ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JEAN MISCHO
της 26ης Ιουνίου 2001 (1)
Υπόθεση C-24/00
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Γαλλικής Δημοκρατίας
«Παράβαση κράτους μέλους – Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων – Εθνική ρύθμιση για την περιοριστική απαρίθμηση των ουσιών με θρεπτικό σκοπό που μπορούν να προστεθούν στα τρόφιμα – Μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος – Αιτιολογία – Προστασία της δημόσιας υγείας – Αναλογικότητα – Αμοιβαία αναγνώριση»
1. Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Γαλλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕK (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 28 ΕΚ) στο μέτρο που:
«– η γαλλική κανονιστική ρύθμιση δεν περιλαμβάνει διάταξη διασφαλίζουσα την ελεύθερη κυκλοφορία των συνήθων τροφίμων και των προοριζομένων για ειδική διατροφή τροφίμων, τα οποία παρασκευάζονται και/ή διατίθενται νομίμως στο εμπόριο εντός άλλων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και τα οποία περιέχουν πρόσθετες ουσίες (όπως βιταμίνες, μέταλλα και άλλα συστατικά) που δεν προβλέπονται από την εν λόγω κανονιστική ρύθμιση,
– η γαλλική κανονιστική ρύθμιση δεν προβλέπει ειδικώς απλουστευμένη διαδικασία επιτρέπουσα την αναγκαία για την εμπορία εντός της Γαλλίας των προαναφερθέντων τροφίμων εγγραφή στον εθνικό κατάλογο των προσθέτων ουσιών,
– οι γαλλικές αρχές παρεμπόδισαν την εμπορία στη Γαλλία των προαναφερθέντων τροφίμων χωρίς να αποδείξουν ότι η εμπορία των προϊόντων αυτών ενείχε κίνδυνο για τη δημόσια υγεία.»
I – Το νομικό πλαίσιο
Το κοινοτικό νομικό πλαίσιο
2. Η προσθήκη θρεπτικών ουσιών στα συνήθη τρόφιμα δεν αποτελεί αντικείμενο κοινοτικής κανονιστικής ρύθμισης.
3. Βάσει της οδηγίας 89/398/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 3ης Μαΐου 1989, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τα τρόφιμα που προορίζονται για ειδική διατροφή (2), η Επιτροπή εξέδωσε τέσσερις επιμέρους οδηγίες τις οποίες δεν αφορά, εντούτοις, η παρούσα υπόθεση.
4. Βάσει του άρθρου 10, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/398, «(δ)εν επιτρέπεται στα κράτη μέλη να απαγορεύουν ή να εμποδίζουν το εμπόριο των προϊόντων που αναφέρονται στο άρθρο 1 και είναι σύμφωνα προς την παρούσα οδηγία και, ενδεχομένως, τις οδηγίες που εκδίδονται κατ’ εφαρμογή της, για λόγους που αφορούν τη σύνθεση, τα χαρακτηριστικά παρασκευής, παρουσίασης ή την επισήμανση των προϊόντων αυτών». Η παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου προβλέπει ότι «[η] παράγραφος 1 δεν θίγει τις ισχύουσες εθνικές διατάξεις εφόσον δεν έχουν εκδοθεί ειδικές διατάξεις κατ’ εφαρμογήν της παρούσας οδηγίας».
5. Από τον φάκελο της δικογραφίας προκύπτει ότι οι θρεπτικές ουσίες τις οποίες αφορά η παρούσα προσφυγή δεν αποτελούν αντικείμενο της οδηγίας 89/107/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τα πρόσθετα που μπορούν να χρησιμοποιούνται στα τρόφιμα τα οποία προορίζονται προς βρώση (3), η οποία αφορά μόνον τις ουσίες που προστίθενται ηθελημένα στα τρόφιμα για την επίτευξη τεχνολογικού στόχου.
6. Μπορεί επομένως να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η παρούσα υπόθεση εμπίπτει αποκλειστικά στο πεδίο των άρθρων 30 της Συνθήκης και 36 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 30 ΕΚ), όπως ίσχυαν κατά την ημερομηνία παρελεύσεως της προθεσμίας που έταξε η αιτιολογημένη γνώμη.
7. Αξίζει να υπομνησθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 30 της Συνθήκης, «[ο]ι ποσοτικοί περιορισμοί επί των εισαγωγών, καθώς και όλα τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος, απαγορεύονται μεταξύ των κρατών μελών [...]» και ότι το άρθρο 36 της Συνθήκης ορίζει τα εξής:
«Οι διατάξεις των άρθρων 30 έως και 34 δεν αντιτίθενται στις απαγορεύσεις ή στους περιορισμούς εισαγωγών, εξαγωγών ή διαμετακομίσεων που δικαιολογούνται από λόγους δημοσίας ηθικής, δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας, προστασίας της υγείας και της ζωής των ανθρώπων και των ζώων ή προφυλάξεως των φυτών, προστασίας των εθνικών θησαυρών που έχουν καλλιτεχνική, ιστορική ή αρχαιολογική αξία, ή προστασίας της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας. Οι απαγορεύσεις ή οι περιορισμοί αυτοί δεν δύνανται πάντως να αποτελούν ούτε μέσο αυθαιρέτων διακρίσεων ούτε συγκεκαλυμμένο περιορισμό στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών.»
Το εθνικό νομικό πλαίσιο
8. Η γαλλική ρύθμιση που εφαρμόζεται στην εμπορία των συμπληρωμάτων διατροφής και των συνήθων τροφίμων εμπλουτισμένων με βιταμίνες, μέταλλα και άλλες θρεπτικές ουσίες όπως τα αμινοξέα είναι το διάταγμα της 15ης Απριλίου 1912, το οποίο εκδόθηκε προς εφαρμογήν του νόμου της 1ης Αυγούστου 1905 περί απάτης και νοθείας στον τομέα των προϊόντων ή των υπηρεσιών, όσον αφορά τρόφιμα και ειδικώς τα κρέατα, αλλαντικά, φρούτα, λαχανικά, ψάρια και κονσέρβες.
9. Βάσει του άρθρου 1 του εν λόγω διατάγματος, ως έχει μετά το διάταγμα 73-138, της 12ης Φεβρουαρίου 1973:
«Απαγορεύεται η κατοχή με σκοπό την πώληση, η διάθεση ή η πώληση των εμπορευμάτων και τροφίμων που προορίζονται προς βρώση όταν στα εν λόγω εμπορεύματα και τρόφιμα έχουν προστεθεί χημικά προϊόντα πέραν εκείνων η χρήση των οποίων χαρακτηρίστηκε νόμιμη με τις αποφάσεις που έλαβαν από κοινού ο Υπουργός Γεωργίας και Γεωργικής Ανάπτυξης, ο Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, ο Υπουργός Βιομηχανικής και Επιστημονικής Ανάπτυξης και ο Υπουργός Δημόσιας Υγείας, κατόπιν γνωμοδοτήσεως του Ανώτατου Συμβουλίου Δημόσιας Υγιεινής της Γαλλίας και της Εθνικής Ακαδημίας Ιατρικής.»
10. Δυνάμει του άρθρου 1 του διατάγματος 91-827, της 29ης Αυγούστου 1991, σχετικά με τα τρόφιμα που προορίζονται για ειδική διατροφή (στο εξής: «διάταγμα της 29ης Αυγούστου 1991»), «[θ]εωρούνται τρόφιμα προοριζόμενα για ειδική διατροφή τα τρόφιμα που, λόγω της ιδιαίτερης συστάσεώς τους ή της ιδιαίτερης διαδικασίας παρασκευής τους, ανταποκρίνονται στον στόχο αυτό».
11. Το άρθρο 3 του εν λόγω διατάγματος έχει ως εξής:
«Με κοινές αποφάσεις των αρμοδίων για την κατανάλωση, τη γεωργία και την υγεία υπουργών, καθορίζονται, κατόπιν γνωμοδοτήσεως του Ανωτάτου Συμβουλίου Δημόσιας Υγιεινής της Γαλλίας:
α) ο πίνακας και οι όροι χρησιμοποιήσεως των ουσιών με θρεπτικό σκοπό, όπως βιταμίνες, μεταλλικά άλατα, αμινοξέα και άλλες ουσίες που μπορούν νομίμως να ενσωματωθούν στα τρόφιμα που προορίζονται για ειδική διατροφή, καθώς και τα κριτήρια καθαρότητας που εφαρμόζονται στις ουσίες αυτές [...]»
12. Βάσει των δύο διαταγμάτων που προηγήθηκαν, διαδοχικώς, του διατάγματος της 29ης Αυγούστου 1991, ήτοι των διαταγμάτων 75-85, της 24ης Ιουλίου 1975, και 81-574, της 15ης Μαΐου 1981, εκδόθηκαν δύο εκτελεστικά διατάγματα ─ το τροποποιηθέν διάταγμα της 20ής Ιουλίου 1977, για την εφαρμογή του διατάγματος 75-85, για τα προϊόντα δίαιτας και διατροφής, και το τροποποιηθέν διάταγμα της 4ης Αυγούστου 1986, σχετικά με τη χρησιμοποίηση προσθέτων ουσιών στην παρασκευή των τροφίμων που προορίζονται για ειδική διατροφή.
13. Οι διάδικοι συμφωνούν ως προς το ότι, όπως εξηγεί η Γαλλική Κυβέρνηση, η γαλλική διάταξη εγκαθιδρύει ένα σύστημα θετικών καταλόγων (4) και, αν ένας επιχειρηματίας επιθυμεί να θέσει στο εμπόριο εντός της Γαλλίας τρόφιμο που περιέχει ουσία η οποία δεν περιλαμβάνεται στον εν λόγω θετικό κατάλογο, πρέπει να επιτύχει την τροποποίηση του θετικού καταλόγου των θρεπτικών ουσιών η χρησιμοποίηση των οποίων επιτρέπεται στη Γαλλία.
II – Τα πραγματικά περιστατικά
14. Η Επιτροπή εκθέτει ότι η προσοχή της εστιάστηκε, ιδίως λόγω των καταγγελιών επιχειρηματιών, στη γαλλική κανονιστική ρύθμιση περί της προσθήκης στα τρόφιμα θρεπτικών ουσιών και ορισμένων συστατικών, καθώς και στην εφαρμογή της ρυθμίσεως αυτής από τις αρμόδιες εθνικές αρχές σε προϊόντα προερχόμενα από άλλα κράτη μέλη.
15. Με τον όρο θρεπτικές ουσίες, η Επιτροπή εννοεί τις βιταμίνες, τα μεταλλικά στοιχεία, τα αμινοξέα και άλλες αζωτούχες συνθέσεις καθώς και τις λοιπές θρεπτικές ουσίες που εμπίπτουν στην κατηγορία εκείνων που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙΙ της οδηγίας 91/321/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 14ης Μαΐου 1991, σχετικά με τα παρασκευάσματα για βρέφη και τα παρασκευάσματα δεύτερης βρεφικής ηλικίας (5). Όσον αφορά τα λοιπά συστατικά, οι καταγγέλλοντες αναφέρονταν ειδικότερα σε δυσκολίες συνδεόμενες με την προσθήκη καφεΐνης στα τρόφιμα.
