Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - Εισαγωγή
1. Οι δύο παρούσες υποθέσεις αφορούν την ερμηνεία της οδηγίας 85/374/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1985, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σε θέματα ευθύνης λόγω ελαττωματικών προϊόντων (στο εξής: οδηγία).
Η υπόθεση C-183/00 αφορά προδικαστικό ερώτημα σχετικό με το άρθρο 13 της οδηγίας· η υπόθεση C-52/00 αναφέρεται σε διαδικασία διαπιστώσεως παραβάσεως που κίνησε η Επιτροπή κατά της Γαλλικής Δημοκρατίας βάσει του άρθρου 226 ΕΚ, διότι η γαλλική νομοθεσία για την εφαρμογή της οδηγίας αντιβαίνει προς τα άρθρα 3, παράγραφος 3, 7 και 9 της οδηγίας. Η Γαλλική Κυβέρνηση αμφισβήτησε την παράβαση στηριζόμενη ιδίως στο άρθρο 13 της οδηγίας. Το κεντρικό ζήτημα στις δύο αυτές υποθέσεις είναι αν η οδηγία επιδιώκει την πλήρη ή την ελάχιστη μόνον εναρμόνιση της ευθύνης λόγω ελαττωματικών προϊόντων εντός της Κοινότητας.
Θα παραθέσω, κατ' αρχάς, το νομικό πλαίσιο και τα πραγματικά περιστατικά των υποθέσεων αυτών.
ΙΙ - Οι κοινοτικές ρυθμίσεις
2. Κατά το άρθρο 1 της οδηγίας, ο παραγωγός ευθύνεται για κάθε ζημία που οφείλεται σε ελάττωμα του προϊόντος του. Το άρθρο 3, παράγραφος 3, διευκρινίζει ότι, εάν είναι αδύνατο να προσδιοριστεί η ταυτότητα του παραγωγού, κάθε προμηθευτής του προϊόντος θεωρείται ως παραγωγός του, εκτός αν ενημερώσει τον ζημιωθέντα, εντός εύλογης προθεσμίας, σχετικά με την ταυτότητα του παραγωγού ή εκείνου που του προμήθευσε το προϊόν. Το ίδιο ισχύει, όταν πρόκειται για εισαγόμενο προϊόν, εάν η ταυτότητα του εισαγωγέα, όπως την αναφέρει η παράγραφος 2, δεν αναγράφεται στο προϊόν, ακόμα και εάν αναφέρεται η επωνυμία του παραγωγού.
3. Το άρθρο 7 προβλέπει ότι ο παραγωγός δεν ευθύνεται, σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, εάν αποδείξει:
«[...]
δ) ότι το ελάττωμα οφείλεται στο ότι το προϊόν κατασκευάστηκε, σύμφωνα με αναγκαστικούς κανόνες δικαίου που θεσπίστηκαν από δημόσια αρχή·
ε) ότι, όταν έθεσε το προϊόν σε κυκλοφορία, το επίπεδο επιστημονικών και τεχνικών γνώσεων δεν επέτρεπε να διαπιστωθεί η ύπαρξη του ελαττώματος·
στ) [...]»
4. Κατά το άρθρο 9, ο όρος «ζημία», κατά την έννοια του άρθρου 1, σημαίνει:
«[...]
β) ζημία ή καταστροφή, ύψους πέραν ενός εκπιπτόμενου ποσού 500 ECU, κάθε περιουσιακού στοιχείου, εκτός από το ίδιο το ελαττωματικό προϊόν, με την προϋπόθεση ότι το περιουσιακό αυτό στοιχείο:
i) είναι από εκείνα που συνήθως προορίζονται για ιδιωτική χρήση ή κατανάλωση, και
ii) χρησιμοποιήθηκε από τον ζημιωθέντα, κυρίως, για ιδιωτική χρήση ή κατανάλωση.
[...]»
5. Το άρθρο 13 ορίζει:
«Η παρούσα οδηγία δεν θίγει τα δικαιώματα, που ενδέχεται να έχει ο ζημιωθείς, βάσει του δικαίου περί συμβατικής ή εξωσυμβατικής ευθύνης, ή βάσει ειδικού καθεστώτος ευθύνης που τυχόν ισχύει, κατά τη στιγμή κοινοποίησης της οδηγίας.»
6. Η παράγραφος 1 του άρθρου 15 ορίζει ότι τα κράτη μέλη δύνανται:
«[...]
β) κατά παρέκκλιση από το άρθρο 7 στοιχείο ε), να διατηρήσουν στη νομοθεσία τους ή, με την επιφύλαξη της διαδικασίας που προβλέπεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, να θεσπίσουν διάταξη σύμφωνα με την οποία ο παραγωγός θα ευθύνεται ακόμα και εάν αποδείξει ότι οι επιστημονικές και τεχνικές γνώσεις, τη στιγμή που έθεσε το προϊόν σε κυκλοφορία, δεν επέτρεπαν να διαπιστωθεί η ύπαρξη του ελαττώματος.»
ΙΙΙ - Η εθνική νομοθεσία και τα πραγματικά περιστατικά
Α - Υπόθεση C-52/00
1. Η εθνική νομοθεσία
7. Ο γαλλικός νόμος 98-389, της 19ης Μα_ου 1998, που μετέφερε την οδηγία στο εσωτερικό δίκαιο, ενσωμάτωσε μεταξύ άλλων τις ακόλουθες διατάξεις σε θέματα ευθύνης λόγω ελαττωματικών προϊόντων στον γαλλικό αστικό κώδικα:
- το άρθρο 1386-1, που καθιστά τον παραγωγό υπεύθυνο για τη ζημία που προκαλείται από ελάττωμα του προϊόντος του·
- το άρθρο 1386-2, που προβλέπει ότι οι διατάξεις του τίτλου στον οποίον εντάσσεται έχουν εφαρμογή στην αποζημίωση για τη ζημία που προκύπτει από προσβολή σε πρόσωπο ή σε αγαθό άλλο από το ελαττωματικό προϊόν αυτό καθαυτό·
- το άρθρο 1386-7, πρώτο εδάφιο, που ορίζει ότι ο πωλητής, ο μισθωτής, εκτός από την περίπτωση της χρηματοδοτικής μισθώσεως ή της μισθώσεως που μπορεί να εξομοιωθεί με αυτήν, ή κάθε άλλος επαγγελματίας προμηθευτής, ευθύνεται για το ελάττωμα του προϊόντος υπό τις ίδιες προϋποθέσεις με τον παραγωγό·
- το άρθρο 1386-11, πρώτο εδάφιο, που προβλέπει ότι ο παραγωγός
ευθύνεται αυτοδικαίως εκτός αν αποδείξει:
«[...]
4° ότι το επίπεδο των επιστημονικών και τεχνικών γνώσεων κατά τη θέση σε κυκλοφορία του προϊόντος δεν επέτρεπε την ανίχνευση του ελαττώματος·
5° ή ότι το ελάττωμα οφείλεται στη συμβατότητα του προϊόντος με επιτακτικούς νομοθετικούς ή ρυθμιστικούς κανόνες.
[...]»
- το άρθρο 1386-12, δεύτερο εδάφιο, ορίζει:
«Ο παραγωγός δεν μπορεί να επικαλεστεί τους λόγους απαλλαγής των περιπτώσεων 4 και 5 του άρθρου 1386-11, εάν, σε περίπτωση ελαττώματος που εμφανίστηκε εντός 10 ετών από τη θέση σε κυκλοφορία του προϊόντος, δεν έλαβε τα κατάλληλα μέτρα για να προλάβει τις ζημιογόνες συνέπειες».
2. Τα πραγματικά περιστατικά
8. Κατά το άρθρο 19 της οδηγίας, τα κράτη μέλη έπρεπε να την είχαν μεταφέρει στο εσωτερικό τους δίκαιο μέχρι τις 30 Ιουλίου 1998. Δεδομένου ότι η Γαλλική Δημοκρατία δεν μετέφερε εμπροθέσμως την οδηγία, το Δικαστήριο την καταδίκασε για παράβαση με απόφαση της 13ης Ιανουαρίου 1993 . Η μεταφορά επιτεύχθηκε τελικώς με τον νόμο της 19ης Μα_ου 1998, με καθυστέρηση σχεδόν 10 ετών. Ο νόμος αυτός εισήγαγε στη Γαλλία καθεστώς αστικής, αντικειμενικής, άνευ πταίσματος, απεριόριστης και άνευ χρηματικών ορίων ευθύνης.
9. Μετά από ανταλλαγή σχετικών εγγράφων μεταξύ των υπηρεσιών της Επιτροπής και της μόνιμης αντιπροσωπείας της Γαλλίας τον Μάρτιο 1998, η Επιτροπή αποφάσισε να κινήσει τη διαδικασία λόγω παραβάσεως βάσει του άρθρου 226 ΕΚ με το από 6 Νοεμβρίου 1998 έγγραφο οχλήσεως. Η Γαλλική Κυβέρνηση απάντησε με έγγραφο της 12ης Ιανουαρίου 1999. Η αιτιολογημένη γνώμη κοινοποιήθηκε στις 6 Αυγούστου 1999. Η Γαλλική Κυβέρνηση απάντησε στις 8 Οκτωβρίου 1999.
