Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Η παρούσα αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε από εταιρία γερμανικού δικαίου, την εταιρία Interporc Im- und Export GmbH (1) κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων (πρώτο πενταμελές τμήμα) της 7ης Δεκεμβρίου 1999 (2) που ακύρωσε εν μέρει την απόφαση της Επιτροπής της 23ης Απριλίου 1998 (3) με την οποία δεν αναγνωρίζεται το δικαίωμα προσβάσεως της αναιρεσείουσας σε έγγραφα.
Η αναιρεσείουσα καλεί το Δικαστήριο, κυρίως, να αναιρέσει την απόφαση του Πρωτοδικείου καθόσον αυτό έκρινε ότι η Επιτροπή καλώς εφάρμοσε τον κανόνα σύμφωνα με τον οποίο αυτή υποχρεούνταν να μη κοινολογήσει τα έγγραφα που κατέχει αλλά τα οποία είχαν συνταχθεί από τα κράτη μέλη ή τις αρχές τρίτης χώρας (στην προκειμένη περίπτωση, πρόκειται για τις αρχές της Αργεντινής), μολονότι η εφαρμογή του κανόνα αυτού προσβάλλει το θεμελιώδες κοινοτικό δικαίωμα προσβάσεως σε έγγραφα.
2 Η υπόθεση αυτή εντάσσεται σε ειδικό νομικό πλαίσιο του οποίου τα κύρια στοιχεία είναι τα εξής.
Ι - Το νομικό πλαίσιο
3 Η απόφαση 94/90/ΕΚΑΞ, ΕΚ, Ευρατόμ της Επιτροπής, της 8ης Φεβρουαρίου 1994 (4) και το παράρτημά της ως προς τον κώδικα συμπεριφοράς σχετικά με τη πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα της Επιτροπής και του Συμβουλίου (5) βρίσκονται στο κέντρο της υποθέσεως αυτής.
4 Ο κώδικας συμπεριφοράς διαλαμβάνει μια «γενική αρχή» (6) προσβάσεως στα έγγραφα, που συνοδεύεται από νομικό καθεστώς του οποίου επιβάλλεται να παρατεθούν τα σημαντικότερα σημεία.
Η γενική αρχή προσβάσεως στα έγγραφα, κατά την έννοια του κώδικα συμπεριφοράς
5 Η γενική αρχή καθορίζεται ως εξής:
«Το κοινό θα έχει την ευρύτερη δυνατή πρόσβαση στα έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή (7) της Επιτροπής [...]» (8).
Τα όρια της γενικής αρχής προσβάσεως στα έγγραφα, κατά την έννοια του κώδικα συμπεριφοράς
6 Ο κώδικας συμπεριφοράς προβλέπει την περίπτωση κατά την οποία η αίτηση προσβάσεως αφορά έγγραφο του οποίου η Επιτροπή δεν είναι ο συντάκτης. Συναφώς, το πέμπτο εδάφιο του κώδικα συμπεριφοράς διαλαμβάνει τον κανόνα του συντάκτη του εγγράφου:
«Όταν το έγγραφο που βρίσκεται στην κατοχή του θεσμικού οργάνου προέρχεται από φυσικό ή νομικό πρόσωπο, κράτος μέλος, άλλο θεσμικό όργανο ή κοινοτική υπηρεσία ή οποιοδήποτε άλλο εθνικό ή διεθνή οργανισμό, η αίτηση πρέπει να απευθύνεται απευθείας στον συντάκτη του εγγράφου.»
7 Όσον αφορά το καθαυτό καθεστώς παρεκκλίσεων, τούτο διατυπώνεται ως εξής:
«Τα θεσμικά όργανα αρνούνται την πρόσβαση σε έγγραφο του οποίου η κοινολόγηση είναι δυνατόν να αποβεί εις βάρος:
- της προστασίας του δημοσίου συμφέροντος (δημόσια ασφάλεια, διεθνείς σχέσεις, νομισματική σταθερότητα, δικαστικές διαδικασίες, επιθεωρήσεις και έρευνες),
- της προστασίας του προσώπου [ατόμου] και της ιδιωτικής ζωής,
- της προστασίας του απορρήτου στον εμπορικό και βιομηχανικό τομέα,
- της προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας,
- της προστασίας της εχεμύθειας που ζητά το φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο παρέσχε την πληροφορία ή που απαιτείται από τη νομοθεσία του κράτους μέλους το οποίο παρέσχε την πληροφορία.
Τα θεσμικά όργανα μπορούν επίσης να αρνηθούν την πρόσβαση για να εξασφαλίσουν προστασία του συμφέροντος του θεσμικού οργάνου σε συνάρτηση με το απόρρητο των διαβουλεύσεών [διασκέψεών] του» (9).
8 Προκειμένου να διασφαλιστεί η εφαρμογή αυτού του κώδικα συμπεριφοράς, το άρθρο 2, σημείο 2, της αποφάσεως 94/90 ορίζει:
«Ο αιτών ενημερώνεται γραπτώς, εντός ενός μηνός, από τον γενικό διευθυντή, το διευθυντή της υπηρεσίας, το διευθυντή που έχει ορισθεί αρμόδιος για τα θέματα αυτά στη Γενική Γραμματεία, ή εξ ονόματός τους, από τον υπάλληλο που τους εκπροσωπεί, σχετικά με τη θετική συνέχεια που πρόκειται να δοθεί στην αίτησή του ή με την πρόθεση παροχής αρνητικής απάντησης. Στη δεύτερη αυτή περίπτωση πρέπει να γνωστοποιείται στον αιτούντα ότι διαθέτει προθεσμία ενός μηνός για να υποβάλει στο Γενικό Γραμματέα της Επιτροπής επαναληπτική αίτηση προκειμένου να επιτύχει την αναθεώρηση της πρόθεσης άρνησης της πρόσβασης, ειδάλλως θεωρείται ότι έχει παραιτηθεί από την αρχική του αίτηση.»
9 Στη συνέχεια η Επιτροπή εξέδωσε επίσης την ανακοίνωση 94/C 67/03, περί της βελτιώσεως της προσβάσεως στα έγγραφα, διευκρινίζοντας τα κριτήρια εφαρμογής της αποφάσεως 94/90 (10). Από την ανακοίνωση αυτή προκύπτει ότι «κάθε πολίτης μπορεί να ζητήσει [...] την πρόσβαση σε οποιοδήποτε έγγραφο της Επιτροπής που δεν έχει δημοσιευθεί, περιλαμβανομένων των προπαρασκευαστικών εγγράφων και του επεξηγηματικού υλικού» (11). Όσον αφορά τις εξαιρέσεις που προβλέπει ο κώδικας συμπεριφοράς, η ανακοίνωση του 1994 αναφέρει ότι «η Επιτροπή μπορεί να αρνηθεί την πρόσβαση σε έγγραφο εάν κρίνει ότι η γνωστοποίησή του μπορεί να αποβεί επιζήμια για τα δημόσια και ιδιωτικά συμφέροντα και για την καλή λειτουργία του οργάνου» (12). Σχετικά με το σημείο αυτό, η εν λόγω ανακοίνωση υπογραμμίζει ότι «κάθε αίτηση πρόσβασης σε έγγραφο εξετάζεται χωριστά και δεν μπορούν να ισχύσουν αυτόματα οι εξαιρέσεις» (13).
ΙΙ - Το πραγματικό και διαδικαστικό πλαίσιο
10 Οι εισαγωγές βοείου κρέατος προελεύσεως τρίτων χωρών στην Κοινότητα υπόκεινται σε δασμούς και σε πρόσθετες εισαγωγικές επιβαρύνσεις. Σύμφωνα με τη Γενική Συμφωνία Δασμών και Εμπορίου (ΓΣΔΕ), οι ποσότητες βοείου κρέατος υψηλής ποιότητας (Hilton Beef), με προέλευση τη Δημοκρατία της Αργεντινής, μπορούν να εισάγονται στην Κοινότητα χωρίς πρόσθετες εισαγωγικές επιβαρύνσεις. Στην περίπτωση αυτή, πρέπει να καταβάλλονται μόνον οι δασμοί του εφαρμοστέου κοινού δασμολογίου. Για τη χορήγηση της απαλλαγής αυτής είναι απαραίτητη η υποβολή πιστοποιητικών γνησιότητας συνταχθέντων από τις αρχές της Αργεντινής.
Πληροφορηθείσα ότι ανακαλύφθηκαν περιπτώσεις πλαστογραφίας των πιστοποιητικών γνησιότητας, η Επιτροπή, σε συνεργασία με τις τελωνειακές αρχές των κρατών μελών, διενήργησε έρευνες από τις οποίες προέκυψε ότι εθνικές επιχειρήσεις, μεταξύ των οποίων η Interporc, είχαν χρησιμοποιήσει πλαστά πιστοποιητικά.
11 Αφού αμφισβήτησε το βάσιμο των κατηγοριών αυτών, η Interporc ισχυρίστηκε ότι είχε υποβάλει καλοπίστως τα πιστοποιητικά και ότι η ευθύνη για ορισμένες ελλείψεις κατά τον έλεγχο βαρύνει τις αρμόδιες αρχές της Αργεντινής και την Επιτροπή.
12 Με απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 1996, η Επιτροπή γνωστοποίησε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ότι θεωρούσε ότι το αίτημα μειώσεως των εισαγωγικών δασμών που είχε υποβάλει η αναιρεσείουσα δεν ήταν δικαιολογημένο.
13 Με σκοπό να αποδείξει την καλή της πίστη, η Interporc ζήτησε, με έγγραφο της 23ης Φεβρουαρίου 1996, από διάφορες αρμόδιες υπηρεσίες της Επιτροπής να λάβει γνώση ορισμένων εγγράφων σχετικά με τον έλεγχο των εισαγωγών βοείου κρέατος και τις έρευνες που οδήγησαν στη λήψη των αποφάσεων των γερμανικών αρχών να ζητήσουν την εκ των υστέρων καταβολή εισαγωγικών δασμών.
14 Η Επιτροπή αντέταξε τότε στην αναιρεσείουσα διττή άρνηση.
Πρώτον, με έγγραφο της 22ας Μαρτίου 1996, ο γενικός διευθυντής της Γενικής Διευθύνσεως (14) VI της Επιτροπής απέρριψε, μεταξύ άλλων, το αίτημα προσβάσεως στην αλληλογραφία που ανταλλάχθηκε με τις αρχές της Αργεντινής. Η άρνηση αυτή βασιζόταν, αφενός, στην εξαίρεση που αντλείται από την προστασία του δημοσίου συμφέροντος και, αφετέρου, στον λόγο ότι η αναιρεσείουσα έπρεπε να υποβάλει το αίτημά της απευθείας στους συντάκτες των εγγράφων αυτών.
Δεύτερον, με έγγραφο της 25ης Μαρτίου 1996, ο Γενικός Διευθυντής της ΓΔ XXI έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι το αίτημα προσβάσεως στα έγγραφα που προέρχονταν από τα κράτη μέλη έπρεπε να υποβληθεί απευθείας στους αντίστοιχους συντάκτες των εγγράφων αυτών.
15 Ενόψει της αντιρρήσεως αυτής, η αναιρεσείουσα, με έγγραφο της 27ης Μαρτίου 1996, υπέβαλε επαναληπτική αίτηση, κατά την έννοια του κώδικα συμπεριφοράς, στον Γενικό Γραμματέα της Επιτροπής. Με το έγγραφο αυτό, αμφισβήτησε το βάσιμο των λόγων που επικαλέστηκαν οι γενικοί διευθυντές των ΓΔ VI και XXI για να αρνηθούν την πρόσβαση στα έγγραφα. Ο Γενικός Γραμματέας της Επιτροπής απέρριψε την επαναληπτική αίτηση με έγγραφο της 29ης Μαου 1996.
