Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Με έγγραφο της 13ης Απριλίου 2000, ο ανακριτής του Rechtbank van eerste aanleg te Turnhout (Πρωτοδικείο του Turnhout) (Βέλγιο) υπέβαλε τέσσερα προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ.
Τα ερωτήματα αυτά αποβλέπουν στο να μπορέσει να εκτιμήσει το συμβατό με το κοινοτικό δίκαιο της βελγικής νομοθεσίας περί της μαρτυρίας ενώπιον της δικαιοσύνης. Ο αιτών δικαστής επιθυμεί επιπλέον να λάβει τα αναγκαία στοιχεία προκειμένου να εκτιμήσει το συμβατό ορισμένων πτυχών της λουξεμβουργιανής νομοθεσίας περί του τραπεζικού απορρήτου.
Ι - Το εθνικό νομικό πλαίσιο
Α - Το βελγικό δίκαιο
2 Στο βελγικό δίκαιο, η διάταξη περί επαγγελματικού απορρήτου περιλαμβάνεται στο άρθρο 458 του ποινικού κώδικα, το οποίο έχει ως εξής:
«Οι ιατροί, οι χειρουργοί, οι νοσηλευτές, οι φαρμακοποιοί, οι μαίες και όλα τα άλλα πρόσωπα που λόγω της καταστάσεως ή του επαγγέλματός τους γνωρίζουν απόρρητα που τους έχουν ανακοινωθεί εμπιστευτικώς και αποκαλύπτουν τα απόρρητα αυτά, εκτός από τις περιπτώσεις που κλήθηκαν να καταθέσουν ως μάρτυρες ενώπιον της δικαιοσύνης ή εξεταστικής επιτροπής της Βουλής και εκτός από τις περιπτώσεις που νόμος τούς υποχρεώνει να γνωστοποιήσουν τα εν λόγω απόρρητα, τιμωρούνται με ποινή φυλακίσεως οκτώ ημερών έως έξι μηνών και με χρηματική ποινή εκατό έως πεντακοσίων φράγκων» (1).
3 Κατά τη νομολογία των βελγικών δικαστηρίων το άρθρο 458 του ποινικού κώδικα δεν τυγχάνει εφαρμογής στον τραπεζικό τομέα (2). Με απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 1978 (3), το ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο (Βέλγιο) θεώρησε ότι «ούτε η φύση των δραστηριοτήτων των τραπεζιτών ούτε καμία νομική διάταξη προσδίδει σε αυτούς την ιδιότητα προσώπων που δεσμεύονται από το απόρρητο υπό την έννοια του άρθρου 458 του ποινικού κώδικα».
4 Η εξέταση των μαρτύρων διέπεται από τα άρθρα 71 έως 86 του βελγικού κώδικα ποινικής δικονομίας. Σύμφωνα με το άρθρο 75 του ως άνω κώδικα, ο μάρτυρας ορκίζεται να πει όλη την αλήθεια και τίποτ' άλλο εκτός από την αλήθεια. Επιπλέον, το άρθρο 80 του εν λόγω κώδικα ορίζει τα εξής:
«Όποιος καλείται ως μάρτυρας, υποχρεούται να εμφανιστεί και να καταθέσει· άλλως, υποχρεούται σε τούτο από τον ανακριτή, ο οποίος, προς τούτο, κατόπιν προτάσεως του [εισαγγελέως], χωρίς άλλη διατύπωση ούτε τήρηση προθεσμίας, επιβάλλει ανεκκλήτως χρηματική ποινή η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 100 φράγκα και μπορεί να διατάξει τη βιαία προσαρμογή του κληθετευθέντος προκειμένου να καταθέσει» (4).
5 Κατά τη βελγική νομολογία (5), η άρνηση του μάρτυρα να απαντήσει σε συγκεκριμένες ερωτήσεις εξομοιώνεται με λιπομαρτυρία, ακόμα και όταν αποδεικνύεται ότι με την απάντηση μπορεί να τεθεί θέμα ποινικής ευθύνης του ιδίου του μάρτυρα ή τρίτων. Η συμπεριφορά αυτή τιμωρείται με το άρθρο 80 του κώδικα ποινικής δικονομίας, με συνέπεια η διάταξη αυτή να περιλαμβάνει όχι μόνο υποχρέωση εμφανίσεως, αλλά και υποχρέωση μαρτυρίας (6).
Β - Το δίκαιο του Λουξεμβούργου
6 Στο δίκαιο του Λουξεμβούργου, η διάταξη περί επαγγελματικού απορρήτου περιλαμβάνεται στο άρθρο 458 του ποινικού κώδικα. Εκτός από το ύψος της χρηματικής ποινής, η διάταξη αυτή είναι πανομοιότυπη με τη διάταξη του άρθρου 458 του βελγικού ποινικού κώδικα. Η διάταξη έχει ως εξής:
«Οι ιατροί, οι χειρουργοί, οι νοσηλευτές, οι φαρμακοποιοί, οι μαίες και όλα τα άλλα πρόσωπα που λόγω της καταστάσεως ή του επαγγέλματός τους γνωρίζουν απόρρητα που τους έχουν ανακοινωθεί εμπιστευτικώς και αποκαλύπτουν τα απόρρητα αυτά, εκτός από τις περιπτώσεις που κλήθηκαν να καταθέσουν ως μάρτυρες ενώπιον της δικαιοσύνης ή εξεταστικής επιτροπής της Βουλής και εκτός από τις περιπτώσεις που νόμος τούς υποχρεώνει να γνωστοποιήσουν τα εν λόγω απόρρητα, τιμωρούνται με ποινή φυλακίσεως οκτώ ημερών έως έξι μηνών και με χρηματική ποινή 20 000 έως 200 000 φράγκων.»