16. Δεδομένου ότι μια πρώτη ανταλλαγή εγγράφων και διάφορες συνομιλίες απέβησαν άκαρπες, η Επιτροπή απέστειλε στη Γαλλική Δημοκρατία, στις 23 Δεκεμβρίου 1997, έγγραφο οχλήσεως, με το οποίο την κάλεσε να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της εντός δίμηνης προθεσμίας.
17. Η Γαλλική Δημοκρατία απάντησε στο εν λόγω έγγραφο οχλήσεως με έγγραφα της 9ης Μαρτίου και της 15ης Μαΐου 1998, εξηγώντας ότι, κατά την άποψή της, η επίμαχη κανονιστική ρύθμιση ήταν σύμφωνη προς το κοινοτικό δίκαιο.
18. Η Επιτροπή κοινοποίησε αιτιολογημένη γνώμη στις 26 Οκτωβρίου 1998, την οποία η Γαλλική Δημοκρατία αμφισβήτησε, με απάντησή της στις 31 Δεκεμβρίου 1998. Η Γαλλική Δημοκρατία επισήμανε, εντούτοις, όχι είχε πρόθεση να θεσπίσει κανονιστικό κείμενο διευκρινίσεων με το οποίο θα περιέγραφε τη διαδικασία χρησιμοποιήσεως των θρεπτικών ουσιών.
19. Η Επιτροπή, αφού διαπίστωσε ότι οι γαλλικές αρχές δεν συμμορφώθηκαν προς την αιτιολογημένη γνώμη εντός των ταχθεισών προθεσμιών, άσκησε την παρούσα προσφυγή, με την οποία ζητεί από το Δικαστήριο:
«– να αναγνωρίσει ότι η Γαλλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 28 ΕΚ), στο μέτρο που:
– η γαλλική κανονιστική ρύθμιση δεν περιέχει διάταξη διασφαλίζουσα την ελεύθερη κυκλοφορία των συνήθων τροφίμων και των τροφίμων που προορίζονται για ειδική διατροφή, τα οποία παρασκευάζονται και/ή διατίθενται νομίμως στο εμπόριο εντός άλλων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και τα οποία περιέχουν πρόσθετες ουσίες (όπως βιταμίνες, μέταλλα και άλλα συστατικά) που δεν προβλέπονται από την εν λόγω κανονιστική ρύθμιση,
– η γαλλική κανονιστική ρύθμιση δεν προβλέπει ειδικώς απλουστευμένη διαδικασία επιτρέπουσα την αναγκαία για την εμπορία εντός της Γαλλίας των προαναφερθέντων τροφίμων εγγραφή στον εθνικό πίνακα των προσθέτων ουσιών,
– οι γαλλικές αρχές παρεμπόδισαν την εμπορία στη Γαλλία των προαναφερθέντων τροφίμων χωρίς να αποδείξουν ότι η εμπορία των προϊόντων αυτών ενείχε κίνδυνο για τη δημόσια υγεία,
– να καταδικάσει τη Γαλλική Δημοκρατία στα έξοδα της δίκης.»
20. Η Γαλλική Δημοκρατία ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την παρούσα προσφυγή.
III – Εκτίμηση
Επί του παραδεκτού της προσφυγής
21. Η Γαλλική Κυβέρνηση, χωρίς να προβάλει ρητώς ένσταση απαραδέκτου, διερωτάται επί του παραδεκτού της προσφυγής. Η Γαλλική Κυβέρνηση εκτιμά ότι θα μπορούσε να αποτελέσει καταστρατήγηση της διαδικασίας το γεγονός ότι η Επιτροπή, κατά τη δημοσιοποίηση σχεδίου οδηγίας σχετικά με τις ουσίες που μπορούν να προστεθούν με ειδικούς θρεπτικούς σκοπούς, κίνησε διαδικασία προσφυγής λόγω παραβάσεως κατά ενός από τα λίγα κράτη μέλη που διαθέτουν εθνική κανονιστική ρύθμιση στον τομέα αυτόν.
22. Η Επιτροπή απαντά ότι η ύπαρξη σχεδίων κοινοτικής εναρμονίσεως δεν μπορεί να απαλλάξει τα κράτη μέλη από την υποχρέωσή τους συμμορφώσεως προς τη Συνθήκη. Η Επιτροπή φρονεί, επίσης, ότι η πρόταση οδηγίας δεν καλύπτει τις κύριες πλευρές της παραβάσεως που επικαλείται η ίδια στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως.
23. Θεωρώ ότι η ένσταση της Γαλλικής Κυβερνήσεως δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
24. Πράγματι, όπως προκύπτει από την απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1971, Επιτροπή κατά Γαλλίας (6), προσφυγή που αποβλέπει στο να αναγνωριστεί ότι ένα κράτος μέλος δεν συμμορφώθηκε προς τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη «τείνει να εξασφαλίσει την εφαρμογή της Συνθήκης και δεν θα μπορούσε να αποτελεί καταστρατήγηση διαδικασίας».
25. Επίσης, απλώς και μόνον το γεγονός ότι η Επιτροπή ασκεί παράλληλα δύο αρμοδιότητες στον ίδιο τομέα, ήτοι, αφενός, την αρμοδιότητα προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου βάσει του άρθρου 226 ΕΚ και, αφετέρου, την αρμοδιότητα υποβολής νομοθετικών προτάσεων, επ’ ουδενί αποδεικνύει ότι καταστρατηγήθηκε, εκ μέρους της Επιτροπής, μία από τις δύο αρμοδιότητες.
26. Η προσφυγή πρέπει, επομένως, να κηρυχθεί παραδεκτή.
Επί της πρώτης αιτιάσεως της Επιτροπής
27. Επειδή είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτό ακριβώς το εύρος της πρώτης αιτιάσεως της Επιτροπής, εκτιμώ ότι είναι απαραίτητο να παραθέσω ολόκληρες τις παρατηρήσεις της Επιτροπής επί του ζητήματος αυτού.
28. Η πρώτη αιτίαση έχει τίτλο:
«Η γαλλική κανονιστική ρύθμιση δεν περιέχει διάταξη διασφαλίζουσα την ελεύθερη κυκλοφορία των συνήθων τροφίμων και των τροφίμων που προορίζονται για ειδική διατροφή, τα οποία παρασκευάζονται και/ή διατίθενται νομίμως στο εμπόριο εντός άλλων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και τα οποία περιέχουν πρόσθετες ουσίες (όπως βιταμίνες, μέταλλα και άλλα συστατικά) που δεν προβλέπονται από την εν λόγω κανονιστική ρύθμιση.»
29. Στη συνέχεια, η Επιτροπή διευκρινίζει τη σκέψη της ως εξής:
«Η γαλλική κανονιστική ρύθμιση δεν λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι τρόφιμα που περιέχουν πρόσθετες θρεπτικές ουσίες μη επιτρεπόμενες στη Γαλλία παρασκευάστηκαν και/ή διατέθηκαν νομίμως στο εμπόριο εντός άλλου κράτους μέλους, στοιχείο που τους επιτρέπει φυσιολογικά να υπαχθούν στην αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που προβλέπει η Συνθήκη.
Η γαλλική κανονιστική ρύθμιση δεν περιέχει ρήτρα αμοιβαίας αναγνωρίσεως αποβλέπουσα στη διασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των προϊόντων που παρασκευάζονται ή διατίθενται νομίμως στο εμπόριο εντός άλλου κράτους μέλους και που παρέχουν επίπεδο προστασίας της υγείας των καταναλωτών αντίστοιχο με εκείνο της Γαλλίας, ακόμη και αν τα εν λόγω προϊόντα δεν ανταποκρίνονται πλήρως στις απαιτήσεις της γαλλικής κανονιστικής ρυθμίσεως.
Η γαλλική κανονιστική ρύθμιση θα έπρεπε να παρέχει δυνατότητα απαλλαγής των θρεπτικών ουσιών, των οποίων η προσθήκη επιτρέπεται εντός άλλου κράτους μέλους, από την προηγούμενη εγγραφή στον κατάλογο των επιτρεπόμενων ουσιών, και να περιορίζεται στην απαίτηση κοινοποιήσεως στις εθνικές αρχές, μόλις το τρόφιμο διατεθεί στο εμπόριο, του γεγονότος ότι στο τρόφιμο αυτό χρησιμοποιήθηκε ουσία η οποία δεν επιτρέπεται στη Γαλλία, αλλά νομίμως προστίθεται στο εν λόγω προϊόν εν όψει της νομοθεσίας που εφαρμόζεται στο κράτος μέλος εντός του οποίου παρασκευάστηκε ή διατέθηκε στο εμπόριο.
Ελλείψει τέτοιου συστήματος, η γαλλική κανονιστική ρύθμιση μπορεί να εισαγάγει καθεστώς προηγούμενης άδειας στην προσθήκη θρεπτικών ουσιών μόνον υπό την προϋπόθεση ότι το καθεστώς αυτό συνάδει προς τις επιταγές που έθεσε το Δικαστήριο όσον αφορά τα πρόσθετα διατροφής.
Ένα τέτοιο καθεστώς θα γινόταν αποδεκτό, εν όψει της προμνησθείσας νομολογίας, μόνο στο μέτρο που θα επέτρεπε, λαμβανομένης υπόψη της ιδιαιτερότητας της γαλλικής κανονιστικής ρυθμίσεως, να δοθεί γενικός χαρακτήρας σε μια άδεια χρησιμοποιήσεως συγκεκριμένης ουσίας όσον αφορά την ενσωμάτωσή της στον πίνακα των επιτρεπόμενων ουσιών.»
30. Θεωρώ ότι η αιτίαση αυτή περιέχει διάφορα στάδια συλλογιστικής, που διακρίνονται το ένα από το άλλο.
31. Αν περιοριστούμε αποκλειστικά στον τίτλο της αιτιάσεως, δίνεται η εντύπωση ότι η Επιτροπή επιθυμεί να δώσει στη νομολογία «Cassis de Dijon» (7) απόλυτη ισχύ και ότι αρνείται στα κράτη μέλη το δικαίωμα να επικαλεστούν το άρθρο 36 ΕΚ της Συνθήκης για να διατηρήσουν ένα μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό υπέρ της «προστασίας της υγείας και της ζωής των ατόμων».
32. Εντούτοις, στο τέλος του πρώτου εδαφίου της αναπτύξεως της αιτιάσεως, η Επιτροπή αναφέρεται στις «εξαιρέσεις που προβλέπει η Συνθήκη». Πρόκειται μόνο για τις εξαιρέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 36 της Συνθήκης καθώς και για τις «επιτακτικές απαιτήσεις» που αναγνωρίζει το Δικαστήριο.
33. Ωστόσο, η Επιτροπή, στο αιτητικό του δικογράφου της, επαναλαμβάνει χωρίς περιστροφές τη διατύπωση του τίτλου της αιτιάσεως.
34. Στο δεύτερο εδάφιο της αναπτύξεως της αιτιάσεως, η Επιτροπή προσάπτει στη γαλλική κανονιστική ρύθμιση ότι δεν περιέχει ρήτρα αμοιβαίας αναγνωρίσεως αποβλέπουσα στη διασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των προϊόντων που παρασκευάζονται ή διατίθενται στο εμπόριο εντός άλλου κράτους μέλους και που παρέχουν επίπεδο προστασίας της υγείας των καταναλωτών αντίστοιχο με εκείνο της Γαλλίας, ακόμη και αν τα εν λόγω προϊόντα δεν ανταποκρίνονται πλήρως στις απαιτήσεις της γαλλικής κανονιστικής ρυθμίσεως.