16 Η Interporc κίνησε επίσης διαδοχικά δύο διαδικασίες ενώπιον του Πρωτοδικείου.
Πρώτον, η αναιρεσείουσα, από κοινού με δύο άλλες γερμανικές επιχειρήσεις, άσκησε στις 12 Απριλίου 1996, προσφυγή ακυρώσεως της αποφάσεως της 26ης Ιανουαρίου 1996. Το Πρωτοδικείο ακύρωσε την απόφαση αυτή (15).
Δεύτερον, με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 9 Αυγούστου 1996, η νυν αναιρεσείουσα άσκησε δεύτερη προσφυγή με αντικείμενο αυτή τη φορά την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής της 29ης Μαου 1996, με την οποία επιβεβαιώθηκε η άρνηση να μην επιτραπεί η πρόσβαση της αναιρεσείουσας σε ορισμένα από τα έγγραφα της Επιτροπής. Με απόφαση της 6ης Φεβρουαρίου 1998 (16), το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η απόφαση της 29ης Μαου 1998 ήταν ανεπαρκώς αιτιολογημένη και την ακύρωσε.
17 Προς εκτέλεση της αποφάσεως Interporc I, η Επιτροπή κοινοποίησε στην αναιρεσείουσα νέα απόφαση στις 23 Απριλίου 1998 η οποία περιείχε πανομοιότυπο συμπέρασμα με εκείνο της ακυρωθείσας αποφάσεως της 29ης Μαου 1996, με διαφορετική όμως αιτιολογία.
18 Η απόφαση της 23ης Απριλίου 1998 έδωσε λαβή για νέα διαδικασία. Η αναιρεσείουσα αμφισβητεί την ουσία της αποφάσεως. Καθόσον ενδιαφέρει εν προκειμένω, η απόφαση αυτή ορίζει, μεταξύ άλλων:
«Τα έγγραφα που ζητήσατε μπορούν να καταταγούν στις ακόλουθες κατηγορίες:
1. Τα προερχόμενα από τα κράτη μέλη και τις αρχές της Αργεντινής έγγραφα
- Οι δηλώσεις των κρατών μελών σχετικά με τις ποσότητες του βοείου κρέατος Hilton που εισήχθησαν από την Αργεντινή μεταξύ 1985 και 1992·
- οι δηλώσεις των αρχών της Αργεντινής για τις ποσότητες βοείου κρέατος Hilton που εξήχθησαν προς την Κοινότητα κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου·
- τα έγγραφα των αρχών της Αργεντινής σχετικά με τον προσδιορισμό των οργανισμών που είναι αρμόδιοι για την έκδοση των πιστοποιητικών γνησιότητας·
- τα έγγραφα των αρχών της Αργεντινής σχετικά με τη σύναψη της συμφωνίας για το άνοιγμα της ποσοστώσεως Hilton·
- τις λήψεις θέσεως των κρατών μελών σε παρόμοιες υποθέσεις.
2. Τα προερχόμενα από την Επιτροπή έγγραφα
- Τις εσωτερικές αναφορές της ΓΔ VI που συντάχθηκαν βάσει των δηλώσεων των κρατών μελών και των τρίτων χωρών·
- τα έγγραφα της Επιτροπής σχετικά με τους οργανισμούς που είναι αρμόδιοι για την έκδοση των πιστοποιητικών γνησιότητας·
- τα έγγραφα σχετικά με τη σύμβαση που συνήφθη για το άνοιγμα της ποσοστώσεως Hilton· τις γνώμες της ΓΔ VI, τις ενδοϋπηρεσιακές γνώμες, τις ανακοινώσεις που απηύθυνε η Επιτροπή στις αρχές της Αργεντινής·
- τα έγγραφα σχετικά με τη σύμβαση που συνήφθη μεταξύ της Κοινότητας και της Αργεντινής περί μειώσεως της ποσοστώσεως κατόπιν της ανακαλύψεως των πλαστογραφιών· τις εσωτερικές γνώμες της ΓΔ VI, τις ενδοϋπηρεσιακές γνώμες (ΓΔ Ι, ΓΔ ΞΞΙ), τα υπηρεσιακά σημειώματα των γραφείων των αρμοδίων επιτρόπων, τα υπηρεσιακά σημειώματα που εστάλησαν στα γραφεία αυτά, τις ανακοινώσεις που εστάλησαν στην αντιπροσωπεία της Επιτροπής στην Αργεντινή, την αλληλογραφία προς τον πρέσβη της Αργεντινής στην Ευρωπαϋκή Ένωση·
- την έκθεση της Επιτροπής σχετικά με τους ελέγχους της ποσοστώσεως Hilton·
- τις γνώμες των ΓΔ VI και ΞΞΙ όσον αφορά τις αποφάσεις που ελήφθησαν σε άλλες παρεμφερείς υποθέσεις·
- τα πρακτικά των συσκέψεων της ομάδας εμπειρογνωμόνων των κρατών μελών οι οποίες πραγματοποιήθηκαν στις 2 Οκτωβρίου και στις 4 Δεκεμβρίου 1995.
Όσον αφορά τα έγγραφα που προέρχονται από τα κράτη μέλη και τις αρχές της Αργεντινής, σας συμβουλεύω να ζητήσετε αμελλητί αντίγραφα από αυτά τα κράτη μέλη καθώς και από τις ενδιαφερόμενες αρχές. Μολονότι είναι αληθές ότι ο κώδικας συμπεριφοράς ορίζει ότι: "το κοινό θα έχει την ευρύτερη δυνατή πρόσβαση στα έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή της Επιτροπής και του Συμβουλίου", εντούτοις το πέμπτο εδάφιο προβλέπει ότι: "όταν το έγγραφο που βρίσκεται στην κατοχή του θεσμικού οργάνου προέρχεται από φυσικό ή νομικό πρόσωπο, κράτος μέλος, άλλο θεσμικό όργανο ή κοινοτική υπηρεσία ή οποιοδήποτε άλλο εθνικό ή διεθνή οργανισμό, η αίτηση πρέπει να απευθύνεται απευθείας στον συντάκτη του εγγράφου". Επομένως, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή κατάχρηση δικαιώματος· η Επιτροπή εφάρμοσε απλώς μια διάταξη της αποφάσεώς της της 8ης Φεβρουαρίου 1994 περί εφαρμογής του κώδικα συμπεριφοράς» (17).
19 Στις 9 Ιουνίου 1998, το Πρωτοδικείο επελήφθη προσφυγής ακυρώσεως της αποφάσεως αυτής. Εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, που αποτελεί αντικείμενο της παρούσας αναιρέσεως.
20 Με την επιχειρηματολογία της ενώπιον του Πρωτοδικείου, η αναιρεσείουσα προέβη στη διάκριση μεταξύ, αφενός, των εγγράφων που έχει συντάξει η Επιτροπή και, αφετέρου, των εγγράφων που έχουν συντάξει τα κράτη μέλη ή οι αρχές της Αργεντινής.
21 Όσον αφορά τα έγγραφα που προέρχονται από την Επιτροπή, η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε τρεις λόγους, τους οποίους άντλησε από την παράβαση, πρώτον, του κώδικα συμπεριφοράς και της αποφάσεως 94/90, δεύτερον, του άρθρου 176 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 233 ΕΚ) σε συνδυασμό με την απόφαση Interporc I και, τρίτον, του άρθρου 190 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 253 ΕΚ).
22 Το Πρωτοδικείο ακύρωσε την αρνητική απόφαση προσβάσεως βάσει του πρώτου λόγου, χωρίς να εξετάσει τους δύο άλλους λόγους. Πράγματι, έκρινε ότι η Επιτροπή είχε προβεί σε εσφαλμένη εφαρμογή της παρεκκλίσεως που αντλείται από την προστασία του δημοσίου συμφέροντος.
23 Η αίτηση αναιρέσεως της οποίας επιλαμβάνεται το Δικαστήριο δεν αφορά, επομένως, την άρνηση προσβάσεως στα έγγραφα που προέρχονται από την Επιτροπή, άρνηση για την οποία το Πρωτοδικείο δέχθηκε το αίτημα της αναιρεσείουσας. Ενώπιον του Δικαστηρίου, η Interporc βάλλει μόνον κατά της συλλογιστικής που ακολούθησε το Πρωτοδικείο σχετικά με την άρνηση της Επιτροπής να της επιτρέψει την πρόσβαση στα έγγραφα που προέρχονται από τα κράτη μέλη ή τις αρχές της Αργεντινής. Η παρούσα αίτηση αναιρέσεως περιορίζεται σ' αυτό το τμήμα της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
24 Προτού εξετάσω την αίτηση αναιρέσεως, θα υπενθυμίσω τη διατύπωση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
ΙΙΙ - Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
25 Το Πρωτοδικείο περιγράφει ως εξής τους λόγους που επικαλέστηκε ενώπιόν του η Interporc:
«Η προσφεύγουσα προβάλλει τρεις λόγους που αντλούνται, πρώτον, από τον μη σύννομο χαρακτήρα της προσβαλλομένης αποφάσεως καθόσον θεμελιώνεται στον κανόνα του συντάκτη του εγγράφου, δεύτερον, από την παραβίαση της αποφάσεως 94/90 και του κώδικα συμπεριφοράς και, τρίτον, από την παράβαση του άρθρου 190 της Συνθήκης» (18).
26 Αφού εξέτασε διαδοχικά τους τρεις αυτούς λόγους, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι δεν συνέτρεχε περίπτωση να ακυρώσει την προσβληθείσα απόφαση όσον αφορά τα έγγραφα που προέρχονταν από τα κράτη μέλη ή τις αρχές της Αργεντινής αποφαινόμενο ως εξής:
«Επί του λόγου που αντλείται από τον μη σύννομο χαρακτήρα της προσβαλλομένης αποφάσεως καθόσον θεμελιώνεται στον κανόνα του συντάκτη του εγγράφου
[...]
54 Προεισαγωγικώς, υπενθυμίζεται η διεξαγωγή της διοικητικής διαδικασίας. Με έγγραφο της 23ης Φεβρουαρίου 1996, η προσφεύγουσα ζήτησε την πρόσβαση σε ορισμένα έγγραφα σχετικά με τον έλεγχο των εισαγωγών κρέατος Hilton Beef, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται τα επίδικα έγγραφα. Με έγγραφα της 22ας και 25ης Μαρτίου 1996, οι γενικοί διευθυντές των ΓΔ VI και ΞΞΙ απέρριψαν τις αιτήσεις προσβάσεως επικαλούμενοι την εξαίρεση που αντλείται από την προστασία του δημοσίου συμφέροντος (διεθνείς σχέσεις), τον κανόνα του συντάκτη του εγγράφου, την εξαίρεση που αντλείται από την προστασία του δημοσίου συμφέροντος (διαδικασίες επιθεωρήσεως και έρευνας) και την εξαίρεση που αντλείται από την προστασία του προσώπου και της ιδιωτικής ζωής. Με έγγραφο της 27ης Μαρτίου 1996, που απηύθυνε στον Γενικό Γραμματέα της Επιτροπής, ο εκπρόσωπος της προσφεύγουσας αμφισβήτησε τις αρνήσεις αυτές και υπέβαλε επαναληπτική αίτηση. Με έγγραφο της 29ης Μαου 1996, ο Γενικός Γραμματέας απέρριψε την επαναληπτική αίτηση, επικαλούμενος την εξαίρεση σχετικά με την προστασία του δημοσίου συμφέροντος (δικαστικές διαδικασίες). Με την απόφαση Interporc I, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η απόφαση της 29ης Μαου 1996 ήταν ανεπαρκώς αιτιολογημένη και αποφάσισε την ακύρωσή της. Σε εκτέλεση της αποφάσεως Interporc I, ο Γενικός Γραμματέας απέρριψε εκ νέου την επαναληπτική αίτηση, επικαλούμενος όχι μόνο την εξαίρεση που αντλείται από την προστασία του δημοσίου συμφέροντος (δικαστικές διαδικασίες), αλλά και τον κανόνα του συντάκτη του εγγράφου.
