Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Στην παρούσα υπόθεση το Tribunal Supremo της Ισπανίας ζητεί την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 4, παράγραφος 2, και 9, παράγραφος 2, και του παραρτήματος VII της οδηγίας 97/33/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1997, για τη διασύνδεση στον χώρο των τηλεπικοινωνιών προκειμένου να διασφαλισθεί καθολική υπηρεσία και διαλειτουργικότητα, με εφαρμογή των αρχών παροχής ανοικτού δικτύου (ΟΝΡ) (στο εξής: οδηγία 97/33).
2. Το Tribunal Supremo ερωτά κυρίως αν τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν κανόνες που να υποχρεώνουν ένα δημόσιο φορέα δικτύου τηλεπικοινωνιών που έχει σημαντική ισχύ στην αγορά
- να παρέχει διασύνδεση στα τοπικά κέντρα μεταγωγής και στα κέντρα ανώτερου επιπέδου μεταγωγής και/ή
- να παρέχει πρόσβαση στον τοπικό βρόχο των συνδρομητικών γραμμών.
Η οδηγία 97/33
3. Το ισχύον κοινοτικό νομοθετικό πλαίσιο στον τομέα των τηλεπικοινωνιών συνίσταται κυρίως σε ορισμένες οδηγίες που εξέδωσε για την ελευθέρωση του τομέα αυτού η Επιτροπή βάσει του άρθρου 90 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 86 ΕΚ) και σε οδηγίες εναρμονίσεως που εξέδωσαν το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο βάσει του άρθρου 100 Α της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 95 ΕΚ) .
4. Η δεύτερη κατηγορία οδηγιών αφορά την εναρμόνιση των προϋποθέσεων ανοικτής και αποτελεσματικής προσπέλασης και χρήσης δημόσιων τηλεπικοινωνιακών δικτύων και υπηρεσιών . Οι οδηγίες αυτές αναφέρονται συνοπτικά ως «οδηγίες για την παροχή ανοικτού δικτύου (ONP)» ή ως «πλαίσιο ONP». Η οδηγία 97/33 είναι ίσως το βασικότερο στοιχείο του πλαισίου αυτού.
5. Το άρθρο 1 της οδηγίας 97/33, που επιγράφεται «εδίο εφαρμογής και σκοπός», ορίζει τα εξής:
«Η παρούσα οδηγία θεσπίζει ρυθμιστικό πλαίσιο για τη διασφάλιση, εντός της Κοινότητας, της διασύνδεσης τηλεπικοινωνιακών δικτύων, και ειδικότερα της διαλειτουργικότητας των υπηρεσιών, και προκειμένου να διασφαλισθεί η παροχή καθολικής υπηρεσίας σε περιβάλλον ανοικτών και ανταγωνιστικών αγορών.
Η παρούσα οδηγία αφορά την εναρμόνιση των όρων ανοικτής και αποτελεσματικής διασύνδεσης προς και πρόσβασης σε δημόσια τηλεπικοινωνιακά δίκτυα και τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες προσιτές στο κοινό.»
6. Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο α_, ως «διασύνδεση», νοείται «η υλική και λογική σύνδεση τηλεπικοινωνιακών δικτύων που χρησιμοποιούνται από τον ίδιο ή διαφορετικό οργανισμό προκειμένου να παρέχεται, στους χρήστες ενός οργανισμού, η δυνατότητα να επικοινωνούν με χρήστες του ίδιου ή άλλου οργανισμού ή να έχουν πρόσβαση σε υπηρεσίες που παρέχονται από άλλο οργανισμό. Οι υπηρεσίες μπορούν να παρέχονται από τα ενεχόμενα μέρη ή από άλλα μέρη που έχουν πρόσβαση στο δίκτυο.»
7. Το άρθρο 4, παράγραφος 1, προβλέπει τα εξής:
«Οι οργανισμοί οι οποίοι έχουν την άδεια να παρέχουν δημόσια τηλεπικοινωνιακά δίκτυα ή/και τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες προσιτές στο κοινό, όπως προσδιορίζονται στο παράρτημα ΙΙ, έχουν το δικαίωμα και, όταν ζητείται από οργανισμούς της κατηγορίας αυτής, την υποχρέωση να διαπραγματεύονται διασύνδεση μεταξύ τους [...].»
8. Το παράρτημα ΙΙ αναφέρεται σε τέσσερις κατηγορίες οργανισμών («οργανισμοί του παραρτήματος ΙΙ»), και συγκεκριμένα στους οργανισμούς
- οι οποίοι παρέχουν σταθερά ή/και κινητά δημόσια τηλεπικοινωνιακά δίκτυα ή/και τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες προσιτές στο κοινό και, μέσω αυτού, ελέγχουν τα μέσα πρόσβασης προς ένα ή περισσότερα τερματικά σημεία του δικτύου,
- οι οποίοι παρέχουν μισθωμένες γραμμές στις εγκαταστάσεις των χρηστών,
- οι οποίοι παρέχουν, βάσει αδείας, τηλεπικοινωνιακά κυκλώματα προς τρίτες χώρες,
- οι οποίοι παρέχουν τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες και στους οποίους επιτρέπεται, στην κατηγορία αυτή, να διασυνδέονται βάσει σχετικών εθνικών προγραμμάτων αδειών ή εγκρίσεων.
9. Το άρθρο 4, παράγραφος 2, προβλέπει τα εξής:
«Οι οργανισμοί οι οποίοι έχουν την άδεια να παρέχουν δημόσια τηλεπικοινωνιακά δίκτυα και τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες προσιτές στο κοινό, όπως προσδιορίζεται στο παράρτημα Ι, οι οποίοι έχουν σημαντική ισχύ στην αγορά, πρέπει να ικανοποιούν όλα τα εύλογα αιτήματα για πρόσβαση στο δίκτυο, συμπεριλαμβανομένης της πρόσβασης σε σημεία διαφορετικά από τα τερματικά σημεία του δικτύου που προσφέρονται στην πλειοψηφία των τελικών χρηστών.»
10. Το παράρτημα Ι απαριθμεί τρεις ειδικές κατηγορίες δημόσιων τηλεπικοινωνιακών δικτύων και τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών προσιτών στο κοινό οι οποίες «θεωρούνται ως μείζονας σημασίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο», και συγκεκριμένα το σταθερό δημόσιο τηλεφωνικό δίκτυο και τη σταθερή δημόσια τηλεφωνική υπηρεσία (μέρος 1), την υπηρεσία μισθωμένων γραμμών (μέρος 2) και τα δημόσια δίκτυα κινητής τηλεφωνίας και τις δημόσιες υπηρεσίες κινητής τηλεφωνίας (μέρος 3). Στο εξής θα αναφέρομαι στους οργανισμούς που παρέχουν τέτοια δίκτυα ή τέτοιες υπηρεσίες με τον όρο «οργανισμοί του παραρτήματος Ι».
11. Η έννοια της σημαντικής ισχύος στην αγορά, η οποία χρησιμοποιείται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, ορίζεται στην παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου: ένας οργανισμός θεωρείται κατά κανόνα ότι έχει σημαντική ισχύ στην αγορά όταν διαθέτει μερίδιο άνω του 25 % σε μια συγκεκριμένη τηλεπικοινωνιακή αγορά στη γεωγραφική περιοχή ενός κράτους μέλους εντός του οποίου έχει άδεια λειτουργίας. Ωστόσο, οι αρμόδιες εθνικές ρυθμιστικές αρχές μπορούν να ορίζουν, βάσει εκτιμήσεως οικονομικών δεδομένων, ότι ένας οργανισμός με μερίδιο κάτω του 25 % στη συγκεκριμένη αγορά έχει σημαντική ισχύ στην αγορά ή ότι ένας οργανισμός με μερίδιο αγοράς άνω του ορίου αυτού δεν έχει σημαντική ισχύ στην αγορά.
12. Τα άρθρα 6 έως 8 περιέχουν περαιτέρω ειδικούς κανόνες για τους οργανισμούς του παραρτήματος Ι με σημαντική ισχύ στην αγορά. Για παράδειγμα, οι οργανισμοί του παραρτήματος Ι οι οποίοι παρέχουν σταθερά δημόσια τηλεφωνικά δίκτυα ή τηλεφωνικές υπηρεσίες και έχουν κοινοποιηθεί από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές ως έχοντες σημαντική ισχύ στην αγορά πρέπει
- να τηρούν τις αρχές της απαγορεύσεως των διακρίσεων και της διαφάνειας ως προς την παροχή διασυνδέσεως προς τρίτους (άρθρο 6),
- να τηρούν τις αρχές της διαφάνειας και του προσανατολισμού προς το κόστος ως προς τα τέλη διασύνδεσης (άρθρο 7, παράγραφος 2),
- να δημοσιεύουν ένα υπόδειγμα προσφοράς διασύνδεσης (άρθρο 7, παράγραφος 3),
- να διαχωρίζουν τα τέλη διασύνδεσης, ώστε ο αιτών να μην αναγκάζεται να πληρώνει για στοιχεία τα οποία δεν αφορούν άμεσα την αιτούμενη υπηρεσία (άρθρο 7, παράγραφος 4),
- να εφαρμόζουν συστήματα κοστολόγησης κατάλληλα για την εφαρμογή όλων αυτών των απαιτήσεων (π.χ. λογιστικό διαχωρισμό σε σχέση με τη διασύνδεση αφενός και τις άλλες δραστηριότητες αφετέρου) (άρθρα 7, παράγραφος 5, και 8, παράγραφος 2).
