Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Με τους κανονισμούς (ΕΟΚ) 3508/92 του Συμβουλίου και 3887/92 της Επιτροπής θεσπίστηκε ένας μηχανισμός ελέγχου των προϋποθέσεων για τη χορήγηση των ενισχύσεων και των πριμοδοτήσεων στον τομέα της κοινής γεωργικής πολιτικής. Σύμφωνα με τον μηχανισμό αυτόν, οι αιτήσεις ενισχύσεων πρέπει να περιέχουν διάφορα στοιχεία που είναι αναγκαία για τον χειρισμό των αιτήσεων αυτών από τις αρμόδιες αρχές. Ο έλεγχος της ακρίβειας των παρεχομένων στοιχείων μπορεί να οδηγήσει, σε περίπτωση πταίσματος του κατόχου της εκμεταλλεύσεως ο οποίος υποβάλλει τη δήλωση, στην εφαρμογή κυρώσεων που αποσκοπών στην πρόληψη και στην καταστολή των παρατυπιών και της απάτης .
2. Το προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε, στην παρούσα υπόθεση, το Bundesverwaltungsgericht αφορά τον καθορισμό των κυρώσεων που μπορούν να επιβληθούν στους κτηνοτρόφους των οποίων οι αιτήσεις ενισχύσεων παρουσιάζουν παρατυπίες. Εν προκειμένω, ο τομέας εφαρμογής των κυρώσεων που προβλέπονται στο άρθρο 10, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 3887/92 εξαρτάται από την ερμηνεία που πρέπει να δοθεί στην πρώτη περίοδο της διατάξεως αυτής.
Ι - Τα πραγματικά περιστατικά και η διαδικασία της κύριας δίκης
3. Η παρούσα διαδικασία προέρχεται από δύο εκκρεμείς ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου υποθέσεις.
4. Η πρώτη υπόθεση αφορά διαφορά μεταξύ του Bezirksregierung Lüneburg και του Η.-Ο. Nehring, κατόχου γεωργικής εκμεταλλεύσεως. Στις 7 Μα_ου 1993, ο Η.-Ο. Nehring ζήτησε τη χορήγηση, για τέσσερα ζώα, της ειδικής πριμοδοτήσεως για αρσενικά βοοειδή. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε με το διττό αιτιολογικό, αφενός, ότι τρία από αυτά είχαν σφαγεί προτού παρέλθει η προθεσμία των δύο εβδομάδων μετά την υποβολή της δηλώσεως περί συμμετοχής, την οποία προβλέπει η εθνική κανονιστική πράξη σχετικά με τις πριμοδοτήσεις για τα βοοειδή και τα αιγοειδή και, αφετέρου, ότι το τέταρτο ζώο δεν είχε το «κατώτατο βάρος σφαγείου».
Μετά την υποβολή ενστάσεως η οποία δεν ευδοκίμησε, ο κάτοχος της εκμεταλλεύσεως άσκησε προσφυγή ενώπιον του Verwaltungsgericht Stade (Γερμανία). Με την απόφασή του της 14ης Δεκεμβρίου 1995, το Verwaltungsgericht Stade δέχθηκε τον λόγο της απορρίψεως μόνον όσον αφορά τον τέταρτο ταύρο, καθόσον ο κάτοχος της εκμεταλλεύσεως δεν είχε, κατά το δικαστήριο, προσκομίσει την απόδειξη ότι το ζώο είχε το κατώτατο βάρος κατά τη σφαγή. Επιπλέον αποφάσισε ότι η απόρριψη αυτή δεν μπορούσε να έχει ως συνέπεια μείωση, βάσει του άρθρου 10, παράγραφος 2, στοιχείο α_, του κανονισμού 3887/92, της πριμοδοτήσεως που είχε ζητηθεί για τα τρία άλλα ζώα.
Το Bezirksregierung Lüneburg άσκησε έφεση ενώπιον του Niedersächsisches Oberverwaltungsgericht (Γερμανία). Δεδομένου ότι η έφεσή του απορρίφθηκε με απόφαση της 11ης Φεβρουαρίου 1999, άσκησε αναίρεση ενώπιον του Bundesverwaltungsgericht (Γερμανία).
