση αυτή ως βάση για τα προληπτικά και προστατευτικά μέτρα που πρέπει να λάβει.
31. Η Επιτροπή έχει επιφυλάξεις και ως προς την ουσιαστική αντιστοιχία των εκθέσεων που καταρτίζονται στο πλαίσιο των κανόνων UVV με την έγγραφη τεκμηρίωση που απαιτείται από την οδηγία. Το περιεχόμενο της εκθέσεως πρέπει να ικανοποιεί πολλές επιταγές. Εν προκειμένω, ορισμένα στοιχεία της εκτιμήσεως των κινδύνων μπορούν να ληφθούν υπόψη, ενώ άλλα ίσως όχι. Για να υπάρχει η απαιτούμενη ουσιαστική αντιστοιχία, πρέπει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση να εξετάζεται επακριβώς αν, και σε ποιο βαθμό, το περιεχόμενο της εκθέσεως ανταποκρίνεται στους κινδύνους που αφορά η οδηγία και στην έγγραφη τεκμηρίωση που απαιτεί η οδηγία. Κατά την Επιτροπή, δεν μπορεί να ληφθεί γενικά ως βάση ότι σε κάθε έκθεση περιέχεται επαρκής κατά την οδηγία εκτίμηση των κινδύνων. Επίσης, για τους λόγους αυτούς μπορεί να είναι ελλιπής η βάση των προστατευτικών και προληπτικών μέτρων που πρέπει να ληφθούν. Επί πλέον, έτσι μπορεί να γίνει επαχθέστερο το βάρος αποδείξεως του εργοδότη έναντι της εποπτεύουσας αρχής ότι έχει τηρήσει τις υποχρεώσεις του σχετικά με την εκτίμηση.
32. Δεύτερον, η Επιτροπή ισχυρίζεται με το δικόγραφο της προσφυγής της ότι βάσει του άρθρου 14, παράγραφος 2, σημεία 1 και 2, του ASiG ο ομοσπονδιακός υπουργός δύναται να αποφασίσει ότι με κριτήριο τον αριθμό των εργαζομένων οι εργοδότες δεν χρειάζεται να εκτελέσουν ορισμένα καθήκοντα, όπως το καθήκον καταρτίσεως εκθέσεων. Με την παροχή της δυνατότητας αυτής, δεν τηρήθηκε η επιβαλλόμενη από το κοινοτικό δίκαιο υποχρέωση να μεταφερθεί η οδηγία στο εσωτερικό δίκαιο μέσω δεσμευτικών μέτρων.
33. Τέλος, η Επιτροπή προσάπτει στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ότι με την προσθήκη, μέσω του νόμου της 27ης Σεπτεμβρίου 1996 , της τετάρτης περιόδου του άρθρου 6, παράγραφος 1, του ArbSchG επέκτεινε ακόμα περισσότερο το πεδίο της ρήτρας των μικρών επιχειρήσεων.
Β - Η άμυνα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας
34. Η Γερμανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, του ArbSchG ρήτρα των μικρών επιχειρήσεων που βάλλεται από την Επιτροπή εντάσσεται στην επιλεγμένη από τον Γερμανό νομοθέτη κλιμακωτή μεταφορά της οδηγίας. Η ρήτρα των μικρών επιχειρήσεων δεν έχει ως συνέπεια ότι οι μικρές επιχειρήσεις δεν χρειάζεται να συντάξουν κανένα έγγραφο σχετικά με τα αποτελέσματα της εκτιμήσεως των κινδύνων, αλλά απλώς αποτρέπει ένα δυσανάλογο διπλό βάρος για τις μικρές επιχειρήσεις, και από την άποψη αυτή συνάδει με την κοινοτική πολιτική. Η απαιτούμενη από την οδηγία επαρκής έγγραφη τεκμηρίωση που να καθιστά για τους εργαζομένους δυνατή την πρόσβαση στις εκτιμήσεις απορρέει πλήρως από ειδικές ρυθμίσεις. Εν προκειμένω, η Γερμανική Κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι, ακόμα και αν η κανονιστική διάταξη περί βιολογικών παραγόντων έχει ελλείψεις, σε κάθε περίπτωση ισχύουν για κάθε επί μέρους εργοδότη οι κανόνες UVV. Τόσο οι οργανισμοί ασφαλίσεως ατυχημάτων στον βιομηχανικό και στον γεωργικό τομέα όσο και οι αντίστοιχοι οργανισμοί για τους εργαζομένους στον δημόσιο τομέα έχουν τηρήσει πλήρως τις συναφείς υποχρεώσεις τους.
35. Κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, ο ArbSchG και ο ASiG έχουν και οι δύο αλλά και ο κάθε ένας χωριστά τους ίδιους σκοπούς με την οδηγία. Το άρθρο 5 του ArbSchG και τα καθήκοντα κατά τα άρθρα 3 και 6 του ASiG έχουν άμεση σχέση μεταξύ τους. Το άρθρο 5 του ArbSchG καθιστά για κάθε εργοδότη υποχρεωτική την εκτίμηση των κινδύνων που οι εργαζόμενοι διατρέχουν στους χώρους εργασίας. Για την εκτέλεση της υποχρεώσεως αυτής, τα άρθρα 3 και 6 του ASiG θέτουν στη διάθεση των εργοδοτών κατάλληλους συνεργάτες, δηλαδή εργασιακούς ιατρούς και προσωπικό ειδικευμένο στον τομέα της ασφάλειας της εργασίας. Οι πληροφορίες και συμβουλές που παρέχονται από τους ειδικούς αυτούς αποτελούν μέρος των αποφάσεων του εργοδότη. Για τις μικρές επιχειρήσεις, οι κατά τα άρθρα 3 και 6 του ASiG εκθέσεις πρέπει πάντοτε να ικανοποιούν τις επιταγές εκτιμήσεως των κινδύνων κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του ArbSchG.