35. Στο υπόμνημα απαντήσεως, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι, κατ’ εφαρμογήν της νομολογίας «foie gras», η έλλειψη σχετικών διατάξεων στην επίμαχη κανονιστική ρύθμιση αρκεί για να αποδειχθεί η ύπαρξη παραβάσεως.
36. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, τέλος, η Επιτροπή επιβεβαίωσε ότι επρόκειτο πράγματι περί εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση όσων αναγνώρισε το Δικαστήριο με την απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 1998, Επιτροπή κατά Γαλλίας (8).
37. Η απόφαση αυτή ελήφθη στο πλαίσιο προσφυγής λόγω παραβάσεως που άσκησε η Επιτροπή κατά της Γαλλικής Δημοκρατίας κατά διατάγματος το οποίο προβλέπει τη χρησιμοποίηση σειράς ονομασιών αποκλειστικώς για τα παρασκευάσματα με βάση το foie gras που πληρούν τις προϋποθέσεις τις οποίες τάσσει στον τομέα της συνθέσεως και ποιότητας για κάθε ένα από τα προϊόντα αυτά και ειδικά τις ακόλουθες ονομασίες: foie gras entier, foie gras και bloc de foie gras, parfait de foie, médaillon ή pâté de foie, galantine de foie και mousse de foie. Για κάθε ένα από τα εν λόγω προϊόντα ορίζει το κατώτατο περιεχόμενο σε foie gras, καθώς και τα συστατικά που επιτρέπονται, το ανώτατο περιεχόμενο ζαχαρόζης και καρυκευμάτων, το ανώτατο ποσοστό graisses de pochage και homogénat και/ή ύδατος, το ανώτατο ποσοστό υγρασίας, καθώς και συγκεκριμένους τρόπους παρουσιάσεως ή συσκευασίας (9).
38. Το διατακτικό της αποφάσεως έχει ως εξής:
«Η Γαλλική Δημοκρατία, εκδίδοντας την υπουργική απόφαση 93-999, της 9ης Αυγούστου 1993, περί των παρασκευασμάτων με βάση το foie gras χωρίς να περιλάβει σ’ αυτή ρήτρα αμοιβαίας αναγνωρίσεως για τα προϊόντα που προέρχονται από κράτος μέλος και στοιχούν με τους κανόνες που έχουν θεσπιστεί από το κράτος αυτό (10), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΚ.»
39. Όπως προκύπτει από τον τίτλο της πρώτης αιτιάσεως της Επιτροπής στην παρούσα υπόθεση, η Επιτροπή φαίνεται να εμπνέεται από το εν λόγω διατακτικό, το οποίο, αν ερμηνευθεί κατά γράμμα, σημαίνει ενδεχομένως ότι κάθε προϊόν σύμφωνο προς τους κανόνες παρασκευής του κράτους μέλους πρέπει πάντα να γίνεται αποδεκτό στα άλλα κράτη μέλη χωρίς αυτά να έχουν τη δυνατότητα να επικαλεστούν, ενδεχομένως, ότι προσβλέπουν στη διατήρηση υψηλότερου επιπέδου προστασίας της υγείας ή σε πιο προηγμένη προστασία των καταναλωτών τους.
40. Εντούτοις, η αιτιολογία της ίδιας αποφάσεως αναφέρεται στη λίγο έως πολύ πλήρη συμβατότητα ενός εμπορεύματος με την κανονιστική ρύθμιση του κράτους εισαγωγής, και όχι με εκείνη του κράτους εξαγωγής.
41. Το Δικαστήριο διαπίστωσε, πράγματι, με τη σκέψη 18 της αποφάσεως αυτής, ότι εθνική ρύθμιση απαγορεύουσα τη διάθεση στο εμπόριο, υπό συγκεκριμένη ονομασία, προϊόντος που προέρχεται από κράτος μέλος και στοιχεί με τους κανόνες που έχουν θεσπιστεί από το κράτος αυτό, αλλά δεν ανταποκρίνεται πλήρως (11) στις απαιτήσεις της ίδιας αυτής ρυθμίσεως, πρέπει να θεωρηθεί ικανή να εμποδίσει, τουλάχιστον δυνητικά, το διακρατικό εμπόριο.
42. Το Δικαστήριο προσέθεσε, με τη σκέψη 24, ότι απλώς και μόνον το γεγονός ότι ένα προϊόν δεν πληροί καθ’ ολοκληρίαν (12) τις προϋποθέσεις της εθνικής κανονιστικής ρύθμισης σχετικά με τη σύνθεση ορισμένων ειδών διατροφής που έχουν συγκεκριμένη ονομασία δεν συνεπάγεται ότι μπορεί να απαγορευθεί η εμπορία του.
43. Το Δικαστήριο αναγνώρισε, εντούτοις, τη δυνατότητα των αρμοδίων εθνικών υπηρεσιών να ελέγχουν τα παρασκευάσματα και να «διώ[κ]ουν τους υπευθύνους της εμπορίας ειδών διατροφής τα οποία φέρουν ονομασίες πανομοιότυπες με τις προβλεπόμενες από την εθνική ρύθμιση, αλλά των οποίων το περιεχόμενο είναι τόσο διαφορετικό ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί η ύπαρξη παραπλανήσεως» (13).
44. Είναι απολύτως κατανοητό ότι το Δικαστήριο θεώρησε ανεπίτρεπτο να μπορεί ένα κράτος μέλος να απαγορεύει τη χρήση της ονομασίας «foie gras» προκειμένου για εισαγόμενα προϊόντα η σύνθεση των οποίων διαφοροποιούνταν μόνο ως προς λεπτομέρειες της εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως.
45. Η υπόθεση αυτή όμως διέφερε από την παρούσα προσφυγή ως προς δύο σημαντικά σημεία.
46. Πρώτον, στην απόφαση Foie gras, κανένα στοιχείο περί προστασίας της δημόσιας υγείας δεν τέθηκε υπό αμφισβήτηση.
47. Δεύτερον, το επίδικο γαλλικό διάταγμα αφορούσε συγκεκριμένη ομάδα προϊόντων (τα παρασκευάσματα με βάση το foie gras). Αντιθέτως, στην παρούσα υπόθεση, η Επιτροπή προσάπτει στη Γαλλική Δημοκρατία ότι δεν εισήγαγε ρήτρα αμοιβαίας αναγνωρίσεως στα δύο διατάγματα, εκ των οποίων το ένα αφορά «όλα τα εμπορεύματα και τρόφιμα που προορίζονται προς βρώση, στα οποία προστίθενται χημικά προϊόντα» και το άλλο «τα τρόφιμα που προορίζονται για ειδική διατροφή».
48. Η θέση της Επιτροπής έγκειται επομένως στο ότι ακόμη και τέτοιες γενικές κανονιστικές ρυθμίσεις θα έπρεπε να προβλέπουν ρήτρα κατά την οποία, κατ’ ουσίαν, «θα επιτρέπονται στη γαλλική αγορά και τρόφιμα που δεν ανταποκρίνονται πλήρως στις επιταγές της επίμαχης κανονιστικής ρυθμίσεως, στο μέτρο που εξασφαλίζουν επίπεδο προστασίας της υγείας των καταναλωτών ανάλογο με εκείνο της Γαλλίας».
49. Προκύπτει αμέσως ότι από μια τέτοια διάταξη θα ανέκυπταν μεγάλες δυσκολίες ερμηνείας.
50. Καταρχάς, μια τέτοια διάταξη ενέχει τον κίνδυνο αμφισβητήσεων ως προς το πότε μπορεί να θεωρηθεί ότι η κανονιστική ρύθμιση του κράτους προελεύσεως του προϊόντος εξασφαλίζει επίπεδο προστασίας της υγείας αντίστοιχο με εκείνο της Γαλλίας, ή ως προς το κατά πόσον τα εν λόγω προϊόντα δύνανται να μην ανταποκρίνονται «πλήρως» στις απαιτήσεις της γαλλικής κανονιστικής ρυθμίσεως.
51. Τίθεται έτσι το ερώτημα αν θα έπρεπε να γίνει δεκτό ότι τρόφιμο που περιέχει θρεπτική ουσία μη επιτρεπόμενη στη Γαλλία και που, συνεπώς, είναι προφανές ότι δεν ανταποκρίνεται «πλήρως» στις απαιτήσεις της γαλλικής κανονιστικής ρυθμίσεως εξασφαλίζει, εντούτοις, επίπεδο προστασίας αντίστοιχο με εκείνο της Γαλλίας.
52. Όπως ορθώς υποστήριξε η Γαλλική Κυβέρνηση, δεν υφίσταται «σημείο αναφοράς» βάσει του οποίου θα έπρεπε να εκτιμάται η ύπαρξη αντίστοιχου επιπέδου προστασίας.
53. Η εισαγωγή ρήτρας αμοιβαίας αναγνωρίσεως ενέχει επομένως τον κίνδυνο δημιουργίας περισσότερων προβλημάτων απ’ όσα θα μπορούσε να επιλύσει.
54. Επιπλέον, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι η αναγκαιότητα της εισαγωγής τέτοιας ρήτρας απορρέει από τη λογική στην οποία στηρίζονται τα σχετικά άρθρα της Συνθήκης ή ότι αυτή επιβάλλεται για να καταστούν τα άρθρα αυτά πλήρως λειτουργικά. Η εφαρμογή των διατάξεων αυτών δεν εξαρτάται από τη συνδρομή άλλων διατάξεων. Το άρθρο 30 της Συνθήκης προβλέπει ένα σαφή κανόνα: την απαγόρευση των μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος και το άρθρο 36 της Συνθήκης επιτρέπει ορισμένες εξαιρέσεις.
55. Συνεπώς, αρκεί, κατά την άποψή μου, να μην αποστούμε από τη νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία εναπόκειται στο κράτος μέλος εισαγωγής να καθορίσει, με λυσιτελή επιχειρήματα και επιστημονικές εκθέσεις, σε τι συνίστανται, κατά τη γνώμη του, οι κίνδυνοι για την υγεία που ενέχει η χρήση ορισμένης ουσίας, ή να εξηγήσει, βάσει εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, τον λόγο για τον οποίο ο καταναλωτής κινδυνεύει να πλανηθεί ως προς τις ιδιότητες ή τις συνέπειες του οικείου τροφίμου.
56. Ο εισαγωγέας πρέπει, στη συνέχεια, να έχει τη δυνατότητα να αμφισβητήσει την απόφαση της αρμόδιας αρχής. Αυτή είναι η μόνη απαίτηση για τη διασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων.
57. Προτείνω, επομένως, στο Δικαστήριο, να μη δεχθεί ότι η Γαλλική Δημοκρατία, μη εισάγοντας στα επίμαχα διατάγματα ρήτρα αμοιβαίας αναγνωρίσεως, παρέβη τις υποχρεώσεις της.
58. Η πρώτη όμως αιτίαση της Επιτροπής περιλαμβάνει δύο επιπλέον στάδια συλλογιστικής.