55 Από την απόφαση Interporc I προκύπτει ότι, πρώτον, ο Γενικός Γραμματέας υποχρεούνταν, δυνάμει του άρθρου 176 της Συνθήκης, να λάβει νέα απόφαση σε εκτέλεση της εν λόγω αποφάσεως Interporc I και, δεύτερον, ότι η απόφαση της 29ης Μαου 1996 θεωρείται ως μηδέποτε υπάρξασα.
56 Επομένως, από το άρθρο 2, παράγραφος 2, της αποφάσεως 94/90 και την ανακοίνωση του 1994 δεν μπορεί να συναχθεί ότι ο Γενικός Γραμματέας δεν μπορεί να επικαλεστεί άλλους λόγους πλην αυτών επί των οποίων έλαβε θέση με την αρχική του απόφαση. Επομένως, ο Γενικός Γραμματέας μπορεί να προβεί σε πλήρη επανεξέταση των αιτήσεων προσβάσεως και να στηρίξει την προσβαλλομένη απόφαση επί του κανόνα του συντάκτη του εγγράφου.
57 Επομένως ο λόγος αυτός δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη.
Επί του λόγου που αντλείται από την παραβίαση της αποφάσεως 94/90 και του κώδικα συμπεριφοράς
[...]
65 Προεισαγωγικώς, ως προς το ζήτημα του αν δεν πρέπει να τύχει εφαρμογής ο κανόνας του συντάκτη του εγγράφου, υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο, με την απόφαση της 30ής Απριλίου 1996, C-58/94, Κάτω Ξώρες κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1996, σ. Ι-2169, σκέψη 37), περί του δικαιώματος προσβάσεως του κοινού στα έγγραφα, παρατήρησε τα εξής:
"Πρέπει να γίνει δεκτό ότι, επί όσο χρόνο ο κοινοτικός νομοθέτης δεν έχει θεσπίσει γενική ρύθμιση ως προς το δικαίωμα προσβάσεως του κοινού στα έγγραφα που κατέχουν τα κοινοτικά θεσμικά όργανα, αυτά οφείλουν να θεσπίζουν τα μέτρα που έχουν ως αντικείμενο την αντιμετώπιση τέτοιων αιτήσεων δυνάμει της εξουσίας τους περί εσωτερικής οργανώσεως, η οποία τους παρέχει τη δυνατότητα να θεσπίζουν τα κατάλληλα μέτρα προς διασφάλιση της χρηστής διοικήσεως κατά την εσωτερική τους λειτουργία."
66 Εν όψει της αποφάσεως αυτής, διαπιστώνεται ότι, όσο δεν υφίσταται ανωτέρα αρχή δικαίου προβλέπουσα ότι η Επιτροπή δεν δικαιούται με την απόφαση 94/90 να αποκλείει του πεδίου εφαρμογής του κώδικα συμπεριφοράς τα έγγραφα των οποίων δεν είναι ο συντάκτης, ο εν λόγω κανόνας μπορεί να τυγχάνει εφαρμογής. Το γεγονός ότι στην απόφαση 94/90 αναφέρονται δηλώσεις γενικής πολιτικής, ήτοι η δήλωση υπ' αριθ. 17 και οι αποφάσεις πολλών ευρωπαϋκών συμβουλίων, ουδόλως τροποποιεί τη διαπίστωση αυτή, εφόσον οι δηλώσεις αυτές δεν έχουν αξία ανωτέρας αρχής του δικαίου.
67 Ως προς την ερμηνεία του κανόνα του συντάκτη του εγγράφου, υπενθυμίζεται ότι με τη δήλωση αριθ. 17 και τον κώδικα συμπεριφοράς θεσπίζεται η γενική αρχή ότι το κοινό θα έχει την ευρύτερη δυνατή πρόσβαση στα έγγραφα της Επιτροπής και του Συμβουλίου και, αφετέρου, ότι η απόφαση 94/90 είναι πράξη απονέμουσα στους πολίτες δικαίωμα προσβάσεως στα έγγραφα της Επιτροπής (προαναφερθείσα απόφαση WWF UK κατά Επιτροπής, σκέψη 55).
68 Στη συνέχεια, είναι σημαντικό να υπομνησθεί ότι, όταν τίθεται μια γενική αρχή και προβλέπονται εξαιρέσεις απ' αυτήν, οι εξαιρέσεις αυτές πρέπει να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται στενά ώστε να μη διακυβεύεται η εφαρμογή της γενικής αρχής (βλ. τις προαναφερθείσες αποφάσεις WWF UK κατά Επιτροπής, σκέψη 56, και Interporc Ι, σκέψη 49).
69 Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό του, ο κανόνας του συνάκτη του εγγράφου εισάγει έναν περιορισμό της κατά την απόφαση 94/90 γενικής αρχής της διαφανείας. Επομένως, ο κανόνας αυτός πρέπει να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται στενά, κατά τρόπον ώστε να μην αναιρεί την εφαρμογή της γενικής αρχής της διαφανείας (απόφαση του Πρωτοδικείου της 19ης Ιουλίου 1999, Τ-188/97, Rothmans International κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. ΙΙ-2463, σκέψεις 53 έως 55).
70 Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή αναγνώρισε ότι η εφαρμογή του κανόνα του συντάκτη του εγγράφου μπορεί να δημιουργήσει δυσχέρειες στις περιπτώσεις που υφίσταται αμφιβολία ως προς τον συντάκτη του εγγράφου. Στις περιπτώσεις αυτές ακριβώς είναι σημαντικό να γίνεται συσταλτική ερμηνεία και εφαρμογή του κανόνα του συντάκτη του εγγράφου.
71 Εν όψει των παρατηρήσεων αυτών, πρέπει να κριθεί αν ο κανόνας του συντάκτη του εγγράφου εφαρμόζεται στα πέντε είδη εγγράφων που έχουν συνταχθεί από τα κράτη μέλη ή τις αρχές της Αργεντινής, τα οποία αφορά η προσβαλλομένη απόφαση.
72 Τα πέντε είδη των επιδίκων εγγράφων περιλαμβάνουν, πρώτον, τις δηλώσεις των κρατών μελών σχετικά με τις ποσότητες του βοείου κρέατος Hilton, οι οποίες έχουν συνταχθεί από την Αργεντινή μεταξύ 1985 και 1992, δεύτερον, τις δηλώσεις των αρχών της Αργεντινής σχετικά με τις ποσότητες του βοείου κρέατος Hilton οι οποίες εξήχθησαν προς την Κοινότητα κατά τη διάρκεια της ίδιας χρονικής περιόδου, τρίτον, τα έγγραφα των αρχών της Αργεντινής σχετικά με τον προσδιορισμό των οργανισμών που είναι αρμόδιοι για την έκδοση των πιστοποιητικών γνησιότητας, τέταρτον, τα έγγραφα των αρχών της Αργεντινής σχετικά με τη σύναψη συμφωνίας για το άνοιγμα της ποσοστώσεως Hilton και, πέμπτον, τις λήψεις θέσεως των κρατών μελών σε παρεμφερείς υποθέσεις.
73 Από την εξέταση των πέντε αυτών ειδών εγγράφων προκύπτει ότι οι συντάκτες τους είναι είτε τα κράτη μέλη είτε οι αρχές της Αργεντινής.
74 Επομένως, η Επιτροπή προέβη σε ακριβή εφαρμογή του κανόνα του συντάκτη του εγγράφου θεωρώντας ότι δεν υποχρεούνταν να επιτρέψει την πρόσβαση στα έγγραφα αυτά. Συνεπώς, δεν μπορεί να έχει διαπράξει κατάχρηση εξουσίας. Επομένως, ο λόγος που η προσφεύγουσα αντλεί από την παραβίαση της αποφάσεως 94/90 και του κώδικα συμπεριφοράς πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επί του λόγου που αντλείται από την παράβαση του άρθρου 190 της Συνθήκης
[...]
77 Από πάγια νομολογία προκύπτει ότι από την αιτιολογία που απαιτείται από το άρθρο 190 της Συνθήκης πρέπει να καταφαίνεται, κατά τρόπο σαφή και μη επιδεχόμενο παρερμηνεία, η συλλογιστική της κοινοτικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλομένη πράξη, έτσι ώστε να μπορούν, αφενός, οι ενδιαφερόμενοι να γνωρίζουν τους λόγους που δικαιολογούν το ληφθέν μέτρο ώστε να υπερασπίσουν τα δικαιώματά τους και, αφετέρου, ο κοινοτικός δικαστής να ασκεί τον έλεγχο νομιμότητας (προαναφερθείσα απόφαση WWF UK κατά Επιτροπής, σκέψη 66).
78 Εν προκειμένω, η Επιτροπή, με την προσβαλλομένη απόφαση (βλ. σκέψη 20 ανωτέρω), παρέθεσε τον κανόνα του συντάκτη του εγγράφου και υπέδειξε στην προσφεύγουσα ότι σ' αυτήν εναπόκειται να ζητήσει αντίγραφο των επιδίκων εγγράφων από τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη ή τις αρχές της Αργεντινής. Από την αιτιολογία αυτή προκύπτει σαφώς η συλλογιστική της Επιτροπής. Επομένως, η προσφεύγουσα μπορούσε να γνωρίσει την αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως και το Πρωτοδικείο να ασκήσει τον έλεγχο της νομιμότητας της αποφάσεως αυτής. Επομένως, η προσφεύγουσα δεν υποστηρίζει βασίμως ότι ήταν αναγκαία πιο συγκεκριμένη αιτιολογία (βλ., συναφώς, προαναφερθείσα απόφαση Rothmans International κατά Επιτροπής, σκέψη 37).
79 Επομένως ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί. Συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν πρέπει να ακυρωθεί καθόσον αφορά τα έγγραφα που έχουν συνταχθεί από τα κράτη μέλη ή τις αρχές της Αργεντινής.»
IV - Η αίτηση αναιρέσεως
27 Με την παρούσα αίτηση αναιρέσεως, η Interporc ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει το τμήμα της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως με το οποίο δεν γίνονται δεκτά τα αιτήματά της. Καλεί επίσης το Δικαστήριο να αποφανθεί επί της ακυρώσεως της βαλλόμενης αποφάσεως της 23ης Απριλίου 1998 και να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
28 Η αναιρεσείουσα προβάλλει δύο λόγους προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως.
29 Με τον πρώτο της λόγο, φρονεί ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε σφάλμα περί το δίκαιο κατά την ερμηνεία του άρθρου 176 της Συνθήκης και του κώδικα συμπεριφοράς. Κατά την αναιρεσείουσα, η βαλλόμενη απόφαση της 23ης Απριλίου 1998 είναι άκυρη και το Πρωτοδικείο όφειλε να αναγνωρίσει την ακυρότητά της.
