Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ, προσφυγή έχουσα ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι, μη θεσπίζοντας τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να διασφαλίσει, όσον αφορά τους τρεις αποτεφρωτήρες που είναι εγκατεστημένοι στο Mazo και στο Barlovento επί της νήσου La Palma (Ισπανία), την εφαρμογή:
- του άρθρου 2 της οδηγίας 89/369/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 1989, σχετικά με την πρόληψη της ατμοσφαιρικής ρυπάνσεως που προκαλείται από τις νέες εγκαταστάσεις καύσεως αστικών απορριμμάτων , στον βαθμό που οι εν λόγω αποτεφρωτήρες λειτουργούν χωρίς να έχει χορηγηθεί συναφώς οποιαδήποτε άδεια,
- του άρθρου 6 της οδηγίας, στον βαθμό που, όσον αφορά τους εν λόγω αποτεφρωτήρες, οι αρμόδιες αρχές:
- δεν προέβησαν στις περιοδικές μετρήσεις των προβλεπομένων από το ανωτέρω άρθρο παραμέτρων,
- δεν ενέκριναν εκ των προτέρων τις διαδικασίες δειγματοληψιών και μετρήσεων και δεν προσδιόρισαν τη θέση των σημείων μετρήσεως,
- δεν καθόρισαν κανένα πρόγραμμα μετρήσεων,
- του άρθρου 7 της ίδιας οδηγίας, στον βαθμό που οι εν λόγω αποτεφρωτήρες δεν είναι εξοπλισμένοι με εφεδρικούς καυστήρες, γεγονός που δεν επιτρέπει να επιτυγχάνεται η ελάχιστη θερμοκρασία καύσεως των 850 oC, ειδικότερα κατά τη θέση σε λειτουργία και κατά την παύση αυτής,
το Βασίλειο της Ισπανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την ανωτέρω οδηγία.
2. Η Επιτροπή ζητεί επίσης την καταδίκη του Βασιλείου της Ισπανίας στα δικαστικά έξοδα.
Ι - Νομικό πλαίσιο
3. Η οδηγία 84/360/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1984, σχετικά με την καταπολέμηση της ατμοσφαιρικής ρυπάνσεως από τις βιομηχανικές εγκαταστάσεις , προβλέπει μέτρα και διαδικασίες προλήψεως και/ή μειώσεως της ατμοσφαιρικής ρυπάνσεως που προέρχεται από βιομηχανικές εγκαταστάσεις εντός της Κοινότητας.
4. Η οδηγία 89/369 αποσαφήνισε τις απορρέουσες από την οδηγία 84/360 υποχρεώσεις σχετικά με τις νέες εγκαταστάσεις καύσεως των αστικών απορριμμάτων, ρυθμίζοντας τα της αδείας, του εξοπλισμού και της λειτουργίας τους.
5. Κατά το άρθρο 1, περίπτωση 5, της οδηγίας 89/369, νοείται ως «νέα εγκατάσταση καύσεως αστικών απορριμμάτων η εγκατάσταση καύσεως των αστικών απορριμμάτων, η άδεια λειτουργίας της οποίας χορηγήθηκε μετά από την ημερομηνία που καθορίζεται στο άρθρο 12, παράγραφος 1».
Το άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/369 προβλέπει ότι «[τ]α κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθούν προς τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας πριν από την 1η Δεκεμβρίου 1990».
6. Το άρθρο 2 της οδηγίας 89/369 ορίζει:
«Υπό την επιφύλαξη του άρθρου 4 της οδηγίας 84/360/ΕΟΚ, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε η άδεια εκμεταλλεύσεως, η οποία χορηγείται εκ των προτέρων για τη λειτουργία κάθε νέας εγκαταστάσεως καύσεως αστικών απορριμμάτων, σύμφωνα με το άρθρο 3 της οδηγίας 84/360/ΕΟΚ και με το άρθρο 8 της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ , να εξαρτάται από την τήρηση των όρων που καθορίζονται στα άρθρα 3 έως 10 της παρούσας οδηγίας.»
7. Το άρθρο 6 της οδηγίας 89/369 προβλέπει:
«1. Στις νέες εγκαταστάσεις καύσεως αστικών απορριμμάτων πραγματοποιούνται οι ακόλουθες μετρήσεις:
α) συγκέντρωση ορισμένων ουσιών στα καυσαέρια:
i) μετρούνται και καταγράφονται συνεχώς οι συγκεντρώσεις του ολικού κονιορτού, του CO, του οξυγόνου και του HCl, όταν το ονομαστικό δυναμικό της εγκαταστάσεως είναι ίσο ή μεγαλύτερο από 1 t/h [τόνο ανά ώρα],
ii) μετρούνται περιοδικά:
- οι συγκεντρώσεις των βαρέων μετάλλων που αναφέρονται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, του HF και του SO2, στην περίπτωση εγκαταστάσεων με ονομαστικό δυναμικό της εγκαταστάσεως ίσο ή μεγαλύτερο από 1 t/h,
- οι συγκεντρώσεις ολικού κονιορτού, HCl, CO και οξυγόνου, στην περίπτωση εγκαταστάσεων με ονομαστικό δυναμικό μικρότερο από 1 t/h,
- οι συγκεντρώσεις οργανικών ενώσεων (εκφραζόμενες σε ολικό άνθρακα) γενικά·
β) παράμετροι λειτουργίας:
i) μετρούνται και καταγράφονται συνεχώς η θερμοκρασία των αερίων, στην περιοχή όπου πληρούνται οι συνθήκες που επιβάλλονται από το άρθρο 4, παράγραφος 1, και η περιεκτικότητα των καυσαερίων σε υδρατμούς. Η συνεχής μέτρηση της περιεκτικότητας σε υδρατμούς δεν είναι απαραίτητη, υπό τον όρο ότι το καυσαέριο αποξηραίνεται πριν από την ανάλυση των εκπομπών,
ii) κατά την αρχική θέση σε λειτουργία μιας εγκαταστάσεως καύσεως και υπό τις δυσμενέστερες προβλεπόμενες συνθήκες λειτουργίας, ο χρόνος παραμονής των καυσαερίων στην ελάχιστη θερμοκρασία των 850 oC που καθορίζεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, πρέπει να επαληθεύεται τουλάχιστον μία φορά με τον κατάλληλο τρόπο.
[...]
3. Η καταγραφή, επεξεργασία και παρουσίαση όλων των αποτελεσμάτων των μετρήσεων γίνονται με τον κατάλληλο τρόπο, ώστε οι αρμόδιες αρχές να μπορούν να εξακριβώνουν, σύμφωνα με διαδικασίες που καθορίζουν, αν τηρούνται οι επιβαλλόμενοι όροι.
