ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΉΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
CHRISTINE STIX-HACKL
της 17ης Σεπτεμβρίου 2002 ( 1 )
Ι — Εισαγωγή
1.
Στην παρούσα υπόθεση το High Court of Justice υπέβαλε σειρά προδικαστικών ερωτημάτων που αφορούν τις σχέσεις μεταξύ εθνικού δικαίου ανταγωνισμού και κοινοτικού δικαίου στον τομέα της κοινής γεωργικής πολιτικής. Συγκεκριμένα, ζητείται από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν οι εθνικές αρχές έχουν αρμοδιότητα να εφαρμόζουν το εθνικό τους δίκαιο ανταγωνισμού στον διεπόμενο από την κοινή οργάνωση αγοράς γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων τομέα επί συνεταιρισμού παραγωγών γάλακτος ο οποίος κατέχει δεσπόζουσα θέση ( 2 ) και, σε ποιες, ενδεχομένως, προϋποθέσεις και περιορισμούς του κοινοτικού δικαίου υπόκειται η άσκηση αυτής της αρμοδιότητας.
ΙΙ — Το νομικό πλαίσιο
2.
Η κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 804/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968 ( 3 ) (στο εξής: κανονισμός 804/68). Μεταξύ άλλων, ο κανονισμός προβλέπει τον ετήσιο καθορισμό ενδεικτικής τιμής για το γάλα. Στο άρθρο 3 του εν λόγω κανονισμού ορίζεται σχετικώς:
«1)
Πριν από την 1η Αυγούστου κάθε έτους, και για τη γαλακτοκομική περίοδο που αρχίζει το επόμενο έτος, καθορίζεται για την Κοινότητα ενδεικτική τιμή για το γάλα.
[...]
2)
Η ενδεικτική τιμή είναι η τιμή γάλακτος που επιδιώκεται να εξασφαλισθεί για το σύνολο του γάλακτος που πωλείται από τους παραγωγούς κατά τη διάρκεια της γαλακτοκομικής περιόδου, κατά τη δυνατότητα καταναλώσεως που προσφέρεται στην αγορά της Κοινότητος και στις εξωτερικές αγορές.
3)
Η ενδεικτική τιμή καθορίζεταιγια το γάλα που περιέχει 3,7% λιπαρές ουσίες, παραδοτέο στο γαλακτοπωλείο.
[...]».
3.
Η ενδεικτική τιμή για την περίοδο εμπορίας 1997/1998 καθορίστηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1190/97 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 1997 ( 4 ) (στο εξής: κανονισμός 1190/97). Όπως τονίζεται στην πρώτη αιτιολογική του σκέψη, «κατά τον ετήσιο καθορισμό των κοινών γεωργικών τιμών, ενδείκνυται να λαμβάνονται υπόψη οι στόχοι της κοινής γεωργικής πολιτικής. Η κοινή γεωργική πολιτική έχει ιδίως ως στόχους να εξασφαλίζει δίκαιο βιοτικό επίπεδο στον γεωργικό πληθυσμό, να εξασφαλίζει τον εφοδιασμό και να διασφαλίζει λογικές τιμές κατά την προσφορά αγαθών στους καταναλωτές».
4.
Ο κανονισμός 26 του Συμβουλίου, της 4ης Απριλίου 1962 ( 5 ) ο οποίος στηρίχθηκε στα άρθρα 42 και 43 ΕΚ (στο εξής: κανονισμός 26) ορίζει στο πρώτο άρθρο του ότι:
«Από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος κανονισμού, τα άρθρα 85 μέχρι και 90 της Συνθήκης, καθώς και οι διατάξεις εφαρμογής τους εφαρμόζονται σε όλες τις συμφωνίες, αποφάσεις και πρακτικές που αναφέρονται στο άρθρο 85,παράγραφος Ι ,καιστο άρθρο 86, της Συνθήκης, σχετικά με την παραγωγή ή την εμπορία των προϊόντων, τα οποία απαριθμούνται στο παράρτημα II της Συνθήκης, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 2.»
5.
Στα προϊόντα του παραρτήματος II περιλαμβάνεται το γάλα.
6.
Στις δύο πρώτες παραγράφους του άρθρου 2 του κανονισμού 26 ορίζεται ότι:
«1.
Το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης δεν εφαρμόζεται στις συμφωνίες, αποφάσεις και πρακτικές που αναφέρονται στο προηγούμενο άρθρο και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος μιας εθνικής οργανώσεως αγοράς ή είναι απαραίτητες για την πραγματοποίηση των αναφερομένων στο άρθρο 39 της Συνθήκης στόχων. Δεν εφαρμόζεται ιδίως σε συμφωνίες, αποφάσεις και πρακτικές παραγωγών, ενώσεων παραγωγών ή ενώσεων των ενώσεων αυτών ενός μόνο Κράτους μέλους κατά το μέτρο που, χωρίς να συνεπάγονται την υποχρέωση εφαρμογής καθορισμένης τιμής, αφορούν την παραγωγή ή την πώληση γεωργικών προϊόντων ή την χρήση κοινών εγκαταστάσεων αποθηκεύσεως, επεξεργασίας ή μεταποιήσεως γεωργικών προϊόντων, εκτός αν η Επιτροπή διαπιστώνει ότι κατ' αυτόν τον τρόπο αποκλείεται ο ανταγωνισμός ή ότι διακυβεύονται οι στόχοι του άρθρου 39 της Συνθήκης.
2.
Η Επιτροπή, υπό την επιφύλαξη του ελέγχου του Δικαστηρίου, έχει αποκλειστική αρμοδιότητα, αφού διαβουλευτεί με τα Κράτη μέλη και ακούσει τη γνώμη των συμμετεχουσών επιχειρήσεων ή ενώσεων επιχειρήσεων, καθώς επίσης και κάθε άλλου φυσικού ή νομικού προσώπου, του οποίου η ακρόαση θεωρείται απαραίτητη, να διαπιστώνει με δημοσιευόμενη απόφαση, ποιες συμφωνίες, αποφάσεις και πρακτικές πληρούν τους όρους που προβλέπονται στην παράγραφο 1.0.»
ΙΙΙ — Τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία στην κύρια δίκη και τα προδικαστικά ερωτήματα
7.
Η Milk Marque Limited (στο εξής: Milk Marque) είναι συνεταιριστική εταιρία παραγωγών γάλακτος. Η δραστηριότητα της περιλαμβάνει τη συλλογή, τη διανομή και την προμήθεια γάλακτος. Είναι ο σημαντικότερος συνεταιρισμός αυτού του είδους στη Μεγάλη Βρετανία. Κατά την περίοδο 1997/1998η Milk Marque κατείχε ποσοστό 49,6 % των παραδόσεων γάλακτος στη Μεγάλη Βρετανία.
8.
Κατόπιν αιτήσεως του Director General of Fair Trading, της 27ης Ιανουαρίου 1998, η Monopolies and Mergers Commission (επιτροπή μονοπωλίων και συγχωνεύσεων), αρμόδια για τον ανταγωνισμό αρχή στο Ηνωμένο Βασίλειο αποφάσισε να εξετάσει, βάσει του Fair Trading Act του 1973, αν υφίσταται μονοπωλιακή κατάσταση στη Μεγάλη Βρετανία όσον αφορά τις παραδόσεις ακατέργαστου γάλακτος. Η εν λόγω επιτροπή περάτωσε την έρευνα της στις 26 Φεβρουαρίου 1999 και διαβίβασε στον Υπουργό Εμπορίου και Βιομηχανίας (στο εξής: αρμόδιος υπουργός) «έκθεση περί προμήθειας ακατέργαστου αγελαδινού γάλακτος στη Μεγάλη Βρετανία» (στο εξής: έκθεση).
9.
Στην έκθεση της αυτή η εν λόγω επιτροπή υπογράμμιζε ότι η Milk Marque κατέχει στη Μεγάλη Βρετανία «θέση ισχύος» στον τομέα της πωλήσεως ακατέργαστου γάλακτος. Την ισχύ αυτήν την καταχράστηκε κατά τρόπο ερχόμενο σε αντίθεση με το «δημόσιο συμφέρον», καθόσον αυτή χρησιμοποίησε το σύστημα της πωλήσεων προκειμένου να εισαγάγει δυσμενείς διακρίσεις μέσω των τιμών και προκειμένου να ελέγξει την προσφορά γάλακτος στην αγορά, καθώς και διά της χρησιμοποιήσεως άλλων πρακτικών, αποτέλεσμα των οποίων είναι ότι οι τιμές του νωπού γάλακτος ήταν υψηλότερες εκείνων που θα είχαν διαμορφωθεί σε περίπτωση ελεύθερου ανταγωνισμού.
10.
Για την ορθότερη κατανόηση ορισμένων εκ των προδικαστικών ερωτημάτων, πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι στην εν λόγω έκθεση η εκμετάλλευση της ισχύος στην αγορά, η έχουσα ως συνέπεια την αύξηση τιμών θεμελιώθηκε, κατά ένα μέρος, στη σύγκριση με την ενδεικτική τιμή την καθοριζόμενη στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλα-κτοκομκών προϊόντων. Η τιμή στην παραγωγή γάλακτος στο Ηνωμένο Βασίλειο ήταν πάντοτε χαμηλότερη της ενδεικτικής τιμής, αλλά, κατά την εξεταζόμενη περίοδο, είχε την τάση να προσεγγίσει περισσότερο την τιμή αυτή.
11.
Η έκθεση υπεδείκνυε την κατάτμηση της Milk Marque σε περισσότερους και ανταγωνιστικούς μεταξύ τους συνεταιρισμούς. Περιείχε, επίσης, πρόταση λήψεως «προσωρινών μέτρων» που συνίσταντο στην απαγόρευση συνάψεως ορισμένων συμβάσεων εκ μέρους της Milk Marque. Ειδικότερα, προτεινόταν να απαγορευθεί στη Milk Marque να συνάψει άλλες «contract processing arrangements», δηλαδή συμφωνίες με αντικείμενο την επεξεργασία του γάλακτος.
12.
Στις 6 Ιουλίου 1999 ο αρμόδιος υπουργός γνωστοποίησε τις στηριζόμενες στην έκθεση αυτή αποφάσεις του (στο εξής: αποφάσεις). Συμφώνησε με τις διαπιστώσεις της επιτροπής περί «ισχύος στην αγορά» της Milk Marque καθώς και τις συστάσεις περί λήψεως «προσωρινών μέτρων», διαφώνησε, όμως, με την υποχρεωτική κατάτμηση του συνεταιρισμού. Αντ' αυτού άφησε να εννοηθεί ότι μελετούσε αντίστοιχες αλλαγές στο σύστημα πωλήσεων της Milk Marque.
13.
Κατόπιν σχετικών διαβουλεύσεων με τις αρμόδιες αρχές, πάντως, η Milk Marque ανακοίνωσε στις 17 Σεπτεμβρίου 1999 στον Τύπο την πρόθεση της να κατατμηθεί από 1ης Απριλίου 2000 σε τρεις μικρότερους συνεταιρισμούς.
14.
Κατόπιν αυτού, ο αρμόδιος υπουργός παραιτήθηκε από τη λήψη προσωρινών μέτρων, αλλά ανακοίνωσε ότι δεν θα συναινούσε στην επέκταση των δραστηριοτήτων των νέων συνεταιρισμών στον τομέα της μεταποιήσεως του γάλακτος, ζήτημα ως προς το οποίο θα αποφάσιζε μελλοντικώς υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα υπήρχε αμφιβολία ως προς την ανεξαρτησία των συνεταιρισμών. Εξάλλου, οι βρετανικές αρχές επέστησαν την προσοχή της Milk Marque στο γεγονός ότι οι νέοι συνεταιρισμοί «θα εξακολουθήσουν να υπόκεινται κανονικώς στο δίκαιο ανταγωνισμού και στις απαγορεύσεις του Competition Act του 1998», οι οποίες πρόκειται να τεθούν σε ισχύ από 1ης Μαρτίου 2000.