36. Η Γερμανική Κυβέρνηση αμφισβητεί τον ισχυρισμό της Επιτροπής ότι δεν υφίσταται τυπική και ουσιαστική αντιστοιχία μεταξύ των υποχρεώσεων έγγραφης τεκμηριώσεως που επιβάλλονται, από τη μια πλευρά, από τους κανόνες UVV και, από την άλλη πλευρά, από την οδηγία.
37. Όσον αφορά την τυπική αντιστοιχία, η Γερμανική Κυβέρνηση διατείνεται ότι το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο α_, της οδηγίας απαιτεί μόνο να διαθέτει ο εργοδότης εκτίμηση των κινδύνων . Ο συντάκτης της εκθέσεως δεν αναφέρεται ρητώς, οπότε είναι δυνατόν πλείονα πρόσωπα να μετάσχουν στην κατάρτιση της εκθέσεως. Ως εκ τούτου, από το άρθρο 9 της οδηγίας δεν μπορεί να συναχθεί ότι ο εργοδότης πρέπει αυτοπροσώπως να συντάξει στο ακέραιο τα έγγραφα τεκμηριώσεως. Λαμβανομένου υπόψη ότι στις μεγαλύτερες επιχειρήσεις οι υποχρεώσεις του εργοδότη συνήθως ανατίθενται σε άλλους και όλες οι υποχρεώσεις του επιχειρηματία δεν μπορούν να εκτελεστούν αυτοπροσώπως από αυτόν, ορθώς κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση η οδηγία δεν έθεσε μια τόσο επαχθή προϋπόθεση.
38. Η Γερμανική Κυβέρνηση θεωρεί ότι στην πράξη η εκτίμηση των κινδύνων είναι μια διαδικασία όπου μετέχουν και συνεργάζονται ενεργώς όλοι οι υπεύθυνοι στην επιχείρηση. Εν προκειμένω, σκοπός της υποχρεώσεως έγγραφης τεκμηριώσεως είναι να εξασφαλιστεί πλήρης καταγραφή και αξιολόγηση όλων των συνθηκών που έχουν σημασία για την εκτίμηση των κινδύνων. Το ζήτημα αν ο εργοδότης έχει τηρήσει τις συστάσεις απαιτεί σταθμίσεις οι οποίες υπερβαίνουν μια απλώς και μόνον έγγραφη τεκμηρίωση. Αυτή καθαυτή η συνέχεια που ο εργοδότης δίνει στις συστάσεις δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο της υποχρεώσεως έγγραφης τεκμηριώσεως.
39. Η Γερμανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται επί πλέον ότι για να εντοπιστούν και τεκμηριωθούν οι κίνδυνοι πρέπει να ληφθεί υπόψη και η γνώμη τρίτων προσώπων πέρα από τον ίδιο τον εργοδότη, όπως εργασιακών ιατρών και άλλων ειδικών στον τομέα της ασφάλειας της εργασίας. Αυτοί μπορούν να είναι καλύτερα πληροφορημένοι και περισσότερο ανεξάρτητοι από τον εργοδότη, οπότε μπορούν να εκτιμήσουν καλύτερα τους κινδύνους. Τούτο συνάδει με την εκφραζόμενη στην οδηγία τάση συνολικής προσεγγίσεως στα ζητήματα προστασίας των εργαζομένων κατά την εργασία. Στην οδηγία, η εκτίμηση των κινδύνων δεν αφήνεται μόνο στον εργοδότη. Επομένως, δεν μπορεί να είναι καθοριστικής σημασίας το γεγονός ότι κατά τον ArbSchG ο εργοδότης φέρει την υποχρέωση έγγραφης τεκμηριώσεως, ενώ κατά τον ASiG η υποχρέωση καταρτίσεως εκθέσεων βαρύνει πρόσωπα που είναι ειδικευμένα στον τομέα της ασφάλειας της εργασίας. Άλλωστε, το γεγονός ότι οι κανόνες UVV υποχρεώνουν τον επιχειρηματία να απαιτεί τακτικά την κατάρτιση εκθέσεων αποδεικνύει ότι ο ίδιος ο εργοδότης πρέπει να συμβάλει ενεργώς στην κατάρτιση της εκθέσεως.
40. Όσον αφορά την ουσιαστική αντιστοιχία, η Γερμανική Κυβέρνηση επικρίνει έντονα το σημείο αφετηρίας της Επιτροπής, η οποία προκύπτει ότι λαμβάνει ως προϋπόθεση την υποτιθέμενη δυνατότητα να υπάρξει σε μια συγκεκριμένη περίπτωση ελλιπής εκτίμηση των κινδύνων. Αντιθέτως, κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση για να κριθεί αν υπάρχει ουσιαστική αντιστοιχία πρέπει να γίνει in abstracto σύγκριση των υποχρεώσεων έγγραφης τεκμηριώσεως με γνώμονα τους προστατευτικούς σκοπούς τους. Η Γερμανική Κυβέρνηση θεωρεί ότι εν προκειμένω η αντιστοιχία είναι επαρκής και ότι κατ' αρχήν τα καθήκοντα που ο ArbSchG αναθέτει στους εργοδότες είναι όμοια με αυτά που ο ASiG αναθέτει στους εργασιακούς ιατρούς και στο προσωπικό που είναι ειδικευμένο στον τομέα της ασφάλειας της εργασίας. Κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, τα μέσα με τα οποία στη συνέχεια ο εργοδότης και οι περί αυτόν σύμβουλοι υλοποιούν in concreto τον σκοπό της οδηγίας δεν μπορούν να αποτελέσουν το αντικείμενο διαδικασίας για τη διαπίστωση παραβάσεως κράτους μέλους λόγω εσφαλμένης μεταφοράς μιας οδηγίας.