30 Ο δεύτερος λόγος διαιρείται σε τρία σκέλη. Κυρίως, η αναιρεσείουσα φρονεί ότι το Πρωτοδικείο έπρεπε να κηρύξει άκυρο τον κανόνα του συντάκτη του εγγράφου διότι αυτός είναι αντίθετος προς το δικαίωμα της ελεύθερης προσβάσεως στα έγγραφα το οποίο συνιστά υπέρτερο δικαίωμα. Επικουρικώς, προσάπτει στο Πρωτοδικείο, αφενός, ότι υπέπεσε σε σφάλμα περί το δίκαιο κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή του κανόνα του συντάκτη του εγγράφου στην προκειμένη περίπτωση και, αφετέρου, ότι δεν επέβαλε κύρωση λόγω ελλείψεως αιτιολογίας της απορριπτικής αποφάσεως της Επιτροπής βάσει του άρθρου 190 της Συνθήκης.
31 Με το υπόμνημά της αντικρούσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει, κυρίως, ότι η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη στο σύνολό της, οπότε η λεπτομερής εξέταση κάθε λόγου δεν επιβάλλεται. Προβάλλει επίσης, επικουρικώς, ότι η αίτηση αναιρέσεως είναι, εν πάση περιπτώσει, αβάσιμη. Εξάλλου, ζητεί από το Δικαστήριο να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
32 Δεδομένου ότι η εξέταση της ουσίας της υπό κρίση υποθέσεως εξαρτάται από το παραδεκτό της, θα αρχίσω επομένως τη μελέτη αυτής της αιτήσεως αναιρέσεως με την εξέταση των επιχειρημάτων της Επιτροπής που αφορούν το απαράδεκτό της.
Επί του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως
1. Επί του απαραδέκτου του αιτήματος ακυρώσεως της βαλλόμενης αποφάσεως της 23ης Απριλίου 1998
33 Η Επιτροπή προσάπτει στην αναιρεσείουσα ότι ζητεί την ακύρωση της εν λόγω αποφάσεως στο «σύνολό» (19) της, χωρίς να αποκλείει ρητά από την παρούσα αίτηση αναιρέσεως το τμήμα της αποφάσεως το οποίο ακυρώθηκε ήδη με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
34 Πράγματι, η αναιρεσείουσα ζητεί «[...] από το Δικαστήριο να ακυρώσει πλήρως (20) την απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Επιτροπής της 23ης Απριλίου 1998» (21). Επομένως, η διατύπωση αυτή μπορεί να οδηγήσει σε κάποια σύγχυση.
35 Πάντως, η λεπτομερής εξέταση του συνόλου της αιτήσεως αναιρέσεως αίρει οποιαδήποτε αμφισημία. Η αναιρεσείουσα ζητεί, ρητώς, την αναίρεση των σκέψεων 55 έως 57 και 65 έως 79 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως (22). Αυτό το τμήμα της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως αφορά μόνον τη βαλλόμενη απόφαση της 23ης Απριλίου 1998 καθόσον με αυτήν προβάλλεται στην αναιρεσείουσα άρνηση προσβάσεως στα έγγραφα που προέρχονται από τα κράτη μέλη ή τις αρχές της Αργεντινής.
36 Επιπλέον, με το υπόμνημά της ανταπαντήσεως (23) η αναιρεσείουσα αντιτάσσει ότι, ζητώντας από το Δικαστήριο να «ακυρώσει πλήρως» τη βαλλόμενη απόφαση της 23ης Απριλίου 1998, περιορίζει το ακυρωτικό της αίτημα, προφανώς, αποκλειστικά στο τμήμα της εν λόγω αποφάσεως που της προκαλεί ζημία και που δεν ακυρώθηκε από το Πρωτοδικείο. Η αναιρεσείουσα διευκρινίζει, σαφώς, ότι το αντικείμενο της υπό κρίση αναιρέσεως δεν αφορά τη νομιμότητα του τμήματος της βαλλόμενης αποφάσεως της 23ης Απριλίου 1998 που ακυρώθηκε από το Πρωτοδικείο.
37 Επομένως, το επιχείρημα της Επιτροπής δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
38 Συνεπώς, φρονώ ότι το επιχείρημα ότι το αίτημα ακυρώσεως της βαλλόμενης αποφάσεως της 23ης Απριλίου 1998 είναι απαράδεκτο διότι η αναιρεσείουσα μνημονεύει την απόφαση αυτή στο σύνολό της, παραλείποντας να διευκρινίσει ότι ζήτησε την ακύρωση του τμήματος της εν λόγω αποφάσεως που δεν ακυρώθηκε ήδη με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δεν είναι βάσιμο.
2. Επί του απαραδέκτου του αιτήματος μερικής αναιρέσεως της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
39 Η Επιτροπή φρονεί ότι η αίτηση αναιρέσεως δεν τηρεί τις προϋποθέσεις παραδεκτού που διαμόρφωσε η νομολογία του Δικαστηρίου.
40 Όσον αφορά τον πρώτο λόγο σχετικά με την παράνομη εκ μέρους της Επιτροπής εξέταση της αιτήσεως προσβάσεως στα έγγραφα, η αναιρεσείουσα περιορίζεται στην επανάληψη των επιχειρημάτων τα οποία υποβλήθηκαν ήδη ενώπιον του Πρωτοδικείου. Δεν προτείνει πραγματική νομική απόδειξη, αλλά προτιμά να προβαίνει σε ασαφείς και αυθαίρετους ισχυρισμούς. Δεν αιτιολογεί επαρκώς τη συλλογιστική της.
41 Με το υπόμνημά της ανταπαντήσεως, η αναιρεσείουσα φρονεί ότι η θέση της Επιτροπής περιορίζει δυσανάλογα τη δυνατότητα ασκήσεως αναιρέσεως. Η φερόμενη επανάληψη των λόγων που η Επιτροπή προσάπτει στην αναιρεσείουσα επιβάλλεται προκειμένου να φωτιστεί η εσφαλμένη νομική εκτίμηση στην οποία προέβη το Πρωτοδικείο των όρων της προσφυγής και των νομικών διατάξεων που την στηρίζουν (24).
42 Όσον αφορά τον δεύτερο λόγο, η Επιτροπή αμφισβητεί το παραδεκτό των τριών σκελών του λόγου αυτού. Αντιτάσσει κατ' αυτών τις ίδιες αιτιάσεις απαραδέκτου με εκείνες που ανέπτυξε σχετικά με τον πρώτο λόγο.
43 Όσον αφορά το πρώτο σκέλος, η Επιτροπή φρονεί, εξάλλου, ότι η αναιρεσείουσα αναπτύσσει παρατηρήσεις για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου, ενώ όφειλε να το πράξει ήδη ενώπιον του Πρωτοδικείου. Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι δεν είναι πάντοτε δυνατό να λάβει κανείς από τους τρίτους συντάκτες τα αιτούμενα έγγραφα. Πράγματι, οι αιτούντες προσκρούουν σε δυσχέρειες που οφείλονται, σε ορισμένα κράτη μέλη, στην έλλειψη κανονιστικών ρυθμίσεων σχετικά με τη διαφάνεια που αντιστοιχούν με τις υφιστάμενες εντός της Κοινότητας. Η αναιρεσείουσα εμμένει προβάλλοντας το επιχείρημα ότι τα εμπόδια είναι ακόμη σημαντικότερα όσον αφορά τις αιτήσεις προσβάσεως προς τις τρίτες χώρες. Τα γλωσσικά προβλήματα, η γεωγραφική απόσταση και η άγνοια των αρμοδιοτήτων και διαδικασιών εξουδετερώνουν σχεδόν οποιαδήποτε δυνατότητα για τον πολίτη να λάβει γνώση των σχετικών εγγράφων. Κατά την Επιτροπή, οι παρατηρήσεις αυτές είναι εκπρόθεσμες και, επομένως, πρέπει να απορριφθούν.
44 Με το υπόμνημά της ανταπαντήσεως, η αναιρεσείουσα αντιτάσσει ότι, με τον δεύτερο λόγο, καταδεικνύει ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε σφάλμα περί το δίκαιο κατά την ερμηνεία του κανόνα του συντάκτη του εγγράφου, όπως αυτός καθορίζεται με την απόφαση 94/90, και ότι η ερμηνεία που έγινε δεκτή παραβιάζει τη γενική αρχή της διαφάνειας. Φρονεί ότι, αντίθετα προς ό,τι ισχυρίζεται η Επιτροπή, ο δεύτερος λόγος στηρίζεται σε επιχειρήματα και επικρίνει τη συλλογιστική του Πρωτοδικείου κατά τρόπο αρκούντως σαφή.
Εκτίμηση
45 Επιβάλλεται να υπομνηστούν ορισμένες αρχές που διέπουν το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως, ειδικότερα ως προς την έκταση της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου.
46 Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, «[σ]ύμφωνα με το άρθρο 168 Α της Συνθήκης και το άρθρο 51 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, η αίτηση αναιρέσεως περιορίζεται σε νομικά ζητήματα και πρέπει να στηρίζεται σε λόγους συνιστάμενους στην αναρμοδιότητα του Πρωτοδικείου, σε πλημμέλειες κατά την ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία που θίγουν τα συμφέροντα του αναιρεσείοντος ή σε παράβαση του κοινοτικού δικαίου από το Πρωτοδικείο. Εξάλλου, το άρθρο 112, παράγραφος 1, στοιχείο γγ, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου ορίζει ότι η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να περιέχει τους προβαλλόμενους νομικούς λόγους και επιχειρήματα.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να παραθέτει επακριβώς τα επικρινόμενα σημεία της αποφάσεως της οποίας ζητείται η αναίρεση καθώς και τα νομικά επιχειρήματα που στηρίζουν κατά τρόπο συγκεκριμένο το αίτημα αυτό (διάταξη της 17ης Σεπτεμβρίου 1996, C-19/95 Ρ, San Marco κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. Ι-4435, σκέψη 37).
Δεν πληροί την επιταγή αυτή η αίτηση αναιρέσεως η οποία περιορίζεται στην επανάληψη ή στην κατά γράμμα παράθεση των λόγων και επιχειρημάτων που έχουν ήδη προβληθεί ενώπιον του Πρωτοδικείου [...]· πράγματι, μια τέτοια αίτηση αναιρέσεως αποτελεί στην πραγματικότητα αίτηση για απλή επανεξέταση της ασκηθείσας ενώπιον του Πρωτοδικείου προσφυγής, πράγμα που, σύμφωνα με το άρθρο 49 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του τελευταίου (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, μεταξύ άλλων, προπαρατεθείσα διάταξη San Marco κατά Επιτροπής, σκέψη 38)» (25).
47 Επομένως, πρέπει να εξακριβωθεί αν οι νομολογιακές επιταγές περί του παραδεκτού, όπως αυτές μνημονεύθηκαν μόλις προηγουμένως, τηρούνται στην προκειμένη περίπτωση.
48 Με τον πρώτο λόγο, η αναιρεσείουσα επικρίνει κατά τρόπο σαφή τις σκέψεις 55 έως 57 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως (26). Ο λόγος αυτός περιλαμβάνει λεπτομερή επιχειρηματολογία αποβλέπουσα στο να καταδείξει ότι το Πρωτοδικείο παρέβη το κοινοτικό δίκαιο κρίνοντας ότι η Επιτροπή μπορούσε να λάβει νέα απορριπτική απόφαση με βάση τον κανόνα του συντάκτη του εγγράφου (27).