59. Η Επιτροπή αναφέρει, στο τρίτο εδάφιο της επιχειρηματολογίας της, ότι η γαλλική κανονιστική ρύθμιση θα έπρεπε να παρέχει δυνατότητα απαλλαγής των θρεπτικών ουσιών η προσθήκη των οποίων επιτρέπεται εντός άλλου κράτους μέλους από την προηγούμενη εγγραφή στον κατάλογο των επιτρεπόμενων ουσιών, και να περιορίζεται στην απαίτηση κοινοποιήσεως στις εθνικές αρχές, μόλις το τρόφιμο διατεθεί στο εμπόριο (14), του γεγονότος ότι στο τρόφιμο αυτό χρησιμοποιήθηκε ουσία η οποία δεν επιτρέπεται στη Γαλλία [...].
60. Τούτο σημαίνει, επομένως, ότι οι εθνικές αρχές, αν εκτιμήσουν ότι το οικείο τρόφιμο ενέχει κινδύνους για την υγεία, είναι υποχρεωμένες να δραστηριοποιηθούν στην εθνική επικράτεια ώστε να αποσυρθεί το εν λόγω προϊόν από τα καταστήματα, καθόσον, σε ακραία περίπτωση, θα έχουν ήδη προκληθεί βλάβες στην υγεία. Δεν αντιλαμβάνομαι τη βάση επί της οποίας θα μπορούσε να επιβληθεί τέτοιο σύστημα σε κράτος μέλος.
61. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, «[ε]λλείψει τέτοιου συστήματος, η γαλλική κανονιστική ρύθμιση μπορεί να εισαγάγει καθεστώς προηγούμενης άδειας στην προσθήκη θρεπτικών ουσιών μόνον υπό την προϋπόθεση ότι το καθεστώς αυτό συνάδει προς τις επιταγές που έθεσε το Δικαστήριο όσον αφορά τα πρόσθετα διατροφής». Συμφωνώ με τον ισχυρισμό αυτόν, ο οποίος, ωστόσο, θεωρώ ότι συγχέεται με τη δεύτερη αιτίαση, που θα αναλυθεί κατωτέρω.
62. Η Επιτροπή ισχυρίζεται, τέλος, ότι «ένα τέτοιο καθεστώς θα γινόταν αποδεκτό [...] μόνο στο μέτρο που θα επέτρεπε, λαμβανομένης υπόψη της ιδιαιτερότητας της γαλλικής κανονιστικής ρυθμίσεως, να δοθεί γενικός χαρακτήρας σε μια άδεια χρησιμοποιήσεως συγκεκριμένης ουσίας όσον αφορά την ενσωμάτωσή της στον πίνακα των επιτρεπόμενων ουσιών».
63. Φρονώ επίσης ότι το σύστημα που εισήγαγε η Γαλλία εμπίπτει πράγματι στην κατηγορία αυτή. Συγκεκριμένα, από τη στιγμή που ένα συστατικό περιλαμβάνεται στον εν λόγω πίνακα, η εμπορία ενός τροφίμου δεν μπορεί πλέον να απαγορευθεί με την αιτιολογία ότι το τρόφιμο αυτό περιέχει το εν λόγω συστατικό. Το κράτος μέλος διατηρεί, βεβαίως, τη δυνατότητα να αντιταχθεί στην εμπορία ενός τροφίμου αν σ’ αυτό περιέχονται, εξάλλου, άλλα συστατικά, τα οποία δεν συγκαταλέγονται στον εν λόγω πίνακα ή αν οι καταναλωτές ενδέχεται να παραπλανηθούν από επισήμανση η οποία προσδίδει στο τρόφιμο ιδιότητες που δεν υφίστανται.
64. Για όλους αυτούς τους λόγους θεωρώ, επομένως, ότι η πρώτη αιτίαση της Επιτροπής πρέπει να απορριφθεί.
Επί της δεύτερης αιτιάσεως σχετικά με την έλλειψη απλουστευμένης διαδικασίας παρέχουσας στους οικονομικούς φορείς δυνατότητα εγγραφής μιας ουσίας που χρησιμοποιείται νομίμως εντός άλλου κράτους μέλους στον εθνικό πίνακα των ουσιών που επιτρέπεται να προστεθούν στα τρόφιμα
65. Με τη δεύτερη αιτίασή της η Επιτροπή προσάπτει στη Γαλλική Δημοκρατία ότι παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της Συνθήκης στο μέτρο που η γαλλική κανονιστική ρύθμιση δεν προβλέπει «απλουστευμένη διαδικασία επιτρέπουσα την αναγκαία για την εμπορία εντός της Γαλλίας των προαναφερθέντων τροφίμων εγγραφή στον εθνικό πίνακα των προσθέτων ουσιών» που αφορά η παρούσα διαδικασία.
66. Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι «ένα τρόφιμο που περιέχει θρεπτική ουσία μη επιτρεπόμενη στη Γαλλία μπορεί να διατίθεται στο εμπόριο εντός του κράτους αυτού μόνον υπό την προϋπόθεση προηγούμενης τροποποιήσεως του κειμένου της σχετικής διυπουργικής αποφάσεως, η οποία ελήφθη προς εφαρμογή του τροποποιηθέντος διατάγματος της 15ης Απριλίου 1912 ή προς εφαρμογή του διατάγματος της 29ης Αυγούστου 1991».
67. Δεδομένου ότι η διαδικασία αυτή αποτελεί ιδιαιτέρως επαχθές μέτρο, η Επιτροπή θεωρεί ότι «οι αιτήσεις χορηγήσεως αδείας προσθήκης των θρεπτικών ουσιών ή άλλων συστατικών στα συνήθη τρόφιμα ή στα προοριζόμενα για ειδική διατροφή τρόφιμα θα έπρεπε να αποτελούν αντικείμενο απλουστευμένης διαδικασίας για τα τρόφιμα που διατίθενται νομίμως στο εμπόριο εντός άλλου κράτους μέλους ή τουλάχιστον διαδικασίας περιέχουσας ρητή διάταξη η οποία να επιτρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι ήδη χορηγηθείσες άδειες και τα αποτελέσματα αναλύσεων που πραγματοποιήθηκαν εντός άλλου κράτους μέλους».
68. Κατά την Επιτροπή, η οποία παραπέμπει στην απόφαση της 16ης Ιουλίου 1992, Επιτροπή κατά Γαλλίας (15), για την προσθήκη νιτρικών αλάτων στο τυρί, οι επιχειρηματίες θα έπρεπε να έχουν εύκολη πρόσβαση στη διαδικασία εγγραφής νέας θρεπτικής ουσίας στον εθνικό πίνακα των ουσιών που επιτρέπεται να προστεθούν στα τρόφιμα. Οι εθνικές αρχές θα έπρεπε, επομένως, να προσδιορίζουν τον πίνακα των στοιχείων που πρέπει να περιλαμβάνονται στον φάκελο αιτήσεως χορηγήσεως αδείας και να περιγράφουν τη διαδικασία υποβολής της αιτήσεως αυτής σε επισήμως δημοσιευμένο έγγραφο δεσμευτικό για τις εθνικές αρχές.
69. Ακολούθως, η εθνική διαδικασία χορηγήσεως αδείας θα πρέπει να μπορεί να περατωθεί εντός εύλογης προθεσμίας. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η προϋπόθεση αυτή δεν πληρούται εν προκειμένω, καθόσον τα εφαρμοστέα κείμενα δεν τάσσουν προθεσμία για τη διαχείριση των αιτήσεων.
70. Τέλος, η Επιτροπή επισημαίνει ότι η γαλλική κανονιστική ρύθμιση δεν πληροί την προϋπόθεση κατά την οποία κάθε άρνηση χορηγήσεως αδείας πρέπει να υπόκειται στους τύπους που εγγυώνται πράγματι τη δυνατότητα του ενδιαφερόμενου επιχειρηματία να την προσβάλει δικαστικώς.
71. Η Γαλλική Κυβέρνηση εκτιμά ότι υφίσταται απλουστευμένη διαδικασία ακόμη και αν αυτή δεν έχει τυπική μορφή, επισημαίνοντας, αφενός, ότι το Ανώτατο Συμβούλιο Δημόσιας Υγιεινής της Γαλλίας (στο εξής «ΑΣΔΥΓ») λαμβάνει υπόψη τα διεθνή επιστημονικά δεδομένα σε όλες τις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι αιτούντες κάνουν μνεία αυτών μέσα στον φάκελό τους και, αφετέρου, ότι η διαδικασία είναι ταχεία στο μέτρο που αρκεί για την έκδοση μιας αποφάσεως και που οι επιχειρηματίες λαμβάνουν συχνά με επιστολή γνώση του ευνοϊκού αποτελέσματος πριν ακόμη τη δημοσίευση της αποφάσεως αυτής.
72. Η Γαλλική Κυβέρνηση προσθέτει ότι υπέβαλε στην Επιτροπή σχέδιο γνωμοδοτήσεως προς τους επιχειρηματίες προκειμένου να απαντήσει στις παρατηρήσεις της Επιτροπής. Το σχέδιο αυτό περιελάμβανε τη διαδικασία προσφυγής στη διοίκηση και συντάξεως και υποβολής των αιτήσεων χρησιμοποιήσεως θρεπτικών ουσιών προκειμένου να καταστεί η διαδικασία απολύτως διαφανής. Όπως εξηγεί η Γαλλική Κυβέρνηση, ελλείψει θετικής απαντήσεως εκ μέρους της Επιτροπής, η εν λόγω γνωμοδότηση δεν μπόρεσε να τύχει δημοσιεύσεως.
73. Τέλος, η Γαλλική Κυβέρνηση εκτιμά ότι το Δικαστήριο «ευνοεί εν γένει τις απλουστευμένες διαδικασίες οσάκις το επίμαχο προϊόν επιτρέπεται ήδη στην εθνική αγορά εξαγωγών και οσάκις ένας επιχειρηματίας επιθυμεί να πραγματοποιήσει παράλληλη εξαγωγή προϊόντος ίδιου ή αντίστοιχου προς άλλο προϊόν το οποίο έχει ήδη επιτραπεί εντός του οικείου εθνικού εδάφους. Δεν πρόκειται περί αυτού εν προκειμένω, καθόσον οι ειδικές συνθήκες στις οποίες αναφέρεται η Επιτροπή αφορούν πρόσθετες θρεπτικές ουσίες που δεν επιτρέπονταν ακόμη εντός του γαλλικού εδάφους». Η Γαλλική Κυβέρνηση καταλήγει ότι η Επιτροπή δεν αποδεικνύει ότι η διαδικασία δεν είναι de facto απλουστευμένη προκειμένου για προϊόν που διατίθεται νομίμως στο εμπόριο εντός άλλου κράτους μέλους.
74. Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το Δικαστήριο, με την προπαρατεθείσα απόφαση της 16ης Ιουλίου 1992, Επιτροπή κατά Γαλλίας, έκρινε ότι μια κανονιστική ρύθμιση που εξαρτά τη χρήση ενός προσθέτου από τη χορήγηση σχετικής αδείας «πρέπει να προβλέπει κάποια διαδικασία παρέχουσα στους ενδιαφερομένους τη δυνατότητα εγγραφής της πρόσθετης αυτής ουσίας στον πίνακα των επιτρεπομένων στο οικείο κράτος μέλος προσθέτων ουσιών. Η διαδικασία αυτή πρέπει να είναι εύκολα προσιτή και όχι υπέρμετρα χρονοβόρα, σε περίπτωση δε που καταλήγει σε αρνητική απόφαση, πρέπει η απόφαση αυτή να μπορεί να προσβληθεί δικαστικώς» (16).
75. Η προπαρατεθείσα απόφαση της 16ης Ιουλίου 1992, Επιτροπή κατά Γαλλίας, παρουσιάζει ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον, δεδομένου ότι αφορούσε επίσης τη διοικητική απόφαση της 15ης Απριλίου 1912 και, επομένως, τον ίδιο τύπο διαδικασίας χορηγήσεως αδείας με την επίμαχη διαδικασία στην υπό κρίση υπόθεση. Με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο κατέληξε στην απόρριψη της προσφυγής λόγω παραβάσεως, διότι η Επιτροπή δεν είχε υποστηρίξει ότι η διαδικασία που θέσπισαν οι επίδικες αποφάσεις αντέβαινε προς το κοινοτικό δίκαιο. Αντιθέτως, στην παρούσα υπόθεση, η Επιτροπή επικρίνει σαφώς την εν λόγω διαδικασία από πλευράς κοινοτικού δικαίου.
76. Επιβάλλεται, επομένως, να εξεταστεί η διαδικασία χορηγήσεως αδείας υπό το πρίσμα των προϋποθέσεων που θέτει η προπαρατεθείσα απόφαση της 16ης Ιουλίου 1992, Επιτροπή κατά Γαλλίας.
77. Όπως προαναφέρθηκε, η Γαλλική Κυβέρνηση θεωρεί ότι διαδικασία πληρούσα τις προϋποθέσεις αυτές υφίσταται ακόμη και αν αυτή δεν έχει τυπική μορφή.
78. Εξυπακούεται ότι, καίτοι το Δικαστήριο απαιτεί ορισμένη διαδικασία για τη συμμόρφωση προς το άρθρο 30 της Συνθήκης, πρέπει να πρόκειται περί διαδικασίας από την οποία απορρέουν ρητώς δικαιώματα και υποχρεώσεις τόσο για τον επιχειρηματία όσο και για τις αρχές. Διαδικασία στερούμενη τυπικής μορφής προφανώς δεν πληροί το κριτήριο αυτό. Δεν παρέχει ασφάλεια δικαίου στον επιχειρηματία και, για τον λόγο αυτόν, ισοδυναμεί ─υπό το πρίσμα της διαδικασίας στην οποία αναφέρεται το Δικαστήριο─ με ανύπαρκτη διαδικασία.
79. Τα παραδείγματα που χρησιμοποιεί η Επιτροπή επιβεβαιώνουν την έλλειψη διαδικασίας όμοιας με αυτή που εννοεί το Δικαστήριο. Η Επιτροπή αναφέρεται έτσι, χωρίς να αντιλέγει η Γαλλική Κυβέρνηση στην περίπτωση του παρασκευαστή του ροφήματος Red Bull, ο οποίος ανέμεινε επί επτά μήνες για να λάβει απόδειξη παραλαβής της αιτήσεώς του αδείας εμπορίας του προϊόντος του και πλέον των δύο ετών για να λάβει την αρνητική απόφαση. Δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για διαδικασία που μπορεί να περατωθεί εντός ευλόγων προθεσμιών.
80. Όσον αφορά το σχέδιο «γνωμοδοτήσεως προς τους επιχειρηματίες περί των λεπτομερειών ενσωματώσεως θρεπτικών ουσιών στα συνήθη τρόφιμα», το οποίο κοινοποίησε η Γαλλική Κυβέρνηση στην Επιτροπή, επιβάλλεται η διαπίστωση, στο μέτρο που η γνωμοδότηση αυτή πληροί τις προϋποθέσεις της διαδικασίας στην οποία αναφέρεται το Δικαστήριο, ότι δεν αποδεικνύεται ότι το σχέδιο αυτό ίσχυε κατά την ημερομηνία παρελεύσεως της προθεσμίας που έταξε η αιτιολογημένη γνώμη. Το γεγονός και μόνον ότι η Επιτροπή δεν ενέκρινε το εν λόγω σχέδιο ως είχε ─στοιχείο, άλλωστε, για το οποίο η Γαλλική Κυβέρνηση προέβαλε αντιρρήσεις μόνο κατά το στάδιο του υπομνήματος ανταπαντήσεως─, δεν είναι ικανό να δικαιολογήσει το γεγονός ότι η Γαλλική Δημοκρατία δεν θέσπισε διαδικασία αντίστοιχη με αυτή που ορίζει το Δικαστήριο.
81. Εξάλλου, το σχέδιο γνωμοδοτήσεως, όπως προκύπτει από την ονομασία του, αφορά μόνον τις θρεπτικές ουσίες στα συνήθη τρόφιμα. Συνεπώς, η εν λόγω γνωμοδότηση, αν εκδιδόταν, δεν θα κάλυπτε, εν πάση περιπτώσει, την προσθήκη θρεπτικών ουσιών στα τρόφιμα που προορίζονται για ειδική διατροφή, τα οποία επίσης αφορά η παρούσα διαδικασία.
82. Τέλος, το επιχείρημα της Γαλλικής Κυβερνήσεως, κατά του οποίου από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι μια διαδικασία επιβάλλεται μόνον οσάκις το επίμαχο προϊόν επιτρέπεται ήδη εντός της εθνικής αγοράς εξαγωγών και οσάκις ένας επιχειρηματίας επιθυμεί να πραγματοποιήσει παράλληλη εξαγωγή ενός προϊόντος ίδιου ή αντίστοιχου προς άλλο προϊόν που επιτρέπεται ήδη εντός του οικείου εθνικού εδάφους, δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
83. Πράγματι, η περίπτωση αυτή, την οποία περιγράφει η Γαλλική Κυβέρνηση, δεν είναι ίδια με εκείνη την οποία αφορά η προπαρατεθείσα απόφαση της 16ης Ιουλίου 1992, Επιτροπή κατά Γαλλίας, στην οποία το Δικαστήριο έθεσε σαφώς την επιταγή προσήκουσας διαδικασίας. Αντιθέτως, η περίπτωση που περιγράφεται στην τελευταία αυτή απόφαση, ήτοι η προσθήκη νιτρικών αλάτων στο τυρί, ταυτίζεται, λόγω της φύσεώς της, σχεδόν με το πρόβλημα που τίθεται στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως.
84. Αν αναγνωρισθεί, επομένως, η αναγκαιότητα να θεσπισθεί από όλα τα κράτη μέλη διαδικασία ανταποκρινόμενη στα κριτήρια που θέτει το Δικαστήριο, δεν λαμβάνεται εκ νέου υπόψη η φράση «απλουστευμένη διαδικασία», η οποία χρησιμοποιείται από την Επιτροπή, πλην όμως δεν χρησιμοποιείται στις αποφάσεις του Δικαστηρίου.
85. Με τη σκέψη 31 της αιτιολογημένης γνώμης, η Επιτροπή εξήγησε ότι ερμηνεύει τη φράση αυτή κατά την έννοια ότι, στην περίπτωση τροφίμων που έχουν ήδη διατεθεί στο εμπόριο εντός άλλου κράτους μέλους, σύμφωνα προς την κανονιστική ρύθμιση του κράτους αυτού, «δεν είναι αναγκαίο το προϊόν να εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο πλήρους διαδικασίας περιέχουσας τις διαδοχικές γνωμοδοτήσεις του ΑΣΔΥΓ και της Εθνικής Ακαδημίας Ιατρικής».
86. Βεβαίως, συμφωνώ με το ότι, για τα προϊόντα που διατέθηκαν νομίμως στο εμπόριο εντός άλλου κράτους μέλους, οι αρμόδιες αρχές πρέπει καταρχήν «να λάβουν υπόψη το στοιχείο αυτό» και να διερωτηθούν αν υπάρχουν ακόμη αμφιβολίες περί του αβλαβούς χαρακτήρα της επίμαχης ουσίας. Είναι ωστόσο δυνατό να εξακολουθούν να υπάρχουν τέτοιες αμφιβολίες, ή να μην έχει πραγματοποιηθεί καμία ανάλυση της εν λόγω ουσίας στη χώρα παρασκευής του τροφίμου, ακόμη και να μην υφίσταται στη χώρα αυτή ούτε σχετική ρύθμιση ούτε σχετική διαδικασία.
87. Δεν μπορεί, επομένως, να απαγορευθεί, καταρχήν, στις αρχές της χώρας εισαγωγής να ζητήσουν τις επιστημονικές γνωμοδοτήσεις που κρίνουν αναγκαίες.
88. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει, πάντως, ότι, όσον αφορά την εμπορία στη Γαλλία των περιεχόντων πρόσθετες ουσίες συνήθων τροφίμων και προοριζομένων για ειδική διατροφή τροφίμων, τα οποία νομίμως παρασκευάζονται και/ή διατίθενται στο εμπόριο εντός άλλων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η Γαλλική Δημοκρατία, μη προβλέποντας, για την εγγραφή στον περιοριστικό πίνακα των εν λόγω ουσιών τον οποίο προβλέπει η εθνική κανονιστική ρύθμιση, μια διαδικασία εύκολα προσιτή και όχι υπέρμετρα χρονοβόρα, δυνάμενη να προσβληθεί δικαστικώς σε περίπτωση που καταλήγει σε αρνητική απόφαση, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της Συνθήκης.
Επί της τρίτης αιτιάσεως σχετικά με την εφαρμογή της εθνικής ρυθμίσεως σε ατομικές αιτήσεις
89. Με την τρίτη αιτίαση, η Επιτροπή προσάπτει στη Γαλλική Δημοκρατία ότι εμπόδισε την εμπορία στη Γαλλία των τροφίμων που αφορά η υπό κρίση προσφυγή λόγω παραβάσεως, χωρίς να αποδείξει ότι η εμπορία των προϊόντων αυτών ενείχε κίνδυνο για τη δημόσια υγεία.
90. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι εναπόκειται στις γαλλικές αρχές, σε κάθε περίπτωση αρνήσεως εμπορίας προϊόντος προερχομένου από άλλο κράτος μέλος, να εκθέσουν τους κινδύνους που ελλοχεύουν για τη δημόσια υγεία. Η Επιτροπή εκτιμά ότι, σε πολλές συγκεκριμένες περιπτώσεις, οι εκ μέρους των γαλλικών αρχών αρνήσεις εμπορίας δεν στηρίζονταν στην απόδειξη της υπάρξεως κινδύνων για τη δημόσια υγεία.
91. Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι η μάχη κατά της απάτης και η προστασία του καταναλωτή αποτελεί επιτακτική απαίτηση άξια προστασίας. Εντούτοις, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, για τη διασφάλιση της προστασίας αυτής αρκεί η επίθεση ετικέτας.
