Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
Εισαγωγή
1. Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η απόφαση του ρωτοδικείου της 12ης Ιανουαρίου 2000, Τ-19/99, DKV κατά ΓΕΕΑ (COMPANYLINE) , με την οποία απορρίφθηκε προσφυγή κατά της αρνήσεως του πρώτου τμήματος προσφυγών του Γραφείου εναρμονίσεως στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς (σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (στο εξής: «Γραφείο» ή «ΓΕΕΑ») να καταχωρίσει ως σήμα την ονομασία «Companyline» για υπηρεσίες σχετικές με ασφαλίσεις και χρηματοοικονομικές πράξεις.
2. Με την ευκαιρία αυτή, το Δικαστήριο θα πρέπει να διευκρινίσει τα κριτήρια που πρέπει απαραιτήτως να εφαρμόζονται προκειμένου να εκτιμηθεί αν ένα σημείο συντιθέμενο από πλείονες της μιας λέξεις μπορεί να αποτελέσει σήμα.
Η απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 2001, C-383/99 P, Procter & Gamble κατά ΓΕΕΑ , περισσότερο γνωστή ως «απόφαση Baby-dry», άνοιξε τον δρόμο σε έναν τομέα που αφορά πολυάριθμες αιτήσεις καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος. Όμως η διαμόρφωση της συναφούς νομολογίας είναι ακόμα στα σπάργανα, και χρειάζεται ακόμα σημαντική ώθηση ώστε να λάβει συγκεκριμένη μορφή.
3. Ενώ, στην υπόθεση Baby-dry, η προσφυγή αφορούσε την καταχώριση ενός λεκτικού συμπλέγματος απαρτιζομένου από δύο γνωστές λέξεις χωρισμένες με μια παύλα, εδώ πρόκειται, τυπικά τουλάχιστον, για έναν νεολογισμό, ο οποίος επιτυγχάνεται με την παράθεση δύο όρων οι οποίοι σχηματίζουν μια τρέχουσας χρήσεως έκφραση στον συγκεκριμένο οικονομικό τομέα. Θα πρέπει να αναμένεται ότι κάθε περίπτωση θα εμφανίζει νέες ιδιαιτερότητες, υποτιθέμενες ή πραγματικές, όσον αφορά τη μορφή ή το περιεχόμενο. Για τον λόγο αυτόν, το Δικαστήριο θα πρέπει οπωσδήποτε να εκπληρώσει την αποστολή του ως ανωτάτου ερμηνευτή και να διατυπώσει στοιχεία ερμηνείας εμφανίζοντα επαρκή βαθμό γενικότητας ώστε, στη συνέχεια, η αρχή που είναι επιφορτισμένη με την καταχώριση των σημάτων και το επί της ουσίας δικαστήριο να μπορούν να διαμορφώσουν συγκεκριμένα πρότυπα εφαρμογής.
4. Καίτοι είναι ουσιαστικά η πρώτη φορά που το Δικαστήριο καλείται να κρίνει σύμφωνα με τη νομολογία Baby-dry, τα υπό κρίση ζητήματα έχουν ήδη τεθεί, σε μεγάλο βαθμό, με την αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως στην υπόθεση Koninklijke KPN Nederland (στο εξής θα αναφέρεται ως «υπόθεση Postkantoor», ήτοι του σημείου του οποίου ζητείται η καταχώριση στη διαφορά της κύριας δίκης) , επί της οποίας ανέπτυξα τις προτάσεις μου στις 31 Ιανουαρίου 2002. Το γεγονός ότι οι διατάξεις που αναλύω με τις προτάσεις αυτές είναι οι διατάξεις της οδηγίας περί σημάτων και όχι οι αντίστοιχες διατάξεις του κανονισμού για το κοινοτικό σήμα είναι άνευ σημασίας, καθόσον τα δύο κείμενα πρέπει να εφαρμόζονται κατά τρόπο ομοιόμορφο.
Είναι, συνεπώς, φυσικό να ακολουθήσει εδώ η συλλογιστική μου, σε πολλά σημεία, τα λόγια μου στις προτάσεις εκείνες.
5. αρατηρείται, τέλος, ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε στις αρχές του 2001 και, συνεπώς, δεν λαμβάνει υπόψη της τις αρχές που απορρέουν από τη νομολογία Baby-dry.
Η εφαρμοστέα νομοθεσία
Ο κανονισμός περί κοινοτικού σήματος
6. Ο προμνησθείς κανονισμός ορίζει ότι το κοινοτικό σήμα έχει ενιαίο χαρακτήρα και παράγει τα αυτά αποτελέσματα σε ολόκληρη την Κοινότητα (άρθρο 1). Με τον κανονισμό αυτόν ιδρύεται μια υπηρεσία κοινοτικού σήματος - που φέρει την περίεργη ονομασία Γραφείο εναρμονίσεως στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα), στο εξής: Γραφείο - (άρθρο 2). Το κοινοτικό σήμα αποκτάται με την καταχώριση (άρθρο 6), και ουδέποτε δια της χρήσεως και μόνον, οι δε εξεταστές είναι αρμόδιοι να λαμβάνουν, εξ ονόματος του Γραφείου, κάθε απόφαση που αφορά τις αιτήσεις καταχωρίσεως (άρθρο 126). Οι προσφυγές που ασκούνται κατά των αποφάσεων των εξεταστών κρίνονται από τα τμήματα προσφυγών, συγκείμενα από ανεξάρτητα μέλη (άρθρα 130 και 131). Οι αποφάσεις των τμημάτων αυτών υπόκεινται σε προσφυγή ενώπιον του ρωτοδικείου (άρθρο 63), οι αποφάσεις του οποίου μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο αιτήσεως αναιρέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου.
7. Σύμφωνα με το άρθρο 4 του κανονισμού, «μπορεί να αποτελέσει κοινοτικό σήμα οποιοδήποτε σημείο επιδεκτικό γραφικής παράστασης, ιδίως λέξεις, συμπεριλαμβανομένων των ονομάτων [...] προσώπων, σχέδια, γράμματα, αριθμοί, το σχήμα προϊόντος ή της συσκευασίας του, υπό την προϋπόθεση ότι τα σημεία αυτά είναι ικανά να διακρίνουν τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μιας επιχείρησης από τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες άλλων επιχειρήσεων».
8. Μεταξύ των απολύτων λόγων απαραδέκτου, το άρθρο 7 προβλέπει ότι:
«1. Δεν γίνονται δεκτά για καταχώριση:
α) τα σημεία που δεν πληρούν τους όρους του άρθρου 4·
β) τα σήματα που στερούνται διακριτικού χαρακτήρα·
γ) τα σήματα που αποτελούνται αποκλειστικά από σημεία ή ενδείξεις που μπορούν να χρησιμεύσουν, στις συναλλαγές, για τη δήλωση του είδους, της ποιότητας, της ποσότητας, του προορισμού, της αξίας, της γεωγραφικής προέλευσης ή του χρόνου παραγωγής του προϊόντος ή της παροχής της υπηρεσίας ή άλλων χαρακτηριστικών αυτών·
[...]
2. Η παράγραφος 1 εφαρμόζεται ακόμη και αν οι λόγοι απαραδέκτου υφίστανται μόνο σε τμήμα της Κοινότητας.»
9. Το άρθρο 12, που αφορά τον περιορισμό των αποτελεσμάτων του κοινοτικού σήματος, ορίζει τα ακόλουθα:
«Το δικαίωμα που παρέχει το κοινοτικό σήμα δεν επιτρέπει στο δικαιούχο του να απαγορεύει στους τρίτους τη χρήση στις συναλλαγές:
[...]
β) ενδείξεων περί το είδος, την ποιότητα, την ποσότητα, τον προορισμό, την αξία, τη γεωγραφική προέλευση, το χρόνο παραγωγής του προϊόντος ή της παροχής της υπηρεσίας ή άλλων χαρακτηριστικών τους·
[...]
εφόσον η χρήση αυτή γίνεται σύμφωνα με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη που ισχύουν στη βιομηχανία ή το εμπόριο.»
10. Το άρθρο 38 του κανονισμού, που αφορά την εξέταση των απολύτων λόγων απαραδέκτου, προβλέπει τα εξής:
«[...]
2. Εάν το σήμα περιέχει στοιχείο στερούμενο διακριτικού χαρακτήρα και η παρουσία του στοιχείου αυτού στο σήμα μπορεί να δημιουργήσει αμφιβολίες για την έκταση της προστασίας του σήματος, το Γραφείο μπορεί, ως προϋπόθεση της καταχώρησης του σήματος, να ζητήσει από τον καταθέτη να δηλώσει ότι δεν θα επικαλεστεί αποκλειστικό δικαίωμα για το συγκεκριμένο αυτό στοιχείο. Η δήλωση αυτή δημοσιεύεται ταυτόχρονα με την αίτηση ή, ενδεχομένως, με την καταχώρηση του κοινοτικού σήματος.
3. Η αίτηση απορρίπτεται μόνον αφού δοθεί στον καταθέτη η δυνατότητα να την ανακαλέσει, να την τροποποιήσει ή να υποβάλει τις παρατηρήσεις του.»
Η οδηγία περί σημάτων
11. Ο ορισμός που περιέχεται στο άρθρο 4 του κανονισμού περί κοινοτικού σήματος είναι ταυτόσημος με αυτόν που περιέχεται στο άρθρο 2 της οδηγίας, όπως και οι διατάξεις του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχεία α_ έως δ_, του κανονισμού είναι αντίστοιχες του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχεία α_ έως δ_, της οδηγίας, οπότε, καταρχήν, η καταχώριση ενός σημείου ως κοινοτικού σήματος αποκλείεται για τους ίδιους λόγους που ισχύουν όσον αφορά την καταχώρισή του ως εθνικού σήματος στα κράτη μέλη.
12. Ωστόσο, δεδομένου ότι ο διακριτικός ή περιγραφικός χαρακτήρας ενός όρου διαφέρει από γλώσσα σε γλώσσα, δεν προκύπτει από τα ανωτέρω ότι ένα σήμα που δεν μπορεί να καταχωριστεί σε ορισμένα κράτη μέλη και το οποίο, κατά συνέπεια, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού, δεν μπορεί να καταχωριστεί ως κοινοτικό σήμα, δεν μπορεί, παρά ταύτα, να καταχωριστεί σε άλλα κράτη μέλη.
13. Το άρθρο 12 του κανονισμού συμπίπτει απόλυτα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας.
Η διεθνής νομοθεσία
14. Η Σύμβαση του αρισιού για την προστασία της βιομηχανικής ιδιοκτησίας (στο εξής: Σύμβαση του αρισιού) δεν περιέχει κανέναν ορισμό του σήματος, όπως αυτός του άρθρου 4 του κανονισμού.
15. Το άρθρο 6 πεντάκις, στοιχείο Β, της Συμβάσεως του αρισιού προβλέπει τα ακόλουθα:
«Τα εμπορικά και βιομηχανικά σήματα τα προβλεπόμενα υπό του παρόντος άρθρου δεν δύνανται να απορριφθώσι κατά την καταχώρισιν ή να ακυρωθώσιν ειμή μόνον εις τα κάτωθι περιπτώσεις:
[...]
2. Όταν είναι εστερημένα παντός διακριτικού χαρακτήρος ή συνιστάμενα αποκλειστικώς εκ σημείων ή ενδείξεων δυναμένων να χρησιμεύσωσιν εις το εμπόριο προς δήλωσιν του είδους, της ποιότητος, της ποσότητος, του προορισμού, της αξίας, της προελεύσεως των προϊόντων ή της εποχής παραγωγής ή καταστάντα συνήθη εις την τρέχουσαν γλώσσαν ή τα χρηστάς και σταθεράς εμπορικάς σχέσεις της χώρας, ένθα ζητείται η προστασία·
[...]»
16. Στο άρθρο 15, παράγραφος 1, της Συμφωνίας για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας στον τομέα του εμπορίου (ΣΔΙΕ) , προβλέπονται τα εξής:
«Κάθε σήμα και κάθε συνδυασμός σημάτων, που παρέχει τη δυνατότητα να διακρίνονται τα αγαθά ή οι υπηρεσίες μιας επιχείρησης από τα αγαθά ή τις υπηρεσίες των άλλων επιχειρήσεων, είναι δυνατόν να αποτελέσει εμπορικό σήμα [...]»
Ιστορικό της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως
17. Στις 23 Ιουλίου 1996, η αναιρεσείουσα υπέβαλε αίτηση κοινοτικού σήματος στο Γραφείο εναρμονίσεως στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς. Το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση ήταν το λεκτικό σύμπλεγμα Companyline.
18. Οι υπηρεσίες για τις οποίες ζητήθηκε η καταχώριση ήταν «ασφαλίσεις και χρηματοοικονομικές πράξεις», που υπάγονται στην κλάση 36 .
19. Με απόφαση της 17ης Απριλίου 1998, ο εξεταστής απέρριψε την αίτηση.
20. Στις 13 Μα_ου 1998, η προσφεύγουσα άσκησε, κατά της αποφάσεως του εξεταστή, προσφυγή ενώπιον του Γραφείου, η οποία απορρίφθηκε με απόφαση του πρώτου τμήματος προσφυγών της 18ης Νοεμβρίου 1998.
21. Στις 21 Ιανουαρίου 1999, η DKV Deutsche Krankenversicherung AG (στο εξής: DKV) άσκησε ενώπιον του ρωτοδικείου προσφυγή ακυρώσεως.
22. Στο πλαίσιο του μέτρου οργανώσεως της διαδικασίας της 15ης Ιουνίου 1999, η προσφεύγουσα δήλωσε ότι αναδιατύπωνε το κύριο αίτημά της και ζήτησε από το ρωτοδικείο να τροποποιήσει την προσβαλλόμενη απόφαση και να υποχρεώσει το Γραφείο να δημοσιεύσει στο δελτίο κοινοτικών σημάτων το σημείο Companyline ως κοινοτικό σήμα, για τις υπηρεσίες της κλάσεως 36 (ασφαλίσεις και χρηματοοικονομικές πράξεις), με δήλωσή της ότι δεν θα επικαλεστεί κανένα δικαίωμα αποκλειστικότητας επί των συνθετικών «company» ή «line». Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η προσφεύγουσα παραιτήθηκε από το κύριο αίτημά της.
Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
23. Η DKV επικαλέστηκε τρεις λόγους ακυρώσεως προς στήριξη της προσφυγής της: ο πρώτος αντλείτο από την παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β_, του κανονισμού 40/94· ο δεύτερος από την παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ_, του κανονισμού αυτού, ερμηνευομένου υπό το φως των διατάξεων του άρθρου 12, στοιχείο β_, του εν λόγω κανονισμού, ο δε τρίτος από την κατάχρηση εξουσίας.
24. Επί του πρώτου λόγου, το ρωτοδικείο έκρινε ότι, στον επίμαχο οικονομικό τομέα, το σημείο συντίθετο αποκλειστικά από δύο όρους της καθομιλουμένης στις αγγλόφωνες χώρες. Ενώ ο όρος «company» επιτρέπει να νοηθεί ότι πρόκειται για προϊόν ή υπηρεσία που απευθύνεται στις εταιρίες ή τις επιχειρήσεις, η λέξη «line» σημαίνει έναν κλάδο ασφαλίσεων, ένα φάσμα ή μια ομάδα προϊόντων.
Το ρωτοδικείο έκρινε, συνεπώς, ότι πρόκειται για δύο γενικούς όρους, των οποίων η απλή παράθεση, χωρίς καμία γραφική ή εννοιολογική μεταβολή, δεν συνεπάγεται κανένα πρόσθετο στοιχείο ικανό να καταστήσει το σημείο, στο σύνολό του, κατάλληλο προς διάκριση των υπηρεσιών της προσφεύγουσας από τις υπηρεσίες άλλων επιχειρήσεων. Το ρωτοδικείο κατέληξε ότι, εφόσον το λεκτικό σύμπλεγμα Companyline δεν μπορεί να τύχει προστασίας εντός της αγγλόφωνης ζώνης, η απόρριψη της αιτήσεως καταχωρίσεως ήταν δικαιολογημένη.
25. Εξάλλου, το ρωτοδικείο έκρινε ότι δεν ήταν απαραίτητο να εξετάσει τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, καθόσον αρκεί να ισχύει ένας από τους απόλυτους λόγους απαραδέκτου ώστε το σημείο να μη μπορεί να καταχωριστεί ως κοινοτικό σήμα.
26. Τέλος, όσον αφορά την προβληθείσα κατάχρηση εξουσίας, το ρωτοδικείο παρατήρησε ότι δεν υφίστατο καμία αντικειμενική και συγκεκριμένη ένδειξη από την οποία να προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ελήφθη με σκοπό την επίτευξη στόχων άλλων από τους εκτιθεμένους σ' αυτήν.
27. Συνεπώς, η προσφυγή ακυρώσεως απορρίφθηκε.
Η αίτηση αναιρέσεως
28. Η DKV επικαλείται πέντε λόγους αναιρέσεως, προσάπτοντας στο ρωτοδικείο ότι:
- δεν καθόρισε ούτε τα κριτήρια εκτιμήσεως της «απουσίας διακριτικού χαρακτήρα» κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β_, του κανονισμού για το κοινοτικό σήμα ούτε τις διαφορές μεταξύ της εννοίας αυτής και της εννοίας του «επαρκούς διακριτικού χαρακτήρα», καθώς και ότι δεν ανέλυσε την συνολική εντύπωση την οποία δημιουργεί το σημείο (πρώτος λόγος αναιρέσεως)·
- δεν εξέτασε τον απόλυτο λόγο απαραδέκτου που στηρίζεται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ_, του κανονισμού (δεύτερος λόγος αναιρέσεως)·
- δεν έλαβε υπόψη του τη διορθωτική παρέμβαση του άρθρου 12, στοιχείο β_, του κανονισμού επί της ερμηνείας του ως άνω άρθρου 7 (τρίτος λόγος αναιρέσεως)·
- εφάρμοσε το άρθρο 7, παράγραφος 2, χωρίς να τεθεί στη θέση των συνήθων αποδεκτών των προϊόντων και υπηρεσιών που πρόκειται να αντιπροσωπεύει το σημείο και χωρίς να λάβει υπόψη του τη στάση που τηρούν τα γραφεία σημάτων των κρατών μελών (τέταρτος λόγος αναιρέσεως)·
- δεν προέβη στην εκτίμηση των προβληθεισών αντικειμενικών ενδείξεων περί της υπάρξεως καταχρήσεως εξουσίας (πέμπτος λόγος αναιρέσεως).
Ανάλυση των λόγων αναιρέσεως
ρώτος λόγος αναιρέσεως: εσφαλμένη εκτίμηση της συνισταμένης στην ύπαρξη διακριτικού χαρακτήρα προϋποθέσεως
29. Με τον λόγο αυτόν, η αναιρεσείουσα προσάπτει κατ' ουσίαν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι εφάρμοσε το κριτήριο της «απουσίας διακριτικού χαρακτήρα», κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β_, του κανονισμού, κατά τρόπο υπερβολικά περιοριστικό και ότι, στο πλαίσιο της εκτιμήσεως του χαρακτήρα αυτού, δεν έλαβε υπόψη της το επίμαχο σημείο στο σύνολό του.
30. Η DKV θεωρεί ότι το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β_, του κανονισμού απαιτεί απλώς να αποδεικνύεται η ύπαρξη ενός ελάχιστου διακριτικού χαρακτήρα. Η ερμηνεία αυτή είναι η μόνη που μπορεί να οδηγήσει σε μια εναρμονισμένη πρακτική σε ολόκληρη την Κοινότητα όσον αφορά την καταχώριση των σημάτων.
Το επίδικο λεκτικό σημείο συντίθεται, κατά την αναιρεσείουσα, από τη σύντμηση περιγραφικών ενδείξεων των οποίων το εννοιολογικό περιεχόμενο συγκαλύπτεται από αυτή καθαυτήν τη σύντμηση. Το ρωτοδικείο, κρίνοντάς το διαφορετικά προτίμησε εσφαλμένως ένα πολύ υψηλό επίπεδο διακριτικού χαρακτήρα.
31. Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, κατά τα λοιπά, ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει καμία ανάλυση της συνολικής εντυπώσεως που δημιουργεί το σημείο, ενώ, κατά τη γνώμη της, ένα σύνθετο σημείο πρέπει να υποβάλλεται σε τέτοια ανάλυση, η οποία θα είχε οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι το Companyline όχι μόνο δεν συνιστά απλή περιγραφή μιας υπηρεσίας που απαντάται ειδικά στους επίμαχους οικονομικούς τομείς, αλλά επιτρέπει διάφορους συνειρμούς και ερμηνείες.
32. Το Γραφείο απαντά ότι τα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας συνιστούν, κατ' ουσίαν, εκτιμήσεις πραγματικών περιστατικών, που δεν μπορούν να εξεταστούν κατ' αναίρεση.
33. Κατά τη γνώμη του, το επίδικο σημείο συντίθεται, εν πάση περιπτώσει, από δύο περιγραφικούς όρους που απλώς χρησιμοποιούνται μαζί, χωρίς την προσθήκη κάποιου στοιχείου φαντασίας, και έχει, συνεπώς, άμεσο περιγραφικό χαρακτήρα. Αντιλαμβανόμενη το επίδικο σημείο έτσι, η απόφαση του ρωτοδικείου δεν μπορεί να ενέχει εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β_, του κανονισμού.
34. Θα πρέπει να αναγνωριστεί, καταρχάς, ότι το κοινοτικό δίκαιο των σημάτων και, ειδικότερα, η ερμηνεία του κανονισμού βρίσκονται σε μια δύσκολη αρχική φάση. Ενόψει της συνήθους απουσίας ασφαλών ενδείξεων στο νομοθετικό οικοδόμημα, εναπόκειται αναγκαστικά στα δικαιοδοτικά όργανα, και ιδιαίτερα στο Δικαστήριο, να συμπληρώσουν τη νομοθεσία διατυπώνοντας τις κατευθυντήριες αρχές.
35. Όσον αφορά την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, προτίθεμαι να αναλύσω ορισμένα από τα θεμελιώδη αυτά ζητήματα, όπως είναι τα ζητήματα του ακριβούς χαρακτηρισμού των λόγων απορρίψεως της καταχωρίσεως, της φύσεως της εξετάσεως των λόγων αυτών, του καθορισμού της ομάδας των αποδεκτών, καθώς και του ρόλου τον οποίο καλείται να διαδραματίσει το Δικαστήριο στις υποθέσεις αυτές, όταν αποφαίνεται κατ' αναίρεση. Θα το πράξω υπό το φως της προμνησθείσας αποφάσεως Baby-dry, από την οποία φαίνεται να συνάγονται ορισμένοι κανόνες γενικής εφαρμογής.
36. Δεν θα ασχοληθώ εδώ, καθόσον δεν αποτέλεσε αντικείμενο συζητήσεως στην υπό κρίση υπόθεση, με το κατά πόσον ισχύει, στο πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου των σημάτων, το αξίωμα σύμφωνα με το οποίο, πέραν των κωλυμάτων που συνδέονται με την τυχόν έλλειψη διακριτικού χαρακτήρα, άλλοι λόγοι γενικού συμφέροντος περιορίζουν τη δυνατότητα καταχωρίσεως ορισμένων σημείων, ούτως ώστε τα σημεία αυτά να μπορούν να χρησιμοποιούνται ελεύθερα από το σύνολο των επιχειρηματιών (επιταγή διαθεσιμότητας). Καίτοι η απόφαση της 4ης Μα_ου 1999, C-108/97 και C-109/97, Windsurfing Chiemsee , αναγνώρισε την ύπαρξή του, η σιωπή της αποφάσεως Baby-dry ως προς το θέμα αυτό δημιουργεί αβεβαιότητα, η άρση της οποίας εναπόκειται στο Δικαστήριο.
Ο χαρακτηρισμός των απολύτων λόγων απαραδέκτου
37. Στην απόφαση Baby-dry, το Δικαστήριο εξέτασε την άρνηση καταχωρίσεως ενός λεκτικού συμπλέγματος ως κοινοτικού σήματος. Καθόσον ενδιαφέρει στην υπό κρίση υπόθεση, το ΓΕΕΑ είχε θεωρήσει ότι το λεκτικό σύμπλεγμα Baby-dry αποτελούνταν αποκλειστικά από όρους που μπορούν να χρησιμεύσουν στις συναλλαγές για τη δήλωση του προορισμού του εν λόγω προϊόντος, ότι στερούνταν επίσης διακριτικού χαρακτήρα και ότι, κατά συνέπεια, δεν πληρούσε τους κατά το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχεία β_ και γ_, του κανονισμού όρους καταχωρίσεως.
38. Επιληφθέν προσφυγής ακυρώσεως κατά της αποφάσεως αυτής, το ρωτοδικείο επικύρωσε την εκτίμηση του Γραφείου ότι το επίδικο λεκτικό σύμπλεγμα είχε περιγραφικό χαρακτήρα (άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ_, του κανονισμού), ενώ δεν προέβη σε καμία ανάλυση όσον αφορά τον διακριτικό χαρακτήρα (στοιχείο β_), με την αιτιολογία ότι, προς απόρριψη της αιτήσεως καταχωρίσεως, αρκεί να ισχύει ένας απόλυτος λόγος απαραδέκτου.
39. Το Δικαστήριο, κρίνοντας επί αιτήσεως αναιρέσεως, αναφέρθηκε στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχεία β_ και γ_, αλλά και - έστω με κάποια ασάφεια - στο άρθρο 12 του κανονισμού. άντως, στήριξε την αναίρεση της πρωτόδικης αποφάσεως αποκλειστικά και μόνον στο στοιχείο γ_.
40. Θεωρώ, παρά ταύτα, προτιμότερο να τηρεί ο κοινοτικός δικαστής αυστηρή στάση ανάλογη με εκείνη που τηρεί η αρμόδια για την καταχώριση αρχή όταν χαρακτηρίζει τους λόγους απαραδέκτου. Καθεμία από τις προϋποθέσεις καταχωρίσεως που μνημονεύονται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχεία β_, γ_ και δ_, που απαιτούν να μπορεί το σημείο να διακρίνει τα επίμαχα προϊόντα ή τις επίμαχες υπηρεσίες και να μην είναι ούτε περιγραφικό ούτε γενικής χρήσεως σε σχέση προς τα εν λόγω προϊόντα και τις εν λόγω υπηρεσίες, είναι ανεξάρτητη από τις άλλες και απαιτεί χωριστή εξέταση. ράγμα το οποίο δεν εμποδίζει, στην πράξη, να εμπίπτουν συχνά τα ίδια σημεία σε πλείονες της μιας περιπτώσεις. Έτσι, ένα απολύτως περιγραφικό σημείο στερείται, κατά κανόνα, διακριτικού χαρακτήρα κατά την έννοια του στοιχείου β_ .
41. Από την ανάγκη χωριστής εξετάσεως των προϋποθέσεων αυτών προκύπτει ότι η απουσία, π.χ., περιγραφικής ικανότητας δεν αρκεί ώστε να μπορεί ένα σημείο να αποτελέσει σήμα. Εφόσον η απόφαση Baby-dry περιορίζεται να αναιρέσει την απόφαση του ρωτοδικίου και να ακυρώσει την απόφαση του τμήματος προσφυγών του Γραφείου αποκλειστικά στο μέτρο που και η μία και η άλλη στηρίζονται σε εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ_ , μπορεί να τεθεί το ερώτημα αν εξακολουθεί να ισχύει ο προβλεπόμενος στο στοιχείο β_ λόγος απαραδέκτου που στηρίζεται στην έλλειψη διακριτικού χαρακτήρα και τον οποίο η αρμόδια για την καταχώριση αρχή έλαβε υπόψη της στην απόφασή της.
42. ροβλήματα προσδιορισμού ανακύπτουν και στην υπό κρίση υπόθεση. Η απόφαση του τμήματος προσφυγών της 18ης Νοεμβρίου 1998 στηρίζεται, για την απόρριψη της αιτήσεως καταχωρίσεως, ακολουθώντας ως προς το σημείο αυτό την εκτίμηση του εξεταστή, στα στοιχεία β_και γ_ του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού. Τα νομικά ερείσματά της επικεντρώνονται, ως εκ τούτου, στον περιγραφικό χαρακτήρα του σημείου: ενώ ο όρος «company» υποδηλώνει την κατηγορία των αποδεκτών των υπηρεσιών, ο όρος «line» σημαίνει ορισμένα είδη ασφαλίσεων, οπότε το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση χρησιμεύει για την περιγραφή της δραστηριότητας στην οποία αναφέρεται .
Εξάλλου, το ρωτοδικείο έκρινε ότι το σημείο συντίθεται αποκλειστικά από τους όρους «company» και «line», οι οποίοι είναι, αμφότεροι, όροι της καθομιλουμένης στις αγγλόφωνες χώρες. Ο πρώτος επιτρέπει να νοηθεί ότι πρόκειται για υπηρεσία που απευθύνεται σε εταιρίες ή επιχειρήσεις, ενώ ο δεύτερος σημαίνει έναν κλάδο ασφαλίσεων, ένα φάσμα ή μια ομάδα προϊόντων. Το ότι οι όροι αυτοί χρησιμοποιούνται ενωμένοι δεν έχει καμία σημασία, οπότε το Companyline στερείται διακριτικού χαρακτήρα.
43. Θεωρώ ότι, σύμφωνα με τη συλλογιστική που ακολούθησε τόσο το Γραφείο όσο και το ρωτοδικείο, η αίτηση καταχωρίσεως απορρίφθηκε, σε μια πρώτη φάση, βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ_, και, μόνον αφού είχε αποδειχθεί ο αποκλειστικά περιγραφικός χαρακτήρας του σημείου, εφαρμόστηκε το στοιχείο β_. Με άλλες λέξεις, η έλλειψη διακριτικού χαρακτήρα απορρέει από τον περιγραφικό χαρακτήρα του σημείου, και όχι αντιστρόφως. Κανονικά, αυτό θα πρέπει να συμβαίνει όσον αφορά τα λεκτικά σήματα.
Η φύση της εξετάσεως των απολύτων λόγων απαραδέκτου
44. Όσον αφορά το θεμελιώδες ζήτημα πώς πρέπει να εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού, ήτοι το ζήτημα του περιεχομένου των προϋποθέσεων καταχωρίσεως ενός σημείου, παρά τη σχετικά απλή διατύπωση της διατάξεως αυτής, στην αρμόδια για την καταχώριση αρχή - και σήμερα στον κοινοτικό δικαστή - προσφέρεται μια περίπλοκη δυνατότητα επιλογής: είτε θα θεωρηθεί ότι οι προϋποθέσεις αυτές θα πρέπει να πληρούνται έστω και σε ελάχιστο βαθμό, είτε θα απαιτηθεί να πληρούνται σε βαθμό ανάλογο των διαφόρων εμπλεκομένων συμφερόντων. Η δεύτερη αυτή εκδοχή απαιτεί, εξάλλου, τη διατύπωση συμπληρωματικών αρχών εφαρμογής.
45. Στο πλαίσιο των σημείων β_ και γ_ του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού - όπως στο πλαίσιο των αντιστοίχων διατάξεων της οδηγίας -, τίθεται, κατ' ουσίαν το ζήτημα του ακριβούς βαθμού του διακριτικού χαρακτήρα ή του περιγραφικού χαρακτήρα που αρκούν προς απόρριψη της αιτήσεως καταχωρίσεως.
46. Το ζήτημα αυτό τίθεται σαφώς όσον αφορά τα σύνθετα λεκτικά σήματα. ρόκειται για το αν ένα σημείο το οποίο περιλαμβάνει πλείονα στοιχεία, καθένα από τα οποία δεν είναι ικανό να αποτελέσει, μόνο του, σήμα για τα συγκεκριμένα προϊόντα, μπορεί να καταχωριστεί και, στην περίπτωση αυτή, υπό ποιες προϋποθέσεις.
47. Ένας συνδυασμός στοιχείων, το καθένα από τα οποία στερείται διακριτικού χαρακτήρα (νοουμένου εν ευρεία εννοία, δηλαδή ως συνωνύμου της δυνατότητάς του να καταχωριστεί), μπορεί να έχει τον χαρακτήρα αυτόν, εφόσον είναι κάτι περισσότερο από το απλό άθροισμα των συνθετικών του στοιχείων. Το ουσιώδες έγκειται, συνεπώς, στο πότε, στον τομέα των σημάτων, ένας συνδυασμός παράγει ένα σημείο διαφορετικό από το απλό άθροισμα των στοιχείων του.
48. Στην απόφαση Baby-dry, το Δικαστήριο έκρινε ότι, όσον αφορά τα σύνθετα λεκτικά σήματα, ο τυχόν περιγραφικός χαρακτήρας πρέπει να διαπιστώνεται όχι μόνον ως προς κάθε λέξη χωριστά, αλλά και για το σύνολο που συνθέτουν οι λέξεις αυτές. Οποιαδήποτε αντιληπτή διαφορά μεταξύ του λεκτικού συμπλέγματος του οποίου ζητείται η καταχώριση και των όρων που χρησιμοποιούνται στην καθημερινή γλώσσα από την οικεία κατηγορία καταναλωτών για τη δήλωση του προϊόντος ή της υπηρεσίας ή των ουσιωδών τους χαρακτηριστικών μπορεί να προσδώσει στο λεκτικό αυτό σύμπλεγμα διακριτικό χαρακτήρα, ο οποίος καθιστά δυνατή την καταχώρισή του ως σήματος .
Εξετάζοντας στη συνέχεια, συγκεκριμένα, το λεκτικό σύμπλεγμα «Baby-dry», το Δικαστήριο έκρινε ότι, από την πλευρά του αγγλόφωνου καταναλωτή, το λεκτικό σύμπλεγμα συντίθεται από όρους οι οποίοι, καίτοι περιγραφικοί αυτοί καθαυτούς, χρησιμοποιούνται δίπλα δίπλα σε ασυνήθιστη παράθεση, οπότε δεν συνιστά γνωστή έκφραση της αγγλικής γλώσσας για τον προσδιορισμό τέτοιων προϊόντων ή για την παρουσίαση των ουσιωδών χαρακτηριστικών τους· συνεπώς, το λεκτικό αυτό σύμπλεγμα μπορεί να έχει διακριτική δύναμη και δεν μπορεί να απορριφθεί αίτηση καταχωρίσεώς του ως σήματος .
49. Κατά το Δικαστήριο, «οποιαδήποτε αντιληπτή διαφορά» μεταξύ των όρων που χρησιμοποιούνται συνήθως προς δήλωση του προϊόντος ή των ουσιωδών χαρακτηριστικών του και του επίμαχου λεκτικού συμπλέγματος αρκεί ώστε να προσδώσει διακριτικό χαρακτήρα σε έναν συνδυασμό περιγραφικών στοιχείων.
50. Το επίθετο «αντιληπτός» (erkennbar στη γερμανική γλώσσα) δεν είναι μονοσήμαντο. Ενέχει έναν ορισμένο βαθμό σχετικότητας: ό,τι είναι αντιληπτό από μία οπτική γωνία δεν είναι ίσως αντιληπτό από άλλη οπτική γωνία. Εν πάση περιπτώσει, δεν μπορεί να συγχέεται με το επίθετο «ελάχιστος». Αν ήταν αυτή η βούληση του κοινοτικού δικαστή, θα είχε χρησιμοποιήσει τον τελευταίο αυτόν χαρακτηρισμό ή θα είχε παραλείψει οποιονδήποτε χαρακτηρισμό. ιστεύω, συνεπώς, ότι ως «αντιληπτή διαφορά» πρέπει να νοείται εκείνη που δεν επηρεάζει απλώς τα ανώδυνα στοιχεία ενός σημείου.
51. Συνεπώς, όπως έπραξα ήδη στην υπόθεση Postkantoor, προτείνω - αυτή τη φορά στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ_, του κανονισμού - να θεωρηθεί ότι υφίσταται αντιληπτή διαφορά όταν η διαφορά αυτή επηρεάζει ουσιώδη στοιχεία είτε της εμφανίσεως του σήματος του οποίου ζητείται η καταχώριση είτε του εννοιολογικού περιεχομένου του.
Όσον αφορά τη μορφή, υφίσταται τέτοια διαφορά οσάκις, λόγω του ασυνήθους ή της εκκεντρικότητας του συνδυασμού, ο νεολογισμός υπερισχύει του αθροίσματος των όρων που συνθέτουν το σημείο.
Όσον αφορά το σημαινόμενο, για να είναι αντιληπτή η διαφορά, πρέπει αυτό που υποδηλώνει το σύνθετο σημείο να μη συμπίπτει απολύτως με το άθροισμα των εννοιολογικών ενδείξεων που παρέχουν τα περιγραφικά στοιχεία.
52. Ομοίως, όσον αφορά την απαγόρευση της καταχωρίσεως λειτουργικών σχημάτων, δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο ε_, της οδηγίας που αντιστοιχεί στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο ε_, του κανονισμού, πρότεινα μια λύση εμπνεόμενη από την ίδια φιλοσοφία .
Ενώ οι διατάξεις αυτές απαγορεύουν την καταχώριση «σημείων που αποτελούνται αποκλειστικά από [ορισμένα σχήματα]», το στοιχείο γ_ της διατάξεως αυτής αναφέρεται στα «σήματα που αποτελούνται αποκλειστικά από σημεία ή ενδείξεις που μπορούν να χρησιμεύσουν [...] για τη δήλωση». Η παραλληλότητα των δύο κειμένων μας οδηγεί να υιοθετήσουμε ενιαία λύση και για τις δύο περιπτώσεις.
53. Θεωρώ ότι, ως καθαρά λειτουργικό σχήμα, υπό την έννοια της δεύτερης παύλας του προμνησθέντος στοιχείου ε_, πρέπει να νοείται το σχήμα του οποίου τα ουσιώδη χαρακτηριστικά οφείλονται στην επίτευξη ενός τεχνικού αποτελέσματος. Αν προσαρμόζω την ερμηνεία μου αναφερόμενος σε «ουσιώδη χαρακτηριστικά», είναι για να διευκρινίσω ότι δεν μπορεί να εξαιρεθεί της απαγορεύσεως ένα σχήμα το οποίο περιορίζεται στο να περιλάβει ένα έλασσον από λειτουργικής απόψεως αυθαίρετο στοιχείο.
54. Ομοίως, στο πλαίσιο της εφαρμογής του στοιχείου γ_, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη οποιαδήποτε διαφορά, αλλά μόνον οι διαφορές εκείνες οι οποίες, όντας κατάλληλες προς περιγραφή, γίνονται αντιληπτές στα περιγραφικά αποτελέσματά τους.
Ο καθορισμός της ομάδας των αποδεκτών
55. Η απόφαση Baby-dry ορθώς υπενθύμισε ότι το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού ορίζει ότι η παράγραφος 1 εφαρμόζεται ακόμη και αν οι λόγοι απαραδέκτου υφίστανται μόνο σε τμήμα της Κοινότητας. Αυτό συνεπάγεται ότι, αν ένα λεκτικό σύμπλεγμα έχει αποκλειστικώς περιγραφικό χαρακτήρα σε μια από της γλώσσες που χρησιμοποιούνται στο εμπόριο στο εσωτερικό της Κοινότητας, η διαπίστωση αυτή αρκεί για να το καταστήσει ακατάλληλο να καταχωριστεί ως κοινοτικό σήμα.
Στη συνέχεια, το Δικαστήριο έκρινε ότι, «προκειμένου να διαπιστωθεί αν το λεκτικό σύμπλεγμα Baby-dry παρουσιάζει διακριτικό χαρακτήρα, επιβάλλεται να τοποθετηθεί ο παρατηρητής στη θέση ενός αγγλόφωνου καταναλωτή» .
56. Φρονώ ότι η γραμμή εκτιμήσεως που υιοθετήθηκε θα πρέπει να μη δεσμεύεται από τυπικά κριτήρια και να λαμβάνει υπόψη της τα πραγματικά χαρακτηριστικά της ιδεατής ομάδας αποδεκτών. Το γεγονός ότι πολλές από τις υποβαλλόμενες αιτήσεις καταχωρίσεως σήματος έχουν ως αντικείμενο όρους αγγλικής καταγωγής είναι, αυτό καθαυτό, ενδεικτικό του ότι οι αιτούντες υπολογίζουν σε έναν ορισμένο βαθμό κατανοήσεως της γλώσσας αυτής, ακόμα και από καταναλωτές που έχουν διαφορετική μητρική γλώσσα.
Αν ο εξεταστής θεωρεί ότι ένα δεδομένο σημείο είναι περιγραφικό για τους ομιλούντες μια συγκεκριμένη γλώσσα, είναι λογικό - ή τουλάχιστον επιτρεπτό - να αποφασίσει την απαγόρευση της καταχωρίσεώς του χωρίς περαιτέρω εξέταση. Αν πεισθεί περί του αντιθέτου, ο σκοπός της ενιαίας προστασίας του κοινοτικού σήματος πρέπει να τον οδηγήσει να εξετάσει μήπως η ίδια λύση ισχύει για το σύνολο των δυνητικών αποδεκτών. ρος τούτο, θα πρέπει να τεθεί στη θέση των αποδεκτών αυτών και να κρίνει βάσει όχι τυπικών συλλογισμών αλλά του συνόλου των γνώσεων που μπορούν θεωρητικά να αποδοθούν στους καταναλωτές αυτούς .
57. Υπ' αυτήν την έννοια πρέπει να εκληφθεί η υποχρέωση εκτιμήσεως του διακριτικού χαρακτήρα από την οπτική γωνία του μέσου καταναλωτή των ιδίων αυτών προϊόντων ή υπηρεσιών , που λογίζεται ότι «έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος» .
Ο αναιρετικός έλεγχος του Δικαστηρίου
58. Στην απόφαση Baby-dry, το Δικαστήριο δεν περιορίστηκε να εκτιμήσει το κατά πόσον τα πρότυπα ερμηνείας που είχε υιοθετήσει το ρωτοδικείο ήταν νομικώς ορθά, αλλά διατύπωσε μια συγκεκριμένη κρίση ως προς την ικανότητα του επιδίκου σημείου να υπερκεράσει τους λόγους που εμπόδιζαν την καταχώρισή του. Καίτοι ο στόχος τον οποίο πιθανώς επιδίωξε (την οικονομία της δίκης) είναι αξιέπαινος, δεν είναι βέβαιος ότι δικαιολογεί την προκριθείσα λύση.
59. Στον τομέα των κοινοτικών σημάτων, στο Δικαστήριο ανήκει ο ρόλος του ανωτάτου ερμηνευτή του δικαίου. Αποστολή του είναι να παρέχει στα επί της ουσίας δικαστήρια και τη διοικητική υπηρεσία που είναι επιφορτισμένη με την καταχώριση, αλλά και στο σύνολο των ενδιαφερομένων επιχειρηματιών, αρχές γενικής εφαρμογής, αφήνοντας στα πρώτα το έργο της συγκεκριμένης διαμορφώσεως των αρχών αυτών στην πράξη. Ο απαραίτητος έλεγχος θα πρέπει να ασκείται αποκλειστικώς - και περιοριστικώς - από την άποψη της νομιμότητας. Έτσι, όχι μόνον προστατεύεται η ουσιαστική φύση της αναιρετικής διαδικασίας, αλλά και δεν θίγονται οι αποφασιστικές αρμοδιότητες τόσο του ρωτοδικείου όσο και των οργάνων του Γραφείου.
Αν γίνει δεκτό ότι ο αναιρεσείων μπορεί να ζητήσει από το Δικαστήριο να προβεί σε έλεγχο καθ' όλα ισοδύναμο με εκείνον την οποίο διενήργησε προηγουμένως ο εξεταστής, είναι πολύ πιθανό ότι πολλοί από τους αιτούντες την καταχώριση των οποίων απορρίπτεται η αίτηση θα θελήσουν να φθάσουν ώς το ανώτατο αυτό δικαιοδοτικό όργανο, με ολέθριες συνέπειες για την καλή απονομή της δικαιοσύνης (ή την αντικειμενικώς εννοούμενη οικονομία της δίκης).
60. Εξάλλου, δεν θεωρώ ότι το Δικαστήριο διαθέτει τα αναγκαία μέσα προκειμένου να διενεργεί ελέγχους τέτοιας φύσεως .
Η εφαρμογή των αρχών στην υπό κρίση περίπτωση
61. Αν εφαρμόσουμε τώρα το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων στο επιχείρημα ότι το ρωτοδικείο προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β_, του κανονισμού, κρίνοντας ότι το ζητούμενο σήμα δεν έχει διακριτικό χαρακτήρα, θα πρέπει να παρατηρήσουμε τα ακόλουθα.
62. Το «Companyline» εμφανίζει, από πλευράς δομής, δύο καθοριστικά στοιχεία: αφενός, τη χρήση δύο λέξεων που έχουν δική τους έννοια και, αφετέρου, το ότι οι δύο αυτές λέξεις χρησιμοποιούνται ενωμένες.
63. Το ρωτοδικείο έκρινε ότι το σημείο αποτελείτο αποκλειστικά από δύο όρους της καθομιλουμένης στις αγγλόφωνες χώρες: ο όρος «company» χαρακτηρίζει το είδος της υπηρεσίας, αναφέροντας τον αποδέκτη της, ενώ το «line» σημαίνει έναν κλάδο ασφαλίσεων, ένα φάσμα ή μια ομάδα προϊόντων.
64. ρόκειται για εκτίμηση πραγματικών περιστατικών και κανένα στοιχείο των ισχυρισμών της DKV δεν μπορεί να ανατρέψει την εκτίμηση αυτή. Ακόμα και αν γίνει δεκτό ότι οι δύο όροι μπορεί να έχουν σημασίες διαφορετικές από εκείνες που δέχθηκε το ρωτοδικείο, εγκύρως το τελευταίο στήριξε την εκτίμησή του στην, κατά την κρίση του, υπερισχύουσα στο πλαίσιο των επιδίκων αγαθών ή υπηρεσιών σημασία.
Είναι βέβαιο ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει καμία κρίση όσον αφορά τον περιγραφικό χαρακτήρα του σημείου στο σύνολό του. Ωστόσο, από πλευράς της αναλύσεως της περιγραφικής του λειτουργίας την οποία επιχειρώ τώρα, τίποτε δεν επιτρέπει να συναχθεί ότι η έκφραση «company line», λαμβανόμενη ως εν όλον, ανατρέπει την άποψη του ρωτοδικείου· μάλλον το αντίθετο συμβαίνει.
65. Το ρωτοδικείο έκρινε, στη συνέχεια, ότι η απλή παράθεση δύο γενικών όρων, χωρίς καμία γραφική ή εννοιολογική μεταβολή, δεν συνεπάγεται κανένα πρόσθετο στοιχείο ικανό να καταστήσει το σημείο, στο σύνολό του, κατάλληλο προς διάκριση των υπηρεσιών της DKV από τις υπηρεσίες άλλων επιχειρήσεων.
66. Η εκτίμηση του ρωτοδικείου μού φαίνεται ορθή: η παράθεση δύο περιγραφικών όρων δεν συνιστά αντιληπτή διαφορά, κατά την ανωτέρω εκτεθείσα έννοια, στον σχηματισμό του λεκτικού συμπλέγματος του οποίου ζητείται η καταχώριση σε σχέση προς την ορολογία που χρησιμοποιείται, στην τρέχουσα γλώσσα της επίμαχης κατηγορίας καταναλωτών, προς δήλωση του προϊόντος ή της υπηρεσίας.
67. Υπό τις συνθήκες αυτές, νομίζω ότι το ρωτοδικείο δεν υπέπεσε σε πλάνη, εκτιμώντας ότι το προτεινόμενο σημείο στερείται διακριτικού χαρακτήρα για το αγγλόφωνο κοινό, και ότι η απόρριψη του αιτήματος καταχωρίσεως ήταν δικαιολογημένη.
68. Θα επιθυμούσα, ωστόσο, να προσθέσω ορισμένες σκέψεις για να φωτίσω το περιεχόμενο της συλλογιστικής μου.
69. Από λογικής και διδακτικής απόψεως, η επιλογή του ρωτοδικείου να στηρίξει την ανάλυσή του στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β_, του κανονισμού μού φαίνεται ατυχής. Η ενδεδειγμένη οδός θα ήταν να διαπιστώσει, εν πρώτοις, ότι το σήμα του οποίου εζητείτο η καταχώριση ήταν, ως προς τα ουσιώδη στοιχεία του, απολύτως περιγραφικό και, στη συνέχεια, βάσει της διαπιστώσεως αυτής, να διαπιστώσει την απουσία διακριτικού χαρακτήρα.
Ωστόσο, το λογικό αυτό σφάλμα δεν είναι ικανό να οδηγήσει στην αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, καθόσον η τελική εκτίμηση είναι σύννομη.
70. Αν το ρωτοδικείο ή τα όργανα του Γραφείου είχαν σχηματίσει την πεποίθηση ότι το σημείο εμφανίζει επαρκή διακριτικό χαρακτήρα στα μάτια του αγγλόφωνου καταναλωτή, θα έπρεπε να εξετάσουν αν η ίδια λύση επιβαλλόταν και σε σχέση προς τις λοιπές γλωσσικές ζώνες. Αρκεί να παρατηρηθεί, π.χ., ότι, στη γλώσσα της χώρας στην οποία έχει την έδρα της η αναιρεσείουσα, η παράθεση ουσιαστικών ονομάτων είναι συνήθης και, κατά συνέπεια, γίνεται σχετικά λιγότερο αντιληπτή.
Αυτός είναι ο μόνος τρόπος για την τήρηση της υποχρεώσεως εκτιμήσεως του διακριτικού χαρακτήρα ενός σημείου από την οπτική γωνία του μέσου καταναλωτή των επιμάχων προϊόντων ή υπηρεσιών. ράγματι, ο μέσος καταναλωτής ασφαλίσεων (που απευθύνονται σε επιχειρήσεις), που υποτίθεται ότι έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος, ακόμα και αν η αγγλική δεν είναι η μητρική του γλώσσα, κατέχει πιθανότατα κάποιες γνώσεις της γλώσσας αυτής, οι οποίες επίσης θα πρέπει να εκτιμώνται στο πλαίσιο της ακριβούς εκτιμήσεως του διακριτικού χαρακτήρα.
71. Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων συνάγω ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Δεύτερος λόγος αναιρέσεως: παράλειψη εξετάσεως του λόγου απαραδέκτου που στηρίζεται στο στοιχείο γ_ της παραγράφου 1 του άρθρου 7 του κανονισμού
72. Στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, η DKV φαίνεται να προσάπτει στο ρωτοδικείο ότι αρνήθηκε να εξετάσει τον λόγο απορρίψεως της αιτήσεως καταχωρίσεως που στηριζόταν στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ_.
73. Όμως, στη συνέχεια, η αναιρεσείουσα αναφέρθηκε στον τρόπο με τον οποίο το ρωτοδικείο όφειλε να διατυπωσει την εκτίμηση αυτή.
74. Όλα αυτά τα επιχειρήματα είναι απαράδεκτα καθότι αλυσιτελή, δεδομένου ότι, ακόμα και αν γίνονταν δεκτά, δεν θα οδηγούσαν στην αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
Το ρωτοδικείο έκρινε μόνον ότι, σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού, αρκεί να ισχύει ένας από τους απόλυτους λόγους απαραδέκτου ώστε να μη μπορεί ένα σημείο να καταχωριστεί ως κοινοτικό σήμα. Κατά συνέπεια, δεν χρειαζόταν να αποφανθεί επί του λόγου που αντλείτο από την παράβαση του στοιχείου β_ της διατάξεως αυτής.
75. Αναλύοντας τον προηγούμενο λόγο αναιρέσεως, ασχολήθηκα με τα προβλήματα που θέτει ο ορθός χαρακτηρισμός των κωλυμάτων της καταχωρίσεως ενός σήματος και, ειδικότερα, με τις πρακτικές συνέπειες που ενδέχεται να έχει ο χαρακτηρισμός αυτός στην υπό κρίση υπόθεση. αραπέμπω, συνεπώς, σ' αυτή την ανάλυση.
76. Κατά τα λοιπά, από το γράμμα του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού προκύπτει σαφέστατα ότι αρκεί να ισχύει ένας από τους απόλυτους λόγους απαραδέκτου ώστε να μη γίνει δεκτή η καταχώριση ενός σημείου ως σήματος. Η απόφαση περιορισμού της έρευνας στο κατά πόσον ισχύει ένας από τους λόγους αυτούς συνιστά επιλογή που αφορά την οργάνωση της διαδικασίας η οποία, ακόμα και αν μπορεί να επικριθεί από πλευράς σκοπιμότητας, δεν δημιουργεί ζήτημα νομιμότητας.
77. Θεωρώ, συνεπώς, ότι ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Τρίτος λόγος αναιρέσεως: μη λήψη υπόψη του άρθρου 12, στοιχείο β_, του κανονισμού
78. Κατά την DKV, το ρωτοδικείο έπρεπε να έχει λάβει υπόψη του το μέσο που προσφέρει το άρθρο 12, στοιχείο β_, του κανονισμού, το οποίο περιορίζει τα αποτελέσματα του σήματος απαγορεύοντας στον δικαιούχο του να μονοπωλεί τις περιγραφικές ενδείξεις που περιέχονται στο σημείο, πράγμα που επιτρέπει τον μετριασμό της αυστηρότητας με την οποία πρέπει να εφαρμόζεται ο προϋπόθεση την οποία προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β_. Με άλλες λέξεις, η καταχώριση του σημείου δεν θα είχε εμποδίσει τους ανταγωνιστές της αναιρεσείουσας να εξακολουθήσουν να χρησιμοποιούν τις λέξεις company και line προκειμένου να περιγράψουν αγαθά και υπηρεσίες της επίμαχης κατηγορίας.
79. Κατά την αναιρεσείουσα, αυτό ενισχύεται και από το γεγονός ότι η ίδια προέβη στη ρητή παραίτηση την οποία προβλέπουν οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 38 του κανονισμού.
80. Κατά το Γραφείο, οι ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας δεν αρκούν προς απόδειξη παραβάσεως των διατάξεων περί καταχωρίσεως των σημάτων. ρώτον, το άρθρο 12, στοιχείο β_, αφορά το περιεχόμενο της προστασίας ενός ήδη καταχωρισθέντος σήματος και όχι τις προϋποθέσεις καταχωρίσεως. Δεύτερον, ούτε η δήλωση παραιτήσεως, που γίνεται υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 38, μπορεί να μεταβάλει τον διακριτικό ή περιγραφικό χαρακτήρα ενός σημείου.
81. Συντάσσομαι απολύτως με τα αμυντικά επιχειρήματα του Γραφείου: κανένα στοιχείο του κανονισμού δεν επιβάλλει ένα είδος «ελαφρού» ελέγχου ενόψει της υπάρξεως άλλων διατάξεων που περιορίζουν τη δυνητική προστασία των σημείων περιγραφικού περιεχομένου.
82. Είναι αληθές ότι, όπως ανέφερα προηγουμένως, η απόφαση Baby-dry, καθορίζοντας τη νομική βάση της συλλογιστικής που ακολουθεί, αναφέρεται στο άρθρο 12 του κανονισμού. Ωστόσο, η ίδια η απόφαση αποφεύγει να αντλήσει την παραμικρή πρακτική συνέπεια από την αναφορά στη διάταξη αυτή.
83. Κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, το άρθρο 12 αποτελεί την έκφραση του είδους του ελαχίστου ελέγχου στον οποίο υποβάλλει ο κανονισμός τις απόλυτες προϋποθέσεις που θα πρέπει να πληροί ένα σημείο ώστε να αποτελεί σήμα. Ο κίνδυνος της εκ μέρους ορισμένων επιχειρηματιών μονοπωλήσεως κάποιων περιγραφικών ονομασιών εξουδετερώνεται από τους περιορισμούς που επιβάλλει το άρθρο 12 όσον αφορά τα αποτελέσματα του σήματος.
84. Η θεωρία αυτή μεταθέτει, ουσιαστικά, την εκτίμηση του περιγραφικού χαρακτήρα ενός σήματος από τις υπηρεσίες του Γραφείου, κατά τον χρόνο της καταχωρίσεως, στους δικαστές που είναι επιφορτισμένοι με την εξασφάλιση της ασκήσεως, στην πράξη, των δικαιωμάτων που παρέχει το σήμα.
85. Κανένα στοιχείο του κανονισμού δεν επιτρέπει, όπως είπα, να αντληθεί αυτό το συμπέρασμα από το άρθρο 12. Αντιθέτως, ο μακρύς κατάλογος των κωλυμάτων της καταχωρίσεως, τα οποία απαριθμούνται στα άρθρα 4 και 7, και οι ευρείες δυνατότητες προσφυγής σε περίπτωση απορρίψεως της αιτήσεως καταχωρίσεως αφήνουν να εννοηθεί ότι ο έλεγχος που πραγματοποιείται κατά την καταχώριση δεν πρέπει να είναι απλώς υποτυπώδης.
86. Ούτε πιστεύω ότι η λύση αυτή είναι ευτυχής από πλευράς νομολογιακής πολιτικής. Είναι αναμφισβήτητο ότι, στις διαφορές στις οποίες γίνεται επίκληση του άρθρου 12, ο δικαιούχος του σήματος βρίσκεται πάντοτε σε πλεονεκτική θέση, λόγω τόσο της αδράνειας που οφείλεται στην εμπιστοσύνη που εμπνέει η δεσμευτική ισχύς των γραπτών πράξεων όσο και της εγγενούς δυσκολίας προσδιορισμού του τι είναι περιγραφικό και τι όχι.
87. ροτείνω, συνεπώς, την απόρριψη αυτού του λόγου αναιρέσεως.
Τέταρτος λόγος αναιρέσεως: μη λήψη υπόψη της στάσεως την οποία τηρούν τα γραφεία σημάτων των κρατών μελών
88. Η αναιρεσείουσα επικρίνει την απόφαση του ρωτοδικείου ως προς το ότι δεν προσδιόρισε ορθώς την ομάδα των δυνητικών αποδεκτών τους οποίους ενδιαφέρουν οι υπηρεσίες στις οποίες αναφέρεται το σημείο. Ειδικότερα, η απόφαση δεν έλαβε υπόψη της, στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού, τη στάση την οποία τηρούν οι διοικητικές αρχές των κρατών μελών όσον αφορά την καταχώριση του σημείου.