49 Με τον δεύτερο λόγο, η αναιρεσείουσα σκοπεί επίσης ρητώς, προκειμένου να στηρίξει την απόδειξή της, συγκεκριμένες σκέψεις της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
Με το πρώτο σκέλος, φρονεί ότι, αντίθετα προς τη γνώμη που εξέφρασε το Πρωτοδικείο στις σκέψεις 65 και 66 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως (28), ο κανόνας του συντάκτη του εγγράφου προσβάλλει το υπέρτερο δικαίωμα περί διαφανείας (29). Με το δεύτερο σκέλος, στρέφεται κατά των σκέψεων 69 και 70 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως (30) με τις οποίες το Πρωτοδικείο προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του κανόνα του συντάκτη του εγγράφου (31). Τέλος, με το τρίτο σκέλος (32) η αναιρεσείουσα αμφισβητεί την εκ μέρους του Πρωτοδικείου συγκεκριμένη εφαρμογή του άρθρου 190 της Συνθήκης στις σκέψεις 77 έως 79 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως (33).
50 Έτσι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, το γεγονός ότι ο λόγος και τα επιχειρήματα σχετικά με τις προϋποθέσεις παραδεκτού μιας προσφυγής ακυρώσεως προβλήθηκαν ήδη με την ίδια φρασεολογία πρωτοδίκως δεν μπορεί να δικαιολογήσει το απαράδεκτό τους στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας (34). Πράγματι, με την παρούσα αίτηση αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα μνημονεύει ακριβώς τις αμφισβητούμενες σκέψεις της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως και αναπτύσσει επιχειρήματα προκειμένου να αποδείξει ότι το Πρωτοδικείο διέπραξε νομικά σφάλματα κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου.
51 Επομένως, η ένσταση απαραδέκτου που προβάλλεται κατά του πρώτου και του δεύτερου λόγου, κατά την οποία ένσταση η αναιρεσείουσα απλώς επαναλαμβάνει, ενώπιον του Δικαστηρίου, τα προβληθέντα ήδη επιχειρήματα ενώπιον του Πρωτοδικείου, πρέπει να απορριφθεί.
52 Όσον αφορά ειδικότερα το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου, η Επιτροπή προσάπτει επίσης στην αναιρεσείουσα ότι διατύπωσε καθυστερημένα ενώπιον του Δικαστηρίου ορισμένες παρατηρήσεις.
53 Συναφώς, παραθέτοντας το άρθρο 48, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, σύμφωνα με το οποίο κατά τη διάρκεια της δίκης απαγορεύεται η προβολή νέων ισχυρισμών, εκτός αν στηρίζονται σε νομικά και πραγματικά στοιχεία που ανέκυψαν κατά τη διαδικασία, το Δικαστήριο έκρινε ότι:
«Αν επιτρεπόταν στον διάδικο να προβάλει για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρισμό που δεν είχε προβάλει ενώπιον του Πρωτοδικείου, τούτο θα σήμαινε ότι ο διάδικος αυτός θα είχε τη δυνατότητα να υποβάλει στην κρίση του Δικαστηρίου, του οποίου η αρμοδιότητα επί των αιτήσεων αναιρέσεως είναι περιορισμένη, διαφορά με ευρύτερο περιεχόμενο απ' ό,τι η διαφορά που εκδίκασε το Πρωτοδικείο. οΟταν έχει ασκηθεί αναίρεση, η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου περιορίζεται συνεπώς στον έλεγχο της νομικής λύσεως που δόθηκε ενόψει των ισχυρισμών που προβλήθηκαν και εξετάστηκαν ενώπιον του Πρωτοδικείου» (35).
54 Πάντως, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως νέος ισχυρισμός επίκριση διατυπωθείσα κατά της απαντήσεως που έδωσε το Πρωτοδικείο στον αρχικό ισχυρισμό (36).
55 Στην παρούσα υπόθεση, νομίζω ότι η Επιτροπή συγχέει δύο νομικές έννοιες εντελώς χωριστές, δηλαδή τον «λόγο» και το «επιχείρημα». Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ της προβολής νέων λόγων κατά τη διαδικασία και [...] την προβολή κάποιων νέων επιχειρημάτων (37). Ένας «νέος λόγος» μπορεί να οριστεί ως αιτίαση η οποία τροποποιεί το αντικείμενο του αιτήματος. Αντιθέτως, ένα «επιχείρημα» αναπτύσσει απλώς ή διευκρινίζει το αντικείμενο του αιτήματος (38).
56 Στην προκειμένη όμως περίπτωση, στο σημείο 34 της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα δεν προβάλλει νέο λόγο, αλλά επικαλείται νέο επιχείρημα προς στήριξη του λόγου τον οποίο εξέτασε ήδη το Πρωτοδικείο, δηλαδή την εκ μέρους της Επιτροπής παράβαση της αποφάσεως 94/90 και του κώδικα συμπεριφοράς (39). Οι παρατηρήσεις που υπέβαλε η αναιρεσείουσα με το σημείο 34 αποτελούν επομένως επιχείρημα και όχι νέο λόγο. Δεν μεταβάλλουν το αντικείμενο της διαφοράς. Προβάλλονται στην παρούσα αίτηση αναιρέσεως ως στήριξη ενός λόγου τον οποίο εξέτασε ήδη το Πρωτοδικείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
57 Κατά συνέπεια, φρονώ ότι η προβληθείσα ένσταση απαραδέκτου ως προς το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου πρέπει να απορριφθεί.
58 Ως προς το τρίτο σκέλος, η Επιτροπή φρονεί, με το υπόμνημά της απαντήσεως, ότι συνδέεται αρρήκτως με το παραδεκτό του προηγούμενου σκέλους. Εφόσον θεωρεί ότι το δεύτερο σκέλος είναι απαράδεκτο, συνάγει λογικά ότι και το τρίτο σκέλος είναι απαράδεκτο.
59 Καθόσον με αφορά, φρονώ ότι είναι παραδεκτό. Πράγματι, η Επιτροπή περιορίζεται στο να αναφέρει ότι το σκέλος αυτό είναι απαράδεκτο, χωρίς να απαπτύξει ειδική νομική επιχειρηματολογία προς στήριξη του απαραδέκτου.
60 Επομένως, ο πρώτος και ο δεύτερος λόγος πρέπει να κριθούν παραδεκτοί.
Επί της ουσίας
1. Επί του πρώτου λόγου που αντλείται από την παράβαση του άρθρου 176 της Συνθήκης
Επιχειρήματα των διαδίκων
61 Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο δεν εκτίμησε ορθά τον λόγο που προέβαλε ενώπιόν του και ότι αυτό υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την ερμηνεία των άρθρων 176 της Συνθήκης και 2, σημείο 2, της αποφάσεως 94/90.
62 Προσάπτει στην Επιτροπή ότι, μετά την ακύρωση της απορριπτικής αποφάσεως της 29ης Μαου 1996 με τη δικαστική απόφαση Interporc I, έλαβε άλλη απορριπτική απόφαση επί της αιτήσεως προσβάσεως στα έγγραφα με βάση νέο λόγο αρνήσεως. Η αναιρεσείουσα βλέπει στην πρακτική ένα πραγματικό κίνδυνο να αφαιρεθεί από τον κώδικα συμπεριφοράς κάθε πρακτική αποτελεσματικότητα.
Κατά την Interporc, μια τέτοια πρακτική ισοδυναμεί με στέρηση από τον πολίτη της χρήσεως του δικαιώματός του προσβάσεως στα έγγραφα. Η συμπεριφορά της Επιτροπής θίγει την πραγματική άσκηση του δικαιώματος αυτού στον βαθμό που ο πολίτης υποχρεούται να ασκήσει ένδικες διαδικασίες μέχρις ότου η Επιτροπή εξαντλήσει, κατά κάποιο τρόπο, όλους τους υφιστάμενους λόγους αρνήσεως και δεν θα είναι πλέον σε θέση να αιτιολογήσει μια νέα αρνητική απόφαση. Η αναιρεσείουσα φρονεί ότι η Επιτροπή ενήργησε καταχρηστικά και όφειλε, με την εξέταση της καταθέσεως της πρώτης αιτήσεως προσβάσεως στα έγγραφα, να εξετάσει όλους τους προβλεπτούς λόγους αρνήσεως, οπότε δεν θα ήταν πλέον δυνατό, στη συνέχεια, να απορρίψει την αίτηση προσβάσεως με νέους λόγους βάσει του κώδικα συμπεριφοράς.
63 Η αναιρεσείουσα θεωρεί ότι η Επιτροπή δεν τήρησε τις επιταγές που απορρέουν από τα άρθρα 176 της Συνθήκης και 2, σημείο 2, της αποφάσεως 94/90. Η Επιτροπή όφειλε να προβεί σε πλήρη επανεξέταση της αιτήσεως προσβάσεως στα έγγραφα μετά την ακύρωση, εκ μέρους του Πρωτοδικείου, της αρνητικής αποφάσεως της 29ης Μαου 1996 λόγω ελλείψεως αιτιολογίας.
64 Όσον αφορά την Επιτροπή, αυτή φρονεί ότι προέβη σε πλήρη επανεξέταση της αιτήσεως προσβάσεως στα έγγραφα. Θεωρεί ότι η επιλογή να θεμελιώνει κάθε φορά την απορριπτική της απόφαση σε ένα και μόνο λόγο αρνήσεως εξηγείται ευχερώς από λόγους οικονομίας στη διαδικασία.
Εκτίμηση
65 Υπενθυμίζω τη νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία όταν το Πρωτοδικείο ακυρώνει πράξη ενός κοινοτικού οργάνου, το άρθρο 176 της Συνθήκης επιβάλλει σ' αυτό να λάβει όλα τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της αποφάσεως. Συναφώς, το Δικαστήριο καθώς και το Πρωτοδικείο έκριναν ότι «[π]ροκειμένου να συμμορφωθεί με την απόφαση και να την εκτελέσει πλήρως, το κοινοτικό όργανο υποχρεούται να σεβαστεί όχι μόνο το διατακτικό της απόφασης, αλλά και το σκεπτικό που οδήγησε στο διατακτικό αυτό και που συνιστά το αναγκαίο του στήριγμα υπό την έννοια ότι είναι απαραίτητο για να προσδιοριστεί η ακριβής έννοια αυτού που κρίθηκε με το διατακτικό. Πράγματι, με το σκεπτικό αυτό, αφενός, εντοπίζεται η ακριβής διάταξη που θεωρείται ως παράνομη και, αφετέρου, σ' αυτό εμφαίνονται οι ακριβείς λόγοι της παρανομίας που διαπιστώνεται με το διατακτικό και που το οικείο κοινοτικό όργανο πρέπει να λάβει υπόψη κατά την αντικατάσταση της πράξεως που ακυρώθηκε» (40).
66 Πάντως, το άρθρο 176 της Συνθήκης έχει περιορισμένη εμβέλεια.
67 Συναφώς, το άρθρο 176 της Συνθήκης δεν παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία να απευθύνει εντολές σε ένα κοινοτικό όργανο του οποίου η πράξη ακυρώθηκε βάσει του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 230 ΕΚ) (41).
68 Το άρθρο 176 της Συνθήκης επιβάλλει μόνον την υποχρέωση στο κοινοτικό όργανο από το οποίο προέρχεται η ακυρωθείσα πράξη να φροντίσει ώστε η πράξη που θα αντικαταστήσει την ακυρωθείσα να μην εμφανίζει τις παρατυπίες που προσδιόρισε η ακυρωτική απόφαση (42). Αντιθέτως, η διάταξη αυτή δεν συνεπάγεται ότι το Δικαστήριο, αιτήσει των ενδιαφερομένων, προσδιορίζει το περιεχόμενο της πράξεως που θα αντικαταστήσει την ακυρωθείσα.
69 Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα θεωρεί ότι η Επιτροπή είχε την υποχρέωση, μετά την ακύρωση της αρνητικής αποφάσεως της 29ης Μαου 1996 με τη δικαστική απόφαση Interporc Ι, να λάβει νέα απόφαση με την οποία όλοι οι λόγοι αρνήσεως που προβλέπει ο κώδικας συμπεριφοράς να είχαν εξεταστεί. Η ερμηνεία αυτή προϋποθέτει ότι, αφενός, η Επιτροπή δεν διαθέτει εξουσία εκτιμήσεως κατά την εκτέλεση της ακυρωτικής αποφάσεως του Πρωτοδικείου και, αφετέρου, το Δικαστήριο οφείλει να υπαγορεύσει στην Επιτροπή πώς θα αιτιολογήσει οποιαδήποτε νέα αρνητική απόφαση. Μια τέτοια ερμηνεία δεν συνάδει με τη νομολογία του Δικαστηρίου την οποία μόλις προηγουμένως υπέμνησα.
70 Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει τον πρώτο λόγο ως αβάσιμο.
2. Επί του δευτέρου λόγου που αντλείται από την ακυρότητα του κανόνα του συντάκτη και από την παράβαση του άρθρου 190 της Συνθήκης
71 Η εξέταση του δεύτερου λόγου εγείρει ζητήματα σχετικά, αφενός, με τον κανόνα του συντάκτη (πρώτο και δεύτερο σκέλος) και, αφετέρου, την τήρηση της υποχρεώσεως αιτιολογίας (τρίτο σκέλος).
α) Επί του κανόνα του συντάκτη (πρώτο και δεύτερο σκέλος)
72 Προς στήριξη του λόγου ακυρώσεως που αντλείται από τον κανόνα του συντάκτη, η αναιρεσείουσα προτείνει μια συλλογιστική σε δύο στάδια.
i) Το πρώτο σκέλος: η ακυρότητα του κανόνα του συντάκτη
Επιχειρήματα των διαδίκων
73 Κατά την αναιρεσείουσα, ο κανόνας του συντάκτη δεν συμβιβάζεται με την υποχρέωση διαφάνειας, η οποία συνιστά νομική αρχή που είναι ριζωμένη στην αρχή της δημοκρατίας. Η κοινοτική αρχή της διαφάνειας καθώς και η ελεύθερη πρόσβαση στα έγγραφα είναι γενικές αρχές των οποίων το άρθρο 255 ΕΚ (43) σε συνδυασμό με τα άρθρα 1, δεύτερο εδάφιο, και 6, παράγραφος 1, της Συνθήκης για την Ευρωπαϋκή Ένωση, επιβεβαιώνει σήμερα τον θεμελιώδη χαρακτήρα στην έννομη τάξη της Ενώσεως και της Κοινότητας. Η αυστηρή τήρησή τους είναι απαράβατη συνιστώσα της εγγυήσεως της δημοκρατικής δομής και της νομιμότητας στην άσκηση της κοινοτικής κυριαρχίας.
74 Με το υπόμνημά της απαντήσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει αισθητά διαφορετική γνώμη. Θεωρεί ότι δεν υπάρχει η γενική αρχή του δικαίου περί διαφανείας στο κοινοτικό δίκαιο. Έστω και αν είναι αδιαμφισβήτητο ότι η διαφάνεια συνδέεται στενότατα με τη δημοκρατία, υποστηρίζει ότι αυτό δεν αρκεί προς αναγνώριση μιας αρχής νομικής φύσεως. Κατά συνέπεια, το γεγονός ότι περιορίζεται το ευεργέτημα του δικαιώματος προσβάσεως αποκλειστικά στα έγγραφα που συνέταξε η Επιτροπή, αποκλειομένων των εγγράφων που προέρχονται από τα κράτη μέλη ή τις αρχές της Αργεντινής, δεν προσβάλλει το δικαίωμα περί διαφανείας.
Εκτίμηση
75 Προκειμένου να δοθεί απάντηση στα αντίθετα επιχειρήματα που ανέπτυξαν οι διάδικοι, επιβάλλεται να υπομνηστεί η πλέον πρόσφατη νομολογία του Δικαστηρίου περί του δικαιώματος προσβάσεως στα έγγραφα που κατέχει ένα κοινοτικό όργανο.
76 Με την προπαρατεθείσα απόφαση Κάτω Ξώρες κατά Συμβουλίου, στην οποία το Δικαστήριο επελήφθη της εξετάσεως της νομιμότητας της νομικής βάσεως της αποφάσεως 93/731/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Συμβουλίου (44), το Δικαστήριο παρατήρησε ότι «στα περισσότερα κράτη μέλη η εσωτερική ρύθμιση καθιερώνει πλέον κατά τρόπο γενικό, ως συνταγματική ή νομοθετική αρχή, το δικαίωμα προσβάσεως του κοινού στα έγγραφα που κατέχουν οι δημόσιες αρχές» (45).
77 Το Δικαστήριο έκρινε εν συνεχεία ότι, «επί όσο χρόνο ο κοινοτικός νομοθέτης δεν έχει θεσπίσει γενική ρύθμιση ως προς το δικαίωμα προσβάσεως του κοινού στα έγγραφα που κατέχουν τα κοινοτικά θεσμικά όργανα, [τα κοινοτικά θεσμικά όργανα] οφείλουν να θεσπίζουν τα μέτρα που έχουν ως αντικείμενο την αντιμετώπιση τέτοιων αιτήσεων δυνάμει της εξουσίας τους περί εσωτερικής οργανώσεως, η οποία τους παρέχει τη δυνατότητα να θεσπίζουν τα κατάλληλα μέτρα προς διασφάλιση της χρηστής διοικήσεως κατά την εσωτερική τους λειτουργία» (46).
78 Δεν είναι επομένως δυνατό, όπως διατείνεται η αναιρεσείουσα, να συναχθεί από την προπαρατεθείσα απόφαση Κάτω Ξώρες κατά Συμβουλίου η νομολογιακή επιβεβαίωση ενός θεμελιώδους δικαιώματος προσβάσεως στα έγγραφα (47).
79 Η νομική ύπαρξη ενός τέτοιου δικαιώματος δεν μπορεί να συναχθεί ούτε από την απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 2001, Συμβούλιο κατά Hautala (48). Στην υπόθεση αυτή, η αίτηση αναιρέσεως αφορούσε κυρίως το δικαίωμα μερικής προσβάσεως στα έγγραφα του Συμβουλίου, όπως αυτό προβλέπεται στην απόφαση 93/731.
Η αναιρεσείουσα, μέλος του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου, ζήτησε να της κοινοποιηθεί έκθεση καταρτισθείσα από την ομάδα εργασίας «Εξαγωγή συμβατικών όπλων» προκειμένου να γνωρίζει ακριβέστερα τα κριτήρια εξαγωγής όπλων από τα κράτη μέλη της Ευρωπαϋκής Ενώσεως. Το Συμβούλιο της αντέταξε άρνηση, με την αιτιολογία ότι η εν λόγω έκθεση περιείχε ευαίσθητες πληροφορίες των οποίων η αποκάλυψη μπορούσε να αποβεί σε βάρος της δημοσίας ασφαλείας (49).
Το Δικαστήριο έκρινε ότι «το άρθρο 4, παράγραφος 1, της αποφάσεως 93/731 έχει την έννοια ότι το Συμβούλιο υπέχει υποχρέωση να εξετάζει αν πρέπει να επιτρέπει τη μερική πρόσβαση στα στοιχεία που δεν καλύπτονται από τις εξαιρέσεις» (50). Το Δικαστήριο έκρινε ωστόσο ότι δεν χρειαζόταν να αποφανθεί σχετικά με την «ύπαρξη μιας "αρχής καθιερώνουσας το δικαίωμα στην πληροφόρηση"» (51).
80 Κατά συνέπεια, φρονώ ότι, στην παρούσα κατάσταση εξελίξεως της νομολογίας του Δικαστηρίου, δεν υπάρχει, στο κοινοτικό δίκαιο, θεμελιώδες δικαίωμα προσβάσεως στα έγγραφα που περιλαμβάνεται στις γενικές αρχές του δικαίου οι οποίες προκύπτουν από τις συνταγματικές παραδόσεις που είναι κοινές στα κράτη μέλη.
81 Το δικαίωμα προσβάσεως στα έγγραφα της Επιτροπής αναγνωρίζεται και διασφαλίζεται με τον κώδικα συμπεριφοράς, που τέθηκε σε εφαρμογή με την απόφαση 94/90. Επομένως, στην παρούσα αίτηση αναιρέσεως, το Δικαστήριο πρέπει να ερμηνεύσει τον κανόνα του συντάκτη ενόψει της γενικής αρχής προσβάσεως στα έγγραφα, κατά την έννοια του κώδικα συμπεριφοράς.
82 Συναφώς, μολονότι καθιερώνει τη γενική αρχή προσβάσεως στα έγγραφα, ο κώδικας συμπεριφοράς αποκλείει από το πεδίο εφαρμογής του ορισμένες κατηγορίες εγγράφων. Έτσι, όταν η Επιτροπή κατέχει έγγραφο του οποίου δεν είναι ο συντάκτης, ο κώδικας συμπεριφοράς διευκρινίζει ότι η αίτηση πρέπει να υποβληθεί απευθείας στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο ή όργανο.
83 Επομένως, ο κώδικας συμπεριφοράς προβλέπει ρητώς ότι ο κανόνας του εκδότη παρεκκλίνει από τη γενική αρχή προσβάσεως στα έγγραφα.
84 Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, θεωρώ ότι το Πρωτοδικείο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι ο κανόνας του συντάκτη μπορούσε να έχει εφαρμογή ελλείψει γενικής αρχής του δικαίου περί διαφανείας που να απαγορεύει στην Επιτροπή να αποκλείει από το πεδίο εφαρμογής του κώδικα συμπεριφοράς τα έγγραφα των οποίων δεν είναι ο συντάκτης.
85 Κατά συνέπεια, το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου πρέπει να απορριφθεί.
ii) Το δεύτερο σκέλος: εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του κανόνα του συντάκτη
Επιχειρήματα των διαδίκων
86 Η Interporc προβάλλει, στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο δεν θα δεχόταν την ακυρότητα του κανόνα του συντάκτη, ότι το Πρωτοδικείο δέχθηκε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του κανόνα αυτού. Κατά την αναιρεσείουσα, το Πρωτοδικείο δεν δέχθηκε αυστηρή ερμηνεία του κανόνα του συντάκτη, σύμφωνα με τη γενική αρχή περί διαφανείας.
87 Με το υπόμνημά της αντικρούσεως, η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι ο κανόνας του συντάκτη συνιστά περιορισμό της αρχής που τέθηκε με την απόφαση 94/90. Θεωρεί ότι το κείμενο του κώδικα συμπεριφοράς δεν επιτρέπει να δοθεί περιοριστική ερμηνεία στον εν λόγω κανόνα παρά μόνο στον βαθμό που υπάρχει αμφιβολία για τον συντάκτη του εγγράφου.
Εκτίμηση
88 Όπως υποστηρίχθηκε προηγουμένως, ο κανόνας του συντάκτη είναι σαφής παρέκκλιση από τη γενική αρχή προσβάσεως στα έγγραφα, όπως νοείται με τον κώδικα συμπεριφοράς.
89 Στην πράξη, η τήρηση του κανόνα του συντάκτη υποδεικνύει στον ενδιαφερόμενο τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθήσει για να υποβάλει την αίτησή του προσβάσεως στα έγγραφα. Ο σκοπός και ο λόγος υπάρξεως της παρεκκλίσεως αυτής είναι ευχερώς κατανοητοί. Ο κανόνας του συντάκτη παρέχει την εγγύηση σε ένα κράτος μέλος, σε μια τρίτη χώρα ή σε οποιοδήποτε νομικό ή φυσικό πρόσωπο, το οποίο δέχεται να εμπιστευτεί στην Επιτροπή έγγραφα, ότι τα τελευταία δεν θα αποκαλυφθούν παρά τη θέλησή του. Ξάρη σ' αυτές τις σχέσεις εμπιστοσύνης, η Επιτροπή μπορεί να λάβει σημαντικές πληροφορίες (εθνικές στατιστικές, εκθέσεις έρευνας) που της επιτρέπουν να λάβει αιτιολογημένες αποφάσεις. Ομοίως, στο πλαίσιο των καταγγελιών για πρακτικές παραβιάζουσες τους κανόνες ανταγωνισμού, οι επιχειρήσεις πρέπει να είναι βέβαιες ότι ορισμένα έγγραφα, τα οποία μπορούν να δώσουν λαβή για την κίνηση εν συνεχεία διαδικασιών, δεν θα αποκαλυφθούν (52).
90 Πάντως η εφαρμογή του κανόνα του συντάκτη μπορεί να οδηγήσει σε καταχρήσεις. Η Επιτροπή θα μπορούσε, για παράδειγμα, να προσφύγει στην παρέκκλιση αυτή μολονότι δεν υπάρχει αμφιβολία ως προς τον συντάκτη του αιτούμενου εγγράφου.
91 Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή μια εφαρμογή και μια ερμηνεία του κανόνα του συντάκτη που συνάδουν προς τη νομολογία του Δικαστηρίου.
92 Συναφώς, όπως το Δικαστήριο υπέμνησε πρόσφατα, ο σκοπός της αποφάσεως 94/90, πέραν της εξασφαλίσεως της εσωτερικής λειτουργίας του Συμβουλίου προς το συμφέρον της χρηστής διοικήσεως, συνίσταται στην πρόβλεψη, υπέρ του κοινού, της μεγαλύτερης δυνατής προσβάσεως στα έγγραφα που έχει στην κατοχή της η Επιτροπή, οπότε κάθε εξαίρεση από το εν λόγω δικαίωμα πρέπει να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται στενά (53).
93 Έτσι, όταν η Επιτροπή κατέχει έγγραφα των οποίων δεν είναι ο συντάκτης, οφείλει να διευκρινίσει την ταυτότητα του συντάκτη. Πράγματι, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να είναι σε θέση να γνωρίζει τον συντάκτη του εγγράφου προκειμένου να έχει τη δυνατότητα να υποβάλει αίτηση προσβάσεως σ' αυτόν τον τελευταίο.
94 Με τη βαλλόμενη απόφαση της 23ης Απριλίου 1998, η Επιτροπή πληροφορεί την αναιρεσείουσα ότι τα έγγραφα στα οποία ζητείται η πρόσβαση προέρχονται είτε από τα κράτη μέλη είτε από τις αρχές της Αργεντινής. Τα κράτη μέλη είχαν δώσει δύο τύπους εγγράφων. Πρόκειται, αφενός, για τις δηλώσεις ως προς τις ποσότητες βοείου κρέατος Hilton που είχαν εισαχθεί από τη Δημοκρατία της Αργεντινής μεταξύ 1985 και 1992 και, αφετέρου, ορισμένες θέσεις που διατύπωσαν τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη σε παρόμοιες υποθέσεις. Οι αρχές της Αργεντινής προσκόμισαν τις δηλώσεις για τις ποσότητες βοείου κρέατος Hilton οι οποίες εξήχθησαν προς την Κοινότητα μεταξύ 1985 και 1992, τα έγγραφα σχετικά με τον προσδιορισμό των οργανισμών που είναι αρμόδιοι για την έκδοση των πιστοποιητικών γνησιότητας και τα έγγραφα σχετικά με τη σύναψη συμφωνίας για το άνοιγμα της ποσοστώσεως Hilton. Η Επιτροπή καταλήγει στο ότι η αναιρεσείουσα οφείλει να υποβάλει την αίτηση προσβάσεως στα έγγραφα αυτά στα κράτη μέλη ή στις αρχές της Αργεντινής.
95 Επομένως, στην παρούσα υπόθεση, η Επιτροπή προέβη σε ακριβή εφαρμογή του κανόνα του συντάκτη καθόσον προσδιόρισε τους συντάκτες των αιτηθέντων εγγράφων.
96 Οφείλω ωστόσο να διευκρινίσω ότι το δικαίωμα προσβάσεως στα έγγραφα που κατέχει ένα κοινοτικό όργανο τροποποιήθηκε πρόσφατα. Με τον νέο κανονισμό (ΕΚ) 1049/2001, της 30ής Μαου 2001 (54) το άρθρο 4, παράγραφος 4, ορίζει:
«Στην περίπτωση εγγράφων τρίτων, το θεσμικό όργανο διαβουλεύεται με τον τρίτο προκειμένου να εκτιμήσει κατά πόσον μπορεί να εφαρμοσθεί η εξαίρεση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 ή 2, εκτός εάν είναι σαφές ότι το έγγραφο θα δημοσιοποιηθεί ή όχι.»
97 Σύμφωνα δηλαδή με τη νέα κανονιστική κοινοτική ρύθμιση (55), ο κανόνας του συντάκτη δεν αποτελεί πλέον απόλυτη παρέκκλιση από το δικαίωμα προσβάσεως στα έγγραφα, αλλά καθίσταται μια «κλασική» εξαίρεση που υπόκειται στην εξουσία ελεύθερης ερμηνείας εκ μέρους της Επιτροπής.
98 Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, προτείνω στο Δικαστήριο να κρίνει ότι το Πρωτοδικείο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι η Επιτροπή προέβη σε ακριβή εφαρμογή του κανόνα του συντάκτη φρονώντας ότι δεν ήταν υποχρεωμένη να επιτρέψει την πρόσβαση στα έγγραφα των οποίων δεν είναι ο συντάκτης.
99 Το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου πρέπει επομένως να απορριφθεί ως αβάσιμο.
100 Τέλος, η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι η Επιτροπή παρέβη την υποχρέωση αιτιολογίας που απορρέει από το άρθρο 190 της Συνθήκης.
β) Επί του σεβασμού της υποχρεώσεως αιτιολογίας (τρίτο σκέλος)
Επιχειρήματα των διαδίκων
101 Η αναιρεσείουσα φρονεί ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε σφάλμα περί το δίκαιο καθόσον έκρινε ότι η Επιτροπή είχε εκτελέσει ορθά την υποχρέωση αιτιολογίας που υπέχει από το άρθρο 190 της Συνθήκης. Προβάλλει ότι το Πρωτοδικείο δεν ήταν σε θέση να ελέγξει, από την αιτιολογία της απορριπτικής αποφάσεως, αν η Επιτροπή είχε επίσης ασκήσει την εξουσία της εκτιμήσεως όσον αφορά ειδικότερα το ζήτημα της πραγματικής δυνατότητας ασκήσεως του δικαιώματος προσβάσεως στα έγγραφα στα κράτη μέλη και στις αρχές της Αργεντινής.
102 Η Επιτροπή θεωρεί αντιθέτως ότι τήρησε την υποχρέωση αιτιολογίας όπως αυτή απορρέει από το άρθρο 190 της Συνθήκης.
Εκτίμηση
103 Επιβάλλεται η υπόμνηση ότι η υποχρέωση αιτιολογίας που επιβάλλει το άρθρο 190 της Συνθήκης στηρίζεται στις αρχές που προέκυψαν από την πάγια νομολογία.
104 Συναφώς, το Δικαστήριο θεωρεί ότι η αιτιολογία πρέπει να είναι προσαρμοσμένη στη φύση της οικείας πράξεως και πρέπει να διαφαίνεται από αυτήν κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο η συλλογιστική της κοινοτικής αρχής που εκδίδει την προσβαλλόμενη πράξη, κατά τρόπο που να καθιστά δυνατό στους ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους που δικαιολογούν τη λήψη του μέτρου και στο αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο να ασκεί τον έλεγχό του. Η υποχρέωση αιτιολογήσεως πρέπει να εκτιμάται αναλόγως των περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως, ιδίως του περιεχομένου της πράξεως, της φύσεως των προβαλλομένων λόγων και του συμφέροντος που έχουν ενδεχομένως στην παροχή διευκρινίσεων οι αποδέκτες ή άλλα πρόσωπα τα οποία η πράξη αφορά άμεσα και ατομικά. Η αιτιολογία δεν απαιτείται να διασαφηνίζει όλα τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία, καθόσον το ζήτημα αν η αιτιολογία μιας πράξεως ικανοποιεί τις απαιτήσεις του άρθρου 190 της Συνθήκης πρέπει να εκτιμάται όχι μόνο βάσει της διατυπώσεώς της αλλά και του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται καθώς και του συνόλου των κανόνων δικαίου που διέπουν το σχετικό θέμα (56).
105 Όσον αφορά ειδικότερα την αίτηση προσβάσεως του κοινού στα έγγραφα της Επιτροπής, η τελευταία υποχρεούται να εξετάζει, για κάθε έγγραφο για το οποίο ζητείται η πρόσβαση, αν, ενόψει των πληροφοριών που αυτή διαθέτει, η κοινολόγηση μπορεί όντως να αποβεί εις βάρος μιας από τις παρεκκλίσεις που προβλέπει ο κώδικας συμπεριφοράς (57).
106 Στην προκειμένη περίπτωση, με τη βαλλόμενη απόφαση της 23ης Απριλίου 1998, η Επιτροπή παρέχει λεπτομερή κατάλογο των εγγράφων που κατέχει και των οποίων δεν είναι ο συντάκτης (58). Πληροφορεί την αναιρεσείουσα ότι, για να επιτύχει την πρόσβαση στις πληροφορίες που περιλαμβάνονται στα έγγραφα αυτά, οφείλει να απευθυνθεί απευθείας στους συντάκτες των εγγράφων. Η Επιτροπή στηρίζει ρητά την άρνηση να επιτρέψει την πρόσβαση στα έγγραφα αυτά στην τήρηση του κανόνα του συντάκτη, όπως αυτός καθιερώθηκε με τον κώδικα συμπεριφοράς (59).
107 Επομένως, η βαλλόμενη απόφαση της 23ης Απριλίου 1998 μου φαίνεται επαρκώς αιτιολογημένη.
108 Κατά συνέπεια, το Πρωτοδικείο δεν υπέπεσε σε σφάλμα περί το δίκαιο κρίνοντας ότι η αιτιολογία της βαλλόμενης αποφάσεως της 23ης Απριλίου 1998 πληρούσε τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 190 της Συνθήκης. Το τρίτο σκέλος του δεύτερου λόγου, καθόσον αντλείται από την ύπαρξη μιας τέτοιας πλάνης, πρέπει επομένως να κριθεί αβάσιμο.
Πρόταση
109 Ενόψει των προεκτεθέντων, προτείνω, κατά συνέπεια, στο Δικαστήριο:
1) να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως·
2) να καταδικάσει την Interporc Im- und Export GmbH στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας.