4. Οι διαδικασίες δειγματοληψίας και μετρήσεων που χρησιμοποιούνται προκειμένου να ελεγχθεί η τήρηση των υποχρεώσεων που καθορίζονται στην παράγραφο 1 καθώς και η θέση των σημείων δειγματοληψίας ή μετρήσεων πρέπει να εγκρίνονται προηγουμένως από τις αρμόδιες αρχές.
5. Στην περίπτωση περιοδικών μετρήσεων, οι αρμόδιες αρχές καθορίζουν κατάλληλα προγράμματα μετρήσεων, κατά τρόπον ώστε να εξασφαλίζεται ότι τα αποτελέσματα είναι αντιπροσωπευτικά του συνήθους επιπέδου εκπομπής των εξεταζόμενων ουσιών.
Τα λαμβανόμενα αποτελέσματα πρέπει να είναι αντιπροσωπευτικά για να είναι δυνατή η επαλήθευση της τηρήσεως των σχετικών οριακών τιμών.»
8. Κατά το άρθρο 7 της οδηγίας 89/369:
«Κάθε νέα εγκατάσταση καύσεως αστικών απορριμμάτων εξοπλίζεται με εφεδρικούς καυστήρες. Οι καυστήρες αυτοί τίθενται αυτομάτως σε λειτουργία μόλις σημειωθεί πτώση της θερμοκρασίας των καυσαερίων κάτω από 850 °C. Οι εφεδρικοί καυστήρες χρησιμοποιούνται επίσης κατά τη θέση σε λειτουργία ή την παύση λειτουργίας της εγκαταστάσεως, ούτως ώστε να εξασφαλίζεται ότι η προαναφερόμενη ελάχιστη θερμοκρασία διατηρείται συνεχώς κατά τις εν λόγω εργασίες και για όσο διάστημα τα απορρίμματα [βρίσκονται] στον θόλο καύσεως.»
ΙΙ - Τα πραγματικά περιστατικά και η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
9. Το 1993 περιήλθε στην Επιτροπή καταγγελία στρεφόμενη κατά της αποφάσεως με την οποία το νησιωτικό συμβούλιο της νήσου La Palma ενέκρινε την εγκατάσταση πέντε αποτεφρωτήρων σε διάφορες περιοχές της νήσου (δύο στο El Paso, δύο στο Mazo και ενός στο Barlovento), με βάση παρατυπίες αφορώσες την έκδοση της αδείας και τη λειτουργία των αποτεφρωτήρων.
10. Με έγγραφο της 4ης Φεβρουαρίου 1994, καθώς και έγγραφο υπομνήσεως της 3ης Αυγούστου 1994, η Επιτροπή κάλεσε τις ισπανικές αρχές να της υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους επί των προσαπτομένων περιστατικών εντός προθεσμίας δύο και ενός μήνα αντίστοιχα.
11. Με έγγραφο της 19ης Δεκεμβρίου 1994, οι ισπανικές αρχές αναγνώρισαν ότι οι αποτεφρωτήρες δεν ήσαν σύμφωνοι προς τις επιταγές της κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως δεδομένου ότι δεν ήσαν εξοπλισμένοι με εφεδρικά συστήματα εγχύσεως του καυσίμου ούτε με θαλάμους καύσεως των αερίων. Για τον λόγο αυτό, η διάρκεια λειτουργίας τους περιορίστηκε έως την 1η Δεκεμβρίου 1995. Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, η Επιτροπή απηύθυνε στις 26 Ιουνίου 1995 στο Βασίλειο της Ισπανίας έγγραφο οχλήσεως, χωρίς να λάβει υπόψη την αποσταλείσα στις 19 Δεκεμβρίου 1994 απάντηση των ισπανικών αρχών.
12. Στις 20 Νοεμβρίου 1995 η Επιτροπή εξέτασε τον φάκελο από κοινού με τις ισπανικές αρχές στα πλαίσια συσκέψεως που πραγματοποιήθηκε στη Μαδρίτη (Ισπανία). Κατά τη διάρκεια της ανωτέρω συσκέψεως, οι ισπανικές αρχές διευκρίνισαν ότι, μετά τη θέση σε λειτουργία του νέου αποτεφρωτήρα του Mendo επί της νήσου La Palma, μπορούσε να αντιμετωπιστεί το ενδεχόμενο της οριστικής παύσεως λειτουργίας τεσσάρων από τους πέντε αποτεφρωτήρες που αποτελούσαν αντικείμενο της καταγγελίας. Επιπλέον, οι ισπανικές αρχές επισήμαναν ότι, ελλείψει άλλων λύσεων, το εργοστάσιο καύσεως του Barlovento εξακολουθούσε να λειτουργεί, διευκρινίζοντας ότι οι αρχές των Καναρίων Νήσων ανέλαβαν τη δέσμευση να επιλύσουν το ζήτημα κατά τη διάρκεια του 1996.
13. Τα πληροφοριακά στοιχεία που διαβίβασαν οι ισπανικές αρχές στην Επιτροπή κοινοποιήθηκαν στους καταγγέλλοντες, οι οποίοι διέψευσαν τα περί της οριστικής παύσεως λειτουργίας των τεσσάρων από τους πέντε αποτελούντες το αντικείμενο της καταγγελίας αποτεφρωτήρες και υποστήριξαν ότι οι δύο αποτεφρωτήρες του Mazo και εκείνος του Barlovento εξακολουθούσαν να λειτουργούν.
14. Με έγγραφο της 18ης Δεκεμβρίου 1996, καθώς και με έγγραφο υπομνήσεως της 11ης Φεβρουαρίου 1997, η Επιτροπή κάλεσε τις ισπανικές αρχές να της υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους επί των δηλώσεων των καταγγελλόντων.
15. Στις 20 Φεβρουαρίου 1997 οι ισπανικές αρχές απέστειλαν στην Επιτροπή έγγραφο, το οποίο, πάντως, δεν απαντούσε στον ισχυρισμό των καταγγελλόντων. Οι ισπανικές αρχές γνωστοποίησαν στην Επιτροπή το πρόγραμμα ολοκληρωμένης διαχειρίσεως των απορριμμάτων των Καναρίων Νήσων. Κατόπιν αυτού, με έγγραφο της 4ης Απριλίου 1997, η Επιτροπή κάλεσε εκ νέου τις ισπανικές αρχές να της υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους.
16. Με έγγραφο της 16ης Ιουνίου 1997, οι ισπανικές αρχές διευκρίνισαν ότι το πρόγραμμα ολοκληρωμένης διαχειρίσεως των απορριμμάτων είχε εγκριθεί από το νησιωτικό συμβούλιο της νήσου La Palma στις 4 Απριλίου 1997.
17. Η Επιτροπή απηύθυνε στις 23 Σεπτεμβρίου 1997 προς το Βασίλειο της Ισπανίας συμπληρωματικό έγγραφο οχλήσεως, καλώντας τις ισπανικές αρχές να της υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με τους αποτεφρωτήρες του Mazo και του Barlovento.
18. Με απαντήσεις της 24ης Νοεμβρίου 1997 και της 28ης Νοεμβρίου 1998, οι ισπανικές αρχές απαρίθμησαν τις διάφορες ενέργειες που είχαν αναληφθεί για τη βελτίωση της διαχειρίσεως των απορριμμάτων επί της νήσου La Palma.
19. Εκτιμώντας ότι το Βασίλειο της Ισπανίας παρέβη ορισμένες υποχρεώσεις που υπείχε από τις οδηγίες 89/369 και 84/360, η Επιτροπή απηύθυνε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 226 ΕΚ), στις 24 Ιουλίου 1998 στο Βασίλειο της Ισπανίας αιτιολογημένη γνώμη.
20. Με έγγραφο της 6ης Αυγούστου 1998, οι ισπανικές αρχές ζήτησαν την κατά ένα μήνα παράταση της ταχθείσας προθεσμίας προκειμένου να απαντήσουν στην αιτιολογημένη γνώμη. Η Επιτροπή χορήγησε την παράταση, οπότε η προθεσμία απαντήσεως επί της αιτιολογημένης γνώμης έληξε στις 24 Οκτωβρίου 1998. Η πρώτη απάντηση επί της αιτιολογημένης γνώμης περιλαμβάνεται σε έγγραφο της 20ής Νοεμβρίου 1998, όπου επισυναπτόταν σημείωμα του νησιωτικού συμβουλίου της νήσου La Palma περιέχον πληροφορίες για την πρόοδο του σχεδιαζόμενου προγράμματος ολοκληρωμένης διαχειρίσεως των απορριμμάτων της νήσου και για τα διάφορα μέτρα που ελήφθησαν σε θέματα αποκομιδής και επεξεργασίας των απορριμμάτων.
21. Με έγγραφο της 3ης Φεβρουαρίου 1999, οι ισπανικές αρχές διαβίβασαν στην Επιτροπή συμπληρωματικά πληροφοριακά στοιχεία, τα οποία, κατά τη δεύτερη, έχουν ως εξής. ρώτον, οι αποτεφρωτήρες στο Mazo και το Barlovento άρχισαν να λειτουργούν χωρίς να έχει χορηγηθεί η απαιτούμενη άδεια λειτουργίας τους. Δεύτερον, οι αποτεφρωτήρες Dinoze, οι οποίοι χρησιμοποιήθηκαν στα δύο αυτά εργοστάσια αποτεφρώσεως, δεν πληρούσαν τις οριζόμενες από την κοινοτική κανονιστική ρύθμιση προδιαγραφές σε θέματα νέων εγκαταστάσεων καύσεως των αστικών απορριμμάτων και στην πράξη δεν ήσαν εξοπλισμένοι με εφεδρικούς καυστήρες ή με θαλάμους καύσεως των αερίων. Τρίτον, δεν πραγματοποιούνταν μετρήσεις εκπομπών.
22. Με έγγραφο της 28ης Μα_ου 1999, η Επιτροπή κάλεσε τις ισπανικές αρχές να της υποβάλουν αντίγραφο του προγράμματος ολοκληρωμένης διαχειρίσεως των απορριμμάτων της νήσου La Palma, να επιβεβαιώσουν το χρονοδιάγραμμα του τερματισμού λειτουργίας των αποτεφρωτήρων και να της παράσχουν πληροφορίες σχετικά με τα μέτρα που θέσπισαν προκειμένου να συμμορφωθούν με απόφαση του Υπουργείου Εμπορίου και Βιομηχανίας.
23. Σε απάντηση του εγγράφου αυτού, οι ισπανικές αρχές διαβίβασαν στην Επιτροπή, με ταχυδρομείο της 21ης Ιουνίου 1999, το αντίγραφο του προγράμματος ολοκληρωμένης διαχειρίσεως της νήσου La Palma που είχε εγκριθεί στις 2 Οκτωβρίου 1998, καθώς και προκαταρκτική μελέτη του ανεπιστημίου La Laguna, της 10ης Ιουνίου 1999, στα πλαίσια της οποίας προτεινόταν πρόγραμμα εργασίας για την εφαρμογή μέτρων ελέγχου των προερχομένων από τους αποτεφρωτήρες εκπομπών και εισροών ρύπων.
24. Εκτιμώντας ότι, μετά τα πληροφοριακά στοιχεία που παρέσχε το Βασίλειο της Ισπανίας, δεν είχαν παύσει οι προσαπτόμενες με την αιτιολογημένη γνώμη παραβάσεις, η Επιτροπή αποφάσισε να ασκήσει την παρούσα προσφυγή.
25. Η Ισπανική Κυβέρνηση αμφισβητεί το παραδεκτό της προσφυγής λόγω παραβάσεως, αμφισβητώντας επιπλέον και το βάσιμό της.
ΙΙΙ - Επί του παραδεκτού της προσφυγής
Επιχειρήματα των διαδίκων
26. Η Ισπανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι, κατά τη διάρκεια της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας, η Επιτροπή αποδέχθηκε εξαρχής την ύπαρξη αδείας, διευκρινίζοντας συναφώς ότι «η παρασχεθείσα άδεια για την εγκατάσταση των αποτεφρωτήρων δεν καθόριζε τους προβλεπομένους από την οδηγία όρους λειτουργίας» . Σήμερα, ενώπιον του Δικαστηρίου, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι δεν ελήφθη άδεια λειτουργίας για την εγκατάσταση των αποτεφρωτήρων στο Mazo και στο Barlovento.
27. Η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι ο ανωτέρω ισχυρισμός αντίκειται προς τα όσα είχε αναπτύξει η Επιτροπή κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής φάση και ότι, επιπλέον, παρόμοια άποψη ισοδυναμεί με εσφαλμένη ερμηνεία της εκθέσεως της 30ής Νοεμβρίου 1998 του Υπουργείου Εμπορίου και Βιομηχανίας της Κυβερνήσεως των Καναρίων Νήσων που είχε υποβληθεί στην Επιτροπή στις 3 Φεβρουαρίου 1996 . Κατά την Ισπανική Κυβέρνηση, η έκθεση περιοριζόταν στη διευκρίνιση ότι δεν ήταν αναγκαία η έκδοση αδείας εκ μέρους του υπουργείου, χωρίς, πάντως, να διατυπώνεται η άποψη ότι δεν απαιτούνταν οποιαδήποτε άλλη άδεια. Συγκεκριμένα, οι εγκαταστάσεις στο Mazo και στο Barlovento είχαν λάβει δύο άδειες.