89. Κατά την DKV, η αγγλική είναι η γλώσσα την οποία χρησιμοποιεί μεγάλο μέρος των ευρωπαίων καταναλωτών και, κατά συνέπεια, τα γραφεία σημάτων των κρατών μελών εκτιμούν και ενόψει της γλωσσικής αυτής πραγματικότητας το κατά πόσον ένα σημείο είναι ικανό να αποτελέσει σήμα. Το ρωτοδικείο έπρεπε να λάβει το γεγονός αυτό υπόψη του στο πλαίσιο της εκτιμήσεώς του. Αν το είχε πράξει, η DKV θα είχε μπορέσει να αποδείξει ότι υπάρχουν, για προϊόντα της κλάσεως 36, πολυάριθμα καταχωρισθέντα σήματα τα οποία περιέχουν το επίθημα -line.
90. Κατά το Γραφείο, από το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού προκύπτει ότι αρκεί, προς απόρριψη της καταχωρίσεως, να υφίσταται το ασυμβίβαστο σε σχέση με μία μόνο γλώσσα κράτους μέλους, χωρίς να είναι αναγκαίο να αποδειχθεί ότι το ασυμβίβαστο αυτό ισχύει και σε άλλα τμήματα του κοινοτικού εδάφους.
91. Καταρχάς, ουδεμία διάταξη του κανονισμού υποχρεώνει το Γραφείο να καταλήγει σε αποτελέσματα όμοια με εκείνα στα οποία καταλήγουν οι αρμόδιες διοικητικές αρχές των κρατών μελών, πέραν της εφαρμογής των ιδίων αρχών ερμηνείας. Η πρακτική ενός κράτους μέλους, στο μέτρο που μπορεί να παρουσιάζει ενδιαφέρον στο πλαίσιο μιας εκτιμήσεως σε κοινοτικό επίπεδο, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μόνον ως χρήσιμη ένδειξη, την οποία το Γραφείο μπορεί να περιλάβει στην εκτίμησή του όσον αφορά τον διακριτικό χαρακτήρα ενός σημείου.
92. Δεύτερον, η παράγραφος 2 του άρθρου 7 του κανονισμού προβλέπει ότι η καταχώριση ενός σήματος μπορεί να μη γίνει δεκτή ακόμα και αν οι λόγοι απαραδέκτου υφίστανται σε τμήμα μόνον της Κοινότητας. Εφόσον το ρωτοδικείο ορθώς έκρινε - όπως προκύπτει από την ανάλυση του πρώτου λόγου αναιρέσεως - ότι το προτεινόμενο σημείο έχει περιγραφικό χαρακτήρα τουλάχιστον σε ένα τμήμα του κοινοτικού εδάφους, ήταν άσκοπο να εξετάσει τη φύση της εντυπώσεως που μπορούσε να προκαλέσει το σημείο αυτό στους ομιλούντες άλλες κοινοτικές γλώσσες.
Διαφορετική θα ήταν η κατάσταση αν η διοίκηση είχε καταλήξει στο αντίθετο αποτέλεσμα, αν δηλαδή είχε θεωρήσει ότι, για τον πληθυσμό που έχει ως μητρική γλώσσα εκείνη στην οποία είναι διατυπωμένο το σημείο, δεν υφίσταται κανένα πρόβλημα από πλευράς των στοιχείων β_ και γ_ της παραγράφου 1 του άρθρου 7 του κανονισμού. Στην περίπτωση αυτή, νομίζω ότι τίποτε δεν θα εμπόδιζε να εκτιμηθεί κατά πόσον το σημείο είναι πρόσφορο να αποτελέσει σήμα λαμβανομένου υπόψη, επιπλέον, του τρόπου με τον οποίο οι καταναλωτές αντιλαμβάνονται ενδεχομένως το σημείο αυτό στο υπόλοιπο κοινοτικό έδαφος. Αντιθέτως, ο σκοπός τον οποίο επιδιώκει το καθεστώς του κοινοτικού σήματος συνηγορεί υπέρ της εξετάσεως των χαρακτηριστικών αυτών. ράγματι, ο περιγραφικός χαρακτήρας ενός σημείου δεν κρίνεται κατά τρόπο τυπικό ή αφηρημένο, αλλά σε σχέση με τα επίμαχα προϊόντα και, ως εκ τούτου, σε σχέση με την τυπική αντίληψη της ομάδας των καταναλωτών των αγαθών αυτών. Ωστόσο, το ζήτημα αυτό εξετάστηκε ανωτέρω, στο πλαίσιο του πρώτου λόγου αναιρέσεως.
93. Τελικά, δεν υπάρχει στον κανονισμό κανένα στοιχείο που να επιβάλλει στην αρμόδια για την καταχώριση κοινοτική αρχή την υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη της τη στάση που τηρούν συναφώς οι αρχές των κρατών μελών, ιδίως όταν είναι ήδη πεπεισμένη ότι το σημείο δεν μπορεί να καταχωριστεί ως σήμα εντός ενός τμήματος της Κοινότητας.
έμπτος λόγος αναιρέσεως: κατάχρηση εξουσίας
94. Με τον τελευταίο λόγο αναιρέσεως, η DKV υποστηρίζει ότι το Γραφείο, αρνούμενο να καταχωρίσει το σήμα Companyline ενώ έχει δεχθεί την καταχώριση άλλων σημείων περιεχόντων το επίθημα -line, απέστη από τις κατευθυντήριες γραμμές που το ίδιο είχε καθορίσει, ενεργώντας έτσι κατά κατάχρηση εξουσίας. Στην πραγματικότητα, το Γραφείο επεδίωκε να εμποδίσει πάση θυσία την καταχώριση του επιδίκου σημείου, ούτως ώστε να μη αποκτήσει η DKV δικαιώματα επί ενός συνόλου σημάτων περιεχόντων το ίδιο επίθημα.
95. Το Γραφείο παρατηρεί ότι, πέραν του ότι πρόκειται για καθαρές εικασίες αναγόμενες σε πραγματικά περιστατικά, η αναιρεσείουσα περιορίζεται να προβάλει την θέση την οποία ήδη υποστήριξε ενώπιον του ρωτοδικείου, χωρίς να αμφισβητεί τη συγκεκριμένη εκτίμηση την οποία διατυπώνει το ρωτοδικείο στην απόφασή του.
Εξάλλου, κανένα από τα σημείο στα οποία αναφέρεται η αναιρεσείουσα δεν είναι συγκρίσιμο με το επίδικο σημείο, στο μέτρο που δεν εμφανίζουν τον ίδιο περιγραφικό χαρακτήρα.
96. Αρκεί η διαπίστωση ότι οι ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας δεν είναι ικανοί να θέσουν υπό αμφισβήτηση την κρίση την οποία διατυπώνει το ρωτοδικείο, στη σκέψη 33 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, σχετικά με την έλλειψη αντικειμενικών και συγκεκριμένων ενδείξεων από τις οποίες να προκύπτει ότι η απόφαση περί απορρίψεως της αιτήσεως καταχωρίσεως ελήφθη με σκοπό την επίτευξη στόχων άλλων από τους εκτιθεμένους σ' αυτήν. Το γεγονός απλώς και μόνον ότι το Γραφείο αντιμετώπισε κατά διαφορετικό τρόπο - αν υποτεθεί ότι αυτό ευσταθεί - άλλα σημεία περιέχοντα το επίθημα -line δεν αρκεί για να συναχθεί ότι υπήρξε αυθαίρετη άσκηση αρμοδιότητας και, συνεπώς, να θεμελιωθεί αιτίαση περί καταχρήσεως εξουσίας.
97. Συνεπώς, ο πέμπτος αυτός λόγος αναιρέσεως πρέπει επίσης να απορριφθεί και, μαζί με αυτόν, η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της.
Επί των δικαστικών εξόδων
98. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, που εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία σύμφωνα με το άρθρο 118 του ίδιου κανονισμού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Κατά συνέπεια, αν, όπως προτείνω, απορριφθούν ολοσχερώς οι λόγοι αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα θα πρέπει να καταδικαστεί στο σύνολο των δικαστικών εξόδων.
ρόταση
99. Εφόσον πρότεινα να μη γίνει δεκτός κανένας από τους λόγους αναιρέσεως που προβάλλονται κατά της αποφάσεως την οποία εξέδωσε το ρωτοδικείο στις 12 Ιανουαρίου 2000 στην υπόθεση Τ-19/99, εισηγούμαι στο Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy