Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
Εισαγωγή
1. Με την υπό κρίση αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, το Employment Appeal Tribunal (Ηνωμένο Βασίλειο) υποβάλλει στο Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 234 ΕΚ, ορισμένα ερωτήματα ως προς την ερμηνεία της οδηγίας 93/104/ΕΚ του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1993, σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας (στο εξής: οδηγία 93/104 ή οδηγία για τον χρόνο εργασίας) , και ιδίως του άρθρου 1, παράγραφος 3, της οδηγίας, το οποίο εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας τις αεροπορικές, σιδηροδρομικές, οδικές και θαλάσσιες μεταφορές καθώς και τις εσωτερικές πλωτές μεταφορές. Ζητείται, στην ουσία, να καθοριστεί κατά πόσον αυτή η εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας (εν προκειμένω, από τις διατάξεις περί ετήσιας άδειας μετ' αποδοχών), την οποία προβλέπει η διάταξη αυτή, αναφέρεται σε όλους τους εργαζομένους που απασχολούνται στον τομέα των οδικών μεταφορών, συμπεριλαμβανομένου του «μη μετακινουμένου» προσωπικού. Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως, το εθνικό δικαστήριο επιθυμεί να πληροφορηθεί τα κριτήρια που επιτρέπουν τη διάκριση των εργαζομένων που εξαιρούνται από πεδίο εφαρμογής της οδηγίας από τους λοιπούς εργαζομένους.
Νομικό πλαίσιο
Το κοινοτικό δίκαιο
Η οδηγία 93/104 για τον χρόνο εργασίας
2. Ως γνωστόν, για την υλοποίηση της κοινής κοινωνικής πολιτικής που προβλέπουν τα άρθρα 136 ΕΚ έως 143 ΕΚ (τα οποία αντικατέστησαν τα άρθρα 117 έως 120 της Συνθήκης ΕΚ) προβλέπεται η ανάληψη ειδικής δράσεως για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων. Είναι επίσης γνωστό ότι η δράση αυτή συγκεκριμενοποιήθηκε με την έκδοση διαφόρων οδηγιών, στηριζομένων ως επί το πλείστον στο άρθρο 118 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 137 ΕΚ), μεταξύ των οποίων επισημαίνεται όλως ιδιαιτέρως η οδηγία 89/391/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 1989, σχετικά με την εφαρμογή μέτρων για την προώθηση της βελτίωσης της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία (στο εξής: οδηγία πλαίσιο). Η οδηγία αυτή καθόρισε τις γενικές αρχές που διέπουν τον τομέα αυτόν και οι οποίες, στη συνέχεια, αναπτύχθηκαν με μια σειρά ειδικών οδηγιών, μεταξύ των οποίων, ακριβώς, η οδηγία 93/104 για τον χρόνο εργασίας, η οποία αποτελεί το αντικείμενο της υπό κρίση υποθέσεως.
3. Η οδηγία, σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 1, έχει ως αντικείμενο τον καθορισμό των «[στοιχειωδών προδιαγραφών] ασφάλειας και υγείας όσον αφορά την οργάνωση του χρόνου εργασίας». Δεδομένου ότι πρόκειται ακριβώς για «στοιχειώδεις προδιαγραφές», οι διατάξεις της οδηγίας «δεν εφαρμόζονται εφόσον άλλες κοινοτικές πράξεις περιλαμβάνουν ειδικότερες διατάξεις για ορισμένες επαγγελματικές ασχολίες ή δραστηριότητες» (άρθρο 14). Εξάλλου, για τους ίδιους λόγους, η οδηγία «δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να εφαρμόζουν ή να θεσπίζουν ευνοϊκότερες νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων ή να ευνοούν ή να επιτρέπουν την εφαρμογή ευνοϊκότερων συλλογικών συμβάσεων ή συμφωνιών μεταξύ κοινωνικών εταίρων για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων» (άρθρο 15).
4. Οι «στοιχειώδεις προδιαγραφές» που καθορίζει η οδηγία αφορούν, αφενός, τις ελάχιστες περιόδους ημερήσιας αναπαύσεως, εβδομαδιαίας αναπαύσεως και ετήσιας άδειας, καθώς και τον χρόνο των διαλειμμάτων, και, αφετέρου, ορισμένες πτυχές της νυκτερινής εργασίας, της εργασίας κατά βάρδιες και του ρυθμού εργασίας (άρθρο 1, παράγραφος 2).
5. Το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας καθορίζεται στο άρθρο 1, παράγραφος 3, που ορίζει τα εξής:
«Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε όλους τους ιδιωτικούς ή δημόσιους τομείς δραστηριοτήτων, κατά την έννοια του άρθρου 2 της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ, με την επιφύλαξη του άρθρου 17 της παρούσας οδηγίας, εξαιρουμένων των αεροπορικών, σιδηροδρομικών, οδικών, θαλάσσιων, ποτάμιων και λιμναίων μεταφορών, της θαλάσσιας αλιείας και λοιπών θαλασσίων δραστηριότητων, καθώς και των ασκούμενων ιατρών».
Στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 89/391 εμπίπτουν «[όλοι οι δημόσιοι και ιδιωτικοί] τομείς δραστηριοτήτων (βιομηχανικές, γεωργικές, εμπορικές, διοικητικές, εκπαιδευτικές, πολιτιστικές δραστηριότητες, δραστηριότητες παροχής υπηρεσιών, αναψυχής κ.λπ.)» (άρθρο 2).
6. Όσον αφορά, ειδικότερα, το ζήτημα της ετήσιας άδειας, που αποτελεί το αντικείμενο της υπό κρίση υποθέσεως, το άρθρο 7 της οδηγίας 93/104 ορίζει τα ακόλουθα:
«1. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να παρέχεται σε όλους τους εργαζομένους ετήσια άδεια μετ' αποδοχών διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων εβδομάδων, σύμφωνα με τους όρους που προβλέπουν οι εθνικές νομοθεσίες ή/και πρακτικές για την απόκτηση του σχετικού δικαιώματος και τη χορήγηση της άδειας.
2. Η ελάχιστη περίοδος ετήσιας άδειας μετ' αποδοχών μπορεί να αντικατασταθεί από χρηματική αποζημίωση μόνον σε περίπτωση τερματισμού της εργασιακής σχέσης.»
7. ρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι η οδηγία αφήνει σημαντικά περιθώρια ευελιξίας όσον αφορά την εφαρμογή των διατάξεών της σε ορισμένες καταστάσεις. ράγματι, το άρθρο 17 αναγνωρίζει τη δυνατότητα παρεκκλίσεως από ορισμένες περιοριστικώς απαριθμούμενες διατάξεις, λόγω των ιδιαιτεροτήτων ορισμένων δραστηριοτήτων. Η παράγραφος 2.1, στοιχείο γ_, σημείο ii, του άρθρου αυτού μνημονεύει μεταξύ αυτών τις δραστηριότητες που χαρακτηρίζονται από την ανάγκη εξασφαλίσεως της συνέχειας της υπηρεσίας ή της παραγωγής, ιδίως όταν πρόκειται για εργαζομένους στους λιμένες ή τους αερολιμένες. Ωστόσο, καταρχήν, οι παρεκκλίσεις αυτές επιτρέπονται μόνον υπό τον όρον ότι χορηγούνται στους ενδιαφερόμενους εργαζομένους ισοδύναμες περίοδοι αντισταθμιστικής αναπαύσεως ή, αν τούτο δεν είναι δυνατό για αντικειμενικούς λόγους, τους παρέχεται, πάντως, κατάλληλη προστασία. Εν πάση περιπτώσει, δεν επιτρέπεται καμία παρέκκλιση από την εφαρμογή του άρθρου 7 που αφορά το δικαίωμα ετήσιας άδειας.
Η οδηγία 2000/34/ΕΚ
8. Με την οδηγία 2000/34/ΕΚ, της 22ας Ιουνίου 2000 (στο εξής: οδηγία 2000/34), το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο τροποποίησαν το πεδίο εφαρμογής της προγενέστερης οδηγίας, προκειμένου να καλυφθούν και τομείς και δραστηριότητες που είχαν εξαιρεθεί και, συνεπώς, να υπαχθούν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 93/104, όπως υπογραμμίζεται με την τρίτη αιτιολογική σκέψη, «οι οδικές, οι αεροπορικές, οι θαλάσσιες, οι σιδηροδρομικές, οι εσωτερικές πλωτές μεταφορές, η θαλάσσια αλιεία, άλλες εργασίες που εκτελούνται στη θάλασσα και οι δραστηριότητες των ασκουμένων ιατρών». Τονίζεται ότι η τροποποίηση αυτή υπαγορεύθηκε από την πεποίθηση ότι «η υγεία και η ασφάλεια των εργαζομένων πρέπει να προστατεύεται στον τόπο εργασίας όχι επειδή εργάζονται σε κάποιο συγκεκριμένο κλάδο ή ασκούν συγκεκριμένη δραστηριότητα αλλά επειδή είναι εργαζόμενοι» (πέμπτη αιτιολογική σκέψη) και ότι, επομένως, «όλοι οι εργαζόμενοι πρέπει να έχουν επαρκείς περιόδους ανάπαυσης» (ενδέκατη αιτιολογική σκέψη).
9. Κατά συνέπεια, το άρθρο 1, παράγραφος 3, της οδηγίας 93/104 αντικαταστάθηκε από νέο κείμενο, το οποίο έχει ως ακολούθως: «Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε όλους του ιδιωτικούς ή δημόσιους τομείς δραστηριοτήτων, κατά την έννοια του άρθρου 2 της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ, με την επιφύλαξη των άρθρων 14 και 17 της παρούσας οδηγίας».
10. Στη συνέχεια, ένα νέο άρθρο 17α προέβλεψε ειδικές και παρεκκλίνουσες διατάξεις για τους μετακινούμενους εργαζομένους, ορίζοντας ειδικότερα ότι τα άρθρα 3, 4, 5 και 8 δεν εφαρμόζονται στους εν λόγω εργαζομένους, υπό την επιφύλαξη της υποχρεώσεως των κρατών μελών να λάβουν «τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν το δικαίωμα αυτών των μετακινούμενων εργαζομένων για επαρκή χρόνο ανάπαυσης», πλην των εξαιρετικών περιπτώσεων που προβλέπει το άρθρο 17, παράγραφος 2.2.
11. Σύμφωνα με το νέο σημείο 7 που προστέθηκε στο κείμενο του άρθρου 2, ως μετακινούμενος εργαζόμενος νοείται «κάθε εργαζόμενος ο οποίος απασχολείται ως μέλος του ταξιδεύοντος ή ιπτάμενου προσωπικού μιας επιχείρησης η οποία παρέχει υπηρεσίες μεταφορών επιβατών ή εμπορευμάτων οδικώς, αεροπορικώς, ή διαμέσου εσωτερικών πλωτών οδών».
12. Το νέο κείμενο του άρθρου 14 (όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1, σημείο 4, της οδηγίας 2000/34) ορίζει, τέλος, ότι η οδηγία για τον χρόνο εργασίας δεν εφαρμόζεται εφόσον άλλες κοινοτικές πράξεις προβλέπουν ειδικότερες απαιτήσεις περί οργανώσεως του χρόνου εργασίας για ορισμένες επαγγελματικές ασχολίες ή δραστηριότητες .
13. Η οδηγία 2000/34 τέθηκε σε ισχύ την 1η Αυγούστου 2000 (άρθρο 5). Τα κράτη μέλη οφείλουν να θεσπίσουν, το αργότερο την 1η Αυγούστου 2003 (όσον αφορά τους ασκούμενους ιατρούς την 1η Αυγούστου 2004), τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθούν προς την οδηγία, ή να εξακριβώσουν ότι, έως την ημερομηνία αυτή, οι κοινωνικοί εταίροι έχουν θεσπίσει τις αναγκαίες διατάξεις μέσω συμφωνίας.
Το εθνικό δίκαιο
14. Το Ηνωμένο Βασίλειο μετάφερε στην εσωτερική έννομη τάξη του την οδηγία 93/104 μέσω του Working Time Regulations 1998 (στο εξής: κανονισμός ή κανονισμός εφαρμογής).
15. Τα άρθρα 13 έως 16 του κανονισμού ρυθμίζουν τα του δικαιώματος ετήσιας άδειας, ενώ το άρθρο 18 του κανονισμού, με τίτλο «Εξαιρούμενοι τομείς», προβλέπει τα ακόλουθα:
«Τα άρθρα [...] 13 και 16 δεν εφαρμόζονται
a) στους ακόλουθους τομείς δραστηριοτήτων:
(i) αεροπορικές, σιδηροδρομικές, οδικές, θαλάσσιες, ποτάμιες και λιμναίες μεταφορές [...].»
16. Ο κανονισμός δεν καθορίζει την έννοια του «τομέα δραστηριοτήτων». Ωστόσο, το άρθρο 2, παράγραφος 2, διευκρινίζει ότι, ελλείψει ειδικού ορισμού στον κανονισμό, «οι λέξεις και εκφράσεις που χρησιμοποιούνται σε κατ' ιδίαν διατάξεις και οι οποίες χρησιμοποιούνται επίσης και στις αντίστοιχες διατάξεις της οδηγίας για τον χρόνο εργασίας [...] έχουν την ίδια έννοια όπως στις εν λόγω αντίστοιχες διατάξεις».
ραγματικά περιστατικά και διαδικασία
Τα πραγματικά περιστατικά και η ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων διαδικασία
17. Η ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων διαδικασία που οδήγησε στην υπό κρίση προδικαστική παραπομπή κινήθηκε από τρεις εργαζόμενες που απασχολούνται στον τομέα των οδικών μεταφορών και στις οποίες δεν αναγνωρίστηκε δικαίωμα ετήσιας άδειας μετ' αποδοχών. Οι εν λόγω εργαζόμενες απασχολούνται στην Tuffnells Parcels Express Ltd (στο εξής: Tuffnells), μεγάλη επιχείρηση διανομής δεμάτων η οποία διαθέτει περί τις 21 αποθήκες σε διάφορα σημεία της χώρας και μεταφέρει εμπορεύματα οδικώς. Η εφεσείουσα J. R. Bowden εργάζεται με μειωμένο ωράριο ως «batcher», δηλαδή παραλαμβάνει τα δελτία αποστολής και προβαίνει στη διαλογή τους σε γραφείο που βρίσκεται επάνω από τον χώρο φορτώσεως· οι J. L. Chapman και J. J. Doyle απασχολούνται, επίσης με μειωμένο ωράριο, στο «data entry», δηλαδή καταχωρίζουν τις πληροφορίες στον υπολογιστή όταν τα δελτία αποστολής φθάνουν σ' αυτές μετά την παραλαβή και τη διαλογή τους. Οι οδηγοί δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στα γραφεία, οι δε εφεσείουσες δεν έχουν καμία επαφή με αυτούς.
18. ρέπει να σημειωθεί ότι, ενώ στους συναδέλφους τους που εργάζονται με πλήρες ωράριο χορηγούνται άδειες μετ' αποδοχών, οι τρεις ενδιαφερόμενες εργαζόμενες μπορούν μεν να λάβουν άδεια, μόνον όμως άνευ αποδοχών.
19. Τον Οκτώβριο του 1998, κατόπιν της ενάρξεως της ισχύος του προμνησθέντος κανονισμού εφαρμογής στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι εφεσείουσες της κύριας δίκης ζήτησαν να τους χορηγηθεί άδεια μετ' αποδοχών. Επειδή ο εργοδότης τους δεν τους αναγνώρισε το δικαίωμα αυτό, προσέφυγαν ενώπιον του Employment Tribunal.
20. Με απόφαση που επιδόθηκε στους διαδίκους στις 31 Μαρτίου 1999, το Employment Tribunal έκρινε, σε πρώτο βαθμό, ότι οι τρεις ενάγουσες δεν μπορούσαν να υπαχθούν στις διατάξεις του άρθρου 13 του κανονισμού εφαρμογής, με την αιτιολογία ότι ο τομέας δραστηριοτήτων των οδικών μεταφορών εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής του εν λόγω άρθρου 13 δυνάμει του άρθρου 18 του ίδιου κανονισμού. Με δικόγραφο που κατέθεσαν στις 7 Μα_ου, οι ανωτέρω άσκησαν έφεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Employment Appeal Tribunal. Ακριβώς στο πλαίσιο αυτής της κατ' έφεση διαδικασίας ανέκυψαν τα ζητήματα ερμηνείας που αποτελούν το αντικείμενο της υπό κρίση υποθέσεως.
Τα προδικαστικά ερωτήματα
21. Στη διάταξη περί προδικαστικής παραπομπής, το Employment Appeal Tribunal υπογραμμίζει πρωτίστως τις δυσκολίες που θέτει, ιδίως στον τομέα των μεταφορών, η ερμηνεία της εκφράσεως «τομείς δραστηριοτήτων», που περιέχεται στο άρθρο 1, παράγραφος 3, της οδηγίας 93/104, καθώς και ο προσδιορισμός της εκτάσεως των εξαιρέσεων που προβλέπει η διάταξη αυτή. Κατά το αιτούν δικαστήριο, ακόμα και η περιεχόμενη στη δέκατη έκτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας μνεία ότι, «λόγω της ιδιομορφίας της εργασίας, ίσως χρειαστεί να ληφθούν χωριστά μέτρα οργάνωσης του χρόνου εργασίας σε ορισμένους τομείς ή δραστηριότητες εκτός του τομέα εφαρμογής της παρούσας οδηγίας», ουδόλως συμβάλλει στην κατανόηση της εκτάσεως της εξαιρέσεως των τομέων αυτών, και τούτο ιδίως καθόσον η γραμματική ερμηνεία του άρθρου 1, παράγραφος 3 (όπως και του άρθρου 18 του κανονισμού εφαρμογής), συνηγορεί υπέρ της εξαιρέσεως από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας όλων των εργαζομένων των εξαιρουμένων τομέων, έτσι ώστε να μην εμπίπτει στις ευνοϊκές ρυθμίσεις της οδηγίας, ιδίως όσον αφορά την αναγνώριση του δικαιώματος ετήσιας άδειας μετ' αποδοχών, μεγάλος αριθμός εργαζομένων. Κατά το αιτούν δικαστήριο, επιπλέον, κανένα οικονομικής, κοινωνικής, πολιτικής φύσεως ή απλώς λογικό έρεισμα δεν δικαιολογεί μια τέτοια διαφορά μεταχειρίσεως σε σχέση προς τους εργαζομένους που εκτελούν όμοια καθήκοντα (εν προκειμένω, τους μη μετακινούμενους εργαζομένους) σε τομείς που δεν εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας.
22. Το εθνικό δικαστήριο θεωρεί τη συνέπεια αυτή άδικη και παράλογη, καθώς επίσης και αντίθετη προς τον κύριο σκοπό της οδηγίας, όπως αυτός προκύπτει και από τη ρητή παραπομπή της τέταρτης αιτιολογικής σκέψεώς της στις ακόλουθες διατάξεις του κοινοτικού χάρτη των θεμελιωδών κοινωνικών δικαιωμάτων των εργαζομένων :
«8. Κάθε εργαζόμενος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας έχει δικαίωμα εβδομαδιαίας ανάπαυσης και ετήσιας άδειας μετ' αποδοχών, ως προς τη διάρκεια των οποίων θα πρέπει να επιτευχθεί προοδευτική προσέγγιση, σύμφωνα με τα ισχύοντα σε κάθε κράτος.
[...]
19. Κάθε εργαζόμενος πρέπει να απολαύει ικανοποιητικών συνθηκών προστασίας της υγείας και της ασφαλείας του στον χώρο εργασίας. ρέπει να λαμβάνονται τα απαιτούμενα μέτρα με σκοπό να συνεχιστεί η προοδευτική εναρμόνιση των συνθηκών που επικρατούν στον τομέα αυτόν.»
23. Ωστόσο, το εθνικό δικαστήριο υπενθυμίζει διάφορα έγγραφα μεταγενέστερα της εκδόσεως της οδηγίας για τον χρόνο εργασίας (ειδικότερα: το Λευκό Βιβλίο της Επιτροπής, της 15ης Ιουλίου 1997, σχετικά με τους κλάδους και τις δραστηριότητες που εξαιρούνται από την οδηγία αυτή , μια γνώμη της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής της 26ης Μαρτίου 1998 και ένα ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 2ας Ιουλίου 1998), τα οποία κατακρίνουν ομόφωνα τη χωρίς διακρίσεις εξαίρεση όλων των εργαζομένων του τομέα των οδικών μεταφορών, την οποία θεσπίζει η οδηγία 93/104. Το αιτούν δικαστήριο εξετάζει επίσης την πρόταση της Επιτροπής που οδήγησε στην νυν ισχύουσα τροποποίηση της οδηγίας, την οποία επέφερε η προμνησθείσα οδηγία 2000/34 , πρόταση στην οποία αναφερόταν ότι η οδηγία «πρέπει να εφαρμοστεί στους μη μετακινούμενους εργαζομένους των τομέων και των δραστηριοτήτων οι οποίοι προς το παρόν εξαιρούνται», καθώς και τη μεταγενέστερη κοινή θέση του Συμβουλίου της 12ης Ιουλίου 1999, η οποία, αντιθέτως, δεν υιοθέτησε την άποψη αυτή.
24. Ενόψει του συνόλου των εγγράφων αυτών, το Employment Appeal Tribunal είναι αναγκασμένο να διαπιστώσει ότι, σύμφωνα με τα κοινοτικά όργανα, κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, οι «μη μετακινούμενοι» εργαζόμενοι του τομέα των μεταφορών εξαιρούνταν από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας και ότι, προκειμένου να επεκταθεί αυτό το πεδίο εφαρμογής θεωρήθηκε απαραίτητη η ρητή τροποποίηση της οδηγίας 93/104, τροποποίηση η οποία όντως έγινε στη συνέχεια.
25. Για τον λόγο αυτόν, το αιτούν δικαστήριο αποφάσισε να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Δεδομένου ότι η εμπεριστατωμένη γνώμη υπευθύνων οργάνων ότι είναι αναγκαία η τροποποίηση προκειμένου να παραγάγει μια ορισμένη νομοθετική διατάξη συγκεκριμένο αποτέλεσμα συνεπάγεται λογικά ότι η διάταξη αυτή, εφόσον δεν έχει τροποποιηθεί, δεν έχει το αποτέλεσμα αυτό, και δεδομένων επίσης των προηγουμένως εκφρασθεισών γνωμών της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της Επιτροπής και της κοινής θέσεως του Συμβουλίου για το ζήτημα των εξαιρέσεων από το άρθρο 1, παράγραφος 3, της οδηγίας 93/104/ΕΟΚ, που υποδηλώνουν ότι όλοι οι εργαζόμενοι στον τομέα δραστηριοτήτων των οδικών μεταφορών εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, αλλά ότι η εξαίρεση αυτή ήταν και είναι εντελώς αδικαιολόγητη, σε ποιο βαθμό, εφόσον υπάρχει βεβαίως η δυνατότητα, μπορεί να συναχθεί από το ως άνω υλικό που δεν έχει νομοθετική ισχύ:
α) είτε ότι ορθή είναι η γραμματική ερμηνεία του άρθρου 1, παράγραφος 3, η οποία αποκλείει όλους τους εν λόγω εργαζομένους·
β) είτε ότι η εν λόγω γραμματική ερμηνεία δεν συνιστά την ορθή και τελολογική ερμηνεία του άρθρου;
2) Ανεξαρτήτως της απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, στα πλαίσια του καθήκοντος του εθνικού δικαστηρίου να ερμηνεύει τους εθνικούς του νόμους υπό το φως του κειμένου και του σκοπού της οδηγίας, ενόψει αυτού που θεωρεί ως ευρύ σκοπό ("κάθε εργαζόμενος στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα έχει δικαίωμα ετήσιας άδειας μετ'αποδοχών") αλλά επίσης, αποδίδοντας την ίδια σημασία στην ίδια αυτή διάταξη, μιας διατυπώσεως ("εφαρμόζεται σε όλους τους [...] τομείς δραστηριοτήτων [...] εξαιρουμένων των [...] οδικών [...] μεταφορών") η οποία φαίνεται να αναιρεί ουσιωδώς τον ευρύ αυτό σκοπό, τουλάχιστον όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της οποίας έχει επιληφθεί, μπορεί το δικαστήριο αυτό (και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, βάσει ποιων αρχών) να εφαρμόσει τους εθνικούς του νόμους στα πραγματικά περιστατικά της συγκεκριμένης περιπτώσεως κατά τρόπον ώστε να επιτύχει τον εν λόγω ευρύ σκοπό, παρά τη σαφήνεια του γράμματος της ρυθμίσεως που φαίνεται να αποκλείει την επίτευξη του σκοπού αυτού ενόψει των εν λόγω περιστατικών;
3) Διατυπώνοντας το ζήτημα κατά πλέον συγκεκριμένο τρόπο, εξαιρούνται οπωσδήποτε από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 93/104 όλοι οι εργαζόμενοι στον τομέα δραστηριοτήτων των οδικών μεταφορών του οποίου γίνεται μνεία στο άρθρο 1, παράγραφος 3, της οδηγίας αυτής;
4) Εάν δεν αποκλείονται οπωσδήποτε όλοι οι ως άνω εργαζόμενοι, ποια κριτήρια θα πρέπει να εφαρμόσει το εθνικό δικαστήριο για να καθορίσει ποιοι από τους εργαζομένους στον τομέα δραστηριοτήτων των οδικών μεταφορών εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 3, και ποιοι όχι;»
Ανάλυση των ερωτημάτων
ροκαταρκτικές παρατηρήσεις
26. Ουσιαστικά, διαμορφώνονται δύο θέσεις σε σχέση προς τα ερωτήματα που υπέβαλε το Employment Appeal Tribunal. Από τη μία πλευρά, ο εργοδότης, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Επιτροπή θεωρούν ότι η μόνη υποστηρίξιμη άποψη είναι η δεχόμενη τη συνολική εξαίρεση των εργαζομένων που απασχολούνται στον τομέα των μεταφορών από την παρεχόμενη από την οδηγία 93/104 προστασία. Από την άλλη πλευρά, οι εφεσείουσες της κύριας δίκης (αλλά, ως φαίνεται, και το αιτούν δικαστήριο) υποστηρίζουν μια τελολογική ερμηνεία της οδηγίας, με προφανή σκοπό τον περιορισμό της εξαιρέσεως αυτής αναλόγως της συγκεκριμένης φύσεως των καθηκόντων που εκτελεί ο εργαζόμενος.
27. αρατηρώ ότι κανένας από τους ανωτέρω δεν έθιξε, αντιθέτως, το ζήτημα, το οποίο θα μπορούσε ωστόσο να τεθεί θεωρητικά, του ενδεχομένου παρανόμου χαρακτήρα της επίδικης εξαιρέσεως, στο μέτρο που αυτή περιορίζει ένα θεμελιώδες κοινωνικό δικαίωμα, ήτοι το δικαίωμα ετήσιας άδειας μετ' αποδοχών . Το αιτούν δικαστήριο δεν έθιξε επίσης, καίτοι τη θεώρησε - όπως ανέφερα - λυπηρή, την απουσία αιτιολογίας ικανής να δικαιολογήσει τη διαφορά μεταχειρίσεως που υφίστανται οι εργαζόμενοι των εξαιρουμένων τομέων σε σχέση προς τους εργαζομένους που εκτελούν όμοια καθήκοντα σε άλλους τομείς. ράγματι, ένα τέτοιο ζήτημα θα έθετε άμεσα υπό αμφισβήτηση τις επιλογές του κοινοτικού νομοθέτη και τα όρια της διακριτικής ευχέρειας που διαθέτει, όπως αυτή του αναγνωρίζεται γενικώς, όταν προβαίνει στις επιλογές αυτές. Στη συνέχεια, θα έπρεπε να τονιστεί ότι ο επίδικος περιορισμός του εν λόγω θεμελιώδους δικαιώματος δεν στηρίζεται σε καμία εύλογη δικαιολογία. Όμως, αν περιοριστώ στα στοιχεία που εξέθεσα μέχρι τώρα, δεν θεωρώ, όσο αυστηρά και αν μπορούν να επικριθούν οι λεπτομερείς ρυθμίσεις και οι συνέπειες, ότι η επιλογή του κοινοτικού νομοθέτη αξίζει αυτή τη μομφή, ή τουλάχιστον δεν της αξίζει μέχρι του σημείου να κηρυχθεί παράνομη η επίδικη διάταξη της οδηγίας. ράγματι, δεν φαίνεται να υποστήριξε κανείς τον ιδιαίτερο χαρακτήρα των εξαιρεθέντων τομέων και την ανάγκη θεσπίσεως ιδιαιτέρου καθεστώτος για τους τομείς αυτούς (πράγμα το οποίο, στη συνέχεια, επιβεβαιώθηκε από τη μεταγενέστερη οδηγία), ενώ από τις προπαρασκευαστικές εργασίες και τις μεταγενέστερες εξελίξεις φαίνεται να προκύπτει ότι η γενική και άνευ διακρίσεων ισχύς της εξαιρέσεως εξηγείται από τη δυσκολία διαμορφώσεως συγκεκριμένων κριτηρίων προς διάκριση μεταξύ των δραστηριοτήτων που ασκούνται στο πλαίσιο των τομέων αυτών και από την ανάγκη να μην καθυστερήσει η θέση της σχετικής ρυθμίσεως σε ισχύ. Αν ευσταθούν τα ανωτέρω, τότε ο αμφισβητούμενος περιορισμός του δικαιώματος άδειας από τον κοινοτικό νομοθέτη ουδόλως είναι αναιτιολόγητος ή, τουλάχιστον, δεν είναι μέχρι του σημείου να μπορεί να διαπιστωθεί μη προσήκουσα χρήση της διακριτικής εξουσίας εκ μέρους του.
28. Τούτου λεχθέντος, και προτού ασχοληθώ με την ουσία των ερωτημάτων που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο, θα ήθελα να αναφερθώ με συντομία στα ερμηνευτικά κριτήρια τα οποία εφαρμόζει συνήθως το Δικαστήριο για την ερμηνεία των κοινοτικών διατάξεων, δεδομένου ότι κριτήρια αυτά και ο τρόπος εφαρμογής τους συζητήθηκαν πολύ στην υπό κρίση υπόθεση.
29. Είναι κοινώς γνωστό, συναφώς, ότι το Δικαστήριο αποδίδει καταρχήν πρωταρχική σημασία στα στοιχεία του κειμένου, καθόσον είναι προφανές ότι η ερμηνεία μιας διατάξεως πρέπει να εκκινεί από τη γραμματική σημασία της και, ως εκ τούτου, από την ανάλυση των όρων που περιέχει, κατά τη συνήθη έννοιά τους , δηλαδή σύμφωνα με τη σημασία που έχουν οι χρησιμοποιούμενες λέξεις και εκφράσεις της καθομιλουμένης .
30. Αντιθέτως, η πείρα δείχνει ότι η απλή γραμματική ερμηνεία του κειμένου δεν αρκεί πάντοτε για την επίλυση ενός ερμηνευτικού προβλήματος. Γίνεται τότε προσφυγή στα άλλα ερμηνευτικά κριτήρια τα οποία χρησιμοποιούν συνήθως τα δικαστήρια. Ειδικότερα, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, «[...] κάθε διάταξη κοινοτικού δικαίου πρέπει να ανατοποθετείται στο πλαίσιό της και να ερμηνεύεται υπό το φως του συνόλου των διατάξεων του δικαίου αυτού, των σκοπών του, καθώς και του σταδίου της εξελίξεώς του κατά το χρονικό σημείο κατά το οποίο πρέπει να εφαρμοσθεί η οικεία διάταξη» . Στο πλαίσιο αυτό, χρήσιμη αποδεικνύεται ακόμα και η προσφυγή στις προπαρασκευαστικές εργασίες, έστω και επικουρικώς σε σχέση προς της λοιπές ερμηνευτικές μεθόδους.
31. Θα προσθέσω, τέλος, ότι το δικαίωμα ετήσιας άδειας μετ' αποδοχών πρέπει να θεωρηθεί ως γενική αρχή του εν λόγω τομέα και ότι μάλιστα αποτελεί, όπως ήδη υπενθύμισα, θεμελιώδες κοινωνικό δικαίωμα. Φθάνω έτσι σε ένα άλλο πολύ γνωστό ερμηνευτικό κριτήριο, το οποίο παγίως δέχεται η νομολογία του Δικαστηρίου, ήτοι το κριτήριο σύμφωνα με το οποίο οι παρεκκλίσεις και οι εξαιρέσεις από το πεδίο εφαρμογής των κοινοτικών διατάξεων πρέπει να αποτελούν αντικείμενο στενής ερμηνείας .
Η γραμματική ερμηνεία της οδηγίας
32. Τούτων λεχθέντων, θα εκκινήσω, συνεπώς, από τα ίδια τα στοιχεία του γράμματος της οδηγίας. Όπως ανέφερα, όσον αφορά ειδικότερα το πεδίο εφαρμογής της, η οδηγία προβλέπει ότι «εφαρμόζεται σε όλους τους τομείς δραστηριοτήτων [...] εξαιρουμένων των αεροπορικών, σιδηροδρομικών, οδικών, θαλάσσιων, ποτάμιων και λιμναίων μεταφορών, της θαλάσσιας αλιείας και λοιπών θαλασσίων δραστηριοτήτων, καθώς και των ασκουμένων ιατρών» (άρθρο 1, παράγραφος 3· η υπογράμμιση δική μου). Εξάλλου, η δέκατη έκτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας αναφέρει ότι, «λόγω της ιδιομορφίας της εργασίας, ίσως χρειαστεί να ληφθούν χωριστά μέτρα οργάνωσης του χρόνου εργασίας σε ορισμένους τομείς ή δραστηριότητες εκτός του τομέα εφαρμογής της παρούσας οδηγίας» (η υπογράμμιση δική μου).
33. Κατά την εφεσίβλητη της κύριας δίκης, η έκφραση «τομείς δραστηριοτήτων» πρέπει να νοηθεί ως αναφερόμενη στον τομέα στον οποίο εντάσσεται η οικονομική δραστηριότητα του εργοδότη και όχι στα συγκεκριμένα καθήκοντα που έχουν ανατεθεί στον εργαζόμενο. Κατά συνέπεια, οι εξαιρέσεις που προβλέπει το άρθρο 1, παράγραφος 3, της οδηγίας αφορούν ολόκληρη την επίδικη οικονομική δραστηριότητα, λαμβανόμενη ως σύνολο (ακριβώς: τον τομέα) και όχι καθεμία από τις δραστηριότητες που ασκούνται στο πλαίσιό του.
34. Αντιθέτως, οι εφεσείουσες υποστηρίζουν ότι, λαμβανομένων υπόψη του αντικειμένου και του σκοπού της οδηγίας, το καθοριστικό στοιχείο για την οριοθέτηση της εξαιρέσεως θα έπρεπε να είναι η δραστηριότητα την οποία ασκεί ο εργαζόμενος. Υπέρ της ερμηνείας αυτής συνηγορεί, κατ' αυτές, το γεγονός ότι το άρθρο 1, παράγραφος 3, της οδηγίας χρησιμοποιεί την έκφραση «τομείς δραστηριοτήτων» και όχι «τομείς», πράγμα το οποίο φαίνεται να τονίζει μάλλον τις ασκούμενες δραστηριότητες παρά τον τομέα στον οποίο αναπτύσσει τη δραστηριότητά του ο εργοδότης.
35. Κατά τη γνώμη μου, ιδίως ενόψει των προπαρατεθέντων αποσπασμάτων του άρθρου 1, παράγραφος 3, και της δέκατης έκτης αιτιολογικής σκέψεως της οδηγίας, η άποψη της εφεσίβλητης ανταποκρίνεται περισσότερο στα κείμενα. ράγματι, από τα αποσπάσματα αυτά προκύπτει ότι οι όροι «τομείς» και «τομείς δραστηριοτήτων» αναφέρονται στις «αεροπορικές, σιδηροδρομικές, οδικές, θαλάσσιες, ποτάμιες και λιμναίες μεταφορές [...], τη θαλάσσια αλιεία», ενώ ο όρος «δραστηριότητες» χρησιμοποιούμενος μόνος του αναφέρεται στις «λοιπές θαλάσσιες δραστηριότητες» και στις «[δραστηριότητες] των ασκουμένων ιατρών». Νομίζω, συνεπώς, ότι, αν στη δεύτερη περίπτωση η εξαίρεση που προβλέπει η διάταξη αφορά ειδικές δραστηριότητες ασκούμενες στο πλαίσιο του συγκεκριμένου τομέα, στην πρώτη περίπτωση, αντιθέτως, καλύπτει ολόκληρους τομείς δραστηριοτήτων, λαμβανόμενους στο σύνολό τους, και, συνεπώς, επεκτείνεται σε όλους τους εργαζομένους του οικείου τομέα.
36. Δεν νομίζω ότι το ανωτέρω συμπέρασμα, αυτό καθαυτό, αναιρείται από το γεγονός - στο οποίο επιμένουν οι εφεσείουσες - ότι το άρθρο 17, παράγραφος 2.1, στοιχείο γ_, σημείο ii, της οδηγίας 93/104 προβλέπει τη δυνατότητα παρεκκλίσεως από τα άρθρα 3, 4, 5, 8 και 16, υπό τον όρο ότι χορηγούνται ισοδύναμες περίοδοι αντισταθμιστικής αναπαύσεως ή, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, κατάλληλη προστασία,
«γ) για τις δραστηριότητες που χαρακτηρίζονται από την ανάγκη να εξασφαλιστεί η συνέχεια της υπηρεσίας ή της παραγωγής, ιδίως:
ii) για εργαζόμενους στους λιμένες και τους αερολιμένες».
37. Κατά τις εφεσείουσες, το γεγονός ότι η οδηγία εφαρμόζεται, έστω και μερικώς, στο προσωπικό που εργάζεται στους λιμένες και τους αερολιμένες καταδεικνύει ότι, στην πραγματικότητα, δεν εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής της όλους τους εργαζομένους που απασχολούνται σε ένα συγκεκριμένο τομέα, αλλά επιτρέπει τη διάκριση εντός καθενός από τους τομείς αυτούς αναλόγως των συγκεκριμένων δραστηριοτήτων των ενδιαφερομένων εργαζομένων. Έτσι, το στοιχείο ότι οι παρεκκλίσεις που προβλέπονται για το προσωπικό αυτό δικαιολογούνται λόγω των ειδικών απαιτήσεων που χαρακτηρίζουν τη δραστηριότητά του αποτελεί, κατά τις εφεσείουσες, το κλειδί της ερμηνείας που επιτρέπει την απάλειψη της πρόδηλης αντιφάσεως μεταξύ της προμνησθείσας διατάξεως του άρθρου 17 και της διατάξεως του άρθρου 1, παράγραφος 3: δηλαδή ότι στην εξαίρεση που προβλέπει η τελευταία αυτή διάταξη έχει εφαρμογή, έστω και σιωπηρώς, το κριτήριο του είδους των δραστηριοτήτων που ασκούνται εντός καθενός από τους εξαιρουμένους τομείς.
38. Κατά τη γνώμη μου, ωστόσο, η άποψη αυτή καταλήγει σε υπερβολικά συμπεράσματα εκκινώντας από μια διάταξη που αφορά προδήλως όλως ειδικές και περιορισμένες καταστάσεις και η οποία δεν μπορεί, επομένως, να χρησιμεύσει για μια γενική ερμηνεία της οδηγίας. Εν πάση περιπτώσει, δεν λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι η συγκεκριμένη παρέκκλιση λαμβάνει χώρα εντός του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας και δεν αποσκοπεί στη διεύρυνση αυτού του πεδίου εφαρμογής και ότι, επομένως, βάσει αυτού θα πρέπει να καθορίζεται η έκταση της εξαιρέσεως. Συνεπώς, είναι μεν αληθές ότι η παρέκκλιση αναφέρεται στους εργαζομένους που απασχολούνται στους λιμένες και τους αερολιμένες λόγω των ειδικών αναγκών τις οποίες καλύπτει η συγκεκριμένη δραστηριότητα, δεν μπορεί ωστόσο να συναχθεί εξ αυτού ότι επεκτείνεται σε όλο το προσωπικό των λιμένων και των αερολιμένων, δεδομένων των γενικών εξαιρέσεων που προβλέπει το άρθρο 1, παράγραφος 3, της οδηγίας και ενόψει του ότι - επαναλαμβάνω - το άρθρο 17, παράγραφος 2.1, στοιχείο γ_, σημείο ii, δεν εκφράζει, έστω και εμμέσως, βούληση παρεκκλίσεως από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας όπως αυτό καθορίζεται, ακριβώς, από το άρθρο 1, παράγραφος 3. Συνεπώς, η συγκεκριμένη παρέκκλιση πρέπει να νοηθεί ως αναφερόμενη στους εργαζομένους οι οποίοι, καίτοι εργάζονται στους λιμένες ή στους αερολιμένες, δεν υπάγονται σε συμβατικό καθεστώς συνδεόμενο με τον τομέα των αεροπορικών ή θαλασσίων μεταφορών ή της θαλάσσιας αλιείας. Ως μερικά μόνο παραδείγματα, αρκεί να αναφερθώ στους υπαλλήλους των υπηρεσιών «catering», τους πωλητές των καταστημάτων που λειτουργούν εντός των λιμενικών σταθμών ή των αεροσταθμών, τους αχθοφόρους και τους λιμενεργάτες ή στους απασχολουμένους σε εργασίες επεξεργασίας ιχθύων. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, πρόκειται για εργαζομένους οι οποίοι ανήκουν προφανώς σε τομείς άλλους από εκείνους στους οποίους αναφέρεται η εξαίρεση του άρθρου 1, παράγραφος 3, της οδηγίας, καίτοι ασκούν δραστηριότητα στενά συνδεόμενη με εκείνες των εξαιρουμένων τομέων και, συνεπώς, δραστηριότητα η οποία, ακριβώς για τον λόγο αυτόν, δικαιολογεί την εφαρμογή ενός εξαιρετικού καθεστώτος χαρακτηριζομένου από μια σχετική ελαστικότητα.
39. Τελικά, δεν νομίζω ότι μπορεί να συναχθούν από την πρώτη αυτή ανάλυση του κειμένου των συναφών διατάξεων επιχειρήματα υπέρ της θέσεως των εφεσειουσών και, συνεπώς, ικανά να αναιρέσουν τα στοιχεία που απορρέουν, εκ πρώτης όψεως, από το γράμμα της οδηγίας 93/104 και από τον τρόπο με τον οποίο αυτή διατυπώνει τις εξαιρέσεις: δηλαδή ως απόλυτες εξαιρέσεις μη λαμβάνουσες υπόψη το αν πρόκειται για δραστηριότητα μετακινούμενου ή μη μετακινούμενου προσωπικού.
Η συστηματική ερμηνεία της οδηγίας
40. Αντιθέτως, θεωρήσεις συστηματικής και τελολογικής φύσεως θα μπορούσαν να αποδειχθούν ευνοϊκότερες για την άποψη των εφεσειουσών. ράγματι, οι εφεσείουσες τονίζουν ότι, ενόψει του σκοπού της οδηγίας, ο οποίος συνίσταται στη διασφάλιση υψηλού βαθμού προστασίας της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων, θα ήταν ασυνεπές να στερείται της προστασίας που προσφέρει η οδηγία το σύνολο των εργαζομένων του εξαιρουμένου τομέα. ρος αποτροπή του αποτελέσματος αυτού, θα έπρεπε λοιπόν να προκριθεί μια τελολογική ερμηνεία της οδηγίας, με βάση την προμνησθείσα δέκατη έκτη αιτιολογική σκέψη της η οποία, ενόψει της ιδιομορφίας των επαγγελματικών δραστηριοτήτων που ασκούνται σε ορισμένους τομείς, προβλέπει τη θέσπιση ειδικών μέτρων όσον αφορά την οργάνωση της εργασίας στους τομείς αυτούς. Συνεπώς, εφόσον ο λόγος υπάρξεως της εξαιρέσεως των τομέων αυτών από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας συνίσταται στις ιδιαιτερότητες των δραστηριοτήτων που τους χαρακτηρίζουν (ανάγκη εξασφαλίσεως της συνέχειας της υπηρεσίας ή της παραγωγής, κινητικότητα κ.λπ.), θα έπρεπε ακριβώς, για τον περιορισμό της εκτάσεως της επίμαχης εξαιρέσεως, να λαμβάνεται ως βάση η συγκεκριμένη φύση της δραστηριότητας που ασκεί ο εργαζόμενος και όχι η φύση της δραστηριότητας του εργοδότη. Έτσι, η εξαίρεση δεν θα κάλυπτε ολόκληρους τομείς, αλλά μόνον εκείνες συγκεκριμένα τις δραστηριότητες που τη δικαιολογούν.
41. Δεν γεννάται αμφιβολία ότι η αφετηρία της συλλογιστικής αυτής ουδόλως στερείται ερείσματος . Ωστόσο, τα συμπεράσματα αυτά δεν λαμβάνουν υπόψη τους, αφενός, αντίθετες ενδείξεις που απορρέουν από τα κείμενα και για τις οποίες ήδη έκανα λόγο, ούτε, αφετέρου, συστηματικής φύσεως θεωρήσεις ή στοιχεία απορρέοντα από τις προπαρασκευαστικές εργασίες της οδηγίας 93/104 ή τη μεταγενέστερη πρακτική, με τις οποίες θα ασχοληθώ τώρα και οι οποίες επιβεβαιώνουν καταφανώς ότι η οδηγία όντως διαμορφώθηκε κατά τέτοιο τρόπο ώστε να αποκλείονται ολόκληροι τομείς δραστηριοτήτων από το πεδίο εφαρμογής της.
42. Από πλευράς συστηματικής ερμηνείας, καταρχάς, δεν μπορώ να μη παρατηρήσω ότι η εξαίρεση αυτή ουδόλως στερείται αιτιολογίας, είτε τη συμμερίζεται κανείς είτε όχι. Συγκεκριμένα νομίζω ότι, όπως ήδη ανέφερα εξάλλου, η ανάγκη θεσπίσεως για τους εξαιρούμενους τομείς ενός συνολικού καθεστώτος, διαμορφωμένου με βάση τις ιδιαιτερότητές τους και την ποικιλία των δραστηριοτήτων που ενδεχομένως περιλαμβάνουν, διαδραμάτισε συναφώς καθοριστικό ρόλο. ρόκειται, συνεπώς, για ένα καθεστώς στηριζόμενο στη θέσπιση αυτών των ειδικών μέτρων, την ανάγκη της οποίας τονίζει ρητώς η προμνησθείσα δέκατη έκτη αιτιολογική σκέψη. Θεωρώ ότι αυτό ακριβώς εξηγεί τον περιορισμό του πεδίου εφαρμογής της ρυθμίσεως και την αναβολή της επεκτάσεως του πεδίου αυτού στους επίδικους τομείς για μια μεταγενέστερη φάση, όταν θα έχουν καθοριστεί τα μέτρα αυτά.
Οι προπαρασκευαστικές εργασίες της οδηγίας 93/104 και η μεταγενέστερη πρακτική
43. Όσον αφορά τις προπαρασκευαστικές εργασίες, η ίδια η Επιτροπή αναφέρει στις γραπτές παρατηρήσεις της, στο πλαίσιο της ανακεφαλαιώσεως της νομοθετικής διαδικασίας που οδήγησε στην έκδοση της οδηγίας 93/104, ότι η πρώτη πρότασή της δεν προέβλεπε την εξαίρεση τομέων, αλλά μόνον παρεκκλίσεις στηριζόμενες στην ιδιαίτερη φύση των συγκεκριμένων δραστηριοτήτων . Ενόψει των δυσχερειών που προοιώνιζε η λύση αυτή, προτάθηκε, κατά την εξέταση της προτάσεως στο Συμβούλιο, να προβλεφθεί ρητή διάκριση μεταξύ των μετακινουμένων εργαζομένων του τομέα των μεταφορών (που θα αποκλείονταν από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας) και των μη μετακινουμένων εργαζομένων (που θα ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας) . Ωστόσο, κατά την έγκριση της κοινής θέσεως από το Συμβούλιο (στις 30 Ιουνίου 1993), εγκαταλείφθηκε και αυτή η κατεύθυνση υπέρ μιας πιο ριζικής προσεγγίσεως: συγκεκριμένα, προβλέφθηκε η εξαίρεση ολοκλήρων τομέων δραστηριοτήτων, μεταξύ των οποίων και ο τομέας των μεταφορών, τον οποίο αφορά η υπό κρίση περίπτωση. Συνεπώς, όταν η διαδικασία έφθασε στη φάση της τελικής εγκρίσεως της οδηγίας, η Επιτροπή μπόρεσε απλώς να περιλάβει στα πρακτικά μια δήλωση περί της προθέσεώς της να υποβάλει το συντομότερο δυνατόν προτάσεις όσον αφορά τους διαφόρους τομείς και δραστηριότητες που είχαν εξαιρεθεί, λαμβάνοντας υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε τομέα ή δραστηριότητας.
44. Συνεπώς, προκύπτει σαφώς από τις προπαρασκευαστικές εργασίες ότι, παρά τους προσανατολισμούς που διατύπωσαν ρητώς η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο , το Συμβούλιο εσκεμμένως επέλεξε να θεσπίσει εξαίρεση γενικής ισχύος, δηλαδή αφορώσα όλους τους εργαζομένους των συγκεκριμένων τομέων.
45. Ωστόσο, το γεγονός ότι η επιλογή αυτή στέρησε τελικά από τα πλεονεκτήματα της οδηγίας τους μη μετακινούμενους εργαζομένους των εξαιρεθέντων τομέων, δημιουργώντας δυσμενή διάκριση εις βάρος τους σε σχέση προς τους εργαζομένους που εκτελούν ανάλογες εργασίες σε άλλους τομείς, δεν οδήγησε σε αδράνεια. ράγματι, μετά την έκδοση της οδηγίας, η Επιτροπή αποφάσισε να δώσει συνέχεια στην προμνησθείσα δήλωση που είχε περιληφθεί στα πρακτικά, αρχίζοντας διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ούτως ώστε να συγκεκριμενοποιηθούν πρωτοβουλίες σχετικές με τους τομείς και τις δραστηριότητες που είχαν εξαιρεθεί. Μεταξύ των πρωτοβουλιών αυτών, υπενθυμίζω ειδικότερα το προμνησθέν Λευκό Βιβλίο, στο οποίο η Επιτροπή, αφού εκτίμησε τα χαρακτηριστικά και τα ιδιαίτερα προβλήματα κάθε τομέα δραστηριοτήτων, αναφέρθηκε στη διαδικασία που σχεδίαζε να ακολουθήσει για την τροποποίηση της οδηγίας 93/104. ρος τούτο, προτάθηκε διαφοροποιημένη προσέγγιση συνιστάμενη: στην επέκταση όλων των διατάξεων της οδηγίας στο σύνολο των μη μετακινουμένων εργαζομένων, με τη θέσπιση των δεουσών παρεκκλίσεων, τις οποίες προβλέπει, ώστε να ληφθούν υπόψη οι ανάγκες συνέχειας της υπηρεσίες και οι άλλες λειτουργικές ανάγκες· στην επέκταση, σε όλους τους μη μετακινούμενους εργαζομένους και τους απασχολουμένους στις λοιπές θαλάσσιες δραστηριότητες, των διατάξεων της οδηγίας που αφορούν την άδεια και τις ιατρικές εξετάσεις για τους εργαζομένους τη νύκτα· στη θέσπιση ή τροποποίηση ειδικής νομοθεσίας σχετικά με τον χρόνο εργασίας και τις περιόδους αναπαύσεως των μετακινουμένων εργαζομένων και των απασχολουμένων σε θαλάσσιες δραστηριότητες .
46. Στο πλαίσιο αυτό εκδόθηκε η οδηγία 2000/34, η οποία επεκτείνει, ακριβώς, το πεδίο εφαρμογής της προγενέστερης οδηγίας στους τομείς δραστηριοτήτων που εξαιρούνταν προηγουμένως από το πεδίο αυτό (σημεία 8 επ.). αράλληλα, η Επιτροπή συνέχισε τις διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους, οι οποίοι είναι οργανωμένοι σε ευρωπαϊκό επίπεδο σε επιτροπές ίσης εκπροσωπήσεως, ούτως ώστε να προτείνει τη θέσπιση ειδικών μέτρων για συγκεκριμένους τομείς .
47. Εξάλλου, τα συμπεράσματα που οι εμπλεκόμενοι στην υπό κρίση υπόθεση αντλούν από τις εξελίξεις που μόλις εξέθεσα επίσης διίστανται. Κατά την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και την Επιτροπή, αυτό καθαυτό το γεγονός ότι κρίθηκε αναγκαία η τροποποίηση της οδηγίας 93/104 επιβεβαιώνει σαφώς ότι, έως την έναρξη της ισχύος της τροποποιητικής οδηγίας, όλοι οι εργαζόμενοι του τομέα των μεταφορών εξακολουθούν να εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της πρώτης οδηγίας. Οι εφεσείουσες, αντιθέτως, υποστηρίζουν ότι ο σκοπός της οδηγίας 2000/34 συνίστατο μάλλον στη διευκρίνιση του περιεχομένου διατάξεων που είχαν κακώς ερμηνευθεί παρά στην τροποποίηση του προϊσχύοντος δικαίου.
48. Τα επιχείρηματα που αναπτύχθηκαν στις προηγούμενες παραγράφους με οδηγούν να συνταχθώ με την πρώτη άποψη. Κατ' εμέ, όχι μόνον τα γραμματικά στοιχεία που υπενθύμισα ανωτέρω, αλλά και οι σαφείς ενδείξεις που απορρέουν από την πρακτική που ακολουθήθηκε πριν και μετά τη θέσπιση της οδηγίας 93/104 συνηγορούν υπέρ της απόψεως αυτής. ράγματι, στην πρακτική αυτή δεν εντοπίζω κανένα στοιχείο που να δικαιολογεί την άποψη ότι η ρύθμιση που εισάγει η νέα οδηγία έχει καθαρώς δηλωτικό χαρακτήρα, στο μέτρο που όλα τα έγγραφα των οποίων γίνεται επίκληση επιβεβαιώνουν ρητώς την πρόθεση του κοινοτικού νομοθέτη να απαλείψει έναν ιδιαίτερα αμσβιτήσιμο και πράγματι επικριθέντα περιορισμό.
49. Τελικά, νομίζω ότι μπορώ να υποστηρίξω ότι το άρθρο 1, παράγραφος 3, της οδηγίας 93/104 πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι δεν εφαρμόζεται στους εργαζομένους του τομέα των μεταφορών και της θαλάσσιας αλιείας, έστω και αν οι εργαζόμενοι αυτοί εκτελούν εργασία μη επιβάλλουσα τη μετακίνησή τους. Συνεπώς, το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας έχει σαφώς αυτά τα συγκεκριμένα όρια, και μόνον εντός των ορίων αυτών υποχρεούνται τα κράτη μέλη, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 18 της οδηγίας, να θέσουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις ώστε να συμμορφωθούν προς την οδηγία ή, τουλάχιστον, να βεβαιωθούν ότι οι κοινωνικοί εταίροι εφαρμόζουν, βάσει συμφωνίας, τις αναγκαίες διατάξεις.
Επί της εκτάσεως της εξαιρέσεως που προβλέπει το άρθρο 1, παράγραφος 3, της οδηγίας 93/104
50. Τούτου λεχθέντος, θα πρέπει, ωστόσο, να υπομνησθεί ότι τα κράτη μέλη, όπως διαθέτουν τη δυνατότητα να εφαρμόζουν ή να θεσπίζουν ευνοϊκότερες διατάξεις για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων ή να προωθούν ή να επιτρέπουν την εφαρμογή ευνοϊκοτέρων συλλογικών συμβάσεων ή συμφωνιών μεταξύ των κοινωνικών εταίρων (άρθρο 15 της οδηγίας), διαθέτουν επίσης την ευχέρεια να επεκτείνουν το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας σε τομείς τους οποίους η οδηγία εξαιρεί ή να επιτρέπουν στους κοινωνικούς εταίρους να το πράξουν. αραδείγματος χάριν, όπως αναφέρει το Λευκό Βιβλίο της Επιτροπής, η επιτροπή ίσης εκπροσωπήσεως των σιδηροδρομικών είχε ήδη συμφωνήσει, στις 18 Σεπτεμβρίου 1996, την εφαρμογή των διατάξεων της οδηγίας όσον αφορά τον χρόνο εργασίας στο σύνολο των μετακινουμένων και μη μετακινουμένων σιδηροδρομικών, προβλέποντας ειδική παρέκκλιση όσον αφορά τους οδηγούς και το συνοδευτικό προσωπικό των συρμών. Εξάλλου, η επιτροπή ίσης εκπροσωπήσεως στον τομέα των αεροπορικών μεταφορών είχε συμφωνήσει την εφαρμογή των διατάξεων της οδηγίας στο προσωπικό εδάφους .
51. ροφανώς, αυτή η διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας εξακολουθεί να υπόκειται (τουλάχιστον έως τη μεταφορά της οδηγίας 2000/34 στο εσωτερικό δίκαιο) στη διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών ή να εξαρτάται από την αυτόνομη βούληση των κοινωνικών εταίρων. Οφείλω, ωστόσο, να παρατηρήσω ότι η διεύρυνση αυτή, αν όντως αποφασιζόταν, θα έπρεπε να προβλεφθεί κατά τρόπον ώστε να μη δημιουργηθούν διακρίσεις, στο μέτρο που, ως γνωστόν, η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων - η οποία αποτελεί θεμελιώδη αρχή της κοινοτικής εννόμου τάξεως - επιβάλλει να μην επιφυλάσσεται διαφορετική μεταχείριση σε συγκρίσιμες καταστάσεις, εκτός αν υπάρχει αντικειμενική δικαιολογία. Αυτό ισχύει φυσικά μόνο στο μέτρο που πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου· άλλως, τυχόν διάκριση θα πρέπει να εκτιμάται μόνον από πλευράς του εθνικού δικαίου.
52. Εν προκειμένω, από τη διάταξη παραπομπής προκύπτει ότι η Tuffnells Parcels Express, καίτοι ασκεί δραστηριότητα στον τομέα των μεταφορών, αναγνωρίζει δικαίωμα ετήσιας άδειας μετ' αποδοχών στους υπαλλήλους της που απασχολούνται με πλήρες ωράριο, ενώ δεν το αναγνωρίζει στις εφεσείουσες λόγω του ότι εργάζονται με μειωμένο ωράριο. Υπό τις συνθήκες αυτές, θα μπορούσε, συνεπώς, να γίνει λόγος για δυσμενή διάκριση εις βάρος των εφεσειουσών, διάκριση η οποία δεν μπορεί να δικαιολογηθεί, ενόψει των ανωτέρω εκτεθέντων, με επίκληση των εξαιρέσεων που προβλέπει η οδηγία για τον χρόνο εργασίας. Είναι, πάντως, προφανές ότι στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να κρίνει αν, στην υπό κρίση περίπτωση, η διάκριση αυτή όντως υφίσταται και αν μπορούν να ληφθούν κατ' αυτής μέτρα κατ' εφαρμογήν αποκλειστικώς του εθνικού δικαίου ή κατ' εφαρμογήν και του κοινοτικού δικαίου, δεδομένου ότι το δικαστήριο αυτό μπορεί να εκτιμήσει την υπό κρίση περίπτωση στηριζόμενο στα πραγματικά και νομικά στοιχεία που διαθέτει. Εγώ δεν μπορώ, στο επίπεδο αυτό, παρά να περιοριστώ να επισημάνω το ζήτημα αυτό και να εκφράσω τις αμφιβολίες μου.
Επί του ζητήματος των κριτηρίων διακρίσεως μεταξύ των εργαζομένων που καλύπτονται από την οδηγία και των λοιπών εργαζομένων
53. Για να τελειώσω, θα ήθελα να παράσχω κάποια στοιχεία σχετικά με το ερώτημα το οποίο έθεσε το εθνικό δικαστήριο για την περίπτωση που το άρθρο 1, παράγραφος 3, της οδηγίας 93/104 ερμηνευόταν υπό την έννοια ότι δεν εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της όλοι οι εργαζόμενοι που απασχολούνται στον τομέα δραστηριοτήτων των οδικών μεταφορών.
54. Τέτοια περίπτωση θα συνέτρεχε, φυσικά, μόνον αν το Δικαστήριο απέρριπτε τις απόψεις που υποστήριξα και υιοθετούσε μια λύση η οποία, παρά τα γραμματικά και λοιπά στοιχεία που εξέθεσα ανωτέρω, θα ευνοούσε την τελολογική ερμηνεία της οδηγίας και θα ελάμβανε, συνεπώς, υπόψη ως καθοριστικό στοιχείο τη φύση των καθηκόντων που ασκεί ο εργαζόμενος και όχι τον τομέα δραστηριοτήτων στον οποίο ασκεί τη δραστηριότητά του ο εργοδότης.
55. Στην περίπτωση αυτή, αν το Δικαστήριο επιλέξει αυτήν την ερμηνεία θεωρώ ότι, προκειμένου να καθοριστεί ποιοι εργαζόμενοι στον τομέα δραστηριοτήτων των οδικών μεταφορών εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1, παράγραφος 3, και ποιοι όχι, θα έπρεπε να ληφθούν υπόψη τα καθήκοντα με τα οποία είναι όντως επιφορτισμένοι και να εξεταστεί, ειδικότερα, κατά πόσον είναι ή όχι μέλη του ταξιδεύοντος προσωπικού της επιχειρήσεως που τους απασχολεί. Υπέρ της ερμηνείας αυτής συνηγορεί ιδίως το άρθρο 1, σημείο 2, της οδηγίας 2000/34, στο μέτρο που καθορίζει την έννοια του «μετακινουμένου εργαζομένου» ως «κάθε [εργαζομένου] ο οποίος απασχολείται ως μέλος του ταξιδεύοντος ή ιπτάμενου προσωπικού μιας επιχείρησης η οποία παρέχει υπηρεσίες μεταφορών επιβατών ή εμπορευμάτων οδικώς, αεροπορικώς ή δια μέσου εσωτερικών πλωτών οδών». Εξάλλου, και το άρθρο 2, παράγραφος 3, της προτάσεως οδηγίας του Συμβουλίου σχετικά με την οργάνωση του χρόνου εργασίας για μετακινούμενους εργαζόμενους που εκτελούν δραστηριότητες οδικών μεταφορών και για αυτοαπασχολούμενους οδηγούς, το οποίο ορίζει ως «[μετα]κινούμενους εργαζομένους» «[όλους τους εργαζομένους], συμπεριλαμβανομένων των ασκούμενων και μαθητευόμενων, που απασχολούνται σε επιχείρηση, εκτελούν δραστηριότητες οδικών μεταφορών και αποτελούν μέρος του μετακινούμενου προσωπικού», συνηγορεί υπέρ της ερμηνείας αυτής.
ρόταση
56. Βάσει των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στα ερωτήματα που υπέβαλε το Employment Appeal Tribunal:
«1) Το άρθρο 1, παράγραφος 3, της οδηγίας 93/104/ΕΚ του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1993, σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας, έχει την έννοια ότι στις εξαιρέσεις που προβλέπει η διάταξη αυτή εμπίπτει το σύνολο των εργαζομένων του τομέα των οδικών μεταφορών.
2) Σε περίπτωση που το Δικαστήριο αποφασίσει, αντιθέτως, να ερμηνεύσει το άρθρο 1, παράγραφος 3, της οδηγίας 93/104/ΕΚ υπό την έννοια ότι από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας δεν εξαιρούνται όλοι οι εργαζόμενοι που απασχολούνται στον τομέα δραστηριοτήτων των οδικών μεταφορών, το εθνικό δικαστήριο, προκειμένου να καθορίσει ποιοι εργαζόμενοι εξαιρούνται συγκεκριμένα από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, πρέπει να αναφερθεί, ενόψει των καθηκόντων που πράγματι εκτελούν οι εργαζόμενοι, στα πρόσωπα που απασχολούνται από επιχείρηση ασκούσα δραστηριότητες οδικών μεταφορών και αποτελούν μέρος του μετακινουμένου προσωπικού.»
Full & Egal Universal Law Academy