28. ρώτον, οι εν λόγω εγκαταστάσεις είχαν λάβει «έγκριση κατοχής της γης», η οποία δόθηκε στις 24 Απριλίου 1990 από τη γενική διεύθυνση πολεοδομίας του Υπουργείου Χωροταξίας της Κυβερνήσεως των Καναρίων Νήσων. Με την έκθεση, τα έργα χαρακτηρίζονταν ως δημόσιας ωφελείας, ενώ διευκρινιζόταν ότι το οριστικό σχέδιο έπρεπε να συνάδει με τις τεχνικές περιγραφές που θα επισυνάπτονταν στην άδεια. Δεύτερον, οι αποτεφρωτήρες είχαν υποβληθεί στον υποχρεωτικό τύπο του χαρακτηρισμού της δραστηριότητας και αξιολογήσεως των διορθωτικών μέτρων που τήρησε το νησιωτικό συμβούλιο της νήσου La Palma στις 9 Ιανουαρίου 1992.
29. Η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει, λοιπόν, ότι η Επιτροπή τροποποίησε την αφορώσα το άρθρο 2 της οδηγίας 89/369 αιτίασή της, σε αντίθεση προς την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου ότι η αιτιολογημένη γνώμη και η προσφυγή της Επιτροπής πρέπει να εδράζονται στις αυτές αιτιάσεις με εκείνες του εγγράφου οχλήσεως με το οποίο κινείται η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία. Επομένως, η παρούσα προσφυγή είναι απαράδεκτη ελλείψει αντιστοιχίας μεταξύ της διατυπωμένης κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία αιτιάσεως και εκείνης που περιλαμβάνει το δικόγραφο της προσφυγής.
30. Κατά την Επιτροπή, η ανάγκη η αιτιολογημένη γνώμη και η προσφυγή της να εδράζονται στις ίδιες αιτιάσεις δεν μπορεί να βαίνει μέχρι του σημείου να επιβάλει εν πάση περιπτώσει απόλυτη ταύτιση μεταξύ του διατυπούμενου με την αιτιολογημένη γνώμη αντικειμένου της διαφοράς και των αιτημάτων της προσφυγής.
31. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η ανωτέρω νομολογία σχετικά με τις περιπτώσεις όπου το αντικείμενο της διαφοράς περιορίζεται με το δικόγραφο της προσφυγής σε σύγκριση με την προγενέστερη φάση, επεκτάθηκε στις περιπτώσεις όπου τα αιτήματα αναδιατυπώνονται στο στάδιο της προσφυγής ή του δικογράφου της απαντήσεως προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη τα επιχειρήματα που προέβαλε το κράτος μέλος απαντώντας επί της αιτιολογημένης γνώμης ή με το υπόμνημά του αντικρούσεως.
32. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η ανωτέρω νομολογία εφαρμόζεται εν προκειμένω εφόσον με το δικόγραφο της προσφυγής ελήφθησαν υπόψη οι ισχυρισμοί που διατύπωσαν οι ισπανικές αρχές με την απάντησή τους της 3ης Φεβρουαρίου 1999 επί της αιτιολογημένης γνώμης. Κατά την Επιτροπή, όπως προκύπτει από την έκθεση, μολονότι έπρεπε να έχει μεσολαβήσει άδεια λειτουργίας, αυτή ουδέποτε εκδόθηκε.
33. Η Επιτροπή προσθέτει ότι, κατά πάγια νομολογία, η ακολουθία μεταξύ του αντικειμένου της προσφυγής και εκείνου της προ της ασκήσεώς της διαδικασίας δικαιολογείται εκ του λόγου ότι το ενδεχόμενο το ενδιαφερόμενο κράτος να υποβάλει τις παρατηρήσεις του συνιστά βασική εγγύηση προβλεπόμενη από τη Συνθήκη και η τήρησή της είναι ουσιώδης τύπος της νομιμότητας της διαδικασίας περί διαπιστώσεως της παραβάσεως κράτους μέλους.
34. Αν η ίδια η Ισπανική Κυβέρνηση αναγνώρισε με την απάντησή της επί της αιτιολογημένης γνώμης ότι τρεις αποτεφρωτήρες της νήσου La Palma είχαν αρχίσει να λειτουργούν χωρίς να λάβουν προηγουμένως άδεια λειτουργίας, δυσχερώς θα μπορούσε να προσαφθεί στην Επιτροπή παραβίαση των δικαιωμάτων της άμυνας.
35. Κατόπιν αυτού, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, περιοριζόμενη στην αναδιατύπωση των αιτιάσεων περί παραβάσεως προκειμένου να ληφθούν υπόψη τα επικληθέντα από την Ισπανική Κυβέρνηση με την απάντησή της επί της αιτιολογημένης γνώμης επιχειρήματα, η προσφυγή δεν διηύρυνε το αντικείμενο της διαφοράς.
36. Η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει με το υπόμνημά της ανταπαντήσεως ότι η αποδοχή της απόψεως της Επιτροπής θα ισοδυναμούσε με παραβίαση των δικαιωμάτων της άμυνας. Εν προκειμένω, δεν πρόκειται για απλή αναδιατύπωση του αντικειμένου της διαφοράς αλλά για διαφορετική αιτίαση, στηριζόμενη σε εσφαλμένη ερμηνεία της εκθέσεως εκ μέρους της Επιτροπής.
Εκτίμηση
37. Κατά πάγια νομολογία, το αντικείμενο της ασκηθείσας δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ προσφυγής οριοθετείται κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία. Συνεπώς, η αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής και η προσφυγή της πρέπει να στηρίζονται σε ταυτόσημες αιτιάσεις .
38. άντως, σύμφωνα με την ίδια νομολογία, η αναγκαία αυτή προϋπόθεση δεν μπορεί να βαίνει μέχρι του σημείου της επιβολής, εν πάση περιπτώσει, απόλυτης συμπτώσεως μεταξύ της διατυπώσεως των αιτιάσεων με το έγγραφο οχλήσεως, του διατακτικού της αιτιολογημένης γνώμης και των αιτημάτων της προσφυγής εφόσον το αντικείμενο της διαφοράς δεν διευρύνθηκε ή τροποποιήθηκε, αλλ' αντιθέτως απλώς περιορίστηκε .
39. Κατά την άποψή μου, εν προκειμένω, το αντικείμενο της διαφοράς, χωρίς να έχει περιοριστεί, δεν διευρύνθηκε ούτε τροποποιήθηκε.
