Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Μπορεί ένα τριμμένο τυρί του οποίου απαγορεύεται η πώληση στην Ιταλία, υπό την ονομασία parmesan, διότι δεν ανταποκρίνεται στις προδιαγραφές της προστατευόμενης ονομασίας προελεύσεως Parmigiano Reggiano να παράγεται στην Ιταλία με σκοπό την εμπορία του εκτός των συνόρων του κράτους μέλους καταχωρίσεώς του με την επισήμανση parmesan; Αν η απάντηση είναι καταφατική, υπό ποιες προϋποθέσεις επιτρέπεται η εκτός Ιταλίας εμπορία του; Αυτά κατ' ουσίαν είναι τα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Tribunale di Parma (Ιταλία).
2. ροκειμένου να απαντήσει στα ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου το Δικαστήριο πρέπει να διευκρινίσει τις προϋποθέσεις εφαρμογής του εξαιρετικού και μεταβατικού συστήματος που προβλέπει το άρθρο 13, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2081/92 του Συμβουλίου .
Ι - Νομοθετικό πλαίσιο
3. Με τον κανονισμό θεσπίζεται νομοθετικό πλαίσιο εφαρμοζόμενο στις ονομασίες προελεύσεως και τις γεωγραφικές ενδείξεις για ορισμένα γεωργικά προϊόντα και ορισμένα τρόφιμα για τα οποία υφίσταται σχέση μεταξύ των χαρακτηριστικών του προϊόντος ή του τροφίμου και της γεωγραφικής του προελεύσεως . ροβλέπει σχετικώς σύστημα καταχωρίσεως σε κοινοτικό επίπεδο των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προελεύσεως. Η καταχώριση που γίνεται σύμφωνα με διαδικασία προβλεπόμενη από τον κανονισμό παρέχει ειδική προστασία στα προϊόντα που αφορά . Εντούτοις, τα άρθρα 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο και 13, παράγραφος 2, του κανονισμού προβλέπουν, αντιστοίχως, μια γενικής φύσεως εξαίρεση και μια προσωρινή παρέκκλιση από το θεσπιζόμενο σύστημα προστασίας.
4. Καίτοι στηρίζεται στο άρθρο 37 ΕΚ, με τον κανονισμό επιδιώκει, επίσης, την επίτευξη σκοπών αναγόμενων στην προστασία των καταναλωτών και την διασφάλιση ίσων όρων .
5. Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού «Η κοινοτική προστασία των ονομασιών προέλευσης και των γεωγραφικών ενδείξεων των γεωργικών προϊόντων και τροφίμων επιτυγχάνεται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό».
6. Στο άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού διευκρινίζεται ότι:
«[...] νοούνται ως:
α) "ονομασία προέλευσης": το όνομα μιας περιοχής, ενός συγκεκριμένου τόπου ή, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, μιας χώρας, το οποίο χρησιμοποιείται στην περιγραφή ενός γεωργικού προϊόντος ή ενός τροφίμου:
- που κατάγεται από αυτή την περιοχή, το συγκεκριμένο τόπο ή τη χώρα αυτή
και
- του οποίου η ποιότητα ή τα χαρακτηριστικά οφείλονται κυρίως ή αποκλειστικά στο γεωγραφικό περιβάλλον που περιλαμβάνει τους φυσικούς και ανθρώπινους παράγοντες, και του οποίου η παραγωγή, η μεταποίηση και η επεξεργασία λαμβάνουν χώρα στην οριοθετημένη γεωγραφική περιοχή».
7. Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού, «Οι ονομασίες που έχουν καταστεί κοινές δεν καταχωρούνται.»
8. Στο άρθρο 3, παράγραφος 1, δεύτερο τρίτο και τέταρτο εδάφιο, του κανονισμού, ορίζεται τι πρέπει να νοείται ως «κοινή ονομασία».
9. Οι διαδικασίες καταχωρίσεως των ονομασιών προελεύσεως καθορίζονται στα άρθρα 4 έως 7 και 17 του κανονισμού.
10. Η προβλεπόμενη στα άρθρα 4 έως 7 του κανονισμού διαδικασία, καλείται κοινώς «"συνήθης" διαδικασία», κατ' αντίθεση προς τη διαδικασία του άρθρου 178, την καλούμενη «συνοπτική», η οποία αφορά την καταχώριση ονομασιών ήδη υφισταμένων κατά την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος του κανονισμού. Η «συνοπτική» διαδικασία ακολουθήθηκε στην προκειμένη περίπτωση .
11. Το άρθρο 17 του κανονισμού ορίζει τα ακόλουθα:
«1. Εντός προθεσμίας έξι μηνών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού, τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή ποιες από τις νομίμως προστατευόμενες ονομασίες τους ή, στα κράτη μέλη που δεν υπάρχει σύστημα προστασίας, ποιες από τις ονομασίες που έχουν καθιερωθεί με τη χρήση, επιθυμούν να καταχωρήσουν δυνάμει του παρόντος κανονισμού.
2. Η Επιτροπή καταχωρεί, με τη διαδικασία του άρθρου 15 , τις ονομασίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 οι οποίες συμφωνούν με τα άρθρα 2 και 4. Το άρθρο 7 δεν εφαρμόζεται . Ωστόσο, οι κοινές ονομασίες δεν καταχωρούνται.
3. Τα κράτη μέλη μπορούν να διατηρούν την εθνική προστασία των ονομασιών που ανακοινώνονται σύμφωνα με την παράγραφο 1 μέχρι την ημερομηνία που θα ληφθεί απόφαση για την καταχώρηση.»
12. Η καταχώριση παρέχει σύστημα κοινοτικής προστασίας στις Ο. ράγματι, το άρθρο 13, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού ορίζει σχετικώς τα ακόλουθα:
«1. Οι καταχωρημένες ονομασίες προέλευσης προστατεύονται από:
α) οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση εμπορική χρήση μιας καταχωρημένης ονομασίας για προϊόντα που δεν καλύπτονται από την καταχώρηση, εφόσον τα προϊόντα αυτά είναι συγκρίσιμα με τα προϊόντα που έχουν καταχωρηθεί με την ονομασία αυτή ή εφόσον η χρήση αυτή αποτελεί εκμετάλλευση της φήμης της προστατευόμενης ονομασίας·
β) κάθε αντιποίηση, απομίμηση ή υπαινιγμός, ακόμη και αν αναφέρεται η πραγματική καταγωγή του προϊόντος ή εάν η προστατευόμενη ονομασία χρησιμοποιείται σε μετάφραση ή συνοδεύεται από εκφράσεις όπως: 'είδος', "τύπος", "μέθοδος", "τρόπος", "απομίμηση" ή παρόμοιες·
γ) οποιαδήποτε άλλη ψευδή ή απατηλή ένδειξη τόσο όσον αφορά την προέλευση, την καταγωγή, τη φύση ή τις ουσιαστικές ιδιότητες του προϊόντος, αναγραφόμενη στη συσκευασία ή το περιτύλιγμα, στο διαφημιστικό υλικό ή σε έγγραφα που αφορούν το συγκεκριμένο προϊόν, καθώς και τη χρησιμοποίηση για τη συσκευασία του προϊόντος δοχείου που μπορεί να οδηγήσει σε εσφαλμένη εντύπωση ως προς την καταγωγή του·
δ) οποιαδήποτε άλλη πρακτική ικανή να παραπλανήσει το κοινό όσον αφορά την πραγματική καταγωγή του προϊόντος.
Όταν μια καταχωρημένη ονομασία περιέχει την ονομασία ενός γεωργικού προϊόντος ή τροφίμου που θεωρείται κοινή, η χρήση αυτής της κοινής ονομασίας για το συγκεκριμένο γεωργικό προϊόν ή τρόφιμο δεν θεωρείται ότι αντιτίθεται στα στοιχεία α_ ή β_ του πρώτου εδαφίου.
[...]
3. Οι προστατευόμενες ονομασίες δεν μπορούν να μεταπέσουν σε κοινές.»
13. Εντούτοις, το άρθρο άρθρο 13, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού προσθέτει ότι:
«2. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 στοιχεία α_ και β_, τα κράτη μέλη μπορούν να διατηρήσουν εθνικά μέτρα που επιτρέπουν τη χρησιμοποίηση των ονομασιών που έχουν καταχωρηθεί δυνάμει του άρθρου 17, για μια πενταετία, κατ' ανώτατο όριο, από την ημερομηνία δημοσιεύσεως της καταχωρήσεως, εφόσον:
- τα προϊόντα είχαν διατεθεί νομίμως με τις ονομασίες αυτές στο εμπόριο επί πενταετία τουλάχιστον, προ της δημοσιεύσεως του παρόντος κανονισμού,
- οι επιχειρήσεις εμπορεύονται νομίμως τα εν λόγω προϊόντα με συνεχή χρησιμοποίηση των ονομασιών κατά την περίοδο που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο,
- από τη σήμανση προκύπτει σαφώς η πραγματική καταγωγή του προϊόντος.
Εντούτοις, η παρέκκλιση αυτή δεν μπορεί να οδηγήσει στην ελεύθερη εμπορία των προϊόντων στο έδαφος κράτους μέλους στο οποίο οι ονομασίες αυτές έχουν απαγορευθεί.»
14. Η Ιταλική Δημοκρατία ζήτησε την καταχώριση της ονομασίας Parmigiano Reggiano, βάσει του άρθρου 17 του κανονισμού. Η Επιτροπή περιέλαβε την ονομασία αυτή στις Ο που απαριθμούνται στο παράρτημα του κανονισμού (ΕΚ) 1107/96 .
ΙΙ - ραγματικά περιστατικά και διαδικασία
15. Από τη δικογραφία συνάγεται ότι η επιχείρηση Nuova Castelli SpA της Reggio Emilia , της οποίας ο D. Bigi είναι νόμιμος εκπρόσωπος, παράγει στην Ιταλία, από μακρού ήδη χρόνου, τριμμένο τυρί, αφυδατωμένο, παστεριωμένο και σε σκόνη, παραγόμενο από μίγμα πολλών τύπων τυριών διαφορετικών προελεύσεων και προοριζόμενο να διατεθεί στο εμπόριο αποκλειστικώς εκτός Ιταλίας, ιδίως στη Γαλλία. Το τυρί αυτό πωλείται με επισήμανση στην οποία προβάλλεται η ονομασία parmesan, χωρίς πάντως να περιέχει τυρί προερχόμενο από την κοινοτική Ο Parmigiano Reggiano.
16. Στο πλαίσιο της προφορικής διαδικασίας ο συνήγορος του D. Bigi διευκρίνισε ότι η επιχείρηση Castelli διαθέτει πολλές παραγωγικές μονάδες αποκλειστικώς εγκατεστημένες σε ιταλικό έδαφος. Ορισμένες εξ αυτών παράγουν τυρί ανταποκρινόμενο στις προϋποθέσεις της Ο Parmigiano Reggiano, και προοριζόμενο να διατεθεί στο εμπόριο εντός ιταλικού εδάφους, ενώ άλλες, παράγουν τυρί με την επισήμανση parmesan, το οποίο δεν ανταποκρίνεται στις εν λόγω προϋποθέσεις. Εντούτοις, η εμπορία του δεύτερου αυτού τυριού γίνεται αποκλειστικώς στις ξένες αγορές, ιδίως τη γαλλική. Διευκρίνισε, επίσης, ότι η επιχείρηση Castelli διαθέτει στη Γαλλία εγκατάσταση, η οποία περιορίζεται στην εισαγωγή του παραγομένου στην Ιταλία τυριού.
17. Στις 11 Νοεμβρίου 1999 ποσότητα τυριού παραχθέντος από την επιχείρηση Castelli, με την επισήμανση parmesan και προοριζόμενο για εξαγωγή σε άλλα κράτη μέλη κατασχέθηκε στις εγκαταστάσεις μιας μεταφορικής εταιρίας με έδρα την άρμα. Η κατάσχεση του προϊόντος έγινε κατόπιν πρωτοβουλίας του Consorzio, που περιλαμβάνει τους παραγωγούς τυριού με την ονομασία Parmigiano Reggiano και το οποίο παρέστη ως πολιτικός ενάγων στην ποινική δίκη κατά του D. Bigi ενάπιον του Tribunale di Parma.
18. Ο D. Bigi κατηγορήθηκε ότι διέθεσε στο εμπόριο, σε συσκευασίες των 40 g, με σκοπό την πώληση στην ευρωπαϊκή αγορά και, ιδίως, στη Γαλλία, τριμμένου τυριού, αφυδατωμένου, παστεριωμένου και σε σκόνη, παραχθέντος από μίγμα πολλών τύπων τυριών διαφορετικής προελεύσεως, και ότι χρησιμοποίησε στην επισήμανση την ονομασία parmesan, στοιχειοθετώντας με τη συμπεριφορά του αυτή το αδίκημα της απάτης κατά την άσκηση του εμπορίου και της πωλήσεως βιομηχανικών προϊόντων δυναμένων να παραπλανήσουν το κοινό. Κατηγορήθηκε, επίσης, για παραβίαση της απαγορεύσεως χρησιμοποιήσεως «αναγνωρισμένων ονομασιών προελεύσεως και τυπικών ονομασιών, αλλοιώνοντάς τες, ή τροποποιώντας τες μερικώς διά της έμμεσης μάλιστα προσθήκης διορθωτικών όρων όπως τύπος, χρησιμοποίηση, γεύση ή ανάλογη έκφραση» . Την καταστολή των πράξεων αυτών προβλέπουν τα άρθρα 515 και 517 του ιταλικού οινικού Κώδικα καθώς και τα άρθρα 9 και 10 του νόμου 125, της 10ης Απριλίου 1954 .
19. ροκειμένου να αποφύγει τις κυρώσεις ο D. Bigi επικαλέστηκε τις διατάξεις του άρθρου 13, παράγραφος 2, του κανονισμού. Υποστήριξε ότι το άρθρο αυτό αφαιρεί από την Ιταλική Δημοκρατία το δικαίωμα να απαγορεύει στους εγκατεστημένους στην Ιταλία παραγωγούς να παράγουν, υπό την ονομασία parmesan, τυρί μη ανταποκρινόμενο στις προϋποθέσεις της Ο Parmigiano Reggiano, όταν το τυρί αυτό προορίζεται για εξαγωγή, με σκοπό την εμπορία του σε άλλα κράτη μέλη.
20. Επειδή αμφέβαλε ως προς την ερμηνεία των διατάξεων αυτού του άρθρου και προκειμένου να αποφανθεί επί της υποθέσεως που είχε επιληφθεί, το αιτούν δικαστήριο ζήτησε από το Δικαστήριο απάντηση σε επτά προδικαστικά ερωτήματα που έχουν ως εξής:
«1) Έχει το άρθρο 13, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2081/92 [όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΚ) 535/97] την έννοια ότι δεν απαιτεί κανένα επίσημο μέτρο, κανονιστικής ή διοικητικής φύσεως, εκ μέρους του οικείου κράτους μέλους, ώστε να επιτραπεί η χρήση στο έδαφός του ονομασιών δυναμένων να οδηγήσουν σε σύγχυση ως προς εκείνες που έχουν καταχωριστεί κατά την έννοια του άρθρου 17 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2081/92;
2) Επομένως, για να επιτραπεί η χρήση των ως άνω ονομασιών στο έδαφος του ενδιαφερομένου κράτους μέλους αρκεί η μη εναντίωση προς τη χρήση αυτή εκ μέρους του προαναφερθέντος κράτους μέλους;
3) Η μη εναντίωση του κράτους μέλους, στο έδαφος του οποίου ελέγχεται η χρήση της ονομασίας που δύναται να οδηγήσει σε σύγχυση έναντι εκείνης που καταχωρίστηκε κατά την έννοια του άρθρου 17 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2081/92, νομιμοποιεί τη χρήση της ως άνω ονομασίας εκ μέρους επιχειρήσεως, η έδρα της οποίας βρίσκεται στο έδαφος κράτους μέλους όπου έλαβε χώρα η καταχώριση αν η επιχείρηση αυτή προτίθεται να κάνει χρήση της δυναμένης να προκαλέσει σύγχυση ονομασίας αποκλειστικά επί προϊόντων με προορισμό την πώλησή τους εκτός της χώρας καταχωρίσεως και αποκλειστικά εντός του εδάφους του κράτους μέλους το οποίο δεν εναντιώθηκε στη χρήση της ως άνω ονομασίας;
4) Η πενταετής προθεσμία περί της οποίας το άρθρο 13, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2081/92, σχετικά με τη χρήση προϊόντος η ονομασία του οποίου καταχωρίστηκε στις 12.6.1996 [πρβλ. προαναφερθέντα κανονισμό (ΕΚ) 1107/96], λήγει στις 12.6.2001;
5) Επομένως, επιχείρηση με έδρα σε κράτος μέλος το οποίο ζήτησε την καταχώριση προστατευόμενης ονομασίας προελεύσεως (Ο) βάσει του άρθρου 17 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2081/92, η οποία επιχείρηση έκανε χρήση δυναμένης να προκαλέσει σύγχυση ονομασίας έναντι καταχωρισμένης ονομασίας αδιαλείπτως επί πέντε έτη προ της ενάρξεως ισχύος του ως άνω κανονισμού (ΕΟΚ) 2081/92 (24 Ιουλίου 1993), έχει το δικαίωμα να κάνει χρήση της ονομασίας αυτής προκειμένου να αντιδιαστέλλει προϊόντα που προορίζονται αποκλειστικώς προς πώληση εκτός του κράτους μέλους καταχωρίσεως και μόνο στο έδαφος κράτους μέλους που δεν εναντιώθηκε στη χρήση της ονομασίας αυτής στο οικείο έδαφος;
6) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως επί του πέμπτου ερωτήματος, νομιμοποιείται η επιχείρηση, η έδρα της οποίας βρίσκεται στο κράτος μέλος καταχωρίσεως της Ο, να αντιδιαστέλλει τα προϊόντα της κάνοντας χρήση της δυναμένης να προκαλέσει σύγχυση ονομασίας έναντι της καταχωρισμένης μέχρι τη λήξη του πέμπτου έτους που έπεται της ημερομηνίας καταχωρίσεως της προστατευομένης ονομασίας (12.6.1996), ήτοι μέχρι τις 12.6.2001;
7) Μετά τη λήξη της μνημονευομένης στο έκτο ερώτημα προθεσμίας (12.6.2001), πρέπει να θεωρείται ως απαγορευομένη η χρήση οποιασδήποτε δυναμένης να προκαλέσει σύγχυση ονομασίας έναντι της καταχωρισμένης σε όλα τα κράτη μέλη, εκ μέρους οποιουδήποτε επιχειρηματία ο οποίος δεν νομιμοποιείται ρητώς να κάνει χρήση της καταχωρισμένης, δυνάμει του προαναφερθέντος κανονισμού (ΕΟΚ) 2081/92, ονομασίας;»
ΙΙΙ - Επί του παραδεκτού των προδικαστικών ερωτημάτων
A - Η ένσταση απαραδέκτου που ήγειρε η Γερμανική Κυβέρνηση
21. Η Γερμανική Κυβέρνηση φρονεί ότι η έκβαση της διαφοράς στην κύρια δίκη δεν εξαρτάται από την απάντηση στα προδικαστικά αυτά ερωτήματα, επειδή η ονομασία parmesan είναι «κοινή ονομασία», μη εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής της παρεχομένης με το άρθρο 13 του κανονισμού προστασίας. Κατά συνέπεια, ζητεί από το Δικαστήριο να κρίνει απαράδεκτη την αίτηση του αιτούντος δικαστηρίου ως μη λυσιτελούς, αορίστου και υποθετικής .
22. Το Δικαστήριο απαρεγκλίτως αποφαίνεται ότι, «στο πλαίσιο της προβλεπόμενης από το άρθρο [234 ΕΚ] της Συνθήκης συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων, απόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο, που έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη της μέλλουσας να εκδοθεί δικαστικής αποφάσεως, να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιομορφίες της υποθέσεως, τόσο την αναγκαιότητα μιας προδικαστικής αποφάσεως για την έκδοση της δικής του αποφάσεως όσο και το λυσιτελές των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο. Συνεπώς, εφόσον τα υποβληθέντα ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, το Δικαστήριο υποχρεούται, κατ' αρχήν, να απαντήσει» .
23. «Εντούτοις, το Δικαστήριο έχει επίσης δεχθεί ότι, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, πρέπει να ερευνά τις συνθήκες υπό τις οποίες του έχουν υποβληθεί τα ερωτήματα από τον εθνικό δικαστή, προκειμένου να ελέγξει κατά πόσον είναι αρμόδιο να απαντήσει [...]. Δεν είναι δυνατόν να προβληθεί άρνηση απαντήσεως σε προδικαστικό ερώτημα εθνικού δικαστηρίου παρά μόνον όταν προδήλως προκύπτει ότι η ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου την οποία ζητεί το εθνικό δικαστήριο δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή ακόμα όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά ή νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του υποβλήθηκαν [...]» .
24. Τα ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου αφορούν την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου. ράγματι, ζητείται από το Δικαστήριο να προσδιορίσει το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 13, παράγραφος 2, του κανονισμού. Συνεπώς, το Δικαστήριο υποχρεούται, κατ' αρχήν, να απαντήσει.
25. Εξάλλου, δεν προκύπτει κατά τρόπο πρόδηλο ότι η διαφορά είναι υποθετική ή ότι το Δικαστήριο δεν διαθέτει επαρκή πραγματικά και νομικά στοιχεία ώστε να δώσει χρήσιμη απάντηση στα υποβληθέντα ερωτήματα. Η διαφορά είναι πραγματική και το αντικείμενό της έχει εκτεθεί με ακρίβεια. Η κύρια δίκη αφορά κυρίως τη νομιμότητα ή μη της χρησιμοποιήσεως της ονομασίας parmesan για την παραγωγή, με σκοπό την εμπορία του εκτός Ιταλίας, προϊόντος το οποίο δεν έχει τα χαρακτηριστικά της Ο Parmigiano Reggiano.
26. Αποτελεί, εξάλλου, πάγια νομολογία ότι, «στο πλαίσιο της διαδικασίας συνεργασίας μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου που προβλέπει το άρθρο [234 ΕΚ] της Συνθήκης, απόκειται στο Δικαστήριο να δίνει στο αιτούν δικαστήριο μια χρήσιμη απάντηση που να του παρέχει τη δυνατότητα επιλύσεως της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί» .
«Υπό το πρίσμα αυτό, το Δικαστήριο μπορεί να αναδιατυπώνει τα ερωτήματα που του υποβλήθηκαν ή να εξετάζει αν ένα ερώτημα σχετικό με το κύρος διατάξεως του κοινοτικού δικαίου στηρίζεται σε ορθή ερμηνεία αυτής της διατάξεως» .
27. Αν αντικείμενο της ενστάσεως που προέβαλε η Γερμανική Κυβέρνηση είναι να καταλογίσει στο αιτούν δικαστήριο ότι δεν εφάρμοσε ορθώς το κοινοτικό δίκαιο, επειδή δεν χαρακτήρισε ως «κοινή ονομασία» την ονομασία parmesan, η ένσταση απαραδέκτου είναι αβάσιμη. ράγματι, η εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου στα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς αποτελεί αποκλειστική αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου .
28. Εντούτοις, με την ένσταση που ήγειρε η Γερμανική Κυβέρνηση σκοπεί επίσης να καταγγείλει την εσφαλμένη εκ μέρους του αιτούντος δικαστηρίου ερμηνεία των διατάξεων του κανονισμού των σχετικών με τον ορισμό των εννοιών «κοινή ονομασία» και «Ο», κατά προέκταση δε το λυσιτελές των προδικαστικών ερωγημάτων - ως απόρροια της εσφαλμένης αυτής ερμηνείας.
ράγματι, η Γερμανική Κυβέρνηση φρονεί ότι, επειδή η ονομασία parmesan δεν έχει καταχωριστεί, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της προστασίας την οποία παρέχει το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού στην Ο Parmigiano Reggiano. Εξάλλου, η Γερμανική Κυβέρνηση φρονεί ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού, η ονομασία parmesan δεν μπορεί να καταχωριστεί διότι έχει καταστεί κοινή. Δεδομένου ότι τα υποβληθέντα ερωτήματα αφορούν αποκλειστικώς την ερμηνεία διατάξεων του κανονισμού σχετικών με την προστασία που παρέχεται στις Ο, υποστηρίζει ότι τα ερωτήματα αυτά στηρίζονται σε εσφαλμένη ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου και ότι δεν είναι λυσιτελή για την επίλυση της διαφοράς. Κατά συνέπεια, ζητεί από το Δικαστήριο να επιβεβαιώσει την ερμηνεία που η ίδια δίδει στον κανονισμό και να κρίνει απαράδεκτα τα ερωτήματα.
29. Δεν αμφισβητείται ότι τα ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου δεν είναι ούτε αόριστα ούτε υποθετικά. Κατά συνέπεια, δεν είναι βάσιμο το αίτημα της Γερμανικής Κυβερνήσεως να κριθούν απαράδεκτα.
30. Εντούτοις, είναι εξίσου αναμφισβήτητο ότι τα ερωτήματα αυτά θα ήταν προδήλως άχρηστα για την επίλυση της διαφοράς στην κύρια δίκη αν η ονομασία parmesan δεν ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής της προστασίας που παρέχει το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού στην Ο Parmigiano Reggiano. Συνεπώς, το ζήτημα του απαραδέκτου της προδικαστικής αιτήσεως δεν μπορεί να επιλυθεί αν το Δικαστήριο δεν βεβαιωθεί προηγουμένως ότι το αιτούν δικαστήριο προέβη σε ορθή ερμηνεία του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού. Απαιτείται δηλαδή να εξεταστεί η έκταση της προστασίας που ο κανονισμός παρέχει σε μια σύνθετη ονομασία όπως η Ο Parmigiano Reggiano.
Β - Το προς επίλυση προκαταρκτικό ζήτημα
31. Το μόνο ερμηνευτικό προκαταρκτικό ζήτημα που τίθεται σχετικώς είναι αν ο κανονισμός έχει την έννοια ότι, σε μια περίπτωση όπως αυτής της κύριας δίκης, η επίμαχη ονομασία parmesan μπορεί να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού. Αν η απάντηση είναι καταφατική, τότε σύμφωνα με το άρθρο 13, παράγραφος 3, του κανονισμού, η ονομασία αυτή δεν μπορεί πλέον να καταστεί κοινή. Συνεπώς, τα προδικαστικά ερωτήματα θα έπρεπε να εξεταστούν. ράγματι, σε μια τέτοια περίπτωση, η παράνομη συμπεριφορά του D. Bigi, έναντι του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού, θα μπορούσε να επιτραπεί βάσει των εξαιρετικών διατάξεων του άρθρου 13, παράγραφος 2, του κανονισμού.
32. Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως, τα προδικαστικά ερωτήματα θα έπρεπε να κριθούν απαράδεκτα, χωρίς να απαιτείται να εξεταστεί αν η ονομασία parmesan είναι κοινή ή όχι. Αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Γερμανική Κυβέρνηση, λαμβανομένου υπόψη του νομικού και πραγματικού πλαισίου που εξέθεσε το αιτούν δικαστήριο, η εξέταση του κοινού ή μη χαρακτήρα αυτής της ονομασίας είναι προδήλως αλυσιτελής τόσο για την εκτίμηση του βασίμου της ενστάσεως απαραδέκτου όσο και για την παροχή της δυνατότητας στο αιτούν δικαστήριο να επιλύσει τη διαφορά της οποίας έχει επιληφθεί.
33. ράγματι, αν η ονομασία parmesan θεωρηθεί ως κοινή, δεν μπορεί πλέον να αποτελέσει αντικείμενο προστασίας βάσει του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού και, επομένως, μπορεί να χρησιμοποιείται στο σύνολο του κοινοτικού εδάφους . Συνεπώς, πρέπει να παύσει η δίωξη κατά του D. Bigi.
34. Αν η ονομασία parmesan δεν θεωρηθεί ως κοινή, τότε η Ιταλική Κυβέρνηση δικαιούται να ζητήσει την καταχώρισή της δυνάμει του κανονισμού . Εντούτοις, ακόμα και αν το εν λόγω κράτος μέλος επετύγχανε την αναγνώριση αυτής της ονομασίας ως Ο, η δίωξη κατά του D. Bigi θα παρέμενε επίσης ατελέσφορη. ράγματι, κατ' εφαρμογήν της μη αναδρομικότητας των ποινικών νόμων, οι κατηγορίες που απαγγέλθηκαν κατά του D. Bigi δεν θα μπορούσαν να θεμελιωθούν σε νόμο ο οποίος δεν είχε ακόμα τεθεί σε ισχύ κατά τον χρόνο τελέσεως των πράξεων που του προσάπτονται.
35. Βεβαίως, το αν η ονομασία αυτή είναι κοινή ή όχι δεν στερείται ενδιαφέροντος για τους παραγωγούς τυριού που εμπορεύονται υπό την επισήμανση parmesan τυρί το οποίο δεν ανταποκρίνεται στις προδιαγραφές της Ο Parmigiano Reggiano. Σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού, μια κοινή ονομασία η οποία έχει καταστεί κοινό όνομα ενός γεωργικού προϊόντος ή ενός τροφίμου, δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προστασίας βάσει του κανονισμού, είναι δε δυνατή η χρησιμοποίηση αυτής της ονομασίας στο σύνολο του κοινοτικού εδάφους. Συνεπώς, το ζήτημα αυτό μπορεί να ενδιαφέρει την Ιταλική Κυβέρνηση. Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού, κοινή ονομασία δεν μπορεί να καταχωριστεί. Επομένως, ο καθορισμός του κοινού ή μη χαρακτήρα της ονομασίας parmesan θα παρείχε τη δυνατότητα στην Ιταλική Κυβέρνηση να πληροφορηθεί άμεσα ως προς τη δυνατότητα αποδοχής ή μη αιτήσεώς της για καταχώριση αυτής της ονομασίας.
36. Εντούτοις, λαμβανομένου υπόψη του πραγματικού και νομικού πλαισίου που εξέθεσε το αιτούν δικαστήριο, τα ενδεχόμενα που εξετάστηκαν ανωτέρω είναι καθαρώς υποθετικά.
37. Εξάλλου, δεν απόκειται στο Δικαστήριο να εκτιμήσει τον κοινό ή μη χαρακτήρα μιας ονομασίας, αλλά απλώς να ερμηνεύσει τις διατάξεις του κανονισμού και να καθορίσει τα κριτήρια βάσει των οποίων μπορεί να γίνεται μια τέτοια εκτίμηση.
38. Στην απόφαση της 16ης Μαρτίου 1999, Δανία κ.λπ. κατά Επιτροπής , το Δικαστήριο έκρινε ότι «για να διαπιστωθεί εάν μια ονομασία έχει καταστεί κοινή, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλοι οι παράγοντες, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται υποχρεωτικά εκείνοι που απαριθμούνται ρητά, ήτοι η κατάσταση που υφίσταται στο κράτος μέλος προελεύσεως της ονομασίας και στις περιοχές καταναλώσεως, η κατάσταση που υφίσταται σε άλλα κράτη μέλη και η οικεία εθνική ή κοινοτική νομοθεσία» .
39. Κατά τον κανονισμό, η εκτίμηση του γενικού ή μη χαρακτήρα μιας ονομασίας απόκειται στην αρμοδιότητα της Επιτροπής, η οποία αποφαίνεται κατόπιν διαδικασίας ειδικώς προβλεπόμενης από τον κανονισμό , αφού συγκεντρώσει έγκυρες γνώμες και αφού λάβει υπόψη της πολλά στοιχεία πλήρη και αντιπαρατιθέμενα.
40. Δεδομένου ότι η εκτίμηση του κοινού ή μη χαρακτήρα μιας ονομασίας απόκειται, κατά τον κανονισμό, στην αρμοδιότητα της Επιτροπής , φρονώ ότι δεν απόκειται στο Δικαστήριο να υποκαταστήσει στο ζήτημα αυτό την Επιτροπή. Το έργο του Δικαστηρίου συνίσταται απλώς στην άσκηση ελέγχου της νομιμότητας των αποφάσεων της Επιτροπής (ή του Συμβουλίου ), σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 230 ΕΚ.
41. Εξάλλου, δεν αμφισβητείται, εν προκειμένω, ότι το Δικαστήριο δεν διαθέτει όλα τα στοιχεία που θα του επέτρεπαν λυσιτελώς να κρίσει τον γενικό ή μη χαρακτήρα της ονομασίας parmesan. Τα στοιχεία που υπέβαλε στο Δικαστήριο μια μειοψηφία κρατών μελών, κατόπιν γραπτής ερωτήσεως που υποβλήθηκε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, είναι προφανώς ανεπαρκή. ράγματι, τα δυνάμενα να χρησιμοποιηθούν στοιχεία σχετικά με τα σωρευτικώς εφαρμοζόμενα και επιτακτικά κριτήρια τα οποία, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη προκειμένου να καθοριστεί αν μια ονομασία είναι κοινή, παρασχέθηκαν κατά τρόπο ανεπαρκή από τα παρεμβαίνοντα κράτη, όπως επίσης ανεπαρκής ήταν και ο αριθμός των κρατών μελών που παρενέβησαν.
42. Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι η πρότασή μου προς το Δικαστήριο είναι να περιοριστεί, προκαταρκτικώς, στην εξέταση του ζητήματος αν ο κανονισμός έχει την έννοια ότι, σε περίπτωση όπως η παρούσα, η επίμαχη ονομασία parmesan εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της προστασίας που παρέχει το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού στις Ο.
Γ - Απάντηση στο προκαταρκτικό ζήτημα
43. Δεν αμφισβητείται ότι η ονομασία Parmigiano Reggiano έχει καταχωριστεί και απολαμβάνει της προστασίας που παρέχει στις Ο το άρθρο 13, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού.
+
44. Κατά τις διατάξεις αυτού του άρθρου η ονομασία Parmigiano Reggiano προστατεύεται, μεταξύ άλλων, έναντι παντός είδους εμπορικής χρησιμοποιήσεως για προϊόντα μη καλυπτόμενα από την καταχώριση, καθόσον διά της χρησιμοποιήσεως αυτής γίνεται εκμετάλλευση της φήμης του τυριού Parmigiano Reggiano. Εξάλλου, απαγορεύεται η αντιποίηση, απομίμηση ή και η απλή επίκληση της καταχωρισμένης αυτής ονομασίας ή της μεταφράσεώς της προς επισήμανση προϊόντος μη καλυπτόμενου από την καταχώριση. Σύμφωνα, δηλαδή, με τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 13, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχεία α_ και β_, του κανονισμού, η καταχώριση της ονομασίας προελεύσεως Parmigiano Reggiano απαγορεύει την εμπορική χρήση αυτής της ονομασίας και της μεταφράσεώς της προς επισήμανση προϊόντων τα οποία δεν ανταποκρίνονται στις προδιαγραφές που πρέπει να πληρούν τα καλυπτόμενα από την καταχώριση προϊόντα.
45. Συνεπώς, το προαναφερθέν προκαταρκτικό ζήτημα συνίσταται στο αν ο όρος parmesan πρέπει να θεωρηθεί ως μετάφραση της σύνθετης ονομασίας Parmigiano Reggiano, η οποία αποτελεί το αντικείμενο της καταχωρίσεως.
46. Κατά το αιτούν δικαστήριο, η απάντηση στο ζήτημα αυτό είναι ασφαλώς καταφατική, καθόσον ο όρος parmesan συνιστά κατά λέξη μετάφραση της ονομασίας Parmigiano Reggiano. Το αιτούν δικαστήριο συμπεραίνει ότι το προβλεπόμενο από τον κανονισμό σύστημα προστασίας της Ο Parmigiano Reggiano εκτείνεται και στην ονομασία parmesan .
47. Με την άποψη αυτή συμφωνούν οι κυβερνήσεις της Ιταλίας, της Ελλάδας, της ορτογαλίας και της Γαλλίας καθώς και η Επιτροπή και οι διάδικοι στην κύρια δίκη.
48. Οι κυβερνήσεις της Γερμανίας και της Αυστρίας διαφωνούν με την άποψη αυτή. Υποστηρίζουν ότι ο όρος parmesan δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μετάφραση της Ο Parmigiano Reggiano, αλλά ως έχων αυτοτελή σημασία και χρησιμοποιούμενος ως κοινή ονομασία του προϊόντος. Οι Γερμανοί και οι Αυστριακοί καταναλωτές με τον όρο parmesan αντιλαμβάνονται ένα τυρί τριμμένο ή προοριζόμενο για τρίψιμο, το οποίο συνοδεύει ορισμένα εδέσματα. Ο όρος parmesan δεν υποδηλώνει τυρί προερχόμενο από την περιοχή της άρμας ή, γενικότερα, από την Ιταλία. Αντιθέτως, ως Parmigiano Reggiano οι Γερμανοί καταναλωτές αντιλαμβάνονται ένα τύπο parmesan, ειδικής ποιότητας, ιταλικής προελεύσεως, με γεύση αρωματική, από έντονη ως πικάντικη, το οποίο χρειάζεται ορισμένη περίοδο οριμάνσεως (τουλάχιστον δωδεκάμηνη).
49. Δεν αμφισβητείται ότι ο όρος parmesan αποτελεί κατά λέξη μετάφραση σε πολλές γλώσσες - ιδίως στη γερμανική, την αγγλική και τη γαλλική - του ιταλικου όρου Parmigiano, μεμονωμένως λαμβανόμενου. Εξάλλου, κατά την πλειοψηφία των κυβερνήσεων που παρενέβησαν, πλην των κυβερνήσεων της Γερμανίας και της Αυστρίας, υποδηλώνει, ως μετάφραση, τη σύνθετη ονομασία προελεύσεως Parmigiano Reggiano.
50. Κατά τη δική μου γνώμη επίσης ο όρος parmesan αποτελεί μετάφραση της σύνθετης ονομασίας Parmigiano Reggiano. Θεωρώ εξάλλου ότι πέραν της κατά λέξη μεταφράσεως αυτής της καταχωρισμένης ονομασίας, η λέξη parmesan συνιστά την πιστή της μετάφραση, υπό την έννοια ότι εκφράζει την ιστορική, πολιτιστική, νομική και οικονομική πραγματικότητα που υποδηλώνει η καταχωρισμένη ονομασία και το προϊόν που καλύπτει η καταχώριση αυτή.
51. Στηριζόμενη σε διάφορες πηγές , η Γαλλική Κυβέρνηση υπογραμμίζει την απόλυση σύμπτωση των όρων parmesan και Parmigiano Reggiano. Κατά την άποψη της κυβερνήσεως αυτής, οι ιστορικές έρευνες που έχουν γίνει σχετικά με το τυρί parmesan και το τυρί Parmigiano Reggiano καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι τα προϊόντα αυτά συγχέονται. Διαγράφοντας την ιστορία αυτού του τυριού με βάση την προαναφερθείσα διδακτορική διατριβή του Malagoli, L., η Γαλλική Κυβέρνηση τονίζει ότι η λέξη Parmigiano αποτελούσε αρχικώς επίθετο παραγόμενο από την πόλη της άρμας στην Emilia-Romana. Αρχικώς, ο όρος parmesan ή Parmigiano υποδηλώνει τους κατοίκους αυτής της πόλεως αλλά και οποιοδήποτε προϊόν παράγεται σ' αυτήν. Ήδη, όμως, από το τον 16ο αιώνα η λέξη Parmigiano σχετίζεται σε διάφορα κείμενα με τη λατινική λέξη caseus (τυρί). Καθώς αυξανόταν η φήμη του τυριού το επίθετο που υποδήλωνε την προέλευσή του άρχισε να χρησιμοποιείται για τη χωρίς αμφιβολία υποδήλωση του ίδιου του τυριού.
52. Το επίθετο Parmigiano δεν υποδηλώνει μόνο προέλευση από τη γεωγραφική ζώνη γύρω από την πόλη της άρμας, αλλά υποδηλώνει την ζώνη παραγωγής από την οποία προέρχεται το τυρί parmesan. Η χρησιμοποίηση του όρου Parmigiano συνδέεται άμεσα στο νου του Ευρωπαίου καταναλωτή με το παραγόμενο σ' αυτή τη ζώνη της Ιταλίας τυρί και όχι με τον κάτοικο της συγκεκριμένης ιταλικής πόλεως . Το επίθετο, δηλαδή, Parmigiano είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένο με το συγκεκριμένο τρόφιμο, δηλαδή το τυρί που παράγεται σε μια συγκεκριμένη ιταλική γεωγραφική ζώνη. Αντιθέτως, ο όρος Reggiano δεν υποδηλώνει ένα συγκεκριμένο γεωργικό προϊόν ή ένα τρόφιμο. Συνεπώς, η χρησιμοποίηση του όρου αυτού μεμονωμένου και ασύνδετου προς τον όρο Parmigiano δεν δημιουργεί σύγχυση στον Ευρωπαίο καταναλωτή με το προϊόν που καλύπτεται από την καταχώριση, δηλαδή με το τυρί Parmigiano. Η χρησιμοποίηση μόνο του όρου Reggiano δεν παρέχει τη δυνατότητα αντλήσεως αδικαιολόγητου οφέλους από τη φήμη του προστατευόμενου προϊόντος, δηλαδή του Parmigiano. Επομένως, ο όρος Parmigiano αποτελεί το ουσιώδες συστατικό της Ο Parmigiano Reggiano.
53. Ο λόγος για τον οποίο η Ιταλική Κυβέρνηση ζήτησε την καταχώριση της σύνθετης ονομασίας Parmigiano Reggiano - και όχι μόνο της ονομασίας Parmigiano - εξηγήθηκε από την Ιταλική Κυβέρνηση και από το Consorzio. Οφείλεται στους ιστορικούς και πολιτιστικούς λόγους που εκτέθηκαν ανωτέρω και στην εθνική οικονομική πραγματικότητα. Το τυρί ονομασίας προελεύσεως Parmigiano δεν παράγεται μόνο στην πόλη της άρμας και στην περιφέρειά της, αλλά και σε μια ευρύτερη γεωγραφική περιοχή, την Reggio nell'Emilia. Για τον λόγο αυτό η Ιταλική Κυβέρνηση ζήτησε την καταχώριση της σύνθετης ονομασίας Parmigiano Reggiano, προκειμένου να παράσχει σε όλους τους παραγωγούς parmesan της γεωγραφικής περιοχής όπου παράγεται αυτό το τυρί τη δυνατότητα να επωφεληθούν από τη νομική προστασία που παρέχει ο κανονισμός στις Ο. Με την καταχώριση αυτή, δηλαδή, η Ιταλική Δημοκρατία συνήγαγε τις συνέπειες μιας εθνικής οικονομικής και πολιτιστικής πραγματικότητας. Με τον τρόπο αυτόν εξασφάλισε τη νομική προστασία των παραγωγών parmesan της γεωγραφικής περιοχής παραγωγής του συγκεκριμένου τυριού, η οποία περιλαμβάνει φυσικά την πόλη της άρμας και τα περίχωρά της, καθώς και την πόλη της Reggio nell'Emilia και τα περίχωρά της. Η σύμπτωση ή η ισοδυναμία των ονομασιών Parmigiano ή parmesan και Parmigiano Reggiano συνιστά τον λόγο για τον οποίο η Ιταλική Κυβέρνηση ζήτησε την καταχώριση αυτής μόνο της «σύνθετης» ονομασίας. Δηλαδή, δεν εξετάστηκε το ενδεχόμενο χωριστής καταχωρίσεως των δύο αυτών ονομασιών, διότι αυτό θα σήμαινε την προστασία δύο διαφορετικών προϊόντων, ενώ πρόκειται για ένα και το ίδιο προϊόν που προέρχεται από μια ειδική περιοχή της Ιταλίας.
54. Επομένως, η ονομασία προελεύσεως Parmigiano Reggiano υποδηλώνει το χαρακτηριστικό τυρί parmesan, προελεύσεως μιας ειδικής περιοχής (της πόλεως της άρμας και των περιχώρων της) και μιας συγκεκριμένης περιοχής (της Reggio nell'Emilia). ρόκειται δηλαδή για προϊόν σχετικά με το οποίο η Επιτροπή αναγνώρισε ότι η ποιότητα και τα χαρακτηριστικά του οφείλονται κυρίως ή αποκλειστικώς στη γεωγραφική ζώνη προελεύσεώς του, η οποία περιλαμβάνει φυσικούς και ανθρώπινους παράγοντες και του οποίου η παραγωγή, μεταποίηση και επεξεργασία γίνεται εντός της καθορισμένης γεωγραφικής περιοχής.
55. Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι οι ονομασίες parmesan και Parmigiano Reggiano είναι ισοδύναμες. Κατά συνέπεια, φρονώ ότι, σε περίπτωση όπως η παρούσα, το άρθρο 13, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχεία α_ και β_, του κανονισμού έχει την έννοια ότι η παρεχόμενη στην Ο Parmigiano Reggiano προστασία εκτείνεται και στην μετάφρασή της, τον όρο parmesan. Σύμφωνα με το άρθρο 13, παράγραφος 3, του κανονισμού, η ονομασία αυτή δεν δύναται πλέον να καταστεί κοινή. Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει την ένσταση απαραδέκτου που ήγειρε η Γερμανική Κυβέρνηση.
IV - Το περιεχόμενο των ερωτημάτων που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο
56. Από το σκεπτικό της διατάξεως παραπομπής προκύπτει ότι το αιτούν δικαστηριο έχει αμφιβολίες ως προς το κατά πόσον συμβιβάζονται ορισμένες διατάξεις της εθνικής του νομοθεσίας με το άρθρο 13, παράγραφος 2, του κανονισμού .
57. Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι η εμπορική χρήση της ονομασίας parmesan, από πολλών ήδη ετών, υπόκειται στην Ιταλία στην τήρηση αυστηρών κανόνων. Στο πλαίσιο αυτό, η ιταλική νομοθεσία απαγορεύει την ελεύθερη εμπορία εντός της Ιταλίας τυριού με την ονομασία parmesan, όταν το προϊόν αυτό δεν ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις για τη χρησιμοποίηση της καταχωρισμένης Ο. Οποιαδήποτε παράβαση αυτού του κανόνα επισύρει ποινικές κυρώσεις τις οποίες προβλέπει ο ιταλικός νόμος του 1954 .
Εξάλλου, η ιταλική νομοθεσία απαγορεύσει στους παραγωγούς και στις εγκατεστημένες στην Ιταλία επιχειρήσεις να παράγουν parmesan μη ανταποκρινόμενη στις προϋποθέσεις της καταχωρισμένης Ο, ακόμα και όταν το επίμαχο προϊόν προορίζεται για εμπορία εντός κρατών μελών που θα μπορούσαν να επικαλεστούν τις διατάξεις του άρθρου 13, παράγραφος 2, του κανονισμού. Το αιτούν δικαστήριο έχει αμφιβολίες ως προς το κατά πόσον συμβιβάζεται η ειδική αυτή διάταξη της ιταλικής νομοθεσίας με το εξαιρετικό σύστημα του άρθρου 13, παράγραφος 2.
58. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό της διατάξεως παραπομπής και από τη διατύπωση ενός τμήματος του τρίτου και πέμπτου ερωτήματος, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί, αρχικώς , αν το άρθρο 13, παράγραφος 2, του κανονισμού έχει την έννοια ότι επιτρέπει σε κράτος μέλος, όταν αυτό ζήτησε να καταχωριστεί μια Ο, να απαγορεύει την εμπορική χρήση αυτής της ονομασίας για προϊόν το οποίο δεν καλύπτεται από την καταχώριση, όμοιο, όμως, προς το καταχωρισμένο υπό την ονομασία αυτή προϊόν, με το αιτιολογικό ότι έχει παραχθεί στο έδαφος του κράτους μέλους καταχωρίσεως, ενώ το επίμαχο προϊόν προορίζεται για εξαγωγή και εμπορία στο έδαφος άλλου κράτους μέλους όπου η ονομασία αυτή θα μπορούσε να κριθεί νόμιμη κατ' εφαρμογήν του εν λόγω άρθρου 13, παράγραφος 2 .
59. Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο αυτό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστούν, με τα επτά ερωτήματά του, οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν προκειμένου να εφαρμοστεί το εξαιρετικό σύστημα του άρθρου 13.
60. Δεδομένου ότι από την αρνητική απάντηση στο πρώτο ερώτημα εξαρτάται η εξέταση των υπολοίπων ερωτημάτων που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο, επιβάλλεται το ερώτημα αυτό να εξεταστεί πρώτο.
V - Οι απαντήσεις στα ερωτήματα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο
61. Η απάντηση στο πρώτο ερώτημα συνίσταται στον καθορισμό του ουσιαστικού πεδίου εφαρμογής του κατά παρέκκλιση συστήματος που προβλέπει το άρθρο 13, παράγραφος 2, του κανονισμού.
62. Το άρθρο 13, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, ορίζει ότι το κατά παρέκκλιση προβλεπόμενο σύστημα εφαρμόζεται «εφόσον τα προϊόντα είχαν εμπορευθεί νόμιμα [...]».
63. Το άρθρο 13, παράγραφος 2, του κανονισμού σκοπεί, σύμφωνα με την τρίτη αιτιολογική σκέψη κανονισμού 535/97, «επειδή πρόκειται για υφιστάμενες ήδη ονομασίες οι οποίες έχουν χρησιμοποιηθεί στα κράτη μέλη [...] για να μη θιγούν οι παραγωγοί [πρέπει] να τους παραχωρηθεί περίοδος προσαρμογής».
64. Οι διατάξεις αυτές επιδέχονται δύο ερμηνείες.
65. Κατά την πρώτη, οι όροι «παραγωγοί» της τρίτης αιτιολογικής σκέψεως του κανονισμού 535/97, και «επιχειρήσεις», του άρθρου 13, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού υπονοούν μόνο τους επιχειρηματίες τους εγκατεστημένους στο έδαφος κρατών μελών που διατηρούν το εθνικό τους σύστημα κατά το οποίο επιτρέπεται η χρησιμοποίηση των ονομασιών που έχουν καταχωριστεί δυνάμει του άρθρου 17 του κανονισμού προς επισήμανση προϊόντων ομοειδών, μη καλυπτομένων από την εν λόγω καταχώριση. Επομένως, οι επιχειρηματίες οι εγκατεστημένοι στο έδαφος του κράτους μέλους καταχωρίσεως εξαιρούνται του πεδίου εφαρμογής του εξαιρετικού συστήματος. Η ερμηνεία αυτή είναι συσταλτική υπό την έννοια ότι περιορίζει το πεδίο εφαρμογής του εξαιρετικού συστήματος σε ορισμένους παραγωγούς ή ορισμένες επιχειρήσεις αυστηρώς καθοριζόμενους. Σε μια τέτοια περίπτωση θα μπορούσε να απαγορευθεί σε επιχείρηση όπως η Castelli, εγκατεστημένη στην Ιταλία, κράτος μέλος καταχωρίσεως της επίμαχης Ο, να παράγει στην Ιταλία parmesan μη σύμφωνη προς την Ο, έστω και αν αυτό το τυρί προορίζεται για εξαγωγή.
66. Κατά τη δεύτερη, οι όροι «επιχειρήσεις» και «παραγωγοί», υπονοούν όλους τους επιχειρηματίες, είτε εγκατεστημένους είτε όχι στο έδαφος του κράτους μέλους καταχωρίσεως, οι οποίοι εμπορεύονται, υπό καταχωρισμένη ονομασία, προϊόντα μη καλυπτόμενα από την καταχώριση, υπό την προϋπόθεση ότι τα προϊόντα αυτά πρόκειται να διατεθούν στο εμπόριο στο έδαφος κράτους μέλους το οποίο διατηρεί το εθνικό του σύστημα κατά το οποίο επιτρέπεται η χρησιμοποίηση ονομασιών που έχουν καταχωριστεί δυνάμει του άρθρου 17 του κανονισμού προς επισήμανση ομοειδών προϊόντων τα οποία δεν καλύπτονται από την εν λόγω καταχώριση. Η ερμηνεία αυτή μπορεί να χαρακτηριστεί ως «διασταλτική». Σε μια τέτοια περίπτωση, δεν θα μπορούσε να επιβληθεί η απαγόρευση σε επιχείρηση όπως η Castelli, εγκατεστημένη στην Ιταλία, κράτος μέλος καταχωρίσεως της επίμαχης Ο, να παράγει parmesan μη σύμφωνη προς την Ο, έστω και αν αυτό το τυρί προορίζεται για εξαγωγή.
67. Κατά την άποψή μου, λαμβανομένου υπόψη του σκοπού του άρθρου 13, παράγραφος 2, του γράμματός του, γενικότερα δε των σκοπών που επιδιώκονται με τον κανονισμό και, τέλος, των διατάξεων του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού, η ερμηνεία που πρέπει να επιλεγεί είναι η συσταλτική ερμηνεία.
68. Σύμφωμα με την τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 535/97, σκοπός του άρθρου 13, παράγραφος 2, του κανονισμού είναι «να μη θιγούν οι παραγωγοί», και προς τούτο πρέπει «να τους παραχωρηθεί περίοδος προσαρμογής».
69. Μόνον οι επιχειρηματίες εκείνοι οι οποίοι είναι εγκατεστημένοι σε κράτος μέλος το οποίο διατηρεί το εθνικό του σύστημα που επιτρέπει τη χρησιμοποίηση καταχωρισμένων δυνάμει του άρθρου 17 του κανονισμού ονομασιών προς επισήμανση ομοειδών προϊόντων μη καλυπτομένων από την καταχώριση αυτή, θα ήταν υποχρεωμένοι να προσαρμόσουν τις δραστηριότητές τους, ειδικότερα δε να τροποποιήσουν τις παραγωγικές τους μονάδες, προκειμένου να συμμορφωθούν προς την κοινοτική νομοθεσία τη σχετική με την προστασία των Ο. Αντιθέτως, οι επιχειρηματίες οι οποίοι είναι εγκατεστημένοι σε κράτος μέλος το οποίο ζήτησε την καταχώριση βάσει του άρθρου 17 του κανονισμού έχουν ήδη υποχρεωθεί να προσαρμόσουν τις δραστηριότητές τους σ' αυτές τις νομικές επιταγές . ράγματι, το άρθρο 17 ρητώς προβλέπει ότι μόνο εκείνα τα κράτη μέλη τα οποία θέσπισαν σύστημα προστασίας των ονομασιών των οποίων ζητούν την καταχώριση μπορούν να στηρίξουν αυτό το αίτημά τους επί του εν λόγω άρθρου. Συνεπώς, η εσωτερική νομοθεσία του κράτους μέλους καταχωρίσεως απαγορεύει την παραγωγή και εμπορία υπό προστατευόμενη ονομασία προϊόντων μη καλυπτομένων από την καταχώριση. Δηλαδή, από την εσωτερική έννομη τάξη του εν λόγω κράτους απέρρεαν, ήδη πριν από τη θέσπιση του κανονισμού, ειδικές συνέπειες για την άσκηση των δραστηριοτήτων τους. αρέλκει, επομένως, «η παραχώρηση περιόδου προσαρμογής» στις εν λόγω οικονομικές μονάδες.
70. Επομένως, η προτεινόμενη συσταλτική ερμηνεία των όρων «παραγωγοί» και «επιχειρήσεις» είναι σύμφωνη προς τον επιδιωκόμενο με το άρθρο 13, παράγραφος 2, του κανονισμού σκοπό.
71. Η συσταλτική αυτή ερμηνεία συνάδει, επίσης, προς τους σκοπούς του κανονισμού που συνίστανται στη διασφάλιση της προστασίας των καταναλωτών και των ίσων όρων του ανταγωνισμού , καθώς και προς το γράμμα του άρθρου 13, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού .
72. Το άρθρο 13, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού ορίζει ότι η, κατ' εξαίρεση, χρησιμοποίηση καταχωρισμένων ονομασιών για την εμπορία προϊόντων τα οποία δεν ανταποκρίνονται στις προδιαγραφές του προϊόντος του καλυπτομένου από την καταχώριση εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι «από την επισήμανση προκύπτει σαφώς η πραγματική καταγωγή του προϊόντος».
73. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η εφαρμογή του εξαιρετικού συστήματος πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να παρέχει στους καταναλωτές τη δυνατότητα ενημερώσεως σχετικά με τη γεωγραφική προέλευση του προϊόντος. Με την ενημέρωση αυτή θα αποτραπεί το ενδεχόμενο παραπλάνησής τους ως προς τις ιδιότητες που προσδοκούν να έχει προϊόν το οποίο διατίθεται στο εμπόριο υπό ονομασία Ο - η οποία δηλαδή περιλαμβάνει ένδειξη συγκεκριμένου τόπου ή περιοχής - καίτοι δεν έχει παραχθεί, μεταποιηθεί και υποστεί επεξεργασία εντός της γεωγραφικής περιοχής της Ο και δεν συγκεντρώνει τα ειδικά χαρακτηριστικά αυτού του προϊόντος το οποίο καλύπτεται με την καταχώριση.
74. Ας μου επιτραπεί να αναφέρω σχετικώς ένα παράδειγμα. Κατά τη διάρκεια αυτής της μεταβατικής περιόδου ισχύος των εξαιρετικών διατάξεων, επιχειρηματίες οι οποίοι νομίμως εμπορεύονται επί βρετανικού εδάφους τυρί υπό την ονομασία parmesan θα μπορούσαν να λάβουν άδεια συνεχίσεως αυτής της δραστηριότητας, υπό την προϋπόθεση ενδείξεως ότι το τυρί προέρχεται από το Ηνωμένο Βασίλειο . Η σύγχυση με το τυρί parmesan που καλύπτεται από την καταχώριση και το οποίο παράγεται στην Ιταλία θα ήταν αδύνατη ή πολύ πιο δυσχερής για τον Βρετανό καταναλωτή.
75. Αν, λοιπόν, γινόταν δεκτή η «διασταλτική» ερμηνεία δεν θα μπορούσε να διασφαλιστεί αποτελεσματικά η προστασία των καταναλωτών.
76. Επανερχόμενος στο παράδειγμα που προανέφερα, σύμφωνα με μια «διασταλτική» ερμηνεία, θα μπορούσε να επιτραπεί σε επιχείρηση όπως η Castelli να πωλεί στο Ηνωμένο Βασίλειο, με την επισήμανση parmesan, τυρί μη ανταποκρινόμενο στις προϋποθέσεις της καταχωρισμένης Ο, αν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 13, παράγραφος 2 . Ιδίως, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, τρίτη περίπτωση, της διατάξεως αυτής, αν από την επισήμανση του διατιθέμενου υπ' αυτόν τον τρόπο στην αγορά προϊόντος «προέκυπτε σαφώς η πραγματική καταγωγή του προϊόντος». Εφόσον το συγκεκριμένο αυτό προϊόν παρήχθη στην άρμα, επιχείρηση όπως η Castelli θα ήταν σύμφωνη προς τις επιταγές της διατάξεως αυτής αν περιελάμβανε τη μνεία αυτή στην επισήμανση.
Συνεπώς, καίτοι σύμφωνη προς τις επιταγές του κανονισμού, η εμπορία αυτού του τυριού από επιχείρηση όπως η επιχείρηση Castelli θα μπορούσε να παραπλανήσει τον μέσο καταναλωτή ως προς τη φύση του προϊόντος που αγοράζει. Η σύγχυση αυτή θα οφείλεται στο γεγονός ότι το διατιθέμενο στο Ηνωμένο Βασίλειο προϊόν εκ μέρους επιχειρήσεως όπως η επιχείρηση Castelli, θα είχε μεν την εμφάνιση του καλυπτομένου από την καταχώριση προϊόντος, χωρίς όμως να ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις της σχετικής με το προϊόν αυτό Ο. ράγματι, μεταξύ ενός τυριού parmesan φέροντος την ένδειξη «παρήχθη στο Ηνωμένο Βασίλειο» και ενός τυριού parmesan φέροντος την ένδειξη «παρήχθη στην άρμα», εύλογο θα ήταν να εκλαμβάνονται τα δύο αυτά τυριά ως διαφορετικά, καίτοι αυτό δεν αληθεύει . Αυτή η εμφάνιση, λοιπόν, θα καθιστούσε εύλογη την παραπλάνηση του Βρετανού καταναλωτή ως προς το είδος τυριού parmesan που αγοράζει . Συνεπώς, δεν θα μπορούσε να διασφαλιστεί η προστασία των καταναλωτών, η οποία συνιστά σκοπό ρητώς επιδιωκόμενο από τον κανονισμό.
77. Η εφαρμογή του εξαιρετικού συστήματος πρέπει, επίσης, να διασφαλίζει τους ίσους όρους ανταγωνισμού μεταξύ των επιχειρηματιών.
78. Η «διασταλτική», όμως, ερμηνεία των όρων «παραγωγοί» και «επιχειρήσεις» δεν παρέχει τη δυνατότητα επιτεύξεως αυτού του σκοπού.
79. Επανέρχομαι στο προηγούμενο παράδειγμά μου για να γίνω σαφέστερος. Βάσει μιας «διασταλτικής» ερμηνείας, επιχείρηση όπως η Castelli θα μπορούσε να λάβει την άδεια να εμπορεύεται, στη βρετανική αγορά, προϊόν μη καλυπτόμενο από την καταχώριση, υπό την καταχωρισμένη ονομασία. Εντούτοις, το γεγονός ότι το τυρί αυτό παρήχθη στο κράτος της καταχωρίσεως δημιουργεί, υπέρ αυτού, στη βρετανική αγορά τις προϋποθέσεις αθέμιτου ανταγωνισμού έναντι των διαφόρων ανταγωνιστών του, όπως οι παραγωγοί του καλυπτόμενου από την καταχώριση προϊόντος και οι παραγωγοί του βρετανικού τυριού parmesan .
ράγματι, μεταξύ ενός τυριού parmesan παραγομένου στην Ιταλία και ενός τυριού parmesan παραγόμενου στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι τιμές των οποίων είναι μάλλον ίδιες, ο μέσος καταναλωτής θα έτεινε να αγοράσει το προερχόμενο από την Ιταλία τυρί, υποθέτοντας ότι αυτό ανταποκρίνεται, σύμφωνα με την επισήμανση, στην Ο. Επομένως, οι επιχειρήσεις αυτές θα αποκόμιζαν αθέμιτο όφελος από τη φήμη της Ο προκειμένου να ανταγωνιστούν τους παραγωγούς ενός παραγόμενου στο Ηνωμένο Βασίλειο προϊόντος το οποίο, εντούτοις, θα ήταν ισοδύναμο .
Ομοίως, μεταξύ ενός καλυπτόμενου από την καταχώριση προϊόντος και ενός προϊόντος το οποίο δεν καλύπτεται από την καταχώριση αυτή, είναι όμως ομοειδές προς το καταχωρισμένο προϊόν, ο Βρετανός καταναλωτής θα έτεινε, επίσης, να αγοράσει το τυρί που έχει την εμφάνιση της Ο, λόγω της μάλλον μικρότερης τιμής του σε σχέση με το καλυπτόμενο από την καταχώριση προϊόν. Στην περίπτωση αυτή, επίσης, οι επιχειρήσεις αυτές, όπως η επιχείρηση Castelli, θα αποκόμισαν αδικαιολογήτως όφελος από τη φήμη της Ο και, με τις μικρότερες τιμές που θα ήταν σε θέση να προσφέρουν, θα μπορούσαν να ανταγωνιστούν κατά τρόπο αθέμιτο τις επιχειρήσεις που παράγουν προϊόν σύμφωνο προς τις προϋποθέσεις της Ο. Εξάλλου, η ακολουθούμενη από επιχειρήσεις, όπως η επιχείρηση για την οποία πρόκειται στην κύρια δίκη, τακτική θα μπορούσε να βλάψει τη φήμη της καταχωρισμένης στην κοινοτική αγορά Ο.
80. Η συσταλτική ερμηνεία επιτρέπει, επίσης, στα κράτη μέλη, που επιθυμούν να προβούν στην καταχώριση ονομασίας Ο, να υπερασπιστούν αποτελεσματικότερα την επιδίωξή τους έναντι κρατών τα οποία υποστηρίζουν ότι η συγκεκριμένη ονομασία έχει καταστεί κοινή.
81. ράγματι, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού, μεταξύ των κριτηρίων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη προκειμένου να καθοριστεί αν μια ονομασία έχει καταστεί κοινή είναι και το κριτήριο «της υφισταμένης καταστάσεως στο κράτος μέλος από το οποίο προέρχεται το όνομα [...]» .
82. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η νομική κατάσταση που επιφυλάσει το εν λόγω κράτος μέλος, εν προκειμένω η Ιταλική Δημοκρατία, σε ονομασία όπως η ονομασία parmesan, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, όπως ακριβώς και οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 3, παράγραφος 1, προκειμένου να καθοριστεί αν η ονομασία αυτή έχει καταστεί κοινή .
83. Εν προκειμένω, η ιταλική έννομη τάξη απαγορεύει την παραγωγή επί ιταλικού εδάφους τυριού parmesan μη ανταποκρινόμενου στις προδιαγραφές της Ο Parmigiano Reggiano. Διά του τρόπου αυτού η Ιταλική Δημοκρατία υποδηλώνει κατά τρόπο σαφή και αναντίρρητο τη θέση που επιφυλάσσει στην εν λόγω ονομασία στο πλαίσιο της ιταλικής εννόμου τάξεως. Υπογραμμίζει, δηλαδή, ότι στην Ιταλία η ονομασία αυτή είναι προστατευόμενη και δεν μπορεί να χρησιμοποιείται προς επισήμανση τυριού μη ανταποκρινόμενου στις προϋποθέσεις της καταχωρισμένης Ο. Επομένως, η ονομασία αυτή δεν μπορεί να καταστεί κοινή.
84. Τέλος, σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου , οποιαδήποτε παρέκκλιση από μια αρχή πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικώς. Δεδομένου ότι το σύστημα που προβλέπει το άρθρο 13, παράγραφος 2, του κανονισμού εισάγει παρέκκλιση από την αρχή της προστασίας των Ο που προβλέπει το άρθρο 13, παράγραφος 1, η εξαίρεση αυτή πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικώς.
85. Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι μόνο η εκ μέρους μου προτεινόμενη συσταλτική ερμηνεία του άρθρου 13, παράγραφος 2, του κανονισμού είναι σύμφωνη προς το γράμμα αυτής της διατάξεως, προς τον σκοπό της, καθώς και προς τους σκοπούς της προστασίας των καταναλωτών και του θεμιτού ανταγωνισμού μεταξύ επιχειρηματιών, τους οποίους επιδιώκει ο κανονισμός. Οι διατάξεις του άρθρου 13, παράγραφος 2, του κανονισμού πρέπει, επομένως, να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι δεν έχουν εφαρμογή σε μια περίπτωση όπως η παρούσα. Επομένως, η επιχείρηση Castelli, ως εγκατεστημένη στο έδαφος του κράτους μέλους καταχωρίσεως της Ο για την οποία πρόκειται στην κύρια δίκη, αποκλείεται, ως εκ τούτου, από το ουσιαστικό πεδίο εφαρμογής του άρθρου 13, παράγραφος 2, του κανονισμού.
86. Επομένως, προτείνω στο πρώτο αυτό ερώτημα να δοθεί η ακόλουθη απάντηση: το άρθρο 13, παράγραφος 2, του κανονισμού έχει την έννοια ότι επιτρέπει σε κράτος μέλος, κατόπιν αιτήσεως του οποίου καταχωρίστηκε μια Ο, να απαγορεύει την εμπορική χρησιμοποίηση αυτής της ονομασίας για προϊόν μη καλυπτόμενο από την καταχώριση, αλλά ομοειδές προς το καταχωρισθέν υπ' αυτήν την ονομασία προϊόν, με το αιτιολογικό ότι έχει παραχθεί στο έδαφος του κράτους μέλους καταχωρίσεως, έστω και αν το επίμαχο προϊόν προορίζεται για αποκλειστική εμπορία εντός του εδάφους άλλου κράτους μέλους όπου η ονομασία αυτή θα μπορούσε να θεωρηθεί νόμιμη κατ' εφαρμογήν του άρθρου 13, παράγραφος 2.
87. Δεδομένης της απαντήσεως στο πρώτο αυτό ερώτημα τα υπόλοιπα ερωτήματα καθίστανται άνευ αντικειμένου.
ρόταση
88. Επομένως, για τους προεκτεθέντες λόγους, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την ακόλουθη απάντηση στα ερωτήματα που υπέβαλε το Tribunale di Parma:
«Το άρθρο 13, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2081/92 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουλίου 1992, για την προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προέλευσης των γεωργικών προϊόντων και των τροφίμων, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (EK) του Συμβουλίου, της 17ης Μαρτίου 1997, έχει την έννοια ότι επιτρέπει σε κράτος μέλος, κατόπιν αιτήσεως του οποίου καταχωρίστηκε μια Ο, να απαγορεύει την εμπορική χρησιμοποίηση αυτής της ονομασίας για προϊόν μη καλυπτόμενο από την καταχώριση, αλλά ομοειδές προς το καταχωρισθέν υπ' αυτήν την ονομασία προϊόν, με το αιτιολογικό ότι έχει παραχθεί στο έδαφος του κράτους μέλους καταχωρίσεως, έστω και αν το επίμαχο προϊόν προορίζεται για αποκλειστική εμπορία εντός του εδάφους άλλου κράτους μέλους όπου η ονομασία αυτή θα μπορούσε να θεωρηθεί νόμιμη κατ' εφαρμογήν του άρθρου 13, παράγραφος 2.»
Full & Egal Universal Law Academy