41. εραιτέρω, η Γερμανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή κακώς λαμβάνει ως αφετηρία ότι όσον αφορά το άρθρο 14 του ASiG υπάρχουν κενά στον τρόπο που μεταφέρθηκε η οδηγία. Από την αρχή της επικουρικότητας που διατυπώνεται στο άρθρο 14, παράγραφος 1, του ASiG προκύπτει ότι, αν οι εκδοθέντες βάσει αυτονομίας κανόνες UVV στοιχούν με τις διατάξεις του ASiG και του βιβλίου VII του SGB, ο αρμόδιος υπουργός δεν δύναται στη συνέχεια να θεσπίσει κανονιστική ρύθμιση. Εν προκειμένω, όλοι οι οργανισμοί ασφαλίσεως ατυχημάτων έχουν εκδώσει τους δέοντες κανόνες UVV. Για τους ίδιους λόγους, ο ομοσπονδιακός υπουργός δεν θα μπορούσε να ασκήσει ούτε την εξουσία βάσει του άρθρου 14, παράγραφος 2, σημείο 1, του ASiG. Επί πλέον, η Γερμανική Κυβέρνηση εκθέτει ότι από τότε που τέθηκε σε ισχύ ο ASiG ο ομοσπονδιακός υπουργός ούτε μία φορά δεν έχει ασκήσει την εξουσία που παρέχεται από το άρθρο 14, παράγραφος 2, του ASiG. Στην πράξη, ο ομοσπονδιακός υπουργός δεν μπορούσε να επιτρέψει τέτοιες απαλλαγές από την υποχρέωση έγγραφης τεκμηριώσεως, καθόσον τούτο θα ήταν αντίθετο προς τις διατάξεις της οδηγίας.
42. Όσο για την αιτίαση της Επιτροπής ότι το πεδίο τής κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, του ArbSchG εξαιρέσεως των μικρών επιχειρήσεων επεκτάθηκε με την προσθήκη της τέταρτης περιόδου της παραγράφου αυτής, η Γερμανική Κυβέρνηση θεωρεί ότι, από άποψη όγκου εργασίας, τώρα υπάρχει ισότητα μεταξύ των εργοδοτών που απασχολούν εργαζομένους μερικής απασχολήσεως και εκείνων που δεν απασχολούν τέτοιους εργαζομένους. Εξ άλλου, η προσθήκη αυτή δεν αλλοιώνει το περιεχόμενο και τον σκοπό του άρθρου 6 του ArbSchG.
V - Εκτίμηση
43. Κατά την εξέταση της δυσεπίλυτης αυτής διαφοράς είναι χρήσιμο, πριν η προσφυγή της Επιτροπής κριθεί υπό το πρίσμα των επιχειρημάτων που προβλήθηκαν, να καθοριστούν με συντομία η έκταση της διαφοράς και οι υποχρεώσεις που επιβάλλει η οδηγία.
Α - Το αντικείμενο της διαφοράς
44. Η διαφορά περιορίζεται στη μεταφορά των κατά τα άρθρα 9, παράγραφος 1, και 10, παράγραφος 3, της οδηγίας υποχρεώσεων έγγραφης τεκμηριώσεως, κατά το μέρος που αφορά τους εργοδότες που απασχολούν το πολύ δέκα εργαζομένους. Είναι προφανές ότι η Επιτροπή θεωρεί δεδομένο ότι, όσον αφορά τους εργοδότες που απασχολούν πάνω από δέκα εργαζομένους, με το άρθρο 6 του ArbSchG οι υποχρεώσεις έγγραφης τεκμηριώσεως μεταφέρθηκαν πλήρως και ορθώς. Επίσης, δύναται να διαπιστωθεί ότι οι αιτιάσεις της Επιτροπής περιορίζονται στην υποχρέωση των σχετικών εργοδοτών να διαθέτουν εκτίμηση των κινδύνων για την ασφάλεια και υγεία κατά την εργασία, καθώς και στην υποχρέωσή τους να φροντίζουν ώστε οι ενδιαφερόμενοι να έχουν πρόσβαση στην εκτίμηση αυτή. Η προσφυγή της Επιτροπής δεν αφορά τα μέτρα που ο εργοδότης πρέπει στη συνέχεια να λάβει βάσει της εν λόγω εκτιμήσεως.
45. Εξ άλλου, στην παρούσα δίκη το ζήτημα είναι κυρίως η κατά το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας υποχρέωση κατοχής εγγράφων που περιέχουν το αποτέλεσμα της εκτιμήσεως. Αν προκύψει ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν μετέφερε ορθώς τη διάταξη αυτή στην εσωτερική έννομη τάξη, τότε κατά μείζονα λόγο ούτε και το άρθρο 10, παράγραφος 3, της οδηγίας θα έχει μεταφερθεί επαρκώς. Όταν ο εργοδότης δεν διαθέτει εκτίμηση των κινδύνων, είναι αυτονόητο ότι οι εργαζόμενοι ή οι εκπρόσωποί τους δεν θα μπορούν να έχουν πρόσβαση στην εκτίμηση αυτή.
Β - Οι υποχρεώσεις από την οδηγία
46. Η οδηγία έχει ευρύ πεδίο εφαρμογής, αλλά συγχρόνως τα κράτη μέλη έχουν κάποια διακριτική εξουσία κατά την εκτέλεση των συγκεκριμένων υποχρεώσεων.
47. Όπως το Δικαστήριο επιβεβαίωσε πρόσφατα, το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, η οποία διατυπώνει γενικές αρχές για την προώθηση της ασφάλειας και υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία, πρέπει να νοείται υπό ευρεία έννοια. Τούτο προκύπτει τόσο από τον σκοπό της οδηγίας όσο και από τη διατύπωση του άρθρου της 2. Κατά τη διάταξη αυτή, η οδηγία έχει εφαρμογή σε όλους τους ιδιωτικούς ή δημόσιους τομείς και δεν ισχύει μόνον όταν ιδιαιτερότητες που είναι εγγενείς σε δραστηριότητες του δημόσιου τομέα εμποδίζουν την εφαρμογή της. Επίσης, εξ αυτών προκύπτει περαιτέρω ότι οι εξαιρέσεις από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας πρέπει να ερμηνεύονται στενώς .