10. Με την προσφυγή της, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Γαλλική Δημοκρατία
- ορίζοντας με το άρθρο 1386-2 του αστικού κώδικα ότι οι διατάξεις περί ευθύνης λόγω ελαττωματικών προϊόντων έχουν εφαρμογή επίσης όταν οι ζημίες βρίσκονται κάτω του ορίου των 500 ευρώ·
- προβλέποντας, στο άρθρο 1386-7 του αστικού κώδικα, ότι ο διανομέας ελαττωματικού προϊόντος ευθύνεται σε όλες τις περιπτώσεις εξίσου με τον παραγωγό· και
- καθορίζοντας, στο άρθρο 1386-12 του αστικού κώδικα, ότι ο παραγωγός οφείλει να αποδείξει ότι έλαβε τα κατάλληλα μέτρα για να προλάβει τις συνέπειες ελαττωματικού προϊόντος, ώστε να μπορεί να επικαλεστεί τους λόγους απαλλαγής που προβλέπουν τα σημεία δ_ και ε_ του άρθρου 7 της οδηγίας,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 9, 3, παράγραφος 3, και 7, της οδηγίας.
Β - Υπόθεση C-183/00
1. Η εθνική νομοθεσία
11. Η οδηγία μεταφέρθηκε στο ισπανικό δίκαιο με τον νόμο 22/94, της 6ης Ιουλίου 1994. Η πρώτη από τις τελικές διατάξεις του νόμου αυτού ορίζει ότι:
«Τα άρθρα 25 έως 28 του γενικού νόμου 26/84, της 19ης Ιουλίου, περί προστασίας των καταναλωτών και των χρηστών, δεν έχουν εφαρμογή στην αστική ευθύνη λόγω ζημιών που προκαλούνται από τα ελαττωματικά προϊόντα που αφορά το άρθρο 2 του παρόντος νόμου».
Το άρθρο 2 του ισπανικού αυτού νόμου είναι παρεμφερές με το άρθρο 2 της οδηγίας, το οποίο ορίζει την έννοια του «προϊόντος» για τον σκοπό της οδηγίας.
2. Τα πραγματικά περιστατικά και το προδικαστικό ερώτημα
12. Κατά τη διάρκεια μεταγγίσεως αίματος που πραγματοποιήθηκε σε ιατρικό κέντρο με την επωνυμία «Cetro Μédico de Asturias», η González Sánchez προσβλήθηκε από τον ιό της ηπατίτιδας C. Άσκησε τότε αγωγή αποζημιώσεως κατά της εταιρίας Medicina Asturiana SA, που έχει την κυριότητα του εν λόγω ιατρικού κέντρου.
13. Η González Sánchez στήριξε την αγωγή της στις γενικές διατάξεις περί ευθύνης του ισπανικού αστικού κώδικα και στα άρθρα 25, 26 και 28 του νόμου 26/84. Η Medicina Asturiana αποποιήθηκε την ευθύνη ισχυριζόμενη μεταξύ άλλων ότι τα άρθρα 25, 26 και 28 του νόμου 26/84 δεν είχαν πλέον εφαρμογή κατόπιν της εκδόσεως του νόμου 22/94.
14. Με τη διάταξή του περί παραπομπής, ο αιτών δικαστής διαπιστώνει ότι το αίμα και τα παράγωγά του αποτελούν προϊόντα τόσο κατά την έννοια του νόμου 26/84 όσο και κατά την έννοια του νόμου 22/94, οπότε αμφότεροι οι νόμοι έχουν κατ' αρχήν εφαρμογή, είτε λόγω της χρονικής στιγμής κατά την οποία έλαβε χώρα η μετάγγιση (ως προς τον νόμο 26/84) είτε λόγω της θέσεως σε κυκλοφορία του προϊόντος (ως προς τον νόμο 22/94), υπό την επιφύλαξη, ωστόσο, ότι βάσει του νόμου 22/94 επιβάλλεται εν προκειμένω να μην εφαρμοστούν τα άρθρα 25 επ. του νόμου 26/84.
15. Λαμβανομένων υπόψη των συνεπειών της εφαρμογής του ενός ή του άλλου νόμου περί του βάρους αποδείξεως, λόγω του διαφορετικού καθεστώτος ευθύνης που θεσπίζει έκαστος νόμος, και για να καθορισθούν οι υπεύθυνοι, ο ισπανός δικαστής έκρινε αναγκαίο να υποβάλλει προδικαστικό ερώτημα πριν εκδώσει απόφαση.
16. Το αιτούν δικαστήριο διευκρίνισε ότι ο νόμος 26/84 στηρίζεται σε καθεστώς αντικειμενικής ευθύνης, σύμφωνα με το οποίο η ενάγουσα υποχρεούται απλώς να αποδείξει τη βλάβη και τον αιτιώδη σύνδεσμο, ενώ η εναγομένη μπορεί να απαλλαγεί από την ευθύνη μόνο αν αποδείξει αποκλειστικό πταίσμα του θύματος ή, επίσης, ανωτέρα βία ή τυχηρό.
17. Η οδηγία και, συνακολούθως, ο νόμος 22/94 επιβάλλουν στη ζημιωθείσα να αποδείξει, όχι μόνον τον αιτιώδη σύνδεσμο, αλλά και το ελάττωμα του προϊόντος (άρθρο 4 της οδηγίας, άρθρο 5 του νόμου 22/94), ενώ παρέχουν στην εναγομένη περισσότερες δυνατότητες απαλλαγής από κάθε ευθύνη (άρθρο 7 της οδηγίας, άρθρο 6 του νόμου).
18. Μια άλλη διαφορά είναι ότι, βάσει του νόμου 26/84, η ενάγουσα μπορεί να στραφεί κατά του κατασκευαστή, του εισαγωγέα, του διανομέα ή του πωλητή, οι οποίοι ευθύνονται εις ολόκληρον έναντι των κατανωλωτών, ενώ βάσει της οδηγίας, και αντιστοίχως του νόμου 22/94, η González Sánchez δεν μπορεί να επικαλεστεί την ευθύνη της Medicina Asturiana SA, διότι αυτή είναι διανομέας και η ταυτότητα του «κατασκευαστή» ή «παραγωγού» των προϊόντων του αίματος είναι γνωστή, εφόσον πρόκειται για το Centro Comunitario de Transfusión del Principado de Asturias, κατά του οποίου ουδείς στράφηκε.
19. Το αιτούν δικαστήριο διαπιστώνει ότι ο νόμος 26/84 παρέχει καλύτερη προστασία στους καταναλωτές από τον νόμο 22/94. Μολονότι τούτο δεν έχει σημασία εν προκειμένω, δεν παύει να ισχύει αν ληφθούν υπόψη πτυχές όπως η ύπαρξη ορίου σε περίπτωση ζημίας που προκαλείται από το προϊόν [άρθρο 9, στοιχείο β_, της οδηγίας] ή η παραγραφή της αξιώσεως αποζημιώσεως μετά την πάροδο 10 ετών από τη θέση του προϊόντος σε κυκλοφορία (άρθρο 11 της οδηγίας).
20. Διαπιστώνει επίσης ότι η μεταφορά της οδηγίας με τον νόμο 22/94 περιόρισε τα δικαιώματα των καταναλωτών στην Ισπανία κατά την κοινοποίηση της οδηγίας. Για τον λόγο αυτόν, διερωτάται αν η μεταφορά παρέβη το άρθρο 13 της οδηγίας, λαμβανομένης υπόψη της παραπομπής στο προοίμιό της και των διατάξεων του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο τ_, ΕΚ.
21. Το σύνολο των διαπιστώσεων αυτών ώθησε το αιτούν δικαστήριο να υποβάλλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Το άρθρο 13 της οδηγίας 85/374/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1985, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σε θέματα ευθύνης λόγω ελαττωματικών προϊόντων, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι τα δικαιώματα που η νομοθεσία κράτους μέλους αναγνωρίζει στους ζημιωθέντες από ελαττωματικό προϊόν, βάσει γενικού καθεστώτος ευθύνης το οποίο έχει την ίδια νομική βάση με αυτό που θεσπίζει η οδηγία, μπορούν να περιοριστούν ή να περισταλούν από τη μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη του εν λόγω κράτους;»
IV - Η νομική φύση της οδηγίας
Α - Εισαγωγή
22. Στο επίκεντρο των δύο αυτών υποθέσεων βρίσκεται το ζήτημα αν η οδηγία επιδιώκει την ελάχιστη ή την πλήρη εναρμόνιση. Στην πρώτη περίπτωση, ο εθνικός νομοθέτης διατηρεί τη δυνατότητα να παράσχει στους καταναλωτές ευρύτερη προστασία από αυτήν της οδηγίας σε θέματα ευθύνης λόγω ελαττωματικών προϊόντων. Εθνική νομοθεσία προγενέστερη της οδηγίας - όπως στην υπόθεση C-183/00 - που παρέχει στους καταναλωτές προστασία μεγαλύτερη από αυτήν της οδηγίας θα μπορούσε να παραμείνει σε ισχύ. Επιπλέον, ο εθνικός νομοθέτης μπορεί, κατά τη μεταφορά - όπως στην υπόθεση C-52/00 - ή στη συνέχεια, να θεπίσει νομοθεσία με ευρύτερο περιεχόμενο. Στη δεύτερη περίπτωση, ο εθνικός νομοθέτης, κατά τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο, δεσμεύεται πλήρως από τις επιλογές του κοινοτικού νομοθέτη. Εθνική νομοθεσία, προγενέστερη ή μεταγενέστερη της οδηγίας, παρέχουσα αυξημένη προστασία, δικαιολογείται μόνον αν η οδηγία το προβλέπει ρητώς.
23. Στην υπόθεση C-183/00, εκτός από την προσφεύγουσα στην κυρία δίκη, González Sánchez, υπέβαλαν παρατηρήσεις η Ισπανική, Ελληνική, Γαλλική και Αυστριακή Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή. Οι παρατηρήσεις αυτές αφορούν αποκλειστικώς το ανωτέρω ερώτημα.