92. Τέλος, η Επιτροπή υποστηρίζει, στο υπόμνημα απαντήσεως, ότι «ούτε η απόφαση της 15ης Απριλίου 1912 ούτε εκείνη της 29ης Αυγούστου 1991 καθιστά τον αβλαβή χαρακτήρα μιας ουσίας προϋπόθεση που πρέπει να πληρωθεί προκειμένου να εγγραφεί η εν λόγω ουσία στους θετικούς καταλόγους». Από τούτο συνάγει ότι οι γαλλικές αρχές απαλλάσσονται από την υποχρέωση να αποδείξουν ότι τα προϊόντα που διατίθενται στην αγορά είναι επικίνδυνα για την υγεία.
93. Κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, οι αρχές της επιδιώκουν, όπως επιτάσσσει η Επιτροπή, να αποδείξουν, σε κάθε περίπτωση, εξετάζοντας τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε τροφίμου εμπλουτισμένου με θρεπτικές ουσίες, ότι το απαγορευτικό μέτρο που λαμβάνουν είναι απαραίτητο για την αποτελεσματική προστασία της δημόσιας υγείας. Ο κίνδυνος για την υγεία είναι άμεσος όσον αφορά ορισμένες από τις επίμαχες ουσίες, όπως τα αμινοξέα που προέρχονται από βόεια πρωτεΐνη. Πλημμελής έλεγχος των επιπτώσεων των ουσιών αυτών συνεπάγεται, επίσης, κίνδυνο για την υγεία, ο οποίος διαφέρει ανάλογα με τη βασική διατροφή του πληθυσμού. Η Γαλλική Κυβέρνηση διαπιστώνει ότι το ΑΣΔΥΓ, με τις γνωμοδοτήσεις του, αναφέρεται ρητώς στις ιδιαιτερότητες της συγκεκριμένης περιπτώσεως και ότι η συνδρομή του οργάνου αυτού ζητείται συστηματικώς.
94. Όσον αφορά το επιχείρημα της Επιτροπής ότι οι γαλλικές αρχές δεν επικαλέστηκαν πραγματικούς λόγους δημόσιας υγείας για να απαγορεύσουν την εμπορία προϊόντων προερχομένων από άλλο κράτος μέλος, η Γαλλική Κυβέρνηση αναφέρει ότι η αποτελεσματικότητα του προϊόντος ή της πρόσθετης ουσίας λαμβάνεται επίσης υπόψη από πολλές κοινοτικές οδηγίες που αφορούν τη δημόσια υγεία. Η Γαλλική Κυβέρνηση προσθέτει ότι τα κριτήρια αποτελεσματικότητας και αξιοπιστίας μπορούν να δικαιολογήσουν εθνικά μέτρα τόσο εν όψει των επιτακτικών απαιτήσεων που αναγνωρίζει η νομολογία του Δικαστηρίου όσο και εν όψει της δημόσιας υγείας, βάσει του άρθρου 36 της Συνθήκης. Κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, η Επιτροπή παρέβη, επομένως, την υποχρέωση να αποδείξει ότι η επίμαχη κανονιστική ρύθμιση δεν αποβλέπει στη δημόσια υγεία και/ή στην προστασία των καταναλωτών.
95. Επιβάλλεται να εξεταστεί αν η Επιτροπή αποδεικνύει, όπως οφείλει (17), την ύπαρξη της παραβάσεως που προσάπτει στη Γαλλική Δημοκρατία.
96. Συναφώς, η Επιτροπή αναφέρεται σε πολλές συγκεκριμένες περιπτώσεις από τις οποίες προκύπτει, κατά την άποψή της, η ύπαρξη παραβάσεως. Επιβάλλεται, επομένως, η εξέταση των εν λόγω περιπτώσεων. Τρεις από τις περιπτώσεις αυτές μελετήθηκαν με αρκετά σαφή τρόπο κατά την παρούσα διαδικασία.
97. Η Επιτροπή αναφέρεται, πρώτον, σε μια γνωμοδότηση του ΑΣΔΥΓ, της 12ης Ιουλίου 1994, σχετικά με τη χρήση L-ταρτράτης και L-καρνιτίνης σε συμπληρώματα διατροφής και σε προϊόντα δίαιτας.
98. Η γνωμοδότηση αυτή περιέχει ιδίως τις εξής πληρoφορίες:
«Οι δύο φάκελοι προτείνουν τη χρήση L-καρνιτίνης κατά τις εξής διαφορετικές ενδείξεις:
– “τόνωση του μεταβολισμού των ατόμων που στερούνται ενέργειας”,
– “κόπωση” και κυρίως περιπτώσεις κατά τις οποίες παρατηρείται “μείωση της ομάδας καρνιτίνης στον οργανισμό, όπως η μη ισορροπημένη διατροφή, μείωση της συνθέσεως της καρνιτίνης ή έντονη φυσική άσκηση”,
– “διευκόλυνση του λιπιδικού μεταβολισμού, ιδίως στους αθλητές”.
Δεν προσκομίζεται καμία απόδειξη αυτών των εξαιρετικά αόριστων ισχυρισμών. Η ίδια η έννοια μειώσεως της ομάδας καρνιτίνης κατόπιν φυσικής ασκήσεως είναι αμφισβητούμενη: συγκεκριμένα, στην περίπτωση αυτή, η ελεύθερη μυϊκή καρνιτίνη ελαττώνεται, πράγματι, η εστεροποιημένη καρνιτίνη αυξάνεται, αλλά η συνολική ομάδα μυϊκής καρνιτίνης δεν διαφοροποιείται.»
99. Κατά την Επιτροπή, η γνωμοδότηση αυτή περιορίζεται στην εξέταση των ισχυρισμών περί των ιδιοτήτων του προϊόντος, καθώς και περί της χρησιμότητάς του, χωρίς όμως να αναλύει το ζήτημα αν το εν λόγω προϊόν ενέχει κίνδυνο για τη δημόσια υγεία.
100. Η Γαλλική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί το στοιχείο αυτό, αλλά εκτιμά ότι «η αποτελεσματικότητα του προϊόντος ή της ουσίας λαμβάνεται υπόψη από πολλές οδηγίες που αποβλέπουν στη δημόσια υγεία» και, παραπέμποντας στην προπαρατεθείσα απόφαση Cassis de Dijon, επισημαίνει ότι «η προστασία των καταναλωτών αποτελεί μια από τις επιτακτικές απαιτήσεις που προστίθενται στον κατάλογο των εξαιρέσεων που προβλέπει το άρθρο 30 ΕΚ».
101. Είναι σκόπιμο, εξαρχής, να υπομνησθεί η απόφαση Rompi και Arkopharma (18), με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι ελλείψει, πρώτον, κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως σχετικής με τα πρόσθετα που επιτρέπονται εν γένει στα τρόφιμα που προορίζονται για ειδική διατροφή, και ειδικότερα με την L-καρνιτίνη (19), και, δεύτερον, κανονιστικής ρυθμίσεως σχετικής με τη σύνθεση των εν λόγω τροφίμων, το κοινοτικό δίκαιο δεν απαγορεύει εθνική κανονιστική ρύθμιση, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, σχετική με τα πρόσθετα που επιτρέπονται κατά την παρασκευή αυτού του είδους τροφίμων.
102. Ακολούθως, επιβάλλεται, πράγματι, όπως προτείνει στο Δικαστήριο η Γαλλική Κυβέρνηση, να γίνει αναφορά στην προπαρατεθείσα απόφαση Cassis de Dijon, με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι «[τ]α εμπόδια αυτά κατά της κυκλοφορίας εντός της Κοινότητας, τα οποία προκύπτουν από τις διαφορές των εθνικών νομοθεσιών περί της διαθέσεως στο εμπόριο των εν λόγω προϊόντων, πρέπει να γίνουν δεκτά στο μέτρο που αυτές οι διατάξεις μπορεί να γίνει δεκτό ότι είναι απαραίτητες για να ικανοποιηθούν επιτακτικές ανάγκες, ιδίως ως προς [...] την προστασία των καταναλωτών» (20).
103. Φρονώ, ωστόσο, ότι η προστασία των καταναλωτών πράγματι διακυβεύεται αν δεν υφίσταται καμία απόδειξη, όπως προκύπτει από την προπαρατεθείσα γνωμοδότηση το περιεχόμενο της οποίας δεν αμφισβητεί, άλλωστε, η Επιτροπή, ότι μια ουσία παράγει τα αποτελέσματα που θα έπρεπε να παράγει βάσει των ενδείξεων που παρέχει.
104. Το επιχείρημα της Επιτροπής ότι, σε τέτοια περίπτωση, η επισήμανση θα αποτελούσε μέτρο λιγότερο δυσανάλογο από την απαγόρευση δεν με πείθει, διότι δεν καθίσταται σαφές ποια είναι τα στοιχεία που θα έπρεπε να αναφερθούν. Ένα προϊόν περιστοιχισμένο από διαφήμιση η οποία τονίζει ότι το εν λόγω προϊόν τονώνει τον μεταβολισμό των ατόμων που στερούνται ενέργειας θα εξακολουθούσε να σημειώνει πωλήσεις αν έφερε την επισήμανση : «Προσοχή, δεν έχει αποδειχθεί ότι το προϊόν αυτό τονώνει τον μεταβολισμό σας»;
105. Θεωρώ, επομένως, ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε την ύπαρξη παραβάσεως εν προκειμένω.
106. Η Επιτροπή αναφέρεται στη συνέχεια σε δύο άλλες γνωμοδοτήσεις του ΑΣΔΥΓ της 10ης Σεπτεμβρίου 1996, εκ των οποίων η μία αφορά τις καραμέλες και τα εμπλουτισμένα με βιταμίνες ροφήματα και η άλλη τα ροφήματα που χαρακτηρίζονται «τονωτικά».
107. Η γνωμοδότηση σχετικά με τα τονωτικά ροφήματα αναφέρει τα εξής:
«To [ΑΣΔΥΓ] εκφράζει ανησυχίες περί της σημερινής μεταδόσεως και της διαφημίσεως των ροφημάτων που χαρακτηρίζονται “τονωτικά”, τα οποία παρουσιάζονται ως ροφήματα συνήθους καταναλώσεως. Πράγματι, καίτοι δεν υφίσταται επιχείρημα κλασικής τοξικολογίας για να αντιταχθεί σε τέτοιου είδους προϊόν, πρέπει να επισημανθούν οι κίνδυνοι:
– υπερβάσεως των ορίων ασφαλείας για ορισμένο αριθμό βιταμινών. Ο κίνδυνος αυτός είναι ακόμη πιο σημαντικός δεδομένου ότι και άλλα προϊόντα, όπως για παράδειγμα οι καραμέλες, είναι επίσης εμπλουτισμένα με βιταμίνες,
– κίνδυνοι που συνδέονται με την υπερβολική κατανάλωση καφεΐνης : καρδιοαγγειακοί (καρδιακή αρρυθμία, αύξηση της αρτηριακής πιέσεως), νευροψυχολογικοί (υπερκινητικότητα, επιθετικότητα, αϋπνία, πηγή καταναλώσεως ηρεμιστικών), κίνδυνος σχετικός με το φωσφορο-ασβέστιο (έλλειψη ασβεστίου).