48. Από τη νομολογία αυτή συνάγω ότι η οδηγία κατ' αρχήν παρέχει προστασία σε όλους τους εργαζομένους, ανεξαρτήτως του μεγέθους της επιχειρήσεως όπου εργάζονται. Το άρθρο 9, παράγραφος 2, της οδηγίας, κατά το οποίο τα κράτη μέλη όταν καθορίζουν τις υποχρεώσεις των εργοδοτών σχετικά με την έγγραφη τεκμηρίωση λαμβάνουν υπόψη «τη φύση των δραστηριοτήτων και το μέγεθος των επιχειρήσεων», δεν πρέπει κατά την άποψή μου να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι παρέχει στα κράτη μέλη την εξουσία να εξαιρέσουν συγκεκριμένες κατηγορίες επιχειρήσεων από τις υποχρεώσεις κατά το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας. Εν προκειμένω, ο σκοπός βελτιώσεως των από φυσική άποψη συνθηκών εργασίας δεν μπορεί να εξαρτηθεί από σκέψεις καθαρά οικονομικής φύσεως, όπως από το ενδεχόμενο να επιβληθούν στις μικρές επιχειρήσεις δυσανάλογα διοικητικά βάρη .
49. Όπως ορθώς ισχυρίστηκε η Γερμανική Κυβέρνηση, τούτο δεν εμποδίζει το να παρέχει το χωρίο αυτό στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να θεσπίζουν, όσον αφορά την εκτέλεση της κατά το άρθρο 9 της οδηγίας υποχρεώσεως έγγραφης τεκμηριώσεως, διαφορετικές διατάξεις για άσχετες μεταξύ τους ομάδες επιχειρήσεων. Κάθε εργοδότης οφείλει ως τέτοιος να διαθέτει έγγραφη εκτίμηση, αλλά κατά τη συγκεκριμενοποίηση της υποχρεώσεως αυτής τα κράτη μέλη δύνανται να λαμβάνουν υπόψη τη φύση των δραστηριοτήτων και το μέγεθος των επιχειρήσεων. Μια τέτοια ερμηνεία συνάδει με το άρθρο 118 Α, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ (τα άρθρα 117 έως 120 της Συνθήκης ΕΚ αντικαταστάθηκαν με τα άρθρα 136 ΕΚ έως 143 ΕΚ). Κατά τη διάταξη αυτή, στις οδηγίες που βασίζονται στο άρθρο 118 Α της Συνθήκης πρέπει να αποφεύγεται η επιβολή διοικητικών, οικονομικών και νομικών εξαναγκασμών που θα εμπόδιζαν τη δημιουργία και ανάπτυξη μικρομεσαίων επιχειρήσεων .
50. Επί πλέον, το ότι ο προστατευτικός σκοπός της οδηγίας πρέπει να ερμηνευθεί ευρέως προκύπτει από τον ευρύ ορισμό των κινδύνων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο της οδηγίας. Από τη δέκατη πέμπτη αιτιολογική της σκέψη προκύπτει ότι οι διατάξεις της έχουν εφαρμογή επί όλων των κινδύνων που μπορεί κανείς να σκεφθεί για την ασφάλεια και την υγεία του εργαζομένου. Στους κινδύνους αυτούς περιλαμβάνονται εκείνοι που απορρέουν από τη χρησιμοποίηση χημικών, φυσικών και βιολογικών παραγόντων κατά την εργασία, καθώς και εκείνοι που υπάρχουν στον τομέα της ασφάλειας κατά την εργασία, της υγιεινής στους χώρους εργασίας και της προστασίας της υγείας των εργαζομένων. Κατά τη μεταφορά και εφαρμογή τών κατά την οδηγία υποχρεώσεων καταρτίσεως εκθέσεων και έγγραφης τεκμηριώσεως, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλα τα στοιχεία αυτά.
51. Κατά τη διαδικασία προ της ασκήσεως της προσφυγής, η Γερμανική Κυβέρνηση αμφισβήτησε την άποψη της Επιτροπής ότι η εκτίμηση των κινδύνων από τον εργοδότη πρέπει να γίνεται με τρόπο ικανό να διατηρηθεί, δηλαδή πρέπει να γίνεται γραπτώς ή ηλεκτρονικώς. Όμως, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου φαίνεται ότι συντάχθηκε με την άποψη αυτή. ράγματι, υπό το πρίσμα των σκοπών της οδηγίας και εγώ νομίζω ότι ο εργοδότης πρέπει να προβεί στην κατά το άρθρο 9 εκτίμηση των κινδύνων κατά τέτοιον τρόπο ώστε ανά πάσα στιγμή η πρόσβαση να εξασφαλίζεται στους ενδιαφερομένους, όπως στα πρόσωπα που αναφέρει το άρθρο 10, παράγραφος 3, στοιχείο α_, της οδηγίας, αλλά και σε οργανισμούς, όπως η επιθεώρηση εργασίας που ελέγχει το αν τηρούνται τα μέτρα προστασίας των εργαζομένων. Κατά την άποψή μου, ορθώς ισχυρίστηκε η Επιτροπή ότι μόνον αν όντως καταγράφονται οι εκτιμήσεις των κινδύνων είναι δυνατόν να ενημερωθούν με τον καλύτερο τρόπο οι εργαζόμενοι και να αποδείξει ο εργοδότης στις εποπτεύουσες αρχές ότι τήρησε τις υποχρεώσεις του εκτιμήσεως.