5. Η δεύτερη υπόθεση αφορά διαφορά μεταξύ του Land Baden-Würtemberg και ενός άλλου κατόχου γεωργικής εκμεταλλεύσεως, του G. Schilling. Στις 14 Μα_ου 1993, ο G. Schilling ζήτησε τη χορήγηση της ειδικής πριμοδοτήσεως για τα αρσενικά βοοειδή, όσον αφορά 23 ζώα τα οποία είχαν ήδη σφαγεί τον Ιανουάριο του ιδίου έτους, καθώς και για τέσσερις ταύρους, οι οποίοι επωλήθησαν στις 14 Απριλίου 1993 για να εξαχθούν στην Ιταλία. Η αρμόδια αρχή απέρριψε την υποβληθείσα αίτηση όσον αφορά τα εξαχθέντα ζώα, με το αιτιολογικό ότι η αίτηση πριμοδοτήσεως δεν είχε υποβληθεί τρεις μέρες πριν από την αναχώρηση των ζώων. Για τον ίδιο λόγο, μείωσε κατά 40 % τη συνολική πριμοδότηση που χορηγήθηκε για τα λοιπά ζώα, αναφερόμενη στο άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχείο α_, του κανονισμού 3887/92.
Το Verwaltungsgericht (Γερμανία), ενώπιον του οποίου άσκησε προσφυγή ο κάτοχος της εκμεταλλεύσεως, αποφάσισε ότι ορθώς είχε απορριφθεί η αίτηση πριμοδοτήσεως για τα εξαχθέντα ζώα, αλλ' ότι το γεγονός αυτό δεν δικαιολογούσε πρόσθετη μείωση της πριμοδοτήσεως όσον αφορά τα λοιπά ζώα. Δεδομένου ότι το Verwaltungsgerichtshof Baden-Würtemberg (Γερμανία) εξέδωσε επιβεβαιωτική απόφαση, το Land Baden-Würtemberg άσκησε αναίρεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Bundesverwaltungsgericht.
ΙΙ - Το νομικό πλαίσιο
6. Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3508/92 θέσπισε ένα ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης και ελέγχου σχετικά με ορισμένα καθεστώτα κοινοτικών ενισχύσεων που χορηγούνται στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής.
7. Ο κανονισμός 3887/92 διευκρινίζει τον τρόπο εφαρμογής του συστήματος αυτού, ιδίως όσον αφορά τις αιτήσεις ενισχύσεων που πρέπει να υποβάλλουν οι κάτοχοι των εκμεταλλεύσεων, τους ελέγχους που προορίζονται για την εξακρίβωση της τηρήσεως των προϋποθέσεων για τη χορήγηση των ενισχύσεων και τις κυρώσεις για τη μη τήρηση των προϋποθέσεων αυτών.
8. Οι κανονισμοί αυτοί εφαρμόζονται κυρίως στις ενισχύσεις που χορηγούνται στους παραγωγούς βοείου κρέατος και οι οποίες προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΟΚ) 805/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος , ο οποίος τροποποιήθηκε επανειλημμένως και, μεταξύ αυτών, στην ειδική πριμοδότηση για τα αρσενικά βοοειδή που προβλέπεται στο άρθρο 4β του εν λόγω κανονισμού.
9. Το άρθρο 10, παράγραφος 2, του κανονισμού 3887/92 περιγράφει τις κυρώσεις που επιβάλλονται στον κάτοχο της εκμεταλλεύσεως του οποίου η αίτηση ενισχύσεως περιλαμβάνει αριθμό δηλωθέντων ζώων μεγαλύτερο από τον αριθμό των ζώων που διαπιστώθηκαν κατά τον έλεγχο. Η διάταξη αυτή έχει ως εξής:
«Όταν διαπιστωθεί ότι ο αριθμός ζώων που έχει δηλωθεί σε μια αίτηση χορήγησης ενίσχυσης υπερβαίνει εκείνον που έχει διαπιστωθεί κατά τη διάρκεια ελέγχου, το ποσό της ενίσχυσης υπολογίζεται βάσει του αριθμού των ζώων που έχουν διαπιστωθεί. Εντούτοις, εκτός από περιπτώσεις ανωτέρας βίας, και αφού εφαρμοσθεί η παράγραφος 5, το μοναδιαίο ποσό της ενίσχυσης μειώνεται:
α) στις περιπτώσεις μιας αίτησης που αφορά κατά μέγιστο 20 ζώα, το μοναδιαίο ποσό της ενίσχυσης μειώνεται:
- κατά το ποσοστό που αντιστοιχεί στο διαπιστωθέν πλεόνασμα όταν αυτό είναι μικρότερο ή ίσο με 2 ζώα,
- κατά το διπλάσιο ποσοστό που αντιστοιχεί στο διαπιστωθέν πλεόνασμα όταν αυτό είναι μεγαλύτερο από 2 και μικρότερο ή ίσο με 4 ζώα.
Εάν το πλεόνασμα είναι μεγαλύτερο από 4 ζώα, δεν χορηγείται καμία ενίσχυση·
β) στις άλλες περιπτώσεις,
- κατά το ποσοστό που αντιστοιχεί στο πλεόνασμα, όταν αυτό είναι μικρότερο ή ίσο με το 5 %,
- κατά το 20 % εφόσον το διαπιστωθέν πλεόνασμα είναι μεγαλύτερο από το 5 % και ίσο ή μικρότερο από το 10 %,
- κατά 40 % εφόσον το διαπιστωθέν πλεόνασμα υπερβαίνει το 10 % και είναι ίσο ή μικρότερο από το 20 %.
Στην περίπτωση που το διαπιστωθέν πλεόνασμα υπερβαίνει κατά 20 %, τότε δεν χορηγείται καμία ενίσχυση.
Τα ποσοστά που αναφέρονται στο στοιχείο α_ υπολογίζονται με βάση τον αιτηθέντα αριθμό, αυτά που αναφέρονται στο στοιχείο β_, με βάση τον καθορισθέντα αριθμό.
Εντούτοις, εφόσον πρόκειται για, εσκεμμένα ή λόγω σαβαρής αμέλειας, ψευδή δήλωση:
- ο εν λόγω κάτοχος της εκμετάλλευσης δεν δύναται να επωφεληθεί του συγκεκριμένου καθεστώτος χορήγησης ενίσχυσης, στα πλαίσια του εν λόγω ημερολογιακού έτους,
και
- σε περίπτωση ψευδούς δήλωσης που έγινε εσκεμμένα, δεν δύναται να επωφεληθεί από το ίδιο καθεστώς χορήγησης ενίσχυσης, στα πλαίσια του επομένου ημερολογιακού έτους.
Εφόσον ο παραγωγός δεν κατέστη δυνατόν να εκπληρώσει την υποχρέωσή του σχετικά με την υποχρεωτική κατοχή των ζώων, λόγω ανωτέρας βίας, το δικαίωμα πριμοδότησης διατηρείται για τον αριθμό των ζώων που ήταν πράγματι επιλέξιμα κατά τη στιγμή που προέκυψαν λόγοι ανωτέρας βίας.
Σε καμία περίπτωση, δεν χορηγούνται πριμοδοτήσεις για αριθμό ζώων μεγαλύτερο από τον αναγραφόμενο στην αίτηση ενίσχυσης.
Για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής λαμβάνονται υπόψη χωριστά τα ζώα που μπορούν να επωφεληθούν από διαφορετική πριμοδότηση.»
Η διάταξη αυτή τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1648/95 . Έτσι, στο άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχείο β_, της διατάξεως αυτής, η δεύτερη και η τρίτη περίπτωση αντικαταστάθηκαν από το ακόλουθο κείμενο:
«- κατά το διπλάσιο ποσοστό, εάν η διαφορά είναι μεγαλύτερη από 5 % αλλά μέχρι 20 % κατ' ανώτατο όριο.»
Επιπλέον, το ακόλουθο εδάφιο προστέθηκε πριν από το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 10, παράγραφος 2:
«Εάν η αντισταθμιστική αποζημίωση που προβλέπεται από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2328/91 υπολογίζεται με βάση το αριθμό των ζώων, ο καθορισμός του αριθμού των παρόντων ζώων και οι κυρώσεις που προβλέπονται ανωτέρω εφαρμόζονται με βάση τον αριθμό των ζώων που αντιστοιχούν στον αριθμό των δηλωθέντων και διαπιστωθέντων ζώων.»
ΙΙΙ - Το προδικαστικό ερώτημα
10. Το Bundesverwaltungsgericht, ενώπιον του οποίου ασκήθηκαν δύο αναιρέσεις, διερωτήθηκε σχετικά με το δικαίωμα των αρμοδίων αρχών να μειώνουν το ποσό των αιτηθεισών ενισχύσεων με το αιτιολογικό ότι ορισμένα δηλωθέντα ζώα δεν πληρούν τις προϋποθέσεις χορηγήσεως της ενισχύσεως. Θεωρώντας ότι η λύση των διαφορών της κύριας δίκης εξαρτάται από την ερμηνεία του κανονισμού 3887/92, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1648/95, το αιτούν δικαστήριο υπέβαλε το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«ρέπει να μειώνεται το μοναδιαίο ποσό της ενίσχυσης, σύμφωνα με το άρθρο 10, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, ακόμα και στην περίπτωση κατά την οποία το προϋποτιθέμενο στην πρώτη περίοδο πλεόνασμα του αριθμού των δηλωθέντων ζώων σε σχέση με τον αριθμό των ζώων που διαπιστώθηκε κατά τον έλεγχο δεν οφείλεται σε ψευδή δήλωση του αιτούντος, αλλά στο γεγονός ότι η αρχή θεωρεί ότι, για ορισμένα ζώα, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για τη χορήγηση της πριμοδοτήσεως;»
IV - Επί του άρθρου 10, παράγραφος 2, του κανονισμού 3887/92
11. Με το ερώτημα αυτό, το Bundesverwaltungsgericht ερωτά, κατ' ουσίαν, αν το άρθρο 10, παράγραφος 2, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 3887/92 έχει την έννοια ότι η έκφραση «[των ζώων που έχουν] διαπιστωθεί κατά τη διάρκεια ελέγχου» αφορά τα ζώα που πληρούν τις προϋποθέσεις χορηγήσεως των ενισχύσεων, οπότε η μείωση του μοναδιαίου ποσού της ενισχύσεως που προβλέπει η δεύτερη περίοδος του άρθρου αυτού πρέπει να πραγματοποιείται, υπό τις προϋποθέσεις που αυτό επιβάλλει, εφόσον, μεταξύ των ζώων που δήλωσε ο κάτοχος γεωργικής εκμεταλλεύσεως, ορισμένα δεν πληρούν τις εν λόγω προϋποθέσεις.
12. Το αιτούν δικαστήριο επιθυμεί να γνωρίζει αν η ενίσχυση μπορεί να μειωθεί σε περίπτωση που ο γεωργός περιέλαβε στην αίτησή του περί καταβολής ενισχύσεων μη επιλέξιμα ζώα, χωρίς ωστόσο να υποβάλει ψευδή κατά κυριολεξία δήλωση, όπως εκείνη που θα περιελάμβανε μεγαλύτερο αριθμό από εκείνον των πράγματι υπαρχόντων ζώων.
13. Υπενθυμίζω ότι το άρθρο 10, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού 3887/92 προβλέπει ότι η χορηγηθείσα ενίσχυση μπορεί να μειωθεί, υπό ορισμένες περιστάσεις, και καθορίζει τη διαδικασία της μείωσης αυτής.
14. Η πρώτη περίοδος του κειμένου αυτού διευκρινίζει τον λόγο από τον οποίο εξαρτάται η μείωση της ενισχύσεως: η μείωση αυτή επέρχεται όταν «ο αριθμός των ζώων που έχει δηλωθεί σε μία αίτηση χορηγήσεως ενίσχυσης υπερβαίνει εκείνον που έχει διαπιστωθεί κατά τη διάρκεια ελέγχου». Η δεύτερη περίοδος και τα εδάφια που ακολουθούν περιγράφουν τους διάφορους τρόπους υπολογισμού των μειώσεων που εφαρμόζονται ανάλογα με τον αριθμό των ζώων που αφορά η αίτηση, καθώς και ανάλογα με το μέγεθος της διαπιστωθείσας παρατυπίας.
15. Εν προκειμένω, δεν τίθεται θέμα ερμηνείας της δεύτερης περιόδου και των επομένων εδαφίων του άρθρου 10, παράγραφος 2, του κανονισμού 3887/92, καθόσον το προδικαστικό ερώτημα δεν αφορά την αξιολόγηση του επιπέδου των μειώσεων.
16. Αντιθέτως, το αιτούν δικαστήριο το ενδιαφέρει ο λόγος της μειώσεως της ενισχύσεως. Ναι μεν η έννοια «ζώα που έχουν δηλωθεί» δεν παρουσιάζει ιδιαίτερο πρόβλημα, πλην όμως πρέπει να τεθεί το ερώτημα περί του τι πρέπει να νοείται ως «ζώα που έχουν διαπιστωθεί».
17. Είναι γνωστό ότι η μέθοδος ερμηνείας που κατά παράδοση χρησιμοποιεί το Δικαστήριο συνδυάζει, γενικώς, τη γραμματική και την τελεολογική μέθοδο. Το κείμενο ερμηνεύεται συνήθως με βάση τόσο το γράμμα του όσο και τον σκοπό που του έθεσε ο κοινοτικός νομοθέτης.
18. Εν προκειμένω, οι δυσχέρειες ερμηνείας του άρθρου 10, παράγραφος 2, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 3887/92 είναι πραγματικές και εξηγούνται, κατά τη γνώμη μου, από τη διάσταση που υφίσταται μεταξύ του σκοπού και του γράμματος του κανονισμού.
19. Αν σταθούμε στο γράμμα, που είναι πανομοιότυπο σε όλες τις γλωσσικές αποδόσεις, η ενίσχυση πρέπει να μειώνεται οσάκις η αρμόδια αρχή διαπιστώνει ότι ο αριθμός των δηλωθέντων υπερβαίνει τον αριθμό των διαπιστωθέντων ζώων.