Στα στοιχεία αυτά προστίθεται η παραπλανητική διαφήμιση, η οποία βασίζεται σε παραπλανητικούς ισχυρισμούς, καθόσον δεν πρόκειται, υπό στενή έννοια, για τονωτικά ροφήματα, αλλά για προϊόντα που περιέχουν μια διεγερτική ουσία, την καφεΐνη, και μια ουσία που χαρακτηρίζεται προστατευτική (ταυρίνη, γλυκορονικό οξύ). Καμία έρευνα όμως δεν παρέχει σήμερα στοιχεία που επιτρέπουν να θεωρηθεί ότι υφίσταται αυτή η αυτοαποκαλούμενη προστατευτική ουσία. Επιπλέον, η παρουσία των ουσιών αυτών στη διατροφή δεν επιτρέπεται μέχρι σήμερα.
Το [ΑΣΔΥΓ] θεωρεί ότι αυτό το είδος ροφημάτων δεν πρέπει να επιτρέπεται για τους εξής λόγους:
– υπερβολική συγκέντρωση καφεΐνης (300 mg/l), μεγαλύτερη από την επιτρεπόμενη (150 mg/l),
– κίνδυνος υπερβολικής καταναλώσεως καφεΐνης, ειδικότερα στις εγκύους,
– ψευδής ισχυρισμός περί του “τονωτικού” χαρακτήρα του προϊόντος,
– κίνδυνος θετικού αποτελέσματος στην εξέταση ανιχνεύσεως αναβολικών στους αθλητές.
Το [ΑΣΔΥΓ] θεωρεί ότι το μέγιστο ποσοστό καφεΐνης στα ροφήματα δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 150 mg/l και υπενθυμίζει ότι η κατανάλωση καφεΐνης δεν θα έπρεπε να υπερβαίνει τα 200 mg/j.»
108. Θεωρώ αναμφισβήτητο ότι, απαριθμώντας τους συγκεκριμένους κινδύνους που συνδέονται με την υπερβολική κατανάλωση καφεΐνης, το ΑΣΔΥΓ, ως επιστημονικός φορέας, αποδεικνύει ότι τα επίμαχα ροφήματα προκαλούν προβλήματα στη δημόσια υγεία. Το ίδιο ισχύει όταν το ΑΣΔΥΓ διαπιστώνει ότι το εν λόγω είδος ροφήματος περιέχει «υπερβολική συγκέντρωση καφεΐνης (300 mg/l), μεγαλύτερη από την επιτρεπόμενη (150 mg/l)».
109. Όσον αφορά το τελευταίο αυτό όριο, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι η Γαλλική Δημοκρατία είναι αρμόδια να το θέσει, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι, «ελλείψει κανόνων εναρμονίσεως, τα κράτη μέλη παραμένουν ελεύθερα να αποφασίζουν ποιο είναι το επίπεδο προστασίας της ανθρώπινης υγείας και ζωής το οποίο προτίθενται να διασφαλίζουν» (21).
110. Εξάλλου, η Επιτροπή δεν προβάλλει κανένα επιστημονικό ή άλλο στοιχείο ικανό να θέσει υπό αμφισβήτηση την ανάλυση των γαλλικών αρχών όσον αφορά τους κινδύνους που προκαλούν τα επίμαχα ροφήματα στη δημόσια υγεία. Αντιθέτως, από μια πληροφορία που παρέσχε η Γαλλική Δημοκρατία και δεν αμφισβήτησε η Επιτροπή προκύπτει ότι η Επιτροπή έλαβε, στις 21 Ιανουαρίου 1999, αρνητική γνωμοδότηση, εκ μέρους της Επιστημονικής Επιτροπής Τροφίμων, όσον αφορά την παρουσία ορισμένων θρεπτικών ουσιών στα τονωτικά ροφήματα.
111. Όταν η γνωμοδότηση αναφέρεται, επικουρικώς, στον ψευδή ισχυρισμό επί του «τονωτικού» χαρακτήρα του προϊόντος, φρονώ ότι λαμβάνει υπόψη το κριτήριο της προστασίας του καταναλωτή που δικαιολογείται εν όψει της προπαρατεθείσας αποφάσεως Cassis de Dijon, όπως διευκρινίσθηκε ανωτέρω.
112. Ακολούθως, αν είναι αληθές ότι η αρχή της αναλογικότητας η οποία αποτελεί τη βάση της τελευταίας φράσεως του άρθρου 36 της Συνθήκης απαιτεί η δυνατότητα των κρατών μελών να απαγορεύουν τις εισαγωγές των προϊόντων που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη να περιορίζεται σε ό,τι είναι αναγκαίο για την επίτευξη των νομίμως επιδιωκώμενων σκοπών προστασίας της υγείας (22), δεν είμαι πεπεισμένος ότι προκύπτει εξ αυτού ότι η Γαλλική Δημοκρατία δεν δικαιούνταν να απαγορεύσει τα επίμαχα ροφήματα, αλλά ότι μπορούσε, για παράδειγμα, να απαιτήσει μόνον τη μια ή την άλλη μορφή επισημάνσεως.
113. Πράγματι, δεν θεωρώ δυσανάλογο ένα κράτος μέλος να απαγορεύει ένα προϊόν στο οποίο η συγκέντρωση μιας από τις ουσίες, εν προκειμένω η καφεΐνη, υπερβαίνει κατά 100% τη συγκέντρωση που επέτρεψε το κράτος μέλος αυτό, βάσει των αρμοδιοτήτων του, για τον καθορισμό του επιπέδου προστασίας της υγείας του πληθυσμού του.
114. Θεωρώ επομένως ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι η Γαλλική Δημοκρατία υπέπεσε σε παράβαση εν προκειμένω.
115. Όσον αφορά τη γνωμοδότηση για τις καραμέλες και τα εμπλουτισμένα σε βιταμίνες ροφήματα, αναφέρονται ιδίως τα εξής:
«3) Ο γαλλικός πληθυσμός κινδυνεύει από υπερβολική λήψη ορισμένων βιταμινών, που αν και αφορά μικρό μόνο τμήμα του δεν παύει να αποτελεί πραγματικότητα.
4) Η διάθεση αυτού του είδους προϊόντος εκθέτει σε υπέρβαση των ορίων ασφαλείας όσον αφορά τη λήψη ορισμένων βιταμινών. Είναι πράγματι σημαντική η θεώρηση ότι είναι δυνατό κάποιος να οδηγηθεί στην κατανάλωση πολλών προϊόντων εμπλουτισμένων με βιταμίνη τα οποία θα προστεθούν στις συνήθεις λήψεις: το συμπλήρωμα βιταμινών σε ένα προϊόν δεν πρέπει να υπερβαίνει ένα μικρό μόνο ποσοστό AQR ανά 100 Kcal.»
116. Στο πλαίσιο αυτό, η Γαλλική Κυβέρνηση εφιστά την προσοχή του Δικαστηρίου στη γνωμοδότηση του ΑΣΔΥΓ της 12ης Σεπτεμβρίου 1995 «σχετικά με τα όρια ασφαλείας στη διατροφική κατανάλωση των βιταμινών και ορισμένων μεταλλικών αλάτων». Από την ανάγνωση των αιτιολογικών αναφορών της εν λόγω γνωμοδοτήσεως προκύπτει ότι το ΑΣΔΥΓ έθεσε τα όρια ασφαλείας της καθημερινής καταναλώσεως των βιταμινών και μεταλλικών αλάτων βασιζόμενο στις «βιβλιογραφικές εκδόσεις και εκθέσεις που παρουσιάστηκαν στο [ΑΣΔΥΓ] επί των ιατρικών δημοσιεύσεων των παρατηρήσεων επί των παρενεργειών που προκαλεί στον άνθρωπο η κατανάλωση των κατωτέρω βιταμινών και μεταλλικών αλάτων, [...] στους κανόνες τοξικολογίας τροφίμων, [...] στις συστάσεις των Γάλλων εμπειρογνωμόνων της διατροφής [...] [και] στις μέχρι τότε μελέτες που πραγματοποιήθηκαν στη Γαλλία».
117. Λαμβανομένης υπόψη της προπαρατεθείσας αποφάσεως Harpegnies, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι η Γαλλική Δημοκρατία είναι αρμόδια να θέτει τα όρια ασφαλείας και να μεριμνά για την τήρηση των ορίων αυτών.
118. Επίσης, η Επιτροπή δεν αποδεικνύει ότι θα ήταν πιο ενδεδειγμένο προς τον επιδιωκώμενο σκοπό ─ την προστασία της υγείας ─ να επισημαίνει τις καραμέλες και τα εμπλουτισμένα με βιταμίνες ροφήματα αντί να τα απαγορεύει. Πράγματι, αν ο κίνδυνος υπερβάσεως των ορίων ασφαλείας που θέτει το κράτος μέλος είναι πραγματικός, όπως μπορεί να συναχθεί από την επίδικη γνωμοδότηση, το εν λόγω κράτος μέλος πρέπει να έχει δυνατότητα να απαγορεύσει τα επίμαχα προϊόντα.
119. Συναφώς, είναι, άλλωστε, εποικοδομητική η εκ νέου ανάγνωση ορισμένων αποσπασμάτων της αποφάσεως της 30ής Νοεμβρίου 1983, Van Bennecom (23), με τα οποία το Δικαστήριο συμμερίστηκε τις ανησυχίες στον τομέα της υγείας που συνδέονται με την υπερβολική κατανάλωση βιταμινών:
«36 Όπως είχε το Δικαστήριο την ευκαιρία να κρίνει με την απόφασή του της 14ης Ιουλίου 1983, 174/82, Sandoz (Συλλογή 1983, σ. 2445), η υπερβολική και παρατεταμένη κατανάλωση βιταμινών μπορεί να έχει επιβλαβείς συνέπειες, ο βαθμός των οποίων ποικίλλει ανάλογα με το είδος των βιταμινών, δεδομένου ότι οι λιποδιαλυτές βιταμίνες παρουσιάζουν κατά κανόνα μεγαλύτερο κίνδυνο νοσηρότητας από τις υδροδιαλυτές. Εξάλλου, οι βιταμίνες παρουσιάζουν πραγματικό κίνδυνο για την υγεία, κυρίως όταν είναι υψηλής συμπυκνώσεως. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τις παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, η επιστημονική έρευνα δεν έχει ακόμα προχωρήσει αρκετά, ώστε να μπορεί να προσδιορίσει με βεβαιότητα τις κρίσιμες ποσότητες και συμπυκνώσεις και τις ακριβείς συνέπειές τους.
37 Σύμφωνα, όμως, με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, εφόσον παραμένουν αμφιβολίες, κατά το παρόν στάδιο εξελίξεως της επιστημονικής έρευνας, εναπόκειται στα κράτη μέλη, ελλείψει εναρμονίσεως, να αποφασίζουν για τον βαθμό προστασίας της υγείας και της ζωής των προσώπων, λαμβάνοντας υπόψη τις απαιτήσεις της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων εντός της Κοινότητας.
38 Οι αρχές αυτές εφαρμόζονται, επίσης, σε ουσίες όπως οι βιταμίνες οι οποίες δεν είναι, κατά κανόνα, νοσογόνες, αυτές καθαυτές, αλλά μπορούν να προκαλέσουν συγκεκριμένες επιβλαβείς συνέπειες, σε περίπτωση υπερβολικής καταναλώσεως. [...]»
120. Η Επιτροπή δεν προσκομίζει κανένα στοιχείο ικανό να αποδείξει ότι οι ανησυχίες που εκφράστηκαν το 1983 δεν ισχύουν σήμερα από επιστημονικής απόψεως.