7 Αντίθετα από το βελγικό δίκαιο, το δίκαιο του Λουξεμβούργου επιβάλλει υποχρέωση επαγγελματικής εχεμύθειας στους δραστηριοποιούμενους στον τραπεζικό και χρηματοπιστωτικό τομέα (7). Το άρθρο 41 του νόμου της 5ης Απριλίου 1993, περί κεφαλαιαγοράς (8), αποτελεί τη βάση της υποχρεώσεως αυτής. Ορίζει τα εξής:
«1. Οι διοικητικοί υπάλληλοι, τα μέλη των διευθυντικών οργάνων και των οργάνων εποπτείας, οι διευθύνοντες, οι υπάλληλοι και τα λοιπά πρόσωπα που βρίσκονται στην υπηρεσία πιστωτικών ιδρυμάτων και των λοιπών επαγγελμάτων της κεφαλαιαγοράς, τα οποία αφορά το μέρος Ι του παρόντος νόμου, υποχρεούνται να κρατούν απόρρητες τις πληροφορίες που τους ανακοινώνονται εμπιστευτικώς στο πλαίσιο της επαγγελματικής τους δραστηριότητας. Η αποκάλυψη των πληροφοριών αυτών τιμωρείται με τις ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 458 του ποινικού κώδικα.
2. Η υποχρέωση εχεμυθείας παύει όταν η αποκάλυψη μιας πληροφορίας επιτρέπεται ή επιβάλλεται διά ή κατ' εφαρμογήν νομοθετικής διατάξεως, ακόμη και προγενέστερης του παρόντος νόμου.
[...]
6. Όποιος υποχρεούται σε τήρηση του απορρήτου της παραγράφου 1 και αποκάλυψε νομίμως πληροφορία καλυπτόμενη από την υποχρέωση αυτή δεν μπορεί εξ αυτού και μόνον του γεγονότος να υπέχει ποινική ή αστική ευθύνη.»
ΙΙ - Τα πραγματικά περιστατικά και η διαδικασία
8 Από τη δικογραφία (9) προκύπτει ότι ο αιτών δικαστής διεξάγει ανάκριση κατά του Der Weduwe. Η ανάκριση αφορά τα αδικήματα της πλαστογραφίας, χρήσεως πλαστών εγγράφων, φορολογικής πλαστογραφίας, χρήσεως πλαστών φορολογικών εγγράφων, ξεπλύματος χρημάτων και παραβάσεως της υποχρεώσεως υποβολής φορολογικής δηλώσεως που προβλέπεται από τα άρθρα 305 έως 310 του βελγικού κώδικα φόρου εισοδήματος.
9 Ο Der Weduwe είναι Ολλανδός υπήκοος που κατοικεί στο Λουξεμβούργο. Παλαιότερα εργαζόταν στην Banque UCL και τώρα εργάζεται στη Rabobank. Πρόκειται για δύο πιστωτικά ιδρύματα που βρίσκονται στο Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου.
Υπάρχουν υποψίες ότι ο Der Weduwe εξέβρισκε και επισκεπτόταν πελάτες στο Βέλγιο με σκοπό να τους συνιστά την τοποθέτηση χρηματικών καταθέσεων ή άλλων κινητών αξιών στους εργοδότες του. Στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων του, συνέλεγε χρήματα από Βέλγους πελάτες και τα μετέφερε στο Λουξεμβούργο. Επιπλέον, μετέφερε στο Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου για Βέλγους πελάτες κουπόνια κινητών αξιών με σκοπό να καταθέτει στον εργοδότη του τα εισοδήματα από τα κουπόνια αυτά. Τα επίμαχα περιστατικά αφορούν την περίοδο από τον Οκτώβριο του 1993 μέχρι τον Μάιο του 1999.
10 Στο πλαίσιο της ανακρίσως, ο αιτών δικαστής υπέβαλε ερωτήσεις στον Der Weduwe σχετικά με τον τρόπο προσελκύσεως πελατών και μεταφοράς των κινητών αξιών.
Ο Der Weduwe αρνήθηκε, εντούτοις, να απαντήσει στις ερωτήσεις που του έθεσε ο ανακριτής. Δικαιολόγησε την άρνησή του αυτή επικαλούμενος την υποχρέωση επαγγελματικής εχεμύθειας που επιβάλλει η νομοθεσία του Λουξεμβούργου στους δραστηριοποιούμενους στον τραπεζικό τομέα. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο αιτών δικαστής εξέδωσε ένταλμα συλλήψεως του Der Weduwe. Τώρα είναι ελεύθερος υπό όρους κατόπιν βουλεύματος του Hof van Beroep, kamer van Inbeschuldigingstelling, te Antwerpen (Συμβουλίου Εφετών της Αμβέρσας) (Βέλγιο).
11 Στο πλαίσιο της ανακρίσεως, ο αιτών δικαστής ήθελε να εξετάσει ως μάρτυρα και τον Troch.
Ο Troch είναι Βέλγος υπήκοος ο οποίος κατοικεί στο Λουξεμβούργο και ο οποίος εργαζόταν στην Banque UCL ως υπεύθυνος για το αρμπιτράζ, για αμοιβαία κεφάλαια, για διεθνείς πιστώσεις και για την ιδιωτική τραπεζική. Ο Troch είχε ήδη εξεταστεί από τη βελγική αστυνομία. Εντούτοις, αρνήθηκε να απαντήσει στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν επικαλούμενος τις διατάξεις του δικαίου του Λουξεμβούργου για το τραπεζικό απόρρητο.
12 Ο αιτών δικαστής επισημαίνει ότι ουδέποτε οι Der Weduwe και Troch επικαλέστηκαν το δικαίωμά τους σιωπής. Στήριξαν ρητώς την άρνησή τους να απαντήσουν στις ερωτήσεις στο τραπεζικό απόρρητο που ισχύει στο Λουξεμβούργο (10).
13 Με τη διάταξη περί παραπομπής, ο ανακριτής επισημαίνει ότι η λουξεμβουργιανή νομοθεσία περί τραπεζικού απορρήτου αποτελεί τροχοπέδη για τη συγκέντρωση αποδείξεων (11).
Κατ' αυτόν, υφίσταται σύγκρουση μεταξύ των βελγικών διατάξεων, που προβλέπουν υποχρέωση μαρτυρίας, και των λουξεμβουργιανών διατάξεων, που επιβάλλουν υποχρέωση επαγγελματικής εχεμύθειας. Η κατάσταση αυτή θίγει σοβαρά την ορθή λειτουργία του βελγικού δικαστικού συστήματος διότι, προκειμένου να αποφύγουν τη στοιχειοθέτηση ευθύνης τους λόγω παραβάσεως της υποχρεώσεως περί τηρήσεως του τραπεζικού απορρήτου, οι Λουξεμβουργιανοί τραπεζίτες προτιμούν να αρνούνται να καταθέσουν στο Βέλγιο και, κατά συνέπεια, να καταδικάζονται βάσει του άρθρου 80 του κώδικα ποινικής δικονομίας.
14 Υπό τις συνθήκες αυτές, ο αιτών δικαστής διερωτάται αν το άρθρο 59 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 49 ΕΚ), που απαγορεύει τους περιορισμούς της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στο εσωτερικό της Κοινότητας, επιτρέπει πράγματι να εφαρμόζεται εκτός συνόρων η λουξεμβουργιανή νομοθεσία περί τραπεζικού απορρήτου.
15 Ο ανακριτής παραπέμπει στην απόφαση του Δικαστηρίου, της 10ης Μαου 1995, Alpine Investments (12). Υπενθυμίζει ότι, με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 59 αφορά όχι μόνον του περιορισμούς που επιβάλλονται από το κράτος μέλος υποδοχής αλλά και εκείνους που επιβάλλονται από το κράτος μέλος προελεύσεως. Έτσι, το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 59 της Συνθήκης ΕΚ απαγορεύει να θεσπίζει το κράτος μέλος προελεύσεως μέτρο που περιορίζει τη δυνατότητα των εγκατεστημένων στο έδαφός του επιχειρηματιών να παρέχουν υπηρεσίες σε αποδέκτες εγκατεστημένους σε άλλο κράτος μέλος (13).
16 Ο αιτών δικαστής θεωρεί ότι, εν προκειμένω, η εκτός συνόρων εφαρμογή του τραπεζικού απορρήτου του Λουξεμβούργου αποτελεί «μη δικαιολογήσιμο εμπόδιο» για την ελεύθερη παροχή χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών (14). Ειδικότερα, εκθέτει ότι οι Λουξεμβουργιανοί τραπεζίτες, που στο πλαίσιο της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών παρέχουν τις υπηρεσίες τους στο Βέλγιο, αντιμετωπίζουν ένα δίλημμα διότι πρέπει κατ' ανάγκη να παραβούν είτε τη βελγική νομοθεσία περί υποχρεώσεως μαρτυρίας (άρθρο 80 του κώδικα ποινικής δικονομίας) είτε τους λουξεμβουργιανούς κανόνες περί τραπεζικού απορρήτου (άρθρο 41 του νόμου του 1993). Κατά τον αιτούντα δικαστή, αυτή η σύγκρουση νόμων καταλήγει και σε άνιση μεταχείριση των τραπεζών και των πελατών ανάλογα με την ιθαγένειά τους και τον τόπο εγκαταστάσεώς τους.