40. Γεγονός είναι ότι, κατά τη διάρκεια της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας, η προσαφθείσα από την Επιτροπή στο Βασίλειο της Ισπανίας παράβαση χαρακτηριζόταν από το γεγονός ότι η δοθείσα για την εγκατάσταση των αποτεφρωτήρων άδεια δεν προσδιόριζε τους προβλεπόμενους από την οδηγία όρους λειτουργίας, ενώ, με το δικόγραφο της προσφυγής της, η Επιτροπή εκτιμά ότι η παράβαση έγκειται απλώς στην έλλειψη αδείας κατά την έννοια του άρθρου 2 της οδηγίας.
41. Η επελθούσα στη διατύπωση της αιτιάσεως αλλαγή δεν πρέπει να θεωρηθεί ως διεύρυνση ή τροποποίηση του αντικειμένου της διαφοράς αλλ' ως αναδιατύπωση με σκοπό την προσαρμογή της απαντήσεως της Επιτροπής στα υποβληθέντα με την απάντηση επί της αιτιολογημένης γνώμης στοιχεία.
42. Συναφώς, προέχει η υπογράμμιση ότι η αιτίαση της Επιτροπής τόσο με τις οχλήσεις όσο και με την αιτιολογημένη γνώμη και το δικόγραφο της προσφυγής άπτεται της μη τηρήσεως από το Βασίλειο της Ισπανίας των προβλεπομένων στο άρθρο 2 της οδηγίας υποχρεώσεων.
43. Καίτοι μεταγενέστερα πληροφοριακά στοιχεία, ειδικότερα δε η απάντηση της Ισπανικής Κυβερνήσεως της 3ης Φεβρουαρίου 1999 επί της αιτιολογημένης γνώμης, έδωσαν λαβή στην Επιτροπή να δώσει την ερμηνεία ότι συνιστούν αναγνώριση εκ μέρους της εν λόγω κυβερνήσεως της ελλείψεως αδείας, γεγονός πάντως παραμένει ότι το αντικείμενο των αιτιάσεων εξακολουθεί να είναι το αυτό επί της ουσίας, ήτοι η τήρηση των προβλεπομένων στο άρθρο 2 της οδηγίας υποχρεώσεων.
44. Υπενθυμίζω ότι η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία αποσκοπεί στο να παράσχει στο οικείο κράτος μέλος την ευκαιρία να συμμορφωθεί προς τις απορρέουσες από το κοινοτικό δίκαιο υποχρεώσεις του ή να προβάλει λυσιτελώς τους ισχυρισμούς του άμυνας έναντι των διατυπωμένων από την Επιτροπή αιτιάσεων .
45. Εν όψει των στόχων αυτών, εκτιμώ ότι δεν παραβιάστηκαν τα δικαιώματα του Βασιλείου της Ισπανίας.
46. Οι επελθούσες από την Επιτροπή αλλαγές στη διατύπωση της προσφυγής δεν είναι ικανές να στερήσουν το Βασίλειο της Ισπανίας από τα μέσα άμυνάς του. ράγματι, εκθέτοντας τους λόγους για τους οποίους εκτιμά ότι η επίδικη άδεια δεν βαρύνεται με τις αρχικώς επικληθείσες από την Επιτροπή παρατυπίες, το Βασίλειο της Ισπανίας υποστηρίζει αναγκαίως ότι υφίσταται η έγκριση. Τα στοιχεία που αναλύει προς στήριξη της απαντήσεώς του επί της αρχικώς διατυπωθείσας αιτιάσεως ισχύουν, συνεπώς, κατά μείζονα λόγο έναντι της ιδίας αιτιάσεως, όπως αυτή διατυπώθηκε τελικά με το δικόγραφο της προσφυγής.
47. Το Βασίλειο της Ισπανίας δεν στερήθηκε περαιτέρω της ευχέρειας να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις του. Είτε πρόκειται για την έλλειψη αδείας είτε για την ύπαρξη παράτυπης αδείας, το μέτρο που επιβάλλει η αρυόμενη από την προσβολή του άρθρου 2 της οδηγίας παράβαση είναι το ίδιο υπό την έννοια ότι εναπόκειται στο οικείο κράτος μέλος να εκδώσει νομότυπη άδεια.
48. Επομένως, δεν μπορεί να γίνει δεκτή η προβληθείσα από την Ισπανική Κυβέρνηση ένσταση απαραδέκτου.
IV - Επί της ουσίας
49. Η ασκηθείσα από την Επιτροπή προσφυγή λόγω παραβάσεως αποτελείται από τρεις διαφορετικές αιτιάσεις: την έλλειψη προηγούμενης αδείας ή λειτουργίας, τις αφορώσες τις περιοδικές μετρήσεις παρατυπίες και την απουσία εφεδρικών καυστήρων επί των τριών αποτεφρωτήρων.
50. Επιβάλλεται η διαδοχική εξέτασή τους.
Η εκ των προτέρων άδεια λειτουργίας
51. Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι, δυνάμει του άρθρου 2 της οδηγίας, οι νέες εγκαταστάσεις καύσεως πρέπει να αποτελούν αντικείμενο «εκ των προτέρων αδείας εκμεταλλεύσεως» υπό τις οριζόμενες στα άρθρα 3 έως 10 της οδηγίας προϋποθέσεις.
52. Εκτιμά ότι το Βασίλειο της Ισπανίας παρέβη εν προκειμένω τις απορρέουσες από το άρθρο 2 της οδηγίας 89/369 υποχρεώσεις δοθέντος ότι οι εγκατεστημένοι στο Mazo και το Barlovento αποτεφρωτήρες δεν έλαβαν άδεια λειτουργίας.
53. Η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η οδηγία δεν τυγχάνει εφαρμογής επί των επιδίκων αποτεφρωτήρων, για να καταλήξει επικουρικώς στο συμπέρασμα ότι η άδεια εκμεταλλεύσεως που έλαβαν συνάδει προς την οδηγία.
Επί της εφαρμογής της οδηγίας
54. Κατά την Ισπανική Κυβέρνηση, ο χαρακτηρισμός «νέα εγκατάσταση καύσεως των αστικών απορριμμάτων» επιφυλάσσεται στις εγκαταστάσεις, η άδεια εκμεταλλεύσεως των οποίων εκδίδεται από 1ης Δεκεμβρίου 1990. λην όμως, η εγκατάσταση των αποτεφρωτήρων είχε επιτραπεί δυνάμει «εγκρίσεως κατοχής γης» που παρεσχέθη στις 24 Απριλίου 1990, οπότε έπρεπε να θεωρηθούν ως «ήδη υφιστάμενες εγκαταστάσεις».
55. Η Επιτροπή εκτιμά ότι η έγκριση της 24ης Απριλίου 1990 δεν αποτελεί εκ των προτέρων άδεια εκμεταλλεύσεως, κατά την έννοια του άρθρου 2 της οδηγίας, αλλ' έγκριση αφορώσα τον χωροταξικό έλεγχο, αντικείμενο του οποίου είναι η αναγνώριση του δικαιώματος κατασκευής των αποτεφρωτήρων και όχι εκμεταλλεύσεώς τους.