121. Θεωρώ, επομένως, ότι, στην περίπτωση των καραμελών και των εμπλουτισμένων με βιταμίνες ροφημάτων, η Επιτροπή δεν απέδειξε με λυσιτελή νομικά επιχειρήματα ότι η Γαλλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της Συνθήκης.
122. Τέλος, με το υπόμνημα απαντήσεως, η Επιτροπή προσάπτει επιπλέον στη γαλλική κανονιστική ρύθμιση ότι απαλλάσσει τις αρμόδιες αρχές από την υποχρέωση να αποδείξουν, σε κάθε περίπτωση και για κάθε προϊόν, ότι το μέτρο απαγορεύσεως που λαμβάνουν είναι αναγκαίο για την προστασία της δημόσιας υγείας. Πράγματι, κανένα από τα δύο επίδικα διατάγματα δεν θέτει ως προϋπόθεση για την εγγραφή μιας ουσίας στους θετικούς καταλόγους τη διαπίστωση ότι η εν λόγω ουσία είναι αβλαβής. Η προβλεπόμενη από τα κείμενα αυτά διαδικασία έχει στόχο να καταστήσει τη χρήση των ουσιών αυτών «νόμιμη», χωρίς να διευκρινίζει τα κριτήρια ή να καθορίζει σε τι συνίσταται ένα νόμιμο προϊόν. Σε καμία περίπτωση, ο «νόμιμος» χαρακτήρας δεν στηρίζεται στο αβλαβές του επίμαχου προϊόντος. Αυτό έχει ως συνέπεια την απαλλαγή των ελεγκτικών αρχών από την υποχρέωση αποδείξεως ότι τα προϊόντα που τίθενται στην αγορά είναι επικίνδυνα για την υγεία και τη δυνατότητά τους να περιορίζονται στην επίκληση της «νοθείας», κατά την έννοια του κώδικα καταναλώσεως.
123. Φρονώ ότι αυτή η αιτίαση της Επιτροπής δεν ευσταθεί. Συγκεκριμένα, όπως υποστηρίζει η Γαλλική Κυβέρνηση, η διαδικασία που προκύπτει από τα διατάγματα της 15ης Απριλίου 1912 και της 29ης Αυγούστου 1991 προβλέπει ότι οι ουσίες καθίστανται επιτρεπτές με απόφαση, κατόπιν γνωμοδοτήσεων επιστημονικών φορέων. Πρόκειται περί του ΑΣΔΥΓ, ο ρόλος του οποίου αναθεωρήθηκε με τον νόμο 98-585, της 1ης Ιουλίου 1998, από τη Γαλλική Υπηρεσία Ασφάλειας των Τροφίμων, καθώς και περί της Εθνικής Ακαδημίας Ιατρικής. Ο ρόλος των φορέων αυτών συνίσταται ακριβώς στην εκτίμηση αν νέες ουσίες για τις οποίες ζητείται χορήγηση αδείας χρήσεως είναι αβλαβείς.
124. Η Επιτροπή αντιτάσσει σε τούτο ότι δεν ζητείται συστηματικώς η άποψη της ΑΣΔΥΓ. Πράγματι, στην περίπτωση κατά την οποία οι επιχειρηματίες [...] δεν εφαρμόζουν τη διαδικασία των διαταγμάτων του 1912 και του 1991, οι εναντίον τους διώξεις στηρίζονται στην απλή διαπίστωση της «νοθεύσεως» και όχι σε επιστημονική ανάλυση του κινδύνου που ενδεχομένως ενέχουν τα προϊόντα τους.
125. Φρονώ ωστόσο ότι, οσάκις τα τρόφιμα που περιέχουν απαγορευμένη ουσία η οποία δεν επιτρέπεται στη Γαλλία τίθενται απευθείας στην αγορά, χωρίς να έχει ζητηθεί εγγραφή της εν λόγω ουσίας στον θετικό κατάλογο, είναι φυσιολογικό οι αρμόδιες αρχές να ασκούν απευθείας διώξεις, δίχως να πρέπει να αποδείξουν προηγουμένως ότι η εν λόγω ουσία είναι επιβλαβής. Στην αντίθετη περίπτωση, όλο το σύστημα του θετικού καταλόγου θα ετίθετο υπό αμφισβήτηση.
126. Υπενθυμίζω, τέλος, την ανωτέρω διαπίστωση ότι ένα κράτος μέλος μπορεί επίσης να απαγορεύσει την εμπορία τροφίμου όταν το εν λόγω τρόφιμο δεν συνεπάγεται άμεσο κίνδυνο για την υγεία, αλλά παρουσιάζεται κατά τέτοιο τρόπο ώστε να πείθει τον καταναλωτή ότι έχει ευεργετικά αποτελέσματα, των οποίων στην πραγματικότητα στερείται.
127. Καταλήγω αναφέροντας ότι οι διάδικοι ασχολήθηκαν επίσης με το ζήτημα αν απλώς και μόνον η έλλειψη θρεπτικής αξίας μπορεί επίσης να αποτελέσει κριτήριο το οποίο δικαιολογεί παρακώλυση της ελεύθερης κυκλοφορίας.
128. Θεωρώ ότι η συζήτηση αυτή δεν είναι πλέον λυσιτελής, καθόσον, κατά την άποψή μου, η Γαλλική Δημοκρατία απέδειξε ότι η εμπορία των επίμαχων προϊόντων ενείχε κίνδυνο για τη δημόσια υγεία και/ή για την προστασία των καταναλωτών.
129. Εν πάση περιπτώσει, η έλλειψη θρεπτικής αξίας αποτελεί επίσης, εν όψει της νομολογίας του Δικαστηρίου, κριτήριο ικανό να δικαιολογήσει παρακώλυση. Πράγματι, με την προπαρατεθείσα απόφαση της 16ης Ιουλίου 1992, Επιτροπή κατά Γαλλίας, το Δικαστήριο έκρινε ότι αίτηση περί εγγραφής μιας πρόσθετης ουσίας στον εν λόγω πίνακα μπορεί να απορριφθεί από τις αρμόδιες διοικητικές αρχές μόνο αν η ουσία αυτή δεν ανταποκρίνεται σε καμία υπαρκτή ανάγκη, ιδίως (24) τεχνολογικής φύσεως, ή αν ενέχει κίνδυνο για τη δημόσια υγεία (25).
130. Συνοψίζοντας, δεδομένου ότι το Δικαστήριο δέχεται ότι τα κράτη μέλη δικαιούνται να αποφασίζουν επί του επιπέδου της προστασίας που επιθυμούν να διασφαλίσουν στους τομείς στους οποίους δεν επήλθε εναρμόνιση, τούτο σημαίνει αναγκαστικώς ότι μπορούν να δεχθούν την ύπαρξη κινδύνου σε περιπτώσεις όπου άλλα κράτη μέλη δεν τη δέχονται ή δεν ενδιαφέρονται να αναλύσουν τις συνέπειες μιας δεδομένης ουσίας.
131. Τούτο σημαίνει επίσης ότι ένα κράτος μέλος δεν υποχρεούται να αποδείξει, με απόλυτη βεβαιότητα, την ύπαρξη σοβαρού κινδύνου. Αρκεί να προβάλει συγκεκριμένα και εύλογα επιχειρήματα ότι η προστασία της υγείας των ατόμων ή η προστασία των καταναλωτών πράγματι διακυβεύονται. Φρονώ ότι η Γαλλική Δημοκρατία εκπλήρωσε την υποχρέωση αυτή και ότι η Επιτροπή δεν προσκόμισε αρκετά στοιχεία ικανά να αποδείξουν το αντίθετο.
132. Καταλήγω, επομένως, το συμπέρασμα ότι η πρώτη αιτίαση της Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία οι γαλλικές αρχές «εμπόδισαν την εμπορία στη Γαλλία των προαναφερθέντων τροφίμων χωρίς να αποδείξουν ότι η εμπορία των προϊόντων αυτών ενείχε κίνδυνο για την υγεία», πρέπει να απορριφθεί.
Επί των δικαστικών εξόδων
133. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι, κατά την άποψή μου, καίτοι η Γαλλική Δημοκρατία ηττήθηκε ως προς ένα από τα τρία μέρη της προσφυγής, η Επιτροπή ηττήθηκε κατά ένα ουσιαστικό τμήμα των αιτιάσεών της. Επομένως, προτείνω, βάσει του άρθρου 69, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, να καταδικαστεί κάθε διάδικος να καταβάλει τα δικά του έξοδα.
IV – Προτάσεις
134. Προτείνω τα εξής:
– να αναγνωριστεί ότι, όσον αφορά την εμπορία στη Γαλλία των περιεχόντων πρόσθετες ουσίες συνήθων τροφίμων και προοριζομένων για ειδική διατροφή τροφίμων, τα οποία νομίμως παρασκευάζονται και/ή διατίθενται στο εμπόριο εντός άλλων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η Γαλλική Δημοκρατία, μη προβλέποντας, για την εγγραφή στον περιοριστικό πίνακα των εν λόγω ουσιών τον οποίο προβλέπει η εθνική κανονιστική ρύθμιση, μια διαδικασία εύκολα προσιτή και όχι υπέρμετρα χρονοβόρα, δυνάμενη να προσβληθεί δικαστικώς σε περίπτωση που καταλήγει σε αρνητική απόφαση, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 28 ΕΚ),
– να απορριφθεί η προσφυγή κατά τα λοιπά,
– να φέρει κάθε διάδικος τα δικά του έξοδα.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 – ΕΕ L 186, σ. 27, η υπογράμμιση δική μου.
3 – ΕΕ 1989, L 40, σ. 27.
4 – Υπογραμμισμένο στο πρωτότυπο κείμενο.
5 – ΕΕ L 175, σ. 35.
6 – Υπόθεση 7/71 (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 1049, σκέψη 13).
7 – Απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 1979, 120/78, Rewe-Zentral (Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 321).
8 – Υπόθεση C-184/96 (Συλλογή 1998, σ. Ι-6197, στο εξής: «απόφαση Foie gras».
9 – Βλ. σκέψη 7 της αποφάσεως.
10 – Η υπογράμμιση δική μου.
11 – Η υπογράμμιση δική μου.
12 – Η υπογράμμιση δική μου.
13 – Σκέψη 25.
14 – Η υπογράμμιση δική μου.
15 – Υπόθεση C-344/90 (Συλλογή 1992, σ. Ι-4719).
16 – Σκέψη 9.
17 – Απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 1997, C-154/94, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1997, σ. Ι-5815, σκέψη 102).
18 – Απόφαση της 18ης Μαΐου 2000, C-107/97 (Συλλογή 2000, σ. Ι-3367, σκέψη 51).
19 – Η υπογράμμιση δική μου.
20 – Σκέψη 8.
21 – Απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 1998, C-400/96, Harpegnies (Συλλογή 1998, σ. Ι-5121, σκέψη 33).
22 – Προπαρατεθείσα απόφαση Harpegnies, σκέψη 34.
23 – Υπόθεση 227/82 (Συλλογή 1983, σ. 3883, σκέψεις 36 έως 38).
24 – Η υπογράμμιση δική μου.
25 – Σκέψη 10.
Full & Egal Universal Law Academy