52. Η οδηγία υποχρεώνει τους εργοδότες να εκτιμούν τους κινδύνους, να καταρτίζουν έγγραφα, να θέτουν τα πληροφοριακά στοιχεία στη διάθεση όσων έχουν δικαίωμα προσβάσεως σε αυτά και να λαμβάνουν βάσει της εκτιμήσεως προστατευτικά και προληπτικά μέτρα για τη βελτίωση της προστασίας της ασφάλειας και υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία. Κατά την Επιτροπή, αυτός που καταγράφει την εκτίμηση των κινδύνων πρέπει να είναι ο εργοδότης. Όμως, συμφωνώ με τη Γερμανική Κυβέρνηση, η οποία στο υπόμνημα ανταπαντήσεως ισχυρίστηκε ότι η οδηγία δεν θέτει περαιτέρω επιταγές σχετικά με αυτούς που πρέπει να καταγράφουν τις εκτιμήσεις των κινδύνων. Το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο α_, ορίζει μόνον ότι ο εργοδότης πρέπει να διαθέτει εκτίμηση των κινδύνων. Η διάταξη αυτή δεν εμποδίζει τη δυνατότητα η εκτίμηση των κινδύνων και η καταγραφή τους να γίνουν από τρίτους. Τελικά, εκείνο που έχει σημασία είναι ο εργοδότης να χρησιμοποιεί, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 3, στοιχείο α_, της οδηγίας, την εκτίμηση των κινδύνων για να εξασφαλίσει καλύτερη προστασία της ασφάλειας και υγείας των εργαζομένων.
Γ - Κρίση επί της προσφυγής της Επιτροπής
53. Βάσει του άρθρου 18, παράγραφος 1, της οδηγίας σε συνδυασμό με τα άρθρα 10 ΕΚ και 249 ΕΚ, τα κράτη μέλη έπρεπε να θέσουν σε ισχύ το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου 1992 τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για την τήρηση των υποχρεώσεων που τάσσει η οδηγία. Τώρα, το ζήτημα είναι αν η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρέλειψε να επιβάλει στους εργοδότες που απασχολούν το πολύ δέκα εργαζομένους τις υποχρεώσεις που τίθενται από τα άρθρα 9, παράγραφος 1, στοιχείο α_, και 10, παράγραφος 3, στοιχείο α_, της οδηγίας.
54. Με τις αιτιάσεις της Επιτροπής προβάλλεται στην ουσία ότι το σύστημα που επέλεξε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, στο πλαίσιο του οποίου για τις μικρές επιχειρήσεις ισχύουν ειδικές ρυθμίσεις σχετικά με την υποχρέωση έγγραφης τεκμηριώσεως, έχει κενά με αποτέλεσμα οι σχετικές διατάξεις της οδηγίας να μην έχουν μεταφερθεί πλήρως και δεσμευτικώς. Εν προκειμένω, η Επιτροπή επικαλείται τις ατέλειες που υπάρχουν στον ASiG και στην κανονιστική διάταξη περί βιολογικών παραγόντων, την οποία η Γερμανική Κυβέρνηση ανέφερε ως παράδειγμα με την ανακοίνωσή της τής 26ης Ιανουαρίου 1999.
55. Κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, η Γερμανική Κυβέρνηση δεν αρνήθηκε ότι στην κανονιστική διάταξη περί βιολογικών παραγόντων ενδέχεται να υπάρχουν κενά, αλλά ισχυρίστηκε ότι οι κανόνες UVV που εκδόθηκαν βάσει του ASiG και του βιβλίου VII του SGB καθιερώνουν ένα σύστημα πλήρους μεταφοράς της υποχρεώσεως έγγραφης τεκμηριώσεως που υπέχουν όσοι εργοδότες απασχολούν το πολύ δέκα εργαζομένους. Κατά συνέπεια, θα περιοριστώ στην εξέταση των δύο τελευταίων ρυθμίσεων.
56. Το πρώτο ζήτημα που ανακύπτει είναι αν αυτό καθαυτό το σύστημα, στο πλαίσιο του οποίου οι οργανισμοί ασφαλίσεως ατυχημάτων εκδίδουν ανά τομέα κανόνες UVV, είναι επαρκές για τη μεταφορά των σχετικών διατάξεων της οδηγίας.
57. Νομίζω ότι όντως πρόκειται περί αυτού. Κατά πάγια νομολογία, τα κράτη μέλη όταν θέτουν σε εφαρμογή μια οδηγία οφείλουν κατά το άρθρο 249, τρίτο εδάφιο, ΕΚ να επιτύχουν το αποτέλεσμα της οδηγίας με το να φροντίστουν να υπάρχει σαφές νομοθετικό πλαίσιο, έτσι ώστε το εθνικό δίκαιο να συνάδει με την οδηγία και να μην μπορεί να υπάρξει αβεβαιότητα ως προς το περιεχόμενο της εθνικής νομοθεσίας, την πλήρη συμβατότητά της με την οδηγία και τη δεσμευτικότητά της . Όμως, εντός των ορίων αυτών τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να επιλέξουν τη μορφή και τον τρόπο της μεταφοράς. Έτσι, όπως η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δύναται να μεταφέρει την οδηγία με τη θέσπιση κανόνων στο πλαίσιο εδαφικής αποκεντρώσεως, δύναται να τη μεταφέρει και με τη θέσπιση κανόνων στο πλαίσιο αποκεντρώσεως κατά λειτουργία, βάσει της οποίας αποκεντρώσεως, όπως εν προκειμένω, οργανισμοί ασφαλίσεως ατυχημάτων - νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου - καθορίζουν δυνάμει αυτονομίας τις υποχρεώσεις έγγραφης τεκμηριώσεως με κανόνες που εξαρτώνται από την έγκριση του ομοσπονδιακού υπουργού . Οι κανόνες UVV πρέπει να δημοσιευθούν και μετά την έγκριση από τον υπουργό και τη δημοσίευση είναι δεσμευτικοί για τους εργοδότες και τους μισθωτούς τους . Ναι μεν η κλιμακωτή γερμανική νομοθεσία για τη μεταφορά δίνει γενικά την εντύπωση ότι αποτελεί ένα περίπλοκο σύνολο, πλην όμως για τον συγκεκριμένο εργοδότη που απασχολεί το πολύ δέκα εργαζομένους δεν χωρεί καμία αμφιβολία ως προς το ότι πρέπει να τηρεί τους κανόνες UVV που έχουν εκδοθεί για τον οικείο κλάδο.
58. Κατά συνέπεια, οι κανόνες UVV έχουν τον χαρακτήρα κανόνων δημοσίου δικαίου και, ως εκ τούτου, είναι κατάλληλοι για να τηρηθούν οι υποχρεώσεις που επιβάλλει η οδηγία. Εξ άλλου, αυτό δεν αμφισβητήθηκε ούτε από την Επιτροπή. Το ζήτημα που ανακύπτει στη συνέχεια είναι αν οι εκθέσεις που καταρτίζονται στο πλαίσιο των κανόνων UVV είναι όντως αντίστοιχες με τα έγγραφα τεκμηριώσεως που απαιτούνται από την οδηγία. Η Επιτροπή συνάγει από το γερμανικό σύστημα ότι δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Το γερμανικό σύστημα όχι μόνο δεν προβλέπει ρητή δήλωση του εργοδότη ότι δέχεται τις συστάσεις που περιέχονται στην έκθεση και ότι τις λαμβάνει ως βάση για τα περαιτέρω μέτρα προστασίας (τυπική αντιστοιχία), αλλά και δεν θέτει ανάλογα κριτήρια όσον αφορά την εκτίμηση των κινδύνων (ουσιαστική αντιστοιχία).
59. Στο πλαίσιο της κατά το άρθρο 226 ΕΚ διαδικασίας λόγω παραβάσεως κράτους μέλους, η Επιτροπή, ως προσφεύγουσα, οφείλει να αποδείξει την προβαλλόμενη παράλειψη και να προσκομίσει στο Δικαστήριο τα στοιχεία που του είναι αναγκαία για να μπορέσει να κρίνει αν όντως πρόκειται για παράλειψη . Νομίζω ότι η Επιτροπή δεν έδειξε επαρκώς ότι τόσο από τυπικής όσο και από ουσιαστικής απόψεως το γερμανικό σύστημα δεν συνάδει με τις σχετικές διατάξεις της οδηγίας.
60. Όσον αφορά την τυπική αντιστοιχία, είμαι σύμφωνος, όπως είπα πιο πάνω, με τον αμυντικό ισχυρισμό της Γερμανικής Κυβερνήσεως ότι το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο α_, της οδηγίας απαιτεί από τον εργοδότη μόνο να διαθέτει εκτίμηση των κινδύνων. Η διάταξη ουδεμία προϋπόθεση επιβάλλει όσον αφορά τον συντάκτη των εκθέσεων στις οποίες περιέχεται η εκτίμηση. Κάλλιστα μπορεί κανείς να φανταστεί το να προβαίνουν μικρές επιχειρήσεις σε εκτιμήσεις με τη βοήθεια τρίτων που γνωρίζουν καλά τα θέματα, όπως είναι οι εργασιακοί ιατροί και το προσωπικό που είναι ειδικευμένο στον τομέα της ασφάλειας της εργασίας . Κατ' αυτόν τον τρόπο δύναται να βελτιωθεί η ποιότητα των εκτιμήσεων, πράγμα που δεν μπορεί παρά να στοιχεί με τους στόχους της οδηγίας. Εν προκειμένω, είναι ενδεικτικό ότι, όταν σε μια επιχείρηση υπάρχει ανεπαρκής δυνατότητα οργανώσεως προστατευτικών και προληπτικών δραστηριοτήτων, το άρθρο 7, παράγραφος 3, της οδηγίας υποχρεώνει τους ίδιους τους εργοδότες να αποταθούν σε εξωεπιχειρησιακούς ειδικούς .
61. Δεν συμμερίζομαι ούτε την επίκριση της Επιτροπής ότι ο Γερμανός νομοθέτης δεν υποχρεώνει τον εργοδότη να θεωρεί ότι τα μέτρα που αναφέρει η έκθεση αποτελούν τη βάση των προστατευτικών και προληπτικών μέτρων που πρέπει να λάβει. Δεν βλέπω να υπάρχει τέτοια υποχρέωση στο άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο α_, της οδηγίας. Στο πλαίσιο της οδηγίας, η εκτίμηση των κινδύνων πρέπει να γίνει για να ληφθούν μέτρα που εξασφαλίζουν καλύτερη προστασία της ασφάλειας και υγείας των εργαζομένων. Όμως, η υποχρέωση του εργοδότη να λάβει όντως τα αναγκαία αυτά μέτρα δεν επιβάλλεται από το άρθρο 9, αλλά από το άρθρο 6 της οδηγίας. Ωστόσο, στην αιτιολογημένη γνώμη, η Επιτροπή δεν ισχυρίζεται ότι παραβιάστηκε το άρθρο 6 της οδηγίας, οπότε, κατά την άποψή μου, στην παρούσα δίκη το επιχείρημα αυτό δύναται να μη ληφθεί υπόψη .
62. Όσον αφορά την ουσιαστική αντιστοιχία, η Γερμανική Κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι οι υποχρεώσεις έγγραφης τεκμηριώσεως που επιβάλλονται από τον ArbSchG και τον ASiG είναι όμοιες.
63. Κατά τα άρθρα 3, παράγραφος 1, σημείο 1, στοιχείο g, και 6, παράγραφος 1, στοιχείο e, του ASiG, οι εργασιακοί ιατροί και το προσωπικό που είναι ειδικευμένο στον τομέα της ασφάλειας της εργασίας πρέπει να συμβουλεύουν τον εργοδότη κατά την εκτίμηση των συνθηκών εργασίας. Ομοίως, το άρθρο 5 του ArbSchG επιγράφεται «Εκτίμηση των συνθηκών εργασίας». Δυνάμει της τελευταίας διατάξεως, ο εργοδότης πρέπει να λάβει προστατευτικά μέτρα βάσει εκτιμήσεως των κινδύνων για την ασφάλεια κατά την εργασία. Το άρθρο 5, παράγραφος 3, του ArbSchG αναφέρει ως παράδειγμα τους κινδύνους που μπορούν να αναφυούν, στους οποίους περιλαμβάνονται οι κίνδυνοι που μπορούν να εμφανιστούν κατά τη διαρρύθμιση και τον εξοπλισμό των χώρων εργασίας, κατά τη χρήση του φυσικού, χημικού και βιολογικού εξοπλισμού, κατά την επιλογή και χρήση των μέσων εργασίας και κατά την οργάνωση των μεθόδων παραγωγής και του χρόνου εργασίας.
64. Οι διατάξεις των άρθρων 3, παράγραφος 1, σημείο 1, στοιχείο g, και 6, παράγραφος 1, στοιχείο e, του ASiG προστέθηκαν με τον ίδιο νόμο ως άρθρο 5 του ArbSchG. Ο νόμος αυτός της 7ης Αυγούστου 1996 έχει ως σκοπό τη μεταφορά της οδηγίας στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Εξ αυτών συνάγω ότι ο σκοπός του Γερμανού νομοθέτη πρέπει να ήταν ότι, όσον αφορά την εκτίμηση των κινδύνων, ο ASiG και ο ArbSchG πρέπει να ερμηνεύονται κατά τον ίδιο τρόπο. Επίσης, κατά την άποψή μου, ο ορισμός που περιέχεται στο άρθρο 5, παράγραφος 3, του ArbSchG στοιχεί με τον ευρύ ορισμό της εννοίας του κινδύνου που λαμβάνει ως βάση η οδηγία. Κατά συνέπεια, ευλόγως δύναται να ληφθεί ως αφετηρία ότι η υποχρέωση καταρτίσεως εκθέσεων κατά τον ASiG, όπως και αυτή κατά το άρθρο 5 του ArbSchG, περιλαμβάνει την εκτίμηση των κινδύνων για τους εργαζομένους υπό την έννοια της οδηγίας . Έτσι, δεν μπορεί να γίνει δεκτό το επιχείρημα της Επιτροπής ότι η έκθεση των προσληφθέντων ειδικών πρέπει να ικανοποιεί διαφορετικές απαιτήσεις και ότι γενικά δεν μπορεί να ληφθεί ως βάση το ότι το περιεχόμενο των επί μέρους εκθέσεων στοιχεί με τις επιταγές εκτιμήσεως που θέτει η οδηγία.
65. αρά ταύτα, απομένουν δύο δυνητικές αιτιάσεις κατά του συστήματος εφαρμογής της οδηγίας μέσω των κανόνων UVV.
66. Κατ' αρχάς, τίθεται το ζήτημα αν ο τρόπος κατά τον οποίο πρέπει να εκτελεστεί η κατά τους κανόνες UVV υποχρέωση καταρτίσεως εκθέσεων συνάδει με την υποχρέωση έγγραφης - και/ή ηλεκτρονικής - τεκμηριώσεως που επιβάλλει η οδηγία. Οι τρεις κανόνες UVV που η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κοινοποίησε στην Επιτροπή δεν παρέχουν τη δυνατότητα να υπάρξει εν προκειμένω βεβαιότητα . Λαμβανομένου υπόψη ότι η Επιτροπή ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι η μορφή των εκθέσεων που επιβάλλουν οι κανόνες UVV δεν στοιχεί με τις επιταγές της οδηγίας, δεν θα εξετάσω άλλο τη δυνητική αυτή έλλειψη.
67. Στη συνέχεια, τίθεται το ζήτημα αν για κάθε κλάδο στη Γερμανία, και επομένως για κάθε επί μέρους εργοδότη, έχουν όντως εκδοθεί, εγκριθεί και τεθεί σε ισχύ κανόνες UVV. Συγκεκριμένα, αν δεν έχει συμβεί αυτό, δεν θα μπορεί να γίνει λόγος για πλήρη μεταφορά των σχετικών διατάξεων της οδηγίας στη γερμανική έννομη τάξη.
68. Η Γερμανική Κυβέρνηση ισχυρίστηκε εν προκειμένω ότι εν τω μεταξύ έχουν εκδοθεί κανόνες UVV για κάθε κλάδο του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα. Η Επιτροπή δεν το αμφισβήτησε. Οι παρατηρήσεις της αφορούν ιδίως τη μέθοδο που η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας επέλεξε για τη μεταφορά της οδηγίας, οπότε νομίζω ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι στο σημείο αυτό δεν είναι πλήρης η γερμανική νομοθεσία για τη μεταφορά της οδηγίας. Η Επιτροπή δεν κατέστησε σαφές ότι σε ένα συγκεκριμένο κλάδο δεν εκδόθηκαν κανόνες UVV.
69. Μένει να εξεταστεί αν οι σχετικές με την αρμοδιότητα διαφόρων οργάνων διατάξεις του άρθρου 14 του ASiG δημιουργούν κενά στο γερμανικό σύστημα.
70. Κατά την άποψή μου, η επικρινόμενη από την Επιτροπή δυνατότητα παρεκκλίσεως κατά το άρθρο 14, παράγραφος 1, του ASiG δεν δημιουργεί προβλήματα για την ορθή μεταφορά της οδηγίας. Η διάταξη αυτή παρέχει στον ομοσπονδιακό υπουργό την εξουσία να ορίσει τους κανόνες που οι εργοδότες πρέπει να τηρούν για να συμμορφωθούν προς τις επιταγές του ASiG. Όμως, εφόσον για τη θέση της οδηγίας σε εφαρμογή ισχύει σύστημα αποκεντρώσεως υπέρ των οργανισμών ασφαλίσεως ατυχημάτων, ο ομοσπονδιακός υπουργός δύναται να ασκήσει την εξουσία αυτή μόνο στις περιπτώσεις που τα όργανα αυτά έχουν αδρανήσει. Λαμβανομένου υπόψη ότι σε κάθε τομέα όντως εκδόθηκαν κανόνες UVV, όπως ισχυρίστηκε η Γερμανική Κυβέρνηση και δεν αμφισβήτησε η Επιτροπή, η επικουρική ρύθμιση του άρθρου 14, παράγραφος 1, του ASiG έχει καταστεί περιττή. Εξ άλλου, βάσει του άρθρου 15, παράγραφος 4, του βιβλίου VII του SGB, ο ομοσπονδιακός υπουργός πρέπει να αρνείται την έγκρισή του όταν οι κανόνες UVV που του έχουν υποβληθεί είναι ανεπαρκείς.