15.
Παρά τις εξελίξεις αυτές η Milk Marque και η National Farmers' Union, ένωση γεωργών της Μεγάλης Βρετανίας (στο εξής: NFU), άσκησαν προσφυγή κατά της εκθέσεως αυτής και των συνακόλουθων αποφάσεων (στο εξής αμφότερα: επίμαχα μέτρα) του αρμοδίου υπουργού ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, το οποίο αποφάσισε τη συνεκδίκαση των εν λόγω προσφυγών.
16.
Οι προσφεύγουσες υποστήριξαν, κυρίως, ότι η Επιτροπή ανταγωνισμού και ο αρμόδιος υπουργός, κρίνοντας ότι είναι αρμόδιοι για τη Milk Marque και για τη λήψη μέτρων βάσει του Fair Trading Act με σκοπό να εμποδίσουν τα μέλη της Milk Marque να επιτύχουν ανώτερες τιμές, παρέβησαν το κοινοτικό δίκαιο ανταγωνισμού. Η Milk Marque και η NFU υποστηρίζουν, επίσης, ότι και οποιαδήποτε λήψη παρόμοιων μέτρων στο μέλλον εκ μέρους των αρμοδίων αρχών, βάσει του Fair Trading Act ή του Competition Act, θα αντέβαινε στο κοινοτικό δίκαιο.
17.
Το High Court of Justice κρίνει ότι, προκειμένου να αποφανθεί επί των προσφυγών, απαιτείται να διευκρινιστεί αν οι εθνικές αρχές είναι αρμόδιες και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, ποια είναι η έκταση των αρμοδιοτήτων τους στον τομέα της κοινής οργανώσεως της αγοράς γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων. Προς τούτο υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Πρέπει τα άρθρα 32 ΕΚ έως 38 ΕΚ [...], ο κανονισμός [26] του Συμβουλίου [της 4ης Απριλίου 1962], και ο κανονισμός (ΕΟΚ) 804/68 του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκαν, να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι απαγορεύουν σε ένα κράτος μέλος να εφαρμόζει εθνική νομοθεσία, όπως τον Fair Trading Act 1973 και τον Competition Act 1998, σχετικα με τον τρόπο με τον οποίο οι παραγωγοί γάλακτος επιλέγουν να οργανωθούν σε συνεταιρισμούς και συμπεριφέρονται σε σχέση με την αγορά και τη μεταποίηση του γάλακτός τους:
α)
σε όλες τις περιπτώσεις ή
β)
οσάκις το σκοπούμενο ή επελθόν αποτέλεσμα είναι να στερούνται οι παραγωγοί αυτοί της δυνατότητας να αυξάνουν την τιμή που εισπράττουν για το γάλα τους ή
γ)
οσάκις το σκοπούμενο ή επελθόν αποτέλεσμα είναι να μειώνεται η τιμή που εισπράττουν οι παραγωγοί για το γάλα τους στις περιπτώσεις που η τιμή αυτή είναι ήδη χαμηλότερη της ενδεικτικής τιμής που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 3 του κανονισμού 804/68 ή
δ)
κατά τρόπο που δεν συνάδει με τα εξής:
i)
τους σκοπούς του άρθρου 33 ΕΚ [...]· και/ή
ii)
την πολιτική, τους σκοπούς ή τη λειτουργία της κοινής οργάνωσης της αγοράς γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων και/ή
iii)
την πολιτική του άρθρου 36 ΕΚ [...] και του κανονισμού 26;
2)
Μήπως η λειτουργία της ενδεικτικής τιμής για το γάλα που καθορίζει το Συμβούλιο βάσειτου κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 απαγορεύει σε κράτος μέλος
α)
να χρησιμοποιεί την ενδεικτική τιμή ως δείκτη των τρεχουσών μεταβολών των τιμών που οφείλονται στην κοινή αγροτική πολιτική και
β)
να θεωρεί ότι το γεγονός ότι ένας συνεταιρισμός γαλακτοπαραγωγών στο κράτος αυτό έχει επιτύχει για τα μέλη του τιμές γάλακτος χαμηλότερες της ενδεικτικής τιμής, αλλά εγγύτερες στην ενδεικτική τιμή σε μια χρονική περίοδο απ' ό,τι σε μια άλλη, στηρίζει το συμπέρασμα ότι ο συνεταιρισμός έχει ισχυρή θέση στην αγορά πράγμα που συμβάλλει στο να διατηρούνται οι τιμές σε υψηλότερο επίπεδο από αυτό που θα είχαν φθάσει υπό πιο ανταγωνιστικούς όρους;
3)
Πρέπει τα άρθρα 28 ΕΚ έως 30 ΕΚ, [...] και τα άρθρα 49 ΕΚ και 55 ΕΚ [...] να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι απαγορεύουν σε κράτος μέλος να εφαρμόζει εθνική νομοθεσία όπως τον Fair Trading Act 1973 και τον Competition Act 1998 κατά τρόπο που να απαγορεύεται σε συνεταιρισμό γαλακτοπαραγωγών, που κατέχει ισχυρή θέση στην αγορά, να στέλνει γάλα που παράγεται από τα μέλη του προκειμένου να μεταποιηθεί από συμβεβλημένες εταιρίες για λογαριασμό του, καθώς και σε άλλα κράτη μέλη, ως ενέργεια στην οποία προβαίνει ο συνεταιρισμός προκειμένου να εκμεταλλευθεί προς όφελος του τη θέση του στην αγορά;
4)
Στην περίπτωση που υφίστανται καθέτως οργανωμένοι γαλακτοπαραγωγικοί συνεταιρισμοί οι οποίοι νομίμως λειτουργούν σε άλλα κράτη μέλη, πρέπει η γενική αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, είτε κατά τρόπο ανεξάρτητο είτε ως ένα δεδομενο συγκεκριμένο αποτέλεσμα των άρθρων 12 ΕΚ και/ή 34 ΕΚ [...], να ερμηνευθείυπότην έννοια ότι απαγορεύει σε κράτος μέλος να εφαρμόζει εθνική νομοθεσία όπως τον Fair Trading Act 1973 και τον Competition Act 1998 προκειμένου να απαγορεύσει σε συνεταιρισμό γαλακτοπαραγωγών που κατέχει ισχυρή θέση στην αγορά:
α)
την αγορά ή ανέγερση και άλλων εγκαταστάσεων για τη μεταποίηση του γάλακτος που παράγουν τα μέλη του, οι οποίες θα δώσουν στον συνεταιρισμό τη δυνατότητα να εκμεταλλευθεί προς όφελος του έτι περαιτέρω τη θέση του στην αγορά ή
β)
την αποστολή γάλακτος που παράγουν τα μέλη του προκειμένου να μεταποιηθεί, από συμβεβλημένες μαζί του εταιρίες, είτε εντός του οικείου κράτους μέλους είτε σε άλλα κράτη μέλη, ως ενέργεια στην οποία προβαίνει ο συνεταιρισμός προκειμένου να εκμεταλλευθεί προς όφελος του τη θέση του στην αγορά;»
ΙV — Νομική εκτίμηση
Α — Επί του παραοεκτού των προδικαστικών ερωτημάτων
18.
Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου διατύπωσε αμφιβολίες ως προς το παραδεκτό των προδικαστικών ερωτημάτων. Ισχυρίζεται ότι η έκθεση και οι αποφάσεις έχουν πλέον καταστεί άνευ αντικειμένου, καθόσον η εκούσια κατάτμηση της Milk Marque είχε ως αποτέλεσμα την εξάλειψη της ισχύος που είχε ο εν λόγω συνεταιρισμός στην αγορά και επί της οποίας ακριβώς στηρίχθηκε η έρευνα, η έκθεση και το σύνολο των αποφάσεων και συστάσεων που ακολούθησαν. Στον βαθμό που τα προδικαστικά ερωτήματα αφορούν μελλοντικές υποθέσεις ανταγωνισμού στις οποίες εμπλέκεται ένας γεωργικός συνεταιρισμός, πρέπει να θεωρηθούν ως υποθετικά.
19.
Κατά πάγια νομολογία ( 6 ), απόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο που έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη της μέλλουσας να εκδοθεί δικαστικής αποφάσεως, να εκτιμήσει, υπό το πρίσμα των ιδιομορφιών της υποθέσεως, τόσο την ανάγκη εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως για να είναι σε θέση να εκδώσει την δική του απόφαση όσο και το λυσιτελές των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να απορρίψει αίτηση υποβληθείσα από ένα τέτοιο δικαστήριο, παρά μόνον όταν προδήλως προκύπτει ότι η αιτηθείσα ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης ή ακόμη όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως και το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά ή νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του υποβλήθηκαν.
20.
Στην παρούσα, όμως, υπόθεση το αιτούν δικαστήριο παρέσχε στο Δικαστήριο ακριβή στοιχεία ως προς το πραγματικό και κανονιστικό πλαίσιο των διαφορών της κύριας δίκης, καθώς και ως προς τους λόγους για τους οποίους έκρινε ότι απόφαση επί των ζητημάτων που τέθηκαν είναι αναγκαία προκειμένου να εκδώσει την απόφαση του. Ειδικότερα, στη διάταξη παραπομπής τονίζει ότι θα εξετάσει τις επίμαχες αποφάσεις λαμβάνοντας υπόψη την εφαρμογή τόσο του Fair Trading Act όσο και του Competition Act, των οποίων η ισχύς άρχεται από 1ης Μαρτίου 2002, και ότι η απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα του είναι αναγκαία προκειμένου να αποφανθεί ορθώς περί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των διαδίκων, περί της αρμοδιότητας των αρχών και περί της ασκήσεως αυτής της αρμοδιότητας στο πλαίσιο των εν λόγω δύο νόμων. Εξάλλου, το αιτούν δικαστήριο ρητώς υπογράμμισε ότι δεν συμφωνεί με την άποψη της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου ότι η έκθεση και οι αποφάσεις έχουν καταστεί «άνευ αντικειμένου», λόγω των γεγονότων που μεσολάβησαν από της εκδόσεως τους.
21.
Συνεπώς, τα προδικαστικά ερωτήματα είναι παραδεκτά και πρέπει να εξεταστούν.
Β — Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος του σχετικού με τη νομιμότητα των εθνικών μέτρων καταστολής των αντίθετων προς τον ανταγωνισμών πρακτικών, στην περίπτωση δεσπόζουσας θέσεως σε μια αγορά διεπόμενη από κοινή οργάνωση αγοράς
22.
Επιβάλλεται, καταρχάς, να τονιστεί ότι στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων για την προσχώρηση του, το Ηνωμένο Βασίλειο διασφάλισε την ενσωμάτωση της εθνικής του οργανώσεως της αγοράς γάλακτος, κεντρικό στοιχείο της οποίας αποτελούν τα Milk Marketin Boards (στο εξής: Boards). Το άρθρο 25 του κανονισμού 804/68, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1421/78 του Συμβουλίου ( 7 ), κατέστησε δυνατή την αναγνώριση αυτών των Boards που διαθέτουν, μεταξύ άλλων, μονοπώλιο αγοράς και πωλήσεως ( 8 ).
23.
Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να αποφανθεί επί των περιορισμών του ανταγωνισμού στην αγορά παραγωγής και μεταποιήσεως γάλακτος στο Ηνωμένο Βασίλειο. Σε σειρά αποφάσεων του εξέτασε τη συμπεριφορά αυτών των Boards ( 9 ).