Στην υπόθεση C-52/00, η διαφορά μεταξύ της Επιτροπής και της Γαλλικής Κυβερνήσεως συνεχίζεται. Οι διάδικοι έλαβαν θέσεις επί του προαναφερθέντος ερωτήματος, αλλά και επί των τριών αιτιάσεων που αναφέρει ειδικώς το δικόγραφο της προσφυγής.
24. Στο παρόν μέρος των προτάσεών μου, θα εκθέσω και θα αξιολογήσω τα κύρια επιχειρήματα σχετικά με το ερώτημα που βρίσκεται στο επίκεντρο των δύο υποθέσεων. Στη συνέχεια (μέρος V), θα συνοψίσω τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν στην υπόθεση C-52/00 για κάθε συγκεκριμένη αιτίαση της Επιτροπής και θα δώσω απάντηση.
Β - Επιχειρήματα
25. Στην υπόθεση C-183/00, η ενάγουσα της κυρίας δίκης καθώς και η Γαλλική, Ελληνική και Αυστριακή Κυβέρνηση προτείνουν να ερμηνευθεί η οδηγία υπό την έννοια ότι προβλέπει την ελάχιστη εναρμόνιση. Τούτο συνηγορεί προς καταφατική απάντηση στο ερώτημα του ισπανού δικαστή. Αντιθέτως, η Ισπανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή θεωρούν ότι η οδηγία επιβάλλει πλήρη εναρμόνιση, η οποία επιβάλλεται καθ' όλα στον εθνικό νομοθέτη. Η άποψη αυτή οδηγεί σε αρνητική απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα.
26. Στην υπόθεση C-52/00, όπως και στην υπόθεση C-183/00, η Γαλλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η οδηγία επιδιώκει απλώς την ελάχιστη εναρμόνιση, η οποία ουδόλως εμποδίζει τον εθνικό νομοθέτη να παρέχει στους καταναλωτές προστασία ευρύτερη από αυτήν της οδηγίας. Η Επιτροπή φρονεί το αντίθετο. Εν προκειμένω, αν γίνει δεκτή η άποψη της Γαλλικής Κυβερνήσεως, η επίδικη νομοθεσία για την εφαρμογή της οδηγίας είναι αναμφιβόλως έγκυρη. Οι συγκεκριμένες αιτιάσεις της Επιτροπής κατά της εν λόγω νομοθεσίας θα στερούνταν επομένως κάθε νομικής βάσεως. Αντιθέτως, η άποψη της Επιτροπής επιβάλλει να εκτιμηθεί η γαλλική νομοθεσία ακριβώς υπό το πρίσμα της οδηγίας, εξετάζοντας αν η αντίστοιχη με την κάθε αιτίαση διάταξη της εν λόγω νομοθεσίας εντάσσεται στο πλαίσιο που θέτει η οδηγία.
27. Η ενάγουσα της κυρίας δίκης, η Ελληνική, η Αυστριακή, καθώς και η Γαλλική Κυβέρνηση (τόσο στην υπόθεση C-183/00 όσο και στην C-52/00) ισχυρίζονται ότι η δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη και το άρθρο 13 της οδηγίας ενισχύουν την άποψη ότι αυτή επιδιώκει απλώς την ελάχιστη εναρμόνιση, η οποία αντιστοιχεί στην αντικειμενική ευθύνη ή στην ευθύνη από διακινδύνευση λόγω ελαττωματικών προϊόντων.
28. Με τη δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας, ο κοινοτικός νομοθέτης είπε ρητώς ότι η εναρμόνιση που επιδιώκει η οδηγία δεν είναι και δεν μπορούσε να είναι πλήρης.
«εκτιμώντας ότι, ανάλογα με τα νομικά συστήματα των κρατών μελών, ο ζημιωθείς μπορεί να έχει δικαίωμα επανόρθωσης, βάσει συμβατικής ευθύνης ή εξωσυμβατικής ευθύνης με νομική βάση άλλη από την προβλεπόμενη στην παρούσα οδηγία· ότι οι διατάξεις αυτές στο μέτρο που επιδιώκουν, επίσης, την αποτελεσματική προστασία των καταναλωτών, δεν θα πρέπει να θίγονται από την παρούσα οδηγία· ότι, εφόσον η αποτελεσματική προστασία των καταναλωτών στον τομέα των φαρμακευτικών προϊόντων εξασφαλίζεται ήδη, επίσης, σε ένα κράτος μέλος με ειδικό καθεστώς ευθύνης, θα πρέπει, επίσης, να παραμείνει δυνατή η έγερση αγωγών, βάσει του καθεστώτος αυτού [...]».
29. Εφόσον το άρθρο 13 της οδηγίας ερμηνευθεί υπό το φως της ως άνω αιτιολογικής σκέψεως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η οδηγία δεν επιφέρει τροποποιήσεις στις διατάξεις που δύναται να επικαλεσθεί ο ζημιωθείς, εφόσον α) οι διατάξεις σκοπούν στην αποτελεσματική προστασία του καταναλωτή και β) έχουν ως νομική βάση τη συμβατική ή εξωσυμβατική ευθύνη ή ένα ειδικό καθεστώς ευθύνης. Όταν πρόκειται για καθεστώς ευθύνης λόγω συγκεκριμένων προϊόντων, και μόνον τότε, επιβάλλεται επίσης η εφαρμογή μιας τρίτης προϋποθέσεως, δηλαδή, το καθεστώς να είναι προγενέστερο της κοινοποιήσεως της οδηγίας.
30. Όσον αφορά την υπόθεση C-183/00, η ενάγουσα της κυρίας δίκης και οι προαναφερθείσες κυβερνήσεις καταλήγουν ότι το άρθρο 13 της οδηγίας επιτρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση στο ερώτημα που έθεσε ο αιτών δικαστής. Ως προς την υπόθεση C-52/00, η Γαλλική Κυβέρνηση καταλήγει ότι ο εθνικός νομοθέτης έχει τη δυνατότητα να προβλέπει επίπεδο προστασίας υψηλότερο από αυτό της οδηγίας.
31. Η Γαλλική, η Ελληνική και η Αυστριακή Κυβέρνηση, για να στηρίξουν την άποψή τους, επικαλούνται το άρθρο 153 ΕΚ (πρώην άρθρο 129 Α της Συνθήκης ΕΚ), που ενσωματώθηκε στη Συνθήκη με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ. Η διάταξη αυτή τονίζει τη σημασία της προστασίας των καταναλωτών, η οποία μεταφράζεται κυρίως στη δυνατότητα για τα κράτη μέλη να θεσπίζουν ή να διατηρούν σε ισχύ μέτρα που προσφέρουν στους καταναλωτές υψηλότερη προστασία από την κοινοτική νομοθεσία. Η νέα αυτή εξέλιξη του δικαίου ενισχύει επίσης την άποψη ότι το προηγούμενο καθεστώς που θεσπίζει η οδηγία πρέπει να θεωρηθεί ως ελάχιστο επίπεδο απαραίτητο για την προστασία του καταναλωτή. Επομένως, θα ήταν προσήκον, σε αμφότερες τις υποθέσεις, να προτιμηθεί η ευνοϊκότερη προς τον καταναλωτή νομοθεσία.
32. Στην υπόθεση C-52/00, η Γαλλική Κυβέρνηση προσθέτει ότι οι στόχοι της ενότητας και της καλής λειτουργίας της κοινοτικής αγοράς που επιδιώκει η οδηγία δεν μπορούν να υπερακοντίσουν το, ολοένα και πιο επίκαιρο, συμφέρον για την προστασία του καταναλωτή.
33. Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από την Ισπανική Κυβέρνηση, υπογραμμίζει ότι η ορθή ερμηνεία του άρθορυ 13 της οδηγίας επιβάλλει μια διάκριση μεταξύ της «κοινής» συμβατικής και εξωσυμβατικής ευθύνης του παραγωγού βάσει του εθνικού δικαίου και του καθεστώτος αντικειμενικής ευθύνης που εφαρμόζεται στους παραγωγούς λόγω της θέσεως σε κυκλοφορία του ελαττωματικού προϊόντος. Το άρθρο 13 επιτρέπει όντως στα κράτη μέλη να θεσπίσουν αυστηρότερες ή επιεικέστερες προϋποθέσεις για τη συμβατική ή εξωσυμβατική ευθύνη λόγω ελαττωματικών προϊόντων. Μπορούν, ωστόσο, να τροποποιήσουν το καθεστώς αντικειμενικής ευθύνης του παραγωγού λόγω ελαττωματικών προϊόντων που θεσπίζει η οδηγία μόνον και εφόσον η οδηγία το επιτρέπει. Ο κοινοτικός νομοθέτης προδήλως επέλεξε την πλήρη εναρμόνιση, η οποία αφήνει περιθώρια επιλογής στον εθνικό νομοθέτη μόνο σε περιορισμένο αριθμό περιπτώσεων. Οι περιπτώσεις αυτές αριθμούνται περιοριστικώς στο άρθρο 15, παράγραφος 1, και στο άρθρο 16 της οδηγίας. Η οδηγία, εντούτοις, δεν επιτρέπει στα κράτη μέλη να θεσπίζουν με δική τους πρωτοβουλία αυστηρότερους κανόνες για την ευθύνη λόγω ελαττωματικών προϊόντων. Τούτο θα έθετε σε κίνδυνο την ενότητα και την καλή λειτουργία της κοινοτικής αγοράς, τις οποίες επίσης επιδιώκει η οδηγία. Η επιλογή της πλήρους εναρμονίσεως συνεπάγεται ότι κάθε πρόοδος στον συγκεκριμένο τομέα της προστασίας των καταναλωτών συντελείται εναρμονισμένα.
34. Η Επιτροπή υπογραμμίζει επίσης ότι η διατύπωση «ειδικό καθεστώς ευθύνης» του άρθρου 13 αναφέρεται σε ιδιαίτερο καθεστώς ευθύνης για συγκεκριμένο τομέα, όπως αυτός για τα φαρμακευτικά προϊόντα στη Γερμανία κατά τον χρόνο της κοινοποιήσεως της οδηγίας. Ο ισπανικός νόμος 26/84 δεν προέβλεπε, εντούτοις, ειδικό καθεστώς για συγκεκριμένο τομέα προϊόντων. Για τον λόγο αυτό, ο ως άνω νόμος χρειάστηκε να προσαρμοσθεί κατά τη μεταφορά της οδηγίας στην ισπανική νομοθεσία. Η Ισπανική Κυβέρνηση στηρίζει την ερμηνεία αυτή της Επιτροπής, η οποία εξάλλου επιβεβαιώνεται από τη δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας.
Γ - Εκτίμηση
35. Η γένεση της οδηγίας έχει μακράν ιστορία. Συγκεκριμένα, έπρεπε να βρεθεί τρόπος εξισορροπίσεως των συμφερόντων των καταναλωτών και αυτών του παραγωγού αποδεκτός από τα κράτη μέλη. Δεδομένου ότι αρχικώς υπήρχαν μεγάλες διαφορές μεταξύ των κρατών μελών ως προς το ποιο ακριβώς επιβαλλόταν να είναι το σημείο αυτό ισορροπίας κατά τη ρύθμιση της αντικειμενικής ευθύνης λόγω ελαττωματικών προϊόντων, οι αντίστοιχες διαπραγματεύσεις είχαν μεγάλη διάρκεια. Η δύσκολη αυτή γένεση σφράγισε προδήλως το προοίμιο και το κείμενο της οδηγίας.
36. Ομοίως, η μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο δεν ήταν εύκολη. Όπως επισημαίνεται με τη σκέψη 8, η Γαλλική Δημοκρατία έλαβε έγγραφο οχλήσεως και καταδικάστηκε διότι δεν προέβη στην εμπρόθεσμη μεταφορά της οδηγίας . Η Επιτροπή προειδοποίησε το Βασίλειο της Ισπανίας ότι θα κινούσε τη διαδικασία λόγω παραβάσεως. Η Επιτροπή κίνησε την εν λόγω διαδικασία κατά του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βορείου Ιρλανδίας. Το Δικαστήριο διαπίστωσε στην υπόθεση αυτή ότι η μεταφορά από το Ηνωμένο Βασίλειο άφηνε στον εθνικό δικαστή ικανό περιθώριο για να ερμηνεύσει την αντίστοιχη εθνική νομοθεσία κατά τρόπο συμβατό προς την οδηγία . έραν των δύο διαδικασιών που αποτελούν το αντικείμενο των ανά χείρας προτάσεων, το Δικαστήριο έχει επιληφθεί παραβάσεως κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας . ολύ πρόσφατα, εκδόθηκε απόφαση επί προδικαστικού ερωτήματος σχετικού με την ερμηνεία των άρθρων 7, στοιχείων α_και γ_, και 9, στοιχείων α_και β_, της οδηγίας .
37. Η Γαλλική Κυβέρνηση στην υπόθεση C-52/00 και η Ελληνική Κυβέρνηση στην υπόθεση C-183/00 ισχυρίστηκαν ότι υφέρπει αντίθεση μεταξύ των στόχων του άρθρου 100 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 94 ΕΚ) - δημιουργία και λειτουργία της κοινής αγοράς - και της προστασίας του καταναλωτή, που αποτελεί έναν από τους στόχους της οδηγίας.
38. Όπως επισημαίνεται στο προοίμιό της, η οδηγία σκοπτεί στη θέσπιση καθεστώτος αντικειμενικής ευθύνης λόγω ελαττωματικών προ_όντων για να εξαφανίσει τα εμπόδια στην ενότητα της κοινής αγοράς που απορρέουν από την παράλληλη ύπαρξη εθνικών καθεστώτων με διαφορετικό περιεχόμενο. Επιπλέον, το ενιαίο καθεστώς επιτρέπει να αποφεύγονται οι στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό που οφείλονται στις διαφορές μεταξύ εθνικών νομοθεσιών. Οι δύο αυτές φροντίδες υπαγόρευαν μια πληρέστερη εναμόνιση της εφαρμοστέας εντός της κοινής αγοράς νομοθεσίας.
39. Επιθυμώ να υπογραμμίσω ότι η επιλογή της ομοιομορφίας στη νομοθεσία είναι απολύτως συμβατή με την επιλογή συγκεκριμένου επιπέδου - περισσότερο ή λιγότερο υψηλού - προστασίας των καταναλωτών. Το γεγονός ότι επιλέχθηκε το άρθρο 94 ΕΚ ουδόλως επηρέασε την απόφαση του κοινοτικού νομοθέτη κατά τον καθορισμό της ισορροπίας μεταξύ των συμφερόντων των καταναλωτών και αυτών των παραγωγών. Αν, κατά την έκδοση της οδηγίας, τα κράτη μέλη επιθυμούσαν να επιλέξουν υψηλότερο επίπεδο προστασίας, μπορούσαν να το πράξουν. Εάν επιθυμούσαν να το πράξουν στη συνέχεια, το άρθρο 94 ΕΚ τους έδινε τη δυνατότητα.
40. Το γεγονός ότι το άρθρο 94 ΕΚ αποτελεί τη νομική βάση της οδηγίας έχει εντούτοις συνέπειες για την ελευθερία δράσεως που διατήρησε ο εθνικός νομοθέτης μετά την έκδοσή της. Στον τομέα που ρυθμίζει η οδηγία, η εν λόγω ελευθερία δράσεως υπάρχει μόνον καθόσον η οδηγία το προβλέπει ρητώς. Αντίθετα προς το άρθρο 95 ΕΚ (πρώην άρθρο 100 Α της Συνθήκης ΕΚ), που κατά τα λοιπά την παρέχει υπό αυστηρότερες προϋποθέσεις, το άρθρο 94 ΕΚ δεν προβλέπει τη δυνατότητα για τα κράτη μέλη να διατηρούν ή να θεσπίζουν εθνικές διατάξεις παρεκκλίνουσες από τα κοινοτικά μέτρα εναρμονίσεως.
41. Η Γαλλική, Ελληνική και Αυστριακή Κυβέρνηση ισχυρίστηκαν ότι οι απόψεις περί αντικειμενικής ευθύνης του παραγωγού λόγω ελαττωματικών προϊόντων εξελίχθηκαν σημαντικά από την έκδοση της οδηγίας. Η εξέλιξη αυτή αντικατοπτρίζεται επίσης στο άρθρο 153 που ενσωματώθηκε στη Συνθήκη μετά την έκδοση της οδηγίας. Η νέα νομική σύλληψη που εκφράζεται με το άρθρο αυτή υποστηρίζει την ερμηνεία της οδηγίας υπό την έννοια ότι σκοπεί σε ελάχιστη εναρμόνιση, που δεν επηρεάζει τα εθνικά μέτρα που παρέχουν υψηλότερη προστασία στους καταναλωτές.
42. Η άποψη αυτή δεν μου φαίνεται υποστηρίξιμη. ρώτον, παραγνωρίζει ότι η αρμοδιότητα των κρατών μελών για τη θέσπιση ή τη διατήρηση περισσότερο προστατευτικών μέτρων αφορά αποκλειστικά τα μέτρα του άρθρου 153, παράγραφος 3, στοιχείο β_, ΕΚ. Τα εν λόγω μέτρα διαφέρουν από αυτά που είναι απαραίτητα για τη δημιουργία της κοινής αγοράς. Τα μέτρα που λαμβάνονται για τη δημιουργία της κοινής αγοράς εξακολουθούν να διέπονται από το άρθρο 95 ΕΚ, όπως αυτό προκύπτει από το άρθρο 153, παράγραφος 3, στοιχείο α_, ΕΚ. Καίτοι το άρθρο αυτό δεν προβλέπει τίποτε σχετικό, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το καθεστώς του εν λόγω άρθρου παραμένει σε ισχύ mutatis mutandis για τα θεσπιστέα μέτρα εναρμονίσεως στον τομέα της προστασίας των καταναλωτών βάσει του άρθρου 94 ΕΚ.
43. Δεύτερον, η άποψη αυτή παραγνωρίζει ότι το άρθρο 153 ΕΚ διατυπώνεται ως οδηγία προς την Επιτροπή ενόψει της μελλοντικής της πολιτικής. Βάσει της διατάξεως αυτής, ο κοινοτικός νομοθέτης πρέπει να μπορεί να λάβει πρωτοβουλίες για να τροποποιεί την ισορροπία που δημιουργεί, επί του παρόντος, η οδηγία μεταξύ παραγωγών και καταναλωτών υπέρ των δεύτερων. Το άρθρο αυτό δεν επιτρέπει εντούτοις στα κράτη μέλη να λαμβάνουν αυτονόμως μέτρα αντίθετα προς το κοινοτικό δίκαιο όπως αυτό απορρέει από τις οδηγίες. Διαφορετικά, θα δημιουργούνταν άμεσος κίνδυνος για το κοινοτικό κεκτημένο στο θέμα της πραγματοποιήσεως της ενότητας και της καλής λειτουργίας της κοινής αγοράς. Το περιεχόμενο και η συστηματική του άρθρου 153 ΕΚ καταδεικνύουν ότι ο συντάκτης της Συνθήκης θέλησε ρητώς να αποφύγει τον κίνδυνο αυτό.
44. Επιβάλλεται, συνεπώς, το συμπέρασμα ότι το περιθώριο εκτιμήσεως που διαθέτουν τα κράτη μέλη για να ρυθμίσουν την αντικειμενική ευθύνη λόγω ελαττωματικών προϊόντων καθορίζεται εξ ολοκλήρου από την οδηγία. Συνάγεται από τη διατύπωση και την οικονομία της. Βάσει αυτού του κριτηρίου επιβάλλεται να εξετασθούν εν προκειμένω η επίδικη γαλλική και ισπανική νομοθεσία.
45. Η άποψη ότι η οδηγία επιτυγχάνει την πλήρη εναρμόνιση της αντικειμενικής ευθύνης λόγω ελαττωματικών προϊόντων στηρίζεται σε ισχυρά επιχειρήματα.
46. Αντιθέτως προς, για παράδειγμα, την οδηγία 93/13/ΕΟΚ, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές , της οποίας το άρθρο 8 ορίζει ρητώς ότι τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν ή διατηρούν, στον τομέα που διέπεται από την οδηγία, αυστηρότερες διατάξεις σύμφωνες προς τη Συνθήκη ΕΚ, για να εξασφαλίζεται μεγαλύτερη προστασία του καταναλωτή, η οδηγία δεν περιλαμβάνει καμία διάταξη υποδεικνύουσα ρητώς το ελάχιστο επίπεδο της επιδιωκόμενης εναρμονίσεως.
47. Μολονότι τα άρθρα 15, παράγραφος 1, στοιχεία α_και β_, και 16 της οδηγίας επιτρέπουν στα κράτη μέλη να παρεκκλίνουν από τους κύριους κανόνες που θέτει η οδηγία για ορισμένα περιοριστικώς απαριθμημένα σημεία, εντούτοις η ίδια η ύπαρξη των δυνατοτήτων αυτών παρεκκλίσεως ενισχύουν μάλλον την άποψη ότι η οδηγία επιδιώκει την πλήρη εναρμόνιση.
48. Αν η οδηγία επιδίωκε σιωπηρώς την ελάχιστη εναρμόνιση, δεν υπήρχε λόγος να θεσπίσει συγκεκριμένες, λεπτομερώς καθορισμένες, δυνατότητες παρεκκλίσεως από τους γενικούς κανόνες. Ομοίως δεν θα ήταν αναγκαίο, η δυνατότητα παρεκκλίσεως που προβλέπει το άρθρο 15, παράγραφος 1, να εξαρτάται από τις ιδιαίτερες διαδικαστικές προϋποθέσεις και προϋποθέσεις αξιολογήσεως των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 15.
49. Επιπλέον, η πρώτη και οι δύο τελικές αιτιολογικές σκέψεις του προοιμίου της οδηγίας καταρρίπτουν την υπόθεση ότι η οδηγία επιδιώκει την ελάχιστη εναρμόνιση. Η πρώτη από τις δύο αυτές τελικές αιτιολογικές σκέψεις επισημαίνει ότι η εναρμόνιση δεν μπορεί επί του παρόντος να είναι καθολική και ότι, επομένως, η εφαρμογή της πρέπει να συνοδεύεται από εκθέσεις που θα υποβάλλει η Επιτροπή στο Συμβούλιο σε τακτικά διαστήματα. Ως προς την τελευταία αιτιολογική σκέψη, ορίζεται:
«ότι, με την προοπτική αυτή, έχει μεγάλη σημασία η επανεξέταση των διατάξεων της παρούσας οδηγίας που αφορούν τις παρεχόμενες στα κράτη μέλη δυνατότητες παρεκκλίσεων, μετά βεβαίως την πάροδο αρκετού χρονικού διαστήματος που θα επιτρέψει την αποκόμιση πρακτικής εμπειρίας, όσον αφορά τις επιπτώσεις των παρεκκλίσεων αυτών στην προστασία των καταναλωτών και τη λειτουργία της κοινής αγοράς»
50. Το λιγότερο που μπορεί να πει κανείς είναι ότι η ενότητα και η λειτουργία της κοινής αγοράς που αναφέρουν η πρώτη και η τελευταία αιτιολογική σκέψη ουδόλως συνάδουν με την υπόθεση ότι η οδηγία επιδικώκει την ελάχιστη εναρμόνιση. Οι τελευταίες δύο αιτιολογικές σκέψεις του προοιμίου εμφαίνουν ότι ο κοινοτικός νομοθέτης εκτιμούσε ότι η εναρμόνιση δεν ήταν πλήρης, διότι παρέμεναν δυνατότητες παρεκκλίσεων για τα κράτη μέλη .
51. Οι σκέψεις που προηγήθηκαν αντικρούουν άρδην την άποψη της Γαλλικής Κυβερνήσεως ότι το άρθρο 13, πρώτη περίοδος, της οδηγίας, σε συνδυασμό με τη δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου, επιβεβαιώνουν τον ισχυρισμό της ότι η οδηγία σκοπεί στην ελάχιστη εναρμόνιση.
52. Το κείμενο της διατάξεως αυτής, που ορίζει ότι η οδηγία δεν θίγει τα δικαιώματα που ενδέχεται να έχει ο ζημιωθείς, βάσει του δικαίου περί συμβατικής ή εξωσυμβατικής ευθύνης, έχει ως αντικείμενο να διευκρινίσει ότι η εναρμόνιση που επιδιώκει η οδηγία στο θέμα της αντικειμενικής ευθύνης λόγω ελαττωματικών προϊόντων, ουδαμώς τροποποιεί τα δικαιώματα που μπορεί κατά περίπτωση να αντλήσει ο ενδιαφερόμενος από συμβατικές ρήτρες που ο ίδιος έχει συνάψει ή από τις γενικές εθνικές διατάξεις περί ευθύνης λόγω πταίσματος. Η οδηγία δεν εφαρμόζεται στο είδος αυτό διατάξεων και δεν περιορίζει συναφώς τις δυνατότητες του εθνικού νομοθέτη. Εντούτοις, η διατύπωση του άρθρου 13 δεν επιτρέπει να συναχθεί ότι ο εθνικός νομοθέτης διατηρεί δυνατότητα παρεμβάσεως στο θέμα της αντικειμενικής ευθύνης λόγω ελαττωματικών προϊόντων. Η οδηγία, συγκεκριμένα, ρυθμίζει κατά τρόπο πλήρως εναρμονισμένο την εν λόγω ευθύνη, υπό την επιφύλαξη των παρεκκλίσεων των άρθρων 15, παράγραφος 1, και 16.
53. Η ερμηνεία που υποστηρίζει η Γαλλική Κυβέρνηση είναι επίσης ασύμβατη προς την οικονομία της οδηγίας. Αν το πρώτο μέρος του άρθρου 13 ερμηνευόταν υπό την έννοια ότι αφήνει στον εθνικό νομοθέτη γενική αρμοδιότητα σε θέματα αντικειμενικής ευθύνης λόγω ελαττωματικών προϊόντων, οι ειδικές παρεκκλίσεις των άρθρων 15, παράγραφος 1, και 16 δεν θα είχαν πλέον νόημα.
54. ροκειμένου να δοθεί απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα της υποθέσεως C-183/00, μένει να ερευνηθεί το περιεχόμενο της εξαιρέσεως του δευτέρου μέρους του άρθρου 13. Το εν λόγω χωρίο αναφέρεται στα εθνικά καθεστώτα αντικειμενικής ευθύνης που, κατά την κοινοποίηση της οδηγίας, είχαν ήδη εφαρμογή σε συγκεκριμένους τομείς παραγωγής συγκεκριμένων κατηγοριών προϊόντων. Τα δικαιώματα που μπορεί να αντλήσει ο ζημιωθείς βάσει του ειδικού, προγενέστερου της οδηγίας, καθεστώτος παραμένουν ανέπαφα. Η δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου και το ιστορικό θεσπίσεως της οδηγίας καταδεικνύουν ότι η εν λόγω παρέκκλιση αφορά στην πράξη ένα ειδικό γερμανικό καθεστώς αντικειμενικής ευθύνης λόγω φαρμακευτικών προϊόντων. ρόκειται για περιορισμένη εξαίρεση από τις γενικές υποχρεώσεις που απορρέουν από την οδηγία.
55. Ο ισπανικός νόμος 26/84 περί της προστασίας των καταναλωτών και των χρηστών έχει εφαρμογή ratione materiae σε όλα τα αγαθά και τις υπηρεσίες που προσφέρονται σε ιδιώτες. Καθόσον ο εν λόγω νόμος προέβλεπε καθεστώς ευθύνης λόγω ελαττωματικών προϊόντων, διαφορετικό από αυτό της οδηγίας, έπρεπε να προσαρμοστεί το περιεχόμενό του κατά την μεταφορά της, ακόμα και αν αυτό είχε ως συνέπεια να εφαρμόζεται εφεξής καθεστώς λιγότερο ευνοϊκό για την προστασία του καταναλωτή . Καμία από τις διατάξεις του άρθρου 13 δεν επέτρεπε στον ισπανό νομοθέτη να αποφύγει τις συνέπειες αυτές, όπως άλλωστε ορθώς επισήμανε η Ισπανική Κυβέρνηση. Στο θέμα της αντικειμενικής ευθύνης λόγω ελαττωματικών προϊόντων, εναπόκειται στον κοινοτικό νομοθέτη να καθορίσει την ισορροπία μεταξύ των συμφερόντων των καταναλωτών, των προμηθευτών και των παραγωγών.
56. Αυτό με οδηγεί στις ακόλουθες προτάσεις:
- η οδηγία επιδιώκει την πλήρη εναρμόνιση στο θέμα της αντικειμενικής ευθύνης λόγω ελαττωματικών προϊόντων·
- ο εθνικός νομοθέτης μπορεί να αποκλίνει από την οδηγία μόνον αν και καθόσον οι διατάξεις της του το επιτρέπουν ρητώς, και εφόσον τηρεί τις προϋποθέσεις και σχετικές διατάξεις της οδηγίας·
- καμία των διατάξεων του άρθρου 13 της οδηγίας δεν επιτρέπει στον εθνικό νομοθέτη να θεσπίζει διατάξεις αποκλίνουσες από την οδηγία στο θέμα της αντικειμενικής ευθύνης λόγω ελαττωματικών προϊόντων·
- καμία των διατάξεων του άρθρου 13 της οδηγίας δεν προσβάλλει τα δικαιώματα του ζημιωθέντος βάσει εθνικών καθεστώτων σχετικών με την ευθύνη λόγω προϊόντων σε ειδικό τομέα παραγωγής αφορώντα συγκεκριμένες κατηγορίες προϊόντων, εφόσον τα εν λόγω καθεστώτα υπήρχαν ήδη κατά την κοινοποίηση της οδηγίας·
- συνεπώς, επιβάλλεται να δοθεί αρνητική απάντηση στο ερώτημα που έθεσε το αιτούν δικαστήριο.
V - Οι ειδικές αιτιάσεις στην υπόθεση C-52/00
Α - Η πρώτη αιτίαση: εσφαλμένη μεταφορά του άρθρου 9 της οδηγίας με τη θέσπιση στο άρθρο 1386-2 του γαλλικού αστικού κώδικα, ότι οι διατάξεις σχετικές με την ευθύνη λόγω προϊόντων εφαρμόζονται επίσης όταν η υλική ζημία δεν υπερβαίνει τα 500 ευρώ
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
57. Η Γαλλική Κυβέρνηση δεν αρνείται ότι το άρθρο 1386-2 του γαλλικού αστικού κώδικα αποκλίνει από το άρθρο 9 της οδηγίας, καθόσον δεν προβλέπει το όριο των 500 ευρώ. Δεν θέλησε να εφαρμόσει τον εν λόγω περιορισμό στην ευθύνη λόγω ελαττωματικών προϊόντων διότι τέτοια διάταξη θα αντέβαινε προς το άρθρο 6, παράγραφος 1, της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών της 4ης Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: ΕΣΔΑ) και προς τη γαλλική δημόσια τάξη και, τέλος, θα δημιουργούσε ανισορροπία μεταξύ των συμφερόντων των καταναλωτών, αφενός, και αυτών των παραγωγών, αφετέρου.
58. ρος στήριξη του πρώτου επιχειρήματος, ισχυρίζεται ότι το όριο που θεσπίζει η οδηγία αποκλείει de facto στον ζημιωθέντα την πρόσβαση στη δικαιοσύνη, στις περιπτώσεις όπου η ζημία που προκλήθηκε σε αγαθό από ελαττωματικό προϊόν είναι κατώτερη των 500 ευρώ. Τέτοια αρνησιδικία αντιβαίνει προς το άρθρο 6, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ. Στο πλαίσιο αυτό, η Γαλλική Κυβέρνηση παραπέμπει επίσης στην απόφαση της 28ης Μαρτίου 2000 , με την οποία το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να στηριχθεί στη διάταξη περί δημοσίας τάξεως του άρθρου 27, σημείο 1, της Συμβάσεως των Βρυξελών σε περίπτωση πρόδηλης προσβολής του δικαιώματος προς άμυνα ενώπιον του δικαστηρίου του κράτους προελεύσεως. Για το δεύτερο επιχείρημα, η Γαλλική Κυβέρνηση στηρίζεται στο εθνικό αστικό δίκαιο, που απαγορεύει τη θέσπιση ορίων.
59. ρος στήριξη του τρίτου επιχειρήματος, η Γαλλική Κυβέρνηση παρατηρεί ότι το όριο θα επέφερε την άνιση μεταχείριση τόσο των καταναλωτών όσο και των παραγωγών. Συγκεκριμένα, οι χρήστες των προϊόντων, των οποίων τα ελαττώματα μπορούν να προκαλέσουν περιορισμένη μόνον υλική ζημία, θα βρίσκονταν σε μειονεκτικότερη θέση από τους χρήστες προϊόντων, των οποίων τα ελαττώματα μπορούν να προκαλέσουν σοβαρές υλικές ζημίες. Η ίδια συλλογιστική μπορεί να εφαρμοσθεί mutatis mutandis στους κατασκευαστές προϊόντων που προκαλούν ελαφρές μόνο ζημίες όταν είναι ελαττωματικά, σε σχέση με τους κατασκευαστές προϊόντων που, στην ίδια κατάσταση, προκαλούν σοβαρές ζημίες.
60. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι το όριο των 500 ευρώ στο πλαίσιο της αντικειμενικής ευθύνης δεν αποτελεί αρνησιδικία, διότι ο ζημιωθείς διατηρεί σε κάθε περίπτωση τη δυνατότητα να επικαλεσθεί την «κοινή» εξωσυμβατική ευθύνη λόγω πταίσματος. αρατηρεί επίσης ότι οι κανόνες της οδηγίας περί ευθύνης λόγω ελαττωματικών προϊόντων ενίσχυσαν τα δικαιώματα των καταναλωτών σε σχέση με αυτά που μπορούσαν να επικαλεσθούν βάσει του κοινού δικαίου περί ευθύνης εκ πταίσματος. Η Επιτροπή θεωρεί ότι η αναφορά στην απόφαση Krombach, η οποία αναφέρεται στην έννοια της δημόσιας τάξεως κατά τη Σύμβαση των Βρυξελών και σε μία κατάσταση που θα διακύβευε το δικαίωμα προσφυγής στη δικαιοσύνη, στερείται λυσιτέλειας. Τέλος, παρατηρεί ότι η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου περιέχει τον κανόνα της αναλογικότητας, ο οποίος επιτρέπει ορισμένους περιορισμούς στην πρόσβαση στη δικαιοσύνη εφοσον συντρέχει νόμιμος λόγος . Εν προκειμένω, ο λόγος έγκειται στην εύλογη επιθυμία να αποφεύγεται ο υπερβολικός αριθμός προσφυγών. Η Επιτροπή αναφέρει, συναφώς, την όγδοη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου της οδηγίας.
61. Ως προς τον δεύτερο ισχυρισμό της Γαλλικής Κυβερνήσεως, η Επιτροπή παρατηρεί ότι, κατά πάγια νομολογία, κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλεστεί κανόνα εθνικού δικαίου για να απαλλαγεί από υποχρεώσεις που απορρέουν από τις διατάξεις οδηγίας. Εξάλλου, κατά τις προπαρασκευαστικές εργασίας για την εν λόγω οδηγία, η οποία εκδόθηκε ομοφώνως, η Γαλλική Κυβέρνηση μπορούσε να είχε διασφαλίσει τη συμβατότητα του κειμένου με την εθνική έννομη τάξη .
62. Τέλος, η Επιτροπή δεν επιθυμεί να συμμετάσχει στη συζήτηση που άρχισε η Γαλλική Κυβέρνηση σχετικά με την ισορροπία που δημιουργεί η οδηγία μεταξύ των εμπλεκομένων συμφερόντων. Η συζήτηση αυτή μπορούσε να είχε λάβει χώρα κατά την προετοιμασία της οδηγίας· μπορεί να επαναληφθεί κατά την τροποποίησή της. Εντούτοις, κατά τη μεταφορά της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο, η επιλογή του κοινοτικού νομοθέτη κατά την αναζήτηση ισορροπίας μεταξύ των διαφορετικών εμπλεκομένων συμφερόντων δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συζητήσεως.
2. Εκτίμηση
63. Εξετάζοντας το άρθρο 1386-2 του γαλλικού αστικού κώδικα υπό το φως του άρθρου 9 της οδηγίας, παρατηρώ ότι η διάταξη αυτή δεν προβλέπει το όριο των 500 ευρώ που θεσπίζει η οδηγία σχετικά με τις υλικές ζημίες που προκαλούνται από ελαττωματικά προϊόντα. Η οδηγία δεν επιτρέπει στα κράτη μέλη να καταργήσουν, εν όλω ή εν μέρει, το όριο αυτό. Εφόσον, όπως διαπίστωσα ανωτέρω με το σημείο 56, η οδηγία επιδιώκει την πλήρη εναρμόνιση, πλην ορισμένων παρεκκλίσεων που το ίδιο το κείμενο ρητώς αναφέρει, η εξέτασή μου πρέπει να οδηγήσει αυτομάτως στη διαπίστωση ότι η Γαλλική Κυβέρνηση μετέφερε εσφαλμένως το μέρος αυτό της οδηγίας.
64. Οι αμυντικοί ισχυρισμοί που η Γαλλική Κυβέρνηση προβάλλει κατά της αιτιάσεως αυτής δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την εν λόγω εσφαλμένη μεταφορά.
65. Ο πρώτος αμυντικός ισχυρισμός είναι ο σημαντικότερος. Μπορεί να συνοψισθεί ως εξής: συνεπάγεται το όριο του άρθρου 9 αρνησιδικία και, αν ναι, παραβαίνει το άρθρο 6, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ;
66. Για να δοθεί απάντηση στο πρώτο τμήμα του ερωτήματος αυτού, επιβάλλεται η αναφορά στην εξέλιξη των δικαίων της δυτικής Ευρώπης κατά τα τελευταία πενήντα χρόνια. Η εξέλιξη αυτή χαρακτηρίζεται από την έμμονη προσήλωση του νομοθέτη στην προστασία των συμφερόντων που αποδείχθηκαν ευάλωτα κατά τις συναλλαγές. Στη συνέχεια, η εξέλιξη αυτή οδήγησε στην ενίσχυση της προστασίας του μισθωτή και του αγρότη στα περισσότερα κράτη μέλη. Κατά τις τελευταίες δεκαετίες, η προσοχή του νομοθέτη εστιάσθηκε ιδιαίτερα στον καταναλωτή.
67. Η νομοθεσία αυτή που θεσπίζεται ειδικά για ορισμένες ειδικές κατηγορίες ιδιωτών - μισθωτούς, μισθωτές, καταναλωτές, κλπ. - χαρακτηρίζεται από την ακριβή περιγραφή του πεδίου εφαρμογής της ratione materiae, ratione personae και, ενίοτε, ratione loci. Τα πρόσωπα και τα συμφέροντα που δεν ανήκουν στη συγκεκριμένη σφαίρα προστασίας που θεσπίζει η νομοθεσία δεν μπορούν να ωφεληθούν από την ιδιαίτερη προστασία που αυτή προσφέρει. Εξακολουθούν να υπόκεινται στους γενικούς κανόνες του ιδιωτικού δικαίου, που καθίσταται έτσι το κοινό δίκαιο.
68. Οι σαφείς διακρίσεις που εφαρμόζει ο νομοθέτης στην «ιδιαίτερη» αυτή νομοθεσία απορρέουν από τη γενικώς πολυσύνθετη διαδικασία σταθμίσεως ενός συνόλου αντικρουομένων εν γένει συμφερόντων, που περιλαμβάνουν τη στάθμιση μεταξύ του υλικού νομικού συμφέροντος και την αποτελεσματικότητα της απονομής της δικαιοσύνης. Ο κοινοτικός νομοθέτης, κατά την έκδοση της οδηγίας, χρειάστηκε να προβεί σε τέτοια στάθμιση μεταξύ της προστασίας του καταναλωτή σε περίπτωση περιορισμένης υλικής ζημίας και του κινδύνου να επιβαρυνθούν οι δικαστές με υπερβολικό αριθμό υποθέσεων. Η συνέπεια της επιλογής αυτής ήταν ότι, σε περίπτωση περιορισμένης υλικής ζημίας, οι καταναλωτές δεν ωφελούνται από τους ευνοϊκότερους κανόνες περί αποδείξεως που προσφέρει η αντικειμενική ευθύνη λόγω ελαττωματικών προϊόντων. ρέπει να περιοριστούν στις δυνατότητες που τους προσφέρει το κοινό δίκαιο περί ευθύνης εκ πταίσματος.
69. Συνεπώς, εν προκειμένω δεν υφίσταται αρνησιδικία, υπό την έννοια ότι ο ιδιώτης δεν διαθέτει πλέον τη δυνατότητα να επικαλείται τις διατάξεις του κοινού δικαίου. Δεν υφίσταται, συνεπώς, παράβαση του άρθρου 6, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ. Η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην υπόθεση Stubbings κ.λπ. κατά Ηνωμένου Βασιλείου, την οποία αναφέρει η Επιτροπή, εμφαίνει εξάλλου ότι το Δικαστήριο του Στρασβούργου αντιλαμβάνεται απολύτως τη διαφοροποίηση των ενδίκων μέσων και των νομικών καταστάσεων που απορρέουν από τη νομική εξέλιξη του κράτους δικαίου. Συνεπώς, ο αμυντικός ισχυρισμός που η Γαλλική Κυβέρνηση στηρίζει στο άρθρο 6, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ δεν μπορεί να δικαιολογήσει εν προκειμένω την εσφαλμένη μεταφορά της οδηγίας.
70. Ούτε ο δεύτερος αμυντικός ισχυρισμός είναι πειστικός. Η Γαλλική Κυβέρνηση στηρίζεται πράγματι στην «εσωτερική δημόσια τάξη» του γαλλικού ιδιωτικού δικαίου. Όμως, το Δικαστήριο, κατά πάγια νομολογία, απολείει στα κράτη μέλη να επικαλούνται την εθνική έννομη τάξη για να δικαιολογούν τη μη τήρηση υποχρεώσεων που απορρέουν από διατάξεις κοινοτικού δικαίου .
71. Κατά τα λοιπά, είναι δύσκολο να εξακριβωθεί αν η Γαλλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται επίσης ότι παραβιάζεται η έννοια της δημόσιας τάξεως των άρθρων 30 ΕΚ και 46 ΕΚ. Ακόμη κι αν είναι έτσι, οι εν λόγω διατάξεις δεν προσφέρουν κανένα στήριγμα στην άποψη που προβάλλει. ρώτον, δεν αντιλαμβάνομαι πώς το όριο που θεσπίζει η οδηγία μπορεί να θίξει τα συμφέροντα που απαριθμούνται περιοριστικώς στις εν λόγω διατάξεις. Δεύτερον, αν η Γαλλική Κυβέρνηση είχε διαβλέψει ότι οι διατάξεις αυτές πιθανώς να έθιγαν ορισμένα συμφέροντα, είναι προφανές ότι θα έπρεπε να είχε θέσει το ζήτημα κατά το προπαρασκευαστικό στάδιο της οδηγίας.
72. Ο τρίτος αμυντικός ισχυρισμός, σχετικός με την ανισορροπία κατά τη στάθμιση των συμφερόντων των καταναλωτών μεταξύ των και αυτών των παραγωγών μεταξύ των, αναφέρεται σε επιλογή του κοινοτικού νομοθέτη, η οποία εκφράστηκε με διάταξη της οδηγίας, της οποίας η ισχύς δεν αμφισβητείται. Τέτοιος αμυντικός ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει δεκτός σε διαφορά σχετική με την ορθή τήρηση της διατάξεως αυτής από τον εθνικό νομοθέτη. Ομοίως, δεν μπορώ να δεχτώ το επιχείρημα ότι ο κοινοτικός νομοθέτης μπορεί στο μέλλον να καταλήξει σε στάθμιση των εν προκειμένω εμπλεκομένων συμφερόντων όμοια με αυτήν της επίδικης εθνικής νομοθεσίας . Ο σεβασμός των αρμοδιοτήτων που διαθέτει ο κοινοτικός νομοθέτης βάσει της Συνθήκης ΕΚ επιβάλλει στο Δικαστήριο να αποφεύγει να λαμβάνει αποφάσεις που προδικάζουν ή που μπορεί να προδικάσουν την κρίση του.
Β - Η δεύτερη αιτίαση: εσφαλμένη μεταφορά του άρθρου 3, παράγραφος 3, της οδηγίας
1. Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
73. Το άρθρο 1386-7 του γαλλικού αστικού κώδικα, εξομοιώνοντας τον προμηθευτή με τον παραγωγό ως προς την ευθύνη, αντιβαίνει προς το άρθρο 3, παράγραφος 3, της οδηγίας, το οποίο προβλέπει απλώς την επικουρική ευθύνη του προμηθευτή όταν ο παραγωγός είναι άγνωστος.
74. Η Επιτροπή παρατηρεί ότι το γαλλικό σύστημα επιτρέπει στον προμηθευτή να προσεπικαλέσει τον παραγωγό ως υπέχοντα θέση εγγυητή. Φρονεί, εντούτοις, ότι η προσφυγή κατά του προμηθευτή, ο οποίος θα προσεπικαλέσει στη συνέχεια τον παραγωγό, δεν μπορεί να εξομοιωθεί με ευθεία αγωγή του ζημιωθέντος κατά του παραγωγού. Το άρθρο 3, παράγραφος 3, της οδηγίας σκοπεί ακριβώς να αποφύγει τον πολλαπλασιασμό των προσφυγών.
75. Η Γαλλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι το άρθρο 1386-7 του αστικού κώδικα καταλήγει στο αποτέλεσμα που επιδιώκει η οδηγία, διότι ο παραγωγός, εν τέλει, διασφαλίζει την αποζημίωση. Κατά τα λοιπά, η διάταξη αυτή επιβεβαιώνει απλώς κανόνα του εθνικού δικαίου περί αποζημιώσεως, ο οποίος υπήρχε ήδη κατά την κοινοποίηση της οδηγίας, σύμφωνα με το άρθρο της 13. Επρόκειτο, εν προκειμένω για δικονομικό κανόνα εθνικού δικαίου, ο οποίος δεν ενέπιπτε στο πεδίο της αρμοδιότητας του κοινοτικού νομοθέτη κατά την έκδοση της οδηγίας.
2. Εκτίμηση
76. Αν συγκρίνω το άρθρο 1386-7 του γαλλικού αστικού κώδικα με το άρθρο 3, παράγραφος 3, της οδηγίας, παρατηρώ ότι, ως προς την ευθύνη του προμηθευτή, η διάταξη αυτή είναι εκτενέστερη της οδηγίας. Η αιτίαση, επομένως, της Επιτροπής είναι βάσιμη.
77. Τα επιχειρήματα της Γαλλικής Κυβερνήσεως δεν αλλάζουν τίποτα. Καθόσον το επίδικο άρθρο απλώς επιβεβαιώνει προϋπάρχουσα διάταξη του γαλλικού δικαίου περί εξωσυμβατικής ευθύνης, ο γάλλος νομοθέτης παρέβη τις υποχρεώσεις του αμελώντας να μεταφέρει τη σχετική με την ευθύνη λόγω ζημίας από ελαττωματικά προϊόντα ρύθμιση της οδηγίας.
78. Το αρνητικό επιχείρημα ότι ο κοινοτικός νομοθέτης δεν ήταν, εν προκειμένω, αρμόδιος να θεσπίσει τους διαδικαστικούς κανόνες για τη θεμελίωση της ευθύνης δεν είναι παραδεκτό, όπως επισήμανε ορθώς η Επιτροπή. Με την απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1992 , το Δικαστήριο απέρριψε ως απαράδεκτη την επίκληση της ελλείψεως νομιμότητας κανόνα του κοινοτικού δικαίου, ο οποίος αποτελούσε το αντικείμενο προσφυγής περί παραβάσεως.
79. Ως εκ περισσού, προσθέτω ότι το εν λόγω επιχείρημα δεν αντέχει ούτε κατ' ουσίαν εξέταση. Εφόσον η Επιτροπή είναι αναμφιβόλως αρμόδια για να εναρμονίσει το δίκαιο στο θέμα της ευθύνης λόγω ελαττωματικών προϊόντων, είναι επίσης αρμόδια να εναρμονίσει τις προϋποθέσεις θεμελιώσεως της εν λόγω ευθύνης. ρόκειται πράγματι και στην περίπτωση αυτή για εξισορρόπιση διαφόρων εμπλεκομένων συμφερόντων.
Γ - Η τρίτη αιτίαση: εσφαλμένη μεταφορά του άρθρου 7 της οδηγίας
1. Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
80. Αντίθετα προς το άρθρο 7, στοιχεία δ_και ε_, της οδηγίας, που προβλέπει περιπτώσεις πλήρους απαλλαγής του παραγωγού από την ευθύνη, τα άρθρα 1386-11 και 1386-12, δεύτερο εδάφιο του γαλλικού αστικού κώδικα εξαρτούν την εφαρμογή της εν λόγω απαλλαγής από την υποχρέωση λήψεως μέτρων ικανών να προλάβουν τις ζημιογόνες συνέπειες κάθε ελαττώματος που παρουσιάζεται.
81. Η Γαλλική Κυβέρνηση παρατηρεί ότι το δικόγραφο της προσφυγής περιλαμβάνει δύο επιχειρήματα που δεν διαλαμβάνονται στην αιτιολογημένη γνώμη. Το ένα αφορά τον ισχυρισμό ότι η Επιτροπή δεν είχε την πρόθεση να καταθέσει πρόταση τροποποιήσεως του άρθρου 7, στοιχείο ε_, της οδηγίας· το άλλο αναφέρεται στη μεταφορά άλλης οδηγίας, ήτοι της οδηγίας 92/59/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1992, για τη γενική ασφάλεια των προϊόντων . Συνάγει ότι η εν λόγω αιτίαση είναι απαράδεκτη.
82. Η Επιτροπή αντικρούει ότι, καίτοι η νομολογία του Δικαστηρίου απαιτεί οι αιτιάσεις που προβάλλονται με το δικόγραφο της προσφυγής να συμπίπτουν με αυτές που περιέχει το έγγραφο οχλήσεως και η αιτιολογημένη γνώση, η προϋπόθεση αυτή ωστόσο δεν μπορεί να σημαίνει ότι επιβάλλεται σε κάθε περίπτωση να υπάρχει απόλυτη σύμπτωση στη διατύπωσή τους, εφόσον το αντικείμενο της διαφοράς δεν διευρύνθηκε ούτε μεταβλήθηκε. Αναφέρεται συναφώς στην απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 1999, C-365/97, Επιτροπή κατά Ιταλίας .
83. Επί της ουσίας, η Γαλλική Κυβέρνηση επισημαίνει ότι η τρίτη αιτίαση αφορά σημείο του οποίου την τροποποίηση μελετά η ίδια η Επιτροπή. Κατά τα λοιπά, η οδηγία αφήνει στα κράτη μέλη σχετική ελευθερία ως προς την απαλλαγή από την ευθύνη λόγω πιθανών μελλοντικών κινδύνων. Για τον λόγο αυτό, είναι δυνατόν να αποκλειστεί η απαλλαγή αυτή για ορισμένα προϊόντα. Η Γαλλική Κυβέρνηση θεωρεί ακατανόητο το ότι η απαλλαγή δεν μπορεί να εξαρτάται από την υποχρέωση παρακολουθήσεως των προϊόντων που έχουν τεθεί στο εμπόριο, γεγονός που θα αποτελούσε λογικό συμπλήρωμα της αρχής της προφυλάξεως. Η οδηγίας 92/59, κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, διευκρινίζει την εν λόγω υποχρέωση παρακολουθήσεως, η οποία περιλαμβάνει την υποχρέωση ανιχνευσιμότητας των προϊόντων, την υποχρέωση παρακολουθήσεως της εξελίξεως της επιστήμης και την υποχρέωση ενημερώσεως των προσώπων που εκτίθενται σε προσφάτως ανακαλυφθέντα κίδυνο.
84. Η Επιτροπή αντιτείνει ότι οι περιπτώσεις απαλλαγής του άρθρου 7, στοιχείο δ_και ε_, της οδηγίας δεν είναι ασύμβατες προς την οδηγία 92/59, η οποία δεν διέπει την ευθύνη των παραγωγών λόγω ελαττωματικών προϊόντων που θέτουν σε κυκλοφορία, αλλά αναφέρεται στις γενικές τους υποχρεώσεις ως προς την εγγύηση της ασφάλειας των προϊόντων. Κατά τα λοιπά, προσθέτει, η άσκηση προσφυγής λόγω παραβάσεως δεν μπορεί να εξαρτάται από το στάδιο των διαβουλεύσεων για την πιθανή τροποποίηση οδηγίας ισχύσουσας κατά την άσκηση της εν λόγω προσφυγής.
2. Εκτίμηση
85. Θα είμαι σύντομος ως προς το ζήτημα του παραδεκτού. Η συγκριτική ανάγνωση της αιτιολογημένης γνώμης και του δικογράφου της προσφυγής καταδεικνύει ότι η αιτίαση, ήτοι το περιεχόμενο της επιπλήξεως προς τη Γαλλική Κυβέρνηση, παρέμεινε ακριβώς το ίδιο. Το γεγονός ότι τα επιχειρήματα που προβάλλει η Επιτροπή προς στήριξη της προσφυγής της δεν είναι πανομοιότυπα στα δύο έγγραφα δεν εμποδίζει τη Γαλλική Κυβέρνηση να γνωρίζει επακριβώς αυτό που της προσάπτει η Επιτροπή, ήτοι την πλημμελή μεταφορά του άρθρου 7, στοιχεία δ_και ε_, της οδηγίας. Η Επιτροπή, επομένως, συμμορφώθηκε απολύτως με τις υποδείξεις του Δικαστηρίου ως προς τη σύμπτωση μεταξύ αιτιολογημένης γνώμης και δικογράφου της προσφυγής . Η ένσταση περί απαραδέκτου που προβάλλεται εν προκειμένω πρέπει συνεπώς να απορριφθεί.
86. Επί της ουσίας, διαπιστώνω ότι, όπως και με τις δύο πρώτες αιτιάσεις, η Γαλλική Κυβέρνηση δεν τήρησε επακριβώς τις διατάξεις της οδηγίας, διότι εξάρτησε την απαλλαγή του παραγωγού από την ευθύνη λόγω πιθανών μελλοντικών κινδύνων από επιπλέον προϋπόθεση που δεν προβλέπει η οδηγία. Η Γαλλική Δημοκρατία παρέβη, έτσι, τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία.
87. Οι δικαιολογίες που προβάλλει η Γαλλική Κυβέρνηση δεν είναι πειστικές. Συγκεκριμένα, κατά πάγια νομολογία, οι υποχρεώσεις που υπέχει κράτος μέλος από το κοινοτικό δίκαιο πρέπει να εκτιμώνται σε σχέση με την κατάσταση του εν λόγω δικαίου όπως αυτή παρουσιαζόταν κατά την κατάθεση του δικογράφου της προσφυγής . Οι προσδοκίες σχετικά με την εξέλιξη των επίδικων διατάξεων δεν μπορούν να δικαιολογήσουν τις προσαπτόμενες παραβάσεις. Ομοίως δεν είναι πειστική η επίκληση διατάξεων του κοινοτικού δικαίου διαφορετικών από αυτές των οποίων η ορθή μεταφορά αμφισβητείται. Εφόσον υπάρχουν ανεπιθύμητες διαφορές μεταξύ των διατάξεων αυτών, εναπόκειται στον κοινοτικό νομοθέτη να τις εξαλείψει. Τέτοια κατάσταση δεν μπορεί να παράσχει στα κράτη μέλη διακριτική ευχέρεια για να δρουν κατά βούληση στο πλαίσιο της μεταφοράς των οδηγιών στο εσωτερικό δίκαιο.
88. Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη της Γαλλικής Δημοκρατίας και η τελευταία ηττήθηκε, πρέπει αυτή να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
VI - ρόταση
89. Για τους λόγους αυτούς, προτείνω στο Δικαστήριο τα εξής:
Στην υπόθεση C-183/00, στο ερώτημα που υπέβαλε το Juzgado de Primera Instancia e Instrucción n 5 de Oviedo, επιβάλλεται να δοθεί η απάντηση ότι :
«Το άρθρο 13 της οδηγίας 85/374/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1985, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σε θέματα ευθύνης λόγω ελαττωματικών προϊόντων, δεν απαγορεύει τα δικαιώματα που η νομοθεσία κράτους μέλους αναγνωρίζει στους ζημιωθέντες να περιορίζονται ή να περιστέλλονται από τη μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη του εν λόγω κράτους.»
Στην υπόθεση C-52/00, προτείνω στο Δικαστήριο:
α) να διαπιστώσει ότι η Γαλλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 3, 7 και 9 της οδηγίας 85/374/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1985, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σε θέματα ευθύνης λόγω ελαττωματικών προϊόντων·
β) να καταδικάσει τη Γαλλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας.
Full & Egal Universal Law Academy