71. Αντιθέτως, κατά την άποψή μου η κατά το άρθρο 14, παράγραφος 2, του ASiG δυνατότητα απαλλαγής όντως εμποδίζει την ορθή και μη διφορούμενη εφαρμογή των επίμαχων υποχρεώσεων. Η διάταξη αυτή παρέχει στον ομοσπονδιακό υπουργό την εξουσία να απαλλάξει ορισμένες ομάδες επιχειρήσεων από τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται από τα άρθρα 3 και 6 του ASiG. Η Επιτροπή ορθώς ισχυρίζεται με το δικόγραφο της προσφυγής της ότι ο ομοσπονδιακός υπουργός έχει μεταξύ άλλων την εξουσία να ορίσει ότι με κριτήριο τον αριθμό των εργαζομένων οι εργοδότες δεν χρειάζεται να φροντίζουν για την κατάρτιση εκθέσεων που περιέχουν εκτιμήσεις των κινδύνων. Τούτο μπορεί π.χ. να συγκεκριμενοποιηθεί με το να απαλλαγούν ορισμένες επιχειρήσεις από τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 3, παράγραφος 1, στοιχείο g, και 6, σημείο 1, στοιχείο e, του ASiG. Στην περίπτωση αυτή, το σύστημα παύει να είναι πλήρες και οι εργοδότες, που βάσει της οδηγίας υπόκεινται στην υποχρέωση τεκμηριώσεως, κακώς μπορούν να απαλλαγούν από την υποχρέωση αυτή. Συγκεκριμένα, η οδηγία δεν προβλέπει τέτοια δυνατότητα απαλλαγής για τις μικρές επιχειρήσεις.
72. Θεωρώ ότι η άμυνα της Γερμανικής Κυβερνήσεως δεν ευσταθεί. Ο ισχυρισμός ότι μέχρι τώρα ο ομοσπονδιακός υπουργός δεν έχει ασκήσει την εξουσία απαλλαγής δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να ασκηθεί η εξουσία αυτή στο μέλλον. Εξ άλλου, όταν πρόκειται για μεταφορά οδηγιών δεν μπορεί να προβληθεί το επιχείρημα ότι στην πράξη ουδεμία παράβαση της οδηγίας έχει διαπιστωθεί. Για να εξασφαλίζουν την πλήρη εφαρμογή των οδηγιών όχι μόνο στην πράξη αλλά και κατά νόμον, τα κράτη μέλη πρέπει να φροντίζουν να υπάρχει σαφές νομοθετικό πλαίσιο στον σχετικό τομέα , πράγμα που δεν γίνεται με τη συγκεκριμένη δυνατότητα απαλλαγής που προβλέπεται στο άρθρο 14, παράγραφος 2, του ASiG. Το επιχείρημα ότι η εξουσία δεν θα ασκηθεί καθόσον στην περίπτωση αυτή θα υπήρχε αντίθεση με την οδηγία, ούτε και αυτό μπορεί να προβληθεί. Στην ουσία, τούτο θα σήμαινε ότι θα εφαρμοστεί ένα είδος σύμφωνης με την οδηγία ερμηνείας του εθνικού δικαίου, είδος το οποίο δεν θα μπορεί να έχει τη σαφήνεια και ακρίβεια που κατά την εφαρμογή των οδηγιών είναι αναγκαίες για την ασφάλεια δικαίου .
73. Τέλος, όσον αφορά το πεδίο της ρήτρας των μικρών επιχειρήσεων θα παρατηρήσω ότι κατ' αρχήν δεν έχει σημασία αν η εξαίρεση κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, τρίτη περίοδος, του ArbSchG επεκτάθηκε από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στις επιχειρήσεις που δεν απασχολούν πάνω από είκοσι εργαζομένους μερικής απασχολήσεως. Στο πλαίσιο του γερμανικού συστήματος, η επέκταση αυτή σημαίνει ότι περισσότεροι εργοδότες υπόκεινται στην υποχρέωση τεκμηριώσεως στο πλαίσιο «άλλης ρυθμίσεως», και επομένως των κανόνων UVV, αντί της ρυθμίσεως του ArbSchG. Ναι μεν η τροποποίηση έχει ως συνέπεια και ότι περισσότεροι εργοδότες δύνανται να απαλλαγούν των υποχρεώσεών τους από τον υπουργό βάσει του άρθρου 14, παράγραφος 2, του ASiG, πλην όμως αυτή καθαυτή η επέκταση της ρήτρας των μικρών επιχειρήσεων δεν έχει περαιτέρω σχέση με την απαλλαγή αυτή.
VI - Τα δικαστικά έξοδα
74. Εφόσον θεωρώ τις αιτιάσεις της Επιτροπής μόνον εν μέρει βάσιμες, κατά την άποψή μου είναι εύλογο να φέρουν οι διάδικοι τα δικαστικά τους έξοδα.
VII - Συμπέρασμα
75. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο:
α) Να διαπιστώσει ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανία, παρέχοντας με το άρθρο 14, παράγραφος 2, του Arbeitssicherheitsgesetz στον ομοσπονδιακό υπουργό την εξουσία να απαλλάξει, υπό προϋποθέσεις που ανάγονται ειδικά στον αριθμό των εργαζομένων, ορισμένες ομάδες επιχειρήσεων από τα καθήκοντα που επιβάλλουν τα άρθρα 3 και 6 του Arbeitssicherheitsgesetz, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 10 ΕΚ και 249 ΕΚ και από τα άρθρα 9, παράγραφος 1, στοιχείο α_, και 10, παράγραφος 3, στοιχείο α_, της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 1989, σχετικά με την εφαρμογή μέτρων για την προώθηση της βελτιώσεως της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία.
β) Να απορρίψει την προσφυγή κατά τα λοιπά.
γ) Να ορίσει ότι η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας θα φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy