Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
Εισαγωγή
1. Με διάταξη της 9ης Μαρτίου 2000, το Hovrätten för Västra Sverige (εφετείο της Δυτικής Σουηδίας· στο εξής: Hovrätten) υπέβαλε στο Δικαστήριο τέσσερα προδικαστικά ερωτήματα κατ' εφαρμογήν του άρθρου 234 ΕΚ. Τα δύο πρώτα ερωτήματα αφορούν ακριβώς τη διάταξη αυτή, ιδίως το τρίτο εδάφιό της, και έχουν ως αντικείμενο, αντιστοίχως, την έννοια του εθνικού δικαστηρίου που υποχρεούται να προβεί σε προδικαστική παραπομπή και το περιεχόμενο της υποχρεώσεως αυτής. Τα δύο άλλα ερωτήματα, που υποβλήθηκαν επικουρικώς, αφορούν αντιθέτως την ερμηνεία του κανονισμού (ΕΟΚ) 918/83 του Συμβουλίου, της 28ης Μαρτίου 1983, για τη θέσπιση του κοινοτικού καθεστώτος τελωνειακών ατελειών (στο εξής: κανονισμός 918/83) .
Το νομικό πλαίσιο
τυχές αφορώσες τη διαδικασία προδικαστικής παραπομπής
Το κοινοτικό δίκαιο
2. Όσον αφορά το κοινοτικό δίκαιο, απλώς θα υπενθυμίσω ότι το άρθρο 234, τρίτο εδάφιο, ΕΚ ορίζει ως εξής την υποχρέωση παραπομπής στο Δικαστήριο των ζητημάτων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιό του:
«Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα σε εκκρεμή υπόθεση και του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, οφείλει να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο».
Το σουηδικό δίκαιο
3. Τα τακτικά σουηδικά δικαστήρια, που είναι αρμόδια προς απονομή της πολιτικής και της ποινικής δικαιοσύνης, αποτελούνται από τα Tingsrätter (πρωτοδικεία), τα Hovrätter (εφετεία, έξι τον αριθμό για το σύνολο του σουηδικού εδάφους) και το Högsta Domstolen (ανώτατο δικαστήριο). Κατ' αρχήν, κάθε αναίρεση ασκούμενη ενώπιον του ανωτάτου δικαστηρίου κατά οριστικής αποφάσεως εφετείου, η οποία εκδόθηκε κατόπιν ασκήσεως ενδίκου μέσου κατά αποφάσεως ενός Tingsrätt, εξαρτάται από έκδοση αποφάσεως περί παραδεκτού εκ μέρους του ίδιου του ανωτάτου δικαστηρίου, εκτός εάν η αναίρεση ασκήθηκε από τον εισαγγελέα του ανωτάτου δικαστηρίου στις υποθέσεις στις οποίες έχει ασκηθεί ποινική δίωξη.
4. Σύμφωνα με το άρθρο 10 του κεφαλαίου 54 του Rättegångsbalken (κώδικα δικονομίας), το ανώτατο δικαστήριο μπορεί να κρίνει παραδεκτή την αναίρεση μόνον αν:
«1. είναι σημαντικό, για την κατεύθυνση της εφαρμογής του δικαίου, να εξεταστεί η αναίρεση από το Högsta domstolen ή
2. αν υπάρχουν ειδικοί λόγοι για την εξέταση της αναιρέσεως, όπως είναι η ύπαρξη λόγων αναψηλαφήσεως, η παράβαση ουσιώδους τύπου ή οσάκις η έκβαση της υποθέσεως ενώπιον του Hovrätten οφείλεται προφανώς σε σοβαρή παράλειψη ή σε σοβαρό σφάλμα».
5. Η αναψηλάφηση, που διέπεται από τα άρθρα 1 έως 3 του κεφαλαίου 58 του Rättegångsbalken, αποτελεί ένα από τα έκτακτα ένδικα μέσα που μπορούν να ασκηθούν κατά των αποφάσεων που έχουν ισχύ δεδικασμένου. Η παράγραφος 2 του προπαρατεθέντος άρθρου 10 διευκρινίζει ότι η αναψηλάφηση μπορεί να ασκηθεί αν έχουν ανακύψει νέα περιστατικά ή νέα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία, αν ήσαν γνωστά πριν από την έκδοση της αποφάσεως, θα είχαν πιθανότατα οδηγήσει σε διαφορετική λύση της σχετικής διαφοράς.
6. Το άρθρο 11 του ίδιου κεφαλαίου 54 προβλέπει επίσης τη δυνατότητα να επιτραπεί η αναίρεση μόνο για μια ειδική πτυχή της υποθέσεως, της οποία ο έλεγχος έχει ιδιαίτερη σημασία για την ομοιόμορφη εφαρμογή του δικαίου. Οσάκις το ανώτατο δικαστήριο αποφάνεται επί του παραδεκτού της αναιρέσεως, εκτιμά τόσο τα νομικά ζητήματα όσο και εκείνα που αφορούν την απόδειξη και ουδόλως δεσμεύεται από την εκ μέρους του κατωτέρου δικαστηρίου εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.
7. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέσχε η Σουηδική Κυβέρνηση στις γραπτές παρατηρήσεις της, επί 24 000 περίπου αποφάσεων που εκδίδουν ετησίως τα Hovrätter, 5 000 περίπου αποτελούν αντικείμενο αναιρέσεως ενώπιον του ανωτάτου δικαστηρίου· μεταξύ αυτών, κρίνονται παραδεκτές 150 έως 200 κατά προσέγγιση (ήτοι ποσοστό μεταξύ 3 % και 4 %).
τυχές αφορώσες το καθεστώς τελωνειακής ατέλειας
Η κοινοτική ρύθμιση
8. Όσον αφορά την ουσία της υποθέσεως της κύριας δίκης, ο σχετικός κανονισμός είναι ο 918/83, στον βαθμό που αφορά τον καθορισμό των ειδικών περιπτώσεων στις οποίες χορηγείται ατέλεια όσον αφορά το κοινό δασμολόγιο. Το Συμβούλιο, θεωρώντας συγκεκριμένα ότι η επιβολή των δασμών αυτών δεν δικαιολογείται σε ορισμένες συγκεκριμένες περιστάσεις, οσάκις οι ιδιαίτερες συνθήκες της εισαγωγής των εμπορευμάτων δεν επιβάλλουν την εφαρμογή των συνήθων μέτρων προστασίας της οικονομίας (δεύτερη αιτιολογική σκέψη), θέλησε να καθορίσει «τις περιπτώσεις κατά τις οποίες, λόγω ειδικών συνθηκών, παρέχεται τελωνειακή ατέλεια από εισαγωγικούς ή εξαγωγικούς δασμούς κατά τη θέση εμπορευμάτων σε ελεύθερη κυκλοφορία ή κατά την εξαγωγή τους εκτός Κοινότητας, ανάλογα με την περίπτωση» (άρθρο 1, παράγραφος 1).
9. Κατά συνέπεια, το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού περιέχει κατ' αρχάς ορισμένους ορισμούς· ειδικότερα, προβλέπει ότι νοούνται ως:
«α) "εισαγωγικοί δασμοί", τόσο οι δασμοί και οι φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδύναμου αποτελέσματος, όσο και οι γεωργικές εισφορές και άλλες επιβαρύνσεις κατά την εισαγωγή που προβλέπονται στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής ή στα πλαίσια ειδικών καθεστώτων που ισχύουν για ορισμένα εμπορεύματα προερχόμενα από τη μεταποίηση γεωργικών προϊόντων,
β) "εξαγωγικοί δασμοί", οι γεωργικές εισφορές και οι άλλες επιβαρύνσεις κατά την εξαγωγή που προβλέπονται στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής ή στα πλαίσια των ειδικών καθεστώτων που ισχύουν για ορισμένα εμπορεύματα προερχόμενα από τη μεταποίηση γεωργικών προϊόντων,
γ) "προσωπικά είδη", τα είδη που προορίζονται για προσωπική χρήση των ενδιαφερομένων ή για τις ανάγκες του νοικοκυριού τους.
Αποτελούν προσωπικά είδη ιδίως:
[...]
οι οικιακές προμήθειες που προορίζονται να καλύψουν συνήθεις οικογενειακές ανάγκες [...]. Τα προσωπικά ειδη δεν πρέπει να παρουσιάζουν, με το είδος ή την ποσότητά τους, οποιοδήποτε εμπορικό ενδιαφέρον·
δ) "οικοσκευή", τα προσωπικά αντικείμενα, ο οικιακός ρουχισμός και τα είδη επίπλωσης ή εξοπλισμού που προορίζονται για προσωπική χρήση των ενδιαφερομένων ή για τις ανάγκες του νοικοκυριού τους,
ε) "οινοπνευματώδη προϊόντα", τα προϊόντα (ζύθοι, οίνοι, απεριτίφ από οίνο ή οινόπνευμα, αποστάγματα, ηδύποτα ή οινοπνευματώδη ποτά, κλπ.) τα οποία υπάγονται στις κλάσεις 22.03 έως 22.09 του Κοινού Δασμολογίου.
10. Ο τίτλος XI του κανονισμού διέπει τις τελωνειακές ατέλειες που τα κράτη μέλη χορηγούν στα εμπορεύματα που περιέχονται στις προσωπικές αποσκευές των ταξιδιωτών οι οποίοι προέρχονται από τρίτες χώρες. Κατ' εφαρμογήν του άρθρου 45, και με την επιφύλαξη των άρθρων 46 έως 49, στα εμπορεύματα αυτά παρέχεται τελωνειακή ατέλεια «εφόσον πρόκειται για εισαγωγές χωρίς εμπορικό χαρακτήρα». Η παράγραφος 2 του άρθρου αυτού διευκρινίζει εν συνεχεία ότι νοούνται ως:
«α) "προσωπικές αποσκευές", το σύνολο των αποσκευών που παρουσιάζει ο ταξιδιώτης στην τελωνειακή υπηρεσία κατά την άφιξή του στην Κοινότητα, καθώς και οι αποσκευές τις οποίες παρουσιάζει αργότερα στην ίδια υπηρεσία από τον όρον ότι αποδεικνύει πως καταχωρίσθηκαν από την εταιρεία που έχει αναλάβει τη μεταφορά του από την τρίτη χώρα προέλευσης στην Κοινότητα σαν συνοδευόμενες αποσκευές κατά τη στιγμή της αναχώρησής του.
[...]
β) "εισαγωγές χωρίς εμπορικό χαρακτήρα", οι εισαγωγές που:
- έχουν περιστασιακό χαρακτήρα, και
- αφορούν αποκλειστικά εμπορεύματα που προορίζονται για προσωπική χρήση των ταξιδιωτών ή των οικογενειών τους, ή για να προσφερθούν σαν δώρα, εφόσον δεν παρουσιάζουν από το είδος και την ποσότητά τους οποιοδήποτε εμπορικό ενδιαφέρον.»
11. Το άρθρο 47 διευκρινίζει ότι η ατέλεια που διαλαμβάνεται στο άρθρο 45 χορηγείται, ανά ταξιδιώτη, στα όρια συνολικής αξίας ύψους 175 ECU . Τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να μειώσουν την αξία ή/και την ποσότητα των εμπορευμάτων στα οποία μπορεί να χορηγηθεί ατέλεια οσάκις αυτά εισάγονται από ορισμένες κατηγορίες προσώπων: τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στις μεθοριακές ζώνες, τους μεθοριακούς εργαζομένους, το προσωπικό των μέσων μεταφοράς που χρησιμοποιούνται στη μεθοριακή μετακίνηση.
Η σουηδική νομοθεσία
12. Η Generaltullstyrelsen (γενική διεύθυνση των σουηδικών τελωνείων), κατόπιν δε η Tullverket (τελωνειακή υπηρεσία) υπολόγισαν ότι η συνολική αξία των 175 ECU που διαλαμβάνεται στο άρθρο 47 του κανονισμού 918/83 ισοδυναμεί με 1 700 σουηδικές κορόνες (SEK) . Με απόφαση της τοπικής υπηρεσίας της διοικήσεως των τελωνείων καθορίστηκε στα 20 kg, ανά άτομο, η ποσότητα ρυζιού που μπορούσε να εισαχθεί για προσωπική χρήση με τελωνειακή ατέλεια.
13. Ο Varusmugglingslagen (1960:418) (σουηδικός νόμος περί του λαθρεμπορίου) προβλέπει στο άρθρο του 1 ότι ο εισάγων στο ή ο εξάγων από το Βασίλειο της Σουηδίας, με πρόθεση και χωρίς να ενημερώσει τις αρμόδιες αρχές, εμπορεύματα για τα οποία πρέπει να καταβληθούν δασμοί, τέλη ή άλλες εισφορές στο δημόσιο ταμείο ή τα οποία δεν μπορούν να εισαχθούν ή να εξαχθούν βάσει νομοθετικών ή συνταγματικών διατάξεων τιμωρείται με πρόστιμο ή φυλάκιση μέχρι δύο έτη. Το άρθρο 8 του ιδίου αυτού νόμου ορίζει ότι το κεφάλαιο 23 του brottsbalken (ποινικού κώδικα) εφαρμόζεται στην περίπτωση της απόπειρας λαθρεμπορίας· το κεφάλαιο αυτό προβλέπει ότι τιμωρείται για την απόπειρα αυτή όποιος, στις ειδικώς προβλεπόμενες περιπτώσεις, άρχισε την τέλεση εγκλήματος χωρίς η πράξη να ολοκληρωθεί, αν υφίσταται κίνδυνος ότι η πράξη μπορεί να καταλήξει σε ολοκληρωμένη τέλεση του εγκλήματος ή αν ο κίνδυνος αυτός αποκλείστηκε μόνο λόγω τυχαίων περιστάσεων.
Τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία και τα προδικαστικά ερωτήματα
14. Στις 7 Απριλίου 1998, ο Kenny Lyckeskog (στο εξής: K. Lyckeskog ή κατηγορούμενος) συνελήφθη στα σουηδικά σύνορα προερχόμενος από τη Νορβηγία με 500 kg ρυζιού, ενώ διέσχιζε στο Svinesund τον διάδρομο των τελωνείων που προορίζεται για τα άτομα που δεν έχουν τίποτα να δηλώσουν, και ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη ενώπιον του πλημμελειοδικείου του Strömstad για απόπειρα λαθρεμπορίας 460 kg ρυζιού αξίας 3 564 SEK. Οι κατηγορίες στηρίχθηκαν στα άρθρα 1 και 8 του νόμου περί λαθρεμπορίας (1960:418), καθώς και στο άρθρο 1 του κεφαλαίου 23 του ποινικού κώδικα.
15. Κατά τη διάρκεια της ενώπιον του Tingsrätt διαδικασίας, ο κατηγορούμενος αναγνώρισε τα πραγματικά περιστατικά, αλλά αμφισβήτησε την κατηγορία περί λαθρεμπορίας, ισχυριζόμενος ότι το ρύζι προοριζόταν για να καταναλωθεί από τον ίδιο προσωπικά και από την οικογένειά του. Ειδικότερα, ο K. Lyckeskog εξήγησε ότι, δεδομένου ότι έπρεπε να μεταβεί στη Νορβηγία με τη σύζυγό του για άλλους λόγους, είχε πληροφορηθεί πριν από το ταξίδι ότι ήταν δυνατόν να εισαγάγει νομίμως εμπορεύματα στη Σουηδία με ανώτατο όριο αξίας τις 1 700 SEK ανά άτομο. Επ' ευκαιρία του ταξιδιού αυτού, αγόρασε συνεπώς 25 σάκους, 20 kg ρυζιού έκαστος, για συνολικό ποσό 3 400 νορβηγικών κορονών (NKR), καταβάλλοντας έτσι 145 NKR περίπου ανά σάκο αντί για 240 που θα είχε καταβάλει στη Σουηδία με βάση την τρέχουσα στο κράτος αυτό τιμή. Ο κατηγορούμενος, για να καταρρίψει την κατηγορία περί λαθρεμπορίας, ισχυρίστηκε ότι η σύζυγός του είναι ασιατικής καταγωγής, ότι τρεις ανήλικοι γιοί του ζουν επίσης μαζί του, ότι η οικογένειά του καταναλώνει τουλάχιστον 25 kg ρυζιού κάθε μήνα και ότι τους επισκέπτεται συχνά η ανήλικη κόρη τους και η οικογένειά της, της οποίας τα μέλη καταναλώνουν επίσης πολύ ρύζι. Για τους λόγους αυτούς, μπορούσε να υπολογίσει ότι η επίμαχη ποσότητα ρυζιού, που είχε ημερομηνία λήξεως τον Νοέμβριο 2000, θα αρκούσε για περίπου ενάμισι έτος.
16. Το Tingsrätt, αφού παρατήρησε ότι δεν υπήρχε λόγος να θέσει εν αμφιβόλω τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι το ρύζι προοριζόταν για προσωπική και οικογενειακή κατανάλωση, διαπίστωσε ότι το ρύζι αυτό περιεχόταν στις προσωπικές αποσκευές του κατηγορουμένου, υπό την έννοια του άρθρου 45 του κανονισμού 918/83, στον βαθμό που είχε φορτωθεί στο ιδιωτικής χρήσεως αυτοκίνητό του. Όσον αφορά ωστόσο την προϋπόθεση που προβλέπει η ίδια αυτή διάταξη, ότι τα «εμπορεύματα δεν [πρέπει να] παρουσιάζουν από το είδος και την ποσότητά τους οποιοδήποτε εμπορικό ενδιαφέρον», το Tingsrätt θεώρησε ότι η προϋπόθεση αυτή έπρεπε να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η φύση και η ποσότητα των εμπορευμάτων δεν πρέπει, από αντικειμενική άποψη, να δημιουργεί αμφιβολίες ως προς τη φύση της εισαγωγής. Εξάλλου, σ' αυτή ακριβώς την άποψη στηριζόταν η απόφαση των τοπικών τελωνειακών αρχών να καθορίσουν στα 20 kg ανά άτομο την ποσότητα που κανονικά εξαιρείται σε περίπτωση εισαγωγής ρυζιού για προσωπική χρήση. Συγκεκριμένα, δεδομένου του σημαντικού όγκου των εισαγωγών ρυζιού από τη Νορβηγία και της ανάγκης να αποφευχθούν οι αβεβαιότητες, το δικαστήριο αυτό θεώρησε ότι ο καθορισμός μιας απαλλασσόμενης από δασμούς ποσότητας αξίας κατώτερης αυτής που κανονικά εφαρμόζουν οι τελωνειακές αρχές ήταν αναπόφευκτος και μάλιστα σκόπιμος. Το Tingsrätt κατέληξε συνεπώς ότι το γεγονός ότι το ρύζι δεν προοριζόταν για μεταπώληση - και συνεπώς προοριζόταν για μη εμπορική χρήση - δεν συνιστούσε, αυτό καθεαυτό, εξαίρεση υπέρ του κατηγορουμένου και τον καταδίκασε σε πρόστιμο για απόπειρα λαθρεμπορίας· διέταξε επίσης τη δήμευση του ρυζιού.
17. Ο κατηγορούμενος άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως του Tingsrätt, ζητώντας την ακύρωση της καταδικαστικής αυτής αποφάσεως, καθώς και την ανάκληση του μέτρου της δημεύσεως. Κατ' αυτόν, το Tingsrätt εισήγαγε εσφαλμένα, μεταξύ της προσωπικής και της εμπορικής χρήσεως των εμπορευμάτων, μια ενδιάμεση έννοια, ήτοι τη μη εμπορική χρήση, την οποία συνόδευσε με μια διαφορετική ατέλεια. Ο κανονισμός 918/83 δεν προβλέπει ωστόσο παρά μια ατέλεια ανωτάτου ποσού 175 ECU, τούτο δε υπό τη μοναδική προϋπόθεση ότι τα εμπορεύματα προορίζονται για προσωπική ή οικογενειακή χρήση. Επομένως, οι σουηδικές αρχές δεν είχαν το δικαίωμα να καθορίσουν οι ίδιες κατώτερα όρια σε σχέση με εκείνα που προβλέπει ο κανονισμός, ούτε να εισαγάγουν την έννοια της μη εμπορικής χρήσης.
18. Το Hovrätt, εξετάζοντας ένα ζήτημα που προϋποθέτει την ερμηνεία διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, διερωτήθηκε κατ' αρχάς, στη διάταξη περί παραπομπής, αν έπρεπε να θεωρηθεί εν προκειμένω δικαστήριο τελευταίου βαθμού δικαιοδοσίας και αν συνεπώς έπρεπε να θεωρηθεί, ως τέτοιο δικαστήριο, ότι υπόκειται στην υποχρέωση παραπομπής στο Δικαστήριο προδικαστικού ερωτήματος κατ' εφαρμογήν του άρθρου 234, τρίτο εδάφιο, ΕΚ. Το εν λόγω δικαστήριο απάντησε το ίδιο στο ερώτημα αυτό καταφατικά, στον βαθμό που η σουηδική νομοθεσία προβλέπει ότι αναίρεση ενώπιον του ανωτάτου δικαστηρίου δεν συγχωρείται παρά μόνο υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 10 του κεφαλαίου 24 του Rättegångsbalken, οι οποίες αναφέρθηκαν ανωτέρω (σημεία 3 επ.), δηλαδή μόνον εφόσον το νομικό ζήτημα έχει έναν βαθμό πολυπλοκότητας τέτοιο ώστε παρουσιάζει ενδιαφέρον ως νομολογιακό προηγούμενο για την ομοιόμορφη ερμηνεία του δικαίου ή εφόσον το Hovrätt έχει κρίνει το νομικό ζήτημα κατά τρόπο απολύτως εσφαλμένο. Ωστόσο, ένα μη σοβαρό σφάλμα κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου δεν συνιστά, αυτό καθεαυτό, καταλήγει η διάταξη, λόγο για να επιτραπεί η άσκηση αναιρέσεως.
19. Το σουηδικό δικαστήριο, δεδομένου ότι αυτοχαρακτηρίστηκε ως «δικαστήριο τελευταίου βαθμού δικαιοδοσίας», υπό την έννοια του άρθρου 234, τρίτο εδάφιο, ΕΚ, έθεσε κατόπιν αυτού ένα άλλο ερώτημα, ήτοι αν ήταν πράγματι αναγκαίο να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ερωτήματα που ανέκυψαν στην εκκρεμή ενώπιόν του υπόθεση. Το Hovrätt υπενθυμίζει συγκεκριμένα ότι το ίδιο το Δικαστήριο έχει δεχθεί, με τη γνωστή απόφασή του CILFIT, ένα περιορισμό της υποχρεώσεως παραπομπής ενός ζητήματος κοινοτικού δικαίου οσάκις το εθνικό δικαστήριο έχει διαπιστώσει ότι «το ανακύψαν ζήτημα δεν είναι ουσιώδες ή ότι η οικεία κοινοτική διάταξη έχει ήδη ερμηνευθεί από το Δικαστήριο ή ότι η ορθή εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου παρίσταται τόσο προφανής, ώστε να μην αφήνει περιθώριο για καμία εύλογη αμφιβολία» . Υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, το Hovrätt θεωρεί ωστόσο ότι τα ζητήματα κοινοτικού δικαίου που προέκυψαν στη διαδικασία της κύριας δίκης δεν είναι του ίδιου είδους με αυτά που είχαν ανακύψει στην προπαρατεθείσα απόφαση, πλην όμως η επίλυσή τους του φαίνεται το ίδιο σαφής. Διερωτάται συνεπώς αν, σε περίπτωση που θα επιβεβαιωνόταν η φύση του ως δικαστηρίου τελευταίου βαθμού δικαιοδοσίας, θα ήταν επίσης υποχρεωμένο να προβεί σε προδικαστική παραπομπή, μολονότι θεωρεί ότι είναι σε θέση να εκδικάσει τη διαφορά χωρίς τη βοήθεια του Δικαστηρίου.
20. Με βάση τα προεκτεθέντα, το Hovrätt αποφάσισε συνεπώς να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Εμπίπτει στην έννοια του δικαστηρίου που διαλαμβάνεται στο άρθρο 234, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ ένα εθνικό δικαστήριο το οποίο στην πράξη αποτελεί δικαστήριο τελευταίου βαθμού δικαιοδοσίας, σε συγκεκριμένη υπόθεση, λόγω του ότι απαιτείται απόφαση περί του παραδεκτού για να μπορεί να ασκηθεί αναίρεση κατά αποφάσεώς του ενώπιον του ανωτάτου δικαστηρίου της χώρας;
2) Μπορεί ένα δικαστήριο, υπό την έννοια του άρθρου 234, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ, να μη ζητήσει από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως όταν θεωρεί ότι είναι σαφές πώς πρέπει να κριθούν τα ζητήματα κοινοτικού δικαίου που ανακύπτουν στην υπόθεση, έστω και αν τα ζητήματα αυτά δεν εμπίπτουν στη θεωρία της acte claire ή της acte éclairé;
Αν το Δικαστήριο δώσει αρνητική απάντηση στο πρώτο ερώτημα ή δώσει καταφατική απάντηση στο πρώτο ερώτημα και αρνητική στο δεύτερο ερώτημα, το Hovrätten επιθυμεί - αλλά σε άλλη περίπτωση όχι - να δοθεί απάντηση και στα υπόλοιπα ερωτήματα.
3) Σύμφωνα με το άρθρο 45, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 918/83 του Συμβουλίου, της 28ης Μαρτίου 1983, για τη θέσπιση του κοινοτικού καθεστώτος τελωνειακών ατελειών, παρέχεται τελωνειακή ατέλεια, με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 46 έως 49 του κανονισμού αυτού, για τα εμπορεύματα που περιέχονται στις προσωπικές αποσκευές των προερχομένων από τρίτη χώρα ταξιδιωτών, εφόσον πρόκειται για εισαγωγές μη εμπορικού χαρακτήρα. ροϋποθέτει τούτο ότι το είδος και η ποσότητα των εμπορευμάτων δεν πρέπει, από αντικειμενική άποψη, να δημιουργούν αμφιβολίες ως προς τη φύση της εισαγωγής; Ή πρέπει να ληφθούν υπόψη ο τρόπος διαβίωσης και οι συνήθειες του συγκεκριμένου ατόμου;
4) οια νομική σημασία έχουν οι κανονιστικές διατάξεις μιας εθνικής υπηρεσίας στις οποίες ορίζεται η ποσότητα ενός εμπορεύματος - επί του οποίου έχει εφαρμογή ο κανονισμός (ΕΟΚ) 918/83 του Συμβουλίου, της 28ης Μαρτίου 1983, για τη θέσπιση του κοινοτικού καθεστώτος τελωνειακών ατελειών - για την εισαγωγή της οποίας μπορεί κανονικά να χορηγείται τελωνειακή ατέλεια;»
21. Κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία, η Δανική, η Φινλανδική, η Σουηδική Κυβέρνηση και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς και η Επιτροπή, κατέθεσαν παρατηρήσεις. Θα αναφερθούμε στις θέσεις που αυτές έλαβαν κατά την εξέταση εκάστου των ερωτημάτων, στην οποία θα προχωρήσω τώρα με τη σειρά που παρατίθενται στη διάταξη περί παραπομπής.
22. Ωστόσο, πρέπει επίσης να επισημάνω εκ προοιμίου ότι, για καλύτερη κατανόηση του πρώτου ερωτήματος, το Δικαστήριο ζήτησε από το αιτούν δικαστήριο να διευκρινίσει αν ο Rättegångsbalken ή η δικαστική πρακτική εμποδίζουν την εκ μέρους του Högsta Domstolen υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο πλαίσιο διαδικασίας αφορώσας την απόφαση περί παραδεκτού μιας αναιρέσεως ασκηθείσας κατά αποφάσεως του Hovrätt. Το τελευταίο αυτό δικαστήριο απάντησε ότι τούτο ουδόλως εμποδίζεται, έστω και αν η νομολογία δεν έχει ασχοληθεί ακόμα με το ζήτημα.
Νομική ανάλυση
Επί του πρώτου ερωτήματος
23. Με το πρώτο ερώτημά του, το Hovrätt ερωτά συνεπώς αν, υπό τις ανωτέρω περιγραφείσες περιστάσεις, μπορεί να θεωρηθεί δικαστήριο τελευταίου βαθμού δικαιοδοσίας και αν είναι συνεπώς υποχρεωμένο να υποβάλει στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα κατ' εφαρμογήν του άρθρου 234, τρίτο εδάφιο, ΕΚ.
1. Τα επιχειρήματα των διαδίκων
24. Όλοι οι διάδικοι που παρενέβησαν στη διαδικασία έλαβαν θέση επί του ζητήματος αυτού.
25. Η Δανική Κυβέρνηση έλαβε θέση υπέρ μιας καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα αυτό, καθόσον, άλλως, θα μπορούσαν να θιγούν οι σκοποί που επιδιώκει το άρθρο 234, τρίτο εδάφιο, ΕΚ. Για την κυβέρνηση αυτή, συνεπώς, τα εθνικά δικαστήρια των οποίων οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα παρά μόνο μετά από έκδοση αποφάσεως περί παραδεκτού πρέπει να θεωρούνται δικαστήρια τελευταίου βαθμού δικαιοδοσίας υπό την έννοια της εν λόγω διατάξεως.
26. Αντιθέτως, την αντίστροφη άποψη υποστηρίζουν η Φινλανδική και η Σουηδική Κυβέρνηση, με βάση κατ' αρχήν την τυπική αναφορά που περιέχει το άρθρο 234, τρίτο εδάφιο, ΕΚ, στα δικαστήρια τελευταίου βαθμού δικαιοδοσίας. Συγκεκριμένα, κατά τις κυβερνήσεις αυτές, το γεγονός και μόνον ότι οι αποφάσεις του Hovrätt υπόκεινται σε αναίρεση αρκεί ώστε να αποκλειστεί το είδος αυτό του δικαστηρίου από το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως, στον βαθμό που η απαίτηση αποφάσεως περί παραδεκτού περιορίζει τις δυνατότητες εξετάσεως της αναιρέσεως από το ανώτατο δικαστήριο χωρίς ωστόσο να τις αποκλείει. Επιπλέον, παρατηρούν οι κυβερνήσεις αυτές, εφόσον ο σκοπός που επιδιώκει το άρθρο 234 συνίσταται στο να αποφευχθεί να αναπτυχθεί στο εθνικό δίκαιο νομολογία ασύμβατη προς το κοινοτικό δίκαιο, πρέπει να θεωρηθεί ότι, στο πλαίσιο της σουηδικής δικαστικής διαρθρώσεως, το καθήκον της διασφαλίσεως της νομολογιακής ομοιομορφίας βαρύνει το ανώτατο δικαστήριο και όχι τα εφετεία. Οι δύο αυτές κυβερνήσεις προσθέτουν ότι, εν πάση περιπτώσει, η λύση που προτείνουν δεν ενέχει κινδύνους για την ομοιομορφία του κοινοτικού δικαίου, καθόσον, κατ' αρχάς, τα εφετεία μπορούν εν πάση περιπτώσει να υποβάλουν στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα, πράγμα το οποίο μειώνει ήδη τους κινδύνους ανομοιομορφίας, αλλά κυρίως επειδή μπορεί να θεωρηθεί ότι, οσάκις η ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου είναι χρήσιμη σε μια υπόθεση και δεν υπάρχει ακόμη νομολογία του Δικαστηρίου, γενικώς, η απόφαση περί παραδεκτού είναι επιβεβλημένη· κατά συνέπεια, με τη μετέπειτα απόφασή του, το ανώτατο δικαστήριο θα πρέπει ενδεχομένως να προβεί το ίδιο στην προδικαστική παραπομπής. Η Φινλανδική Κυβέρνηση τονίζει ότι τούτο συμβαίνει στη χώρα της και ότι, κατά τη νομική θεωρία, το ανώτατο δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει την προδικαστική παραπομπή μόλις αρχίσει την εξέταση της αιτήσεως που αφορά το παραδεκτό της αναιρέσεως. Εξάλλου, υποστηρίζει η κυβέρνηση αυτή, αν το εφετείο εθεωρείτο και αυτό δικαστήριο τελευταίου βαθμού δικαιοδοσίας, η υποχρέωση προδικαστικής παραπομπής θα μπορούσε, στην ίδια υπόθεση, να επιβληθεί όχι σε ένα αλλά σε δύο δικαστήρια.
27. Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου ισχυρίζεται επίσης ότι η απαίτηση και μόνο εκδόσεως αποφάσεως περί παραδεκτού της αναιρέσεως ενώπιον του ανωτάτου δικαστηρίου δεν αρκεί, αυτή καθεαυτή, να μετατρέψει το εφετείο σε δικαστήριο τελευταίου βαθμού δικαιοδοσίας υπό την έννοια του άρθρου 234, τρίτο εδάφιο, ΕΚ. Ναι μεν η διάταξη αυτή έχει ως ειδικό σκοπό να αποφευχθεί η ανάπτυξη, στο πλαίσιο ενός κράτους μέλους, εθνικής νομολογίας μη σύμφωνης προς το κοινοτικό δίκαιο, πλην όμως ο σκοπός αυτός μπορεί απολύτως να αποφευχθεί αν επιβληθεί στο δικαστήριο που αποφαίνεται περί του παραδεκτού η υποχρέωση προδικαστικής παραπομπής. Τούτο ισχύει, ισχυρίζεται το Ηνωμένο Βασίλειο επεκτείνοντας το πλαίσιο της αναλύσεως και σε άλλα νομικά συστήματα μεταξύ των οποίων και το δικό του, ανεξάρτητα από το αν το δικαστήριο που είναι αρμόδιο να αποφανθεί περί του παραδεκτού της αναιρέσεως είναι εκείνο που εξέδωσε την απόφαση που πρόκειται να προσβληθεί (leave to appeal), το ανώτατο δικαστήριο (permission to appeal), ή κατ' αρχάς το ένα κατόπιν δε το άλλο. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, αν είναι αναγκαία μια απόφαση επί ενός ζητήματος κοινοτικού δικαίου, το δικαστήριο που αποφαίνεται σε τελευταίο βαθμό επί του παραδεκτού θα πρέπει είτε να κρίνει την αναίρεση παραδεκτή είτε να παραπέμψει το ζήτημα κοινοτικού δικαίου στο Δικαστήριο. Επομένως, κατά την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση, υπό την προϋπόθεση ότι η οικεία έννομη τάξη επιτρέπει στο δικαστήριο τελευταίου βαθμού δικαιοδοσίας να λαμβάνει υπόψη την υποχρέωση του άρθρου 234, τρίτο εδάφιο, ΕΚ και ότι το δικαστήριο αυτό συμμορφώνεται πράγματι προς την υποχρέωση αυτή οσάκις αποφαίνεται περί του παραδεκτού.
28. Η ανάλυση που αναπτύσσει η Επιτροπή όσον αφορά το επίμαχο ζήτημα είναι καλύτερα διαρθρωμένη, δεδομένου ότι λαμβάνει υποθετικά θέση υπέρ της μιας ή της άλλης δυνατής απαντήσεως στο ερώτημα για να εκτιμήσει καλύτερα τις συνέπειες. Είναι αληθές, παρατηρεί συνεπώς η Επιτροπή λαμβάνοντας κατ' αρχάς θέση υπέρ μιας καταφατικής απαντήσεως, ότι από την απαίτηση περί αποφάσεως περί παραδεκτού προκύπτει ότι είναι παρ' όλ' αυτά δυνατό να υποβληθεί η υπόθεση σε μια νέα εξέταση. Αν ωστόσο, στην πράξη, το ποσοστό των αιτήσεων που γίνονται δεκτές είναι πολύ χαμηλό επειδή είναι δύσκολο να επιτευχθεί η επανεξέταση της υποθέσεως και αν το να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως δεν αποτελεί δικαίωμα, καθόσον υπόκειται σε ορισμένες προϋποθέσεις, πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι, στην πραγματικότητα, δεν υφίσταται πραγματικό δικαίωμα ασκήσεως ενδίκου μέσου. Αν γινόταν δεκτή αυτή η συλλογιστική, το Hovrätt, όπως και όλα τα δικαστήρια των οποίων οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα παρά μόνο κατόπιν εκδόσεως αποφάσεως περί παραδεκτού της αναιρέσεως, θα υπέκειτο στην υποχρέωση του άρθρου 234, τρίτο εδάφιο, ΕΚ. Ωστόσο, το γεγονός ότι ένα ανώτερο δικαστήριο, το Högsta Domstolen ή κάποιο ισοδύναμο δικαστήριο σε άλλα κράτη μέλη, μπορεί να αποφασίσει περί του παραδεκτού ή να επιτρέψει το ένδικο μέσο συνεπάγεται ότι το δικαστήριο αυτό θα μπορούσε επίσης να υποχρεωθεί να συμμορφωθεί προς την εν λόγω υποχρέωση. Τούτο όμως δεν θα έπρεπε να δημιουργεί ιδιαίτερα προβλήματα, καθόσον το Δικαστήριο έχει εξετάσει το ενδεχόμενο αυτό με την απόφασή του Parfums Christian Dior, στην οποία, όπως θα δούμε, διευκρίνισε ότι, ακόμη και αν ένα δικαστήριο είναι υποχρεωμένο όπως και ένα άλλο να τηρήσει το άρθρο 234, τρίτο εδάφιο, ΕΚ, δεν μπορεί να μη συμμορφωθεί προς την υποχρέωση παραπομπής πανομοιότυπου ή παρόμοιου προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο . Αν γινόταν συνεπώς δεκτή η λύση αυτή, παρατηρεί η Επιτροπή, το δικαστήριο και οι διάδικοι θα είχαν ασφαλώς την απόλυτη βεβαιότητα ότι τουλάχιστον ένα εθνικό δικαστήριο θα ήταν υποχρεωμένο να υποβάλει στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα, τούτο όμως θα αύξανε σημαντικά τον αριθμό των δικαστηρίων που θα υπόκεινταν στην υποχρέωση αυτή.
29. Αν δοθεί αρνητική απάντηση, η Επιτροπή παρατηρεί αντιθέτως ότι, όσο αβέβαιη και εξαρτώμενη από προϋποθέσεις και αν είναι, η δυνατότητα να κριθεί παραδεκτή η αναίρεση υφίσταται ωστόσο και καταδεικνύει συνεπώς ότι προβλέπεται ένδικο μέσο υπό την έννοια του άρθρου 234, τρίτο εδάφιο, ΕΚ. Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι, κατ' αυτό τον τρόπο, παραμένει αβέβαιος ο καθορισμός του δικαστηρίου που υπόκειται στην υποχρέωση παραπομπής, αλλά φρονεί ότι πρέπει να αναζητηθεί η λύση στα προβλήματα αυτά στις ίδιες τις εθνικές έννομες τάξεις, λαμβανομένων ιδίως υπόψη των περιθωρίων ελευθερίας που παρέχουν, όσον αφορά την τήρηση της υποχρεώσεως αυτής, στο δικαστήριο που είναι αρμόδιο για να αποφανθεί σε τελευταίο βαθμό επί του παραδεκτού της αναιρέσεως. Κατά την Επιτροπή, πράγματι, εναπόκειται σ' αυτό το δικαστήριο να μεριμνά, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη την αρχή της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου και την υποχρέωση προστασίας των εννόμων καταστάσεων που στηρίζονται στο δίκαιο αυτό, ώστε τα ζητήματα ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου να έχουν κριθεί ή να κριθούν κατ' ορθό τρόπο. Εντεύθεν προκύπτει ότι το δικαστήριο που είναι αρμόδιο για να αποφανθεί επί του παραδεκτού της αναιρέσεως, εφόσον θεωρεί ότι τα ζητήματα ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου δεν κρίθηκαν ορθώς, πρέπει να παραπέμψει την υπόθεση στο κατώτερο δικαστήριο, εφόσον τούτο επιτρέπεται από την οικεία έννομη τάξη, είτε να αποφανθεί συναφώς το ίδιο είτε να λάβει άλλο μέτρο, μέσα στα επιτρεπτά όρια που θέτει η έννομη τάξη του. Στο πλαίσιο αυτό, το εν λόγω δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει να υποβάλει απ' ευθείας ερώτημα στο Δικαστήριο, είτε στο στάδιο της εξετάσεως του παραδεκτού της αναιρέσεως είτε, ενδεχομένως, κατά την εξέταση της ουσίας της αναιρέσεως αυτής. Εν πάση περιπτώσει, από την άποψη του κοινοτικού δικαίου, το σημαντικότερο στοιχείο δεν είναι τόσο το ποιο δικαστήριο οφείλει να προβεί στην προδικαστική παραπομπή όσο η ύπαρξη στο πλαίσιο της διαδικασίας, όπως θέλει το Δικαστήριο, ενός δικαστηρίου που να είναι σε θέση να εγγυηθεί την ομοιόμορφη ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου.
30. Συμπερασματικώς, αναγνωρίζοντας ότι και οι δύο υποθετικές απαντήσεις που εξέτασε έχουν πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα, η Επιτροπή φρονεί ότι, για να αποφευχθεί η αύξηση του αριθμού των δικαστηρίων που υπόκεινται στην υποχρέωση του άρθρου 234, τρίτο εδάφιο, ΕΚ, πρέπει να προτιμηθεί η δεύτερη λύση και συνεπώς να δοθεί η απάντηση ότι το δικαστήριο που αποφαίνεται περί του παραδεκτού της αναιρέσεως πρέπει, στα όρια που του επιτρέπει η έννομη τάξη του, να μεριμνά για την τήρηση του κοινοτικού δικαίου και, συνεπώς, να θεωρείται δικαστήριο τελευταίου βαθμού δικαιοδοσίας υπό την έννοια του άρθρου 234, τρίτο εδάφιο, ΕΚ.
2. Η κατάσταση της κοινοτικής νομολογίας
31. ροτού λάβω θέση επί του επίμαχου ζητήματος και επί των λύσεων που προτείνουν οι διάδικοι, θεωρώ σκόπιμο να κάνω μια σύντομη παρέκβαση για να εξετάσω τη νομολογία του Δικαστηρίου επί του θέματος αυτού.
32. ρος τούτο, πρέπει κατ' αρχάς να υπενθυμίσω ότι, όσον αφορά τα στοιχεία που μας ενδιαφέρουν εν προκειμένω, σε σχέση με την ερμηνεία του άρθρου 234, τρίτο εδάφιο, ΕΚ υπήρξαν αρχικώς δύο αντίθετες κατευθύνσεις. Ένα σημαντικό τμήμα της νομολογίας των κρατών μελών και της νομικής θεωρίας θεωρούσε συγκεκριμένα ότι η υποχρέωση παραπομπής αφορούσε μόνο τα δικαστήρια που βρίσκονται στην κορυφή της δικαστικής πυραμίδας της έννομης τάξεως στην οποία ανήκουν, ήτοι στα ανώτατα δικαστήρια, λόγω του ειδικού ρόλου τους ως εγγυητών της ομοιόμορφης ερμηνείας του νόμου και της ενότητας του εθνικού δικαίου. Στην αντίθετη πλευρά, υποστηριζόταν αντιθέτως ότι η σχετική υποχρέωση είχε ως δικαιολογητικό λόγο την ανάγκη να αποφευχθεί η έκδοση αποφάσεων με ισχύ δεδικασμένου που να οδηγούν σε διαφορετική εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου. Σύμφωνα με την άποψη αυτή, συνεπώς, για να διασφαλιστεί η πρακτική αποτελεσματικότητα του άρθρου 234, τρίτο εδάφιο, ΕΚ, η υποχρέωση που το άρθρο αυτό προβλέπει έπρεπε να επιβάλλεται σε κάθε δικαστήριο που αποφαίνεται με αμετάκλητη απόφαση, ανεξάρτητα από τη θέση του στην ιεραρχία της εθνικής έννομης τάξεως.
33. Η νομολογία του Δικαστηρίου στράφηκε αμέσως προς τη δεύτερη θέση. Ήδη στο πλαίσιο της γνωστής υποθέσεως Costa, που υποβλήθηκε στην κρίση του Δικαστηρίου με προδικαστική παραπομπή εκ μέρους του giudice conciliatore του Μιλάνου, δικάζοντος σε πρώτο και τελευταίο βαθμό λόγω της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς, το Δικαστήριο είπε παρεπιμπτόντως ότι, βάσει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 234 ΕΚ), «τα εθνικά δικαστήρια των οποίων οι αποφάσεις, όπως εν προκειμένω, δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα, οφείλουν, όταν ανακύπτει ενώπιόν τους τέτοιο ζήτημα, να το υποβάλουν στο Δικαστήριο προκειμένου αυτό να αποφαίνεται με προδικαστική απόφαση επί "της ερμηνείας της Συνθήκης"» .
34. Ακόμα πιο σημαντική είναι η απόφαση Hoffmann-La Roche, στην οποία το Δικαστήριο εκλήθη να αποφανθεί επί ενός ζητήματος ερμηνείας του άρθρου 177, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ το οποίο έθεσε ένα γερμανικό δικαστήριο στο πλαίσιο συνοπτικής διαδικασίας που αποσκοπούσε στη λήψη ενός επείγοντος μέτρου (einstweilige Verfügung). Το γεγονός ότι δεν υπήρχε κανένα ένδικο μέσο κατά των αποφάσεων που εκδίδονται στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, μολονότι οι διάδικοι μπορούν εν συνεχεία να ασκήσουν κανονική αγωγή με το ίδιο αντικείμενο, οδήγησε το γερμανικό δικαστήριο να ερωτήσει το Δικαστήριο αν ήταν υποχρεωμένο να υποβάλει το προδικαστικό ερώτημα. Το Δικαστήριο τόνισε ότι, «στο πλαίσιο του άρθρου 177, το οποίο αποβλέπει στην εξασφάλιση της ομοιόμορφης ερμηνείας και εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου σε όλα τα κράτη μέλη, η τρίτη παράγραφος έχει ειδικότερα ως σκοπό να εμποδίζει τον σχηματισμό εθνικής νομολογίας, σε οποιοδήποτε κράτος μέλος, μη σύμφωνης με τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου. Οι απορρέουσες από τον σκοπό αυτό απαιτήσεις τηρούνται στο πλαίσιο των συνοπτικών και επειγουσών διαδικασιών, όπως εν προκειμένω, που αφορούν ασφαλιστικά μέτρα, αν μια τακτική επί της ουσίας διαδικασία, επιτρέπουσα την επανεξέταση κάθε νομικού ζητήματος επιλυθέντος προσωρινά κατά τη συνοπτική διαδικασία, πρέπει να κινηθεί είτε σε κάθε περίπτωση είτε όταν το ζητήσει ο ηττηθείς διάδικος. Υπό τις περιστάσεις αυτές, ο ειδικός σκοπός του άρθρου 177, τρίτη παράγραφος, διαφυλάσσεται λόγω του γεγονότος ότι η υποχρέωση υποβολής προδικαστικών ερωτημάτων στο Δικαστήριο έχει εφαρμογή στο πλαίσιο της επί της ουσίας διαδικασίας» .
35. Η ίδια κατεύθυνση ακολουθήθηκε με την απόφαση Morson και Jhanjan, στην οποία το Δικαστήριο επανέλαβε, πάντα στο πλαίσιο μιας διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, ότι «ο ειδικός σκοπός του άρθρου 177, τρίτη παράγραφος, διασφαλίζεται, όταν η υποχρέωση παραπομπής προδικαστικών ερωτημάτων στο Δικαστήριο τηρείται στο πλαίσιο της διαδικασίας επί της ουσίας, έστω και αν η διαδικασία αυτή διεξάγεται ενώπιον δικαστηρίων διαφορετικής δικαιοδοσίας απ' ό,τι η διαδικασία προσωρινών μέτρων, εφόσον δυνάμει του άρθρου 177 υφίσταται η δυνατότης παραπομπής στο Δικαστήριο των ανακυπτόντων ζητημάτων κοινοτικού δικαίου» .
36. Είναι συνεπώς σαφές ότι το κύριο μέλημα του Δικαστηρίου είναι να διαφυλάξει τον σκοπό της επίμαχης διατάξεως, ο οποίος προσδιορίζεται ως συνιστάμενος στην ανάγκη να «αποφευχθεί η δημιουργία, σε οιοδήποτε κράτος μέλος, μιας εθνικής νομολογίας που δεν συμφωνεί με τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου», η οποία μπορεί να θίξει την ομοιόμορφη ερμηνεία και εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου. Ωστόσο, και γι' αυτόν ακριβώς το λόγο, ο σκοπός αυτός δεν πρέπει να προστατεύεται κατά τρόπο αφηρημένο και τυπικό, αλλά πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη η φύση της επίμαχης αποφάσεως, ήτοι το αν είναι απρόσβλητη ή όχι, καθόσον πρέπει ακριβώς να αποφευχθεί το να λαμβάνουν τα εθνικά δικαστήρια θέση επί ζητημάτων κοινοτικού δικαίου χωρίς να υποβάλλουν ερωτήματα στο Δικαστήριο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν υφίσταται εν συνεχεία κανένα άλλο αρμόδιο δικαστήριο για να πράξει τούτο .
37. Αν η απαίτηση αυτή ικανοποιείται, χάνει τη σημασία του και το ζήτημα σε ποια εθνική διαδικασία ανακύπτει το ερώτημα στις περιπτώσεις στις οποίες πολλά δικαστήρια είναι κατ' αρχήν αρμόδια να προβούν σε προδικαστική παραπομπή. Συγκεκριμένα, όπως προαναφέρθηκε, μια τέτοια περίπτωση εξετάστηκε στην προπαρατεθείσα απόφαση Parfums Christian Dior, στην οποία, έστω και σε διαφορετική βάση και για λόγους που δεν χρειάζεται να εξετάσουμε εν προκειμένω, είχαν αρμοδιότητα τόσο το εθνικό ανώτατο δικαστήριο (το Hoge Raad) όσο και και το δικαστήριο Μπενελούξ. Στην προπαρατεθείσα απόφαση που εξέδωσε στην υπόθεση αυτή, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι αμφότερα τα δικαστήρια πρέπει να θεωρηθούν δικαστήρια τελευταίου βαθμού δικαιοδοσίας και συνεπώς υποκείμενα στην υποχρέωση προδικαστικής παραπομπής στο Δικαστήριο, υπό την έννοια του άρθρου 177, τρίτο εδάφιο. Διευκρίνισε ωστόσο επίσης ότι, σε περίπτωση που ένα από τα δικαστήρια αυτά έχει ήδη υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο, «η υποχρέωση αυτή καθίσταται άσκοπη και, συνεπώς, στερείται αντικειμένου, όταν το ανακύψαν ζήτημα είναι κατ' ουσίαν ταυτόσημο με ζήτημα που έχει ήδη αποτελέσει το αντικείμενο προδικαστικής αποφάσεως στο πλαίσιο της ίδιας της ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου υποθέσεως» (σκέψη 31). Στις προτάσεις που διατύπωσε στην ίδια υπόθεση, ο γενικός εισαγγελέας Jacobs τόνισε και αυτός ότι, προκειμένου να θεωρηθεί ότι πληρούνται οι επιταγές του άρθρο 177, τρίτο εδάφιο, έπρεπε να είχε υποβληθεί προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο σε κάποιο στάδιο της δίκης πριν από την οριστική απόφαση του εθνικού δικαστηρίου, στον βαθμό που «η λογική των διατάξεων της Συνθήκης έγκειται στο ότι τα δικαστήρια των κρατών μελών των οποίων οι αποφάσεις είναι αμετάκλητες δεν πρέπει να αποφαίνονται επί ζητήματος κοινοτικού δικαίου αν δεν έχει αποφανθεί επ' αυτού το Δικαστήριο. Υπό το πρίσμα αυτό, μάλλον δεν έχει σημασία στο πλαίσιο ποιας διαδικασίας ζητείται η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως» .
38. Όσον αφορά τέλος τον καθορισμό του απρόσβλητου χαρακτήρα μιας αποφάσεως και των ενδίκων μέσων των οποίων η ύπαρξη αποκλείει τον απρόσβλητο χαρακτήρα της αποφάσεως, η νομολογία του Δικαστηρίου δεν είχε ακόμη την ευκαιρία να παράσχει γενικής φύσεως ενδείξεις. Ωστόσο, θεωρώ ότι είναι πολύ σημαντικές οι παρατηρήσεις που ανέπτυξε συναφώς ο γενικός εισαγγελέας Capotorti στην προπαρατεθείσα υπόθεση Hoffmann-La Roche. Αφού τόνισε ότι η έννοια του ενδίκου μέσου δεν έχει την ίδια σημασία στις διάφορες εθνικές έννομες τάξεις, ο γενικός εισαγγελέας απέκλεισε από την έννοια αυτή τόσο τα ένδικα μέσα που ασκούν υποκείμενα δικαίου άλλα πλην των διαδίκων, όπως είναι για παράδειγμα η τριτανακοπή ή η αναίρεση υπέρ του νόμου που ασκεί ο εισαγγελέας, όσο και τα αποκαλούμενα έκτακτα ένδικα μέσα, όπως είναι η αναψηλάφηση, για να καταλήξει ότι «οι αποφάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 177, [εδάφιο 3], είναι όλες όσες έχουν καταστεί απρόσβλητες, υπό την έννοια ότι δεν γίνεται επανεξέταση της υποθέσεως, είτε ως προς τα πραγματικά, είτε μόνο ως προς τα νομικά περιστατικά, κατόπιν αιτήματος ενός των διαδίκων και χωρίς να χρειάζεται η συνδρομή νέων περιστατικών ή εξαιρετικών όρων» .
3. Εκτίμηση
39. Θεωρώ ότι η εκτενής εξέταση που παρέθεσα ανωτέρω παρέχει όλα τα στοιχεία που είναι χρήσιμα για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα, απάντηση η οποία - προσθέτω - μπορεί επίσης να ισχύει, κατά τη γνώμη μου, τόσο όσον αφορά ειδικώς το σουηδικό σύστημα, στο οποίο μόνο το ανώτατο δικαστήριο μπορεί να κρίνει παραδεκτή την αναίρεση, όσο και όσον αφορά τα νομικά συστήματα για τα οποία έγινε λόγος ανωτέρω και στα οποία αρμοδιότητα (αποκλειστική ή συντρέχουσα) για να αποφανθεί επί του παραδεκτού του ενδίκου μέσου έχει το ίδιο το δικαστήριο που εξέτασε την απόφαση κατά της οποίας ασκείται το εν λόγω ένδικο μέσο.
40. Θεωρώ κατ' αρχάς, τόσο εγώ όσο και σχεδόν όλοι οι άλλοι ενδιαφερόμενοι που παρενέβησαν στη διαδικασία αυτή, ότι, μολονότι η απαίτηση μιας αποφάσεως περί παραδεκτού περιορίζει τη δυνατότητα αναιρέσεως κατά των αποφάσεων των Hovrätter, είναι ωστόσο αναμφισβήτητο ότι η δυνατότητα αυτή υφίσταται. ροσθέτω ότι το στοιχείο τούτο είναι ιδιαιτέρως λυσιτελές στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως καθόσον, όπως υπενθυμίζουν τόσο η Σουηδική όσο και η Φινλανδική Κυβέρνηση, η αναίρεση αυτή δεν συνιστά έκτακτο ή εξαιρετικό ένδικο μέσο, αλλά «αναίρεση υπό στενή έννοια», ήτοι «ένα γνήσιο τακτικό ένδικο μέσο» στο πλαίσιο των ενδίκων βοηθημάτων και μέσων που προβλέπει ο νόμος· τούτο εξάλλου επιβεβαιώνεται επίσης από το γεγονός, που τόνισε η Φινλανδική Κυβέρνηση, ότι οι αποφάσεις των Hovrätter δεν μπορούν να θεωρηθούν απρόσβλητες παρά μόνο μετά την απόρριψη της αιτήσεως περί παροχής αδείας για την άσκηση της αναιρέσεως. Εν συνεχεία, η ίδια η Σουηδική Κυβέρνηση υπενθύμισε ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις (ιδίως σε ποινικές υποθέσεις), ακόμη και η άσκηση ενδίκου μέσου κατά των αποφάσεων των δικαστηρίων πρώτου βαθμού (Tingsrätter) εξαρτάται από την εκ μέρους των εφετείων παροχή αδείας, χωρίς προφανώς να τίθεται εν αμφιβόλω ο τακτικός χαρακτήρας του ενδίκου αυτού μέσου. Δεν υπάρχει συνεπώς κανένας λόγος να προβάλλεται μόνον η αρνητική πλευρά της αβεβαιότητας που υφίσταται όσον αφορά την απόφαση περί παραδεκτού της αναιρέσεως, για να επισκιαστεί δηλαδή το αντικειμενικό γεγονός ότι υφίσταται εν πάση περιπτώσει δυνατότητα ασκήσεως αναιρέσεως, αλλά να αγνοούνται οι θετικές ενδεχόμενες συνέπειες της αποφάσεως αυτής, για να τεθεί δηλαδή τουλάχιστον εν αμφιβόλω ή και για να αποκλειστεί η φύση των Hovrätter ως δικαστηρίων τελευταίου βαθμού δικαιοδοσίας. Θεωρώ αντιθέτως ότι, δεδομένου ότι υφίσταται η προαναφερθείσα δυνατότητα, τα Hovrätter δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως δικαστήρια τελευταίου βαθμού δικαιοδοσίας, τόσο από τεχνικής απόψεως όσο και από την άποψη των αρχών που προκύπτουν από τη νομολογία του Δικαστηρίου που ανέφερα ανωτέρω.
41. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, όπως προείπα, το πρόβλημα που τίθεται εν προκειμένω, όπως και στις ανάλογες περιπτώσεις που προαναφέρθηκαν, δεν συνίσταται τόσο στο να καθοριστεί ποιο δικαστήριο μεταξύ εκείνων που μπορούν να ληφθούν υπόψη πρέπει τυπικώς να χαρακτηριστεί ως δικαστήριο τελευταίου βαθμού δικαιοδοσίας υπό την έννοια του άρθρου 234, τρίτο εδάφιο, ΕΚ, όσο στο να αποφευχθεί το ενδεχόμενο, επιλέγοντας τη λύση του χαρακτηρισμού του δικαστηρίου αυτού ως ανωτάτου δικαστηρίου, να διακυβευθεί ο επανειλημμένως υπενθυμισθείς σκοπός του άρθρου 234 ΕΚ, ο οποίος συνίσταται στο να «αποφευχθεί να δημιουργηθεί, σε οποιοδήποτε κράτος μέλος, μια εθνική νομολογία μη σύμφωνη προς τους κανονες του κοινοτικού δικαίου», η οποία θα μπορούσε να θίξει την ομοιόμορφη ερμηνεία και εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου. Αυτό που πρέπει πράγματι να μας απασχολήσει είναι η διασφάλιση της εκπληρώσεως του σκοπού αυτού στις περιπτώσεις, όπως εν προκειμένω, στις οποίες το δικαστήριο που είναι αρμόδιο να παράσχει την άδεια για την άσκηση του ενδίκου μέσου θα μπορούσε να αρνηθεί την άδεια αυτή, τερματίζοντας έτσι ολόκληρη τη διαδικασία, χωρίς το Δικαστήριο να έχει την ευκαιρία να αποφανθεί επί των ζητημάτων κοινοτικού δικαίου που ενδεχομένως ανέκυψαν κατά τη διάρκεια της εν λόγω διαδικασίας. Τούτο εξηγεί τις επιφυλάξεις όσον αφορά τις λύσεις που συνεπάγονται έναν τέτοιο κίνδυνο και την αναζήτηση μέσων που να μπορούν να εξαλείψουν τον κίνδυνο αυτό οσάκις δεν είναι δυνατό να αποφευχθεί το είδος αυτό λύσεως. Τούτο εξάλλου προκύπτει σαφώς από τις παρατηρήσεις σχεδόν όλων των διαδίκων που παρενέβησαν στην παρούσα διαδικασία, παρά τη συγκλίνουσα εκτίμησή τους ότι η δυνατότητα αναιρέσεως ενώπιον του ανωτάτου δικαστηρίου αποκλείει τον χαρακτηρισμό του Hovrätt ως δικαστηρίου τελευταίου βαθμού δικαιοδοσίας. Κατά τη γνώμη μου, και η Δανική Κυβέρνηση, αντί για πραγματική διαφωνία προς την εκτίμηση αυτή, θέλησε να εκφράσει την ανησυχία της όσον αφορά τους κινδύνους που θα μπορούσαν να προκύψουν για την ομοιομορφία της ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου εντός των κρατών μελών.
42. Θεωρώ ωστόσο ότι δεν είναι ανάγκη, για να διασκεδαστεί αυτή η θεμιτή και βάσιμη ανησυχία, να αλλάξει η φύση των αποφάσεων των Hovrätter για να μετατραπούν σε αποφάσεις τελευταίου βαθμού ή να χρησιμοποιηθούν στατιστικές σχετικά με τον αριθμό των αναιρέσεων που έχουν κριθεί παραδεκτές, ή ακόμη να προβληθούν επιχειρήματα ξένα προς την ουσία του σχετικού ερωτήματος. ρέπει αντιθέτως να αναζητηθεί η απάντηση αυτή στο ίδιο το άρθρο 234 ΕΚ και στη φύση της συνεργασίας που θεσπίζει μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων. Με άλλα λόγια, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η συνεργασία αυτή, μολονότι πραγματοποιείται κανονικά στο πλαίσιο μιας σχέσεως μεταξύ του Δικαστηρίου και ενός αιτούντος δικαστηρίου, εμπλέκει στην πραγματικότητα το σύνολο του εθνικού δικαστικού συστήματος όπως είναι οργανωμένο σε όλα του τα επίπεδα. Επομένως, πρέπει να ληφθεί υπόψη το συνολικό πλαίσιο του οικείου νομικού συστήματος και όχι μόνον, ένα συγκεκριμένο δικαστήριο σε περίπτωση που υπάρχουν αβεβαιότητες ή δυσχέρειες όπως εν προκειμένω για να καθοριστεί αν το σύστημα αυτό παρέχει τα μέσα που είναι αναγκαία για την υλοποίηση των σκοπών του άρθρου 234 ΕΚ. Το Δικαστήριο έκρινε, για παράδειγμα, την προπαρατεθείσα υπόθεση Parfums Christian Dior ακολουθώντας τη λογική αυτή· κατά τη γνώμη μου, η ίδια αυτή λογική πρέπει να ακολουθηθεί και για να κριθεί η παρούσα υπόθεση. Αυτό που θέλω να πω είναι συνοπτικά ότι το σημαντικό δεν είναι τόσο να πραγματοποιηθεί μια αφηρημένη άσκηση ορισμού της φύσεως του οικείου δικαστηρίου, όσο να εξεταστεί αν και πώς, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο του υπό κρίση δικαστικού συστήματος, το σύστημα αυτό καθιστά δυνατή τη διασφάλιση της υλοποιήσεως των σκοπών του άρθρου 234 ΕΚ.
43. Για να επιστρέψω τώρα στην ανησυχία που ανέφερα στις τελευταίες παραγράφους, θεωρώ ότι ένα σημείο πρέπει να καθοριστεί με απόλυτη σαφήνεια, ήτοι ότι, κατ' αρχήν, δικαστήρια όπως το σουηδικό ανώτατο δικαστήριο, επειδή ακριβώς είναι δικαστήρια τελευταίου βαθμού, υποχρεούνται απολύτως στην τήρηση της υποχρεώσεως που προβλέπει το άρθρο 234, τρίτο εδάφιο, ΕΚ, εκτός και αν η έννομη τάξη στην οποία ανήκουν τους παρέχει τη δυνατότητα να παρεκκλίνουν από την υποχρέωση αυτή χωρίς να παραβούν την εν λόγω διάταξη. Μια τέτοια περίπτωση θα συνέτρεχε για παράδειγμα αν στα δικαστήρια αυτά επιτρεπόταν, σε περίπτωση που έχουν διαπιστώσει την ύπαρξη ενός ζητήματος κοινοτικού δικαίου, να μην προβούν άμεσα σε προδικαστική παραπομπή, αλλά να παραπέμψουν την υπόθεση στο κατώτερο δικαστήριο προκειμένου να αναλάβει αυτό την εν λόγω παραπομπή. Στην περίπτωση αυτή, προφανώς, δεν θα προέκυπτει κανένα πρόβλημα σε σχέση με το άρθρο 234 ΕΚ καθόσον, το επαναλαμβάνω, αυτό που είναι σημαντικό από πλευράς κοινοτικού δικαίου είναι η εν πάση περιπτώσει διασφάλιση του σκοπού που επιδιώκει η διάταξη αυτή, και όχι το να μεριμνά για τη διασφάλιση αυτή εκείνο ή το άλλο δικαστήριο. Ωστόσο, εκτός από υποθετικές περιπτώσεις του είδους αυτού, η υποχρέωση προδικαστικής παραπομπής επιβάλλεται στα δικαστήρια αυτά ανεπιφυλάκτως, έστω και αν η έννομη τάξη στην οποία ανήκουν δεν τους παρέχει τη δυνατότητα να πραγματοποιούν την παραπομπή αυτή στο πλαίσιο καθορισμένων διαδικασιών. Στις περιπτώσεις αυτές, όποια και αν είναι η κατάσταση του εθνικού δικαίου, η υποχρέωση παραπομπής προκύπτει στην πραγματικότητα ευθέως από το άρθρο 234 ΕΚ και από την υπεροχή του κοινοτικού δικαίου, δεδομένου ότι τα δικαστήρια αυτά, όπως έχει έντονα τονίσει το Δικαστήριο, υποχρεούνται εν πάση περιπτώσει να εγγυώνται την εκπλήρωση της σχετικής υποχρεώσεως.
44. Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων στοιχείων και των στοιχείων που προέκυψαν κατά τη διαδικασία, θεωρώ ότι είναι τώρα πιο εύκολο να δοθεί απάντηση στο ειδικό ερώτημα που ανέκυψε στην υπό κρίση υπόθεση. ρώτον, υπενθυμίζω ότι, κατ' εφαρμογήν του εθνικού του δικαίου, το σουηδικό ανώτατο δικαστήριο πρέπει να κρίνει παραδεκτή μια αναίρεση οσάκις ενέχει ζητήματα που θέτουν υπό κρίση την ομοιόμορφη εφαρμογή του δικαίου στην έννομη τάξη του. Είναι όμως προφανές ότι ένα ζήτημα ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου εμπίπτει ακριβώς στην περίπτωση αυτή, όπως το επιβεβαίωσαν εξάλλου ρητώς τόσο η Σουηδική όσο και η Φινλανδική Κυβέρνηση· μάλιστα, η τελευταία αυτή Κυβέρνηση επισήμανε την ύπαρξη μιας πρακτικής και θεωρητικών ρευμάτων που ακολουθούν την κατεύθυνση αυτή.
45. ροσθέτω εν συνεχεία ότι, σε απάντηση που έδωσε σε ερώτηση που του έθεσε το Δικαστήριο, το αιτούν δικαστήριο διευκρίνισε ότι, έστω και αν δεν υφίστανται ακόμη νομολογιακά προηγούμενα υπ' αυτή την έννοια, κανένα στοιχείο της σουηδικής νομοθεσίας δεν απαγορεύει στο Högsta Domstolen, οσάκις ένα προδικαστικό ερώτημα σχετικό με το κοινοτικό δίκαιο ανακύπτει στο πλαίσιο της εξετάσεως του παραδεκτού μιας αναιρέσεως κατά αποφάσεως του Hovrätt, να παραπέμψει ευθέως το ζήτημα στο Δικαστήριο. Αντιθέτως, δεν είναι σαφές το ζήτημα αν μπορεί, στο πλαίσιο αυτό, να μην επιτρέψει την αναίρεση, παραπέμποντας την υπόθεση ενώπιον του Hovrätt προκειμένου αυτό να προβεί στην προδικαστική παραπομπή. Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν αυτό ίσχυε, η τήρηση του άρθρου 234 ΕΚ θα διαφυλασσόταν.
46. Ωστόσο, με την επιφύλαξη της τελευταίας αυτής περιπτώσεως, ουδόλως επιτρέπεται στο Högsta Domstolen, όπως προανέφερα, να μην εκπληρώσει την υποχρέωση να απευθυνθεί στο Δικαστήριο αν ανακύπτει ενώπιόν του ζήτημα κοινοτικού δικαίου, εφόσον βεβαίως πληρούνται και οι λοιπές προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 234, τρίτο εδάφιο, ΕΚ και έχουν διευκρινιστεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου. Το Högsta Domstolen μπορεί προφανώς να προβεί στην προδικαστική παραπομπή κατά το στάδιο της εξετάσεως της ουσίας της αναιρέσεως αν έχει δεχθεί την αίτηση περί ασκήσεως της αναιρέσεως αυτής. Μπορεί επίσης να προβεί στην προδικαστική παραπομπή ήδη κατά το στάδιο της εξετάσεως της αιτήσεως αυτής, ιδίως αν σκοπεύει να την απορρίψει. Στην περίπτωση αυτή, αντιθέτως, αν η μετέπειτα απάντηση του Δικαστηρίου είναι ασύμβατη προς την απόφαση του Hovrätt και αν δεν είναι δυνατή η παραπομπή της υποθέσεως στο τελευταίο αυτό δικαστήριο, το Högsta Domstolen θα πρέπει να δεχθεί την αναίρεση προκειμένου να δοθεί συνέχεια στην ερμηνεία του Δικαστηρίου, τόσο λόγω των υποχρεώσεων που απορρέουν σχετικώς από το άρθρο 234 ΕΚ όσο και επειδή ο σουηδικός νόμος επιβάλλει στο ανώτατο δικαστήριο να επιτρέπει την άσκηση αναιρέσεως αν τούτο είναι σημαντικό για την ομοιόμορφη εφαρμογή του δικαίου.
47. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, η τήρηση του άρθρου 234 ΕΚ θα διασφαλιζόταν συνεπώς και δεν θα προέκυπτε κανένας κίνδυνος από τη λύση που περιέγραψα ανωτέρω όσον αφορά τους σκοπούς που επιδιώκει η διάταξη αυτή· ή, τουλάχιστον, κανένας μεγαλύτερος κίνδυνος απ' ό,τι σε ανάλογες και λιγότερο προβληματικές καταστάσεις.
48. Υπό το φως των εκτεθέντων επιχειρημάτων, προτείνω συνεπώς να δοθεί στο πρώτο ερώτημα η απάντηση ότι ένα εθνικό δικαστήριο του οποίου οι αποφάσεις υπόκεινται σε ένδικο μέσο, υπό την επιφύλαξη της εξετάσεως του παραδεκτού του ενδίκου αυτού μέσου, δεν συνιστά κατ' αρχήν δικαστήριο τελευταίου βαθμού δικαιοδοσίας υπό την έννοια του άρθρου 234, τρίτο εδάφιο, ΕΚ.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
1. Εισαγωγή
49. Με το ερώτημα αυτό, και λαμβάνοντας ακριβώς ως αφετηρία την περίπτωση κατά την οποία η υποχρέωση του τρίτου εδαφίου του άρθρου 234 ΕΚ του επιβάλλεται, το Hovrätt ερωτά αν μπορεί παρ' όλ' αυτά να μην προβεί στην προδικαστική παραπομπή αν θεωρεί, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, ότι τα ζητήματα κοινοτικού δικαίου που ανακύπτουν στην εκκρεμή ενώπιόν του υπόθεση είναι «σαφή»· τούτο δε έστω και αν, συνεχίζει το Hovrätt υπαινισσόμενο προφανώς την προπαρατεθείσα απόφαση CILFIT, οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στην απόφαση αυτή δεν συντρέχουν εν προκειμένω, ειδικότερα αν τα ζητήματα δεν εμπίπτουν στη θεωρία της «acte clair» (σαφούς πράξεως) ή της «acte éclairé» (διασαφηνισμένης πράξεως).
2. Τα επιχειρήματα των διαδίκων
50. Μόνον η Δανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή έλαβαν θέση επί του ζητήματος αυτού και αμφότερες στηρίχθηκαν στον γενικό και συνοπτικό χαρακτήρα του ερωτήματος για να προτείνουν μια νέα, λιγότερο ή περισσότερο εκτεταμένη, εξέταση της νομολογίας CILFIT.
51. Η Δανική Κυβέρνηση επιθυμεί συγκεκριμένα, για λόγους τόσο αρχής όσο και πρακτικούς, μια επανεξέταση της νομολογίας αυτής εκ μέρους του Δικαστηρίου, τοσούτω μάλλον που η νομολογία αυτή καθορίστηκε προ εικοσαετίας περίπου. ρος τούτο, η κυβέρνηση αυτή συμφωνεί ανεπιφύλακτα με τις προτάσεις τις οποίες διατύπωσε ο γενικός εισαγγελέας Jacobs στην υπόθεση Wiener και στις οποίες τόνισε ότι η επέκταση του κοινοτικού δικαίου σε νέους τομείς και η σημαντική αύξηση της σχετικής νομοθεσίας συνεπάγονται επίσης αναπόφευκτα αύξηση του αριθμού των προδικαστικών παραπομπών στο Δικαστήριο. Ωστόσο, όπως παρατήρησε ο γενικός εισαγγελέας, η υπερβολική χρήση των προδικαστικών αυτών παραπομπών ενέχει τον κίνδυνο να βλάψει την ποιότητα και τη συνοχή της κοινοτικής νομολογίας, ακόμη και τη δυνατότητα πρόσβασης στη νομολογία αυτή, και μπορεί επιπλέον να αποδειχθεί αντιπαραγωγική σε σχέση με τον σκοπό που επιδιώκει το άρθρο 234 ΕΚ, ήτοι τη διασφάλιση της ομοιόμορφης εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου στο σύνολο της Ενώσεως. Αντιθέτως, ο περιορισμός της υποχρεώσεως προδικαστικής παραπομπής όχι μόνο δεν θα έθετε αναγκαστικά σε κίνδυνο την ασφάλεια δικαίου, αλλά θα μπορούσε μάλιστα και να την ευνοήσει· επιπλέον, θα παρουσίαζε το πλεονέκτημα να ελαφρύνει τον φόρτο εργασίας του Δικαστηρίου και να μειώσει τις διαδικαστικές προθεσμίες. Για τους λόγους αυτούς, και λαμβάνοντας ως παραδοχή το ότι η λειτουργία του Δικαστηρίου βάσει του άρθρου 234 ΕΚ συνίσταται λιγότερο στη διασφάλιση της ορθής εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, οσάκις ανακύπτει ζήτημα κοινοτικού δικαίου σε εθνική διαδικασία, όσο στη μέριμνα για την ομοιόμορφη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου σε όλη την Κοινότητα, ο γενικός εισαγγελέας Jacobs πρότεινε να περιοριστούν οι προδικαστικές παραπομπές στις περιπτώσεις όπου «υπάρχει πραγματική ανάγκη ομοιόμορφης εφαρμογής του δικαίου σε ολόκληρη την Κοινότητα διότι το ερώτημα παρουσιάζει γενικό ενδιαφέρον» (σημείο 50). Συγκεκριμένα, δεδομένου ότι το κοινοτικό δίκαιο καθίσταται όλο και πιο οικείο προς τα εθνικά δικαστήρια και αποτελεί πλέον αντικείμενο πλούσιας και παγιωμένης νομολογίας, στην οποία τα δικαστήρια αυτά μπορούν να καταφεύγουν αυτοτελώς, μπορούμε να φανταστούμε, κατά τον γενικό εισαγγελέα Jacobs, έναν αυτοπεριορισμό των προδικαστικών παραπομπών τόσο εκ μέρους των εθνικών δικαστηρίων, ενδεχομένως βάσει κατευθύνσεων που θα καταρτίσει το ίδιο το Δικαστήριο, όσο και εκ μέρους επίσης του Δικαστηρίου, το οποίο θα μπορούσε «να επιδεικνύει αυτοσυγκράτηση και να περιορίζεται στην εξέταση γενικότερων ερμηνευτικών ζητημάτων» (σημείο 45). Επομένως, χωρίς να θέσει υπό κρίση, κατά τα ουσιώδη τουλάχιστον, τη νομολογία CILFIT, ο γενικός εισαγγελέας κατέληξε ότι οι προϋποθέσεις που η νομολογία αυτή θέτει «πρέπει να εφαρμόζονται μόνο σε περιπτώσεις όπου η προδικαστική παραπομπή είναι πράγματι κατάλληλη για την επίτευξη των σκοπών του άρθρου 177, οσάκις δηλαδή ανακύπτει γενικής φύσεως ερώτημα και υπάρχει γνήσια ανάγκη ομοιόμορφης ερμηνείας» (σημείο 64).
52. Η Δανική Κυβέρνηση υιοθετεί τα συμπεράσματα αυτά και υπενθυμίζει επιπλέον ότι η ομάδα εμπειρογνωμόνων που συγκροτήθηκε από την Επιτροπή το φθινόπωρο του 1999 για να αναπτύξει έναν προβληματισμό σχετικά με το μέλλον του δικαιοδοτικού συστήματος των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ακολούθησε μια ανάλογη προσέγγιση. Στην τελική της έκθεση , συγκεκριμένα, η ομάδα αυτή συνέστησε επίσης, αφενός, να ενθαρρυνθούν τα εθνικά δικαστήρια να εφαρμόζουν συχνότερα τα ίδια το κοινοτικό δίκαιο και, αφετέρου, να περιοριστεί η υποχρέωση που επιβάλλεται στα δικαστήρια τελευταίου βαθμού μόνο στις περιπτώσεις στις οποίες «το ζήτημα έχει επαρκή σημασία για το κοινοτικό δίκαιο» και για τη λύση των οποίων παραμένει, μετά την εξέτασή τους από τα κατώτερα δικαστήρια, μια «εύλογη αμφιβολία». Κατά τη Δανική Κυβέρνηση, το Δικαστήριο θα έπρεπε να λάβει υπόψη αυτά τα κριτήρια και να μετριάσει την υπερβολική αυστηρότητα των κριτηρίων της αποφάσεως CILFIT, είτε γενικώς είτε όσον αφορά τον ειδικό καθορισμό των κριτηρίων αυτών που περιέχεται στην ίδια αυτή απόφαση. Τούτο ισχύει ειδικότερα όσον αφορά την κρίση ότι το εθνικό δικαστήριο μπορεί να μην προβεί στην προδικαστική παραπομπή οσάκις σχηματίζει την πεποίθηση ότι η ορθή ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου είναι προφανής και ότι εξίσου προφανής «θα ενεφανίζετο η λύση αυτή στα δικαστήρια των άλλων κρατών μελών και στο Δικαστήριο» (απόφαση CILFIT, σκέψη 16). Συγκεκριμένα, κατά τη Δανική Κυβέρνηση, το κριτήριο αυτό δεν προϋποθέτει την απουσία «εύλογης αμφιβολίας», αλλά την απουσία οποιασδήποτε αμφιβολίας. Τέλος, αναφερόμενη εκ νέου στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Jacobs στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Wiener (σημείο 65), η Δανική Κυβέρνηση καλεί το Δικαστήριο να καταργήσει επίσης το κριτήριο, το οποίο ομοίως διαλαμβάνεται στην απόφαση CILFIT, σύμφωνα με το οποίο το εθνικό δικαστήριο πρέπει να έχει πειστεί για το προφανές της απαντήσεως που πρέπει να δοθεί στο σχετικό με ερμηνεία ερώτημα λαμβάνοντας υπόψη και τη δυσχέρεια συγκρίσεως των διαφόρων γλωσσικών αποδόσεων μιας κοινοτικής διατάξεως.
53. Η Επιτροπή φρονεί ότι δεν πρέπει να τεθούν υπό κρίση οι προϋποθέσεις που έθεσε το Δικαστήριο με την απόφαση CILFIT, με εξαίρεση το κριτήριο βάσει του οποίου η ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου πρέπει να παρίσταται «τόσο προφανής» ώστε να μην παραμένει καμία εύλογη αμφιβολία επί του θέματος. Συναφώς, υπενθυμίζει τις πρόσφατες τροποποιήσεις που επήλθαν στο άρθρο 104, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου , προκειμένου να επιτραπεί στο Δικαστήριο να αποφαίνεται με αιτιολογημένη διάταξη επί προδικαστικής παραπομπής όχι μόνον, όπως τούτο προβλεπόταν προηγουμένως, «όταν ερώτημα που υποβάλλεται με αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως είναι [προφανώς] ταυτόσημο με ερώτημα επί του οποίου το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί», αλλά και «όταν η απάντηση σε τέτοιο ερώτημα μπορεί να συναχθεί σαφώς από τη νομολογία ή όταν δεν μπορεί να υπάρχει εύλογη αμφιβολία για την απάντηση στο ερώτημα». Το γεγονός ότι η τελευταία αυτή προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 104, παράγραφος 3, δεν συνοδεύεται από τη διευκρίνιση ότι η απουσία εύλογης αμφιβολίας πρέπει να προκύπτει «κατά τρόπο προφανή», σύμφωνα με την απόφαση CILFIT, θα μπορούσε να θεωρηθεί ένδειξη περί του ότι η πρόσθετη αυτή προϋπόθεση δεν είναι πλέον αναγκαία και ότι θα μπορούσε συνεπώς να γίνει αναφορά σε μόνη την απουσία «εύλογης αμφιβολίας». Τοσούτω μάλλον, παρατηρεί η Επιτροπή, που η εμπειρία καταδεικνύει ότι τα εθνικά δικαστήρια διστάζουν να αναγνωρίσουν το «προφανές» μιας καταστάσεως και ότι φαίνεται αδύνατη η τήρηση του κριτηρίου της προφανούς απουσίας εύλογης αμφιβολίας.
54. Η Επιτροπή ασχολείται κατόπιν με την υπό κρίση υπόθεση και, αφού τονίσει ότι οι παρεκκλίσεις από τις αρχές που θεσπίζει η Συνθήκη πρέπει να ερμηνεύονται στενά, παρατηρεί ότι το αιτούν δικαστήριο δεν διευκρίνισε κατά ποια έννοια και κατά ποιο τρόπο το ζήτημα της ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου τίθεται εν προκειμένω με «σαφήνεια». Εν πάση περιπτώσει, το αιτούν δικαστήριο πρέπει να τηρήσει την αρχή ότι η απάντηση του δεν πρέπει να αφήνει καμία εύλογη αμφιβολία, λαμβανομένων υπόψη των διαφόρων γλωσσικών αποδόσεων, της νομικής ορολογίας και των νομικών εννοιών, καθώς και των σκοπών και του σταδίου εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου. Μόνον εφόσον οι προϋποθέσεις αυτές συντρέχουν μπορεί το δικαστήριο να απόσχει από την προδικαστική παραπομπή και να επιλύσει το ζήτημα με δική του ευθύνη, υπό την έννοια της νομολογίας CILFIT· η συνδρομή όμως των προϋποθέσεων αυτών πρέπει να αιτιολογηθεί για να μπορεί να ελεγχθεί αντικειμενικά, προκειμένου να διαφυλαχθεί η επίτευξη των σκοπών του άρθρου 234. Η Επιτροπή προτείνει να δοθεί αρνητική απάντηση στο δεύτερο ερώτημα, ήτοι να δοθεί απάντηση υπό την έννοια ότι ένα δικαστήριο τελευταίου βαθμού δικαιοδοσίας δεν μπορεί να μην εκπληρώσει την υποχρέωση προδικαστικής παραπομπής αν υφίσταται εύλογη αμφιβολία ως προς τον τρόπο που πρέπει να λυθεί ένα ζήτημα εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, λαμβανομένων υπόψη των διαφόρων γλωσσικών αποδόσεων που είναι εξίσου αυθεντικές, της ορολογίας, των σκοπών και του σταδίου εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου.
3. Η νομολογία CILFIT
55. ροτού περάσω στην εκτίμηση των υποστηριζομένων θέσεων, θεωρώ σκόπιμο να υπενθυμίσω εν συντομία, αλλά πιο λεπτομερώς, τα στοιχεία της αποφάσεως CILFIT που ενδιαφέρουν εν προκειμένω και το πλαίσιο στο οποίο η απόφαση αυτή εκδόθηκε.
56. Όπως είναι γνωστό, η νομολογία αυτή πήγασε από αντιφατικές απαιτήσεις μεταξύ των οποίων προσπάθησε να δημιουργήσει ένα εύλογο σημείο ισορροπίας, έστω και αν δεν επέτυχε να συμβιβάσει οριστικά, όπως τούτο επιβεβαιώνεται και από την υπό κρίση υπόθεση, τις αντικρουόμενες απόψεις. Αφενός, εν ονόματι των απαιτήσεων πρακτικής φύσεως που υπενθυμίστηκαν ανωτέρω, τονίστηκε η ανάγκη να αποφευχθεί ένας υπερβολικός αριθμός προδικαστικών παραπομπών, με βάση ενδεχομένως το γεγονός ότι η χρήση του όρου «ζήτημα» στο άρθρο 234 ΕΚ υποδηλώνει εν πάση περιπτώσει την ύπαρξη μιας ερμηνευτικής αμφιβολίας ή με βάση τη γνωστή αρχή in claris non fit interpretatio ή, στα ίχνη της γαλλικής νομολογίας, τη θεωρία που αποκαλείται acte clair ή acte éclairé. Αφετέρου, τονίστηκε η ουσιώδης λειτουργία του άρθρου 234 ΕΚ, που συνίσταται στη διαφύλαξη της ομοιόμορφης ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου, για να καταγγελθεί ο κίνδυνος ότι ενδεχόμενα κενά στον μηχανισμό της προδικαστικής παραπομπής μπορούν να οδηγήσουν, λόγω της αναπόφευκτης τάσης τους να διευρυνθούν και λόγω του κινδύνου διαφορετικής χρήσεώς τους στην πράξη, σε προοδευτική αποδυνάμωση του συστήματος στο σύνολό του.
57. Η διάσταση αυτή των απόψεων, που έδωσε λαβή σε έντονες συζητήσεις ήδη από τα πρώτα έτη εφαρμογής της Συνθήκης ΕΚ, αποδυναμώθηκε συν τω χρόνω και εμφανίστηκε εκ νέου στην πράξη μόνο κατά την έκδοση της αποφάσεως CILFIT. Τούτο δεν σημαίνει ότι, εν τω μεταξύ, ακολουθήθηκε πάντοτε η σωστή κατεύθυνση· αντιθέτως, η πρακτική των εθνικών δικαστηρίων ήταν κάθε άλλο παρά γραμμική και παρουσίαζε σε ορισμένε περιπτώσεις αποκλίσεις ενίοτε σημαντικές σε σχέση με την υποχρέωση του τρίτου εδαφίου του άρθρου 234 ΕΚ. Ακόμη και το Δικαστήριο φάνηκε, συν τω χρόνω, να χαλαρώνει την αρχική του στάση που χαρακτηριζόταν από απόλυτη αυστηρότητα, για ένα σύνολο λόγων στους οποίους δεν πρέπει να σταθώ παρά μόνο για να επισημάνω ότι μεταξύ αυτών περιλαμβανόταν επίσης, αλλ' όχι μόνο, η διαρκής και ταχεία αύξηση του αριθμού και της πολυπλοκότητας των προδικαστικών παραπομπών. Αφετέρου, η ιδέα ότι το άρθρο 234 ΕΚ δεν συνεπάγεται μια ιεραρχική διάταξη αλλά μια συνεργασία μεταξύ του Δικαστηρίου κα των εθνικών δικαστηρίων - ιδέα που εμφανίστηκε αρχικώς πιο καλυμμένα προτού προβληθεί έντονα στην κοινοτική νομολογία υπό γνήσια διμερή έννοια και ως χαρακτηριστικό του συνόλου του συστήματος - ευνόησε μια ερμηνεία της υποχρεώσεως της προδικαστικής παραπομπής που ήταν λιγότερο μηχανική και αυτόματη και οδήγησε συνεπώς αναγκαστικά στο να αναγνωριστεί ένας πιο ενεργός ρόλος των εθνικών δικαστηρίων και μια μεγαλύτερη εμπλοκή τους, έστω και αν τα δικαστήρια αυτά δικάζουν σε τελευταίο βαθμό.
58. H νομολογία CILFIT δημιουργήθηκε στο πλαίσιο αυτό και με βάση τις ως άνω παραδοχές. Αποσκοπούσε συνεπώς κατ' αρχάς στο να απαντήσει στην προαναφερθείσα απαίτηση να αποφευχθούν περιττές προδικαστικές παραπομπές που θα βάρυναν άσκοπα τη δραστηριότητα του Δικαστηρίου και θα έβλαπταν την αποτελεσματική εκπλήρωση της αποστολής που του αναθέτει το άρθρο 234 ΕΚ. ρος τούτο, κρίθηκε καλό, παρά την αυστηρή διατύπωση του τρίτου εδαφίου της διατάξεως αυτής, να αφεθεί στα εθνικά δικαστήρια τελευταίου βαθμού δικαιοδοσίας ορισμένο περιθώριο εκτιμήσεως προκειμένου να μπορούν να αξιολογούν την πραγματική ανάγκη υποβολής προδικαστικού ερωτήματος. Κατά συνέπεια, όπως έχω ήδη υπενθυμίσει, το Δικαστήριο αναγνώρισε τη δυνατότητα περιορισμού της υποχρεώσεως των δικαστηρίων αυτών να υποβάλλουν προδικαστικό ερώτημα επί ζητήματος κοινοτικού δικαίου οσάκις διαπιστώνεται ότι «το ανακύψαν ζήτημα δεν είναι ουσιώδες ή ότι η οικεία κοινοτική διάταξη έχει ήδη ερμηνευθεί από το Δικαστήριο ή ότι η ορθή εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου παρίσταται τόσο προφανής, ώστε να μην αφήνει περιθώριο για καμία εύλογη αμφιβολία» .
59. Όσον αφορά ακριβώς την τελευταία αυτή προϋπόθεση, ωστόσο, το Δικαστήριο έλαβε ορισμένες προφυλάξεις για να περιορίσει το περιθώριο διακριτικής ευχέρειας των εθνικών δικαστηρίων και συνεπώς να διαφυλάξει, παρά τα ανοίγματα που δημιούργησε η νομολογία CILFIT, τον θεμελιώδη σκοπό του άρθρου 234 ΕΚ που συνίσταται στην εγγύηση του ότι το κοινοτικό δίκαιο θα ερμηνεύεται και θα εφαρμόζεται κατά ομοιόμορφο τρόπο σε όλα τα κράτη μέλη και ειδικότερα, όσον αφορά το τρίτο εδάφιο της διατάξεως αυτής, στο «να αποφευχθεί η επικράτηση διαστάσεως στη νομολογία εντός της Κοινότητας επί ζητημάτων κοινοτικού δικαίου» . Αναγνωρίζοντας συνεπώς ότι «η ορθή εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου δύναται να παρίσταται τόσο προφανής, ώστε να μην αφήνει περιθώριο για καμία εύλογη αμφιβολία ως προς τη λύση του τεθέντος ζητήματος», το Δικαστήριο προειδοποίησε ότι, «πριν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι συντρέχει τέτοια περίπτωση, το εθνικό δικαστήριο πρέπει να έχει σχηματίσει την πεποίθηση ότι εξίσου προφανής θα ενεφανίζετο η λύση αυτή στα δικαστήρια των άλλων κρατών μελών και στο Δικαστήριο» (σκέψη 16). Επιπλέον, «η συνδρομή μιας τέτοιας περιπτώσεως πρέπει να εκτιμάται με γνώμονα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του κοινοτικού δικαίου, τις ιδιάζουσες δυσκολίες που παρουσιάζει η ερμηνεία του και τον κίνδυνο διαστάσεως στη νομολογία εντός της Κοινότητας» (σκέψη 21). Ειδικότερα, πρέπει «να λαμβάνεται υπόψη ότι τα κείμενα του κοινοτικού δικαίου συντάσσονται σε περισσότερες γλώσσες και ότι οι διάφορες γλωσσικές αποδόσεις είναι εξίσου αυθεντικές· η ερμηνεία μιας διατάξεως του κοινοτικού δικαίου συνεπάγεται επομένως σύγκριση των γλωσσικών αποδόσεων». Ακόμη όμως «και στην περίπτωση της απόλυτης συμφωνίας των γλωσσικών αποδόσεων, [επισημαίνεται] ότι το κοινοτικό δίκαιο χρησιμοποιεί δική του ορολογία. Εξάλλου, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι οι νομικές έννοιες δεν έχουν κατ' ανάγκη το ίδιο περιεχόμενο στο κοινοτικό δίκαιο και στα διάφορα εθνικά δίκαια. Τέλος, κάθε διάταξη του κοινοτικού δικαίου πρέπει να ανατοποθετείται στο πλαίσιό της και να ερμηνεύεται υπό το φως του συνόλου των διατάξεων του δικαίου αυτού, των σκοπών του, καθώς και του σταδίου της εξελίξεώς του κατά το χρονικό σημείο κατά το οποίο πρέπει να εφαρμοστεί η οικεία διάταξη» (σκέψεις 18 έως 20).
4. Εκτίμηση
60. Ερχόμενος τώρα στην υπό κρίση περίπτωση, πρέπει κατ' αρχάς να επαναλάβω ότι ο συνοπτικός χαρακτήρας της αποφάσεως περί παραπομπής επί του σημείου αυτού δεν διευκολύνει την ακριβή κατανόηση του ερωτήματος που υπέβαλε το Hovrätt. Από το πλαίσιο της κύριας δίκης προκύπτει εν πάση περιπτώσει προφανώς ότι, παρά ορισμένα διφορούμενα, μεταξύ των τριών προϋποθέσεων που αναφέρει η απόφαση CILFIT, το Hovrätten έχει κατά νου την τρίτη. Συγκεκριμένα, είναι αναμφίβολη η λυσιτέλεια του ερωτήματος περί της ερμηνείας του άρθρου 45, παράγραφος 1, του κανονισμού 918/83 όσον αφορά τη λύση της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου· εξάλλου, δεν υφίσταται καμιά νομολογία του Δικαστηρίου που να αφορά τη σχετική διάταξη .
61. Από αυτό ωστόσο δεν προκύπτει ακόμη απάντηση καθόσον, στην πραγματικότητα, το Hovrätt ερωτά σχετικά με την ύπαρξη της υποχρεώσεως παραπομπής στο Δικαστήριο βάσει του άρθρου 234, τρίτο εδάφιο, ΕΚ οσάκις ένα ζήτημα κοινοτικού δικαίου είναι «σαφές», διευκρινίζοντας ωστόσο ότι η περίπτωση αυτή δεν εμπίπτει στις περιπτώσεις - όπως για παράδειγμα στην περίπτωση της «σαφούς πράξεως» - στις οποίες ένα δικαστήριο τελευταίου βαθμού δικαιοδοσίας μπορεί, κατ' εφαρμογήν της νομολογίας του Δικαστηρίου, να μην προβεί σε προδικαστική παραπομπή. Η αναφορά στην απόφαση CILFIT είναι συνεπώς προφανής και ωστόσο, κατά τα λεγόμενά του, η κατάσταση που εξέτασε το Hovrätt είναι διαφορετική από εκείνη, την οποία ακριβώς αναφέρει η απόφαση CILFIT, ενός ζητήματος του οποίου η λύση «παρίσταται τόσο προφανής, ώστε να μην αφήνει περιθώριο για καμία εύλογη αμφιβολία». Στην πραγματικότητα, πρόκειται απλώς στη συγκεκριμένη περίπτωση για ένα ζήτημα του οποίου η λύση είναι «σαφής».
62. Δεν θα ασχοληθώ προς το παρόν με τις παρατηρήσεις, που είναι ωστόσο ορθές, της Επιτροπής σχετικά με τον υπερβολικά ασαφή χαρακτήρα του ερωτήματος και την έλλειψη οποιασδήποτε αιτιλογήσεώς του, και δεν λαμβάνω επίσης υπόψη το γεγονός ότι, όπως θα δούμε κατωτέρω, τα ουσιαστικά ζητήματα που θέτει η απόφαση περί παραπομπής δεν φαίνεται να είναι τόσο «σαφή» όσο αυτή διατείνεται. Αυτό που θέλω να υπογραμμίσω είναι ότι το Hovrätt φαίνεται να προτείνει ένα είδος πρόσθετης ή διευκρινιστικής αναπτύξεως της τρίτης προϋποθέσεως που περιέχει η απόφαση CILFIT, υποστηρίζοντας μια πιο περιορισμένη εκδοχή και, θα έλεγα, πιο «υποκειμενική», καθόσον στηριζόμενη στην απλή πεποίθηση του εθνικού δικαστηρίου ότι είναι σε θέση να λύσει το ίδιο ένα ζήτημα, εφόσον αυτό δεν παρουσιάζει ερμηνευτικές δυσχέρειες και η λύση του είναι «σαφής».
63. Οι παρατηρήσεις αυτές αρκούν ήδη για να δικαιολογηθεί η μεγάλη αμηχανία την οποία θα προκαλούσε μια ενδεχόμενη καταφατική απάντηση στο υπό εξέταση ερώτημα. Η αμηχανία αυτή θα προέκυπτε, γενικώς, από το γεγονός ότι μια τέτοια απάντηση θα κατέληγε στο να διευρύνει σημαντικά το περιθώριο διακριτικής ευχέρειας του εθνικού δικαστηρίου και, κατά συνέπεια, να μειώσει περαιτέρω το περιεχόμενο της υποχρεώσεως παραπομπής που επιβάλλεται στα δικαστήρια τελευταίου βαθμού από το άρθρο 234, τρίτο εδάφιο, ΕΚ· η αμηχανία αυτή όμως προκύπτει ειδικότερα και από το γεγονός ότι τούτο θα συνέβαινε λόγω της εισαγωγής, κατά τρόπο απολύτως αυθαίρετο, σημαντικών στοιχείων αβεβαιότητας και υποκειμενικότητας, και συνεπώς συγχύσεως, στην εφαρμογή της διατάξεως αυτής.
64. Για να δικαιολογήσω και μάλιστα για να ενισχύσω την αμηχανία αυτή, θεωρώ ότι είναι σκόπιμο να υπενθυμίσω ότι η αρχή που συνίσταται στην υποχρέωση των δικαστηρίων τελευταίου βαθμού να προβαίνουν σε προδικαστική παραπομπή δεν προκύπτει από μια πρόχειρη επιλογή του Δικαστηρίου, αλλά βρίσκει ακριβή και τυπική θεμελίωση απ' ευθείας στη Συνθήκη και συνιστά μάλιστα, δεδομένων των σκοπών της και των συνεπειών της, μια από τις θεμελιώδεις και πιο χαρακτηριστικές αρχές, ίσως και μια διαρθρωτική αρχή, της κοινοτικής έννομης τάξεως. Επομένως, είναι αυτονόητο ότι κάθε ενδεχόμενη απόκλιση από την αρχή αυτή πρέπει να ερμηνεύεται στενά. Εξάλλου, με βάση αυτή ακριβώς την ιδέα, η κρατούσα θεωρία τόνισε προσφάτως ότι, μετά τη νομολογία CILFIT, είναι δύσκολο για το Δικαστήριο να μειώσει περαιτέρω την αυστηρότητα της σχετικής αρχής, παραμένοντας συγχρόνως πιστό στο γράμμα και στο πνεύμα της Συνθήκης .
65. έραν όμως του ότι δεν είναι σαφή εν προκειμένω το νόημα και το περιεχόμενο της πρόσθετης παρεκκλίσεως που επιδιώκεται να εισαχθεί στην εν λόγω αρχή, οφείλω να πω ότι, εν πάση περιπτώσει, όχι μόνον ουδόλως προκύπτει η χρησιμότητα ή η αναγκαιότητα της παρεκκλίσεως αυτής, αλλά γίνονται αντιθέτως ορατοί όλοι οι κίνδυνοι που αυτή ενέχει. Συγκεκριμένα, η νομολογία CILFIT είχε ως αντικείμενο να παράσχει ένα συνεκτικό και υπεύθυνο σύνολο ενδείξεων που θα ήσαν χρήσιμες για να κατευθυνθούν τα εθνικά δικαστήρια κατά τρόπο ευλόγως εξισορροπημένο· φρονώ ωστόσο ότι ούτε το Δικαστήριο είχε θεωρήσει ότι είχε κατ' αυτόν τον τρόπο ορίσει βέβαια και οριστικά, αν όχι αλάθητα, κριτήρια για να οριοθετήσει την υποχρέωση του άρθρου 234, τρίτο εδάφιο, ΕΚ. αρά τη νομολογία αυτή, πράγματι, η ίδια η φύση του προβλήματος αποκλείει τέτοιες λύσεις, καθόσον η εφαρμογή της διατάξεως επιδέχεται αντικειμενικά, στην πράξη, - και δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά - ορισμένη «ελαστικότητα», αφήνοντας εν πάση περιπτώσει ανοιχτή τη δυνατότητα, ακόμη και χωρίς τούτο να είναι στην πρόθεση των δικαστών, για ενδεχόμενες παραβάσεις της υποχρεώσεως παραπομπής. Το γεγονός ότι τούτο δεν προκύπτει πάντοτε ή δεν έχει πάντοτε σημαντικές συνέπειες δεν σημαίνει ότι στην πράξη όλα εξελίσσονται τέλεια, αλλά τούτο εξαρτάται μάλλον από την περίσταση ότι ενίοτε η παράβαση δεν γίνεται γνωστή ή φαίνεται λιγότερο σημαντική, κυρίως όμως εξαρτάται από την έλλειψη ενός αποτελεσματικού μηχανισμού ελέγχου και αντίδρασης ή μάλλον από τον αμιγώς θεωρητικό, εν προκειμένω, χαρακτήρα του υφιστάμενου μηχανισμού. Είναι πράγματι γνωστό ότι η Επιτροπή (και όχι μόνον αυτή) θεωρεί ορθώς ότι, στις περιπτώσεις αυτές, δεν είναι ευχερής και οπωσδήποτε όχι σκόπιμη η άσκηση της προσφυγής λόγω παραλείψεως βάσει του άρθρου 226 ΕΚ. Αυτό το πρόβλημα όμως, το επαναλαμβάνω, υφίσταται και επανεμφανίζεται μάλιστα από καιρού εις καιρό κατά τρόπο προφανή . Οι αντικειμενικές δυσχέρειες όμως που προκύπτουν ήδη από την εφαρμογή της νομολογίας CILFIT θα έπρεπε ακριβώς να θεωρηθούν στοιχείο κατά της εισαγωγής και άλλων στοιχείων αβεβαιότητας και αμφισημίας στον τομέα αυτό και κυρίως κατά του περάσματος από μια ερμηνευτική γραμμή στηριζόμενη σε κριτήρια εκτιμήσεως όσο το δυνατόν πιο αντικειμενικά σε μια άλλη η οποία θα επέτρεπε την ύπαρξη υποκειμενικών, για να μην πω αυθαιρέτων, εκτιμήσεων των εθνικών δικαστηρίων. Δεν θεωρώ ότι διεκτραγωδώ την κατάσταση αν παρατηρήσω ότι, σε διαφορετική περίπτωση, θα άνοιγε ο δρόμος για μια προοδευτική συρρίκνωση της ενότητας του κοινοτικού δικαίου και, τελικώς, της ίδιας της υπεροχής του.
66. Κατόπιν των ανωτέρω, θα μπορούσα να θεωρήσω ότι η ανάλυσή μου έχει τελειώσει αν δεν ήταν αναγκαίο να μιλήσω λίγο ακόμη για τα επιχειρήματα που διατύπωσε το Βασίλειο της Δανίας, αλλά σε ορισμένο βαθμό και η Επιτροπή, σχετικά με την ανάγκη επανεξετάσεως της νομολογία CILFIT. Όπως έχω ήδη εκθέσει εκτεταμένα, η κυβέρνηση αυτή, αναφερόμενη στις ανησυχίες που εξέφρασε ο γενικός εισαγγελέας Jacobs και τις οποίες επανέλαβε η προαναφερθείσα έκθεση της ομάδας προβληματισμού σχετικά με το δικαιοδοτικό σύστημα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ζητεί ανοιχτά με το υπόμνημά της τον μετριασμό της αυστηρότητας των κριτηρίων της νομολογίας CILFIT, τα οποία θεωρεί υπερβολικά αυστηρά και συνεπώς όχι ικανά να εξαφανίσουν τον κίνδυνο της υπάρξεως ενός υπερβολικά μεγάλου αριθμού προδικαστικών παραπομπών. Ειδικότερα, η εν λόγω κυβέρνηση προτείνει εκ νέου την ιδέα του περιορισμού της υποχρεώσεως που επιβάλλει το άρθρο 234 ΕΚ στα δικαστήρια τελευταίου βαθμού σε περιπτώσεις στις οποίες «το ερώτημα παρουσιάζει επαρκή σημασία για το κοινοτικό δίκαιο και [...] παραμένει εύλογη αμφιβολία ως προς την απάντηση που πρέπει να δοθεί στο ερώτημα αυτό».
67. Δεν θέλω να αμφισβητήσω κατ' αρχήν το βάσιμο των ανησυχιών στις οποίες στηρίζονται οι υπό εξέταση προτάσεις ούτε καν τη χρησιμότητα ορισμένων από αυτές, αρχής γενομένης ειδικότερα από εκείνες που αφορούν τα δικαστήρια που δεν αποφαίνονται σε τελευταίο βαθμό (σκέφτομαι για παράδειγμα την ανάγκη να ενθαρρυνθεί ένας αυτοπεριορισμός των παραπομπών από τα δικαστήρια αυτά). Θα ήθελα ωστόσο να υπενθυμίσω κατ' αρχάς ότι οι σημαντικές τροποποιήσεις του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, που υπενθυμίστηκαν ανωτέρω (σημείο 53), εισήχθησαν μετά τις υπό εξέταση προτάσεις και ότι οι τροποποιήσεις αυτές ανταποκρίνονται, τουλάχιστον εν μέρει, στις προαναφερθείσες ανησυχίες, δεδομένου ότι, όπως η πρακτική τείνει ήδη να το αποδείξει, επιτρέπουν να επιλύονται με απλούστερες και ταχύτερες διαδικασίες ορισμένα ζητήματα λιγότερο, ας πούμε, προβληματικά.
68. Αφετέρου, θεωρώ ότι δεν πρέπει να μεγαλοποιούνται οι ανησυχίες αυτές, ιδίως αν ληφθεί υπόψη το γενικό πλαίσιο και τα προβλήματα που πρέπει να αντιμετωπίζουν σχεδόν όλα τα σύγχρονα δικαστήρια. Συγκεκριμένα, ο συνολικός αριθμός των προδικαστικών παραπομπών είναι ακόμη περιορισμένος σε σχέση με τον σημαντικό και αυξανόμενο αριθμό των υποθέσεων στις οποίες τα εθνικά δικαστήρια αντιμετωπίζουν ένα ζήτημα κοινοτικού δικαίου, και είναι ακόμη πιο περιορισμένος αν ληφθεί υπόψη ο μεγάλος αριθμός των δικαστηρίων που είναι αρμόδια να προβαίνουν σε προδικαστική παραπομπή στις υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιόν τους. Αυτές όμως οι ανησυχίες μου φαίνονται ότι ίσως είναι και αστήρικτες οσάκις αφορούν, όπως εν προκειμένω, τα δικαστήρια τελευταίου βαθμού, καθόσον ο αριθμός των προδικαστικών παραπομπών στις οποίες προβαίνουν τα δικαστήρια αυτά ήταν ανέκαθεν, και εξακολουθεί να είναι, πολύ περιορισμένος: τόσο σε απόλυτους αριθμούς όσο και ως ποσοστό σε σχέση με τον συνολικό αριθμό των προδικαστικών αυτών παραπομπών .
69. Θεωρώ συνεπώς ότι δεν είναι αυτή η κατεύθυνση που πρέπει να ακολουθηθεί για να αντιμετωπιστούν οι προαναφερθείσες ανησυχίες και ότι, εν πάση περιπτώσει, τα πλεονεκτήματα που θα προέκυπταν θα ήσαν πράγματι πολύ περιορισμένα για να δικαιολογηθούν, ακόμη και αν τούτο ήταν δυνατό ή επιθυμητό, οι αρνητικές συνέπειες και οι κίνδυνοι που ενέχουν οι προτάσεις αυτές. Αρκεί να σκεφθούμε τον κίνδυνο να καταστεί ακόμη πιο δυσχερές για τους ενδιαφερομένους το να επιτυγχάνουν την έκδοση διατάξεως περί παραπομπής εκ μέρους των δικαστηρίων τα οποία, όπως καταδεικνύει η εμπειρία, δεν έχουν έντονη την τάση να ευνοούν τέτοιες αιτήσεις και τα οποία έχουν ήδη (ή προσκτώνται) στην πράξη επαρκή περιθώρια ανεξαρτησίας. Όχι μόνο θα υπήρχε κίνδυνος να μειωθεί η δικαστική προστασία των ιδιωτών, αλλ' επιπλέον τούτο θα επηρέαζε αναπόφευκτα την ομοιόμορφη ερμηνεία και εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου. Το Δικαστήριο όμως έχει επανειλημμένως υπενθυμίσει ότι το σύστημα της προδικαστικής παραπομπής αποτελεί το θεμελιώδες στοιχείο της διατήρησης του κοινοτικού χαρακτήρα του δικαίου που θέσπισαν οι Συνθήκες, καθόσον διαφυλάσσει την ενότητα του συστήματος αυτού και του επιτρέπει να παράγει τα ίδια αποτελέσματα στο σύνολο της Ενώσεως, εγγυώμενο συγχρόνως την αποτελεσματική δικαστική προστασία των ιδιωτών . Στην περίπτωση αυτή, μπορεί επίσης το Δικαστήριο να αντιμετωπίσει ή να κληθεί να αντιμετωπίσει προβλήματα λόγω της συρροής προδικαστικών παραπομπών. Είμαι ωστόσο πεπεισμένος ότι δεν μπορούν να ικανοποιηθούν απαιτήσεις πρακτικής και συγκυριακής φύσεως, όσο και θεμιτές και κατανοητές και αν είναι, εις βάρος των αρχών και της συνοχής του συστήματος, ακόμη δε λιγότερο με το να οδηγηθεί το Δικαστήριο να παραιτηθεί των ευθυνών που του αναθέτει η Συνθήκη.
70. Η προαναφερθείσα γενικής φύσεως αμηχανία αυξάνει αν οι υπό εξέταση προτάσεις ενταχθούν στο ειδικό τους πλαίσιο. Συγκεκριμένα, το κριτήριο που στηρίζεται στην «επαρκή σημασία» του προδικαστικού ερωτήματος κοινοτικού δικαίου μου φαίνεται, όπως εξάλλου αναγνωρίζουν τουλάχιστον εν μέρει και όσοι το υποστηρίζουν, τόσο ασαφές και αβέβαιο ώστε είναι απόλυτα φυσικό να φανταστεί κανείς τον κίνδυνο ότι μπορεί να ανοίξει τον δρόμο σε επαναλαμβανόμενες διαφορές και κυρίως να αφήσει υπερβολικά μεγάλο περιθώριο διακριτικής ευχέρειας στα εθνικά δικαστήρια (και υπενθυμίζω ότι γίνεται λόγος εδώ για τα δικαστήρια τελευταίου βαθμού). ρέπει να προσθέσω ότι δυσκολεύομαι να κατανοήσω αυτό που αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, τη σοβαρότερη αιτιολογία της προτάσεως αυτής, ήτοι την ιδέα ότι δεν είναι αρμόδιο το Δικαστήριο να εγγυάται ότι το κοινοτικό δίκαιο θα εφαρμόζεται ορθά σε συγκεκριμένες διαφορές, αλλά μόνον ότι εφαρμόζεται κατά τρόπο ομοιόμορφο. Διερωτώμαι συγκεκριμένα αν είναι δυνατό να χωριστούν οι δύο αυτές πτυχές: ορθή εφαρμογή και ομοιόμορφη ερμηνεία· δηλαδή αν είναι δυνατόν να υποτεθεί η ορθή εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου σε μια συγκεκριμένη περίπτωση χωρίς να υπάρχει, αν είναι αναγκαίο, μια προηγούμενη ομοιόμορφη ερμηνεία του δικαίου αυτού.
71. Ωστόσο, δεν με πείθει ούτε η άλλη πρόταση που διατυπώθηκε συναφώς, ήτοι το να μην ισχύει υποχρέωση παραπομπής παρά μόνο στις περιπτώσεις στις οποίες η λύση του ζητήματος του κοινοτικού δικαίου δεν προκαλεί «εύλογη αμφιβολία», χωρίς να είναι συγχρόνως αναγκαίο, όπως προβλέπει η απόφαση CILFIT, να είναι «προφανής» η έλλειψη μιας τέτοιας αμφιβολίας. Θα ήθελα κατ' αρχάς να διευκρινίσω συναφώς ότι η απαίτηση του προφανούς χαρακτήρα δεν συνιστά μια επιπλέον προϋπόθεση, ένα είδος πρόσθετης απαιτήσεως που το Δικαστήριο επιβάλλει για να απαλλάξει το εθνικό δικαστήριο από την υποχρέωση παραπομπής· πρόκειται αντίθετα για έναν χαρακτηρισμό της «εύλογης αμφιβολίας», για να υπογραμμιστεί όχι μόνον ότι η αμφιβολία αυτή πρέπει πράγματι να υπάρχει, αλλ' επίσης ότι δεν πρέπει να είναι αμιγώς υποκειμενική. ρόκειται συνεπώς για μια διευκρίνιση η οποία, όπως και αυτή που αφορά τη σύγκριση των γλωσσικών αποδόσεων των κειμένων για την οποία θα μιλήσω κατωτέρω, προορίζεται για να επισύρει την προσοχή στην ιδιαίτερη σύνεση που επιβάλλεται στο εθνικό δικαστήριο προτού αυτό κρίνει ότι δεν υφίσταται εύλογη αμφιβολία. Αν από την προπαρατεθείσα απόφαση αφαιρούνταν η έκφραση «τόσο προφανής», τούτο δεν θα καθιστούσε συνεπώς την αμφιβολία πιο «εύλογη», αλλ' απλώς θα την εξέθετε σε ένα υψηλότερο επίπεδο υποκειμενικότητας και διακριτικής ευχέρειας . Σ' αυτό ακριβώς όμως οδηγεί, μου φαίνεται, σε τελική ανάλυση, ανεξάρτητα από τις προθέσεις των υποστηρικτών της, η υπό εξέταση πρόταση, καθόσον άλλως δεν πιστεύω ότι θα άξιζε τον κόπο να διεξαχθεί μια λεξικολογική μάχη σε μια κατάσταση στην οποία η απόφαση CILFIT έχει εν πάση περιπτώσει ήδη παράσχει στο δικαστήριο τελευταίου βαθμού ένα σημαντικό περιθώριο εκτιμήσεως.
72. Έχω όμως ήδη επανειλημμένα αναφερθεί στο ότι αυτό το περιθώριο είναι ήδη επαρκώς ευρύ και ότι είναι επικίνδυνο να διευρυνθεί έτι περαιτέρω. Αυτό που θα επιθυμούσα να τονίσω εδώ είναι ότι και ο παραγγελιοδότης της προαναφερθείσας εκθέσεως της ομάδας προβληματισμού, ήτοι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, δεν κατέληξε σε διαφορετικά συμπεράσματα, παρά τη λιγότερο αυστηρή θέση που έλαβε αντιθέτως εν προκειμένω. Τα πλεονεκτήματα των υπό εξέταση προτάσεων, παρατήρησε συγκεκριμένα η Επιτροπή, είναι πολύ περιορισμένα όσον αφορά τον φόρτο εργασίας του Δικαστηρίου, ενώ είναι αντιθέτως πραγματικοί οι κίνδυνοι τους οποίους αυτές ενέχουν για την ομοιόμορφη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, ειδικότερα στην προοπτική της διευρύνσεως της Ενώσεως, και κατέληξε συνεπώς η Επιτροπή στη διατήρηση του ισχύοντος κειμένου του άρθρου 234, τρίτο εδάφιο, ΕΚ, πράγμα το οποίο, όπως είναι γνωστό, υιοθετήθηκε με τη Συνθήκη που υπογράφηκε στη Νίκαια στις 26 Φεβρουαρίου του παρελθόντος έτους .
73. Εν προκειμένω, όπως υπενθύμισα ήδη, η Επιτροπή συμμερίζεται αντιθέτως την ιδέα ότι πρέπει να μετριαστεί η αυστηρότητα της νομολογίας CILFIT σχετικά με το ζήτημα του προφανούς της υπάρξεως εύλογης αμφιβολίας, με βάση, μεταξύ άλλων, τις πρόσφατες τροποποιήσεις του άρθρου 104, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, το οποίο διέπει τις περιπτώσεις στις οποίες το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να απαντήσει σε προδικαστικό ερώτημα με απλή αιτιολογημένη διάταξη (βλ. ανωτέρω σημείο 54). Ειδικότερα, η Επιτροπή τονίζει ότι η ευχέρεια αυτή μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί από το Δικαστήριο οσάκις «η απάντηση στο ερώτημα [αυτό] μπορεί να συναχθεί σαφώς από τη νομολογία ή οσάκις η απάντηση στο ερώτημα δεν αφήνει περιθώριο για καμία εύλογη αμφιβολία». Επομένως, το γεγονός ότι στο τελευταίο αυτό χωρίο δεν επαναλαμβάνεται ολόκληρη η διατύπωση που περιέχεται στην απόφαση CILFIT, ιδίως το σημείο στο οποίο τονίζεται ότι η ορθή ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου πρέπει να είναι «τόσο προφανής» ώστε να μην αφήνει κανένα περιθώριο για εύλογη αμφιβολία, θα μπορούσε να συνηγορήσει υπέρ της προτάσεως περί αναγνωρίσεως ευρύτερου περιθωρίου εκτιμήσεως στο εθνικό δικαστήριο.
74. ρέπει ωστόσο να πω ότι, χωρίς μάλιστα να προβώ σε κατά γράμμα ανάλυση των προαναφερθεισών τροποποιήσεων, δεν μπορώ να δω τον σύνδεσμο μεταξύ της προτάσεως αυτής και της νέας διατυπώσεως του άρθρου 104, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας. Στην πρώτη περίπτωση, πράγματι, επρόκειτο ας πούμε για την ποιότητα και τη φύση των αμφιβολιών που το εθνικό δικαστήριο πρέπει να έχει όσον αφορά ένα ζήτημα κοινοτικού δικαίου για να αποφασίσει αν πρέπει να το υποβάλει ή όχι στο Δικαστήριο· στη δεύτερη περίπτωση, αντιθέτως, πρόκειται για τις αμφιβολίες που ενδεχομένως μπορεί να δημιουργήσει στο Δικαστήριο η απάντηση στο ερώτημα όσον αφορά την επιλογή της διαδικασίας που πρέπει να ακολουθηθεί για να δοθεί η απάντηση αυτή . Είναι συνεπώς προφανές ότι οι προϋποθέσεις και οι σκοποί του άρθρου 234, τρίτο εδάφιο, ΕΚ και του άρθρου 104, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας είναι, και δεν θα μπορούσαν να είναι, απολύτως διαφορετικοί και ότι κατά συνέπεια δεν μπορεί να γίνε επίκληση του ενός για την επίτευξη των σκοπών του άλλου και αντιστρόφως.
75. Τέλος, θεωρώ ότι πρέπει να απορριφθεί και η άλλη επίκριση που διατύπωσε η Δανική Κυβέρνηση σε σχέση με τη νομολογία CILFIT, ιδίως καθόσον η νομολογία αυτή απαιτεί από το εθνικό δικαστήριο να σχηματίζει πεποίθηση σχετικά με το προφανές ενός ερμηνευτικού ερωτήματος, λαμβάνοντας επίσης υπόψη τη δυσχέρεια συγκρίσεως των διαφόρων γλωσσικών αποδόσεων μιας κοινοτικής διατάξεως. Όπως προανέφερα, πράγματι, δεν νομίζω ότι το Δικαστήριο προσέθεσε έτσι μια επιπλέον προϋπόθεση, αλλ' ότι τόνισε την ιδιαίτερη σύνεση που επιβάλλεται στο εθνικό δικαστήριο προτού θεωρήσει ότι δεν υφίσταται καμία εύλογη αμφιβολία. Θεωρώ πράγματι ότι αυτό που το Δικαστήριο απαιτεί δεν είναι τόσο το να συγκρίνει κάθε φορά το εθνικό δικαστήριο τις διάφορες γλωσσικές αποδόσεις, αλλά το να θεωρεί ότι αντιμετωπίζει μια διάταξη που παράγει τα ίδια έννομα αποτελέσματα σε όλες τις γλωσσικές αποδόσεις και ότι πρέπει συνεπώς, προτού θεωρήσει ότι μια ερμηνεία είναι βέβαιη, να είναι τουλάχιστον σίγουρο ότι τούτο δεν οφείλεται σε λόγους που συνδέονται απλώς με το κείμενο της διατάξεως. Μολονότι η Δανική Κυβέρνηση τις επικαλέστηκε προς στήριξη της απόψεώς της, μου φαίνεται ότι αυτό είναι και το νόημα που απορρέει από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του γενικού εισαγγελέα Jacobs, ο οποίος τονίζει ακριβώς ότι η αναφορά που κάνει η απόφαση CILFIT στην ύπαρξη πολλών γλωσσικών αποδόσεων «πρέπει πολλώ μάλλον να θεωρηθεί ως σημαντική προειδοποίηση κατά του κινδύνου να υιοθετηθεί μια υπέρμετρα τυπολατρική προσέγγιση όσον αφορά την ερμηνεία των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου και ως επιρρωννύουσα την άποψη ότι οι εν λόγω διατάξεις πρέπει να ερμηνεύονται υπό το φως των συμφραζομένων και των σκοπών τους, όπως αυτοί προκύπτουν από τις αιτιολογικές τους σκέψεις, και όχι αποκλειστικά βάσει του κειμένου τους» . ροσθέτω ότι η σύγκριση μεταξύ των διαφόρων γλωσσικών αποδόσεων συνιστά ερμηνευτική μέθοδο που πρέπει να θεωρείται σύμφυτη με κάθε διάταξη που συντάσσεται σε περισσότερες γλώσσες, είτε προέρχεται από εθνικό όργανο (στα κράτη που έχουν καθεστώς πολυγλωσσίας), είτε από κοινοτικό όργανο είτε, τέλος, από διεθνές όργανο.
76. Συνεπώς, προτείνω να δοθεί στο δεύτερο ερώτημα η απάντηση ότι το άρθρο 234, τρίτο εδάφιο, ΕΚ έχει την έννοια ότι το εθνικό δικαστήριο, του οποίου η απόφαση δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, οσάκις θεωρεί ότι ένα ζήτημα κοινοτικού δικαίου είναι σαφές, οφείλει παρ' όλ' αυτά να υποβάλλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο, εκτός και αν διαπιστώνει ότι το ερώτημα δεν είναι λυσιτελές, ότι η επίμαχη κοινοτική διάταξη έχει ήδη αποτελέσει αντικείμενο ερμηνείας του Δικαστηρίου ή ότι η ορθή ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου επιβάλλεται κατά τρόπο τόσο προφανή ώστε δεν αφήνει περιθώριο για καμία εύλογη αμφιβολία, λαμβάνοντας προς τούτο υπόψη τα ιδιάζοντα χαρακτηριστικά του κοινοτικού δικαίου, τις ιδιαίτερες δυσχέρειες που παρουσιάζει η ερμηνεία του και τον κίνδυνο νομολογιακών αποκλίσεων εντός της Κοινότητας.
Επί του τρίτου ερωτήματος
77. Με το τρίτο ερώτημά του, το Hovrätt ερωτά το Δικαστήριο ποια στοιχεία εκτιμήσεως πρέπει να λάβει υπόψη για να καθορίσει τις περιπτώσεις στις οποίες η εισαγωγή εμπορευμάτων περιεχομένων στις προσωπικές αποσκευές ταξιδιωτών προερχομένων από τρίτη χώρα μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν έχει εμπορικό χαρακτήρα υπό την έννοια του άρθρου 45, παράγραφος 1, του κανονισμού 918/83. Ερωτά ιδίως αν η διάταξη αυτή συνεπάγεται ότι από τη φύση και την ποσότητα των εμπορευμάτων δεν πρέπει, από αντικειμενική άποψη, να προκαλείται η παραμικρή αμφιβολία ως προς τη φύση της εισαγωγής ή αν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη ο τρόπος διαβιώσεως και οι συνήθειες των ατόμων.
78. Η Φινλανδική Κυβέρνηση υπενθυμίζει ότι, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 45 του κανονισμού 918/83, η ατέλεια για τα εμπορεύματα που δεν απαριθμούνται στο άρθρο 46 του κανονισμού αυτού είναι περιορισμένη όσον αφορά την αξία. Στα όρια της αξίας αυτής (175 ECU ανά ταξιδιώτη), που προβλέπεται στο άρθρο 47 του κανονισμού, είναι συνεπώς δυνατό να εισαχθεί ως προσωπική αποσκευή ακόμη και σημαντική ποσότητα εμπορευμάτων μικρής οικονομικής αξίας. Ωστόσο, για να εξεταστεί η δυνατότητα εφαρμογής του καθεστώτος τελωνειακής ατέλειας και στην περίπτωση αυτή, είναι σημαντικό να καθοριστεί αν η εισαγωγή πραγματοποιείται για εμπορικούς σκοπούς ή αν προορίζεται για προσωπική χρήση του ταξιδιώτη ή της οικογενείας του: προς τούτο, πρέπει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση να λαμβάνεται λιγότερο υπόψη η φύση και η ποσότητα των εισαγομένων εμπορευμάτων και περισσότερο ο τρόπος διαβιώσεως και οι συνήθειες του ταξιδιώτη, καθόσον η εισαγωγή πρέπει να χαρακτηρίζεται ως εμπορική ή όχι με βάση τα στοιχεία αυτά.
79. Η Σουηδική Κυβέρνηση φρονεί ότι, για να εκτιμηθεί αν η εισαγωγή δεν έχει εμπορικό χαρακτήρα υπό την έννοια του άρθρου 45, παράγραφος 2, στοιχείο β_, του κανονισμού 918/83, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των συγκεκριμένων περιστάσεων, ήτοι η φύση και η ποσότητα των εισαγομένων εμπορευμάτων και η οικονομική και προσωπική κατάσταση του ταξιδιώτη· επιπλέον, η εισαγωγή πρέπει να είναι περιστασιακή.
80. Η Επιτροπή τέλος φρονεί και αυτή ότι το άρθρο 45 του κανονισμού 918/83 δεν περιέχει κανένα στοιχείο από το οποίο να μπορεί να συναχθεί ότι η ποσότητα και η φύση των εμπορευμάτων είναι καθοριστικές για να εκτιμηθεί ο εμπορικός ή όχι χαρακτήρας της εισαγωγής. Η Επιτροπή φρονεί ότι είναι αντίθετο προς το κοινοτικό δίκαιο να καθοριστεί, για ένα συγκεκριμένο τύπο εμπορευμάτων, μια δεδομένη ποσότητα, πέραν της οποίας δεν μπορεί να χορηγηθεί τελωνειακή ατέλεια· οι εθνικές αρχές πρέπει αντιθέτως να εξετάζουν σε κάθε περίπτωση χωριστά τις προϋποθέσεις που θέτει ο κανονισμός για τη χορήγηση της τελωνειακής ατέλειας.
81. Όπως προανέφερα, το άρθρο 45, παράγραφος 1, του κανονισμού 918/83 παρέχει τελωνειακή ατέλεια όσον αφορά τους εισαγωγικούς δασμούς, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 46 έως 49, στα εμπορεύματα που περιέχονται στις αποσκευές των προερχομένων από τρίτες χώρες ταξιδιωτών, εφόσον πρόκειται για εισαγωγές χωρίς εμπορικό χαρακτήρα. Για να χορηγηθεί το ευεργέτημα αυτό, πρέπει συνεπώς να πληρούνται δύο σωρευτικές προϋποθέσεις: τα εμπορεύματα πρέπει να περιέχονται ακριβώς στις προσωπικές αποσκευές του ταξιδιώτη και η εισαγωγή πρέπει να μην έχει εμπορικό χαρακτήρα. Τα όρια για τις εισαγωγές εμπορευμάτων με τελωνειακή ατέλεια καθορίζονται εν συνεχεία στα άρθρα 46 και 47. Ενώ για ορισμένες κατηγορίες εμπορευμάτων - προϊόντα καπνού, αλκοολούχα ποτά, αρώματα και φάρμακα - το άρθρο 46 περιορίζει την τελωνειακή ατέλεια για κάθε ταξιδιώτη σε ορισμένες ποσότητες, για τα λοιπά εμπορεύματα το άρθρο 47 αναφέρεται στη συνολική αξία των εμπορευμάτων αυτών, καθορίζοντας το όριο αυτό στα 175 ECU ανά ταξιδιώτη. Εντεύθεν προκύπτει ότι, εντός των ορίων αυτών και εφόσον οι δύο προϋποθέσεις του άρθρου 45, παράγραφος 1, πληρούνται, δεν μπορεί a priori να αποκλειστεί η δυνατότητα εισαγωγής ακόμη και σημαντικής ποσότητας εμπορευμάτων μικρής οικονομικής αξίας.
82. Το αιτούν δικαστήριο ζητεί ακριβώς εν προκειμένω να καθοριστεί σε ποιο βαθμό, στο πλαίσιο της προαναφερθείσας τελωνειακής ατέλειας, η φύση και η ποσότητα των εμπορευμάτων είναι λυσιτελείς για τον χαρακτηρισμό της εισαγωγής. ρος τούτο, θεωρώ ότι πρέπει να ληφθεί ως βάση το άρθρο 45, παράγραφος 2, στοιχείο β_, κατ' εφαρμογήν του οποίου θεωρούνται ότι δεν έχουν εμπορικό χαρακτήρα οι εισαγωγές που έχουν περιστασιακό χαρακτήρα και αφορούν αποκλειστικά εμπορεύματα που προορίζονται για προσωπική χρήση των ταξιδιωτών ή των οικογενειών τους ή για να προσφερθούν ως δώρα, εφόσον δεν παρουσιάζουν από το είδος και την ποσότητά τους οποιοδήποτε εμπορικό ενδιαφέρον. Η διάταξη αυτή αναφέρεται συνεπώς σε ένα σύνολο στοιχείων τόσο αντικειμενικής όσο και υποκειμενικής φύσεως. Μεταξύ των πρώτων πρέπει να συγκαταλεχθεί ο περιστασιακός χαρακτήρας της εισαγωγής, η φύση και η ποσότητα των προϊόντων· μεταξύ των δεύτερων, ο προορισμός των εμπορευμάτων για προσωπική ή οικογενειακή χρήση και η απουσία οποιουδήποτε εμπορικού ενδιαφέροντος.
83. Με βάση τα ανωτέρω, μου φαίνεται ότι δεν υφίστανται στο άρθρο 45 του κανονισμού 918/83 στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι η φύση ή η ποσότητα του προϊόντος συνιστούν στοιχεία καθοριστικά καθεαυτά για να κριθεί αν μια εισαγωγή έχει ή όχι εμπορικό χαρακτήρα. Αν τούτο συνέβαινε, ο κοινοτικός νομοθέτης θα είχε αναφέρει ένα ποσοτικό όριο για την εισαγωγή των εμπορευμάτων, αντί για ένα όριο σχετικά με την αξία τους. Δεν μπορεί βεβαίως να αποκλειστεί ότι, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, η φύση και η ποσότητα των εμπορευμάτων μπορούν να δημιουργήσουν την υποψία ότι η εισαγωγή πραγματοποιήθηκε για εμπορικούς λόγους· ωστόσο, η διαπίστωση αυτή δεν μπορεί από μόνη της να δημιουργήσει ένα αμάχητο τεκμήριο για τον εμπορικό χαρακτήρα της εισαγωγής, τοσούτω μάλλον που η φύση και η ποσότητα εμπορευμάτων, στο άρθρο 45, παράγραφος 2, στοιχείο β_, λαμβάνονται υπόψη μόνον ως πιθανές ενδείξεις για το εμπορικό ενδιαφέρον της πράξεως.
84. Θεωρώ αντιθέτως, όπως και σχεδόν όλοι οι διάδικοι που εξέφρασαν τις απόψεις τους επί του σημείου αυτού, ότι πρέπει να ληφθεί υπόψη το σύνολο των κριτηρίων που αναφέρει η υπό εξέταση διάταξη, συνεπώς και εκείνα που έχουν υποκειμενικό χαρακτήρα, ήτοι ο προορισμός των εμπορευμάτων για προσωπική ή οικογενειακή χρήση και η απουσία οποιουδήποτε εμπορικού ενδιαφέροντος όσον αφορά την εισαγωγή. Με άλλα λόγια, πιστεύω ότι πρέπει να γίνει εκτίμηση των ειδικών περιστάσεων κάθε συγκεκριμένης περιπτώσεως και ότι, όσον αφορά ιδίως την εκτίμηση του προορισμού για προσωπική χρήση του ταξιδιώτη ή της οικογενείας του, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο τρόπος διαβιώσεως και οι συνήθειες του ταξιδιώτη.
85. Κατά συνέπεια, προτείνω να δοθεί στο αιτούν δικαστήριο η απάντηση ότι το άρθρο 45, παράγραφος 1, του κανονισμού 918/83 έχει την έννοια ότι, οσάκις η φύση και η ποσότητα των εμπορευμάτων δημιουργούν αμφιβολίες ως προς τον σκοπό της εισαγωγής, ο μη εμπορικός χαρακτήρας της πρέπει να εκτιμάται κατά περίπτωση, με βάση μια συνολική εκτίμηση των περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως, για την οποία πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο περιστασιακός χαρακτήρας της εισαγωγής, ο προορισμός των εμπορευμάτων για προσωπική ή οικογενειακή χρήση του ταξιδιώτη και συνεπώς οι βιοτικές συνήθειές του, καθώς και το ότι ο ταξιδιώτης δεν έχει καμία πρόθεση εμπορικής φύσεως.
Επί του τετάρτου ερωτήματος
86. Με το τέταρτο ερώτημά του, το σουηδικό δικαστήριο ζητεί να μάθει τη νομική σημασία των εθνικών διοικητικών διατάξεων που καθορίζουν την απαλλασσόμενη δασμών ποσότητα ενός συγκεκριμένου εμπορεύματος στο οποίο εφαρμόζεται ο κανονισμός 918/83.
87. Συναφώς, η Φινλανδική Κυβέρνηση υπενθύμισε ότι με τον κανονισμός 918/83 σκοπείται η θέσπιση ενός ομοιόμορφου καθεστώτος τελωνειακών ατελειών στο σύνολο του κοινοτικού εδάφους. Αντιθέτως, ο κανονισμός αυτός δεν αναγνωρίζει στα κράτη μέλη το δικαίωμα να επιβάλλουν ποσοτικούς περιορισμούς ή αμάχητα τεκμήρια για συγκεκριμένα προϊόντα. Τέτοιες εθνικές διατάξεις θα ήσαν αντίθετες προς το κοινοτικό δίκαιο, όχι όμως αν επρόκειτο για μη δεσμευτικές πράξεις περιέχουσες οδηγίες για τις τελωνειακές αρχές, στις οποίες καθορίζονται ενδεικτικές ποσότητες πέραν των οποίων τεκμαίρεται ο εμπορικός χαρακτήρας της εισαγωγής.
88. Η Σουηδική Κυβέρνηση εκθέτει ότι τα μέτρα της διοικήσεως των τελωνείων που καθορίζουν στα 20 kg ανά άτομο την ποσότητα ρυζιού για την οποία μπορεί να χορηγηθεί τελωνειακή ατέλεια δεν είναι δεσμευτικά, αλλά συνιστούν απλές συστάσεις που προορίζονται αποκλειστικά στο να απαλλάξουν τους υπαλλήλους των τελωνείων από την ανάγκη να εκτιμούν κατά περίπτωση αν πληρούνται οι προϋποθέσεις χορηγήσεως της τελωνειακής ατέλειας. ρος στήριξη του βασίμου της θέσεώς της, η Σουηδική Κυβέρνηση επικαλείται τη νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία, σε σχέση πάντα με δασμούς και τελωνειακή ατέλεια, «τα κράτη μέλη διατηρούν στον εν λόγω τομέα μόνο την περιορισμένη αρμοδιότητα που τους αναγνωρίζουν οι ίδιες» οι σχετικές κοινοτικές πράξεις (στην περίπτωση αυτή η οδηγία 69/169/ΕΟΚ η οποία - όπως και ο κανονισμός 918/83 ο οποίος ερμηνεύεται εν προκειμένω - δεν προβλέπει τη δυνατότητα καθορισμού για τα εμπορεύματα ποσοτικών ορίων που δεν έχουν ρητώς προβλεφθεί από αυτήν). Με βάση την παραδοχή αυτή, το Δικαστήριο έκρινε παράνομη μια εθνική διάταξη καθορίζουσα ποσοτικό όριο για τη χορήγηση τελωνειακής ατέλειας σε συγκεκριμένα εμπορεύματα μέσω καθιερώσεως αμαχήτου τεκμηρίου όσον αφορά τον εμπορικό χαρακτήρα της εισαγωγής . Από τη νομολογία αυτή, η Σουηδική Κυβέρνηση συνάγει συνεπώς a contrario ότι τα κράτη μέλη μπορούν να λαμβάνουν μη δεσμευτικά μέτρα καθορίζοντα τις ποσότητες των εμπορευμάτων για τα οποία χορηγείται τελωνειακή ατέλεια, εφόσον όμως διατηρείται η δυνατότητα του ταξιδιώτη να αποδείξει τον μη εμπορικό χαρακτήρα της εισαγωγής ποσότητας εμπορευμάτων υπερβαίνουσας το όριο αυτό, αλλά παραμένουσας εντός των ορίων των 175 ECU που καθορίζει το άρθρο 47 του κανονισμού.
89. αρόμοια άποψη διατύπωσε και η Επιτροπή, τονίζοντας συγχρόνως ότι, εν προκειμένω, η δεσμευτική ή όχι φύση των σουηδικών διατάξεων δεν είναι σαφής. Η Επιτροπή παρατηρεί ωστόσο ότι εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να αποφανθεί σχετικώς, λαμβάνοντας ακριβώς υπόψη ότι οι επίμαχες διατάξεις είναι νόμιμες μόνον εφόσον δεν έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα.
90. Όπως προαναφέρθηκε, όλοι οι διάδικοι που διατύπωσαν απόψεις συμφωνούν ως προς το ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να θεσπίζουν δεσμευτικές διατάξεις καθορίζουσες ποσοτικά όρια για την τελωνειακή ατέλεια ή, τουλάχιστον, αμάχητο τεκμήριο σχετικά με το εμπορικό χαρακτήρα μιας εισαγωγής λόγω της ποσότητας των εισαχθέντων εμπορευμάτων. Το πολύ επιτρέπονται υπηρεσιακές οδηγίες που διατυπώνουν οι τελωνειακές αρχές, αναφέρουσες την ποσότητα συγκεκριμένου εμπορεύματος για το οποίο χορηγείται τελωνειακή ατέλεια, χωρίς όμως να καταργείται η δυνατότητα του ταξιδιώτη να αποδείξει ότι μια μεγαλύτερη ποσότητα δεν έχει εισαχθεί για εμπορικούς σκοπούς.
91. Κατά τη γνώμη μου, το συμπέρασμα αυτό είναι ορθό και δεν έχω καμία δυσκολία να το δεχθώ· θεωρώ ωστόσο ότι μπορεί να διευκρινιστεί περισσότερο και κατά τρόπο πιο συνεκτικό το περιεχόμενό του, προσθέτοντας ορισμέα στοιχεία. ρέπει συγκεκριμένα να υπενθυμιστεί ότι ο κανονισμός 918/83 στηρίζεται ρητώς στη διαπίστωση ότι είναι αναγκαία μια κοινή ρύθμιση στον τομέα που ο κανονισμός αυτός ρυθμίζει, σύμφωνα με τις διεθνείς συμβάσεις στις οποίες μετέχουν τα κράτη μέλη· τούτο καθιστά αναγκαία, «ως προς τις τελωνειακές ατέλειες, τη θέσπιση κοινοτικών κανόνων ικανών να εξαλείψουν, σύμφωνα με τις απαιτήσεις της τελωνειακής ένωσης, τις διαφορές ως προς το αντικείμενο, την έκταση και τις προϋποθέσεις εφαρμογής των ατελειών που προβλέπουν οι συμβάσεις αυτές, και να επιτρέψουν σε όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα να επωφεληθούν από τα ίδια ευεργετήματα σε όλη την Κοινότητα» (τέταρτη αιτιολογική σκέψη). Συνεπώς, ναι μεν είναι θεμιτό το να επιτραπεί σε κάθε κράτος μέλος να εκδώσει «οδηγίες» ή «συστάσεις», έστω και μη δεσμευτικές, για τους υπαλλήλους των τελωνείων προκειμένου να καθοριστούν ποσοτικά όρια μη προβλεπόμενα στον κανονισμό, πλην όμως τούτο δεν πρέπει να οδηγήσει στην πράξη στο να διακυβευθεί η ομοιόμορφη εφαρμογή του κοινοτικού καθεστώτος των τελωνειακών ατελειών.
92. ρος τούτο, θεωρώ κατ' αρχάς ότι η ενδεχομένως περιεχόμενη σε εθνικό διοικητικό μέτρο ένδειξη ενός ποσοτικού ορίου για την εισαγωγή θα πρέπει να αντιστοιχεί σε ένα εύλογο και αναλογικό επίπεδο. Με αυτό εννοώ ότι, μετά τη μετατροπή του ποσοτικού αυτού ορίου σε χρηματικό όριο, το τελευταίο αυτό όριο δεν θα πρέπει να απέχει πολύ από το όριο της συνολικής αξίας που το άρθρο 47 του κανονισμού 918/83 καθόρισε στα 175 ECU. Από την άποψη αυτή, μου φαίνεται αντιθέτως, όσον αφορά την υπό κρίση περίπτωση, ότι η ποσότητα των 20 kg ρυζιού ανά άτομο για την οποία μπορεί να χορηγηθεί τελωνειακή ατέλεια και η οποία αντιστοιχεί σε τιμή 240 SEK απέχει πολύ από το όριο των 175 ECU που καθορίζει το άρθρο 47 του κανονισμού, όριο το οποίο οι σουηδικές αρχές θεωρούν ότι ισοδυναμεί με 1 700 SEK.
93. Θεωρώ επιπλέον, από την ίδια αυτή άποψη, ότι στον ταξιδιώτη θα έπρεπε να παρασχεθεί η δυνατότητα να υπερασπιστεί τα συμφέροντά του χωρίς υπερβολικές δυσκολίες είτε όσον αφορά τη γνώση του ακριβούς περιεχομένου του δικαιώματός του να τύχει της τελωνειακής ατέλειας, όπως αυτή ορίζεται στον κανονισμό 918/83, είτε όσον αφορά τις αποδείξεις που του ζητούνται να προσκομίσει, οι οποίες δεν θα έπρεπε να είναι υπερβολικά αυστηρές ή ακόμη τέτοιες ώστε να του είναι υλικώς αδύνατο να αποδείξει τον μη εμπορικό χαρακτήρα της εισαγωγής.
94. Κατόπιν των προεκτεθέντων, θεωρώ συνεπώς ότι το άρθρο 45 του κανονισμού 918/83 αντίκειται σε εθνικές διοικητικές ρυθμίσεις ή πρακτικές μέσω των οποίων καθορίζονται κατά τρόπο δεσμευτικό ποσοτικά όρια για τις τελωνειακές ατέλειες ή αμάχητο τεκμήριο από το οποίο προκύπτει ο εμπορικός χαρακτήρας της εισαγωγής λόγω της ποσότητας των εισαγομένων εμπορευμάτων.
ρόταση
95. Συμπερασματικώς, προτείνω να δοθούν οι ακόλουθες απαντήσεις στα ερωτήματα που υπέβαλε το Hovrätten för Västra Sverige:
«1) Το άρθρο 234, τρίτο εδάφιο, ΕΚ έχει την έννοια ότι ένα εθνικό δικαστήριο του οποίου οι αποφάσεις υπόκεινται σε ένδικο μέσο, υπό την επιφύλαξη της εξετάσεως του παραδεκτού του ενδίκου αυτού μέσου, δεν συνιστά κατ' αρχήν δικαστήριο τελευταίου βαθμού δικαιοδοσίας υπό την έννοια του άρθρου 234, τρίτο εδάφιο, ΕΚ.
2) Το άρθρο 234, τρίτο εδάφιο, ΕΚ έχει την έννοια ότι το εθνικό δικαστήριο, του οποίου η απόφαση δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, οσάκις θεωρεί ότι ένα ζήτημα κοινοτικού δικαίου είναι σαφές, οφείλει παρ' όλ' αυτά να υποβάλλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο, εκτός και αν διαπιστώνει ότι το ερώτημα δεν είναι λυσιτελές, ότι η επίμαχη κοινοτική διάταξη έχει ήδη αποτελέσει αντικείμενο ερμηνείας του Δικαστηρίου ή ότι η ορθή ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου επιβάλλεται κατά τρόπο τόσο προφανή ώστε δεν αφήνει περιθώριο για καμία εύλογη αμφιβολία, λαμβάνοντας προς τούτο υπόψη τα ιδιάζοντα χαρακτηριστικά του κοινοτικού δικαίου, τις ιδιαίτερες δυσχέρειες που παρουσιάζει η ερμηνεία του και τον κίνδυνο νομολογιακών αποκλίσεων εντός της Κοινότητας.
3) Το άρθρο 45, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 918/83 του Συμβουλίου, της 28ης Μαρτίου 1983, για τη θέσπιση του κοινοτικού καθεστώτος τελωνειακών ατελειών, έχει την έννοια ότι, οσάκις η φύση και η ποσότητα των εμπορευμάτων δημιουργούν αμφιβολίες ως προς τον σκοπό της εισαγωγής, ο μη εμπορικός χαρακτήρας της πρέπει να εκτιμάται κατά περίπτωση, με βάση μια συνολική εκτίμηση των περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως, για την οποία πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο περιστασιακός χαρακτήρας της εισαγωγής, ο προορισμός των εμπορευμάτων για προσωπική ή οικογενειακή χρήση του ταξιδιώτη και συνεπώς οι βιοτικές συνήθειές του, καθώς και το ότι ο ταξιδιώτης δεν έχει καμία πρόθεση εμπορικής φύσεως.
4) Το άρθρο 45 του κανονισμού 918/83 αντίκειται σε εθνικές διοικητικές ρυθμίσεις ή πρακτικές μέσω των οποίων καθορίζονται κατά τρόπο δεσμευτικό ποσοτικά όρια για τις τελωνειακές ατέλειες ή αμάχητο τεκμήριο από το οποίο προκύπτει ο εμπορικός χαρακτήρας της εισαγωγής λόγω της ποσότητας των εισαγομένων εμπορευμάτων.»
Full & Egal Universal Law Academy