13. Το άρθρο 9 επιγράφεται «Γενικά καθήκοντα των εθνικών ρυθμιστικών αρχών».
14. Κατά το άρθρο 9, παράγραφος 1, «οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές ενθαρρύνουν και εξασφαλίζουν την κατάλληλη διασύνδεση προς το συμφέρον όλων των χρηστών, ασκώντας τα καθήκοντά τους κατά τρόπο ο οποίος εξασφαλίζει τη μέγιστη οικονομική απόδοση και παρέχει το μέγιστο όφελος στους τελικούς χρήστες». Συναφώς λαμβάνουν υπόψη, μεταξύ άλλων, «την ανάγκη τόνωσης ανταγωνιστικής αγοράς», «την ανάγκη να διασφαλιστεί η δίκαιη και σωστή ανάπτυξη μιας εναρμονισμένης ευρωπαϊκής αγοράς τηλεπικοινωνιών» και «τις αρχές της αμεροληψίας (συμπεριλαμβανομένης της ίσης πρόσβασης) και της αναλογικότητας».
15. Το άρθρο 9, παράγραφος 2, δηλαδή η διάταξη που αποτελεί το κύριο αντικείμενο της παρούσας υποθέσεως, προβλέπει τα εξής:
«Οι γενικοί όροι που καθορίζονται εκ των προτέρων από την εθνική ρυθμιστική αρχή δημοσιεύονται σύμφωνα με το άρθρο 14, παράγραφος 1.
Συγκεκριμένα, όσον αφορά τη διασύνδεση μεταξύ οργανισμών που προσδιορίζονται στο παράρτημα ΙΙ, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές:
- μπορούν να προκαθορίζουν όρους στους τομείς του παραρτήματος VII, μέρος 1,
- ενθαρρύνουν την κάλυψη των θεμάτων του παραρτήματος VII, μέρος 2, από συμφωνίες διασύνδεσης.»
16. Το παράρτημα VII επιγράφεται «λαίσιο για τις διαπραγματεύσεις συμφωνιών διασύνδεσης» και προβλέπει τα εξής:
«Μέρος 1
Τομείς για τους οποίους η εθνική ρυθμιστική αρχή μπορεί να προκαθορίζει όρους
α) Διαδικασία επίλυσης διαφορών.
β) Απαιτήσεις δημοσίευσης των συμφωνιών διασύνδεσης και πρόσβασης σε αυτές καθώς και άλλα καθήκοντα περιοδικής δημοσίευσης.
γ) Απαιτήσεις σχετικά με την παροχή ίσης πρόσβασης και φορητότητας του αριθμού.
δ) Απαιτήσεις σχετικά με την από κοινού χρήση διευκολύνσεων, συμπεριλαμβανομένης της συνεγκατάστασης.
ε) Απαιτήσεις σχετικά με τη διασφάλιση της διατήρησης των βασικών απαιτήσεων.
στ) Απαιτήσεις σχετικά με την εκχώρηση και χρήση των δυνατοτήτων αριθμοδότησης (συμπεριλαμβανομένης της πρόσβασης σε υπηρεσίες τηλεφωνικού καταλόγου, υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης και πανευρωπαϊκούς αριθμούς).
ζ) Απαιτήσεις που αφορούν τη διατήρηση της διατερματικής ποιότητας της υπηρεσίας.
η) Ενδεχομένως, καθορισμός του διαχωρισμένου τμήματος του τέλους διασύνδεσης το οποίο αποτελεί εισφορά στο καθαρό κόστος των υποχρεώσεων καθολικής υπηρεσίας.
Μέρος 2
Άλλα θέματα των οποίων πρέπει να ενθαρρύνεται η κάλυψη από συμφωνίες διασύνδεσης
α) εριγραφή των υπηρεσιών διασύνδεσης που πρέπει να παρέχονται.
β) Όροι πληρωμής, συμπεριλαμβανομένων των διαδικασιών χρέωσης.
γ) Θέσεις των σημείων διασύνδεσης.
[...]»
17. Κατά το άρθρο 9, παράγραφοι 3 έως 6, οι αρμόδιες εθνικές ρυθμιστικές αρχές
- μπορούν να παρεμβαίνουν με δική τους πρωτοβουλία ανά πάσα στιγμή και το πράττουν εφόσον το ζητήσει οποιοσδήποτε συμβαλλόμενος, προκειμένου να καθορίζουν θέματα τα οποία πρέπει να καλύπτονται από μια συμφωνία διασύνδεσης ή να επιβάλλουν ειδικούς όρους που πρέπει να τηρούνται από ένα ή περισσότερα συμβαλλόμενα μέρη των συμφωνιών αυτών (άρθρο 9, παράγραφος 3),
- σε εξαιρετικές περιπτώσεις, μπορούν να απαιτούν αλλαγές σε συμφωνίες διασύνδεσης που έχουν ήδη συναφθεί, όταν αυτό δικαιολογείται, προκειμένου να εξασφαλίζεται αποτελεσματικός ανταγωνισμός ή/και διαλειτουργικότητα των υπηρεσιών για τους χρήστες (άρθρο 9, παράγραφος 3),
- μπορούν επίσης, με δική τους πρωτοβουλία ή εφόσον το ζητήσει οποιοσδήποτε από τους συμβαλλόμενους, να καθορίζουν προθεσμίες εντός των οποίων πρέπει να ολοκληρώνονται οι διαπραγματεύσεις σχετικά με τη διασύνδεση· εάν δεν επιτευχθεί συμφωνία εντός της καθοριζόμενης προθεσμίας, η εθνική ρυθμιστική αρχή λαμβάνει μέτρα ώστε να επιτευχθεί συμφωνία βάσει διαδικασιών που καθορίζονται από αυτήν (άρθρο 9, παράγραφος 3),
- έχουν το δικαίωμα να επιθεωρούν όλες τις συμφωνίες διασύνδεσης που συνάπτουν οργανισμοί που διαθέτουν άδεια για να παρέχουν δημόσια τηλεπικοινωνιακά δίκτυα ή τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες (άρθρο 9, παράγραφος 4),
- πρέπει, σε περίπτωση διαφοράς επί ζητήματος διασύνδεσης μεταξύ οργανισμών σε ένα κράτος μέλος, να λαμβάνουν μέτρα, κατόπιν αιτήσεως οποιουδήποτε μέρους, για την επίλυση της διαφοράς εντός εξαμήνου από τη σχετική αίτηση· η επίλυση της διαφοράς πρέπει να αντιπροσωπεύει κατά δίκαιο τρόπο την ισορροπία μεταξύ των εννόμων συμφερόντων και των δύο μερών (άρθρο 9, παράγραφος 5),
- μπορούν, «τηρώντας την αρχή της αναλογικότητας και προς το συμφέρον των χρηστών», να απαιτούν, «ως ύστατη λύση», από τους οργανισμούς οι οποίοι έχουν άδεια να παρέχουν δημόσια τηλεπικοινωνιακά δίκτυα ή τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες προσιτές στο κοινό και δεν έχουν διασυνδέσει τις εγκαταστάσεις τους, να διασυνδέουν τις εγκαταστάσεις τους και, όπου αυτό είναι σκόπιμο, καθορίζουν όρους διασύνδεσης (άρθρο 9, παράγραφος 6).
18. Το 1999 η Επιτροπή έθεσε επί τάπητος το θέμα της θεσπίσεως ενός νέου και ευρύτερου «πλαισίου για την υποδομή των ηλεκτρονικών επικοινωνιών και τις σχετιζόμενες υπηρεσίες» . Το νέο αυτό πλαίσιο επιδιώκεται να αντικαταστήσει το ισχύον πλαίσιο OPN και να καλύψει την υποδομή και τις υπηρεσίες όχι μόνο των τηλεπικοινωνιών, αλλά και όλων των επικοινωνιών. Τον Ιούλιο 2000, δηλαδή μετά την υποβολή της παρούσας αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, η Επιτροπή υπέβαλε έξι συγκεκριμένες νομοθετικές προτάσεις . Μία από τις προτάσεις αυτές, και συγκεκριμένα η πρόταση κανονισμού σχετικά με την αδεσμοποίητη πρόσβαση στον τοπικό βρόχο , έχει ήδη εγκριθεί . Μια άλλη πρόταση, που αφορά την έκδοση οδηγίας για την αντικατάσταση της οδηγίας 97/33 , τελεί ακόμη υπό συζήτηση.
Οι κρίσιμες εθνικές διατάξεις
19. Για τη μεταφορά του κοινοτικού ρυθμιστικού πλαισίου στην ισπανική νομοθεσία, η Ισπανία εξέδωσε τον Ley 11/1998 General de Telecomunicaciones (νόμο περί γενικής ρυθμίσεως των τηλεπικοινωνιών), της 24ης Απριλίου 1998 (στο εξής: νόμος 11/1998).