Ο «αριθμός των ζώων που έχει διαπιστωθεί» πρέπει να θεωρηθεί ότι σημαίνει, κατά τη γνώμη μου, τα «καταμετρηθέντα ζώα». Έτσι, το κείμενο πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιβάλλει τη μείωση της ενισχύσεως όταν από τον έλεγχο προκύπτει ότι ο αριθμός των δηλωθέντων από τον κάτοχο της εκμεταλλεύσεως ζώων υπερβαίνει τα ζώα που κατέγραψαν οι αρμόδιες αρχές στο πλαίσιο της εκμεταλλεύσεως. Η ερμηνεία αυτή, υπό αυστηρά «αριθμητική» έννοια, του κειμένου επιφυλλάσσει τις περιπτώσεις μειώσεως της ενισχύσεως για τους κατόχους εκμεταλλεύσεων οι οποίοι υπέβαλαν αίτηση ενισχύσεων για ζώα τα οποία δεν έχουν ή δεν έχουν πλέον.
20. Ένας από τους κύριους σκοπούς του κανονισμού 3887/92 συνίσταται στον αποτελεσματικό έλεγχο της τηρήσεως των διατάξεων περί κοινοτικών ενισχύσεων . ρος τούτο, ο κοινοτικός νομοθέτης θεώρησε ότι έπρεπε να θεσπίσει διατάξεις αποσκοπούσες στην πρόληψη και την επιβολή κυρώσεων κατά τρόπο αποτελεσματικό για τις παρατυπίες και την απάτη .
21. Ωστόσο, η ερμηνεία που επιβάλλει το κείμενο απέχει πολύ από το να αποτελεί ερμηνεία ευνοούσα τα συμφέροντα της Κοινότητας. Η εν λόγω ερμηνεία περιορίζει στις περιπτώσεις των εσφαλμένων καταμετρήσεων τις συμπεριφορές που μπορούν να οδηγήσουν σε μείωση της ενισχύσεως. Δεν επιτρέπει τη μείωση της ενισχύσεως όταν τα «διαπιστωθέντα ζώα», μολονότι είναι ισάριθμα προς τα «δηλωθέντα ζώα», δεν πληρούν τις προϋποθέσεις χορηγήσεως της ενισχύσεως αυτής. Συνεπώς, το γράμμα του άρθρου 10, παράγραφος 2, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 3887/92 καθιστά δυνατή τη σύλληψη μικρού μόνο μέρους των παρανόμων ή απατηλών πρακτικών, στην εξάλειψη των οποίων αποβλέπει ο εν λόγω κανονισμός.
22. Στην περίπτωση που μας απασχολεί, η παραδοσιακή μέθοδος ερμηνείας δεν μπορεί να μας βοηθήσει για να καθοριστεί αν η ερμηνεία του άρθρου 10, παράγραφος 2, πρώτη περίοδος, του εν λόγω κανονισμού πρέπει να στηριχθεί στο γράμμα της επίδικης διατάξεως ή στον σκοπό του κανονισμού 3887/92.
ροκύπτει συγκεκριμένα ότι, εφόσον πρόκειται για ένα άρθρο του οποίου το περιεχόμενο, χωρίς το παραμικρό διφορούμενο, αντιφάσκει προς τον σκοπό του κανονισμού του οποίου αποτελεί τμήμα, εξίσου σαφώς διατυπωθέντα, η ερμηνεία του με γνώμονα τον σκοπό αυτό είναι μάταιη.
23. Από προσεκτική εξέταση της νομολογίας του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η χαρακτηριζόμενη ως «τελεολογική» ερμηνεία δεν αποτελεί εργαλείο που το Δικαστήριο χρησιμοποιεί σε κάθε περίσταση.
24. Οι διατάξεις του κοινοτικού δικαίου που δεν παρουσιάζουν καμία αμφισημία είναι επαρκείς από μόνες τους. Το Δικαστήριο τις ερμηνεύει με βάση τόσο, τουλάχιστον, το γράμμα τους όσο και τους σκοπούς που επιδιώκει το νομοθέτημα στο οποίο εντάσσονται. Γιατί να ερμηνευθεί ένα σαφές και ακριβές κείμενο και να του προσδοθεί ένα νόημα που προδήλως δεν μπορεί να έχει;
25. Έτσι, για παράδειγμα, το Δικαστήριο έχει τονίσει, στην περίπτωση ενός γεωργικού κανονισμού, ότι η διατύπωση της επίμαχης διατάξεως ήταν «σαφής και μη επιτρέπουσα αμφιβολία», χωρίς να αισθανθεί την ανάγκη να αναφερθεί στον επιδιωκόμενο σκοπό .
26. Η αναφορά στον σκοπό που επιδιώκει το κοινοτικό νομοθέτημα χρησιμοποιείται συχνά για να επιβεβαιωθεί το γράμμα της επίμαχης διατάξεως. Αποσκοπεί στο να ενισχύσει το νόημα μιας διατάξεως η οποία, χωρίς να είναι πάντοτε απολύτως σαφής και μονοσήμαντη, δημιουργεί γενικώς κάποια μικρή αμφιβολία. Στην περίπτωση αυτή, η επίκληση του γράμματος και η επίκληση του σκοπού των κοινοτικών κανόνων επιτελούν συμπληρωματική λειτουργία στην ερμηνευτική διαδικασία .
27. Η τελεολογική ερμηνεία έχει, αντιθέτως, πρωταρχικό ρόλο οσάκις το υπό κρίση νομοθέτημα είναι δυσερμήνευτο με βάση μόνο το γράμμα του. Τούτο συμβαίνει οσάκις η επίδικη διάταξη παρουσιάζει διφορούμενα . Τούτο επίσης συμβαίνει οσάκις η διάταξη συνιστά «τυποποιημένη νομική έννοια», από την οποία προκύπτει η βούληση του νομοθέτη να αφήσει στον δικαστή τη μέριμνα ορισμού του περιεχομένου κατά περίπτωση, για να προβεί σε εφαρμογή προσαρμοσμένη στα πραγματικά περιστατικά που του έχουν υποβληθεί .
28. Εν προκειμένω, όπως προανέφερα, η διάταξη είναι σαφής και ακριβής. Για τον λόγο αυτό, δεν χρειάζεται, από ερμηνευτικής αυστηρώς απόψεως, καμία επιβεβαίωση ούτε καμία διευκρίνιση που θα επέβαλλε την εξέταση του σκοπού που επιδιώκει το νομοθέτημα στο οποίο η διάταξη αυτή εντάσσεται.
29. Για τους ίδιους λόγους, δεν φαίνεται να είναι δυνατό να χρησιμοποιηθεί η έννοια της «πρακτικής αποτελεσματικότητας» που συχνά χρησιμοποιείται στη νομολογία του Δικαστηρίου.
30. Η μέριμνα του Δικαστηρίου να διασφαλίσει την αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου το οδηγεί, οσάκις μια διάταξη του κοινοτικού δικαίου επιδέχεται περισσότερες ερμηνείες, να δώσει την προτεραιότητα σε εκείνη που μπορεί καλύτερα να διαφυλάξει αυτή την πρακτική αποτελεσματικότητα . Η νομολογία αυτή δεν μπορεί συνεπώς να εφαρμοστεί σε μια διάταξη η οποία έχει, όπως εν προκειμένω, τα ήδη αναφερθέντα χαρακτηριστικά της σαφήνειας και της ακρίβειας.
31. Για να λυθεί η αντίφαση αυτή απομένει η χρησιμοποίηση της αρχής που προέρχεται από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία, όταν απαιτείται ερμηνεία ενός νομοθετήματος του παραγώγου κοινοτικού δικαίου, το νομοθέτημα αυτό πρέπει να ερμηνεύεται, κατά το μέτρο του δυνατού, κατά τρόπο σύμφωνο προς τις διατάξεις της Συνθήκης και τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου .
32. ρέπει συνεπώς να προκριθεί η ερμηνεία που είναι περισσότερο σύμφωνη προς την αρχή της ασφαλείας δικαίου, ήτοι εκείνη που επιβάλλει το ίδιο το γράμμα του άρθρου 10, παράγραφος 2, του κανονισμού 3887/92. ρέπει, συγκεκριμένα, να γίνει δεκτό το νόημα που προκύπτει σαφώς από την ανάγνωση του κειμένου, έστω και αν δεν είναι το πιο ευνοϊκό για τα συμφέροντα της Κοινότητας.
33. Είναι γνωστό ότι η αρχή της ασφαλείας δικαίου αποτελεί θεμελιώδη αρχή του κοινοτικού δικαίου . Η αρχή αυτή, που αποτελεί τμήμα της κοινοτικής έννομης τάξεως, απαιτεί η κοινοτική νομοθεσία να είναι σαφής και η εφαρμογή της προβλέψιμη για όλους εκείνους τους οποίους αφορά . Από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει επίσης ότι η αρχή της ασφαλείας δικαίου απαιτεί ιδίως μια κανονιστική ρύθμιση επιβάλλουσα επιβαρύνσεις στον φορολογούμενο να είναι σαφής και ακριβής, προκειμένου αυτός να μπορεί να γνωρίζει χωρίς αμφιβολία τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του και να λαμβάνει τα ανάλογα μέτρα .
34. Η νομολογία αυτή δεν αφορά αποκλειστικά τον φορολογικό και τον τελωνειακό τομέα παρά μόνο φαινομενικά. Η έννοια του «φορολογουμένου» μπορεί, πράγματι, να δημιουργήσει την εντύπωση ότι οι επιβαρύνσεις των οποίων η νομιμότητα είναι αμφίβολη για τον λόγο ότι δεν έχουν σαφώς οριστεί είναι μόνον οι φορολογικές ή τελωνειακές υποχρεώσεις. Τούτο όμως δεν είναι ορθό. Από την προπαρατεθείσα απόφαση National Farmers' Union κ.λπ. προκύπτει ότι οι περιπτώσεις ενδεχόμενης απώλειας δικαιώματος, στον γεωργικό τομέα, κατόπιν ανακριβών δηλώσεων καλύπτονται από την προπαρατεθείσα νομολογία. Αυτή συνεπώς εφαρμόζεται στον τομέα των μειώσεων των γεωργικών πριμοδοτήσεων και στις συνέπειες που έχει για τον κάτοχο της εκμεταλλεύσεως η τήρηση των σχετικών με τη δήλωση υποχρεώσεών του. Όπως και ο φορολογούμενος, υπό στενή έννοια, πρέπει να ενημερώνεται για τις υποχρεώσεις και τις επιβαρύνσεις του προκειμένου να είναι σε θέση να τις εκπληρώσει, ο κάτοχος γεωργικής εκμεταλλεύσεως που έχει ενημερωθεί για τις προϋποθέσεις χορηγήσεως μιας πριμοδοτήσεως πρέπει να γνωρίζει τις συνέπειες της μη τηρήσεως των προϋποθέσεων αυτών.
35. Εν προκειμένω, ο κάτοχος γεωργικής εκμεταλλεύσεως που υποβάλλει αίτηση ενισχύσεως αντιστοιχούσα σε ζώα που δεν πληρούν τις νόμιμες προϋποθέσεις για τη χορήγηση της ενισχύσεως πρέπει να ενημερώνεται για το ότι η συμπεριφορά του τον εκθέτει σε σημαντικές μειώσεις των ενισχύσεων .
36. Συναφώς, το Δικαστήριο θεωρεί ότι η αρχή της νομιμότητας των εγκλημάτων και των ποινών αποτελεί αναπόσταστο τμήμα της αρχής της ασφαλείας δικαίου. Από τις δύο αυτές στενά συνδεόμενες αρχές απορρέει εκείνη που επιβάλλει να μην εφαρμόζεται ο ποινικός νόμος διασταλτικά εις βάρος του διωκομένου προσώπου .
37. Ουδείς αμφισβητεί ότι η άρνηση χορηγήσεως πριμοδοτήσεως στον γεωργικό τομέα, όπως και η μείωση του ποσού της σε αναλογία μεγαλύτερη από τον αριθμό των ζώων που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις χορηγήσεως, δεν συνιστούν κύρωση ποινικής φύσεως.
38. Μια κύρωση όμως, έστω και αν δεν έχει ποινικό χαρακτήρα, δεν μπορεί να επιβάλλεται παρά μόνο αν στηρίζεται σε σαφή και μη διφορούμενη νομική βάση .
39. Δεν πρέπει να μας διαφύγει το μέγεθος των συνεπειών που θα έχει, για τους εμπλεκομένους γεωργούς, η ερμηνεία που θα δοθεί στο άρθρο 10, παράγραφος 2, του κανονισμού 3887/92. Το κείμενο αυτό περιγράφει την κατάσταση στην οποία ο κάτοχος γεωργικής εκμεταλλεύσεως μπορεί ενδεχομένως να υποστεί μειώσεις της αιτηθείσας ενισχύσεως. ροκύπτει όμως ότι, ακόμα και στην περίπτωση κατά την οποία η προβλεπόμενη στο κείμενο μείωση της ενισχύσεως είναι η λιγότερο σημαντική, οι μειώσεις αυτές επηρεάζουν επίσης το ποσό των ενισχύσεων που αντιστοιχούν στα «διαπιστωθέντα ζώα», ήτοι στα ζώα που παρέχουν δικαίωμα επί της καταβολής ενισχύσεως ή, εν πάση περιπτώσει, που θα είχαν επιτρέψει την ολοσχερή καταβολή της αν δεν υπήρχε παρατυπία .
40. Το θεσπισθέν νομικό καθεστώς δεν περιορίζεται συνεπώς στην πρόβλεψη ότι οι διαπραχθείσες παρατυπίες θα έχουν ως συνέπεια τη μη χορήγηση της αιτηθείσας ενισχύσεως. ροβλέπει ότι θα επηρεαστούν και τα κανονικά κτηθέντα δικαιώματα. Είναι σαφές συνεπώς ότι ένας τέτοιος τρόπος αντιμετωπίσεως των παράνομων αιτήσεων αντικατοπτρίζει μια λογική επιβολής κυρώσεων.
41. Κατά συνέπεια, πρέπει να εφαρμοστεί η νομολογία του Δικαστηρίου που αφορά την ερμηνεία των κανόνων του παραγώγου κοινοτικού δικαίου σύμφωνα με τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου.
42. Το περιεχόμενο της αρχής της ασφαλείας δικαίου είναι σαφές, ιδίως όσον αφορά τις ιδιότητες που πρέπει να έχει η νομική βάση της κυρώσεως. Στην προπαρατεθείσα απόφαση Vandemoortele κατά Επιτροπής, η Επιτροπή είχε διενεργήσει κράτηση επί του ποσού που οφειλόταν σε ανάδοχο ως τίμημα για προμήθεια παραδοθείσα στο πλαίσιο επισιτιστικής βοήθειας, λόγω καθυστερημένης παραδόσεως. Η εφαρμοστέα διάταξη του κοινοτικού δικαίου δεν προέβλεπε κράτηση επί του οφειλομένου ποσού, παρά μόνον λόγω μη συμφωνίας προς τις προδιαγραφές του εμπορεύματος ή της συσκευασίας του, οπότε η απόφαση της Επιτροπής ακυρώθηκε.
43. Για να είναι σύμφωνο προς την αρχή της ασφαλείας δικαίου όπως εφαρμόστηκε ανωτέρω, το άρθρο 10, παράγραφος 2, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 3887/92 πρέπει να ερμηνευθεί σύμφωνα με το γράμμα του. Το σαφές και χωρίς διφορούμενα νόημα του κειμένου πρέπει να υπερισχύσει σε σχέση με εκείνο που θα έτεινε να προαγάγει μια προσέγγιση σύμφωνη προς τον σκοπό του κανονισμού, αλλά απολύτως ξένη προς το γράμμα του.
44. Οι πρόσφατες ανησυχίες που εξέφρασαν τα κοινοτικά όργανα όσον αφορά την ποιότητα διατύπωσης επιβεβαιώνουν την ανάγκη να υπάρξει μέριμνα ώστε ο κανόνας να έχει σαφή και ακριβή διατύπωση. Η ίδια λογική οδηγεί στο να λαμβάνεται ως βάση το γράμμα των επίδικων διατάξεων οσάκις, όπως εν προκειμένω, το γράμμα αυτό δεν παρουσιάζει διφορούμενα . Άλλως, το επίδικο κείμενο πρέπει να γράφεται εκ νέου, σε περίπτωση που θεωρείται ότι η απόσταση μεταξύ του γράμματός του και του σκοπού που επιδιώκει ο κανονισμός είναι πολύ σημαντική και συνεπώς μπορεί να βλάψει την εφαρμογή του. Τούτο εξάλλου συνέβη όταν, με τον κανονισμό (ΕΚ) 1678/98, η Επιτροπή τροποποίησε το άρθρο 10, παράγραφος 2, του κανονισμού 3887/92, για να το καταστήσει σύμφωνο προς τον σκοποό του τελευταίου αυτού κανονισμού .
ρόταση
45. Κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την ακόλουθη απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το Bundesverwaltungsgericht:
«Το άρθρο 10, παράγραφος 2, πρώτη περίοδος, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3887/92, της 23ης Δεκεμβρίου 1992, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου σχετικά με ορισμένα καθεστώτα κοινοτικών ενισχύσεων, έχει την έννοια ότι η έκφραση "ζώα που έχουν διαπιστωθεί κατά τη διάρκεια ελέγχου" σημαίνει τα ζώα που καταμετρήθηκαν κατά τον έλεγχο και όχι τα ζώα που πληρούν τις προϋποθέσεις χορηγήσεως των ενισχύσεων, οπότε η μείωση του μοναδιαίου ποσού της ενισχύσεως που προβλέπεται στη δεύτερη περίοδο του άρθρου αυτού δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί παρά μόνο στην περίπτωση κατά την οποία ο αριθμός των ζώων που δήλωσε ο κάτοχος της γεωργικής εκμεταλλεύσεως υπερβαίνει τον αριθμό των ζώων που διαπιστώθηκε κατά τον έλεγχο.»
Full & Egal Universal Law Academy