(1) - Στο εξής: Interporc ή αναιρεσείουσα.
(2) - Υπόθεση Τ-92/98, Interporc κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. ΙΙ-3521, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση).
(3) - Στο εξής: βαλλόμενη απόφαση της 23ης Απριλίου 1998.
(4) - Απόφαση σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα της Επιτροπής (ΕΕ L 46, σ. 58).
(5) - Στο εξής: κώδικας συμπεριφοράς.
(6) - Η φράση «γενική αρχή» περιλαμβάνεται στο ίδιο το κείμενο του κώδικα συμπεριφοράς. Στις προτάσεις μου, η αρχή αυτή νοείται ως εξής: «γενική αρχή προσβάσεως στα έγγραφα, κατά την έννοια του κώδικα συμπεριφοράς».
(7) - Η υπογράμμιση δική μου.
(8) - Πρώτο εδάφιο.
(9) - Δωδέκατο εδάφιο.
(10) - ΕΕ 1994, C 67, σ. 5, στο εξής: ανακοίνωση του 1994.
(11) - Έκτο εδάφιο.
(12) - Ένατο εδάφιο.
(13) - Δέκατο εδάφιο.
(14) - Στο εξής: ΓΔ.
(15) - Απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 1998, Τ-50/96, Primex Produkte Import-Export κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. ΙΙ-3773). Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε αναίρεση ενώπιον του Δικαστηρίου, η υπόθεση όμως διαγράφηκε με διάταξη της 10ης Μαου 2000, C-417/98 Ρ, Επιτροπή κατά Primex Produkte Import-Export κ.λπ. (μη δημοσιευθείσα στη Συλλογή).
(16) - Υπόθεση Τ-124/96, Interporc κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. ΙΙ-231, στο εξής: απόφαση Interporc I).
(17) - Σκέψη 20 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
(18) - Σκέψη 50.
(19) - Βλ. υπόμνημα απαντήσεως, σημείο 4.
(20) - Η υπογράμμιση δική μου.
(21) - Βλ. αίτηση αναιρέσεως, σ. 28.
(22) - Όπ.π., σ. 6.
(23) - Σελίδα 2.
(24) - Βλ. υπόμνημα ανταπαντήσεως, σ. 3 και 4.
(25) - Απόφαση της 28ης Μαου 1998, C-7/95 Ρ, Deere κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. I-3111, σκέψεις 18 έως 20). Βλ., υπό το πνεύμα αυτό, διατάξεις της 7ης Μαρτίου 1994, C-338/93 P, De Hoe κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. I-819, σκέψεις 17 έως 19)· της 26ης Σεπτεμβρίου 1994, C-26/94 P, X κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. I-4379, σκέψεις 10 έως 13), και της 14ης Μαρτίου 1996, C-31/95 P, Del Plato κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. I-1443, σκέψεις 17 έως 20). Βλ., επίσης, αποφάσεις της 28ης Μαου 1998, C-8/95 P, New Holland Ford κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. I-3175, σκέψεις 22 έως 24), και της 4ης Ιουλίου 2000, C-352/98 P, Bergaderm και Goupil κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. I-5291, σκέψη 35).
(26) - Βλ. σημείο 26 των ανά χείρας προτάσεων.
(27) - Βλ. αίτηση αναιρέσεως, σ. 9 έως 12.
(28) - Βλ. σημείο 26 των ανά χείρας προτάσεων.
(29) - Βλ. αίτηση αναιρέσεως, σ. 13.
(30) - Βλ. σημείο 26 των ανά χείρας προτάσεων.
(31) - Βλ. αίτηση αναιρέσεως, σ. 22.
(32) - Βλ. αίτηση αναιρέσεως, σ. 26.
(33) - Βλ. σημείο 26 των ανά χείρας προτάσεων.
(34) - Βλ., υπό το πνεύμα αυτό, αποφάσεις της 11ης Ιανουαρίου 2001, C-459/98 Ρ, Martνnez del Peral Cagigal κατά Επιτροπής (Συλλογή 2001, σ. Ι-135, σκέψεις 37 και 38), και της 31ης Μαου 2001, C-41/99 Ρ, Sadam Zuccherifici κ.λπ. κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2001, σ. Ι-4239, σκέψεις 16 έως 19).
(35) - Αποφάσεις της 1ης Ιουλίου 1994, C-136/92 Ρ, Επιτροπή κατά Brazzelli Lualdi κ.λπ. (Συλλογή 1994, σ. Ι-1981, σκέψη 59)· Deere κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα, σκέψη 62. Βλ. επίσης, υπό το πνεύμα αυτό, διατάξεις της 14ης Οκτωβρίου 1999, C-437/98 Ρ, Infrisa κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. Ι-7145, σκέψη 29), και της 25ης Ιανουαρίου 2001, C-111/99 Ρ, Lech-Stahlwerke κατά Επιτροπής (Συλλογή 2001, σ. Ι-727, σκέψη 25).
(36) - Επ' αυτής της απόψεως της νομολογίας, βλ. Friden, G., «Quelques rιflexions sur la recevabilitι d'un pourvoi contre un arrκt du Tribunal de premiθre instance», Revue des affaires europιennes, 2000, σ. 231, ειδικότερα σ. 236, και Honorat, E., «Plaider un pourvoi devant la Cour de justice», volution rιcente du droit judiciaire communautaire, Institut europιen d'administration public, Maastricht, 1994, σ. 21.
(37) - Αποφάσεις της 12ης Ιουνίου 1958, 2/57, Compagnie des Hauts fourneaux de chasse κατά Ανωτάτης Αρχής (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 231, συνοπτική μετάφραση στα ελληνικά)· της 29ης Μαου 1997, C-153/96 Ρ, De Rijk κατά Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. I-2901, σκέψη 19), και της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, C-220/99, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 2001, σ. I-5831, σκέψη 20).
(38) - Επί του ζητήματος αυτού, βλ. τις προτάσεις μου στην προπαρατεθείσα υπόθεση Επιτροπή κατά Γαλλίας, σημεία 106 και 107.
(39) - Βλ. σκέψεις 58 έως 60 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
(40) - Απόφαση της 26ης Απριλίου 1988, 97/86, 99/86, 193/86 και 215/86, Asteris κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1988, σ. 2181, σκέψη 27).
(41) - Απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1987, 15/85, Consorzio Cooperative d'Abruzzo κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. 1005, σκέψη 18).
(42) - Απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 1999, C-310/97 Ρ, Επιτροπή κατά Assidomδn Kraft Products κ.λπ. (Συλλογή 1999, σ. Ι-5363, σκέψη 56).
(43) - Το άρθρο αυτό παρενεβλήθη στη Συνθήκη ΕΚ με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ.
(44) - ΕΕ L 340, σ. 43.
(45) - Σκέψη 34.
(46) - Όπ.π., σκέψη 37.
(47) - Βλ. υπό το πνεύμα αυτό, για παράδειγμα, Chiti, E., «Further Developments of Access to Community Information: Kingdom of the Netherlands v. Council of the European Union», European Public Law, vol. 2, Issue 4, 1996, σ. 536 επ.· Lafay, F., «L'accθs aux documents du Conseil de l'Union: contribution ΰ une problιmatique de la transparence en droit communautaire», RTD eur. 33 (1), janvier-mars 1997, σ. 37 επ.· Bradley, K. St. C., «La transparence de l'Union europιenne: une ιvidence ou un trompe-l'oeil?», Cahiers de droit europιen, 3-4, 1999, σ. 283 επ.· Travers, N., «Access to Documents in Community Law: on the Board to a European Participatory Democracy», The Irish Jurist, vol. 35, 2000, σ. 164 επ. Για μια διαφορετική ερμηνεία, βλ. για παράδειγμα, Ragnemalm, H., «Dιmocratie et transparence: sur le droit gιnιral d'accθs des citoyens de l'Union europιenne aux documents dιtenus par les institutions communautaires», Scritti in onore di G.F. Mancini, σ. 809 επ.
(48) - Υπόθεση C-353/99 Ρ, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή.
(49) - Το άρθρο 4, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, της αποφάσεως 93/731 ορίζει ότι «δεν επιτρέπεται η πρόσβαση σε έγγραφο του Συμβουλίου του οποίου η κοινολόγηση είναι δυνατόν να αποβεί σε βάρος της προστασίας του δημοσίου συμφέροντος (δημόσια ασφάλεια, διεθνείς σχέσεις, νομισματική σταθερότητα, δικαστικές διαδικασίες, επιθεωρήσεις και έρευνες)».
(50) - Προπαρατεθείσα απόφαση Συμβούλιο κατά Hautala (σκέψη 31).
(51) - Όπ.π.
(52) - Idot, L., «La transparence dans les procιdures administratives: l'exemple du droit de la concurrence», La transparence dans l'Union europιenne. Mythe ou principe juridique?, LGDJ, 1998, σ. 121 επ.
(53) - Αποφάσεις της 11ης Ιανουαρίου 2000, C-174/98 Ρ και C-189/98 Ρ, Κάτω Ξώρες και Van der Wal κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. Ι-1, σκέψη 27), και Συμβούλιο κατά Hautala, προπαρατεθείσα, σκέψη 25. Υπενθυμίζω ότι, στην υπόθεση αυτή, η λύση εφαρμόστηκε στην απόφαση 93/731.
(54) - Κανονισμός του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (ΕΕ L 145, σ. 43).
(55) - Ο κανονισμός 1049/2001 έχει εφαρμογή από 3 Δεκεμβρίου 2001.
(56) - Βλ., για παράδειγμα, αποφάσεις της 13ης Μαρτίου 1985, 296/82 και 318/82, Κάτω Ξώρες και Leeuwarder Papierwarenfabriek κατά Επιτροπής (Συλλογή 1985, σ. 809, σκέψη 19)· της 14ης Φεβρουαρίου 1990, C-350/88, Delacre κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. I-395, σκέψεις 15 και 16)· της 29ης Φεβρουαρίου 1996, C-122/94, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1996, σ. I-881, σκέψη 29), C-56/93, Βέλγιο κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. I-723, σκέψη 86)· της 2ας Απριλίου 1998, C-367/95 Ρ, Επιτροπή κατά Sytraval και Brink's France (Συλλογή 1998, I-1719, σκέψη 63), και της 30ής Μαρτίου 2000, C-265/97 Ρ, VBA κατά Florimex κ.λπ. (Συλλογή 2000, σ. I-2061, σκέψη 93).
(57) - Βλ. απόφαση Κάτω Ξώρες και Van der Wal κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα, (σκέψεις 24 έως 28). Βλ. επίσης, υπό το πνεύμα αυτό, αποφάσεις της 19ης Μαρτίου 1998, Τ-83/96, Van der Wal κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. II-545, σκέψη 43)· της 17ης Ιουνίου 1998, Τ-174/95, Svenska Journalistfφrbundet κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1998, σ. II-2289, σκέψη 112)· της 6ης Απριλίου 2000, Τ-188/98, Kuijer κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2000, σ. II-1959, σκέψεις 36 επ.), και της 12ης Οκτωβρίου 2000, Τ-123/99, JT's Corporation κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. II-3269, σκέψεις 63 επ.).
(58) - Βλ. λεπτομέρειες του καταλόγου που κατήρτισε η Επιτροπή στο σημείο 18 των ανά χείρας προτάσεων.
(59) - Όπ.π.
Full & Egal Universal Law Academy