20. Το άρθρο 23 του νόμου 11/1998 ορίζει ως «κατέχουσα δεσπόζουσα θέση επιχείρηση» τον φορέα ή τους φορείς εκμεταλλεύσεως δικτύων ή παροχής υπηρεσιών των οποίων το ποσοστό ελέγχου της αγοράς εντός ενός δήμου, μιας αυτόνομης περιφέρειας, της εθνικής επικράτειας ή άλλης συγκεκριμένης υποδιαιρέσεως της εθνικής επικράτειας κατά το αμέσως προηγούμενο έτος ισούνταν με ή υπερέβαινε το 25 %.
21. Κατά το άρθρο 24, οι φορείς δημόσιων δικτύων τηλεπικοινωνιών για τους οποίους τεκμαίρεται ότι κατέχουν δεσπόζουσα θέση στην αγορά πρέπει να διευκολύνουν την πρόσβαση στα δίκτυά τους όλων όσων χρησιμοποιούν και παρέχουν τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες, εφόσον τους υποβάλλουν σχετική αίτηση, διασφαλίζοντας ότι η πρόσβαση αυτή θα πραγματοποιείται υπό αντικειμενικές συνθήκες, οι οποίες θα παρουσιάζουν διαφάνεια και δεν θα δημιουργούν διακρίσεις. Επιπλέον, οι φορείς αυτοί πρέπει να δέχονται τις τεχνικά βιώσιμες και δεόντως αιτιολογημένες αιτήσεις προσβάσεως στο δίκτυο σε διαφορετικά σημεία από τα τερματικά σημεία του δικτύου που παρέχονται στην πλειοψηφία των χρηστών. Οι προϋποθέσεις για την ελεύθερη πρόσβαση καθορίζονται με κανονιστική απόφαση περί εφαρμογής του νόμου.
22. Βάσει των διατάξεων του νόμου 11/1998, η Ισπανική Κυβέρνηση εξέδωσε το επίμαχο εν προκειμένω βασιλικό διάταγμα 1651/1998, της 24ης Ιουλίου 1998, με το οποίο εγκρίθηκε, όσον αφορά τη διασύνδεση και την πρόσβαση στα δημόσια δίκτυα και στην αριθμοδότηση, η κανονιστική απόφαση για την εφαρμογή του τίτλου ΙΙ του νόμου 11/1998 (στο εξής: βασιλικό διάταγμα 1651/1998). Με το διάταγμα αυτό, όπως προκύπτει από το προοίμιό του, μεταφέρεται στην ισπανική νομοθεσία το περιεχόμενο των σχετικών κοινοτικών οδηγιών, και συγκεκριμένα της οδηγίας 97/33.
23. Το άρθρο 9 του βασιλικού διατάγματος 1651/1998, που επιγράφεται «Υποχρεώσεις των φορέων που θεωρούνται ως κατέχοντες δεσπόζουσα θέση στην αγορά», προβλέπει, καθόσον ενδιαφέρει εν προκειμένω, τα εξής:
«Οι φορείς δημόσιων δικτύων τηλεπικοινωνιών που θεωρούνται ως κατέχοντες δεσπόζουσα θέση υπέχουν τις ακόλουθες υποχρεώσεις:
[...]
3. Την υποχρέωση παροχής της διασυνδέσεως στα τοπικά κέντρα μεταγωγής και στα κέντρα ανώτερου επιπέδου μεταγωγής.
Σε περίπτωση που, για τεχνικούς λόγους, ορισμένα κέντρα μεταγωγής του κατέχοντος δεσπόζουσα θέση φορέα δεν επιτρέπουν προσωρινά τη διασύνδεση, ο φορέας αυτός πρέπει να καταρτίσει χρονοδιάγραμμα για την πραγματοποίηση των αναγκαίων τεχνικών προσαρμογών των κέντρων αυτών.
Η Comisión del Mercado de las Comunicaciones (Επιτροπή Αγοράς Τηλεπικοινωνιών) μπορεί να απαιτήσει από τον φορέα να εκθέσει τους τεχνικούς λόγους για τους οποίους δεν παρέχει διασύνδεση σε ορισμένα κέντρα μεταγωγής και να αξιώσει την εφαρμογή εναλλακτικών τεχνικών μεθόδων [...].
4. Την υποχρέωση διευκολύνσεως της προσβάσεως στον βρόχο των συνδρομητικών γραμμών κατά την ημερομηνία και υπό τους όρους που προσδιορίζει προς τούτο κατά περίπτωση ο Υπουργός Χωροταξικής Αναπτύξεως, αφού προηγουμένως γνωμοδοτήσει η Επιτροπή Αγοράς Τηλεπικοινωνιών.
[...]»
Η υπόθεση της κύριας δίκης
24. Στην κύρια δίκη ενώπιον του Tribunal Supremo η Telefónica de España SA (στο εξής: Telefónica) ζητεί την ακύρωση διαφόρων διατάξεων του βασιλικού διατάγματος 1651/1998. Η Telefónica αμφισβητεί, μεταξύ άλλων, το συμβατό με το κοινοτικό δίκαιο
- της υποχρεώσεως παροχής διασυνδέσεως στα τοπικά κέντρα μεταγωγής και στα κέντρα ανώτερου επιπέδου μεταγωγής, την οποία επιβάλλει στον κατέχοντα δεσπόζουσα θέση φορέα το άρθρο 9, παράγραφος 3, του βασιλικού διατάγματος, και
- της υποχρεώσεως διευκολύνσεως της προσβάσεως στον βρόχο των συνδρομητικών γραμμών, την οποία επιβάλλει στον κατέχοντα δεσπόζουσα θέση φορέα το άρθρο 9, παράγραφος 4, του βασιλικού διατάγματος.
25. Το Tribunal Supremo αμφιβάλλει κατά πόσον οι διατάξεις του άρθρου 9, παράγραφοι 3 και 4, βασιλικού διατάγματος 1651/1998 συμβιβάζονται με την οδηγία 97/33 και εξετάζει τη δυνατότητα δύο εναλλακτικών ερμηνειών των άρθρων 4, παράγραφος 2, και 9, παράγραφος 2, καθώς και του παραρτήματος VII της οδηγίας .
26. Αφενός, κατά το αιτούν δικαστήριο, ο καθορισμός των σημείων διασυνδέσεως επαφίεται εκ πρώτης όψεως, κατά την οδηγία, στις διαπραγματεύσεις μεταξύ των φορέων τηλεπικοινωνιών, διότι το ζήτημα αυτό δεν καταλέγεται μεταξύ αυτών για τα οποία οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές μπορούν να καθορίζουν εκ των προτέρων όρους σύμφωνα με το πρώτο μέρος του παραρτήματος VII. Τούτο φαίνεται να αποτελεί όχι απλώς αβλεψία, αλλ' αντίθετα ηθελημένη εξαίρεση, αφού το δεύτερο μέρος του παραρτήματος VII, στοιχείο γ_, περιλαμβάνει ρητά το ζήτημα των σημείων διασυνδέσεως μεταξύ των θεμάτων των διαπραγματεύσεων.
27. Αφετέρου, θα μπορούσε όμως να υποστηριχθεί ότι η γενική διάταξη που περιέχεται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, και η οποία επιβάλλει στους φορείς τηλεπικοινωνιών που έχουν σημαντική ισχύ στην αγορά την υποχρέωση «να ικανοποιούν όλα τα εύλογα αιτήματα για πρόσβαση στο δίκτυο» προϋποθέτει σιωπηρά ότι όλα τα σημεία διασυνδέσεως θα πρέπει να είναι προσιτά στους λοιπούς φορείς. Επομένως, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα μπορούσαν να επιβάλλουν εκ των προτέρων στον φορέα που έχει σημαντική ισχύ στην αγορά την υποχρέωση να διευκολύνει την πρόσβαση των λοιπών φορέων τηλεπικοινωνιών στον τοπικό βρόχο των συνδρομητικών γραμμών και να παρέχει διασύνδεση στα τοπικά κέντρα μεταγωγής και στα κέντρα ανώτερου επιπέδου μεταγωγής. Οι υποχρεώσεις αυτές δηλαδή θα αποτελούσαν συγκεκριμενοποίηση ή διασαφήνιση του καθήκοντος που επιβάλλεται με το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 97/33.
28. Οι αμφιβολίες του αιτούντος δικαστηρίου ενισχύονται από το γεγονός ότι, κατά την εκπόνηση του βασιλικού διατάγματος 1651/1998, η Επιτροπή Αγοράς Τηλεπικοινωνιών είχε καταρτίσει έκθεση με την οποία πρότεινε την απάλειψη των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 9. Κατά την Επιτροπή Αγοράς Τηλεπικοινωνιών, οι ρυθμιζόμενες στις παραγράφους αυτές περιπτώσεις δεν καταλέγονταν μεταξύ εκείνων για τις οποίες οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές μπορούν να προκαθορίζουν όρους σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 2, σε συνδυασμό με το παράρτημα VII.
29. Με διάταξη της 14ης Φεβρουαρίου 2000 το Tribunal Supremo αποφάσισε να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο ερώτημα:
«Έχουν τα άρθρα 4, παράγραφος 2, και 9, παράγραφος 2, της οδηγίας 97/33/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1997, για τη διασύνδεση στον χώρο των τηλεπικοινωνιών προκειμένου να διασφαλιστεί καθολική υπηρεσία και διαλειτουργικότητα, με εφαρμογή των αρχών παροχής ανοικτού δικτύου (ONP), αν ερμηνευθούν σε συσχετισμό με το παράρτημα VII (μέρος 2, στοιχείο γ_), την έννοια
α) ότι επιτρέπουν στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές να επιβάλλουν εκ των προτέρων στον οργανισμό που έχει σημαντική ισχύ στην αγορά την υποχρέωση να διευκολύνει την πρόσβαση των λοιπών φορέων τηλεπικοινωνιών στον βρόχο των συνδρομητικών γραμμών και να παρέχει τη διασύνδεση στα τοπικά κέντρα μεταγωγής και στα κέντρα ανώτερου επιπέδου μεταγωγής,
β) ή, αντίθετα, ότι το μόνο που μπορούν να κάνουν οι εν λόγω αρχές, σε σχέση με την πρόσβαση και τη διασύνδεση στα συγκεκριμένα αυτά σημεία του δικτύου, είναι να "ενθαρρύνουν" τη σύναψη συμφωνιών, κατόπιν διαπραγματεύσεων, μεταξύ των διαφόρων φορέων τηλεπικοινωνιών, χωρίς να έχουν τη δυνατότητα να επιβάλλουν εκ των προτέρων την πρόσβαση και τη διασύνδεση αυτή ως υποχρέωση του οργανισμού που έχει σημαντική ισχύ στην αγορά;»
αρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
30. Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η Telefónica, η Ισπανική, η Ιταλική και η Βελγική Κυβέρνηση καθώς και η Επιτροπή. Οι καταθέσαντες γραπτές παρατηρήσεις (με την εξαίρεση της Βελγικής Κυβερνήσεως) παρέστησαν επίσης κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση.
31. Κατά την Telefónica από το γράμμα και τη δομή του άρθρου 9, παράγραφος 2, σε συνδυασμό με το παράρτημα VII της οδηγίας 97/33, προκύπτει ότι οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές μπορούν να προκαθορίζουν όρους μόνο στους τομείς που απαριθμούνται στο πρώτο μέρος του παραρτήματος VII. Στους τομείς που απαριθμούνται στο δεύτερο μέρος του παραρτήματος αυτού οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές μπορούν απλώς να ενθαρρύνουν τη ρύθμιση των σχετικών ζητημάτων με τις συμφωνίες για τη διασύνδεση. Το ζήτημα «θέσεις των σημείων διασύνδεσης» περιέχεται στο δεύτερο μέρος του παραρτήματος VII, και συγκεκριμένα στο στοιχείο γ_. Κατά συνέπεια, ο καθορισμός των σημείων διασυνδέσεως αποτελεί ζήτημα που πρέπει να ρυθμίζεται με διαπραγματεύσεις μεταξύ των ενδιαφερομένων. Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές δεν είχαν επομένως τη δυνατότητα να επιβάλουν εκ των προτέρων στους φορείς τηλεπικοινωνιών να παρέχουν διασύνδεση στα τοπικά κέντρα μεταγωγής τους ή στα κέντρα ανώτερου επιπέδου μεταγωγής. Αν οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές μπορούσαν να προκαθορίσουν τα σημεία διασυνδέσεως, δεν θα είχε κανένα νόημα η διάκριση μεταξύ των δύο κατηγοριών θεμάτων στην οποία προβαίνουν το άρθρο 9, παράγραφος 2, και το παράρτημα VII. Η ορθότητα της ερμηνείας αυτής επιβεβαιώνεται από πολλές διατάξεις της οδηγίας και αιτιολογικές σκέψεις του προοιμίου της , από τις οποίες αποδεικνύεται ότι η οδηγία ευνοεί τη διεξαγωγή διαπραγματεύσεων μεταξύ των ενδιαφερομένων και επιτρέπει τις εκ των προτέρων ρυθμιστικές παρεμβάσεις μόνον εφόσον οι παρεμβάσεις αυτές είναι απόλυτα αναγκαίες.
32. Η Telefónica ισχυρίζεται ότι η ερμηνεία την οποία προτείνει δεν προσκρούει στο άρθρο 4, παράγραφος 2. Η διάταξη αυτή καθιερώνει απλώς μια γενική αρχή και πρέπει να ερμηνεύεται σε συνάρτηση με το άρθρο 4, παράγραφος 1, το οποίο δίδει την προτεραιότητα στις διαπραγματεύσεις μεταξύ των ενδιαφερομένων. Επιπλέον, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, μόνο τα «εύλογα» αιτήματα πρέπει να ικανοποιούνται.
33. Όσον αφορά την πρόσβαση στον βρόχο των συνδρομητικών γραμμών, το βασικό επιχείρημα της Telefónica είναι ότι το 1998 οι ισπανικές αρχές δεν μπορούσαν ακόμη να επιβάλουν στους φορείς τηλεπικοινωνιών την υποχρέωση να παρέχουν πρόσβαση στο συγκεκριμένο αυτό στοιχείο του δικτύου τηλεπικοινωνιών. Το γεγονός ότι ο κοινοτικός νομοθέτης μόλις προσφάτως θέσπισε ειδικούς κανόνες σχετικά με την αδεσμοποίητη πρόσβαση στον τοπικό βρόχο αποδεικνύει ότι η οδηγία 97/33 δεν έδιδε στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές την εξουσία να προκαθορίζουν υποχρεώσεις στον εν λόγω τομέα.
34. Η Ισπανική και η Ιταλική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή, ισχυρίζονται ότι οι διατάξεις της οδηγίας 97/33 δεν απαγορεύουν στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές να επιβάλλουν εκ των προτέρων στους οργανισμούς που έχουν σημαντική ισχύ στην αγορά την υποχρέωση να παρέχουν διασύνδεση στα τοπικά κέντρα μεταγωγής και στα κέντρα ανώτερου επιπέδου μεταγωγής και να διευκολύνουν την πρόσβαση στον βρόχο των συνδρομητικών γραμμών.
35. Κατά την άποψη των ανωτέρω, η γραμματική ερμηνεία του άρθρου 9, παράγραφος 2, της οδηγίας, την οποία προτείνει η Telefónica, δεν είναι η μόνη δυνατή ερμηνεία. Επιπλέον, ακόμη και αν αληθεύει ότι η οδηγία δίδει κατ' αρχήν την προτεραιότητα στη διεξαγωγή διαπραγματεύσεων μεταξύ των ενδιαφερομένων, περιέχει επίσης, με σκοπό τη διασφάλιση ανοικτών και ανταγωνιστικών αγορών, «ασύμμετρες» διατάξεις, οι οποίες επιτρέπουν στα κράτη μέλη να επιβάλλουν ειδικές υποχρεώσεις στους οργανισμούς που έχουν σημαντική ισχύ στην αγορά, όπως επίσης περιέχει και διατάξεις που παρέχουν στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές σημαντικές εξουσίες παρεμβάσεως στις διαπραγματεύσεις σχετικά με την πρόσβαση ή τη διασύνδεση. Επί του ζητήματος αυτού η οδηγία αφήνει στα κράτη μέλη σημαντικά περιθώρια χειρισμών.
36. Οι επίμαχοι εν προκειμένω εθνικοί κανόνες είναι επίσης σύμφωνοι με τις διεθνείς υποχρεώσεις, και ειδικότερα με τις υποχρεώσεις που υπέχουν η Ισπανία και η Κοινότητα από το τέταρτο πρωτόκολλο της γενικής συμφωνίας για τις συναλλαγές στον τομέα των υπηρεσιών σχετικά με τις βασικές τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες .
37. Τέλος, το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 97/33 - που πρέπει να ερμηνευθεί σε συνδυασμό με το άρθρο 16 της οδηγίας 98/10 - καλύπτει μόνο την «κοινή (μεριζόμενη) πρόσβαση στον τοπικό βρόχο» . Η οδηγία 97/33 δεν έχει συνεπώς εφαρμογή στην «πλήρως αδεσμοποίητη πρόσβαση στον τοπικό βρόχο» . Εφόσον δεν υπήρχαν εφαρμοστέες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, τα κράτη μέλη ήταν ελεύθερα να προβλέψουν την υποχρέωση των οργανισμών με σημαντική ισχύ στην αγορά να παρέχουν πρόσβαση στον βρόχο των συνδρομητικών γραμμών.
38. Η Βελγική Κυβέρνηση δεν διατυπώνει πλήρως διαμοφωμένη άποψη σχετικά με το προδικαστικό ερωτήμα, αλλά απλώς εξετάζει τη σχέση μεταξύ της πλήρως αδεσμοποίητης προσβάσεως στον τοπικό βρόχο και των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας του σχετικού φορέα.
Η άποψή μου επί της υποθέσεως
εριεχόμενο του προδικαστικού ερωτήματος
39. Το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατά πόσον οι επίμαχες κοινοτικές διατάξεις επιτρέπουν στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές να επιβάλλουν εκ των προτέρων σε φορέα τηλεπικοινωνιών που έχει σημαντική ισχύ στην αγορά την υποχρέωση να διευκολύνει την πρόσβαση των λοιπών φορέων τηλεπικοινωνιών στον βρόχο των συνδρομητικών γραμμών και να παρέχει στους φορείς αυτούς διασύνδεση στα τοπικά κέντρα μεταγωγής και στα κέντρα ανώτερου επιπέδου μεταγωγής ή, αντίθετα, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές έχουν μόνον, όσον αφορά τα ζητήματα αυτά, την εξουσία να ενθαρρύνουν τη σύναψη, κατόπιν διαπραγματεύσεων, συμφωνιών μεταξύ των ενδιαφερομένων.
40. Θα ήθελα να επισημάνω ότι το ανωτέρω ερώτημα ανέκυψε στο πλαίσιο δίκης στην οποία ζητείται η ακύρωση εθνικών κανονιστικών διατάξεων που επιβάλλουν τις εν λόγω υποχρεώσεις ως προς την πρόσβαση και τη διασύνδεση και όχι στο πλαίσιο π.χ. συγκεκριμένης διαφοράς ως προς τη διασύνδεση.
41. Το Δικαστήριο δηλαδή καλείται στην ουσία να αποφανθεί μόνον αν η οδηγία απαγορεύει στα κράτη μέλη να θεσπίζουν διατάξεις όπως είναι το άρθρο 9, παράγραφοι 3 και 4, του βασιλικού διατάγματος 1651/1998.
42. Το περιορισμένο αυτό «αρνητικό» ερώτημα πρέπει να διαχωριστεί από το ευρύτερο και δυσχερέστερο ζήτημα της θετικής ρυθμιστικής δράσεως που πρέπει να αναλαμβάνουν επί του παρόντος τα κράτη μέλη σύμφωνα με την οδηγία.
43. Φρονώ ότι στην προκειμένη υπόθεση το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει το πολύ συγκεκριμένο προδικαστικό ερώτημα και δεν χρειάζεται να αποφανθεί επί των συγκεκριμένων υποχρεώσεων που υπέχουν ενδεχομένως τα κράτη μέλη π.χ. από το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας. Η εξέταση του στενότερου αυτού ζητήματος είναι περισσότερο ενδεδειγμένη για τον λόγο ότι είναι η πρώτη φορά που το Δικαστήριο καλείται να ερμηνεύσει τις διατάξεις της οδηγίας 97/33. Τα ευρύτερα ζητήματα που διέπει η οδηγία είναι σημαντικά και ευαίσθητα. Επιπλέον, λόγω της ιδιαίτερης φύσης της κύριας δίκης, οι παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο δεν ασχολήθηκαν ουσιαστικά με τα ευρύτερα αυτά ζητήματα.
44. Θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι το Δικαστήριο καλείται να ερμηνεύσει το άρθρο 4, παράγραφος 2, και το άρθρο 9, παράγραφος 2, της οδηγίας 97/33.
45. Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, ορισμένοι οργανισμοί που παρέχουν δημόσια τηλεπικοινωνιακά δίκτυα και τηλεπικονωνιακές υπηρεσίες προσιτές στο κοινό και έχουν σημαντική ισχύ στην αγορά «πρέπει να ικανοποιούν όλα τα εύλογα αιτήματα για πρόσβαση στο δίκτυο, συμπεριλαμβανομένης της πρόσβασης σε σημεία διαφορετικά από τα τερματικά σημεία του δικτύου που προσφέρονται στην πλειοψηφία των τελικών χρηστών». Μολονότι το ακριβές θετικό περιεχόμενο της διατάξεως αυτής δεν είναι σαφές (π.χ. η έννοια της «πρόσβασης στο δίκτυο» ή των «εύλογων αιτημάτων»), είναι σαφές - και η ορθότητα της ερμηνείας αυτής δεν αμφισβητήθηκε από κανέναν από αυτούς που κατέθεσαν παρατηρήσεις - ότι δεν απαγορεύει στα κράτη μέλη να θεσπίζουν κανόνες όπως είναι οι κρίσιμοι στην κύρια δίκη.
46. Σύμφωνα με την πρόταση που ανέπτυξα παραπάνω σχετικά με τη στενότερη εξέταση του ζητήματος, θα ασχοληθώ συνεπώς με την ανάλυση κυρίως του άρθρου 9, παράγραφος 2, σε συνδυασμό με το παράρτημα VII, και θα εξετάσω κατά πόσον αντιβαίνουν στη διάταξη αυτή οι εθνικές διατάξεις που επιβάλλουν σε οργανισμό έχοντα σημαντική ισχύ στην αγορά την υποχρέωση να διευκολύνει τη διασύνδεση στα τοπικά κέντρα μεταγωγής και στα κέντρα ανώτερου επιπέδου μεταγωγής και να παρέχει πρόσβαση στον βρόχο των συνδρομητικών γραμμών.
Γραμματική ερμηνεία
47. Σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 9, «οι γενικοί όροι που καθορίζονται εκ των προτέρων από την εθνική ρυθμιστική αρχή δημοσιεύονται σύμφωνα με το άρθρο 14, παράγραφος 1». Από την υποχρέωση δημοσιεύσεως αυτή συνάγεται έμμεσα ότι πρέπει να υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές έχουν την εξουσία να καθορίζουν εκ των προτέρων γενικούς όρους.
48. Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 9 προβλέπει τα εξής:
«Συγκεκριμένα, όσον αφορά τη διασύνδεση μεταξύ οργανισμών που προσδιορίζονται στο παράρτημα ΙΙ, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές:
- μπορούν να προκαθορίζουν όρους στους τομείς του παραρτήματος VII, μέρος 1,
- ενθαρρύνουν την κάλυψη των θεμάτων του παραρτήματος VII, μέρος 2, από συμφωνίες διασύνδεσης.»
49. Το πρώτο μέρος του παραρτήματος VII απαριθμεί τους «τομείς για τους οποίους η εθνική ρυθμιστική αρχή μπορεί να προκαθορίζει όρους». Το δεύτερο μέρος απαριθμεί τα «άλλα θέματα των οποίων πρέπει να ενθαρρύνεται η κάλυψη από συμφωνίες διασύνδεσης». Στο δεύτερο μέρος αναφέρονται, υπό το στοιχείο γ_, οι «θέσεις των σημείων διασύνδεσης».
50. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο διαχωρισμός σε δύο μέρη συνηγορεί εκ πρώτης όψεως υπέρ της επιχειρηματολογίας της Telefónica. Από το γράμμα όμως των διατάξεων που παρατέθηκαν ανωτέρω προκύπτει ότι η προτεινόμενη από την Telefónica ερμηνεία δεν είναι η μόνη δυνατή ερμηνεία. Δεν υπάρχει κανένα στοιχείο στις διατάξεις αυτές που να δείχνει σαφώς ότι η απαρίθμηση των θεμάτων στο πρώτο μέρος είναι περιοριστική. Ούτε άλλωστε υπάρχει καμία σαφής ένδειξη για το ότι οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές δεν μπορούν, όσον αφορά τα θέματα του δεύτερου μέρους, να πράξουν τίποτε άλλο πέρα από το να ενθαρρύνουν την κάλυψή τους με συμφωνίες διασυνδέσεως. Το γεγονός ότι η οδηγία υποχρεώνει τις αρχές να ενθαρρύνουν την κάλυψη των θεμάτων του δεύτερου μέρους από συμφωνίες διασυνδέσεως και τους επιτρέπει να προκαθορίζουν όρους σε σχέση με τα ζητήματα του πρώτου μέρους δεν σημαίνει αυτόματα ότι απαγορεύει στα κράτη μέλη να επιβάλουν στον κατέχοντα δεσπόζουσα θέση φορέα την υποχρέωση να παρέχει πρόσβαση στον βρόχο των συνδρομητικών γραμμών ή να διευκολύνει τη διασύνδεση σε ορισμένα σημεία διασυνδέσεως.
51. Επιπλέον, υπάρχουν ορισμένες αμφιβολίες για την κατ' αρχή δυνατότητα εφαρμογής των διατάξεων της επίμαχης εν προκειμένω οδηγίας.
52. Η πρώτη και σημαντικότερη είναι ότι, αφού το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 9 αρχίζει με τη λέξη «συγκεκριμένα» και αφορά τη «διασύνδεση μεταξύ οργανισμών που προσδιορίζονται στο παράρτημα ΙΙ», θα μπορούσε να υποστηριχθεί εκ πρώτης όψεως ότι η διάταξη αυτή δεν έχει εφαρμογή στη διαφορετική περίπτωση της προσβάσεως σε ή της διασυνδέσεως με τις εγκαταστάσεις οργανισμού που εμπίπτει στο παράρτημα Ι και έχει σημαντική ισχύ στην αγορά. Επ' αυτού θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι οι επίμαχες εν προκειμένω ισπανικές διατάξεις, και συγκεκριμένα το άρθρο 9, παράγραφοι 3 και 4, του βασιλικού διατάγματος 1651/1998, έχουν εφαρμογή μόνο στους «φορείς δημόσιων δικτύων τηλεπικοινωνιών που θεωρούνται ως κατέχοντες δεσπόζουσα θέση» και ότι, κατά το άρθρο 23 του νόμου 11/1998, η έννοια του «κατέχοντος δεσπόζουσα θέση φορέα» ορίζεται με παρόμοια διατύπωση όπως η έννοια του «οργανισμού με σημαντική ισχύ στην αγορά» που προβλέπει το κοινοτικό δίκαιο .
53. Η άποψη ότι το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 9 έχει εφαρμογή μόνο στη διασύνδεση μεταξύ οργανισμών του παραρτήματος ΙΙ μπορεί να στηριχθεί στο ίδιο το παράρτημα ΙΙ. Σύμφωνα με την εισαγωγή του παραρτήματος ΙΙ, η διασύνδεση μεταξύ των οργανισμών που έχουν δικαιώματα και υποχρεώσεις να διασυνδέονται μεταξύ τους «υπόκειται σε πρόσθετη επιτήρηση από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές, σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 2». Αντίθετα, το παράρτημα Ι δεν αναφέρεται στο άρθρο 9, παράγραφος 2, και προβλέπει απλώς ότι οι οργανισμοί του παραρτήματος Ι οι οποίοι έχουν σημαντική ισχύ στην αγορά «υπόκεινται σε ειδικές υποχρεώσεις όσον αφορά τη διασύνδεση και την πρόσβαση, όπως καθορίζεται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, και στα άρθρα 6 και 7».
54. Επιπλέον, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι ο όρος «θέσεις» των σημείων διασυνδέσεως, ο οποίος χρησιμοποιείται στο στοιχείο γ_ του δεύτερου μέρους του παραρτήματος VII, αναφέρεται μόνο στην «τοποθεσία» των σημείων διασυνδέσεως. Κατά συνέπεια, οι εθνικές διατάξεις που ορίζουν απλώς το απαιτούμενο επίπεδο προσβάσεως ή διασυνδέσεως δεν θα επηρεάζονταν σε καμία περίπτωση από το στοιχείο γ_ του δεύτερου μέρους του παραρτήματος VII. Θα μπορούσε συνεπώς να προβληθεί το επιχείρημα ότι η υποχρέωση διευκολύνσεως της διασυνδέσεως στα «τοπικά κέντρα μεταγωγής και στα κέντρα ανώτερου επιπέδου μεταγωγής» ή η υποχρέωση παροχής προσβάσεως στον «τοπικό βρόχο των συνδρομητικών γραμμών» δεν έχουν καμία σχέση με το ζήτημα της ακριβούς «θέσεως» των σημείων διασυνδέσεως.
55. Κατά συνέπεια, εκ πρώτης όψεως συνάγεται το συμπέρασμα ότι ούτε από το άρθρο 9, παράγραφος 2, ούτε από το παράρτημα VII προκύπτει κατ' ανάγκην ότι η απαρίθμηση στο πρώτο μέρος του παραρτήματος αυτού είναι περιοριστική και ότι οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές μπορούν μόνο να ενθαρρύνουν την κάλυψη των θεμάτων που απαριθμούνται στο δεύτερο μέρος από συμφωνίες διασυνδέσεως. Σε περίπτωση γραμματικής ερμηνείας γεννώνται επιπλέον σοβαρές αμφιβολίες για το αν το άρθρο 9, παράγραφος 2, σε συνδυασμό με το παράρτημα VII, έχει εφαρμογή στις κρίσιμες εν προκειμένω ισπανικές διατάξεις.
Ιστορικό της θεσπίσεως των νομοθετικών κειμένων
56. Στην πρόταση που υπέβαλε η Επιτροπή για την έκδοση της οδηγίας η διάταξη που αντιστοιχούσε στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 9 προέβλεπε ότι, όσον αφορά τη διασύνδεση μεταξύ οργανισμών του παραρτήματος ΙΙ, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές:
- ήσαν υποχρεωμένες να καθορίζουν εκ των προτέρων όρους, όσον αφορά τους τομείς που περιλαμβάνονται σήμερα στο πρώτο μέρος του παραρτήματος VII,
- έπρεπε να διασφαλίζουν ότι πολλά από τα θέματα που περιλαμβάνονται σήμερα στο δεύτερο μέρος του παραρτήματος VII θα καλύπτονταν από συμφωνίες διασυνδέσεως,
- έπρεπε να ενθαρρύνουν τους ενδιαφερόμενους να καλύπτουν, με τις συμφωνίες διασυνδέσεως που θα συνήπταν, άλλα θέματα, τα οποία σήμερα περιλαμβάνονται στο δεύτερο μέρος του παραρτήματος VII, στοιχεία ιγ_ έως ιθ_.
57. Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση της Επιτροπής, η προτεινόμενη οδηγία θα χαρακτηριζόταν, μεταξύ άλλων, από «σαφείς αρμοδιότητες των εθνικών ρυθμιστικών αρχών» .
58. Η τελική διατύπωση του άρθρου 9, παράγραφος 2, και του παραρτήματος VII διαμορφώθηκε από το Συμβούλιο στο πλαίσιο της νομοθετικής διαδικασίας . Στην αιτιολογία της κοινής θέσης αυτής το Συμβούλιο εξήγησε ότι η θέση του αυτή υπαγορεύθηκε κυρίως, μεταξύ άλλων, από το «μέλημα [...] για μεγαλύτερη ευελιξία στις μελετώμενες διατάξεις» .
59. Από τα ανωτέρω συνάγεται συνεπώς ότι ο κοινοτικός νομοθέτης επιδίωκε, με το άρθρο 9, παράγραφος 2, και το παράρτημα VII, να δημιουργήσει ένα ανοικτό και ευέλικτο πλαίσιο για τη διαπραγμάτευση των συμφωνιών διασυνδέσεως. Από το ιστορικό της θεσπίσεως των σχετικών διατάξεων δεν προκύπτει καμία ένδειξη ότι η απαρίθμηση του πρώτου μέρους ήταν περιοριστική ή ότι, όσον αφορά τα θέματα του δεύτερου μέρους, το μόνο που μπορούσαν να κάνουν οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές ήταν να ενθαρρύνουν την κάλυψη των θεμάτων αυτών από συμφωνίες διασυνδέσεως.
Επιχειρήματα στηριζόμενα στην όλη οικονομία και στον σκοπό των σχετικών διατάξεων
60. Με την οδηγία 97/33 επιδιώκεται να διασφαλιστούν η διασύνδεση των τηλεπικοινωνιακών δικτύων, η διαλειτουργικότητα των υπηρεσιών και η παροχή καθολικής υπηρεσίας σε περιβάλλον ανοικτών και ανταγωνιστικών αγορών (άρθρο 1, πρώτο εδάφιο). Σκοπός της είναι η δημιουργία «όρων ανοικτής και αποτελεσματικής διασύνδεσης προς και πρόσβασης σε δημόσια τηλεπικοινωνιακά δίκτυα και τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες προσιτές στο κοινό» (άρθρο 1, δεύτερο εδάφιο).
61. Για την επίτευξη του σκοπού αυτού η οδηγία δίδει κατ' αρχήν προτεραιότητα - και τούτο αποτελεί το πρώτο γενικό χαρακτηριστικό της - στις εμπορικού χαρακτήρα διαπραγματεύσεις μεταξύ των ενδιαφερομένων .
62. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας προβλέπει π.χ. ότι οι «τεχνικές και εμπορικές ρυθμίσεις διασύνδεσης αποτελούν αντικείμενο συμφωνίας μεταξύ των ενδιαφερομένων μερών» και ότι τα κράτη μέλη «λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου να άρουν τυχόν περιορισμούς οι οποίοι εμποδίζουν οργανισμούς που έχουν λάβει από τα κράτη μέλη άδεια παροχής δημόσιων τηλεπικοινωνιακών δικτύων και τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών προσιτών στο κοινό να διαπραγματεύονται συμφωνίες διασύνδεσης μεταξύ τους».
63. Κατά την πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας, «οι οργανισμοί που παρέχουν, βάσει αδείας, δημόσια τηλεπικοινωνιακά δίκτυα ή τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες προσιτές στο κοινό, σε όλη την Κοινότητα ή σε μέρος αυτής, θα πρέπει να είναι ελεύθεροι να διαπραγματεύονται συμφωνίες διασύνδεσης σε εμπορική βάση, σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο».
64. Εντούτοις, η οδηγία αναγνωρίζει, δεύτερον, ότι θα υπάρχουν διάφορες κατηγορίες επιχειρήσεων ή φορέων τηλεπικοινωνιών στα κράτη μέλη. Για κάθε κατηγορία η οδηγία αποβλέπει στην εξισορρόπηση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, ανάλογα με τη θέση που κατέχει κάθε φορέας στην αγορά . Η οδηγία διακρίνει, σε γενικές γραμμές, μεταξύ τριών κατηγοριών φορέων, δηλαδή των οργανισμών του παραρτήματος ΙΙ, των οργανισμών που δεν εμπίπτουν στο παράρτημα ΙΙ και των οργανισμών του παραρτήματος Ι που έχουν σημαντική ισχύ στην αγορά .
65. Οι οργανισμοί του παραρτήματος ΙΙ είναι κυρίως οι οργανισμοί που παρέχουν δημόσια τηλεπικοινωνιακά δίκτυα ή τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες προσιτές στο κοινό και ελέγχουν τα μέσα πρόσβασης προς ένα ή περισσότερα τερματικά σημεία δικτύου . Όσον αφορά τα όρια της κατηγορίας αυτής, εκ πρώτης όψεως δεν φαίνεται να υπάρχει πλήρης εναρμόνιση, αφού όλοι οι οργανισμοί που παρέχουν τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες και στους οποίους τα κράτη μέλη έχουν επιτρέψει τη διασύνδεση εντός της κατηγορίας αυτής αποτελούν επίσης μέρος της εν λόγω κατηγορίας . Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, οι οργανισμοί του παραρτήματος ΙΙ έχουν το δικαίωμα και την υποχρέωση να διαπραγματεύονται τη μεταξύ τους διασύνδεση. Η σχέση μεταξύ των οργανισμών του παραρτήματος ΙΙ χαρακτηρίζεται προφανώς από έντονα αμοιβαία δικαιώματα και έντονες αμοιβαίες υποχρεώσεις.
66. Οι οργανισμοί που δεν εμπίπτουν στο παράρτημα ΙΙ και επομένως ούτε στο άρθρο 4, παράγραφος 1, έχουν εκ πρώτης όψεως λιγότερα δικαιώματα, αλλά και λιγότερες υποχρεώσεις. Για παράδειγμα, ένας φορέας παροχής υπηρεσιών δεδομένων στον οποίο το κράτος μέλος του δεν έχει επιτρέψει τη διασύνδεση σύμφωνα με το παράρτημα ΙΙ ενδέχεται να μην έχει κανένα ειδικό εκ των προτέρων δικαίωμα να απαιτήσει διασύνδεση με οργανισμό του παραρτήματος ΙΙ ούτε την υποχρέωση να ικανοποιήσει το αίτημα διασυνδέσεως άλλων φορέων. Εντούτοις, σε περίπτωση διαφοράς σχετική με πρόσβαση στο δίκτυο ή με διασύνδεση, όλοι οι ενδιαφερόμενοι έχουν προφανώς το δικαίωμα να ζητήσουν την επέμβαση της εθνικής ρυθμιστικής αρχής (άρθρο 9, παράγραφος 3).
67. Η τρίτη κατηγορία φορέων, δηλαδή οι οργανισμοί που εμπίπτουν στο παράρτημα Ι και/ή έχουν σημαντική ισχύ στην αγορά, έχει ιδιαίτερη σημασία για την προκειμένη υπόθεση. Συναφώς, η Κοινότητα δημοσίευσε πρόσφατα ένα πίνακα των οργανισμών τους οποίους τα κράτη μέλη έχουν κοινοποιήσει, σύμφωνα με την οδηγία 97/33, ως εμπίπτοντες στο παράρτημα Ι και/ή έχοντες σημαντική ισχύ στην αγορά . Στον πίνακα αυτό περιλαμβάνονται, όσον αφορά τη σταθερή φωνητική τηλεφωνία, κυρίως οι πρώην μονοπωλιακοί οργανισμοί τηλεπικοινωνιών. Οι οργανισμοί που εμπίπτουν στο παράρτημα Ι και/ή έχουν σημαντική ισχύ στην αγορά υπόκεινται σε μια μορφή «ασύμμετρης» ρυθμίσεως, καθόσον πρέπει να συμμορφώνονται με ορισμένες ειδικές υποχρεώσεις, όσον αφορά τη διασύνδεση και την πρόσβαση, σύμφωνα με τα άρθρα 4, παράγραφος 2, 6, 7 και 8, παράγραφος 2 .
68. Το τρίτο γενικό χαρακτηριστικό του πλαισίου που έχει δημιουργήσει η οδηγία 97/33 είναι ο σημαντικός εποπτικός ρόλος που έχει ανατεθεί στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές. Η πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας αυτής προβλέπει για παράδειγμα ότι η ελευθερία των ενδιαφερομένων ως προς τη σύναψη συμφωνιών διασυνδέσεως υπόκειται στην «προϋπόθεση επιτήρησης και, εν ανάγκη, παρέμβασης από τις εθνικές ρυυμιστικές αρχές». Οι ευρείες εξουσίες των εθνικών ρυθμιστικών αρχών, όσον αφορά την πρόσβαση και τη διασύνδεση, δεν προβλέπονται μόνον από τη γενική διάταξη του άρθρου 9 , αλλά και π.χ. από το άρθρο 7, παράγραφος 3, κατά το οποίο οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές πρέπει να έχουν την εξουσία να επιβάλλουν αλλαγές στο υπόδειγμα προσφοράς διασυνδέσεως ορισμένων οργανισμών με σημαντική ισχύ στην αγορά.
69. Το τέταρτο γενικό χαρακτηριστικό είναι ότι η οδηγία αφήνει στα κράτη μέλη σημαντικά περιθώρια ελιγμών ως προς την εφαρμογή της.
70. Το άρθρο 1, πρώτο εδάφιο, χρησιμοποιεί τη λέξη «πλαίσιο», το οποίο, στη δεύτερη αιτιολογική σκέψη, χαρακτηρίζεται ως «γενικό», προκειμένου να περιγραφεί η φύση των κανόνων της οδηγίας. Επομένως, σκοπός της οδηγίας δεν είναι η επίτευξη πλήρους εναρμονίσεως.
71. Επιπλέον, όσον αφορά ορισμένες βασικές έννοιες, η οδηγία χρησιμοποιεί ανακριβείς ορισμούς (π.χ. «διασύνδεση» ), παρέχει διακριτική ευχέρεια στα κράτη μέλη ως προς το προσωπικό πεδίο εφαρμογής των εφαρμοστέων διατάξεων (π.χ. «οργανισμοί με σημαντική ισχύ στην αγορά» , «οργανισμοί του παραρτήματος ΙΙ» ) ή δεν δίδει κανένα απολύτως ορισμό («πρόσβαση στο δίκτυο»). ράγματι, η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή διατύπωσε το ακόλουθο σχόλιο επί της προτάσεως της Επιτροπής: «θα ήταν επιθυμητό, λόγω της μεγάλης σημασίας της, να καταστεί σαφέστερη η ρυθμιστική αυτή πρόταση με καθορισμούς και συγκεκριμένες περιχαράξεις, αφού επιπλέον αποκτήσει μια πιο συγκεκριμένη και λογική διάρθρωση» .
72. Καθώς φαίνεται, κατά τη διάρκεια της νομοθετικής διαδικασίας, το Συμβούλιο όχι μόνον δεν κατέστησε τις διατάξεις της προτάσεως αυστηρότερες, αλλά αντίθετα τους προσέδωσε ακόμη μεγαλύτερη ευκαμψία .
73. Η ευκαμψία αυτή αποτελεί ίσως την αναγκαία συνέπεια της ταχύτητας των τεχνολογικών και οικονομικών εξελίξεων στον τομέα των τηλεπικοινωνιών, καθώς και του διαφορετικού βαθμού ελευθερώσεως του τομέα αυτού εντός της Κοινότητας. Στα κράτη μέλη στα οποία ο φορέας που είχε προηγουμένως ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα έχει πολύ ισχυρή θέση στην αγορά, η ασύμμετρη ρύθμιση και η αυστηρή επιτήρηση των συμφωνιών προσβάσεως και διασυνδέσεως είναι αναγκαίες για τη δημιουργία ανταγωνιστικών αγορών. Αντίθετα, σε άλλες χώρες, στις οποίες οι αγορές είναι ήδη ανταγωνιστικές, μια δύσκαμπτη και αυστηρή ρύθμιση θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά τις επενδύσεις σε υποδομή. Τα κράτη μέλη θα πρέπει επομένως να διαθέτουν οπωσδήποτε ορισμένα περιθώρια διακριτικής ευχέρειας ως προς την προσαρμογή του ρυθμιστικού πλαισίου τους προς τις οικονομικές μεταβολές της εθνικής αγοράς τους στον τομέα των τηλεπικοινωνιών.
74. Κατά συνέπεια, η οδηγία 97/33 χαρακτηρίζεται κυρίως από:
- την προτεραιότητα που δίδεται στις εμπορικής φύσεως διαπραγματεύσεις μεταξύ των διασυνδεόμενων μερών,
- «ασύμμετρες» διατάξεις, οι οποίες επιβάλλουν ειδικές υποχρεώσεις στους φορείς που έχουν σημαντική ισχύ στην αγορά,
- επιτήρηση των συμφωνιών προσβάσεως και διασυνδέσεως από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές,
- ορισμένη ευκαμψία των διατάξεων της.
75. Σύμφωνα με την ερμηνεία που δίδει η Telefónica στο άρθρο 9, παράγραφος 2, και στο παράρτημα VII, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να καθορίζουν εκ των προτέρων όρους σε άλλους τομείς, πέραν από τους αναφερόμενους στο πρώτο μέρος του παραρτήματος VII.
76. Από τους σκοπούς όμως και τα γενικά χαρακτηριστικά της οδηγίας 97/33, που περιγράφηκαν ανωτέρω, προκύπτει ότι η ερμηνεία αυτή δεν μπορεί να είναι ορθή· ειδικότερα, δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτή στην περίπτωση κατά την οποία ένας οργανισμός του παραρτήματος Ι με σημαντική ισχύ στην αγορά έχει λάβει αίτημα παροχής προσβάσεως ή διασυνδέσεως. Στην περίπτωση αυτή, ο προκαθορισμός όρων στους τομείς μόνο που παρατίθενται στο πρώτο μέρος του παραρτήματος VII δεν θα αρκούσε για την επίτευξη του γενικού σκοπού της δημιουργίας συνθηκών ανοικτής και αποτελεσματικής διασυνδέσεως και προσβάσεως. Επιπλέον, ο πίνακας που περιλαμβάνεται στο πρώτο μέρος του παραρτήματος VII δεν αντανακλά τις ειδικές υποχρεώσεις στις οποίες ενδέχεται να υπόκειται, σύμφωνα με τα άρθρα 4, παράγραφος 2, 6, 7 και 8 της οδηγίας, ο οργανισμός που έχει σημαντική ισχύ στην αγορά. Τούτο σημαίνει ότι, όσον αφορά τουλάχιστον τους οργανισμούς του παραρτήματος Ι με σημαντική ισχύ στην αγορά, ο περιλαμβανόμενος στο πρώτο μέρος κατάλογος θεμάτων είτε δεν έχει καμία εφαρμογή ή δεν μπορεί να περιέχει περιοριστική απαρίθμηση.
77. Η ερμηνεία της Telefónica είναι επίσης δύσκολο να συμβιβαστεί με άλλες διατάξεις της οδηγίας.
78. Σύμφωνα με τον γενικό κανόνα του άρθρου 9, παράγραφος 1, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές πρέπει όχι μόνον να ενθαρρύνουν, αλλά και να «εξασφαλίζουν» την επαρκή διασύνδεση προς το συμφέρον όλων των χρηστών. Η επιβολή ορισμένων εκ των προτέρων όρων, πέραν των αναφερομένων στον πίνακα του πρώτου μέρους του παραρτήματος VII, είναι απαραίτητη, τουλάχιστον όσον αφορά τους κατέχοντες δεσπόζουσα θέση φορείς.
79. Κατά το άρθρο 9, παράγραφος 3, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές μπορούν, κατά την επιδίωξη των στόχων του άρθρου 9, παράγραφος 1, να παρεμβαίνουν «με δική τους πρωτοβουλία» και «ανά πάσα στιγμή». Από αυτό συνάγεται έμμεσα ότι μπορούν να παρεμβαίνουν ήδη πριν από την έναρξη των εμπορικού χαρακτήρα διαπραγματεύσεων.
80. Κατά το άρθρο 7, παράγραφος 3, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές πρέπει να έχουν την εξουσία να επιβάλλουν αλλαγές στα υποδείγματα προσφοράς διασυνδέσεως . Η επιβολή αλλαγών στο υπόδειγμα προσφοράς διασυνδέσεως, το οποίο έχει γενικό χαρακτήρα και περιέχει τυποποιημένους όρους, έχει συνεπώς παρόμοια αποτελέσματα με την εκ των προτέρων επιβολή όρων.
81. Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι το άρθρο 9, παράγραφος 2, της οδηγίας 97/33, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το παράρτημα VII της οδηγίας αυτής, έχει την έννοια ότι απαγορεύει στα κράτη μέλη να υποχρεώνουν τον οργανισμό που εκμεταλλεύεται δημόσιο τηλεπικοινωνιακό δίκτυο και έχει σημαντική ισχύ στην αγορά να παρέχει διασύνδεση στα τοπικά κέντρα μεταγωγής και στα κέντρα ανώτερου επιπέδου μεταγωγής.
Το άρθρο 16 της οδηγίας 98/10/ΕΚ και το τέταρτο πρωτόκολλο της γενικής συμφωνίας για τις συναλλαγές στον τομέα των υπηρεσιών
82. ρος στήριξη των ισχυρισμών τους ότι οι ισπανικές διατάξεις δεν αντιβαίνουν στην οδηγία 97/33, η μεν Επιτροπή παραπέμπει στο άρθρο 16 της οδηγίας 98/10 , η δε Ισπανική Κυβέρνηση παραπέμπει στην «Additional commitment by the European Communities and their Member States» («ρόσθετη δέσμευση των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και των κρατών μελών τους»), η οποία έχει προσαρτηθεί στο τέταρτο πρωτόκολλο της γενικής συμφωνίας για τις συναλλαγές στον τομέα των υπηρεσιών .
83. Δεδομένου ότι κανείς από όσους υπέβαλαν παρατηρήσεις δεν υποστήριξε ότι οι ανωτέρω κανόνες απαγορεύουν στα κράτη μέλη να θεσπίζουν κανονιστικές διατάξεις σαν τις επίμαχες στην κύρια δίκη, δεν χρειάζεται να διατυπώσω άποψη επί της ερμηνείας τους ή επί των αποτελεσμάτων που έχουν εντός της κοινοτικής έννομης τάξης.
ρόσβαση στον τοπικό βρόχο
84. Όσον αφορά την πρόσβαση στον τοπικό βρόχο, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η οδηγία 97/33 καλύπτει την «κοινή (μεριζόμενη) πρόσβαση στον τοπικό βρόχο» αλλ' όχι την «πλήρως αδεσμοποίητη πρόσβαση στον τοπικό βρόχο» υπό την έννοια του κανονισμού 2887/2000 . Η Επιτροπή φρονεί συνεπώς ότι, εφόσον η Κοινότητα δεν έχει ρυθμίσει το τελευταίο αυτό ζήτημα, τα κράτη μέλη εξακολουθούν να είναι ελεύθερα να υποχρεώνουν ορισμένους φορείς να παρέχουν πλήρως αδεσμοποίητη πρόσβαση στον τοπικό βρόχο.
85. Φρονώ ότι και στο σημείο αυτό δεν χρειάζεται να διατυπώσω άποψη και να οροθετήσω επακριβώς το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 97/33 ως προς την πρόσβαση στον τοπικό βρόχο. Εν πάση περιπτώσει, οι διατάξεις της οδηγίας 97/33 δεν απαγορεύουν στα κράτη μέλη να υποχρεώνουν τον φορέα με σημαντική ισχύ στην αγορά να παρέχει διασύνδεση ή πρόσβαση στο δίκτυό του σε ορισμένα προκαθορισμένα σημεία.
86. Επιπλέον, το ζήτημα της υποχρεώσεως παροχής προσβάσεως στον συνδρομητικό βρόχο αποτελεί, εκ πρώτης όψεως και μέχρι ορισμένο βαθμό, υποθετικό ζήτημα. Θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι, κατά το άρθρο 9, παράγραφος 4, του βασιλικού διατάγματος 1651/1998, ο οικείος φορέας τηλεπικοινωνιών υποχρεούται να παράσχει πρόσβαση στον βρόχο των συνδρομητικών γραμμών «κατά την ημερομηνία και υπό τους όρους» που προσδιορίζει προς τούτο ο αρμόδιος υπουργός. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση η Επιτροπή δήλωσε ότι μέχρι πρόσφατα η Ισπανική Κυβέρνηση δεν είχε εκδώσει τέτοια απόφαση. Μόλις στις 22 Δεκεμβρίου 2000, δηλαδή τέσσερις ημέρες μετά την έκδοση του κανονισμού 2887/2000, εκδόθηκε στην Ισπανία βασιλικό διάταγμα που επιβάλλει την αδεσμοποίητη πρόσβαση στον τοπικό βρόχο .
ρόταση
87. Κατόπιν των ανωτέρω φρονώ ότι στο ερώτημα του Tribunal Supremo πρέπει να δοθεί η εξής απάντηση:
«Τα άρθρα 4, παράγραφος 2, και 9, παράγραφος 2, της οδηγίας 97/33/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1997, για τη διασύνδεση στον χώρο των τηλεπικοινωνιών προκειμένου να διασφαλισθεί καθολική υπηρεσία και διαλειτουργικότητα, με εφαρμογή των αρχών παροχής ανοικτού δικτύου (ΟΝΡ), σε συνδυασμό με το παράρτημα VII της εν λόγω οδηγίας, δεν απαγορεύουν στα κράτη μέλη να υποχρεώνουν τον φορέα που εκμεταλλεύεται δημόσιο τηλεπικοινωνιακό δίκτυο και έχει σημαντική ισχύ στην αγορά
- να παρέχει διασύνδεση στα τοπικά κέντρα μεταγωγής και στα κέντρα ανώτερου επιπέδου μεταγωγής και
- να διευκολύνει την πρόσβαση στον τοπικό βρόχο των συνδρομητικών γραμμών.»
Full & Egal Universal Law Academy