56. Θυμίζω ότι, σύμφωνα με τα άρθρα 1, περίπτωση 5, και 12, παράγραφος 1, αυτής, η οδηγία εφαρμόζεται επί των εγκαταστάσεων καύσεως αστικών απορριμμάτων, η άδεια εκμεταλλεύσεως των οποίων εκδίδεται από 1ης Δεκεμβρίου 1990.
57. Οι εγκρίσεις στις οποίες αναφέρθηκαν οι ισπανικές αρχές εκδόθηκαν στις 24 Απριλίου 1990, ήτοι πριν από την οριζόμενη με την οδηγία προθεσμία, οπότε αυτή δεν εφαρμόζεται σε περίπτωση αποδείξεως ότι οι εγκρίσεις της 24ης Απριλίου 1990 συνιστούν πράγματι άδειες εκμεταλλεύσεως.
58. Για να υπαχθούν στο νομικό αυτό χαρακτηρισμό, πρέπει να πληρούν τις οριζόμενες με την προγενέστερη της οδηγίας κοινοτική κανονιστική ρύθμιση προϋποθέσεις. ράγματι, όπως προκύπτει από τη διατύπωση του άρθρου 2 της οδηγίας, η εκ των προτέρων άδεια εκμεταλλεύσεως απαιτούνταν ήδη, δυνάμει των άρθρων 3 της οδηγίας 84/360 και 8 της οδηγίας 75/442. Το νέο στοιχείο που προστέθηκε με το άρθρο 2 έγκειται στο γεγονός ότι τα κράτη μέλη μεριμνούν εφεξής ώστε η σχετική άδεια να διέπεται από τους οριζόμενους με την οδηγία όρους.
59. Για να συνάδει προς τις διατάξεις των οδηγιών 84/360 και 75/442, η εκ των προτέρων άδεια εκμεταλλεύσεως οφείλει κατ' ουσίαν να εκδίδεται από την αρμόδια αρχή η οποία είναι επιφορτισμένη να διασφαλίζει, μεταξύ άλλων, ότι ελήφθησαν μέτρα προλήψεως των κινδύνων ατμοσφαιρικής ρυπάνσεως.
60. Οι εγκρίσεις της 24ης Απριλίου 1990, οι οποίες δόθηκαν δυνάμει του Ley 5/1987 sobre ordenación urbanística del suelo rústico της Comunidad Autónoma de Canarias (νόμου περί του πολεοδομικού σχεδιασμού στη γεωργική ζώνη της αυτόνομης κοινότητας των Καναρίων) , αποτελούν πράξεις εγκρίσεως της κατασκευής των αποτεφρωτήρων και αναγνωρίσεώς τους ως δημόσιας ωφέλειας, όπως προκύπτει από τη διατύπωσή τους. άντως, από τα έγγραφα αυτά δεν προκύπτει ότι η άδεια που εκδίδουν αρκεί για την έναρξη της λειτουργίας των αποτεφρωτήρων ούτε ότι οι τεχνικές προδιαγραφές από τις οποίες εξαρτάται η έκδοσή τους σκοπούν όντως στην πρόληψη των κινδύνων ατμοσφαιρικής ρυπάνσεως.
61. Αντίθετα, με τα εν λόγω έγγραφα αναφέρεται ότι η δοθείσα έγκριση δεν απαλλάσσει από την υποχρέωση λήψεως δημοτικής αδείας. Σύμφωνα με τις δηλώσεις της Ισπανικής Κυβερνήσεως κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η δημοτική άδεια είναι η πράξη που αντιστοιχεί, κατά το ισπανικό δίκαιο, στην προβλεπόμενη με τις οδηγίες 84/360 και 75/442 άδεια. Κατά την Ισπανική Κυβέρνηση, η μόνη απόλυτη υποχρεωτική άδεια επί της ουσίας για την εγκατάσταση των ρυπογόνων βιομηχανιών είναι η δημοτική άδεια εγκαταστάσεως, ενάρξεως λειτουργίας και εκμεταλλεύσεως που εκδίδεται δυνάμει του Reglamento 2414/1961 de Actividades Molestas, Insalubres, Nocivas et Peligrosas (κανονισμού επί των οχληρών, ανθυγιεινών, ενοχλητικών και επικινδύνων δραστηριοτήτων) της 30ής Νοεμβρίου 1961 .
62. Η Ισπανική Κυβέρνηση διευκρίνισε ότι, σύμφωνα με τον κανονισμό του 1961, ο υποχρεωτικός τύπος του χαρακτηρισμού της δραστηριότητας και αξιολογήσεως των διορθωτικών μέτρων είχε τηρηθεί από το νησιωτικό συμβούλιο της νήσου La Palma στις 9 Ιανουαρίου 1992 . Το διάταγμα, στο οποίο αναφέρεται η Ισπανική Κυβέρνηση και το οποίο χαρακτήρισε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ως δημοτική άδεια, εκδόθηκε μετά την 1η Δεκεμβρίου 1990, ημερομηνία στην οποία αναφέρονται τα άρθρα 1, περίπτωση 5, και 12, παράγραφος 1, της οδηγίας.
63. Επομένως, δεν αμφισβητείται ότι οι χορηγηθείσες το 1990 εγκρίσεις δεν αποτελούν εκ των προτέρων άδειες εκμεταλλεύσεως κατά την έννοια των οδηγιών 84/360 και 75/442 και ότι η δημοτική άδεια, δυνάμει της οποίας τέθηκαν σε λειτουργία οι επίδικοι αποτεφρωτήρες από τον Ιανουάριο και Μάιο του 1992, υπήγετο αναγκαστικά στο νομικό καθεστώς που θέσπισε η οδηγία.
Επί της συμφωνίας της εκ των προτέρων αδείας εκμεταλλεύσεως προς την οδηγία
64. Η Ισπανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι το Βασίλειο της Ισπανίας δεν παρέβη τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το άρθρο 2 της οδηγίας, της οποίας η Επιτροπή δίδει εσφαλμένη ερμηνεία.
65. Κατά την Ισπανική Κυβέρνηση, το άρθρο 2 της οδηγίας επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να θεσπίσουν τα αναγκαία μέτρα ώστε η εκ των προτέρων άδεια λειτουργίας οποιουδήποτε εργοστασίου καύσεως να διέπεται από τις προβλεπόμενες στα άρθρα 3 έως 10 της οδηγίας προϋποθέσεις. Η ανωτέρω υποχρέωση εκπληρώθηκε με την έκδοση του Real Decreto 1088/1992 de normas sobre limitación de emisiones a la atmósfera de determinados agentes contaminentes procedentes de instalaciones de incineración de residuos municipales (βασιλικού διατάγματος περί του περιορισμού των εκπομπών στην ατμόσφαιρα ορισμένων ρυπογόνων παραγόντων προερχομένων από εγκαταστάσεις καύσεως των αστικών απορριμμάτων), της 11ης Σεπτεμβρίου 1992 .
66. Η Επιτροπή δεν ασπάζεται την ανωτέρω ερμηνεία, η οποία, κατά την άποψή της, θα συρρίκνωνε το περιεχόμενο του άρθρου 2 της οδηγίας στην υποχρέωση των κρατών μελών να την ενσωματώσουν στην έννομη τάξη τους, χωρίς η μη εφαρμογή του άρθρου αυτού στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως η αποτελούσα το αντικείμενο της παρούσας δίκης, να μπορεί να θεωρηθεί ως παράβαση.
67. Στο επιχείρημα της Ισπανικής Κυβερνήσεως ότι οι αρμόδιες αρχές δεν χορήγησαν απλώς τις εγκρίσεις κατοχής γης στις 24 Απριλίου 1990 αλλά και τις εγκρίσεις ασκήσεως δραστηριοτήτων υπαγομένων σε ειδικό καθεστώς στις 9 Ιανουαρίου 1992, η Επιτροπή αντικρούει ότι οι εγκρίσεις αυτές δεν πληρούν τις προβλεπόμενες από το άρθρο 2 της οδηγίας προϋποθέσεις και, συνακόλουθα, δεν μπορούν να εξομοιωθούν με εκ των προτέρων άδειες εκμεταλλεύσεως.
68. Η Ισπανική Κυβέρνηση απαντά ότι, δεδομένου ότι μέτρα προστασίας του περιβάλλοντος ενσωματώθηκαν στις εγκρίσεις ασκήσεως δραστηριοτήτων υπαγομένων σε ειδικό καθεστώς, ο επιδιωκόμενος με αυτές σκοπός μπορεί να εξομοιωθεί με τον στόχο της αποτελεσματικής προστασίας του περιβάλλοντος, όπως προβλέπει η ενδέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας. Η Ισπανική Κυβέρνηση προσθέτει ότι η ενσωμάτωση της οδηγίας στην ισπανική έννομη τάξη έπεται της ημερομηνίας εκδόσεως των ανωτέρω εγκρίσεων.
69. Επιβάλλεται η διαδοχική εξέταση των δύο σειρών επιχειρημάτων που ανέπτυξε η Ισπανική Κυβέρνηση.
70. Επί του αφορώντος τη μεταφορά της οδηγίας με το διάταγμα 1088/1992 πρώτου σημείου, πρέπει να υπομνηστεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 249, τρίτο εδάφιο, ΕΚ, οι οδηγίες δεσμεύουν κάθε κράτος μέλος προς το οποίο απευθύνονται, όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Η υποχρέωση αυτή συνεπάγεται, για κάθε κράτος μέλος προς το οποίο απευθύνεται συγκεκριμένη οδηγία, τη λήψη, στο πλαίσιο της εθνικής έννομης τάξεώς του, όλων των αναγκαίων μέτρων προκειμένου να διασφαλιστεί η πλήρης αποτελεσματικότητα της οδηγίας, σύμφωνα με τον επιδιωκόμενο με αυτή στόχο .
71. Εν προκειμένω, το άρθρο 2 της οδηγίας είναι ο κοινοτικός κανόνας, τις υποχρεώσεις του οποίου, όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή, αθέτησε το Βασίλειο της Ισπανίας. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, τα κράτη μέλη οφείλουν να μεριμνούν ώστε η εκ των προτέρων άδεια εκμεταλλεύσεως οποιασδήποτε νέας εγκαταστάσεως καύσεως των αστικών απορριμμάτων να διέπεται από τους προβλεπόμενους στα άρθρα 3 έως 10 της οδηγίας όρους.
72. Υποστηρίζοντας ότι η απορρέουσα από την ανωτέρω διάταξη της οδηγίας υποχρέωση τηρήθηκε διά της εκδόσεως του διατάγματος 1088/1992, το οποίο διασφαλίζει τη μεταφορά της, η Ισπανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι θέσπισε το εθνικό νομικό πλαίσιο για τη διασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας της οδηγίας, χωρίς, πάντως, να αποδεικνύει ότι η σχετική υποχρέωση τηρήθηκε όντως όσον αφορά τις επίδικες εγκαταστάσεις καύσεως.
73. Άλλωστε, ακόμα και αν υποτεθεί ότι η μεταφορά της οδηγίας διά του διατάγματος 1088/1992 είναι σύμφωνη με το άρθρο 2 της οδηγίας, πρέπει να παρατηρηθεί ότι το σχετικό διάταγμα εκδόθηκε στις 11 Σεπτεμβρίου 1992, ήτοι μετά την προθεσμία μεταφοράς της οδηγίας και μετά την έναρξη λειτουργίας των αποτεφρωτήρων κατά τους μήνες Ιανουάριο και Μάιο 1992.
74. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η εκ μέρους της Ισπανικής Κυβερνήσεως τήρηση των προβλεπομένων στο άρθρο 2 της οδηγίας υποχρεώσεών της προϋποθέτει ότι έχει αποδειχθεί ότι οι εγκρίσεις της 9ης Ιανουαρίου 1992 είναι σύμφωνες προς τις επιταγές του άρθρου 2 της οδηγίας, στοιχείο που συνιστά το αντικείμενο του δεύτερου σημείου στο οποίο αναφέρεται η Ισπανική Κυβέρνηση.
75. Για να δικαιολογηθεί ο χαρακτηρισμός της ως εκ των προτέρων αδείας εκμεταλλεύσεως, κατά την έννοια του άρθρου 2 της οδηγίας, η πράξη που εξέδωσαν οι εθνικές αρχές πρέπει να πληροί τους προβλεπόμενους με τα άρθρα 3 έως 10 της οδηγίας όρους, μεταξύ των οποίων καταλέγονται συγκεκριμένα και εκείνοι που άπτονται των δύο άλλων αιτιάσεων που ήγειρε η Επιτροπή κατά της Ισπανικής Κυβερνήσεως, και συγκεκριμένα η πραγματοποίηση περιοδικών μετρήσεων, όπως προβλέπει το άρθρο 6, και ο εξοπλισμός των αποτεφρωτήρων με εφεδρικούς καυστήρες, όπως επιβάλλει το άρθρο 7.
76. Επομένως, πρέπει να ελεγχθεί αν τηρήθηκαν οι ανωτέρω υποχρεώσεις.
Οι περιοδικές μετρήσεις
77. Υπενθυμίζω ότι, κατά την Επιτροπή, οι αρμόδιες αρχές δεν προέβησαν στις περιοδικές μετρήσεις των προβλεπομένων από το άρθρο 6 της οδηγίας παραμέτρων, δεν ενέκριναν εκ των προτέρων τις διαδικασίες δειγματοληψιών και μετρήσεων, δεν προσδιόρισαν τη θέση των σημείων μετρήσεων, ούτε καθόρισαν κανένα πρόγραμμα μετρήσεων.
78. Από την εξέταση του περιεχομένου των εγκρίσεων της 9ης Ιανουαρίου 1992 δεν προκύπτει ότι η έκδοσή τους εξηρτήθη από τη διενέργεια παρομοίων μετρήσεων. Η ανωτέρω αιτίαση, άλλωστε, δεν αμφισβητήθηκε από την Ισπανική Κυβέρνηση, η οποία ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι προέβη στις κατά το άρθρο 6 της οδηγίας περιοδικές μετρήσεις.
79. Επομένως, πρέπει να αναγνωριστεί η βασιμότητα της σχετικής αιτιάσεως.
Οι εφεδρικοί καυστήρες
80. Κατά την Επιτροπή, οι τρεις αποτεφρωτήρες έπρεπε να είναι εξοπλισμένοι με εφεδρικούς καυστήρες ώστε να διασφαλίζεται η διατήρηση ελάχιστης θερμοκρασίας καύσεως 850 oC, σύμφωνα με το άρθρο 7 της οδηγίας.
81. Οι εγκρίσεις της 9ης Ιανουαρίου 1992 δεν αναφέρονται ούτε στις αναγκαίες προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται η λειτουργία των αποτεφρωτήρων. Εξάλλου, η Ισπανική Κυβέρνηση δεν αμφισβήτησε ότι η παράλειψη αυτή επηρέαζε τη λειτουργία τους.
82. Επομένως, η σχετική αιτίαση πρέπει να γίνει δεκτή.
83. Η μη τήρηση των κατά τα άρθρα 6 και 7 της οδηγίας υποχρεώσεων μας οδηγεί στη διαπίστωση ότι οι εκδοθείσες εγκρίσεις της 9ης Ιανουαρίου 1992 στερούνται των ουσιωδών εκείνων χαρακτηριστικών από τα οποία το άρθρο 2 της οδηγίας εξαρτά την αναγνώριση του χαρακτηρισμού «εκ των προτέρων άδεια εκμεταλλεύσεως». Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι, εγκρίνοντας την εκμετάλλευση των επιδίκων αποτεφρωτήρων, χωρίς να μεριμνήσει για την τήρηση των επιμέρους προϋποθέσεων που προβλέπει το άρθρο 2 της οδηγίας, το Βασίλειο της Ισπανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την ανωτέρω διάταξη.
84. Ας μου επιτραπεί να προσθέσω ότι τα υποστηριχθέντα από την Ισπανική Κυβέρνηση επιχειρήματα, αφορώντα την ελάχιστη επίπτωση στο περιβάλλον από τη λειτουργία των αποτεφρωτήρων και την αχρήστευσή τους από τον Απρίλιο 2000, δεν είναι ικανά να δικαιολογήσουν την παράβαση του Βασιλείου της Ισπανίας.
85. Όσον αφορά τις συνέπειες της λειτουργίας των αποτεφρωτήρων, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, ακόμα και αν υποτεθεί ότι η οφειλόμενη στις ανωτέρω εγκαταστάσεις επίπτωση ήγγισε αποδεκτό, από περιβαλλοντικής απόψεως, επίπεδο, το αποτέλεσμα αυτό που επέτυχαν, όπως ισχυρίζονται, οι ισπανικές αρχές δεν τις απαλλάσσει από την υποχρέωσή τους συμμορφώσεως προς τις υποχρεώσεις που επιβάλλουν τα άρθρα 2, 6 και 7 της οδηγίας, ήτοι ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να λάβουν τα μέτρα που περιγράφονται συγκεκριμένα με τις ανωτέρω διατάξεις.
86. Όσον αφορά την αχρήστευση των αποτεφρωτήρων, αρκεί η υπόμνηση ότι, σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, αφενός, η διάπραξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται με βάση την κατάσταση που εμφανίζεται μετά το πέρας της τασσόμενης με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας και, αφετέρου, το Δικαστήριο δεν πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις επελθούσες στη συνέχεια αλλαγές .
87. Εν προκειμένω, η προθεσμία της αιτιολογημένης γνώμης έληξε στις 28 Οκτωβρίου 1998. Κατά την ανωτέρω ημερομηνία, οι αποτεφρωτήρες ήσαν ακόμα εν ενεργεία και η δραστηριότητά τους διακόπηκε τον Σεπτέμβριο 2000, όπως επιβεβαίωσε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση η Ισπανική Κυβέρνηση.
88. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι πρέπει να γίνει δεκτή η προσφυγή λόγω παραβάσεως.
89. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του αντιδίκου, όπως συμβαίνει εν προκειμένω. Κατόπιν αυτού, προτείνω την καταδίκη του Βασιλείου της Ισπανίας συναφώς.
ρόταση
90. Επομένως, προτείνω στο Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι:
«1) Μη θεσπίζοντας τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να διασφαλίσει, όσον αφορά τους τρεις αποτεφρωτήρες που είναι εγκατεστημένοι στο Mazo και στο Barlovento επί της νήσου La Palma (Ισπανία), την εφαρμογή:
- του άρθρου 6 της οδηγίας 89/369/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 1989, σχετικά με την πρόληψη της ατμοσφαιρικής ρυπάνσεως που προκαλείται από τις νέες εγκαταστάσεις καύσεως αστικών απορριμμάτων, στον βαθμό που, όσον αφορά τους εν λόγω αποτεφρωτήρες, οι αρμόδιες αρχές:
- δεν προέβησαν στις περιοδικές μετρήσεις των προβλεπομένων από το ανωτέρω άρθρο παραμέτρων,
- δεν ενέκριναν εκ των προτέρων τις διαδικασίες δειγματοληψιών και μετρήσεων και δεν προσδιόρισαν τη θέση των σημείων μετρήσεως,
- δεν καθόρισαν κανένα πρόγραμμα μετρήσεων,
- του άρθρου 7 της ίδιας οδηγίας, στον βαθμό που οι εν λόγω αποτεφρωτήρες δεν είναι εξοπλισμένοι με εφεδρικούς καυστήρες,
το Βασίλειο της Ισπανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις ανωτέρω διατάξεις της οδηγίας 89/369.
2) Καταδικάζει το Βασίλειο της Ισπανίας στα δικαστικά έξοδα.»
Full & Egal Universal Law Academy