ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
M. POIARES MADURO
της 18ης Μαΐου 2004 (1)
Υπόθεση C-87/00
Roberto Nicoli
κατά
Eridania SpA
[αίτηση του Giudice di Pace di Genova (Ιταλία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Ζάχαρη – Περίοδος εμπορίας 1998/1999 – Τιμή παρεμβάσεως της λευκής ζάχαρης για την Ιταλία – Ελλειμματικές ζώνες – Έννοια της καταναλώσεως»
1. Με την υπό κρίση αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, το αιτούν δικαστήριο υποβάλλει στο Δικαστήριο ένα ερώτημα σχετικό με την κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα της ζάχαρης. Η οργάνωση αυτή συνεπάγεται τον καθορισμό διαφορετικών τιμών για τη ζάχαρη και τα τεύτλα, οι οποίες είναι υψηλότερες για τις ελλειμματικές ζώνες απ’ ό,τι για τις πλεονασματικές ζώνες. Το κεντρικό ζήτημα της υπό κρίση υποθέσεως αποτελεί η έννοια της καταναλώσεως η οποία χρησιμοποιείται κατά τον υπολογισμό στον οποίο πρέπει να προβαίνουν τα αρμόδια κοινοτικά όργανα, προκειμένου να αποφασίζουν αν μια ζώνη είναι πλεονασματική ή ελλειμματική. Το Δικαστήριο ερωτάται αν το γεγονός ότι δεν θεωρήθηκε ότι καταναλώνεται εντός κράτους μέλους η ζάχαρη η οποία ενσωματώνεται σε προϊόντα που μεταποιούνται εντός του κράτους αυτού και προορίζονται για εξαγωγή καθιστά άκυρο τον κανονισμό, ο οποίος δεν περιέλαβε την Ιταλία, για την περίοδο 1998/1999, μεταξύ των ελλειμματικών ζωνών της Κοινότητας.
I – Νομικό πλαίσιο, πραγματικά περιστατικά, διαδικασία και προδικαστικά ερωτήματα
2. Σύμφωνα με την τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού (ΕΟΚ) 1785/81 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1981, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα της ζάχαρης (2) (στο εξής: βασικός κανονισμός), ο οποίος έχει εφαρμογή εν προκειμένω, η οργάνωση αυτή έχει ως σκοπό, εκτός από τη λειτουργία και την ανάπτυξη της κοινής αγοράς για τα γεωργικά προϊόντα, «να διασφαλίζεται στους παραγωγούς τεύτλων και ζαχαροκαλάμων της Κοινότητος η διατήρηση των αναγκαίων εγγυήσεων, όσον αφορά την απασχόλησή τους και το βιοτικό τους επίπεδο» διά της λήψεως «μέτρ[ων] κατάλληλ[ων] για τη σταθεροποίηση της αγοράς της ζάχαρης». Τα μέτρα αυτά περιλαμβάνουν κανόνες αφορώντες ιδίως τις τιμές και τις ποσοστώσεις.
3. Όσον αφορά την τιμή της λευκής ζάχαρης, το άρθρο 3, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού προβλέπει ότι ορίζεται ετησίως μια τιμή παρεμβάσεως για τις μη ελλειμματικές ζώνες και μια παράγωγη τιμή παρεμβάσεως για καθεμία από τις ελλειμματικές ζώνες. Σύμφωνα με τα άρθρα 4 και 5 του βασικού κανονισμού, ορίζονται ετησίως ελάχιστες τιμές για τα τεύτλα –την πρώτη ύλη από την οποία παράγεται η ζάχαρη– οι οποίες προσαυξάνονται για τις ελλειμματικές ζώνες με ποσό ίσο προς τη διαφορά μεταξύ της παράγωγης τιμής παρεμβάσεως της οικείας ζώνης και της τιμής παρεμβάσεως, ποσό το οποίο πολλαπλασιάζεται με τον συντελεστή 1,30.
4. Τα άρθρα 24 και 25 του βασικού κανονισμού προβλέπουν την απονομή σε κάθε κράτος μέλος μιας ποσοστώσεως A και μιας ποσοστώσεως B για την παραγωγή ζάχαρης και ισογλυκόζης. Αυτές οι ποσοστώσεις απονέμονται από τα κράτη μέλη στις επιχειρήσεις σύμφωνα με τα κριτήρια που καθορίζει η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση. Το άρθρο 9 του εν λόγω κανονισμού προβλέπει ότι οι οργανισμοί παρεμβάσεως τους οποίους ορίζουν τα κράτη μέλη έχουν την υποχρέωση να αγοράζουν τη ζάχαρη που παράγεται εντός των ορίων των ποσοστώσεων στις τιμές παρεμβάσεως ή στις παράγωγες τιμές παρεμβάσεως, πράγμα το οποίο παρέχει μια εγγύηση διαθέσεως και μια εγγύηση τιμής. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 26 του κανονισμού αυτού, η ζάχαρη που παράγεται εκτός ποσοστώσεως (ζάχαρη Γ) δεν απολαύει καμίας εγγυήσεως και πρέπει κατ’ αρχήν να εξαχθεί χωρίς δικαίωμα επιστροφής ή να διατεθεί στην κοινοτική αγορά κατόπιν της επιβολής των δασμών που έχουν εφαρμογή στην εισαγόμενη ζάχαρη.
5. Η τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού (ΕΚ) 1361/98 (3), ο οποίος καθορίζει τις τιμές παρεμβάσεως για την περίοδο εμπορίας 1998/1999 (στο εξής: επίδικος κανονισμός) και ο οποίος εκδόθηκε κατ’ εφαρμογήν του βασικού κανονισμού, διευκρινίζει «ότι προβλέπεται ελλειμματική κατάσταση εφοδιασμού στις ζώνες παραγωγής της Ιρλανδίας, του Ηνωμένου Βασιλείου, της Ισπανίας, της Πορτογαλίας και της Φινλανδίας». Πράγματι, το άρθρο 1 του επίδικου κανονισμού δεν καθόρισε παράγωγη τιμή παρεμβάσεως για την Ιταλία.
6. Εν προκειμένω, ο R. Nicoli πώλησε στην Eridania SpA (στο εξής: Eridania) την παραγωγή του τεύτλων που αντιστοιχούσε στην περίοδο εμπορίας 1998/1999. Για την πώληση αυτή, η Eridania κατέβαλε στον ενάγοντα ποσό το οποίο δεν περιλαμβάνει την προσαύξηση που θα είχε εφαρμογή αν η Ιταλία είχε χαρακτηρισθεί ελλειμματική ζώνη. Ο R. Nicoli άσκησε αγωγή κατά της Eridania με αίτημα να υποχρεωθεί αυτή να του καταβάλει την εν λόγω προσαύξηση.
7. Στις 28 Φεβρουαρίου 2000, το αιτούν δικαστήριο υπέβαλε τρία προδικαστικά ερωτήματα που περιήλθαν στο Δικαστήριο στις 7 Μαρτίου 2000. Με την αίτησή του, το αιτούν δικαστήριο εξέθεσε το ακόλουθο επιχείρημα: ένα κράτος μέλος που πρέπει να εισαγάγει ζάχαρη για να ικανοποιήσει τις ανάγκες του πρέπει να θεωρηθεί ελλειμματική ζώνη και να καθορισθεί ως προς αυτό παράγωγη τιμή παρεμβάσεως· αν η ζάχαρη η οποία προστίθεται στην Ιταλία στα εξαγόμενα προς άλλα κράτη μέλη τρόφιμα θεωρηθεί ότι καταναλώνεται στα κράτη αυτά, το κύρος του επίδικου κανονισμού φαίνεται αμφίβολο λαμβανομένης υπόψη της λογικής που διαπνέει την έννοια της ελλειμματικής καταστάσεως, διότι η Ιταλία θα μπορούσε να έχει ανάγκη να εισαγάγει ζάχαρη και συγχρόνως να μην καθορίζεται ως προς αυτήν παράγωγη τιμή παρεμβάσεως· τούτο συνεπάγεται την ακυρότητα του επίδικου κανονισμού.
8. Με απόφαση του Προέδρου του Δικαστηρίου της 13ης Απριλίου 2000, το Δικαστήριο ανέστειλε τη διαδικασία εν αναμονή της εκβάσεως της υποθέσεως Ιταλία κατά Συμβουλίου, η οποία αφορούσε το κύρος του επίδικου κανονισμού σε σχέση προς την κατάταξη της Ιταλίας ως πλεονασματικής ζώνης. Δεδομένου ότι εκδόθηκε απόφαση επί της υποθέσεως αυτής στις 14 Μαρτίου 2002 (4), ο Γραμματέας του Δικαστηρίου γνωστοποίησε την εν λόγω απόφαση στο αιτούν δικαστήριο και το ρώτησε αν, υπό το φως της αποφάσεως αυτής, είχε την πρόθεση να εμμείνει στην αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως. Αφού άκουσε τους εκπροσώπους των διαδίκων της κύριας δίκης, το αιτούν δικαστήριο αποφάσισε, με διάταξη της 30ής Ιουλίου 2002, ότι εμμένει στο δεύτερο και στο τρίτο ερώτημα, αλλά ότι ανακαλεί το πρώτο. Το αιτούν δικαστήριο έκρινε ότι η εν λόγω απόφαση του Δικαστηρίου δεν αποφάνθηκε επί της ερμηνείας που πρέπει να δοθεί στην έννοια της «καταναλώσεως εντός συγκεκριμένης ζώνης» και, επομένως, ενέμεινε και στο ερώτημα του κύρους, «όχι μόνον από πλευράς της αιτιολογίας του, αλλά επίσης και προπάντων κατά το μέτρο που ο [επίδικος] κανονισμός παραλείπει να καθορίσει παράγωγη τιμή παρεμβάσεως για όλες τις ζώνες της Ιταλίας».
9. Επομένως, τα υποβληθέντα στο Δικαστήριο προδικαστικά ερωτήματα είναι τα ακόλουθα:
«[1)] Πρέπει ο [βασικός] κανονισμός […] να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο χαρακτηρισμός μιας ζώνης ως ελλειμματικής πρέπει να πραγματοποιείται βάσει μιας μεθόδου υπολογισμού που θεωρεί ότι καταναλώνεται στη ζώνη αυτή η ζάχαρη η οποία ενσωματώνεται σε μεταποιημένο προϊόν, έστω και αν το προϊόν αυτό καταναλώνεται σε άλλη χώρα, ή αν ο χαρακτηρισμός της ζώνης αυτής ως ελλειμματικής πρέπει να πραγματοποιείται βάσει μιας μεθόδου υπολογισμού η οποία δεν θεωρεί ότι καταναλώνεται στη ζώνη αυτή η ζάχαρη που ενσωματώνεται σε μεταποιημένο προϊόν το οποίο όμως καταναλώνεται σε άλλη χώρα;
[2)] Είναι έγκυρος ο [επίδικος] κανονισμός […] στο μέτρο που παραλείπει να ορίσει παράγωγη τιμή παρεμβάσεως για όλες τις περιοχές της Ιταλίας, από πλευράς του άρθρου 3, παράγραφος 1, του άρθρου 5, παράγραφος 3, και του άρθρου 6, παράγραφος 2, του [βασικού] κανονισμού […] και δεν περιλαμβάνει καμία σχετική προς τούτο αιτιολογία;»
II – Παρατηρήσεις των διαδίκων
10. Η Επιτροπή, το Συμβούλιο και η Eridania ισχυρίζονται ότι έχει ήδη δοθεί απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα με την προπαρατεθείσα απόφαση Ιταλία κατά Συμβουλίου. Έτσι, το Συμβούλιο και η Eridania προτείνουν να εκδοθεί διάταξη κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 104, παράγραφος 3, του κανονισμού διαδικασίας, διότι τα ερωτήματα ταυτίζονται με ερωτήματα επί των οποίων έχει ήδη αποφανθεί το Δικαστήριο. Το Συμβούλιο επικαλείται επίσης τη δυνατότητα κηρύξεως της αιτήσεως απαράδεκτης. Ωστόσο, η Ιταλική Κυβέρνηση και ο R. Nicoli θεωρούν ότι η εν λόγω απόφαση δεν δίδει απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα.
11. Όσον αφορά την ουσία, ο R. Nicoli και η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζουν το επιχείρημα του αιτούντος δικαστηρίου που παρατίθεται στο σημείο 7 ανωτέρω. Κατά τον R. Nicoli, αν στην έννοια της καταναλώσεως που χρησιμοποιήθηκε για τον υπολογισμό είχε περιληφθεί η ζάχαρη η οποία ενσωματώνεται εντός προϊόντων που μεταποιούνται εντός ενός κράτους μέλους και προορίζονται για άλλο κράτος μέλος, η Ιταλία θα είχε θεωρηθεί ελλειμματική ζώνη. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέσχε το ιταλικό Υπουργείο Γεωργικών και Δασικών Πόρων, τα οποία προέρχονται από την Επιτροπή, υπάρχει μια διαφορά 135 360 τόνων μεταξύ της ζάχαρης που ενσωματώνεται στα μεταποιούμενα εντός της Ιταλίας προϊόντα και στη συνέχεια εξάγεται (326 210 τόνοι) και της ζάχαρης που ενσωματώνεται στα προϊόντα που μεταποιούνται εντός άλλων χωρών και στη συνέχεια εισάγεται στην Ιταλία (190 860 τόνοι). Αν αυτή η διαφορά (135 360 τόνοι) είχε προστεθεί στο ποσό της καταναλώσεως, η Ιταλία θα είχε θεωρηθεί ελλειμματική ζώνη για το έτος 1998/1999, δεδομένου ότι η κατανάλωση θα ήταν υψηλότερη από την παραγωγή. Συνεπώς, έπρεπε να προβλεφθεί παράγωγη τιμή παρεμβάσεως για την Ιταλία. Οι συνέπειες της χρησιμοποιηθείσας εννοίας της καταναλώσεως είναι σημαντικές για μια χώρα η οποία, όπως η Ιταλία, παράγει και εξάγει μεγάλες ποσότητες μεταποιημένων προϊόντων.
12. Πάντοτε κατά τον R. Nicoli, η ενσωμάτωση ζάχαρης στα μεταποιημένα προϊόντα αποτελεί στοιχείο της καταναλώσεως το οποίο δεν πρέπει να παραμελείται προκειμένου να εκτιμηθεί η ικανότητα ενός κράτους μέλους να ικανοποιεί τις ανάγκες του σε ζάχαρη, οι οποίες περιλαμβάνουν τις ανάγκες των βιομηχανιών μεταποιήσεως. Αυτό το οποίο έχει σημασία για τον χαρακτηρισμό μιας χώρας ως ελλειμματικής είναι το ενδεχόμενο να υποχρεωθεί η χώρα αυτή να αγοράσει λευκή ζάχαρη από πλεονασματικές χώρες, πράγμα το οποίο εξαρτάται από τη συνολική εγχώρια ανάγκη, περιλαμβανομένης της ζητήσεως των εξαγωγικών βιομηχανιών. Η έννοια της καταναλώσεως που χρησιμοποιούν τα αρμόδια κοινοτικά όργανα αντιβαίνει στον σκοπό που επιδιώκει ο βασικός κανονισμός. Το να γίνει δεκτή η έννοια αυτή της καταναλώσεως αποτελεί πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως, το οποίο συνεπάγεται την ακυρότητα του επίδικου κανονισμού.
13. Κατά την Eridania, την απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα δίδει ο κανονισμός (ΕΚ) 779/96 της Επιτροπής, της 29ης Απριλίου 1996, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 1785/81, όσον αφορά τις ανακοινώσεις στον τομέα της ζάχαρης (5). Κατά το παράρτημα ΙΙ του εν λόγω κανονισμού, η ζάχαρη η οποία περιέχεται στα προϊόντα που μεταποιούνται εντός μιας χώρας, αλλά εξάγονται στο εξωτερικό, δεν εμπίπτει στην κατηγορία της ζάχαρης που καταναλώνεται εντός της εν λόγω χώρας.
14. Επί της ουσίας, η Επιτροπή και το Συμβούλιο υποβάλλουν παρεμφερείς παρατηρήσεις. Η Επιτροπή εξηγεί ότι ο σκοπός του καθορισμού υψηλότερης παράγωγης τιμής παρεμβάσεως για τις ελλειμματικές ζώνες είναι να παράσχει τη δυνατότητα στις ελλειμματικές ζώνες να εφοδιασθούν με τη ζάχαρη των μη ελλειμματικών ζωνών. Η παράγωγη τιμή παρεμβάσεως συνεπάγεται μερική αντιστάθμιση των εξόδων μεταφοράς. Ο καθορισμός παράγωγης τιμής σκοπεί επίσης στην αποφυγή της μειώσεως της παραγωγής τεύτλων, πράγμα το οποίο θα συνεπαγόταν ακόμη μεγαλύτερο έλλειμμα κατά τις επόμενες περιόδους εμπορίας.
15. Η Επιτροπή προβάλλει το ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως το οποίο διαθέτουν τα κοινοτικά όργανα στον τομέα αυτόν. Κατά την Επιτροπή, υπάρχουν πλείονες μέθοδοι εκτιμήσεως του προβλεπομένου ελλείμματος ζάχαρης σε μια γεωγραφική ζώνη, καθεμία από τις οποίες παρουσιάζει πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα. Κατά την Επιτροπή, το γεγονός ότι ο κανονισμός (ΕΚ) 1260/2001 (6), ο οποίος αντικατέστησε τον βασικό κανονισμό, δεν τροποποίησε ούτε όρισε με μεγαλύτερη ακρίβεια την έννοια της καταναλώσεως επιβεβαιώνει την ερμηνεία της εννοίας αυτής στην πρακτική των κοινοτικών οργάνων. Η έννοια αυτή είναι αντίστοιχη προς τη χρησιμοποιούμενη για τους άλλους μηχανισμούς της κοινής οργανώσεως των αγορών της ζάχαρης και, ιδίως, για τις προβλεπόμενες από τον προπαρατεθέντα κανονισμό 779/96 ανακοινώσεις στοιχείων, που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των εισφορών λόγω παραγωγής και για τη διαχείριση των επιστροφών λόγω εξαγωγής. Τέλος, το Συμβούλιο και η Επιτροπή θεωρούν ότι η υιοθέτηση της μεθόδου την οποία υποστηρίζει ο R. Nicoli υπερβαίνει το περιθώριο εκτιμήσεως των οργάνων και αποτελεί κατάχρηση εξουσίας. Μια τέτοια μεταβολή πραγματοποιούμενη χωρίς τροποποίηση του βασικού κανονισμού συνεπάγεται την άσκηση της εξουσίας καθορισμού παράγωγης τιμής παρεμβάσεως για σκοπούς διαφορετικούς από αυτούς που επιθυμούσε ο νομοθέτης, με μόνο στόχο την αύξηση του εισοδήματος των Ιταλών παραγωγών τεύτλων.
16. Πριν από τη συνεδρίαση, το Δικαστήριο έθεσε στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή μια ερώτηση στην οποία έπρεπε να δοθεί γραπτή απάντηση. Αυτά τα κοινοτικά όργανα έπρεπε να καταστήσουν γνωστό στο Δικαστήριο αν, κατά τις προβλέψεις τους, η Ιταλία θα έπρεπε να έχει θεωρηθεί ελλειμματική ζώνη για την περίοδο εμπορίας 1998/1999 αν η κατανάλωση είχε υπολογισθεί με βάση τη θεώρηση ότι καταναλώνεται εντός ορισμένης ζώνης η ζάχαρη η οποία ενσωματώνεται εντός της ζώνης αυτής σε μεταποιημένο προϊόν, αλλά στη συνέχεια εξάγεται.
17. Τα δύο αυτά κοινοτικά όργανα δέχθηκαν ότι με τη χρήση μιας τέτοιας ερμηνείας της εννοίας της καταναλώσεως η Ιταλία θα είχε θεωρηθεί ελλειμματική ζώνη για την περίοδο εμπορίας 1998/1999. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέσχε η Επιτροπή, το προβλεπόμενο για την Ιταλία έλλειμμα θα ανερχόταν σε 47 800 τόνους ζάχαρης αν είχε περιληφθεί στην κατανάλωση η ζάχαρη που ενσωματώνεται στα προοριζόμενα προς εξαγωγή προϊόντα και είχε εξαιρεθεί η ζάχαρη που ενσωματώνεται στα προϊόντα που μεταποιούνται εντός άλλων ζωνών και εισάγονται στην Ιταλία, όπως φαίνεται λογικό να γίνεται αν γίνει δεκτή η προτεινόμενη από τον R. Nicoli έννοια της καταναλώσεως.
18. Οι γραπτές παρατηρήσεις του R. Nicoli, της Eridania, της Ιταλικής Κυβερνήσεως, του Συμβουλίου και της Επιτροπής συμπληρώθηκαν από τις παρατηρήσεις τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 25ης Μαρτίου 2004, οι οποίες θα ληφθούν επίσης υπόψη κατά την εκτίμηση της υποθέσεως.
III – Εκτίμηση
19. Είναι αναγκαίο, κατ’ αρχάς, να αναδιατυπωθούν τα ερωτήματα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο. Το δικαστήριο αυτό προφανώς υποβάλλει στο Δικαστήριο δύο χωριστά ερωτήματα, εκ των οποίων το ένα αφορά την ερμηνεία και το δεύτερο το κύρος. Πάντως, το πρώτο ερώτημα δεν έχει αυτοτελές περιεχόμενο, διότι το αιτούν δικαστήριο δεν ζητεί από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει μια διάταξη του κοινοτικού δικαίου που αυτό θα έπρεπε να εφαρμόσει στην κύρια δίκη. Στην πραγματικότητα, το πρώτο αυτό ερώτημα αποτελεί απλώς έναν από τους δύο λόγους που θα μπορούσαν να συνεπάγονται την ακυρότητα του επίδικου κανονισμού. Επομένως, τα υποβληθέντα ερωτήματα πρέπει να νοηθούν ως ένα μόνον ερώτημα με το οποίο ζητείται από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του κύρους του επίδικου κανονισμού, κατά το μέτρο που αυτός παραλείπει να καθορίσει παράγωγη τιμή παρεμβάσεως για την Ιταλία, λαμβανομένης υπόψη της αιτιολογίας του και της εννοίας της καταναλώσεως που χρησιμοποιήθηκε για την έκδοσή του.
20. Κατόπιν της αναδιατυπώσεως των ερωτημάτων, πρέπει να προσδιορισθεί η επιρροή που ασκεί στο ζήτημα αυτό του κύρους η προπαρατεθείσα απόφαση Ιταλία κατά Συμβουλίου. Συναφώς, νομίζω ότι ο ισχυρισμός της Επιτροπής, του Συμβουλίου και της Eridania ότι έχει δοθεί απάντηση στα ερωτήματα με την απόφαση αυτή είναι βάσιμος μόνον όσον αφορά την αιτιολογία του επίδικου κανονισμού. Πράγματι, από τις σκέψεις 56 έως 63 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Ιταλία κατά Συμβουλίου, προκύπτει ότι το Δικαστήριο έκρινε την αιτιολογία του κανονισμού σύμφωνη προς τις επιταγές του άρθρου 253 ΕΚ. Επομένως, το κύρος του δεν μπορεί να τεθεί υπό αμφισβήτηση λόγω παραβιάσεως των επιταγών αιτιολογήσεως όσον αφορά την απόφαση να μην καθορισθεί παράγωγη τιμή παρεμβάσεως για την Ιταλία. Συνεπώς, αυτό το ζήτημα της υπό κρίση υποθέσεως μπορεί να επιλυθεί διά της απλής παραπομπής στην εν λόγω απόφαση.
21. Η κατάσταση διαφέρει ως προς τον λόγο ακυρότητας που αφορά την έννοια της καταναλώσεως, ο οποίος δεν εξετάσθηκε με την προπαρατεθείσα απόφαση Ιταλία κατά Συμβουλίου. Όπως διαπιστώνει το αιτούν δικαστήριο, με την απόφαση αυτή δεν δόθηκε απάντηση στο ζήτημα αν η ζάχαρη η οποία ενσωματώνεται στα μεταποιημένα προϊόντα που προορίζονται για εξαγωγή πρέπει να θεωρείται ως κατανάλωση και αν ο επίδικος κανονισμός πρέπει να ακυρωθεί λόγω της εννοίας της καταναλώσεως την οποία χρησιμοποιεί.
22. Τούτο προκύπτει από την απλή ανάγνωση των σκέψεων 71 έως 78 της εν λόγω αποφάσεως. Κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, η αξιολόγηση της καταστάσεως πρέπει να βασίζεται στην ποσότητα ζάχαρης που εισάγεται ακατέργαστη, αφαιρουμένων των εξαγωγών («ιταλική» μέθοδος), και όχι στη μέθοδο η οποία συγκρίνει την παραγωγή και την κατανάλωση εντός κάθε ζώνης («κοινοτική» μέθοδος). Τα αρμόδια κοινοτικά όργανα εφάρμοσαν την κοινοτική μέθοδο από την περίοδο εμπορίας 1998/1999, χωρίς να δικαιολογήσουν την αλλαγή της μεθόδου. Συναφώς, το Δικαστήριο έκρινε ότι «η Ιταλική Κυβέρνηση δεν απέδειξε επαρκώς την ύπαρξη […] αλλαγής μεθόδου» (σκέψη 72). Στη συνέχεια, διαπίστωσε ότι, προκειμένου για τις δύο περιόδους εμπορίας που προηγήθηκαν της περιόδου εμπορίας 1998/1999, η Επιτροπή και το Συμβούλιο χρησιμοποίησαν την ίδια μέθοδο με εκείνη που εφάρμοσαν για την προκείμενη περίοδο εμπορίας, «εξετάζοντας τη σχέση μεταξύ της παραγωγής και καταναλώσεως που προβλέπονται για την ερχόμενη περίοδο εμπορίας» (σκέψη 76). Κατά συνέπεια, απέρριψε «τον λόγο ακυρώσεως που αντλείται από έλλειψη αιτιολογίας της φερομένης αλλαγής της μεθόδου εκτιμήσεως». Συνεπώς, είναι μάλλον σαφές ότι η απόφαση αυτή δεν εξετάζει το ζήτημα της ερμηνείας της εννοίας της καταναλώσεως. Επομένως, ορθώς το εθνικό δικαστήριο ενέμεινε στο σχετικό ερώτημά του, το οποίο πρέπει τώρα να εξετασθεί.
23. Υπενθυμίζεται κατ’ αρχάς ότι ο βασικός κανονισμός δεν ορίζει την έννοια της καταναλώσεως. Στην πραγματικότητα, δεν ορίζει καν την έννοια των όρων «ελλειμματικές» και «πλεονασματικές ζώνες», διότι ο κοινοτικός νομοθέτης άφησε τη μέριμνα για τη ρύθμιση των λεπτομερειών αυτών στη διοικητική πρακτική. Μόνον από το παράρτημα ΙΙ του κανονισμού περί των ανακοινώσεων στον τομέα της ζάχαρης (7), ο οποίος είχε εφαρμογή κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης, προκύπτει μάλλον ότι η ζάχαρη που ενσωματώνεται στα μεταποιημένα προϊόντα τα οποία εξάγονται προς τα άλλα κράτη μέλη ή προς τρίτα κράτη δεν περιλαμβάνεται στην παραγωγή μιας συγκεκριμένης ζώνης. Το παράρτημα ΙΙ του εν λόγω κανονισμού δεν σκοπεί στον ορισμό της εννοίας της καταναλώσεως που πρέπει να χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό του ελλειμματικού ή πλεονασματικού χαρακτήρα μιας ζώνης, αλλά απλώς για την καθιέρωση ενός κοινού προτύπου για τις ανακοινώσεις στοιχείων που χρησιμοποιούνται για πλείονες μηχανισμούς της κοινής οργανώσεως των αγορών της ζάχαρης. Συνεπώς, δεν ασκεί επιρροή για το υποβληθέν ερώτημα.
24. Λόγω της σιωπής του νομοθέτη, θα μπορούσε να θεωρηθεί, όπως πρότεινε το Συμβούλιο κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι ο δικαστικός έλεγχος μιας τέτοιας διοικητικής πρακτικής είναι πολύ περιορισμένος, ακόμη και αδύνατος. Ωστόσο, νομίζω ότι, οσάκις τέτοιες επιλογές πραγματοποιούνται κατ’ εφαρμογήν συγκεκριμένης κανονιστικής ρυθμίσεως, πρέπει να ανταποκρίνονται στους σκοπούς της. Επομένως, στην υπό κρίση υπόθεση, τα αρμόδια κοινοτικά όργανα έπρεπε να συμμορφωθούν προς τους σκοπούς του βασικού κανονισμού κατά την εκ μέρους τους επιλογή της εννοίας της καταναλώσεως στο πλαίσιο των υπολογισμών για την έκδοση του επίδικου κανονισμού. Στο Δικαστήριο απόκειται να ελέγξει αν τούτο όντως συμβαίνει.
25. Προς τούτο, πρέπει να διευκρινισθεί ο προσήκων βαθμός δικαστικού ελέγχου. Όπως προκύπτει από παγία νομολογία, όταν η εφαρμογή από τα κοινοτικά όργανα της γεωργικής πολιτικής, ιδίως στον τομέα της ζάχαρης, περιλαμβάνει την ανάγκη εκτιμήσεως περίπλοκης οικονομικής καταστάσεως, η διακριτική ευχέρεια της οποίας απολαύουν δεν εφαρμόζεται αποκλειστικά στη φύση και στο περιεχόμενο των διατάξεων που θα θεσπίσουν, αλλά επίσης, κατά ορισμένο μέτρο, και στη διαπίστωση των βασικών στοιχείων. Ο δικαστής, ελέγχοντας την άσκηση αυτής της αρμοδιότητας, πρέπει να περιορίζεται στην εξέταση του αν η προσβαλλόμενη πράξη πάσχει πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως ή κατάχρηση εξουσίας (8).
26. Αυτή η νομολογία ασκεί επιρροή εν προκειμένω, διότι η έννοια της καταναλώσεως που χρησιμοποιείται προκειμένου να εκτιμηθεί ο ελλειμματικός ή πλεονασματικός χαρακτήρας των ζωνών της Κοινότητας αποτελεί ένα από τα στοιχεία μιας περίπλοκης οικονομικής εκτιμήσεως. Συνεπώς, το Δικαστήριο πρέπει να σέβεται τις οικονομικές επιλογές των αρμοδίων οργάνων, να μην τα υποκαθιστά προβαίνοντας στις συναφείς εκτιμήσεις και να περιορίζει την επέμβασή του στα ζητήματα των οποίων έγινε μνεία στην προηγούμενη σκέψη.
27. Εν προκειμένω, μολονότι ο σκοπός του καθορισμού υψηλότερης παράγωγης τιμής παρεμβάσεως για τις ελλειμματικές ζώνες είναι όντως, όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή στις παρατηρήσεις της, αφενός, να παρασχεθεί στις ζώνες αυτές η δυνατότητα να εφοδιασθούν με τη ζάχαρη των μη ελλειμματικών ζωνών, λαμβανομένων υπόψη, ιδίως, των εξόδων μεταφοράς, και, αφετέρου, να αποφευχθεί η μείωση της παραγωγής τεύτλων, πράγμα το οποίο θα συνεπαγόταν ακόμη υψηλότερο έλλειμμα κατά τις επόμενες περιόδους εμπορίας, πρέπει να αναγνωρισθεί ότι η έννοια της καταναλώσεως που χρησιμοποιούν τα αρμόδια κοινοτικά όργανα εκ πρώτης όψεως μάλλον αντιβαίνει στον εν λόγω σκοπό.
28. Πράγματι, η χρησιμοποιούμενη έννοια της καταναλώσεως έχει ως συνέπεια ότι μια ζώνη μπορεί να χαρακτηρισθεί ως πλεονασματική ακόμη και αν έχει πραγματική ανάγκη εφοδιασμού σε ζάχαρη από άλλες ζώνες της Κοινότητας. Σε μια τέτοια περίπτωση, δεν θα καθορισθεί ως προς τη ζώνη αυτή υψηλότερη τιμή παρεμβάσεως, σε αντίθεση προς τον σκοπό που επιδιώκει ο καθορισμός μιας τέτοιας τιμής. Μια τόσο προφανής απόκλιση μεταξύ των σκοπών του στοιχείου αυτού της κοινής οργανώσεως των αγορών της ζάχαρης και των μέσων που επιλέγονται για την εφαρμογή του συνιστά πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως, εκτός αν τα κοινοτικά όργανα κατορθώσουν να εξηγήσουν τους λόγους για την επιλογή τους.
29. Με τις παρατηρήσεις της, η Επιτροπή επισήμανε ότι η έννοια της καταναλώσεως που χρησιμοποιείται κατά τον καθορισμό του ελλειμματικού ή πλεονασματικού χαρακτήρα μιας ζώνης είναι η χρησιμοποιούμενη για τον υπολογισμό των εισφορών λόγω παραγωγής και για τη διαχείριση των επιστροφών λόγω εξαγωγής, χωρίς να παράσχει άλλους λόγους για την επιλογή στην οποία προέβη και χωρίς να εξηγήσει γιατί πρέπει να χρησιμοποιηθεί η ίδια έννοια της καταναλώσεως στον επίμαχο εν προκειμένω μηχανισμό. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή προσέθεσε ότι η χρησιμοποίηση της εννοίας της καταναλώσεως που προτείνει ο R. Nicoli για τον καθορισμό τού αν μια ζώνη είναι ελλειμματική ή πλεονασματική θα μπορούσε να έχει αρνητικά αποτελέσματα για τον μηχανισμό των επιστροφών λόγω εξαγωγής ο οποίος χρηματοδοτείται από τις εισφορές που καταβάλλουν οι παραγωγοί ζάχαρης. Κατά την Επιτροπή, αν η Ιταλία είχε χαρακτηρισθεί ελλειμματική ζώνη θα συνεισέφερε λιγότερο στη χρηματοδότηση των εν λόγω επιστροφών και συγχρόνως θα εισέπραττε υψηλότερες επιστροφές λόγω εξαγωγής.
30. Τα επιχειρήματα αυτά δεν αρκούν για να δικαιολογήσουν μια τέτοια απόκλιση μεταξύ των σκοπών και της εφαρμογής του βασικού κανονισμού. Το γεγονός ότι μια έννοια της καταναλώσεως χρησιμοποιείται για άλλες πτυχές της κοινής οργανώσεως των αγορών ζάχαρης δεν πρέπει να έχει ως αυτόματη συνέπεια τη χρησιμοποίηση, για τον καθορισμό της παράγωγης τιμής παρεμβάσεως, μιας εννοίας που αντιβαίνει στον σκοπό της τιμής αυτής. Συνεπώς, η αρμόζουσα εν προκειμένω τιμή παρεμβάσεως ωσαύτως δεν πρέπει κατ’ ανάγκην να είναι αυτή που πρέπει να χρησιμοποιείται στο πλαίσιο της εφαρμογής άλλων διατάξεων του βασικού κανονισμού. Επομένως, η έλλειψη συνοχής μεταξύ των διαφόρων μηχανισμών της κοινής οργανώσεως των αγορών η οποία θα οφειλόταν, κατά την Επιτροπή, στη χρησιμοποίηση της εννοίας της καταναλώσεως που υποστηρίζει ο R. Nicoli είναι μόνο φαινομενική.
31. Η έννοια αυτή, η οποία είναι καλύτερα προσαρμοσμένη στον σκοπό του καθορισμού παράγωγης τιμής παρεμβάσεως για τις ελλειμματικές ζώνες, δεν φαίνεται να έχει ούτε τις αρνητικές συνέπειες που προβάλλει η Επιτροπή για τους μηχανισμούς των εισφορών λόγω παραγωγής και των επιστροφών λόγω εξαγωγής. Το πολύ τεχνικό και ασαφές επιχείρημα της Επιτροπής δεν με πείθει. Πράγματι, η Επιτροπή δεν απέδειξε την ύπαρξη άμεσης σχέσεως μεταξύ του σκοπού του καθορισμού παράγωγης τιμής παρεμβάσεως για τις ελλειμματικές ζώνες και των σκοπών αυτών των άλλων μηχανισμών των οποίων έγινε επίκληση. Επιπλέον, η Επιτροπή δεν εξήγησε με ικανοποιητικό τρόπο γιατί η χρησιμοποίηση μιας εννοίας της καταναλώσεως καταλληλότερης για τον καθορισμό του ελλειμματικού ή πλεονασματικού χαρακτήρα μιας ζώνης θα ήταν ασυμβίβαστη προς τους λοιπούς μηχανισμούς της κοινής οργανώσεως των αγορών της ζάχαρης. Τέλος, το Συμβούλιο και η Επιτροπή δέχθηκαν ότι ήταν απολύτως δυνατό να υιοθετηθεί η έννοια που προτείνει ο R. Nicoli, επικαλούμενα συγχρόνως το ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως το οποίο διαθέτουν τα εν λόγω κοινοτικά όργανα στον τομέα αυτόν.
32. Αν ο σκοπός του καθορισμού παράγωγης τιμής παρεμβάσεως για τις ελλειμματικές ζώνες είναι αυτός του οποίου έγινε μνεία ανωτέρω και αν ο πλεονασματικός ή ελλειμματικός χαρακτήρας μιας ζώνης πρέπει να προσδιορίζεται «εξετάζοντας τη σχέση μεταξύ της παραγωγής και καταναλώσεως που προβλέπονται για την ερχόμενη περίοδο εμπορίας» (9), δεν είναι λογικό να μη θεωρείται ότι καταναλώνεται εντός μιας ζώνης η ζάχαρη που ενσωματώνεται στα προϊόντα που προορίζονται για εξαγωγή. Η λογική του συστήματος και ιδίως η λογική του καθορισμού παράγωγης τιμής παρεμβάσεως σκοπούσας στη σταθεροποίηση των αγορών ζάχαρης (10) αντιτίθεται στην επιλογή αυτή. Σύμφωνα με τις εξηγήσεις που αναπτύχθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, θεωρώ ότι η άποψη του R. Nicoli πρέπει να υπερισχύσει. Συνεπώς, κατά τον καθορισμό του ελλειμματικού ή πλεονασματικού χαρακτήρα μιας ζώνης, η έννοια της καταναλώσεως πρέπει να περιλαμβάνει τη ζάχαρη που ενσωματώνεται στα προϊόντα τα οποία μεταποιούνται εντός της ζώνης αυτής και προορίζονται για εξαγωγή, εξαιρουμένης της ζάχαρης η οποία ενσωματώνεται σε προϊόντα τα οποία μεταποιούνται εντός άλλων κρατών μελών και εισάγονται και καταναλώνονται στην εν λόγω ζώνη.
33. Η μέθοδος που χρησιμοποίησε η Επιτροπή κατά την απάντησή της στην ερώτηση της οποίας γίνεται μνεία στις σκέψεις 16 και 17 ανωτέρω εμφαίνει ότι ένας τέτοιος υπολογισμός μπορεί να πραγματοποιηθεί με τα στοιχεία που ανακοινώνουν τα κράτη μέλη δυνάμει του προπαρατεθέντος κανονισμού 779/96 περί των ανακοινώσεων στον τομέα της ζάχαρης. Τα στοιχεία που προσκόμισε η Επιτροπή απαντώντας στην ερώτηση του Δικαστηρίου εμφαίνουν ότι ο επίδικος κανονισμός θα πρέπει να ακυρωθεί αν το Δικαστήριο αποφασίσει να ακολουθήσει την προσέγγιση που προτείνω με τις παρούσες προτάσεις. Τέλος, η Eridania έθεσε υπό αμφισβήτηση, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, τα στοιχεία που υπέβαλε η Επιτροπή με την απάντησή της στην ερώτηση του Δικαστηρίου, αλλά το εν λόγω κοινοτικό όργανο εξήγησε σαφώς ότι τα στοιχεία ήσαν αυτά που θα χρησιμοποιούνταν για την έκδοση του επίδικου κανονισμού αν είχε γίνει δεκτή η έννοια της καταναλώσεως που πρότεινε ο R. Nicoli.
34. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το Συμβούλιο και η Επιτροπή υπογράμμισαν ότι η έννοια της καταναλώσεως κατά της οποίας βάλλει ο R. Nicoli είχε χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν και ότι η Ιταλική Δημοκρατία δεν αντιτάχθηκε σ’ αυτήν. Η αντίρρηση αυτή δεν μου φαίνεται βάσιμη. Ακόμη και αν τούτο ίσχυε, δεν θα έπρεπε να εμποδίσει τον R. Nicoli να προσβάλει ένα μέτρο το οποίο τον θίγει και το οποίο αντιβαίνει κατ’ αυτόν στον βασικό κανονισμό. Το Δικαστήριο δεν καλείται εν προκειμένω να επιλύσει ένδικη διαφορά μεταξύ ενός κράτους μέλους και ενός κοινοτικού οργάνου. Εν πάση περιπτώσει, τα δικαιώματα των ιδιωτών δεν πρέπει να θίγονται από τη συναίνεση την οποία ενδεχομένως παρέχει ένα κράτος μέλος σε μια συγκεκριμένη πολιτική λύση. Θα ήθελα επίσης να υπενθυμίσω ότι, με την απόφαση Van Gend & Loos, το Δικαστήριο έκρινε ότι «η επαγρύπνηση των ενδιαφερομένων ιδιωτών για την προστασία των δικαιωμάτων τους συνεπάγεται αποτελεσματικό έλεγχο, που προστίθεται σ’ εκείνον τον οποίον εμπιστεύονται τα άρθρα 169 και 170 [της Συνθήκης ΕΚ, νυν άρθρων 226 ΕΚ και 227 ΕΚ] στην επιμέλεια της Επιτροπής και των κρατών μελών» (11).
35. Θα ήθελα να διευκρινίσω ότι το Δικαστήριο, ακυρώνοντας τον κανονισμό για τους προαναφερθέντες λόγους, δεν υποκαθιστά τα αρμόδια όργανα προβαίνοντας στις συναφείς εκτιμήσεις. Μολονότι τα εν λόγω όργανα έχουν ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως στον τομέα αυτόν, η πραγματοποιηθείσα εν προκειμένω εκτίμηση πάσχει πρόδηλο σφάλμα. Το Δικαστήριο παραμένει εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων του, δεδομένου ότι η χρησιμοποιηθείσα έννοια της καταναλώσεως θα μπορούσε να διατηρηθεί αν ο βασικός κανονισμός τροποποιηθεί έτσι ώστε να εξαλειφθούν οι εντοπισθείσες αντιφάσεις. Πράγματι, μολονότι είναι αληθές ότι η κανονιστική ρύθμιση στον τομέα αυτό δεν είναι ιδιαίτερα διαφανής ούτε σαφής, το Δικαστήριο πρέπει ωστόσο να ελέγχει το κύρος των κανονιστικών πράξεων με τα μέσα που διαθέτει. Εν προκειμένω, η έννοια της καταναλώσεως που έγινε δεκτή για την έκδοση του επίδικου κανονισμού δεν ανταποκρίνεται στον σκοπό του καθορισμού παράγωγης τιμής παρεμβάσεως. Δεν υπάρχει λογική σχέση μεταξύ μέσου και σκοπού και η αντίφαση δεν δικαιολογείται από άλλους πειστικούς λόγους. Συνεπώς, η προτεινόμενη λύση περιορίζεται στη διαπίστωση ότι η χρησιμοποιηθείσα έννοια της καταναλώσεως δεν συμβιβάζεται προς τον σκοπό του καθορισμού παραγώγων τιμών παρεμβάσεως όπως αυτός προκύπτει από τον βασικό κανονισμό.
36. Η επιταγή περί υπάρξεως λογικής σχέσεως μεταξύ του σκοπού του βασικού κανονισμού και των μέσων που επιλέγονται για την επίτευξή του αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση του κύρους. Πράγματι, η επιταγή αυτή παρέχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να ελέγχει αν υπάρχει επαρκής αντιστοιχία μεταξύ των εκτιθεμένων σκοπών και των μέσων που επιλέγονται. Αν δεν έπρεπε να θεμελιώνεται η ύπαρξη της σχέσεως αυτής, οι ιδιώτες θα στερούνταν κάθε προστασίας έναντι τέτοιου είδους επιλογών, κατά το μέτρο που δεν θα ήσαν σε θέση να ελέγξουν τη σχέση μεταξύ των λαμβανομένων μέτρων και των επιδιωκομένων σκοπών. Ο ρόλος του Δικαστηρίου στο ζήτημα αυτό έγκειται στη διασφάλιση του ότι οι πολιτικές επιλογές των κοινοτικών οργάνων είναι σαφείς και διαφανείς και ότι είναι δυνατόν να αμφισβητηθούν από τους ιδιώτες και να ελεγθούν κατόπιν αιτήματός τους. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο νομοθέτης μπορεί εξάλλου να θεσπίσει νέα κανονιστική ρύθμιση με την οποία θα είναι κάπως σαφέστερος ως προς τις επιλογές του και ως προς τα μέσα για την εφαρμογή τους. Το Δικαστήριο, με την επέμβασή του, ευνοεί εμμέσως μια μεγαλύτερη διαφάνεια στη νομοθεσία που αφορά την κοινή γεωργική πολιτική, διαφάνεια η οποία είναι αναγκαία για τη βιομηχανία και για τους γεωργούς, αλλά και για τους καταναλωτές και για τους πολίτες. Στον τομέα αυτόν και σε άλλους, η επέμβαση είναι ουσιώδης για τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας των μηχανισμών πολιτικής ευθύνης σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα.
IV – Πρόταση
37. Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στον Giudice di Pace di Genova την ακόλουθη απάντηση:
«Ο κανονισμός (ΕΚ) 1361/98 του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 1998, για τον καθορισμό, για την περίοδο εμπορίας 1998/1999, των παραγώγων τιμών παρέμβασης της λευκής ζάχαρης, της τιμής παρέμβασης της ακατέργαστης ζάχαρης, των ελαχίστων τιμών τεύτλων Α και τεύτλων Β, καθώς και του ποσού της επιστροφής για την αντιστάθμιση των εξόδων αποθεματοποίησης, είναι άκυρος κατά το μέτρο που παραλείπει να καθορίσει παράγωγη τιμή παρεμβάσεως για όλες τις ζώνες της Ιταλίας.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η πορτογαλική.
2 – ΕΕ L 177, σ. 4.
3 – Κανονισμός του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 1998, για τον καθορισμό, για την περίοδο εμπορίας 1998/1999, των παραγώγων τιμών παρέμβασης της λευκής ζάχαρης, της τιμής παρέμβασης της ακατέργαστης ζάχαρης, των ελαχίστων τιμών τεύτλων Α και τεύτλων Β, καθώς και του ποσού της επιστροφής για την αντιστάθμιση των εξόδων αποθεματοποίησης (ΕΕ L 185, σ. 3).
4 – C-340/98, Συλλογή 2002, σ. I-2663.
5 – ΕΕ L 106, σ. 9.
6 – Κανονισμός του Συμβουλίου, της 19ης Ιουνίου 2001, για την κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα της ζάχαρης (ΕΕ L 178, σ. 1).
7 – Κανονισμός 779/96.
8 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 6ης Ιουλίου 2000, C-289/97, Eridania (Συλλογή 2000, σ. Ι‑5409, σκέψη 48), και της 29ης Οκτωβρίου 1980, 138/79, Roquette Frères κατά Συμβουλίου (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙΙ, σ. 313, σκέψη 25).
9 – Προπαρατεθείσα απόφαση της 14ης Μαρτίου 2002, Ιταλία κατά Συμβουλίου, σκέψη 76.
10 – Βλ. τρίτη αιτιολογική σκέψη του βασικού κανονισμού, η οποία παρατίθεται στο σημείο 2 των παρουσών προτάσεων.
11 – Απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 1963, 26/62 (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 861, στη σ. 868 ).
Full & Egal Universal Law Academy