24.
Ο Agricultural Act 1993 προέβλεψε την απελευθέρωση της αγοράς γάλακτος και την κατάργηση των Boards. Η μεταρρύθμιση αυτή υλοποιήθηκε στην Αγγλία και στην Ουαλία, καθώς και στη Σκωτία το 1994. Τα Boards αντικαταστάθηκαν με ενώσεις παραγωγών, επί εκουσίας βάσεως, μη κατέχουσες πλέον μονοπωλιακή θέση.
25.
Το Δικαστήριο καλείται, στην παρούσα υπόθεση, να αποφανθεί για πρώτη φορά επί της νομιμότητας έναντι του κοινοτικού δικαίου της εφαρμογής εθνικών κανόνων ανταγωνισμού επί μιας τέτοιας ενώσεως παραγωγών, συγκεκριμένα της Milk Marque.
1) Επιχειρήματα των συμμετεχόντων στη δίκη
26.
Κατά την άποψη της Milk Marque και της NFU, κράτος μέλος ενεργεί κατ' αντίθεση προς το κοινοτικό δίκαιο όταν εφαρμόζει εθνική του νομοθεσία, όπως είναι οι νόμοι Fair Trading Act και Competition Act, επί γεωργικών συνεταιρισμών ή επί των προϊόντων αυτών των συνεταιρισμών, λαμβάνοντας δηλαδή σε τομέα υποκείμενο σε κοινή οργάνωση αγοράς μέτρα που έχουν ως αντικείμενο τη μεταβολή της τιμής αυτών των προϊόντων, στην προκειμένη περίπτωση τη μείωση της τιμής στην παραγωγή γάλακτος.
27.
Η Milk Marque και η NFU υποστηρίζουν, πρώτον, — ουσιαστικώς με τα ίδια επιχειρήματα — ότι ο συγκεκριμένος γεωργικός τομέας εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Κοινότητας και ότι, κατά συνέπεια, τα κράτη μέλη δεν έχουν καμία αρμοδιότητα σχετικώς.
28.
Υποστηρίζουν ότι οι γεωργικοί συνεταιρισμοί και η πώληση του γάλακτος υπόκεινται στην κοινή οργάνωση αγοράς γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων όπως αυτή θεσπίστηκε με τον κανονισμό 804/68. Στοιχείο αυτής της οργανώσεως αγοράς αποτελεί η ενδεικτική τιμή, η οποία καθορίζεται ετησίως από το Συμβούλιο κατ' εφαρμογήν του άρθρου 3 του εν λόγω κανονισμού και η οποία εκφράζει το σημείο ισορροπίας μεταξύ των απαριθμουμένων στο άρθρο 33, παράγραφος 1, ΕΚ σκοπών της κοινής γεωργικής πολιτικής, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο σκοπός διασφαλίσεως δικαίου βιοτικού επιπέδου στους απασχολούμενους στον γεωργικό τομέα. Κατά τη Milk Marque και την NFU, από τη νομολογία του Δικαστηρίου και ειδικότερα από την απόφαση Toffoli κ.λπ. ( 10 ), προκύπτει ότι λαμβάνοντας μέτρα τα οποία επηρεάζουν — έστω και εμμέσως — την τιμή γάλακτος στην παραγωγή, τα κράτη μέλη θίγουν την αποκλειστική αρμοδιότητα της Κοινότητας.
29.
Η Milk Marque και η NFU υποστηρίζουν ότι, εν προκειμένω, οι βρετανικές αρχές έθιξαν την αποκλειστική αρμοδιότητα της Κοινότητας επιδιώκοντας, με τα επίμαχα μέτρα, να προκαλέσουν μείωση της τιμής στην παραγωγή γάλακτος μέχρις επιτεύξεως ενός «ανταγωνιστικού επιπέδου», παρά το γεγονός ότι η τιμή αυτή υπήρξε πάντοτε χαμηλότερη της καθοριζόμενης από την Κοινότητα ενδεικτικής τιμής. Οι αρμόδιες αρχές επιδίωξαν, επομένως, κατά τρόπο μονομερή, την επίτευξη ενός επιπέδου τιμών το οποίο οι ίδιες έκριναν ότι ανταποκρίνεται στο δημόσιο συμφέρον, αλλά το οποίο δεν ήταν σύμφωνο προς τη στάθμιση των σκοπών οι οποίοι τίθενται με το άρθρο 33 ΕΚ και της οποίας έκφραση αποτελεί η ενδεικτική τιμή.
30.
Κατά την άποψη της Milk Marque και της NFU, από απόψεως δικαίου ανταγωνισμού, δεν παρέχεται περιθώριο εφαρμογής εθνικών κανόνων, όπως αυτοί που περιέχονται στον Fair Trading Act και στον Competition Act. Υποστηρίζουν σχετικώς ότι, σύμφωνα με το άρθρο 36, παράγραφος 2, ΕΚ, το κοινοτικό δίκαιο ανταγωνισμού στον γεωργικό τομέα υπόκειται στις διατάξεις περί κοινής γεωργικής πολιτικής και πρέπει να εφαρμόζεται σύμφωνα με τους σκοπούς που θέτει το άρθρο 33 ΕΚ. Ειδικότερα, η εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού στον γεωργικό τομέα διέπεται από τον κανονισμό 26. Από τον εν λόγω κανονισμό συνάγεται ότι, υπό τις συνθήκες της παρούσας υποθέσεως — της οργανώσεως των γεωργικών συνεταιρισμών και της διαμορφώσεως της τιμής γάλακτος στην παραγωγή — το κοινοτικό δίκαιο ανταγωνισμού εφαρμόζεται μόνο σε περιορισμένο βαθμό. Συγκεκριμένα, εφαρμόζεται μεν το άρθρο 82 ΕΚ, όχι όμως το άρθρο 81, παράγραφος 1, ΕΚ.
31.
Συνεπώς, το κοινοτικό δίκαιο ρυθμίζει άνευ κενών τη φύση και την έκταση των κανόνων του ανταγωνισμού στον γεωργικό τομέα· αυτό το ιδιαίτερο για τα γεωργικά προϊόντα καθεστώς ανταγωνισμού — όπως και η κοινή οργάνωση αγοράς — αποκλείει την παράλληλη εφαρμογή κανόνων του εθνικού δικαίου ανταγωνισμού.
32.
Αν πάντως τα κράτη μέλη διατηρούν στον συγκεκριμένο γεωργικό τομέα ορισμένες αρμοδιότητες, η Milk Marque και η NFU υποστηρίζουν, επικουρικώς, ότι επιδιώκοντας μείωση των τιμών στην παραγωγή γάλακτος οι βρετανικές αρχές προέβησαν σε άσκηση αυτών των αρμοδιοτήτων κατά τρόπο μη σύμφωνο με το κοινοτικό δίκαιο.
33.
Υποστηρίζουν, ουσιαστικώς, ότι τα επίμαχα μέτρα στηρίζονται σε στάθμιση συμφερόντων και, ειδικότερα, σε μια αντίληψη περί επιπέδου τιμών ανταποκρινόμενου στο «δημόσιο συμφέρον», η οποία δεν συμφωνεί με τους προσανατολισμούς και τους σκοπούς της κοινής γεωργικής πολιτικής, όπως αυτοί απορρέουν από το άρθρο 33, παράγραφος 1, ΕΚ, έρχεται δε σε αντίφαση με την έννοια της ενδεικτικής τιμής της εκφράζουσας το σημείο ισορροπίας των συμφερόντων ολόκληρης της Κοινότητας. Εξάλλου, η πρακτική αυτή επηρεάζει την αποτελεσματικότητα και την ενιαία εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού καθόσον, στον γεωργικό τομέα, οι διατάξεις αυτές πρέπει να εφαρμόζονται λαμβανομένων υπόψη των σκοπών της κοινής γεωργικής πολιτικής. Η Milk Marque τονίζει, επίσης, ότι τα κράτη μέλη δεν πρέπει να εφαρμόζουν τις εθνικές τους νομοθεσίες περί ανταγωνισμού κατά τρόπο που να καθιστά άνευ αντικειμένου απαλλαγή χορηγηθείσα κατ' εφαρμογήν του άρθρου 81, παράγραφος 3, ΕΚ ( 11 ). Η αρχή αυτή έχει, κατά μείζονα λόγο, εφαρμογή εντός του «προστατευόμενου λιμένα» στον οποίο το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 26 εντάσσει τους γεωργικούς συνεταιρισμούς.
34.
Η Επιτροπή, αντιθέτως, υποστηρίζει ότι τα επίμαχα εθνικά μέτρα είναι σύμφωνα τόσο προς τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου ανταγωνισμού όσο και με τους κανόνες που διέπουν την κοινή οργάνωση της αγοράς γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων.
35.
Όσον αφορά το δίκαιο ανταγωνισμού, υπογραμμίζει ότι το άρθρο 2 του κανονισμού 26 αποκλείει, μόνο, την εφαρμογή του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ στον γεωργικό τομέα. Αντιθέτως, οι διατάξεις του άρθρου 82 ΕΚ περί καταχρήσεως δεσπόζουσας θέσεως εφαρμόζονται πλήρως στον τομέα αυτό ( 12 ). Ομοίως, όπως προκύπτει, μεταξύ άλλων, από την απόφαση Walt Wilhelm ( 13 ), του Δικαστηρίου, τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν στον τομέα αυτό το εθνικό τους δίκαιο, εφόσον δεν θίγεται η ενιαία εφαρμογή, σε ολόκληρη την κοινή αγορά, των κοινοτικών κανόνων περί συμπράξεων και η πλήρης αποτελεσματικότητα των πράξεων που εκδόθηκαν κατ' εφαρμο-γήν αυτών των κανόνων. Εν προκειμένω, δεν τίθεται τέτοιο ζήτημα, δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν έλαβε έναντι της Milk Marque κανένα μέτρο στο πλαίσιο του δικαίου ανταγωνισμού.
36.
Όσον αφορά την κοινή οργάνωση αγοράς γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων, η Επιτροπή διευκρινίζει ότι στον τομέα εφαρμογής αυτής της οργανώσεως δεν εξέλιπαν εντελώς οι αρμοδιότητες των κρατών μελών. Ειδικότερα, τα κράτη μέλη πρέπει να απέχουν από τη λήψη μέτρων δυναμένων να παρακωλύσουν τη λειτουργία αυτής της οργανώσεως. Αυτό, όμως, αποκλείεται στην περίπτωση των επίμαχων μέτρων τα οποία αποσκοπούν στην εξάλειψη μιας δεσπόζουσας θέσεως στην αγορά.
37.
Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου καθώς και η Dairy Industry Federation, συμφωνούν ουσιαστικώς με την άποψη της Επιτροπής. Επιπροσθέτως, τονίζουν ότι, καίτοι τα κράτη μέλη δεν μπορούν, κατ' αρχήν, να εμποδίζουν τους παραγωγούς γάλακτος να επιδιώκουν την επίτευξη της ενδεικτικής τιμής, εντούτοις η τιμή πρέπει να καθορίζεται στο πλαίσιο της κανονικής λειτουργίας της αγοράς και υπό όρους ανταγωνισμού. Η εφαρμογή διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας, όπως αυτές για τις οποίες πρόκειται στην κύρια δίκη, αποσκοπεί, ακριβώς στην αποκατάσταση αυτών των όρων.
2) Εκτίμηση
38.
Από το πρώτο προδικαστικό ερώτημα ανακύπτουν δύο επιμέρους ερωτήματα, τα οποία θα ήταν χρήσιμο να εξεταστούν χωριστά: διατηρούν οι αρμόδιες για τον ανταγωνισμό εθνικές αρχές οποιαδήποτε αρμοδιότητα σε τομέα υποκείμενο σε κοινή οργάνωση αγοράς, ώστε να μπορούν να λάβουν μέτρα καταστολής, κατ' εφαρμογήν του εθνικού δικαίου, πρακτικών οι οποίες θίγουν τον ανταγωνισμό; Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, πρέπει να εξεταστούν τα όρια που ενδεχομένως θέτει το κοινοτικό δίκαιο στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών.
α) Επί της αρμοδιότητας των εθνικών αρχών στον τομέα του ανταγωνισμού
39.
Δεν χωρεί αμφιβολία, αντιθέτως προς την άποψη της Milk Marque και της NFU, περί της νομιμότας εθνικών μέτρων με τα οποία οι αρμόδιες εθνικές αρχές επιχειρούν να καταστείλουν πρακτικές αντίθετες προς τον ανταγωνισμό, ακόμα και σε τομείς καλυπτόμενους από κοινή οργάνωση αγοράς.
40.
Τούτο προκύπτει, αφενός, από το γεγονός ότι ο γεωργικός τομέας δεν είναι «τομέας εκτός ανταγωνισμού» (i) αφετέρου δε, από το γεγονός ότι η ενδεχόμενη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου ανταγωνισμού δεν κωλύει, κατ' αρχήν, την εφαρμογή εθνικών κανόνων ανταγωνισμού (ii).
i) Ο ανταγωνισμός αποτελεί σημαντικό στοιχείο κοινής γεωργικής αγοράς
41.
Η Milk Marque και η NFU δικαίως υποστηρίζουν ότι το άρθρο 36 ΕΚ εξήρτησε από απόφαση του Συμβουλίου την εφαρμογή διατάξεων της Συνθήκης περί ανταγωνισμού στον τομέα της παραγωγής και εμπορίας γεωργικών προϊόντων. Εντούτοις, δεν προκύπτει αναμφιβόλως ότι, κατά το κοινοτικό δίκαιο, η εφαρμογή των κανόνων της Συνθήκης περί ανταγωνισμού στον γεωργικό τομέα συνιστά εξαίρεση ( 14 ).
42.
Αντιθέτως, το άρθρο 36 ΕΚ πρέπει να νοηθεί υπό το πρίσμα των τεταμένων σχέσεων μεταξύ γεωργικής πολιτικής και δικαίου ανταγωνισμού.
43.
Οι κοινές οργανώσεις αγοράς, οι οποίες υφίστανται σήμερα για περισσότερα γεωργικά προϊόντα, χρησιμοποιούν πολλά μέσα, μεταξύ των οποίων και κανόνες περί ανταγωνισμού, όπως προκύπτει από το άρθρο 34, παράγραφος 1, στοιχείο α', ΕΚ. Τα μέσα αυτά συνεπάγονται περιορισμούς του ανταγωνισμού στις αντίστοιχες αγορές: ο ανταγωνισμός εξακολουθεί να υφίσταται στον χώρο που του αφήνουν οι κοινές οργανώσεις αγοράς. Εντούτοις, δεν πρέπει να αποδοθεί ιδιαίτερα μεγάλη σημασία στην προφανώς τεταμένη σχέση μεταξύ γεωργικής πολιτικής και ελεύθερου ανταγωνισμού, δεδομένου ότι από πολλές απόψεις, η γεωργική πολιτική δημιουργεί προϋποθέσεις συμμετοχής στον ελεύθερο ανταγωνισμό ( 15 ).
44.
Διαπλοκή στόχων γεωργικής πολιτικής και πολιτικής ανταγωνισμού εκδηλώνεται επίσης και στο όργανο εκείνο γεωργικής πολιτικής που είναι η ενδεικτική τιμή και το οποίο επίσης αφορά την παρούσα υπόθεση: αποτελεί χαρακτηριστικό των κοινών οργανώσεων αγοράς ότι αυτές κατευθύνονται προς ένα ορισμένο επίπεδο ενδεικτικής τιμής. Εντούτοις, η ενδεικτική τιμή των γεωργικών προϊόντων επιτελεί διπλή ρυθμιστική λειτουργία: αφενός, διά της συμβολής της στη διασφάλιση δικαίου βιοτικού επιπέδου στους απασχολούμενους στον γεωργικό τομέα ( 16 ), αλλά επίσης, αφετέρου, καθιστώντας δυνατή τη ρύθμιση της προσφοράς και της ζητήσεως. Η δεύτερη αυτή λειτουργία προϋποθέτει, ακριβώς, τη δυνατότητα να μπορούν οι επιχειρηματίες που δραστηριοποιούνται στις διάφορες γεωργικές αγορές να επιτελούν οικονομικές επιλογές, πράγμα που προϋποθέτει την ύπαρξη ενός κάποιου ανταγωνισμού ( 17 ).
45.
Αυτό εξηγεί το γιατί το Δικαστήριο επανειλημμένως έχει κρίνει ότι ο ανταγωνισμός αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της κοινής γεωργικής πολιτικής ( 18 ). Σκοπός του άρθρου 36 ΕΚ είναι να αναβάλει την εφαρμογή των κανόνων της Συνθήκης περί ανταγωνισμού στον τομέα της γεωργίας ( 19 ). Αυτή η αναβολή, λαμβανομένων υπόψη των όσων προανέφερα, δεν πρέπει να θεωρηθεί ως εξαίρεση, αλλά ως ανάγκη την οποία δικαιολογούν λόγοι ιστορικοί. Ενόψει των σοβαρών διαρθρωτικών διαφορών των γεωργικών αγορών στις απαρχές της Κοινότητας, ήταν αδύνατη η εφαρμογή μιας πολιτικής ανταγωνισμού στον γεωργικό τομέα βαίνουσας πέραν του άρθρου 34 ΕΚ, παρά μόνο μετά την ενοποίηση αυτών των αγορών και τη δημιουργία όμοιων συνθηκών ανταγωνισμού.
46.
Ενόψει αυτού του δεδομένου, δεν δημιουργεί έκπληξη το γεγονός ότι το Συμβούλιο, με τον κανονισμό 26, όρισε ότι οι κανόνες ανταγωνισμού εφαρμόζονται σε μεγάλο βαθμό. Στο άρθρο 1 του κανονισμού ορίζεται ότι «υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 2», εφαρμόζονται, κατ' αρχήν, οι κανόνες που περιλαμβάνονται στο σχετικό με τον ανταγωνισμό κεφάλαιο της Συνθήκης. Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 26 προβλέπει, απλώς, διάφορες εξαιρέσεις από την απαγόρευση των συμπράξεων του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ. Κατά τον εν λόγω κανονισμό εξαιρούνται, αφενός, οι συμπράξεις οι οποίες αποτελούν αναπόσπαστο μέρος κοινής οργανώσεως αγοράς και, αφετέρου, οι συμπράξεις που είναι αναγκαίες για την υλοποίηση των σκοπών της κοινής γεωργικής πολιτικής, όπως αυτοί απορρέουν από το άρθρο 33 ΕΚ. Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη στο σημείο αυτό από την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και την Dairy Industry Federation, ορθώς υπογραμμίζει ότι ο κανονισμός 26 ουδόλως περιορίζει την εφαρμογή του άρθρου 82 ΕΚ περί καταχρήσεως δεσπόζουσας θέσεως.
47.
Συνεπώς, από απόψεως κοινοτικού δικαίου, η εφαρμογή αυτών των κανόνων ανταγωνισμού στον γεωργικό τομέα δεν έχει τον χαρακτήρα εξαιρέσεως, αλλά αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του συστήματος.
48.
Αντιθέτως προς όσα υποστηρίζουν η Milk Marque και η NFU, το συμπέρασμα αυτό δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι οι γεωργικοί συνεταιρισμοί, όπως αυτός για τον οποίο πρόκειται στην παρούσα υπόθεση, καθώς και η πώληση γάλακτος υπόκεινται στη θεσπισθείσα με τον κανονισμό 804/68 κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων.
49.
Αντιθέτως, είναι ακριβές, ότι η Κοινότητα διαθέτει στον τομέα αυτό αποκλειστική νομοθετική αρμοδιότητα ( 20 ). Ορθώς, επίσης, η Milk Marque και η NFU επικαλούνται την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία, «εφόσον η Κοινότητα έχει θεσπίσει [...] ρύθμιση περί κοινής οργανώσεως αγοράς σε ορισμένο τομέα, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να μη λαμβάνουν κανένα μέτρο που παρεκκλίνει από τη ρύθμιση αυτή ή μπορεί να τη βλάψει» ( 21 ).
50.
Πάντως, δεν προκύπτει ότι οποιοδήποτε μέτρο λαμβάνουν οι εθνικές αρχές βάσει της εσωτερικής τους νομοθεσίας πρέπει να θεωρείται ως μέτρο κατά την έννοια αυτής της νομολογίας.
51.
Επιβάλλεται, σχετικώς, να υπομνηστεί ο ορισμός της οργανώσεως αγοράς που έχει δώσει το Δικαστήριο: βάσει του ορισμού της εθνικής οργανώσεως αγοράς ( 22 ), ως ευρωπαϊκή οργάνωση αγοράς μπορεί να θεωρηθεί το σύνολο εκείνο των διαρθρωτικών μέτρων που αποσκοπεί στην υλοποίηση των απαριθμούμενων στο άρθρο 33 ΕΚ σκοπών της κοινής γεωργικής πολιτικής, μέσω της ρυθμίσεως, εκ μέρους των δημοσίων αρχών, της αγοράς των οικείων προϊόντων.
52.
Τα επίμαχα μέτρα δεν ανταποκρίνονται εκ των προτέρων, δεδομένου ότι αφορούν το απελευθερωμένο τμήμα της αγοράς. Βεβαίως, από τη νομολογία προκύπτει ότι η απαγόρευση λήψεως μέτρων που να αποκλίνουν ή να κωλύουν τη λειτουργία της οργανώσεως αγοράς περιλαμβάνει και μέτρα μη εμπίπτοντα στο δίκαιο οργανώσεως των αγορών ( 23 ). Σκοπός αυτής της διευρύνσεως της απαγορεύσεως είναι η διασφάλιση της πρακτικής αποτελεσματικότητας· αυτό, όμως, δεν πρέπει να επηρεάζει μέτρα εμπίπτοντα στο δίκαιο ανταγωνισμού. Πράγματι, εφόσον θεωρείται ως δεδομένο ότι η γεωργία υπόκειται, επίσης, στον ελεύθερο ανταγωνισμό, ακόμα και στους τομείς που διέπονται από κοινή οργάνωση αγοράς, δεν μπορεί, εκ των προτέρων, να εξομοιωθούν μέτρα λαμβανόμενα από τα κράτη μέλη και αποβλέποντα στη διασφάλιση αυτού του ανταγωνισμού με άλλα μέτρα τα οποία θίγουν άμεσα ή έμμεσα τους μηχανισμούς που προβλέπει το δίκαιο οργανώσεως των αγορών. Από αυτής της απόψεως, ορθώς το Ηνωμένο Βασίλειο παρατήρησε ότι τα κράτη μέλη δύνανται και, μάλιστα, οφείλουν να εφαρμόζουν το ποινικό τους δίκαιο επίσης και κυρίως για τη συμπλήρωση των μηχανισμών που προβλέπει το δίκαιο οργανώσεως των αγορών ( 24 ).
53.
Μπορεί, βεβαίως, να αντιταχθεί ότι ακριβώς λόγω των τεταμένων σχέσεων που υφίστανται, μέτρο αναγόμενο στην πολιτική του ανταγωνισμού ενδέχεται να εξουδετερώνει τα αποτελέσματα μέτρων της γεωργικής πολιτικής. Στην παρούσα υπόθεση, θα μπορούσε να εντοπιστεί μια τέτοια σύγκρουση στο γεγονός ότι η παρέμβαση της αρμόδιας για τον ανταγωνισμό εθνικής αρχής θα μπορούσε να έχει ως συνέπεια τη μείωση των τιμών στην παραγωγή γάλακτος, με αποτέλεσμα την επιδείνωση του βιοτικού επιπέδου των παραγωγών, κατά παράβαση του άρθρου 33, παράγραφος 1, στοιχείο β', ΕΚ.
54.
Ούτε η αντίρρηση αυτή είναι πειστική: τα επιχειρήματα που επικουρικώς προέβαλαν η Milk Marque και η NFU αποδεικνύουν ότι είναι δυνατόν να ληφθούν δεόντως υπόψη οι σκοποί της κοινής γεωργικής πολιτικής κατά τον καθορισμό των ορίων της εθνικής αρμοδιότητας. Συνεπώς, οι συγκρούσεις μεταξύ των επιδιώξεων της κοινής γεωργικής πολιτικής και των επιδιώξεων της πολιτικής ανταγωνισμού δεν αποκλείει την, κατ' αρχήν, αναγνώριση αρμοδιότητας των εθνικών αρχών ανταγωνισμού.
ii) Η κατ' αρχήν δυνατότητα εφαρμογής του εθνικού δικαίου ανταγωνισμού εκ παραλλήλου με το κοινοτικό δίκαιο ανταγωνισμού
55.
Κατά τη Milk Marque και την NFU η εφαρμογή εθνικού δικαίου ανταγωνισμού είναι, επίσης, παράνομη, δεδομένου ότι το κοινοτικό δίκαιο ανταγωνισμού εκφράζει τελικώς τον αναγκαίο συμβιβασμό με τους σκοπούς της κοινής γεωργικής πολιτικής, όπως αυτοί απορρέουν από το άρθρο 36 ΕΚ σε συνδυασμό με τον κανονισμό 26.
56.
Η άποψη αυτή, επίσης, δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
57.
Το Δικαστήριο στην απόφαση του Walt Wilhelm ( 25 ), διευκρίνισε τη σχέση που υφίσταται μεταξύ του εθνικού δικαίου ανταγωνισμού και των κανόνων της Κοινότητας στον τομέα του ανταγωνισμού. Κατά τη νομολογία αυτή, η εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου έχει προτεραιότητα έναντι της εφαρμογής του εθνικού δικαίου στον τομέα των συμπράξεων. Αντιθέτως, αν το κοινοτικό δίκαιο δεν προβλέπει κανόνες, τίποτα δεν εμποδίζει την εφαρμογή του εθνικού δικαίου περί συμπράξεων. Η αναφερόμενη στο άρθρο 81 ΕΚ νομολογία αυτή ισχύει, όπως γενικώς γίνεται αποδεκτό ( 26 ), επίσης για το άρθρο 82 ΕΚ.
58.
Εντούτοις, τίθεται το ζήτημα κατά πόσον η λύση αυτή μπορεί να ισχύσει για τον γεωργικό τομέα, δεδομένου ότι οι κοινοτικοί κανόνες ανταγωνισμού εφαρμόζονται στον τομέα αυτό μέσω του κανονισμού 26. Πάντως, δεν χωρεί αμφιβολία ότι τόσο το πρωτογενές όσο και το παράγωγο δίκαιο απολαύουν της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου.
59.
Κατά την άποψη μου συντρέχουν βάσιμοι λόγοι περί μη αποκλεισμού της εφαρμογής των εθνικών κανόνων ανταγωνισμού στον γεωργικό τομέα, ως εκ του προβαλλομένου τελικού χαρακτήρα του συμβιβασμού στον οποίο προβαίνει το άρθρο 36 ΕΚ σε συνδυασμό με τον κανονισμό 26.
60.
Πράγματι, όπως προαναφέρθηκε ( 27 ), το άρθρο 36 ΕΚ δεν αποκλείει την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού, αλλά μάλλον την αναβάλει. Ο συμβιβασμός μεταξύ των σκοπών της κοινής γεωργικής πολιτικής και των σκοπών της πολιτικής ανταγωνισμού τον οποίο εκφράζει το άρθρο 36 ΕΚ σε συνδυασμό με τον κανονισμό 26 αφορά, πάντως, εκ των πραγμάτων, εκείνες μόνο τις καταστάσεις που υπόκεινται στις διατάξεις της Συνθήκης περί ανταγωνισμού.
61.
Κατά τον κανονισμό 26, το άρθρο 82 ΕΚ εφαρμόζεται άνευ περιορισμού στον γεωργικό τομέα. Επειδή, όμως, η διάταξη αυτή αφορά αποκλειστικώς τις δεσπόζουσες θέσεις στην κοινή αγορά ή σε σημαντικό τμήμα αυτής, ένας μεγάλος αριθμός περιπτώσεων δεν εμπίπτει, εξαρχής, στο πεδίο εφαρμογής των κοινοτικών διατάξεων περί ανταγωνισμού. Είναι, επομένως, σαφές ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ως οριστικός ο συμβιβασμός στον οποίο προβαίνει ο κανονισμός 26, με βάση την υπεροχή των σκοπών της γεωργικής πολιτικής έναντι των σκοπών της Συνθήκης στον τομέα του ανταγωνισμού, όπως προκύπτει από το άρθρο 36 ΕΚ.
62.
Συνεπώς, ο συμβιβασμός στον οποίο προβαίνει το κοινοτικό δίκαιο δεν είναι ο τελικός, καθόσον δεν περιλαμβάνει τις στερούμενες κοινοτικής διαστάσεως καταστάσεις. Σύμφωνα, επομένως, με τη νομολογία Walt Wilhelm, δεν εμποδίζει, κατ' αρχήν, την εφαρμογή του εθνικού δικαίου ανταγωνισμού. Το μόνο ζήτημα που τίθεται είναι το κατά πόσον η εφαρμογή αυτή της εθνικής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού παραμένει εντός των ορίων που επιβάλλει το κοινοτικό δίκαιο.
63.
Επιβάλλεται, επομένως, να εξεταστεί ποια είναι τα όρια που τίθενται στην εφαρμογή εθνικών μέτρων περί καταστολής των αντίθετων προς τον ανταγωνισμό πρακτικών.
β) Επί των ορίων της εθνικής αρμοδιότητας
64.
Τα όρια της εθνικής αρμοδιότητας, όσον αφορά την εφαρμογή των εθνικών κανόνων ανταγωνισμού, προκύπτουν από την προτεραιότητα που παρέχειτο άρθρο 36 ΕΚ στους σκοπούς γεωργικής πολιτικής έναντι των σκοπών της πολιτικής ανταγωνισμού ( 28 ).
65.
Η εφαρμογή του εθνικού δικαίου ανταγωνισμού υπόκειται στην επιφύλαξη ότι κατά προτεραιότητα θα ληφθούν υπόψη οι σκοποί γεωργικής πολιτικής που απαριθμούνται στο άρθρο 33 ΕΚ.
66.
Έχουν σχετικώς εφαρμογή οι αρχές οι απορρέουσες από τη νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία «κατά την επιδίωξη των διαφόρων στόχων που απαριθμούνται [στο άρθρο 33 ΕΚ], [...] πρέπει να εξασφαλίζεται ο διαρκής συμβιβασμός των στόχων αυτών, οι οποίοι, αν αντιμετωπιστούν χωριστά, ενδέχεται να αλληλοσυ-γκρουστούν». Επομένως, δεν μπορεί «να απομονωθεί ένας από τους στόχους αυτούς σε σημείο που να καθιστά αδύνατη την υλοποίηση των άλλων», τα κοινοτικά, όμως, όργανα μπορούν «να δώσουν πρόσκαιρη προτεραιότητα στον ένα ή στον άλλο από τους στόχους αυτούς την οποία επιβάλλουν τα γεγονότα ή οι οικονομικές συνθήκες ενόψει των οποίων τα όργανα εκδίδουν τις αποφάσεις τους» ( 29 ).
67.
Η προς τα κοινοτικά όργανα επιταγή να συμβιβάζουν τους διάφορους σκοπούς γεωργικής πολιτικής που τίθενται με το άρθρο 33 ΕΚ μπορεί, προφανώς, να ισχύσει, κατ' αναλογία, και για τις εθνικές αρχές, Επιβάλλεται, σχετικώς, να τονιστεί ότι το Δικαστήριο αναγνωρίζει ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως ως προς τη σημασία που πρέπει να προσδοθεί στους διάφορους αυτούς σκοπούς, στο πλαίσιο δε αυτού του περιθωρίου εκτιμήσεως μπορεί για ένα διάστημα να δοθεί μεγαλύτερη σημασία σε έναν από τους σκοπούς της γεωργικής πολιτικής σε σχέση με τους υπόλοιπους.
68.
Εντούτοις, το Δικαστήριο έχει επίσης υπογραμμίσει ότι ο σκοπός διασφαλίσεως δικαίου βιοτικού επιπέδου, που τίθεται με το άρθρο 33, παράγραφος 1, στοιχείο β', ΕΚ, αποτελεί «έναν από τους ουσιώδεις σκοπούς» ( 30 ) της γεωργικής πολιτικής στον τομέα της αγοράς γάλακτος.
69.
Στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως, αυτό σημαίνει ότι, κατά την εφαρμογή της εθνικής τους νομοθεσίας περί ανταγωνισμού, οι εθνικές αρχές οφείλουν κατά προτεραιότητα να λαμβάνουν υπόψη τους σκοπούς που τίθενται με το άρθρο 33, παράγραφος 1, ΕΚ, ασχέτως των σκοπών που επιδιώκονται με την εθνική νομοθεσία.
70.
Εν προκειμένω, από τα επιχειρήματα των διαδίκων προκύπτει ότι οι εθνικές αρχές στηρίχθηκαν κυρίως στον εύλογο χαρακτήρα των τιμών πωλήσεως προς τον καταναλωτή. Ο σκοπός των «λογικών τιμών κατά την προσφορά αγαθών στους καταναλωτές» τίθεται με το άρθρο 33, παράγραφος 1, στοιχείο ε', ΕΚ, αλλά βρίσκεται σε σύγκρουση με τον σκοπό διασφαλίσεως δικαίου βιοτικού επιπέδου, σύμφωνα με το το άρθρο 33, παράγραφος 1, στοιχείο β', ΕΚ. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να κρίνει αν οι εθνικές αρχές επιδίωξαν μονομερώς την επίτευξη του πρώτου από τους σκοπούς αυτούς.
71.
Το γεγονός και μόνο ότι οι τιμές στην παραγωγή ήταν ήδη χαμηλότερες από την ενδεικτική τιμή, πριν από την παρέμβαση των αρμοδίων για τον ανταγωνισμό εθνικών αρχών, δεν αρκεί να καταστήσει τα μέτρα αυτά παράνομα σε σχέση με το κοινοτικό δίκαιο: αφενός, αυτού του είδους η τιμή προσανατολισμού δεν διασφαλίζει στους παραγωγούς εισόδημα αντίστοιχο προς την ενδεικτική τιμή· αφετέρου, ο στόχος διασφαλίσεως ενός ορισμένου εισοδήματος δεν μπορεί, πάντως, να σημαίνει επιδίωξη αυτού του εισοδήματος με οποιοδήποτε μέσο, περιλαμβανομένων, ενδεχομένως, μέσων καταχρηστικών. Συνεπώς, το άρθρο 33, παράγραφος 1, στοιχείο β', ΕΚ δεν δικαιολογεί, εκ των προτέρων, μα ενδεχόμενη καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσεως, ώστε η λήψη μέτρων καταστολής μιας τέτοιας συμπεριφοράς δεν μπορεί, αυτή καθεαυτή, να θεωρηθεί ως παρέκκλιση από αυτό τον σκοπό.
72.
Κατά συνέπεια, προτείνω στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα να δοθεί η απάντηση ότι τα άρθρα 32 έως 38 ΕΚ, ο κανονισμός 26 και ο κανονισμός 804/68, όπως τροποποιήθηκε, έχουν την έννοια ότι δεν αποκλείουν, κατ' αρχήν, τη δυνατότητα κράτους μέλους να εφαρμόσει την εθνική του νομοθεσία περί καταστολής καταχρηστικών συμπεριφορών επί συνεταιρισμού γαλακτοπαραγωγών, για τον οποίο διαπιστώθηκε ότι διαθέτει ισχύ στην αγορά, εφόσον, στο πλαίσιο εφαρμογής της νομοθεσίας τους, οι αρμόδιες περί ανταγωνισμού εθνικές αρχές προβούν σε συμβιβασμό όλων των σκοπών που απαριθμούνται στο άρθρο 33 ΕΚ. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να εξακριβώσει αν οι εθνικές αρχές προέβησαν σε έναν τέτοιο συμβιβασμό. Ο σκοπός της αυξήσεως του εισοδήματος των παραγωγών, όπως αυτός τίθεται στο άρθρο 33, παράγραφος 1, στοιχείο β', ΕΚ, δεν μπορεί να δικαιολογήσει ενδεχόμενη καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσεως.
Γ — Επί των λοιπών προδικαστικών ερωτημάτων
1) Επί του δευτέρου ερωτήματος, που αναφέρεται στη χρησιμοποίηση της ενδεικτικής τιμής για τους σκοπούς της εθνικής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
73.
Κατά τη Milk Marque, η χρησιμοποίηση της καθοριζόμενης κατ' εφαρμογήν του άρθρου 3 του κανονισμού 804/68 ενδεικτικής τιμής για τις ανάγκες τις εκτιθέμενες στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα έρχεται σε αντίθεση με τη σημασία και την έννοια της ενδεικτικής τιμής. Η τιμή αυτή αποτελεί το καθοριζόμενο από το Συμβούλιο όριο της εύλογης τιμής γάλακτος στην παραγωγή, αποτελεί δε αυτονόητο δικαίωμα των παραγωγών να επιδιώκουν την επίτευξη της ενδεικτικής αυτής τιμής.
74.
Κατά την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, το δεύτερο ερώτημα τους αιτούντος δικαστηρίου είναι εντελώς θεωρητικό και δεν αφορά την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου.
75.
Η Επιτροπή και η Dairy Industry Federation, καθώς και — επικουρικώς — η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, φρονούν ότι δεν μπορεί να υπάρξει αντίρρηση από απόψεως κοινοτικού δικαίου, για τη χρησιμοποίηση της ενδεικτικής τιμής ως μέσου συγκρίσεως στο πλαίσιο της εφαρμογής της εθνικής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού, ή ότι, εν πάση περιπτώσει, το ζήτημα αυτό ανάγεται αποκλειστικώς στην εθνική νομοθεσία.
β) Εκτίμηση
76.
Κατά το άρθρο 234 ΕΚ, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφαίνεται, με προδικαστικές αποφάσεις, επί της ερμηνείας της Συνθήκης και των πράξεων των οργάνων της Κοινότητας. Συνεπώς, κατά πάγια νομολογία, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφαίνεται, στο πλαίσιο της προδικαστικής διαδικασίας, επί της ερμηνείας του εθνικού δικαίου ( 31 ).
77.
Με το δεύτερο προδικαστικό του ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ζητεί ουσιαστικώς να διευκρινιστεί αν η κοινή οργάνωση αγοράς γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων αποκλείει τη χρησιμοποίηση της καθοριζόμενης κατ' εφαρμογήν του άρθρου 3 του κανονισμού 804/68 ενδεικτικής τιμής προς εκτίμηση της ισχύος που κατέχει στην αγορά μια επιχείρηση, στο πλαίσιο μιας εθνικής διαδικασίας. Αντιθέτως προς την άποψη του Ηνωμένου Βασιλείου, το ζήτημα αυτό αφορά ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου και, κατά συνέπεια, πρέπει να θεωρηθεί παραδεκτό.
78.
Το πώς καθορίζεται σε εθνικό επίπεδο η ισχύς μας επιχειρήσεως στην αγορά, αποτελεί ζήτημα του εθνικού δικαίου. Από απόψεως κοινοτικού δικαίου, η απάντηση που πρότεινα για το πρώτο προδικαστικό ερώτημα αποδεικνύει ότι τίποτα δεν θίγει την, κατ' αρχήν, νομιμότητα μιας εθνικής διαδικασίας, στο πλαίσιο της οποίας ζητείται να εξεταστεί αν μια ορισμένη επιχείρηση κατέχουσα δεσπόζουσα θέση καταχράται την οικονομική της ισχύ. Συνεπώς, από απόψεως αρχής, τίποτα δεν αποκλείει τη χρησιμοποίηση της ενδεικτικής τιμής ως μέσου για τον καθορισμό της ισχύος που διαθέτει η οικεία επιχείρηση στην αγορά, μέσω της συγκρίσεως των πραγματικών τιμών με την ενδεικτική τιμή.
79.
Η χρησιμοποίηση αυτή ουδόλως επηρεάζει τον ρόλο της ενδεικτικής τιμής ως μέσου της πολιτικής οργανώσεως των αγορών.
80.
Συνεπώς, στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η λειτουργία που επιτελεί η καθοριζόμενη κατ' εφαρμογήν του άρθρου 3 του κανονισμού 804/68 ενδεικτική τιμή, ουδόλως αποκλείει τη χρησιμοποίηση της για τις ανάγκες διαδικασίας που έχει κινήσει η αρμόδια για τον ανταγωνισμό εθνική αρχή.
2) Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος, το οποίο αφορά το συμβιβαστό των επίμαχων μέτρων με τις αρχές της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών
α) Επιχειρήματα των συμμετεχόντων στη διαδικασία
81.
Η Milk Marque αναφέρεται, στο πλαίσιο του τρίτου ερωτήματος, στα αποτελούντα μέρος των επίμαχων μέτρων προσωρινά μέτρα και, ειδικότερα, στο προσωρινό μέτρο με το οποίο της απαγορεύεται να συνάψει άλλες «contract processing arrangements», δηλαδή συμφωνίες με επιχειρήσεις άλλων κρατών μελών με αντικείμενο τη μεταποίηση του γάλακτος. Αυτά τα προσωρινά μέτρα, αφενός, συνιστούν περιορισμό της εξαγωγής ακατέργαστου γάλακτος από το Ηνωμένο Βασίλειο, ο οποίος έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 29 ΕΚ, και, αφετέρου, συνιστούν απαγόρευση εισαγωγής ή εξαγωγής γαλακτοκομικών προϊόντων μεταξύ κρατών μελών. Επομένως, συνιστούν ποσοτικούς περιορισμούς της εισαγωγής και της εξαγωγής, πατά την έννοια των άρθρων 28 και 29 ΕΚ. Εξάλλου, τα προσωρινά αυτά μέτρα απαγορεύουν στη Milk Marque να ζητήσει την παροχή υπηρεσιών μεταποιήσεως από άλλα κράτη μέλη και, κατά συνέπεια, παραβαίνουν την αρχή της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών που απορρέει από το άρθρο 49 ΕΚ. Κατά τη Milk Marque, δεν συντρέχει κανένας λόγος που να δικαιολογεί αυτούς τους περιορισμούς. Πράγματι, οι περιορισμοί αυτοί επιβλήθηκαν για καθαρώς οικονομικούς λόγους, δηλαδή για να διασφαλιστεί στις εθνικές επιχειρήσεις μεταποιήσεως η φθηνή προμήθεια γάλακτος παραγομένου εγχωρίως. Εξάλλου, αυτοί οι περιορισμοί εισάγουν δυσμενείς διακρίσεις. Οι παρεκκλίσεις από τα άρθρα 30 και 46 ΕΚ δεν έχουν εφαρμογή, καθόσον ο τομέας αυτός έχει ήδη εναρμονιστεί με το σύστημα της ενδεικτικής τιμής και την κοινή οργάνωση της αγοράς γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων.
82.
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το άρθρο 29 ΕΚ αφορά μόνο εθνικά μέτρα τα οποία έχουν ως σκοπό ή ως αποτέλεσμα να περιορίζουν ειδικώς τον ρου των εξαγωγών και να δημιουργούν διαφορά μεταχειρίσεως μεταξύ του εσωτερικού εμπορίου κράτους μέλους και τους εξαγωγικού του εμπορίου, διασφαλίζοντας ιδιαίτερο πλεονέκτημα στην εγχώρια παραγωγή ή στην εσωτερική αγορά του οικείου κράτους μέλους. Επίσης, η Επιτροπή επισημαίνει ότι, κατά την απόφαση Επιτροπή κατά Γαλλίας ( 32 ), η εξαγωγή γάλακτος με σκοπό τη μεταποίηση του σε άλλα κράτη μέλη πρέπει να θεωρείται ως ελεύθερη κυκλοφορία ενός εμπορεύματος και όχι ως παροχή υπηρεσίας.
83.
Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Dairy Industry Federation συμφωνούν σε μεγάλο βαθμό με την ανάλυση της Επιτροπής. Αν, πάντως, τα εν λόγω μέτρα χαρακτηριστούν ως περιορισμοί στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, κατά την έννοια του άρθρου 49 ΕΚ, πρέπει να θεωρηθεί ότι δικαιολογούνται — πέραν του ότι εφαρμόζονται χωρίς δυσμενείς διακρίσεις και άλλες διαφοροποιήσεις — για λόγους δημοσίου συμφέροντος, προστασίας των καναναλωτών ή καταστολής του αθέμιτου ανταγωνισμού.
β) Εκτίμηση
84.
Υποβάλλοντας το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί ουσιαστικώς να διευκρινιστεί αν οι αρχές της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών αποκλείουν εθνικό μέτρο το οποίο, προς αποφυγή του ενδεχομένου εκμεταλλεύσεως εκ μέρους αγροτικού συνεταιρισμού της δεσπόζουσας θέσεως του, του επιβάλλει απαγόρευση μεταποιήσεως ακόμα και σε άλλα κράτη μέλη του γάλακτος που παράγει.
85.
Επιβάλλεται, αρχικώς, να σημειωθεί ότι μέτρα αυτού του είδους πρέπει να εξετάζονται, αποκλειστικώς, υπό το πρίσμα των διατάξεων της Συνθήκης περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Αυτό προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία παροχή που οδηγεί «άμεσα στην παραγωγή ενός υλικού αντικειμένου» πρέπει να εξετάζεται, λόγω του επικουρικού χαρακτήρα της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών που καθιερώνει το άρθρο 50 ΕΚ, υπό το αποκλειστικό πρίσμα των διατάξεων περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων ( 33 ).
86.
Η διαφορά της κύριας δίκης αφορά, προφανώς, εθνικό μέτρο που απαγορεύει, εν πάση περιπτώσει, τη μεταποίηση γάλακτος για λογαριασμό της Milk Marque στο Ηνωμένο Βασίλειο και σε άλλα κράτη μέλη.
87.
Επιβάλλεται, αρχικώς, να εξεταστεί αν το άρθρο 29 ΕΚ απαγορεύει τη λήψη εθνικού μέτρου όπως αυτό για το οποίο πρόκειται στην κύρια δίκη. Πράγματι, το άρθρο 29 ΕΚ απαγορεύει τους ποσοτικούς περιορισμούς κατά την εξαγωγή, καθώς και οποιοδήποτε μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος. Ορθώς υποστηρίζει η Επιτροπή ότι, με πάγια νομολογία του, το Δικαστήριο έχει ερμηνεύσει αυτή την απαγόρευση κατά τρόπο συσταλτικό: στην απαγόρευση εμπίπτουν μόνο εκείνα τα μέτρα τα οποία «έχουν ως σκοπό ή ως αποτέλεσμα να περιορίζουν ειδικώς τον ρου των εξαγωγών και να δημιουργούν διαφορά μεταχειρίσεως μεταξύ του εσωτερικού εμπορίου κράτους μέλους και του εξαγωγικού του εμπορίου, διασφαλίζοντας ιδιαίτερο πλεονέκτημα στην εθνική παραγωγή ή στην εσωτερική αγορά του ενδιαφερομένου κράτους» ( 34 ).
88.
Είναι αμφίβολο αν στην κύρια δίκη πρόκειται για τέτοιου είδους μέτρο, δεδομένου ότι η επιβληθείσα από τις εθνικές αρχές απαγόρευση αφορά προφανώς τόσο τη μεταποίηση εντός του Ηνωμένου Βασιλείου όσο και τη μεταποίηση σε άλλα κράτη μέλη. Πάντως, το ζήτημα αυτό μπορεί να παραμείνει ανοιχτό, δεδομένου ότι η νομολογία του Δικαστηρίου αποκλείει τη δυνατότητα επικλήσεως των θεμελιωδών ελευθεριών προς μοναδικό σκοπό την παράκαμψη μιας εθνικής νομοθεσίας. Ορθώς η Επιτροπή προβάλλει σχετικώς την απόφαση Leclerc κ.λπ. ( 35 ), κατά την οποία δεν χωρεί επίκληση του άρθρου 28 ΕΚ στην περίπτωση κατά την οποία τα οικεία εμπορεύματα «εξήχθησαν αποκλειστικώς για να επανεισαχθούν με σκοπό την αποφυγή νομοθεσίας όπως η επίδικη» ( 36 ). Αξιοσημείωτο είναι ότι το Δικαστήριο στην απόφαση του αυτή αναφέρθηκε αποκλειστικώς και μόνον στο άρθρο 28 ΕΚ.
89.
Προφανώς, σκοπός του επίμαχου εν προκειμένω μέτρου είναι να αποτραπεί το ενδεχόμενο παρακάμψεως της επιβαλλόμενης από τις εθνικές αρχές απαγορεύσεως συμπεριφορών κρινομένων ως εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσεως, μέσω εξαγωγής και επανεισαγωγής του γάλακτος.
90.
Συνεπώς, στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα άρθρα 28 έως 30 ΕΚ δεν αποκλείουν την εκ μέρους κράτους μέλους εφαρμογή της εθνικής τους νομοθεσίας, όπως αυτή για την οποία πρόκειται στην παρούσα υπόθεση, βάσει της οποίας απαγορεύεται σε συνεταιρισμό παραγωγών γάλακτος, ως προς τον οποίο διαπιστώθηκε ότι κατέχει ισχύ στην αγορά, να αποστέλλει γάλα παραχθέν από τα μέλη του προς μεταποίηση από αντισυμβαλλομένους του και για λογαριασμό του, ακόμα και σε άλλα κράτη μέλη, όταν σκοπός της απαγορεύσεως αυτής είναι η αποτροπή καταχρηστικής εκμεταλλεύσεως δεσπόζουσας θέσεως.
3) Επί του τετάρτου ερωτήματος που αφορά την αρχή της απαγορεύσεοος των διακρίσεων
α) Επιχειρήματα των συμμετεχόντων στη διαδικασία
91.
Αναφορικά με το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα, η Milk Marque και η NFU υποστηρίζουν ότι τα επίμαχα μέτρα συνεπάγονται δυσμενή διάκριση της Milk Marque, κατά παράβαση των άρθρων 12 και 34 ΕΚ, σε σχέση με τους υπόλοιπους παραγωγούς γάλακτος του Ηνωμένου Βασιλείου και σε σχέση με παρόμοιους συνεταιρισμούς σε άλλα κράτη μέλη. Καθόσον του απαγορεύεται να οργανωθεί καθέτως και να αποστέλει το γάλα του προς μεταποίηση στους αντισυμβαλλομένους του, επιβάλλεται στον συνεταιρισμό Milk Marque απαγόρευση ασκήσεως μιας δραστηριότητας την οποία νομίμως ασκούν άλλοι γαλακτοπαραγωγοί στο Ηνωμένο Βασίλειο και άλλοι συνεταιρισμοί σε άλλα κράτη μέλη. Τα επίμαχα εθνικά μέτρα εφαρμόζονται μόνο επί των μελών του συνεταιρισμού Milk Marque και όχι επί όλων των παραγωγών γάλακτος του Ηνωμένου Βασιλείου, δεν ελήφθησαν βάσει αντικειμενικών κριτηρίων και, δεδομένου ότι επηρεάζουν τη λειτουργία της κοινής οργανώσεως αγοράς γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων, δεν είναι αντικειμενικώς δικαιολογημένα.
92.
Η Επιτροπή, αντιθέτως, φρονεί ότι πρόκειται μάλλον για διαφορά μεταχειρίσεως και για στρεβλώσεις κατά την έννοια της αποφάσεως Walt Wilhelm ( 37 ), που αποτελούν συνέπεια των διαφορών που υφίστανται μεταξύ των νομοθεσιών των κρατών μελών οι οποίες εφαρμόζονται βάσει αντικειμενικών κριτηρίων και χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η ιθαγένεια.
93.
Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Dairy Industry Federation φρονούν, επίσης, ότι δεν συντρέχει περίπτωση άνισης μεταχείρισης και ότι, αν θεωρηθεί ότι συντρέχει τέτοια περίπτωση, αυτή είναι αντικειμενικά δικαιολογημένη.
β) Εκτίμηση
94.
Με το τέταρτο προδικαστικό του ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ζητεί, ουσιαστικώς, να διευκρινιστεί αν τα επίμαχα μέτρα έχουν ως αποτέλεσμα αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση εις βάρος του προσφεύγοντος στην κύρια δίκη.
95.
Όσον αφορά το άρθρο 12 ΕΚ, σημειώνεται ότι από τη διάταξη παραπομπής δεν προκύπτει κανένα στοιχείο περί δυσμενούς διακρίσεως εις βάρος του συνεταιρισμού Milk Marque, λόγω της ιθαγένειάς του. Ορθώς η Επιτροπή επικαλείται την απόφαση Walt Wilhelm, κατά την οποία, η διάταξη αυτή «δεν αφορά τις ενδεχόμενες διαφορές στη μεταχείριση και τις στρεβλώσεις που μπορούν να προκύψουν για τα πρόσωπα και τις επιχειρήσεις που υπάγονται στη δικαιοδοσία της Κοινότητας από τη διάσταση που υφίσταται μεταξύ των νομοθεσιών των διαφόρων κρατών μελών, εφόσον αυτές καταλαμβάνουν κάθε πρόσωπο που εμπίπτει στην εφαρμογή τους, σύμφωνα με αντικειμενικά κριτήρια και ανεξαρτήτως της ιθαγενείας τους» ( 38 ).
96.
Η Milk Marque και η NFU υποστηρίζουν, στη συνέχεια, ότι τα επίμαχα μέτρα έχουν ως αποτέλεσμα «δυσμενή διάκριση μεταξύ παραγωγών ή καταναλωτών της Κοινότητας» εμπίπτουσα στην απαγόρευση του άρθρου 34, παράγραφος 2, ΕΚ.
97.
Ανακύπτει, επίσης, το ζήτημα αν άνιση μεταχείριση μεταξύ παραγωγών ενός μόνο κράτους μέλους εμπίπτει, επίσης, στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 34, παράγραφος 2, ΕΚ. Στην παρούσα υπόθεση το ζήτημα αυτό μπορεί να παραμείνει ανοιχτό, καθόσον/οι καταστάσεις είναι εντελώς ανόμοιες. Η διαφορετική μεταχείριση του συνεταιρισμού Milk Marque σε σύγκριση με άλλους παραγωγούς ή καταναλωτές τόσο του Ηνωμένου Βασιλείου όσο και της αλλοδαπής έχει ως μοναδικό λόγο τη δεσπόζουσα θέση που κατέχει ο εν λόγω συνεταιρισμός και την καταχρηστική της εκμετάλλευση. Πέραν των προαναφερθεισών διαφορών μεταξύ των νομοθεσιών των διαφόρων κρατών μελών ( 39 ), η απαγόρευση καταχρηστικής εκμεταλλεύσεως δεσπόζουσας θέσεως ισχύει, προφανώς, για όλες τις επιχειρήσεις του Ηνωμένου Βασιλείου. Συνεπώς, δεν συντρέχει περίπτωση διαφορετικής μεταχειρίσεως.
V — Πρόταση
98.
Βάσει των ανωτέρω σκέψεων προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στα ερωτήματα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο τις ακόλουθες απαντήσεις:
«1)
Τα άρθρα 32 έως 38 ΕΚ, ο κανονισμός 26 και ο κανονισμός 804/68, όπως τροποποιήθηκε, έχουν την έννοια ότι δεν αποκλείουν, κατ' αρχήν, τη δυνατότητα κράτους μέλους να εφαρμόσει την εθνική του νομοθεσία περί καταστολής καταχρηστικών συμπεριφορών επί συνεταιρισμού γαλακτοπαραγωγών, για τον οποίο διαπιστώθηκε ότι διαθέτει ισχύ στην αγορά, εφόσον, στο πλαίσιο εφαρμογής της νομοθεσίας τους, οι αρμόδιες περί ανταγωνισμού εθνικές αρχές προβούν σε συμβιβασμό όλων των σκοπών που απαριθμούνται στο άρθρο 33 ΕΚ. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να εξακριβώσει αν οι εθνικές αρχές προέβησαν σε έναν τέτοιο συμβιβασμό. Ο σκοπός της αυξήσεως του εισοδήματος των παραγωγών, όπως αυτός τίθεται στο άρθρο 33, παράγραφος 1, στοιχείο β', ΕΚ, δεν μπορεί να δικαιολογήσει ενδεχόμενη καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσεως.
2)
Η λειτουργία που επιτελεί η καθοριζόμενη κατ' εφαρμογήν του άρθρου 3 του κανονισμού 804/68 ενδεικτική τιμή, δεν αποκλείει τη χρησιμοποίηση της για τον έλεγχο της τιμολογιακής πολιτικής μιας συγκεκριμένης επιχειρήσεως και της τυχόν εκ μέρους της κατοχής θέσεως ισχύος στην αγορά.
3)
Τα άρθρα 28 έως 30 ΕΚ δεν αποκλείουν την εκ μέρους κράτους μέλους εφαρμογή της εθνικής τους νομοθεσίας, όπως αυτή για την οποία πρόκειται στην παρούσα υπόθεση, βάσει της οποίας απαγορεύεται σε συνεταιρισμό παραγωγών γάλακτος, ως προς τον οποίο διαπιστώθηκε ότι κατέχει ισχύ στην αγορά, να αποστέλλει γάλα παραχθέν από τα μέλη του προς μεταποίηση από αντισυμβαλλομένους του και για λογαριασμό του, ακόμα και σε άλλα κράτη μέλη, όταν σκοπός της απαγορεύσεως αυτής είναι η αποτροπή καταχρηστικής εκμεταλλεύσεως δεσπόζουσας θέσεως.
4)
Η γενική αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων και η συγκεκριμένη έκφρασή της στα άρθρα 12 και 34, παράγραφος 2, ΕΚ, δεν αποκλείουν, κατ' αρχήν, την εφαρμογή εθνικών νομοθετικών ρυθμίσεων, όπως αυτές για τις οποίες πρόκειται στην παρούσα υπόθεση, οι οποίες απαγορεύουν σε συνεταιρισμό γαλακτοπαραγωγών να αγοράσει ή να κατασκευάσει νέες εγκαταστάσεις για τη μεταποίηση γάλακτος ή να αποστείλει γάλα σε αντισυμβαλλομένους του με σκοπό τη μεταποίηση του, είτε στο οικείο κράτος μέλος είτε σε άλλα κράτη μέλη, εφόσον διά των ρυθμίσεων αυτών σκοπείται η καταστολή της καταχρηστικής εκμεταλλεύσεως δεσπόζουσας θέσεως στην αγορά.»
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
( 2 ) Το αν μια επιχείρηση διαθέτει πράγματι «ισχύ στην αγορά», αποτελεί ζήτημα της εσωτερικής νομοθεσίας. Στο πλαίσιο αυτών των προτάσεων μου θεωρώ ότι η Milk Marque κατέχει δεσπόζουσα θέση, όπως προκύπτει από τα προδικαστικά ερωτήματα.
( 3 ) Κανονισμός περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομίκών προϊόντων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 82).
( 4 ) Κανονισμός για τον καθορισμό της ενοεικπχής τιμής του γάλακτος και των τιμών παρεμβάσεως του βουτύρου και του εκοκορυφωμενου γάλακτος οε σκόνη για την γαλακτοκομική περίοδο 1997/1998 (ΕΕ L 170. σ. 6).
( 5 ) Περί εφαρμογής ορισμένων κανόνων ανταγωνισμού στην παραγωγή και την εμπορία γεωργικών προϊόντων (ΕΕ ειδ. εκδ. 03/001, σ. 35).
( 6 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1995, C-415/93, Bosman (Συλλογή 1995, σ. I-4921, σκέψεις 59 έως 61)· της 29ης Ιουνίου 1999, C-60/98, Butterfly Music (Συλλογή 1999, σ. Ι-3939, σκέψη 13), και της 21ης Οκτωβρίου 1999, C-97/98, Jägerskiöld (Συλλογή 1999, σ. Ι-7319, σκέψη 21).
( 7 ) Κανονισμός της 20ής Ιουνίου 1978, περί τροποποιήσεως του κανονισμού 804/68 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/21, σ. 211).
( 8 ) Βλ. σχετικώς Winkler, στο Immenga/Mestmäcker, ΕG-Wettebewerbsrecht, τόμ. ΙΙ, Κανονισμός 26, σημεία 87επ., καθώς και τις εχεί παραπομπές.
( 9 ) Αποφάσεις της 2ας Δεκεμβρίου 1986, 23/84, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Συλλογή 1986, σ. 3581)· της 24ης Μαρτίου 1988, 347/85, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής (Συλλογή 1988, σ. 1749)· τησ 27ης Μαρτίου 1990C-372/88, Cricket St Thomas (Συλλογή 1990, σ. Ι-1345), και της 24ης Μαρτίου 1994, C-40/92, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Συλλογή 1994, σ. Ι-989).
( 10 ) Απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 1979, 10/79 (Συλλογή τόμος 1979/11, σ. 611).
( 11 ) Η Milk Marque παραπέμπει σχετικώς στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Tesauro στην υπόθεση Bayerische Motorenwerke (απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 1995, C-70/93, Συλλογή 1995, σ. Ι-3439, σκέψεις 36 έως 40).
( 12 ) Παραπέμπει σχετικώς στις αποφάσεις της 16ης Δεκεμβρίου 1975, Suiker 40/73, 41/73, 42/73, 43/73, 44/73, 45/73, 46/73, 47/73, 48/73, 50/73, 54/73, 55/73, 56/73, 111/73, 113/73, 114/73, Unie κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1975, σ. 507), και της 14ης Φεβρουαρίου 1978, 27/76 United Brands κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1978, σ. 75).
( 13 ) Απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 1969, 14/68, Wilhelm κ.λπ. (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 1, σκέψη 4).
( 14 ) Βλ., πάντως, Schwarze-Hix, EU-Kommentar, άρθρο 36 ΕΚ, σημείο 1.
( 15 ) Ο Winkler, π.χ., στο Immenga Mcslmäckcr, EG-Weubemrbsrecht, τόμος II, Γεωργία, κανονισμός 26, άρθρο 2, σημείο 12, ερμηνεύει ως εξής τον σκοπό τικ εξαιρέσεως που εισάγει στον τομέα αυτό το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 26: «Ο νομοθέτης επιτρέπει στους γεωργούς να περιέλθουν σεθέση τέτοια που να τους παρέχει τη δυνατότητα επιτυχούς συμμετοχής στον ανταγωνισμό συνάπτοντας, μεταξύ τοις καιμετους αγοραστές, συμπράξεις οι οποίες, κατ' αρχήν, απαγορεύονται από το δίκαιο ανταγωνισμού».
( 16 ) Αρθρο 33, παράγραφος 1, στοιχείο β', ΕΚ.
( 17 ) Mailänder, στο Gemeinschaftskommentar, Müller-Henneberg/ Schwartz, Gesetz gegen Wettbewerbsbeschränkungen und Europäisches Kartellrecht, Συνθήκη ΕΚ, εξαιρέσεις, σημείο 29. Σύμφωνη γνώμη του Winkler, στο Immenga/Mestmäcker, όπ.π., Γεωργία, σημείο 1.
( 18 ) Αποφάσεις της 29ης Νοεμβρίου 1978, 83/78, Redmond (Συλλογή τόμος 1978, σ. 681, σκέψη 57), και της 26ης Ιουνίου 1979,177/78, McCarren (Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 67, σκέψη 15). Βλ., επίσης, Grabitz-Gilsdorf/Sack, Kommentar zum EWG-Vertrag, άρθρο/42, υποσημείωση 2, και Winkler, στο Immenga/Mestmäcker, όπ.π., Γεωργία, άρθρο/42, πρώτο εδάφιο, ΕΚ, σημείο 2.
( 19 ) Winkler, στο Immenga Mestmäcker, όπ.π., Γεωργία, άρθρο 42, πρώτο εδάφιο, ΕΚ, σημείο 2.
( 20 ) Βλ., υπ' αυτή την έννοια, αποφάσεις Toffoli κ.λπ. (προαναφερθείσα, σκέψη 11), και της 7ης Φεβρουάριου 1984, 166/82 Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1984, σ. 459, σκέψη 23). Σχετικώς, μπορεί να παραμείνει ανοικτό το ζήτημα αν το άρθρο 37, παράγραφος 2, ΕΚ θεμελιώνει συντρέχουσα αρμοδιότητα (υπέρ αυτής της απόψεως, Schwarze-Hix, όπ.π., άρθρο 37 ΕΚ, σημείο 24, όπου και σχετικές παραπομπές) ή αποκλειστική αρμοδιότητα της Κοινότητας, καθόσον αυτή προέβη σε άσκηση, όσον άφορα την αγορά γάλακτος, της αρμοδιότητα της με αποτέλεσμα τα μέτρα γεωργικής πολιτικής να εμπίπτουν, εν πάση περιπτώσει, στην αποκλειστική της αρμοδιότητα (βλ., διατυπωμένη υπό γενικούς όρους, απόφαση της 14ης Ιουλίου 1994, C-438/92 Rustica Semences (Συλλογή 1994, σ. Ι-3519, σκέψη 16).
( 21 ) Απόφαση της 18ης Μαίου 1977, 111/76, Van den Hazel (Συλλογή τόμος 1977, σ. 271, σκέψη 13). Βλ, επίσης, απόφαση Redmond (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 18, σκεψεις 56 επ.).
( 22 ) Απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1974, 48/74, Chaimasson (Συλλογή τόμος 1974, σ. 559, σκέψη 26).
( 23 ) Αποφάσεις της 23ης Ιανουαρίου 1975, 31/74, Galli (Συλλογή τόμος 1975, σ. 7), και 51/74, Van der Hulst (Συλλογή τόμος 1975, σ. 29)· της 26ης Φεβρουαρίου 1976, 65/75, Tasca (Συλλογή τόμος 1976, σ. 125), και 88/75, 89/75, 90/75, SADAM κ.λπ. (Συλλογητόμος 1976, σ. 129), και της 29ης Ιουνίου 1978, 154/77, Dechmann (Συλλογή τόμος 1978, σ. 507).
( 24 ) Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου επικαλείται, σχετικώς, την απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 1989, 68/88, Επιτροπή κατά Ελλάδος (Συλλογή 1989, σ. 2965, σκέψεις 23 επ.).
( 25 ) Προαναφερθείσα στην υποοημείωση 13.
( 26 ) Βλ., μεταξύ άλλων, Gavalda/Paileani, Droit des affaires de l'Union européenne, 3η έκδ., σημεία 401 επ.
( 27 ) Βλ. ανωτέρω, σημεία 41 επ.
( 28 ) Ως προς την προτεραιότητα της γεωργικής πολιτικής έναντι των σκοπών της Συνθήκης στον τομέα του ανταγωνισμού, βλ. αποφάσεις της 29ης Οκτωβρίου 1980, 139/79, Maizena κατά Συμβουλίου (Συλλογή τόμος 1980/III, σ. 359, σκέψη 23), και της 5ης Οκτωβρίου 1994, C-280/93, Γερμανία κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1994, σ. Ι-4973, σκέψη 61).
( 29 ) Απόφαση της 11ης Μαρτίου 1987, 27/85, Vandemoortele κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. 1129, σκέψη 20).
( 30 ) Απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 1984, 59/83, Biovilac κατά EOK (Συλλογή 1984, σ. 4057, σκέψη 16).
( 31 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 19ης Μαρτίου 1964, 75/63, Unger (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 1087), και της 18ης Δεκεμβρίου 1997, C-309/96, Annibaldi (Συλλογή 1997, σ. Ι-7493, σκέψη 13).
( 32 ) Απόφαση της 7ης Μαΐου 1985, 18/84 (Συλλογή 1985, σ. 1339).
( 33 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση Επιτροπή κατά Γαλλίας (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 32, σκέψη 12).
( 34 ) Αποφάσεις της 8ης Νοεμβρίου 1979, 15/79, Groenveld (Συλλογή τόμος 1979/11, σ. 649, σκέψη 7)· της 14ης Ιουλίου 1981,155/80, Oebel (Συλλογή 1981, σ. 1993, σκέψη 15)· της 9ης Ιουνίου 1992, C-47/90, Delhaize και Le Lion (Συλλογή 1992, σ. Ι-3669, σκέψη 12)· της 25ης Ιουνίου 1998, C-203/96, Dusseldorp κ.λπ. (Συλλογή 1998, σ. Ι-4075, σκέψη 40), και της 16ης Μαΐου 2000, C-388/95, Βέλγιο κατά Ισπανίας (Συλλογή 2000, σ. Ι-3123, σκέψη 41).
( 35 ) Απόφαση της 10ης Ιανουαρίου 1985, 229/83 (Συλλογή 1985, σ. 1).
( 36 ) Σκέψη 27.
( 37 ) Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 13, σκέψη 13.
( 38 ) Σκέψη 13.
( 39 ) Βλ. σκέψη 95.
Full & Egal Universal Law Academy