Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Το Tribunale ordinario di Roma (Ιταλία) υπέβαλε στο Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 234 ΕΚ, αίτηση περί ερμηνείας του άρθρου 12 ΕΚ και του άρθρου 39, παράγραφος 2, ΕΚ, βάσει των οποίων απαγορεύεται οποιαδήποτε δυσμενής διάκριση λόγω ιθαγενείας.
Σύμβαση περί κοινωνικής ασφαλίσεως συναφθείσα μεταξύ κράτους μέλους και τρίτης χώρας και αναγνωρίζουσα υπέρ των υπηκόων του μεν και της δε το δικαίωμα σωρεύσεως των περιόδων εισφοράς που συμπληρώθηκαν σε αμφότερες τις χώρες με σκοπό την ασφάλιση γήρατος εγείρει το ζήτημα αν οι προπαρατεθέντες κοινοτικοί κανόνες παρέχουν τη δυνατότητα στο υπογράψαν τη σύμβαση κράτος μέλος να αρνηθεί το ίδιο δικαίωμα σε εργαζόμενο ιθαγενείας άλλου κράτους μέλους. Ο λόγος που επικαλείται το υπογράψαν τη σύμβαση κράτος μέλος προκειμένου να αρνηθεί τη σώρευση έγκειται στο ότι ο εργαζόμενος δεν είναι υπήκοός του.
Ι - Τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης
2. Η ιταλικής εκ της γεννήσεώς της ιθαγενείας E. Gottardo απέκτησε τη γαλλική ιθαγένεια κατόπιν του γάμου της με Γάλλο πολίτη τον Φεβρουάριο 1953. Κατέβαλε εισφορές 100 ασφαλιστικών εβδομάδων στην Ιταλία, 252 ασφαλιστικών εβδομάδων στην Ελβετία και 429 ασφαλιστικών εβδομάδων στη Γαλλία. Εισπράττει σύνταξη γήρατος στην Ελβετία και έτερη σύνταξη στη Γαλλία όπου το συναφές δικαίωμα της αναγνωρίστηκε χωρίς να απαιτηθεί η σώρευση των περιόδων εισφοράς.
Η E. Gottardo υπέβαλε τον Σεπτέμβριο 1996 αίτηση για τη λήψη συντάξεως γήρατος ενώπιον του Istituto Nazionale della Previdenza Sociale (στο εξής: INPS), το οποίο την απέρριψε τον Νοέμβριο 1997 με το αιτιολογικό ότι η ενδιαφερομένη ήταν Γαλλίδα και ότι η ιταλοελβετική σύμβαση περί κοινωνικής ασφαλίσεως, της 14ης Δεκεμβρίου 1962, η οποία κυρώθηκε με τον νόμο 1781 της 31ης Οκτωβρίου 1963, (στο εξής: ιταλοελβετική σύμβαση), δεν μπορούσε να εφαρμοστεί στην περίπτωσή της με σκοπό τη σώρευση των περιόδων της εισφοράς. Κατόπιν αυτού, άσκησε διοικητική προσφυγή κατά της ως άνω αποφάσεως, πλην όμως το INPS επικύρωσε την άρνησή του τον Ιούνιο 1998.
3. Κατόπιν αυτού, η E. Gottardo προσέφυγε στο αιτούν δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ισχυρίστηκε ότι, δεδομένου ότι είναι κάτοχος της ιθαγενείας κράτους μέλους, η Ιταλική Δημοκρατία οφείλει να της αναγνωρίσει το δικαίωμα λήψεως συντάξεως υπό τους ιδίους όρους με εκείνους που τυγχάνουν εφαρμογής για τους ιδίους υπηκόους της, μολονότι τίθεται ζήτημα εκτελέσεως συμβάσεως συναφθείσας με τρίτη χώρα. Το INPS ζήτησε την απόρριψη της προσφυγής με το αιτιολογικό ότι οι διατάξεις της ιταλοελβετικής συμβάσεως δεν τυγχάνουν εφαρμογής επί της προσφεύγουσας, η οποία έχει τη γαλλική ιθαγένεια.
4. Όπως διευκρινίζει το αιτούν δικαστήριο με τη διάταξή του, το ιταλικό Δημόσιο αναγνωρίζει υπέρ των υπηκόων του που συμπλήρωσαν περιόδους ασφαλίσεως στην Ιταλία και στην Ελβετία τη δυνατότητα λήψεως συντάξεως γήρατος μέσω της σωρεύσεως των ως άνω περιόδων. Αν η E. Gottardo δεν είχε απωλέσει την ιταλική ιθαγένεια για να λάβει εκείνη του συζύγου της, το INPS θα της είχε χορηγήσει ασφαλώς τη σύνταξη για την οποία είχε υποβάλει σχετική αίτηση, δοθέντος ότι είχε καταβάλει εισφορές στην Ιταλία πέραν εκείνων που είχαν καταβληθεί στη Γαλλία και στην Ελβετία. Ο παραπέμπων δικαστής εκτιμά ότι ο μόνος λόγος για τον οποίο ο καθού φορέας απέρριψε το αίτημα περί συντάξεως είναι η ιθαγένεια της E. Gottardo.
ΙΙ - Το προδικαστικό ερώτημα
5. Εκτιμώντας ότι η απόφαση του INPS δύναται να συνιστά παράβαση του άρθρου 12 ΕΚ και του άρθρου 39 ΕΚ, το Tribunale ordinario di Roma ανέστειλε τη δίκη και υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Ο εργαζόμενος υπήκοος κράτους μέλους που έχει τη δυνατότητα να επικαλεστεί την καταβολή εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως στο αρμόδιο ίδρυμα άλλου κράτους μέλους έχει το δικαίωμα να επιτύχει την εκκαθάριση της συντάξεώς του γήρατος μέσω της σωρεύσεως των εισφορών που κατέβαλε στο ίδρυμα κράτους μη ανήκοντος στην Ένωση δυνάμει συμβάσεως που το εν λόγω κράτος μέλος συνήψε με το τελευταίο και που το ίδιο εφαρμόζει υπέρ των υπηκόων του;»
ΙΙΙ - Η κοινοτική νομοθεσία
6. Το άρθρο 12, πρώτο εδάφιο, ΕΚ ορίζει:
«Εντός του πεδίου εφαρμογής της παρούσας Συνθήκης και υπό την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεών της, απαγορεύεται κάθε διάκριση λόγω ιθαγενείας.»
Το άρθρο 39, παράγραφος 2, ΕΚ ορίζει:
«Η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων συνεπάγεται την κατάργηση κάθε διακρίσεως λόγω ιθαγενείας μεταξύ των εργαζομένων των κρατών μελών, όσον αφορά την απασχόληση, την αμοιβή και τους άλλους όρους εργασίας.»
7. Το άρθρο 7, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 ορίζει:
«1. Ο εργαζόμενος υπήκοος ενός κράτους μέλους δεν δύναται στην επικράτεια των άλλων κρατών μελών, να έχει, λόγω της ιθαγενείας του, διαφορετική μεταχείριση από τους ημεδαπούς εργαζομένους, ως προς τους όρους απασχολήσεως και εργασίας, ιδίως όσον αφορά την αμοιβή, την απόλυση, την επαγγελματική επανένταξη ή την επαναπασχόληση αν έχει καταστεί άνεργος.
2. Απολαύει των ιδίων κοινωνικών και φορολογικών πλεονεκτημάτων με τους ημεδαπούς εργαζομένους.»
IV - Η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία
8. Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης, το INPS, η Ιταλική Κυβέρνηση, η Αυστριακή Κυβέρνηση και η Επιτροπή υπέβαλαν έγγραφες παρατηρήσεις.
Κατά τη συνεδρίαση της 6ης Μαρτίου 2001 ανέπτυξαν προφορικά τις παρατηρήσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου οι εκπρόσωποι της E. Gottardo, του INPS, της Ιταλικής Κυβερνήσεως και της Επιτροπής.
9. Η E. Gottardo υποστηρίζει ότι η άρνηση του INPS να της αναγνωρίσει το δικαίωμα λήψεως ιταλικής συντάξεως διά της σωρεύσεως των περιόδων εισφοράς που συμπληρώθηκαν στην Ιταλία και στην Ελβετία στηρίζεται σε άμεση δυσμενή διάκριση λόγω της ιθαγενείας της, γεγονός που αντίκειται στο άρθρο 39 ΕΚ, καθώς και στα άρθρα 12 ΕΚ και 17 ΕΚ. Κατά την άποψή της, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως υποχρεώνει τον ιταλικό φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως να αντιμετωπίζει τους υπηκόους των λοιπών κρατών μελών όπως ακριβώς και τους Ιταλούς υπηκόους οσάκις εφαρμόζει την εθνική νομοθεσία, τμήμα της οποίας αποτελεί η διμερής σύμβαση με την Ελβετική Συνομοσπονδία. ροσθέτει ότι, ενσωματώνοντας την έννοια της ιθαγενείας της Ενώσεως στη Συνθήκη, ο κοινοτικός νομοθέτης ενίσχυσε την απαγόρευση οποιασδήποτε διακρίσεως λόγω ιθαγενείας.
10. Το INPS ισχυρίζεται ότι η ιταλοελβετική σύμβαση δεν τυγχάνει εφαρμογής στην περίπτωση της E. Gottardo διότι η τελευταία δεν έχει την ιθαγένεια κανενός από τα δύο υπογράψαντα τη σύμβαση κράτη. εραιτέρω, δεν μπορεί να επικαλείται για τον ίδιο λόγο ούτε τη δεύτερη πρόσθετη συμφωνία του 1980 που προβλέπει τον συνυπολογισμό των περιόδων εισφοράς που συμπληρώθηκαν σε τρίτα κράτη, τα οποία με τη σειρά τους συνήψαν συμβάσεις κοινωνικής ασφαλίσεως με την Ιταλική Δημοκρατία και την Ελβετική Συνομοσπονδία.
11. Η Ιταλική Κυβέρνηση εκτιμά ότι η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, όπως καθιερώνεται στα άρθρα 12 ΕΚ και 39 ΕΚ, τυγχάνει αποκλειστικά εφαρμογής στο πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου. Η μονομερής εφαρμογή της συμβάσεως με την Ελβετική Συνομοσπονδία στην περίπτωση Γαλλίδας υπηκόου είναι ασυμβίβαστη με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1408/71 , καθόσον τα κράτη μέλη που είχαν την πρόθεση να χωρήσουν στον συνυπολογισμό των περιόδων ενέταξαν, στο παράρτημα ΙΙΙ αυτού, τις διατάξεις που ίσχυαν ήδη στο πλαίσιο προγενεστέρων διμερών συμβάσεων. Επιπλέον, τα κράτη μέλη δεν κατέστη πάντοτε εφικτό να καταλήξουν σε συμφωνία επιτρέπουσα την επέκταση του πλεονεκτήματος των διατάξεων του κανονισμού 1408/71 επί των υπηκόων τρίτων κρατών.
12. Η Αυστριακή Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων του άρθρου 12 ΕΚ μεταφέρθηκε στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως με το άρθρο 3 του κανονισμού 1408/71 και ότι, συνακόλουθα, δεν συντρέχει λόγος αναπομπής στο άρθρο 12 ΕΚ παρά μόνον εφόσον ο κανονισμός εφαρμόζεται επί των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης. Υπογραμμίζει ότι τα άρθρα 39 ΕΚ και 42 ΕΚ, καθώς και ο κανονισμός 1408/71 αφορούν, κατ' αρχήν, τους διακινουμένους εργαζομένους που μετακινούνται εντός της Κοινότητας, ενώ ουδόλως προβλέπουν την επέκταση του πεδίου εφαρμογής των κανόνων που εξαγγέλλουν στις περιόδους ασφαλίσεως που συμπληρώθηκαν εκτός αυτής. Κατά την Αυστριακή Κυβέρνηση, είναι αδιανόητο ο κανονισμός 1408/71 να επιβάλλει την ίση μεταχείριση των Ιταλών και Γάλλων υπηκόων, εκτός και αν η ιταλοελβετική σύμβαση περί κοινωνικής ασφαλίσεως ενέπιπτε στην έννοια της «νομοθεσίας» σύμφωνα με τον κανονισμό, διότι μόνον τότε το άρθρο 3 επιβάλλει υποχρέωση περί μη διακρίσεως.
13. Η Επιτροπή εκτιμά ότι δεν συντρέχει λόγος ερμηνείας του κανονισμού 1408/71 για την επίλυση της ως άνω υποθέσεως τη στιγμή κατά την οποία δεν το ζήτησε ο εθνικός δικαστής. Κατ' αυτήν, το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει αν το γεγονός ότι οι Ιταλοί πολίτες είναι οι μόνοι που δύνανται να επωφελούνται από τον συνυπολογισμό των περιόδων εισφοράς που συμπληρώθηκαν στην Ελβετία συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο, όχι υπό το πρίσμα της εννοίας «παροχή κοινωνικής ασφαλίσεως» αλλά υπό την έννοια του «κοινωνικού πλεονεκτήματος». Κατά την άποψή της, μολονότι ο υπολογισμός των περιόδων εισφοράς, βάσει του οποίου καθορίζεται το δικαίωμα λήψεως συντάξεως γήρατος, συνδέεται με μία από τις παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως που απαριθμούνται στο άρθρο 4 του κανονισμού 1408/71, ο εθνικός δικαστής μπορεί βασίμως να διατηρεί επιφυλάξεις ως προς το αν η προϋπόθεση της ιθαγενείας που προβλέπει η ιταλοελβετική σύμβαση συμβιβάζεται με το άρθρο 39, παράγραφος 2, ΕΚ. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η αναγνώριση περιόδου εισφοράς με στόχο τη χορήγηση συντάξεως γήρατος είναι κοινωνικό πλεονέκτημα που το ιταλικό δίκαιο πρέπει να χορηγεί στους ενδιαφερομένους συμμορφούμενο με την απαγόρευση οποιασδήποτε διακρίσεως λόγω ιθαγενείας που επιβάλλεται στα κράτη μέλη βάσει του άρθρου 39, παράγραφος 2, ΕΚ.
Εν κατακλείδι, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η Ιταλική Δημοκρατία δεν μπορεί να αποφύγει την εκπλήρωση της υποχρεώσεως να διασφαλίζει την ίση μεταχείριση σε θέματα συντάξεως γήρατος μεταξύ των Ιταλών εργαζομένων που συμπλήρωσαν μέρος της επαγγελματικής σταδιοδρομίας τους στην Ελβετία και των εργαζομένων άλλων κρατών μελών που τελούν στην ίδια κατάσταση.
V - Εξέταση του προδικαστικού ερωτήματος
14. Τόσο το άρθρο 12 ΕΚ όσο και το άρθρο 39, παράγραφος 2, ΕΚ απαγορεύουν στα κράτη μέλη να ακολουθούν πρακτική εισάγουσα οποιαδήποτε μορφή διακρίσεως λόγω ιθαγενείας. Η διαφορά μεταξύ των δύο διατάξεων έγκειται στο γεγονός ότι η πρώτη περιλαμβάνει γενική απαγόρευση, η οποία επεκτείνεται στο σύνολο του πεδίου εφαρμογής όλης της Συνθήκης, ενώ η δεύτερη εντάσσεται στο πλαίσιο του αφορώντος την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων κεφαλαίου.
15. Το Δικαστήριο έχει αποφανθεί επανειλημμένα ότι το άρθρο 12 ΕΚ τυγχάνει εξ ορισμού εφαρμογής κατά τρόπο αυτοτελή μόνον επί καταστάσεων που διέπονται από το κοινοτικό δίκαιο για τις οποίες η Συνθήκη δεν προβλέπει ειδική απαγόρευση των διακρίσεων . Στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως υλοποιείται και διευκρινίζεται με το άρθρο 39, παράγραφος 2, ΕΚ, διάταξη απαγορεύουσα οποιαδήποτε διάκριση στον τομέα της απασχολήσεως και της αμοιβής, καθώς και όσον αφορά τους λοιπούς όρους εργασίας.
Όπως προκύπτει από τα έγγραφα που προσκομίστηκαν στη δικογραφία, η E. Gottardo κατέχει την ιθαγένεια ενός των κρατών μελών και εργάστηκε υπό την ιδιότητα της μισθωτής εργαζομένης, προφανώς, στην Ιταλία, την Ελβετία και τη Γαλλία. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο εκτιμώ ότι τόσο το άρθρο 39 ΕΚ όσο και ο κανονισμός 1612/68 τυγχάνουν εφαρμογής στην περίπτωσή της, όπως ακριβώς κρίθηκε με την απόφαση Scholz, σύμφωνα με την οποία οι ως άνω διατάξεις τυγχάνουν εφαρμογής σε κάθε κοινοτικό υπήκοο ο οποίος έκανε χρήση του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων και άσκησε επαγγελματική δραστηριότητα σε άλλο κράτος μέλος, ανεξάρτητα από τον τόπο κατοικίας του και την ιθαγένειά του .
Το δικαίωμα λήψεως συντάξεως γήρατος είναι ετεροχρονισμένο δικαίωμα, το οποίο ο εργαζόμενος αποκτά καθόλη τη διάρκεια του επαγγελματικού βίου του. Αν ο διακινούμενος εργαζόμενος εργάστηκε αποκλειστικά σε κράτη μέλη, τα δικαιώματά του για τη λήψη συντάξεως υπολογίζονται κατ' εφαρμογήν του κανονισμού 1408/71. Αντίθετα, αν εργάστηκε και σε τρίτη χώρα με την οποία το κράτος μέλος όπου ζητεί το πλεονέκτημα της συντάξεως συνήψε σύμβαση κοινωνικής ασφαλίσεως προβλέπουσα τη σώρευση περιόδων εισφοράς που συμπληρώθηκαν στα δύο υπογράψαντα τη σύμβαση κράτη, ο υπολογισμός των συμπληρωθεισών στην τρίτη αυτή χώρα περιόδων αποτελεί μέρος των όρων εργασίας, τους οποίους, σύμφωνα με το άρθρο 39, παράγραφος 2, ΕΚ, το κράτος μέλος οφείλει να διασφαλίζει στους πολίτες των λοιπών κρατών μελών, χωρίς καμία διάκριση λόγω ιθαγενείας.
Έπεται ότι παρέλκει η προσφυγή στο άρθρο 12 ΕΚ ή στο άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68, προκειμένου να δοθεί απάντηση στο υποβληθέν από το Tribunale ordinario di Roma προδικαστικό ερώτημα.
16. Επιβάλλεται να υπογραμμιστεί ότι, μολονότι πρόκειται για το δικαίωμα διακινουμένου εργαζομένου να λάβει σύνταξη γήρατος, το αιτούν δικαστήριο δεν ζήτησε από το Δικαστήριο ερμηνεία του κανονισμού 1408/71, ο οποίος, ως γνωστόν, συντονίζει τα εθνικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως των κρατών μελών με σκοπό την υλοποίηση των εξαγγελλομένων στο άρθρο 42 ΕΚ στόχων. Κατά μείζονα λόγο, η διάταξη περί παραπομπής ουδόλως αναφέρεται στον κανονισμό αυτό.
17. Ο Ιταλός δικαστής απέφυγε επιμελώς την αναφορά στον κανονισμό 1408/71, αφενός, επειδή είναι πεπεισμένος ότι η εφαρμογή εκ μέρους του INPS της ιταλοελβετικής συμβάσεως εν προκειμένω είναι ασυμβίβαστη με το άρθρο 39 ΕΚ και, αφετέρου, επειδή είναι όλως πιθανόν να γνωρίζει τον τρόπο με τον οποίο το Δικαστήριο ερμήνευσε τον οικείο κανονισμό επί υποθέσεων όπου ένα κράτος μέλος που συνήψε σύμβαση κοινωνικής ασφαλίσεως με τρίτη χώρα αρνείται να λάβει υπόψη, για την αναγνώριση δικαιώματος λήψεως κοινωνικών παροχών, τις ασφαλιστικές περιόδους που συμπλήρωσαν στην τρίτη αυτή χώρα εργαζόμενοι, υπήκοοι άλλου κράτους μέλους, οπότε δεν επιδιώκει να λάβει την ίδια απάντηση.
Α - Η ερμηνεία του κανονισμού 1408/71 και η άρνηση των κρατών μελών να λαμβάνουν υπόψη, υπέρ των υπηκόων άλλων κρατών μελών, τις περιόδους εισφοράς που συμπληρώθηκαν σε τρίτη χώρα με την οποία αυτά συνήψαν σύμβαση κοινωνικής ασφαλίσεως
18. Σε όλες τις υποθέσεις των οποίων επελήφθη προηγουμένως επί του ιδίου θέματος, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ερμηνεύοντας τον κανονισμό 1408/71, το άρθρο 3 του οποίου μεταφέρει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως των διακινουμένων εργαζομένων. Σύμφωνα με την ως άνω διάταξη, τα πρόσωπα τα οποία κατοικούν στο έδαφος ενός των κρατών μελών και επί των οποίων τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις του κανονισμού υπέχουν τις υποχρεώσεις και απολαμβάνουν των πλεονεκτημάτων της νομοθεσίας κάθε κράτους μέλους υπό τις αυτές προϋποθέσεις με εκείνες που ισχύουν για τους υπηκόους του τελευταίου.
19. άντως, το Δικαστήριο έδωσε αρνητική απάντηση οσάκις επελήφθη προδικαστικού ερωτήματος στο πλαίσιο διαφοράς όπου ο διακινούμενος εργαζόμενος τελούσε σε πανομοιότυπες ή παρεμφερείς συνθήκες με εκείνες που διέπουν την κατάσταση της E. Gottardo στην Ιταλία και επικαλούνταν το πλεονέκτημα της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, το οποίο παρατίθεται στο προαναφερθέν άρθρο 3.
Το Δικαστήριο έκρινε πάντοτε ότι ο ως άνω εργαζόμενος δεν μπορεί να επικαλείται το άρθρο 3 προκειμένου να τύχει της ίσης μεταχειρίσεως, δεδομένου ότι, έστω και αν έχει ενσωματωθεί επέχοντας θέση νόμου στο εσωτερικό δίκαιο, μια διμερής σύμβαση κοινωνικής ασφαλίσεως συναφθείσα μεταξύ κράτους μέλους και τρίτης χώρας δεν εμπίπτει στην έννοια της «νομοθεσίας», όπως ορίζεται στο άρθρο 1, στοιχείο ι_, του κανονισμού 1408/71 . Στην πλειονότητα των περιπτώσεων, το εθνικό δικαστήριο ενδιαφερόταν συγκεκριμένα για την ερμηνεία των ως άνω δύο διατάξεων του παράγωγου δικαίου. Καίτοι δεν αμφισβητώ ότι, διατυπωμένο υπό τους όρους αυτούς, το ερώτημα επιδεχόταν την αρνητική αυτή απάντηση, πάντως, οφείλω να εκφράσω την περίσκεψή μου διαπιστώνοντας ότι σε ορισμένες περιπτώσεις το αιτούν δικαστήριο ζήτησε και την ερμηνεία των κανόνων του πρωτογενούς δικαίου, όπως του άρθρου 12 ΕΚ, το οποίο, όπως ήδη προανέφερα, απαγορεύει οποιαδήποτε διάκριση λόγω ιθαγενείας στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης.
20. Η πρώτη από τις συναφείς αποφάσεις εκδόθηκε το 1972 σε απάντηση ερωτήματος που υπέβαλε το Bundessozialgericht. Η υπόθεση εκείνη, η οποία αφορούσε τον κανονισμό 3 (προάγγελο του κανονισμού 1408/71), είναι παρεμφερής με την παρούσα . Σε αντίθεση με την E. Gottardo, ο ενδιαφερόμενος ήταν Ιταλός υπήκοος, ο οποίος κάλεσε τον γερμανικό φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως να λάβει υπόψη τις περιόδους εισφοράς που ο ίδιος είχε συμπληρώσει στην Ελβετία, θεμελίωνε δε την αξίωσή του επί της ιταλοελβετικής συμβάσεως περί κοινωνικής ασφαλίσεως.
Το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι το άρθρο 16 του κανονισμού 3 (το οποίο καθόριζε τους κανόνες σωρεύσεως των ασφαλιστικών περιόδων για τις παροχές ασθενείας και μητρότητας) αφορούσαν μόνον τις περιόδους ασφαλίσεως «που είχαν συμπληρωθεί δυνάμει της νομοθεσίας καθενός των κρατών μελών» και ότι το άρθρο 1 του κανονισμού 1408/71 εννοούσε με τον όρο «νομοθεσία» «τους υφισταμένους και μελλοντικούς νόμους, τις κανονιστικές πράξεις, κανονισμούς και κάθε άλλο μέτρο εφαρμογής των κρατών μελών που αφορούν τους κλάδους και τα συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως». Εξ αυτού, το Δικαστήριο συνήγαγε ότι τα κράτη μέλη δεν οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη, για τους σκοπούς της αναγνωρίσεως του δικαιώματος λήψεως των παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως, τις ασφαλιστικές περιόδους που συμπληρώθηκαν σε τρίτες χώρες.
21. Η δεύτερη απόφαση εκδόθηκε το 1977 . Επρόκειτο για σύνταξη αναπηρίας καταβλητέα στο Βέλγιο υπέρ των ελκόντων δικαίωμα από αποθανόντα Ιταλό εργαζόμενο, ο οποίος είχε απασχοληθεί στην Ιταλία, το Βέλγιο και την Αυστρία και ο οποίος είχε λάβει, στην τελευταία χώρα, σύνταξη αναπηρίας υπολογισθείσα σύμφωνα με τις διατάξεις διμερούς συμβάσεως περί κοινωνικής ασφαλίσεως συναφθείσας μεταξύ της Ιταλικής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας της Αυστρίας. Η βελγική νομοθεσία προέβλεπε τον συνυπολογισμό των συμπληρωμένων περιόδων ασφαλίσεως όχι μόνον εντός των κρατών μελών αλλά και εντός τρίτων χωρών, με συνέπεια τη συρρίκνωση της καταβλητέας παροχής. Το Δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι οι διατάξεις των κανονισμών 3 και 4 , [ο τελευταίος προάγγελος του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72 ], σχετικά με τον συνυπολογισμό των περιόδων ασφαλίσεως, αφορούν μόνον τις περιόδους που συμπληρώθηκαν δυνάμει της νομοθεσίας των κρατών μελών και ότι οι καταβληθείσες σε τρίτο κράτος εισφορές, ανεξάρτητα από το αν το κράτος αυτό συνδέεται με ένα ή περισσότερα κράτη μέλη με σύμβαση κοινωνικής ασφαλίσεως, δεν αποτελούν αντικείμενο οποιασδήποτε διατάξεως των κοινοτικών κανονισμών σχετικά με τον συντονισμό, μεταξύ των κρατών μελών, των συστημάτων τους κοινωνικής ασφαλίσεως.
22. Η τρίτη απόφαση εκδόθηκε το 1993 επί της υποθέσεως Grana-Novoa , σε απάντηση ερωτήματος που υπέβαλε το Bundessozialgericht, επιληφθέν με τη σειρά του προσφυγής διακινουμένης εργαζομένης, το αίτημα της οποίας για την καταβολή συντάξεως αναπηρίας είχε απορριφθεί. Η Grana-Novoa, ισπανικής ιθαγενείας, ουδέποτε είχε εργαστεί ούτε υπαχθεί σε υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση στη χώρα καταγωγής της, αλλ' αντιθέτως είχε ασκήσει επαγγελματική δραστηριότητα υπαγόμενη σε υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση κατ' αρχάς στην Ελβετία, ακολούθως δε στη Γερμανία, χώρα όπου περιήλθε σε μόνιμη ανικανότητα προς εργασία. Κατόπιν αυτού, ζήτησε να υπαχθεί στις ευεργετικές διατάξεις περί συντάξεως αναπηρίας, το αίτημά της, όμως, δεν έγινε δεκτό με το αιτιολογικό ότι ο αριθμός των ετών εργασίας της στη Γερμανία δεν επαρκούσε ώστε να θεωρηθεί ότι πληρούσε την προβλεπόμενη με την κανονιστική ρύθμιση του ως άνω κράτους μέλους προϋπόθεση διανύσεως δοκιμαστικής περιόδου. Η Grana-Novoa άσκησε προσφυγή κατά της εν λόγω αποφάσεως ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Δεν αμφισβητούνταν ότι η σύνταξη θα της είχε χορηγηθεί αν λαμβάνονταν υπόψη οι περίοδοι εισφοράς που είχε συμπληρώσει στην Ελβετία. Η Γερμανία είχε συνάψει με την Ισπανία σύμβαση περί κοινωνικής ασφαλίσεως προβλέπουσα την ίση μεταχείριση Γερμανών και Ισπανών. Είχε υπογράψει επίσης με την Ελβετική Συνομοσπονδία σύμβαση, η εφαρμογή της οποίας περιοριζόταν στους Γερμανούς και Ελβετούς υπηκόους και δεν περιελάμβανε ρήτρα διασφαλίσεως αποκλείουσα στην περίπτωση της Grana-Novoa τη δυνατότητα επικλήσεως σωρευτικώς των γερμανοελβετικών και ισπανογερμανικών συμβάσεων.
Το αιτούν δικαστήριο προβληματιζόταν ως προς το αν, από 1ης Ιανουαρίου 1986, ημερομηνίας προσχωρήσεως του Βασιλείου της Ισπανίας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας δεν επέτρεπε την εφαρμογή ρήτρας διασφαλίσεως στον βαθμό που υπήρχε κίνδυνος να παρεμποδίζει, σε κράτος μέλος συμβαλλόμενο μέρος της ως άνω συμβάσεως, την ελεύθερη κυκλοφορία των υπηκόων άλλων κρατών μελών.
Το Bundessozialgericht επιδίωκε κυρίως να λάβει απάντηση στο ερώτημα αν η έννοια της «νομοθεσίας» του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 συμπεριελάμβανε και τις διατάξεις των διεθνών συμβάσεων που συνήψε κράτος μέλος σε τρίτη χώρα και κατέστησαν αναπόσπαστο τμήμα της εσωτερικής έννομης τάξης με ισχύ νόμου. Επιδίωκε επίσης να λάβει απάντησε στο ερώτημα αν, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στην ερώτηση αυτή, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως του άρθρου 12 ΕΚ και του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 δεν επέτρεπε στους γερμανικούς οργανισμούς κοινωνικής ασφαλίσεως, στους οποίους είχε υποβληθεί αίτηση για τη χορήγηση παροχής γήρατος ή αναπηρίας, να μη λάβουν υπόψη τις περιόδους ασφαλίσεως που είχαν συμπληρωθεί στην Ελβετία παρά μόνον εάν επρόκειτο για τους Γερμανούς υπηκόους και όχι για τους λοιπούς υπηκόους της Κοινότητας.
Το Δικαστήριο απάντησε αρνητικά στο πρώτο ερώτημα , ενώ έκρινε ότι παρείλκε η απάντηση επί του δευτέρου ερωτήματος.
23. Με τον τρόπο αυτό, η Grava-Novoa, η οποία τελούσε σε σχεδόν ταυτόσημη κατάσταση με εκείνη της E. Gottardo, διαπίστωσε ότι, μολονότι το άρθρο 39, παράγραφος 2, ΕΚ απαγορεύει κάθε δυσμενή διάκριση λόγω ιθαγενείας μεταξύ των εργαζομένων των κρατών μελών σχετικά με την απασχόληση, την αμοιβή και τους λοιπούς όρους εργασίας, προϋποθέσεις στις οποίες καταλέγονται αναμφισβήτητα τα δικαιώματα κοινωνικής ασφαλίσεως, αδυνατούσε να επικαλεστεί την ως άνω διάταξη για να αξιώσει στη Γερμανία την ίδια μεταχείριση με εκείνη που το ως άνω κράτος μέλος επεφύλασσε στους υπηκόους του που είχαν συμπληρώσει περιόδους εισφοράς στην Ελβετία .
24. Οφείλω να υπογραμμίσω ότι και τα πέντε κράτη μέλη που κατέθεσαν παρατηρήσεις επί της υποθέσεως Grana-Novoa πρότειναν να μη δοθεί αρνητική απάντηση στο πρώτο από τα δύο ερωτήματα. Η Ιταλική Δημοκρατία και η ορτογαλική Δημοκρατία έκριναν ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να διασφαλίζουν στους πολίτες της Ευρωπαϊκής Ενώσεως που άσκησαν επαγγελματική δραστηριότητα στο έδαφός τους και είχαν υπαχθεί στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεώς τους κατά τη διάρκεια ασκήσεως της εργασίας τους πανομοιότυπη μεταχείριση με εκείνη που επιφυλάσσουν στους ίδιους υπηκόους τους κατ' εφαρμογήν της νομοθεσίας τους, η οποία περιλαμβάνει και τις συναφθείσες με τρίτα κράτη συμβάσεις κοινωνικής ασφαλίσεως .
25. Επιβάλλεται περαιτέρω να υπογραμμιστεί ότι, αν, με τις παρατηρήσεις που υπέβαλε στην υπόθεση Gottardo, η Ιταλική Δημοκρατία εκτιμά ότι επιβάλλεται αρνητική απάντηση στο ερώτημα του Tribunale ordinario di Roma, αντιθέτως , με τις παρατηρήσεις που είχε υποβάλει στην υπόθεση Grava-Novoa, ισχυριζόταν ότι η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας επέβαλε στις γερμανικές αρχές την υποχρέωση να λάβουν υπόψη όλες τις περιόδους εισφοράς που είχαν συμπληρωθεί στην Ελβετία .
Β - Η πρόσφατη νομολογία σχετικά με την αρχή της επιφυλάξεως εθνικής μεταχειρίσεως υπέρ κεφαλαιουχικής εταιρίας εδρεύουσας σε κράτος μέλος και διαθέτουσας μόνιμη εγκατάσταση εντός άλλου, όσον αφορά τα φορολογικά πλεονεκτήματα που προβλέπονται σε διμερείς συμβάσεις περί διπλής φορολογίας συναφθείσες μεταξύ του κράτους εγκαταστάσεως και τρίτων κρατών
26. Με την απόφαση Saint-Gobain ZN , το Δικαστήριο έθεσε τις βάσεις της μετέπειτα στάσεώς του επί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων και των διμερών συμβάσεων μεταξύ των κρατών μελών και τρίτων χωρών. Κατά περίεργο τρόπο, η ως άνω απόφαση αφορούσε υπόθεση του δικαιώματος εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών σε συνάρτηση με τα φορολογικά πλεονεκτήματα που προβλέπονται υπέρ των κεφαλαιουχικών εταιριών.
27. Η Saint-Gobain ZN αποτελεί γερμανικό υποκατάστημα εταιρίας, η καταστατική και εμπορική διεύθυνση της οποίας βρίσκονται στη Γαλλία και η οποία υπόκειται ως εκ τούτου στη φορολογία των εταιριών και της περιουσίας στη Γερμανία. Η γερμανική φορολογική αρχή αρνήθηκε να εφαρμόσει στην περίπτωσή της τρία φορολογικά πλεονεκτήματα που θα της επέτρεπαν να αποφύγει τη διπλή φορολογία των εισπραττομένων στη Γερμανία μερισμάτων από εταιρίες που συμμετέχουν σε αλλοδαπές εταιρίες, οσάκις τα εν λόγω μερίσματα φορολογήθηκαν ήδη στην αλλοδαπή .
Κατά τη διάρκεια της δίκης αποδείχθηκε ότι η γερμανική νομοθεσία εισήγαγε διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των υποκαταστημάτων εταιριών με έδρα στην αλλοδαπή και εκείνων των εταιριών με έδρα στην ημεδαπή και ότι η ως άνω διαφορά συνεπαγόταν περιορισμό της ελευθερίας επιλογής της νομικής μορφής της δευτερεύουσας εγκαταστάσεως.
28. Για να δικαιολογήσει την άρνησή της, η Γερμανική Κυβέρνηση επικαλέστηκε το γεγονός ότι η σύναψη διμερών συμβάσεων με τρίτη χώρα δεν ενέπιπταν στην κοινοτική σφαίρα αρμοδιότητας. Κατ' αυτήν, η φορολογία των εισοδημάτων και των πλεονεκτημάτων ενέπιπτε στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, τα οποία ήσαν ως εκ τούτου ελεύθερα να συνάπτουν με τρίτες χώρες διμερείς συμβάσεις σε θέματα διπλής φορολογίας.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι, ναι μεν η άμεση φορολογία εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, γεγονός όμως παραμένει ότι οφείλουν να την ασκούν τηρώντας το κοινοτικό δίκαιο . Εφόσον επρόκειτο, στα πλαίσια της υποθέσεως εκείνης, για σύμβαση που είχε συνάψει κράτος μέλος με τρίτη χώρα προς αποφυγή της διπλής φορολογίας, η αρχή της επιφυλάξεως της εθνικής μεταχειρίσεως επέβαλε οι μόνιμες εγκαταστάσεις αλλοδαπών εταιριών να μπορούν να επωφελούνται, στο οικείο κράτος μέλος, των ιδίων φορολογικών πλεονεκτημάτων με εκείνα που προβλέπονται από τη σύμβαση υπέρ των ημεδαπών εταιριών. Το Δικαστήριο επιβεβαίωσε επίσης την ως άνω εκτίμηση προσθέτοντας ότι οι υποχρεώσεις που το κοινοτικό δίκαιο επέβαλε στη Γερμανία ουδόλως διακύβευαν εκείνες που απέρρεαν από τις δεσμεύσεις της έναντι των Ηνωμένων ολιτειών της Αμερικής ή της Ελβετικής Συνομοσπονδίας και ότι η ισορροπία και η αμοιβαιότητα των συμβάσεων που συνήψε η Γερμανία με τις ως άνω δύο χώρες δεν ετίθεντο υπό αμφισβήτηση μέσω επεκτάσεως, αποφασισθείσας μονομερώς από τη Γερμανία, του πεδίου εφαρμογής των δικαιούχων στη Γερμανία του προβλεπομένου από τις εν λόγω συμβάσεις φορολογικού πλεονεκτήματος, εφόσον η επέκταση αυτή ουδόλως διακύβευε τα δικαιώματα των τρίτων χωρών, συμβαλλομένων μερών στις συμβάσεις, και δεν τους επέβαλε καμία νέα υποχρέωση.
29. Η ανωτέρω απόφαση επέβαλε στα κράτη μέλη την υποχρέωση να χορηγούν στις αλλοδαπές κεφαλαιουχικές εταιρίες που διαθέτουν σταθερή εγκατάσταση στο έδαφός τους τα ίδια φορολογικά πλεονεκτήματα με εκείνα που χορηγούν, υπό τις αυτές προϋποθέσεις, στις εγχώριες εταιρίες και στις εγκατεστημένες εκεί εταιρίες .
ιστεύω ότι η ως άνω απόφαση επέτρεψε να υπερπηδηθεί η δυσχέρεια στην οποία προσέκρουε κράτος μέλος που είχε υπογράψει με τρίτη χώρα σύμβαση περί κοινωνικής ασφαλίσεως, τα πλεονεκτήματα της οποίας επιφυλάσσονταν στους υπηκόους των υπογραψάντων τη σύμβαση μερών ως προς το αν όφειλε να επεκτείνει το πλεονέκτημα και επί των διακινουμένων εργαζομένων, υπηκόων άλλων κρατών μελών. Η δυσχέρεια αυτή παρίστατο έως τότε ανυπέρβλητη , πάντως, μετά την απόφαση του Δικαστηρίου, η απαγόρευση οποιασδήποτε διακρίσεως, όπως προβλέπει υπέρ των εργαζομένων το άρθρο 39 ΕΚ, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής υπό λιγότερο ευνοϊκές συνθήκες από εκείνη του άρθρου 43 ΕΚ σε θέματα δικαίου εγκαταστάσεως ή από εκείνη που παρατίθεται στο άρθρο 50 ΕΚ σε θέματα ελεύθερης παροχής των υπηρεσιών.
Επομένως, είναι προφανές ότι επιβάλλεται μεταστροφή της νομολογίας του Δικαστηρίου, ώστε το άρθρο 39 ΕΚ, παράγραφος 2, να προσλάβει το περιεχόμενο που απαιτεί η θεμελιώδης αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων. Επιβάλλεται η απόκλιση από τη λύση που δόθηκε με την απόφαση Grana-Novoa και η εφαρμογή συναφώς του κριτηρίου που επελέγη για πρώτη φορά με την απόφαση Saint-Gobain ZN, κριτηρίου που υποχρεώνει τα κράτη μέλη να χορηγούν στις αλλοδαπές κεφαλαιουχικές εταιρίες που διαθέτουν μόνιμη εγκατάσταση στο έδαφός τους τα ίδια πλεονεκτήματα με εκείνα που αναγνωρίζονται υπέρ των ημεδαπών εταιριών και των εδρευουσών στην ημεδαπή εταιριών κατ' εφαρμογή συμβάσεων συναφθεισών με τρίτες χώρες.
Γ - Η προτεινόμενη νομολογιακή μεταστροφή και η επίδραση της διατυπώσεως του προδικαστικού ερωτήματος
30. Γνωρίζοντας την απάντηση του Δικαστηρίου προς το Bundessozialgericht προ οκτώ μόλις ετών, η απάντηση που προτείνω να δοθεί στο δικαστήριο της Ρώμης εμπεριέχει ένα πρόδηλο πάραδοξο.
Η μοναδική διαφορά που αντιλαμβάνομαι μεταξύ της υποθέσεως Grana-Novoa και της παρούσας υποθέσεως Gottardo έγκειται στο ότι το Bundessozialgericht ζήτησε την ερμηνεία του κανονισμού 1408/71, ενώ το Tribunale ordinario di Roma, αποφεύγοντας την παράκαμψη μέσω του παραγώγου δικαίου, ζήτησε ευθέως την ερμηνεία των διατάξεων της Συνθήκης που απαγορεύουν άνευ όρων οποιαδήποτε διάκριση λόγω ιθαγενείας.
31. Θεωρώ ανησυχητική την υιοθέτηση διαφορετικών λύσεων τη στιγμή κατά την οποία τα πραγματικά περιστατικά των δύο υποθέσεων όσο και οι εφαρμοστέοι κοινοτικοί κανόνες ταυτίζονται σχεδόν κατ' ουσίαν. Ο μοναδικός λόγος μιας τέτοιας αποκλίσεως έγκειται στη διαφορετική διατύπωση των προδικαστικών ερωτημάτων. άντως, δεν είναι η πρώτη φορά που παρόμοια κατάσταση παρατηρείται στην κοινοτική νομολογία.
32. Εντός διαστήματος μόλις δύο ετών, επί παραδείγματι, το Δικαστήριο αποφάνθηκε επί δύο υποθέσεων, αντικείμενο των οποίων ήταν η συμβατότητα με το άρθρο 5 της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ ενός άρθρου του γαλλικού κώδικα εργατικού δικαίου, και συγκεκριμένα του άρθρου L 213-1, το οποίο απαγόρευε, με ορισμένες εξαιρέσεις, τη νυκτερινή εργασία των γυναικών σε εργοστάσια ή εργαστήρια. Στην πρώτη από τις δύο αυτές υποθέσεις, το προδικαστικό ερώτημα δεν έβαινε πέραν αυτού, ενώ στη δεύτερη περίπτωση, ο εθνικός δικαστής προσέθεσε ότι έπρεπε να ληφθεί υπόψη η σύμβαση 89 της Διεθνούς Οργανώσεως Εργασίας, της 9ης Ιουλίου 1948, περί της απαγορεύσεως της νυκτερινής εργασίας των γυναικών (στο εξής: σύμβαση ΔΟΕ), στην οποία είχε προσχωρήσει η Γαλλική Δημοκρατία.
Το ιστορικό αμφοτέρων των διαφορών ήταν όλως παρεμφερές: δύο επιχειρήσεις κατηγορούνταν ότι απασχολούσαν γυναίκες για νυκτερινές βάρδιες των εργοστασίων τους, παραβιάζοντας έτσι τον κώδικα εργατικού δικαίου, ποινικό αδίκημα επισύρον την επιβολή χρηματικού προστίμου.
33. Στην υπόθεση Stoeckel , πρώτη χρονολογικώς, η Γαλλική Κυβέρνηση επικαλέστηκε τη σύμβαση ΔΟΕ. Εντούτοις, το Δικαστήριο περιορίστηκε να απαντήσει ότι το άρθρο 5 της οδηγίας επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να μην καθιερώνουν νομοθετικώς την αρχή της απαγορεύσεως της νυκτερινής εργασίας των γυναικών, ενώ ουδεμία υφίσταται απαγόρευση όσον αφορά την νυκτερινή εργασία των ανδρών .
34. Αντίθετα, με την υπόθεση Levy , ο ίδιος ο εθνικός δικαστής επέστησε την προσοχή του Δικαστηρίου επί της ισχύος της συμβάσεως ΔΟΕ στη Γαλλία. Όπως ετίθετο το πρόβλημα, το ερώτημα ήταν αν η υποχρέωση του εθνικού δικαστή να διασφαλίζει την πλήρη αποτελεσματικότητα του κανόνα της νομολογίας Stoeckel παραμερίζοντας οποιαδήποτε εθνική διάταξη ασυμβίβαστη προς αυτήν εξακολουθούσε πάντοτε να ισχύει, έστω και αν η ως άνω διάταξη είχε θεσπιστεί από το κράτος μέλος κατ' εφαρμογή διεθνούς συμβάσεως της κατηγορίας των προβλεπομένων στο άρθρο 307 ΕΚ. Δυνάμει της ως άνω διατάξεως, οι κανόνες της Συνθήκης δεν θίγουν τα δικαιώματα τρίτων χωρών ούτε τις υποχρεώσεις των κρατών μελών που απορρέουν από τις συμβάσεις που συνήψαν με τρίτες χώρες πριν από την έναρξη ισχύος της Συνθήκης.
Το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι, στα πλαίσια της δεύτερης υποθέσεως, καίτοι η ίση μεταχείριση ανδρών και γυναικών συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα αναγνωριζόμενο από την κοινοτική έννομη τάξη, η εφαρμογή της υπήρξε προοδευτική με την έκδοση οδηγιών, οι οποίες επιτρέπουν προσωρινώς ορισμένες παρεκκλίσεις. Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν αρκεί η επίκληση της ανωτέρω αρχής προς ματαίωση της εκτελέσεως των υποχρεώσεων που υπέχουν τα κράτη μέλη στον οικείο τομέα δυνάμει προγενέστερης διεθνούς συμβάσεως, υποχρεώσεων την τήρηση των οποίων διασφαλίζει το άρθρο 307, πρώτο εδάφιο, ΕΚ.
Το Δικαστήριο απάντησε συγκεκριμένα στο ερώτημα του Γάλλου δικαστή ότι το εθνικό δικαστήριο οφείλει να διασφαλίζει πλήρως τον σεβασμό του άρθρου 5 της οδηγίας 76/207, αφήνοντας ενεφάρμοστη οποιαδήποτε αντίθετη διάταξη του εθνικού δικαίου, εκτός αν η εφαρμογή της αντίθετης αυτής διατάξεως είναι αναγκαία προκειμένου να καταστεί δυνατή η εκπλήρωση εκ μέρους του ενδιαφερομένου κράτους μέλους υποχρεώσεων απορρεουσών από σύμβαση που είχε συνάψει με τρίτα κράτη πριν από την έναρξη ισχύος της Συνθήκης .
35. Θεωρώ σοβαρό το ότι το Δικαστήριο περίμενε την υποβολή του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος προτού παράσχει στα επιφορτισμένα με την εφαρμογή της εν λόγω δέσμης κανόνων γαλλικά δικαιοδοτικά όργανα πλήρη ερμηνεία της κοινοτικής νομοθεσίας που τους ήταν αναγκαία, τη στιγμή κατά την οποία του είχε επιστηθεί η προσοχή, στα πλαίσια της προδικαστικής υποθέσεως Stoeckel, ως προς το γεγονός ότι η σύμβαση 89 της ΔΟΕ ίσχυε στη Γαλλία .
36. Έχω επίγνωση της νομολογίας του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία, στα πλαίσια της κατανομής των λειτουργιών που καθιερώνει το άρθρο 234 ΕΚ, εναπόκειται στο εθνικό δικαιοδοτικό όργανο, το οποίο καλείται να εκδώσει απόφαση επί της ουσίας της διαφοράς, να εφαρμόσει στη συγκεκριμένη περίπτωση το κοινοτικό δίκαιο . Το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι, οσάκις τα προδικαστικά ερωτήματα άπτονται της ερμηνείας διατάξεως του κοινοτικού δικαίου, το ίδιο αποφαίνεται χωρίς να χρειάζεται, κατ' αρχήν, να εξετάζει κάτω από ποιες συνθήκες τα εθνικά δικαστήρια οδηγήθηκαν να του υποβάλουν τα ερωτήματα και προτίθενται να εφαρμόσουν τη διάταξη του κοινοτικού δικαίου που του ζήτησαν να ερμηνεύσει .
άντως, η ανατεθειμένη από το άρθρο 234 ΕΚ στο Δικαστήριο ερμηνευτική αποστολή, η οποία σκοπεί στη διασφάλιση της ομοιόμορφης εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου εντός των κρατών μελών, δεν μπορεί να περιορίζεται στη μηχανική απάντηση επί των ερωτημάτων, με την αυστηρή τήρηση των όρων υπό τους οποίους έχουν διατυπωθεί. Αντιθέτως, το Δικαστήριο, ως διακεκριμένος ερμηνευτής του κοινοτικού δικαίου, οφείλει να αναλύσει το ζήτημα υπό ευρύτερη οπτική και με μεγαλύτερη ευλυγισία, προκειμένου να δώσει λυσιτελή απάντηση στον εθνικό δικαστή που τα υποβάλλει και στους λοιπούς δικαστές της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, υπό το φως των ισχυόντων κοινοτικών κανόνων. Σε αντίθετη περίπτωση, ο διάλογος μεταξύ δικαιοδοτικών οργάνων που καθιερώνει το άρθρο 234 ΕΚ υπάρχει κίνδυνος να εξαρτάται σε υπερβολικό βαθμό από τον υποβαλόντα το ερώτημα δικαστή, υπό την έννοια ότι, με γνώμονα τη διατύπωση του ερωτήματος που υποβάλλει, θα μπορούσε να προσδιορίσει την προδικαστική απάντηση, όπως συνέβη με τις προαναφερθείσες υποθέσεις.
Δ - Η απάντηση στο υποβληθέν από το Tribunale ordinario di Roma προδικαστικό ερώτημα
37. Άφησα ήδη να εννοηθεί με τα προεκτεθέντα ότι συμμερίζομαι την άποψη του εθνικού δικαστή και της Επιτροπής ότι η εξαγγελλόμενη στο άρθρο 39 ΕΚ απαγόρευση κάθε μορφής διακρίσεως λόγω ιθαγενείας αρκεί αφεαυτής ώστε να μην παρέχει στο INPS τη δυνατότητα να αρνηθεί στην E. Gottardo τον συνυπολογισμό των περιόδων της εισφορών που διήνυσε στην Ελβετία και να της αρνείται το δικαίωμα λήψεως συντάξεως γήρατος στην Ιταλία με το αιτιολογικό ότι δεν πληροί την προβλεπόμενη συμβατική προϋπόθεση της ιθαγενείας.
38. Κανένα από τα προβληθέντα στα πλαίσια της παρούσας δίκης επιχειρήματα δεν αποδεικνύει ότι η συμβατική ισορροπία μεταξύ των δύο υπογραψάντων τη σύμβαση κρατών θα ανατρεπόταν αν η Ιταλική Δημοκρατία επεξέτεινε μονομερώς το πλεονέκτημα στα πρόσωπα που έχουν την ιθαγένεια των λοιπών κρατών μελών, με την αναγνώρισή του υπό τις αυτές προϋποθέσεις με εκείνες που το αναγνωρίζει υπέρ των ιδίων υπηκόων της. Όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση Saint-Gobain ZN, η διεύρυνση αυτή ουδόλως θίγει τα δικαιώματα της τρίτης χώρας ούτε της επιβάλλει καμία νέα υποχρέωση. Δεν θίγει περαιτέρω την ισορροπία μεταξύ των συμβαλλομένων μερών ούτε την αμοιβαιότητα των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών τους. Τέλος, δεν θίγει τα δικαιώματα που η σύμβαση αναγνωρίζει υπέρ της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, δεδομένου ότι οι σύμφυτες με τον υπολογισμό των περιόδων εισφορών υποχρεώσεις βαρύνουν την Ιταλία και σε καμία περίπτωση δεν θίγουν το ελβετικό σύστημα συντάξεων γήρατος.
39. ράγματι, οι κοινοτικοί πολίτες που δεν κατέχουν την ιταλική ιθαγένεια δεν νομιμοποιούνται να επικαλούνται την ιταλοελβετική σύμβαση και να απαιτούν από την Ελβετική Συνομοσπονδία των συνυπολογισμό των περιόδων εισφορών τους που διήνυσαν στην Ιταλία.
40. Ομοίως, ο κοινοτικός πολίτης που δικαιούται παροχής στην Ιταλία λόγω του συνυπολογισμού των περιόδων υπαγωγής του σε ασφαλιστικό σύστημα που συμπληρώθηκαν στην Ελβετία δεν μπορεί περαιτέρω να απαιτεί από άλλο κράτος μέλος να λαμβάνει υπόψη και τις ως άνω περιόδου. Όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση Borowitz , παρόμοιες περίοδοι που έχουν συμπληρωθεί υπό τη νομοθεσία τρίτης χώρας δεν καθίστανται περίοδοι «που πραγματοποιήθηκαν υπό τις νομοθεσίες των κρατών μελών» κατά την έννοια του άρθρου 46 του κανονισμού απλώς και μόνον επειδή λαμβάνονται υπόψη από τον γερμανικό φορέα σύμφωνα με διμερή συμφωνία που έχει συνάψει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Επομένως, καμία διάταξη δεν υποχρεώνει τους φορείς των άλλων κρατών μελών να λαμβάνουν υπόψη τις περιόδους αυτές όταν προβαίνουν σε υπολογισμούς κατά το άρθρο 46, ο δε συνυπολογισμός των περιόδων αυτών από τον γερμανικό φορέα δεν συνεπάγεται, επομένως, οποιαδήποτε διεύρυνση των υποχρεώσεών τους.
41. Η Ιταλική Κυβέρνηση διευκρίνισε ότι σε παρεμφερή με αυτή της E. Gottardo περίπτωση Ισπανού ο οποίος είχε εργαστεί στην Ιταλία, Ισπανία και Ελβετία, οι ελβετικές αρχές είχαν αντλήσει επιχείρημα από το γεγονός ότι ο ενδιαφερόμενος δεν πληρούσε την προϋπόθεση ιθαγενείας προκειμένου να αρνηθούν να παράσχουν στις ιταλικές αρχές τα στοιχεία που απαιτούνταν ώστε να του χορηγηθεί παροχή.
Αναγνωρίζω μεν ότι οι προβλεπόμενες στα άρθρα 10 ΕΚ και 39, παράγραφος 2, ΕΚ υποχρεώσεις συνεργασίας και εφαρμογής της εθνικής μεταχειρίσεως αντίστοιχα δεν ισχύουν για την Ελβετική Συνομοσπονδία, γεγονός, πάντως, παραμένει ότι η Ιταλική Δημοκρατία δεν απαλλάσσεται της υποχρεώσεώς της, επικαλούμενη την έλλειψη συνεργασίας τρίτου κράτους που αρνείται να της παράσχει τα στοιχεία που απαιτούνται, και δεν μπορεί να περιαγάγει τον εργαζόμενο, ιθαγενείας άλλου κράτους μέλους, σε λιγότερο ευνοϊκή κατάσταση από εκείνη των ιδίων υπηκόων της. Οφείλει να προσφύγει σε άλλο μέσο αποδείξεως ικανό να πιστοποιήσει επαρκώς τις περιόδους εισφορών που διήνυσε ο εργαζόμενος στην τρίτη χώρα .
42. Ως εκ τούτου, εκτιμώ ότι το άρθρο 39, παράγραφος 2, ΕΚ δεν επιτρέπει σε κράτος μέλος να αρνείται, όταν πρόκειται να αναγνωρίσει το δικαίωμα λήψεως συντάξεως γήρατος εργαζομένων ιθαγενείας άλλων κρατών μελών, να λαμβάνει υπόψη περιόδους εισφορών που διανύθηκαν σε τρίτο κράτος με το οποίο συνήψε σύμβαση κοινωνικής ασφαλίσεως, τη στιγμή κατά την οποία παρέχει το πλεονέκτημα του συνυπολογισμού στους ιδίους υπηκόους του που τελούν υπό τις αυτές περιστάσεις.
VI - ρόταση
43. Ενόψει των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την ακόλουθη απάντηση στο ερώτημα του Tribunale ordinario di Roma:
«Το άρθρο 39, παράγραφος 2, ΕΚ δεν επιτρέπει σε κράτος μέλος να αρνείται, όταν πρόκειται να αναγνωρίσει το δικαίωμα λήψεως συντάξεως γήρατος εργαζομένων ιθαγενείας άλλων κρατών μελών, να λαμβάνει υπόψη περιόδους εισφορών που διανύθηκαν σε τρίτο κράτος με το οποίο συνήψε σύμβαση κοινωνικής ασφαλίσεως, τη στιγμή κατά την οποία παρέχει το πλεονέκτημα του συνυπολογισμού στους ιδίους υπηκόους του που τελούν υπό τις αυτές περιστάσεις.»
Full & Egal Universal Law Academy