ΙΙΙ - Τα προδικαστικά ερωτήματα
17 Συνεπώς, ο ανακριτής του Rechtbank van eerste aanleg te Turnhout αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«Πρέπει το άρθρο 49 ΕΚ (πρώην άρθρο 59 της Συνθήκης ΕΚ) να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι,
στην περίπτωση που ένα πιστωτικό ίδρυμα που έχει άδεια λειτουργίας εντός κράτους μέλους, όπου οι παραβιάσεις του τραπεζικού απορρήτου κολάζονται ποινικώς, δρα, στο πλαίσιο της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, εντός άλλου κράτους μέλους όπου δεν υφίσταται τέτοιο τραπεζικό απόρρητο,
1) δεν αντιτίθεται η διάταξη αυτή της Συνθήκης σε διάταξη της νομοθεσίας του κράτους μέλους υποδοχής, βάσει της οποίας οι εργαζόμενοι στο πιο πάνω πιστωτικό ίδρυμα υποχρεούνται να καταθέτουν ως μάρτυρες σε ποινικές δίκες σχετικά με υπηρεσίες που, στο πλαίσιο της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, παρέσχον εντός του κράτους μέλους υποδοχής, και τούτο όταν οι εργαζόμενοι σε πιστωτικά ιδρύματα του κράτους μέλους υποδοχής έχουν την ίδια υποχρέωση να καταθέτουν ως μάρτυρες;
2) δεν αντιτίθεται η διάταξη αυτή της Συνθήκης στη νομοθεσία του κράτους μέλους υποδοχής, βάσει της οποίας οι εργαζόμενοι στο πιο πάνω πιστωτικό ίδρυμα, που κατά την εξέτασή των ως κατηγορουμένων επιλέγουν να μην επικαλεστούν το δικαίωμα σιωπής που έχουν ως κατηγορούμενοι, μπορούν να δώσουν, σε ποινικές δίκες, διευκρινίσεις σχετικά με υπηρεσίες που, στο πλαίσιο της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, παρέσχον εντός του κράτους μέλους υποδοχής, και τούτο όταν οι εργαζόμενοι σε πιστωτικά ιδρύματα του κράτους μέλους υποδοχής έχουν το δικαίωμα αυτό να δίνουν διευκρινίσεις ως κατηγορούμενοι, εφόσον δεν επικαλούνται και δεν επιθυμούν να επικαλεστούν το δικαίωμά τους σιωπής;
3) αντιτίθεται η διάταξη αυτή της Συνθήκης σε διάταξη της νομοθεσίας του κράτους μέλους καταγωγής, βάσει της οποίας οι εργαζόμενοι στο πιο πάνω πιστωτικό ίδρυμα μπορούν να έχουν ποινική και αστική ευθύνη, αν στο πλαίσιο ποινικής ανακρίσεως που διεξάγεται στο κράτος μέλος υποδοχής (βλ. τα ερωτήματα 1 και 2) (εν προκειμένω στο Βασίλειο του Βελγίου) δώσουν μαρτυρική κατάθεση σχετικά με υπηρεσίες που στο πλαίσιο της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών παρέσχον εντός του κράτους μέλους υποδοχής;
4) αντιτίθεται η διάταξη αυτή της Συνθήκης σε διάταξη της νομοθεσίας του κράτους μέλους καταγωγής, βάσει της οποίας οι εργαζόμενοι στο πιο πάνω πιστωτικό ίδρυμα μπορούν να έχουν ποινική και αστική ευθύνη, αν στο πλαίσιο ποινικής ανακρίσεως που διεξάγεται στο κράτος μέλος υποδοχής (βλ. τα ερωτήματα 1 και 2) (εν προκειμένω στο Βασίλειο του Βελγίου) δώσουν ως κατηγορούμενοι διευκρινίσεις σχετικά με υπηρεσίες που, στο πλαίσιο της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, παρέσχον εντός του κράτους μέλους υποδοχής (εν προκειμένω του Βασιλείου του Βελγίου), ενώ δεν επικαλούνται ή δεν επιθυμούν να επικαλεστούν το δικαίωμά τους σιωπής;»
IV - Το αντικείμενο των προδικαστικών ερωτημάτων
18 Η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως του ανακριτή του Turnhout θέτει δύο σειρές ζητημάτων.
19 Η πρώτη σειρά ζητημάτων αφορά τη βελγική νομοθεσία περί της εξετάσεως μαρτύρων ενώπιον της δικαιοσύνης. Ο αιτών δικαστής ερωτά αν το άρθρο 59 της Συνθήκης επιτρέπει στο κράτος μέλος υποδοχής να εφαρμόσει μια διάταξη επιβάλλουσα στους ασκούντες τις δραστηριότητές τους στον τραπεζικό τομέα, οι οποίοι καλούνται να καταθέσουν ως μάρτυρες στο πλαίσιο ανακρίσεως, να γνωστοποιήσουν πληροφορίες καλυπτόμενες από την υποχρέωση επαγγελματικής εχεμύθειας που προβλέπεται από τη νομοθεσία του κράτους μέλους καταγωγής (15). Ο αιτών δικαστής ερωτά επίσης αν το άρθρο 59 απαγορεύει μια τέτοια διάταξη όταν οι ως άνω επαγγελματίες καλούνται ως κατηγορούμενοι και δεν επικαλούνται το δικαίωμά τους σιωπής (16).
20 Η δεύτερη σειρά ζητημάτων αφορά τη λουξεμβουργιανή νομοθεσία περί τραπεζικού απορρήτου. Ερωτάται αν το άρθρο 59 της Συνθήκης απαγορεύει να θεσπίσει ένα κράτος μέλος, το οποίο επιβάλλει υποχρέωση επαγγελματικής εχεμύθειας στους επαγγελματίες που ασκούν τις δραστηριότητές τους στον τραπεζικό τομέα, ένα μέτρο που απαγορεύει στους επαγγελματίες αυτούς, επί ποινή στοιχειοθετήσεως ποινικής και αστικής τους ευθύνης, να παρέχουν πληροφορίες που καλύπτονται από αυτή την υποχρέωση εχεμύθειας ενώπιον των δικαστικών αρχών άλλου κράτους μέλους (17).
V - Οι κατατεθείσες στο Δικαστήριο γραπτές παρατηρήσεις
21 Κατά την έγγραφη διαδικασία, τρεις παρεμβαίνοντες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο: ο Der Weduwe, το Βασίλειο του Βελγίου και η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων.
22 Ο Der Weduwe υποστηρίζει ότι η προδικαστική παραπομπή είναι απαράδεκτη. Προς στήριξη της θέσεώς του αυτής διατυπώνει τρεις σειρές επιχειρημάτων.
Πρώτον, ο αιτών δικαστής δεν είναι «δικαστήριο» υπό την έννοια του άρθρου 234 ΕΚ. Συγκεκριμένα, ο ανακριτής δεν εκδίδει αποφάσεις σε σχέση με τους κατηγορουμένους και τους μάρτυρες. Είναι απλώς επιφορτισμένος με τη συλλογή των αποδείξεων ώστε τα δικαστήρια της ουσίας να μπορούν να αποφανθούν με πλήρη γνώση. Μετά το πέρας της ανακρίσεως, ο ανακριτής διαβιβάζει τη δικογραφία στον εισαγγελέα, ο οποίος αποφασίζει αν θα ασκήσει δίωξη κατά των οικείων προσώπων. Στη συνέχεια, εναπόκειται στο συμβούλιο πλημμελειοδικών (σε πρώτο βαθμό) και στο συμβούλιο εφετών (κατ' έφεση) να αποφασίσει αν θα παραπέμψει την υπόθεση ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας (18). Δεύτερον, δεν είναι ανάγκη να απαντηθούν τα προδικαστικά ερωτήματα για να επιλυθεί η διαφορά. Στο μέτρο που ο αιτών δικαστής δεν πρέπει να εκδώσει «απόφαση» υπό την έννοια του άρθρου 234 ΕΚ, η απόφαση του Δικαστηρίου θα χρησίμευε απλώς ως προληπτική νομική γνωμοδότηση για τον εισαγγελέα και, ενδεχομένως, για τα δικαστήρια της ουσίας τα οποία θα επιληφθούν της υποθέσεως (19).
Τρίτον, η διάταξη περί παραπομπής δεν περιγράφει επαρκώς το νομικό και πραγματικό πλαίσιο εντός του οποίου ανακύπτουν τα ερωτήματα (20).
23 Με τις γραπτές της παρατηρήσεις η Βελγική Κυβέρνηση έλαβε θέση επί της ουσίας της υποθέσεως.
Το Βασίλειο του Βελγίου υποστηρίζει ότι η προβλεπόμενη από το άρθρο 80 του κώδικα ποινικής δικονομίας υποχρέωση μαρτυρίας είναι συμβατή με τις διατάξεις του άρθρου 59 της Συνθήκης. Η υποχρέωση μαρτυρίας δεν συνεπάγεται διάκριση λόγω ιθαγένειας και δεν είναι ικανή να δημιουργήσει εμπόδια στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών. Σε κάθε περίπτωση, η υποχρέωση αυτή δικαιολογείται από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος (καταπολέμηση της εγκληματικότητας και της φορολογικής απάτης) και είναι ανάλογη με τους επιδιωκόμενους σκοπούς (21).
Αντίθετα, η Βελγική Κυβέρνηση θεωρεί ότι, σε περίπτωση που η λουμξεμβουργιανή νομοθεσία μπορεί να εφαρμοστεί εκτός συνόρων (22), είναι αντίθετη με το κοινοτικό δίκαιο. Στην περίπτωση αυτή, ο λουξεμβουργιανός νόμος περί τραπεζικού απορρήτου συνεπάγεται διάκριση και είναι δυνατό να δημιουργήσει εμπόδια στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στο βελγικό έδαφος. Συγκεκριμένα, οι επαγγελματίες που ασκούν τις δραστηριότητές στους στον τραπεζικό τομέα θα βρίσκονταν σε δυσχερέστατη νομική κατάσταση διότι δεν θα μπορούσαν να τηρήσουν και την υποχρέωση μαρτυρίας που προβλέπει το βελγικό δίκαιο και την υποχρέωση επαγγελματικής εχεμύθειας που προβλέπει το λουξεμβουργιανό δίκαιο. Επιπλέον, η λουξεμβουργιανή νομοθεσία δεν δικαιολογείται από κανένα επιτακτικό λόγο γενικού συμφέροντος κατά την έννοια της νομολογίας (23).
24 Η Επιτροπή θεωρεί ότι πρέπει να δοθεί ενιαία απάντηση στα τέσσερα προδικαστικά ερωτήματα. Κατ' αυτήν, οι βελγικές και λουξεμβουργιανές διατάξεις δεν είναι ικανές να δημιουργήσουν εμπόδια στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών. Τυγχάνουν εφαρμογής μόνο σε περίπτωση που για τον παρέχοντα υπηρεσίες υπάρχουν υποψίες ότι εμπλέκεται σε παράνομες δραστηριότητες. Η κατάσταση, όμως, αυτή είναι πολύ διαφορετική από τη συνήθη παροχή υπηρεσιών ώστε να μπορεί να εμπίπτει στην απαγόρευση του άρθρου 59 της Συνθήκης. Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι ο αιτών δικαστής αντιμετωπίζει ένα ζήτημα που συνδέεται με το ασυμβίβαστο ποινικών διατάξεων δύο διαφορετικών κρατών μελών. Υπενθυμίζει ότι, κατ' αρχήν, τα εμπόδια στη λειτουργία της κοινής αγοράς που απορρέουν από τις διαφορετικές ποινικές διατάξεις πρέπει να αντιμετωπίζονται με μέτρα εναρμονίσεως. Όμως, στον βαθμό που κανένα μέτρο εναρμονίσεως δεν λήφθηκε εν προκειμένω, τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να θεσπίσουν κανόνες που τυγχάνουν εφαρμογής στα πρόσωπα που ασκούν τις δραστηριότητές τους στο έδαφός τους (24).
25 Η Λουξεμβουργιανή Κυβέρνηση δεν παρενέβη κατά την έγγραφη διαδικασία. Αντίθετα, υπέβαλε προφορικές παρατηρήσεις στις οποίες θα επανέλθω στη συνέχεια των παρουσών προτάσεων.
VI - Ανάλυση
26 Εκ προοιμίου, θεωρώ ότι είναι απαραίτητο να υπενθυμιστούν οι σχετικές με την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου βάσει του άρθρου 234 ΕΚ αρχές.
27 Κατά πάγια νομολογία (25), η διαδικασία του άρθρου 234 ΕΚ είναι ένα μέσο για τη συνεργασία μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων. Στο πλαίσιο της συνεργασίας αυτής, απόκειται στο εθνικό δικαστήριο, που έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη της μέλλουσας να εκδοθεί δικαστικής αποφάσεως, να εκτιμήσει τόσο την αναγκαιότητα μιας προδικαστικής αποφάσεως όσο και το λυσιτελές των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο (26). Η αρχή αυτή δικαιολογείται από το γεγονός ότι το εθνικό δικαστήριο είναι το μόνο που έχει άμεση γνώση των περιστατικών της υποθέσεως και του εφαρμοστέου στη διαφορά δικαίου (27). Συνεπώς, εφόσον τα υποβληθέντα ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, το Δικαστήριο υποχρεούται, κατ' αρχήν, να απαντήσει (28).
Πάντως, το Δικαστήριο επισήμανε επίσης ότι, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, εναπόκειται σε αυτό να ερευνήσει τις συνθήκες υπό τις οποίες απευθύνθηκε προς αυτό ο εθνικός δικαστής προκειμένου να ερευνήσει τη δική του αρμοδιότητα (29). Κατά το Δικαστήριο, το πνεύμα συνεργασίας το οποίο πρέπει να πρυτανεύει στη λειτουργία της προδικαστικής παραπομπής συνεπάγεται ότι το εθνικό δικαστήριο σέβεται την αποστολή που έχει ανατεθεί στον κοινοτικό δικαστή (30). Η αποστολή αυτή συνίσταται στη συνεισφορά για την απονομή της δικαιοσύνης εντός των κρατών μελών και όχι στη διατύπωση συμβουλευτικών γνωμών σχετικά με γενικά ή υποθετικά ερωτήματα (31).
28 Το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι, για να προβεί σε ερμηνεία χρήσιμη για την επίλυση της διαφοράς, πρέπει, πριν από την παραπομπή, να έχουν αποδειχθεί τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως και να έχουν επιλυθεί τα προβλήματα που είναι καθαρά εθνικού δικαίου (32). Επίσης, είναι απαραίτητο το εθνικό δικαστήριο να εξηγεί τους λόγους για τους οποίους φρονεί ότι η απάντηση στα ερωτήματά του είναι αναγκαία (33).
29 Στο μέτρο που το Δικαστήριο δεν έχει ως αποστολή να διατυπώνει συμβουλευτικές γνώμες, αρνείται συστηματικά να αποφανθεί επί προδικαστικών ερωτημάτων που δεν ανταποκρίνονται σε αντικειμενική ανάγκη για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης (34).
Έτσι, το Δικαστήριο αρνείται να αποφανθεί επί προδικαστικών ερωτημάτων όταν διαπιστώνει ότι οι κοινοτικές διατάξεις δεν τυγχάνουν εφαρμογής στη διαφορά (35). Αρνείται επίσης να αποφανθεί όταν η απάντησή του δεν είναι ικανή να επηρεάσει την κύρια δίκη (36) ή όταν η ζητούμενη ερμηνεία δεν είναι κρίσιμη για την επίλυση της διαφοράς (37). Τέλος, το Δικαστήριο αρνείται να αποφανθεί επί του προδικαστικού ερωτήματος όταν δεν είναι βέβαιο ότι ο αιτών δικαστής θα εφαρμόσει την επίμαχη εθνική νομοθεσία για να επιλύσει τη διαφορά (38).
30 Υπό το πρίσμα των αρχών αυτών πρέπει να εξεταστούν τα ερωτήματα που υπέβαλε ο ανακριτής του Turnhout.
31 Εν προκειμένω, ο ανακριτής επιθυμεί να εξεταστεί το συμβατό της βελγικής νομοθεσίας περί της εξετάσεως μαρτύρων ενώπιον της δικαιοσύνης (39). Επιθυμεί επίσης να εξεταστεί το συμβατό της λουξεμβουργιανής νομοθεσίας περί τραπεζικού απορρήτου.
32 Ο αιτών δικαστής εκκινεί από την αρχή ότι η λουξεμβουργιανή νομοθεσία έχει ειδική υπερεδαφική ισχύ. Κατ' αυτόν, ο νόμος του 1993 απαγορεύει στους Λουξεμβουργιανούς τραπεζίτες να παρέχουν πληροφορίες που καλύπτονται από το τραπεζικό απόρρητο σε δικαστικές αρχές άλλου κράτους μέλους.
33 Στο σημείο αυτό, υπενθυμίζω ότι η διαδικασία του άρθρου 234 ΕΚ στηρίζεται σε σαφή διάκριση των λειτουργιών μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων (40). Το Δικαστήριο θεωρεί ότι, στο σύστημα συνεργασίας του άρθρου 234 ΕΚ, δεν εναπόκειται σε αυτό να εξακριβώσει αν το εθνικό δικαστήριο ερμήνευσε ορθά το δίκαιό του ή αν ο εθνικός νόμος που επικαλείται είναι κρίσιμος για την διαφορά της κύριας δίκης (41). Η αρχή αυτή δικαιολογείται από το γεγονός ότι το εθνικό δικαστήριο είναι το μόνο που έχει άμεση γνώση του εθνικού δικαίου που τυγχάνει εφαρμογής στη διαφορά.
34 Εντούτοις, η αρχή αυτή δεν μπορεί να εφαρμοστεί χωρίς επιφυλάξεις όταν ο εθνικός δικαστής προσπαθεί να εκτιμήσει το συμβατό της νομοθεσίας ενός άλλου κράτους μέλους.
Συγκεκριμένα, στην περίπτωση αυτή, ο αιτών δικαστής καλείται να προσδιορίσει και να ερμηνεύσει διατάξεις που δεν εντάσσονται στη δική του έννομη τάξη. Αντίθετα με τη θέση στην οποία βρίσκεται στις «κλασικές» προδικαστικές διαδικασίες, ο αιτών δικαστής σπάνια έχει άμεση και πλήρη γνώση του εθνικού δικαίου που τυγχάνει εφαρμογής στη διαφορά. Συνεπώς, θεωρώ ότι το Δικαστήριο «οφείλει να επιδεικνύει [...] ιδιαιτέρα προσοχή, όταν επιλαμβάνεται [...] ενός ερωτήματος που έχει ως σκοπό να παράσχει τη δυνατότητα στο δικαστή να εκτιμήσει το αν η νομοθεσία ενός άλλου κράτους μέλους συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο» (42). Το Δικαστήριο πρέπει να βεβαιωθεί ότι η περιγραφή του εθνικού νομικού πλαισίου αντιστοιχεί σε μία πιστή και πλήρη παρουσίαση των κανόνων δικαίου που ισχύουν στο κράτος μέλος, η νομοθεσία του οποίου εξετάζεται. Με άλλα λόγια, το Δικαστήριο πρέπει να βεβαιωθεί ότι διαθέτει όλα τα αναγκαία στοιχεία ώστε να αποφύγει να διατυπώσει συμβουλευτική γνώμη επί υποθετικού ερωτήματος.
35 Εντούτοις, εν προκειμένω, από τη δικογραφία προκύπτει ότι τα προδικαστικά ερωτήματα στηρίζονται σε ερμηνεία του λουξεμβουργιανού δικαίου που αμφισβητείται σοβαρά από τους παρεμβαίνοντες.
36 Με τις γραπτές παρατηρήσεις, η Βελγική Κυβέρνηση παρέσχε τις ακόλουθες διευκρινίσεις.
37 Το Βασίλειο του Βελγίου υπενθυμίζει ότι το άρθρο 41 του νόμου του 1993, όπως και το άρθρο 458 του λουξεμβουργιανού ποινικού κώδικα, προβλέπει εξαίρεση από την υποχρέωση επαγγελματικής εχεμύθειας. Δυνάμει των διατάξεων αυτών, το τραπεζικό απόρρητο μπορεί να αρθεί όταν ο τραπεζίτης καλείται να καταθέσει ως μάρτυρας ενώπιον της δικαιοσύνης ή όταν η γνωστοποίηση των πληροφοριών που καλύπτονται από το τραπεζικό απόρρητο επιβάλλεται ή επιτρέπεται από τον νόμο (43).
38 Η Βελγική Κυβέρνηση εξηγεί ότι το ζήτημα της υπερεδαφικής ισχύος της λουξεμβουργιανής νομοθεσίας είναι ένα αμφισβητούμενο ζήτημα (44). Συγκεκριμένα, τα άρθρα 458 του ποινικού κώδικα και 41 του νόμου του 1993 είναι δεκτικά τριών ερμηνευτικών προσεγγίσεων.
Σύμφωνα με την πρώτη ερμηνεία, πρέπει να θεωρηθεί ότι η αρχή του τραπεζικού απορρήτου στερείται υπερεδαφικής ισχύος. Αυτό σημαίνει ότι οι λουξεμβουργιανές αρχές τιμωρούν τους εγκατεστημένους στο έδαφός τους τραπεζίτες μόνο σε περίπτωση που η γνωστοποίηση των καλυπτόμενων από το τραπεζικό απόρρητο πληροφοριών γίνεται στο έδαφος του Μεγάλου Δουκάτου. Αντίθετα, το λουξεμβουργιανό δίκαιο δεν τιμωρεί τη γνωστοποίηση πληροφοριών εκτός του εδάφους του Μεγάλου Δουκάτου.
Σύμφωνα με τη δεύτερη ερμηνεία, η λουξεμβουργιανή νομοθεσία έχει υπερεδαφική ισχύ τόσο όσον αφορά την αρχή του τραπεζικού απορρήτου όσο και όσον αφορά τις εξαιρέσεις από την αρχή αυτή. Στην περίπτωση αυτή, οι εγκατεστημένοι στο Λουξεμβούργο τραπεζίτες υποχρεούνται να τηρούν το τραπεζικό απόρρητο όχι μόνο στο έδαφος του Μεγάλου Δουκάτου αλλά και στο έδαφος των άλλων κρατών μελών. Εντούτοις, οι Λουξεμβουργιανοί τραπεζίτες μπορούν να γνωστοποιήσουν πληροφορίες που καλύπτονται από τραπεζικό απόρρητο όταν καλούνται να καταθέσουν ως μάρτυτες ενώπιον δικαστικών αρχών άλλου κράτους μέλους. Με άλλα λόγια, τα άρθρα 458 του λουξεμβουργιανού ποινικού κώδικα και 41 του νόμου του 1993 πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι η υποχρέωση μαρτυρίας που προβλέπει η νομοθεσία άλλου κράτους μέλους επιτρέπει την άρση του τραπεζικού απορρήτου ενώπιον των δικαστικών αρχών του κράτους αυτού.
Τέλος, σύμφωνα με την τρίτη ερμηνεία, η λουξεμβουργιανή νομοθεσία έχει υπερεδαφική ισχύ μόνον όσον αφορά την αρχή του τραπεζικού απορρήτου. Αυτό σημαίνει ότι οι εγκατεστημένοι στο Λουξεμβούργο τραπεζίτες υποχρεούνται να τηρούν το τραπεζικό απόρρητο εκτός του εδάφους του Μεγάλου Δουκάτου, εντούτοις, απαγορεύεται να άρουν το τραπεζικό απόρρητο όταν καλούνται να καταθέσουν ως μάρτυρες ενώπιον των δικαστικών αρχών άλλου κράτους μέλους. Επιτρέπεται να γνωστοποιούν πληροφορίες που καλύπτονται από το τραπεζικό απόρρητο μόνον ενώπιον των δικαστικών αρχών του Λουξεμβούργου (45).
39 Με τις γραπτές παρατηρήσεις, η Κυβέρνηση του Βελγίου προτείνει να γίνει δεκτή η πρώτη ερμηνεία που εκτέθηκε ανωτέρω (46). Υποστηρίζει ότι ένας τραπεζίτης δεν μπορεί να διωχθεί από τις λουξεμβουργιανές αρχές όταν η γνωστοποίηση των πληροφοριών που καλύπτονται από τραπεζικό απόρρητο γίνεται εκτός του εδάφους του Μεγάλου Δουκάτου.
40 Σε κάθε περίπτωση, το Βασίλειο του Βελγίου υπογραμμίζει ότι η λουξεμβουργιανή νομοθεσία δημιουργεί δυσχέρειες μόνο στο πλαίσιο της τρίτης ερμηνείας (47).
Συγκεκριμένα, στο πλαίσιο της πρώτης υποθέσεως, η αρχή του τραπεζικού απορρήτου δεν ισχύει στο βελγικό έδαφος. Υπό τις συνθήκες αυτές, οι Der Weduwe και Troch μπορούσαν ελεύθερα να καταθέσουν ενώπιον του ανακριτή του Turnhout. Επίσης, στο πλαίσιο της δευτέρας υποθέσεως, η προβλεπόμενη από το άρθρο 80 του κώδικα ποινικής δικονομίας υποχρέωση μαρτυρίας συνιστά λόγο δικαιολογούντα την άρση του τραπεζικού απορρήτου. Στην περίπτωση αυτή, οι Der Weduwe και Troch μπορούν επίσης ελεύθερα να καταθέσουν ενώπιον του ανακριτή του Turnhout.
41 Το Βασίλειο του Βελγίου υπογραμμίζει ότι, αν γίνει δεκτή μία από τις παραπάνω ερμηνείες, η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως του ανακριτή καθίσταται «άνευ αντικειμένου». Αφορά «μία διάταξη [νόμου] που δεν τυγχάνει εφαρμογής εν προκειμένω» (48).
42 Κατά τη Βελγική Κυβέρνηση, μόνον η τρίτη ως άνω εκτιθέμενη ερμηνεία είναι δυνατό να δημιουργήσει δυσχέρειες από την άποψη του άρθρου 59 της Συνθήκης.
Συγκεκριμένα, στην περίπτωση αυτή, οι Der Weduwe και Troch υποχρεούνται να μη γνωστοποιήσουν πληροφορίες που καλύπτονται από το τραπεζικό απόρρητο στον ανακριτή του Turnhout. Το Βασίλειο του Βελγίου εκτιμά ότι, στην περίπτωση αυτή «εναπόκειται στο Δικαστήριο να κρίνει αν αυτή η υποθετική ερμηνεία [του λουξεμβουργιανού δικαίου] συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο» (49).
43 Το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου θεωρεί ότι η τρίτη ερμηνεία δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
44 Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου τόνισε ότι τα λουξεμβουργιανά δικαστήρια δεν αποφάνθηκαν ακόμη επί του ζητήματος της υπερεδαφικής ισχύος του τραπεζικού απορρήτου. Υπογράμμισε επίσης ότι τα λουξεμβουργιανά δικαστήρια δεν θα έχουν πιθανώς ποτέ τη δυνατότητα να αποφανθούν επί του αμφισβητουμένου αυτού ζητήματος. Κατ' αυτό, η πραγματική κατάσταση που μπορεί να οδηγήσει στη γέννηση μιας τέτοιου είδους διαφοράς είναι εξαιρετικά σπάνια και ασυνήθιστη ώστε να είναι δυνατό να υποβληθεί προς κρίση στα λουξεμβουργιανά δικαστήρια.
45 Ελλείψει νομολογίας (υπάρχουσας ή επικείμενης) ως προς το ζήτημα αυτό, η Κυβέρνηση του Λουξεμβούργου παρέθεσε την ερμηνεία που, κατ' αυτή, πρέπει να γίνει δεκτή.
46 Το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου θεωρεί ότι η λουξεμβουργιανή νομοθεσία περί τραπεζικού απορρήτου δεν απαγορεύει στους ενδιαφερόμενους επιχειρηματίες να γνωστοποιήσουν πληροφορίες που καλύπτει το τραπεζικό απόρρητο όταν καλούνται να εμφανιστούν ενώπιον δικαστικών αρχών άλλου κράτους μέλους. Το Μεγάλο Δουκάτο δικαιολογεί τη θέση του αυτή κατά τον ακόλουθο τρόπο.
47 Πρώτον, η Κυβέρνηση του Λουξεμβούργου τονίζει ότι η αρχή του τραπεζικού απορρήτου έχει υπερεδαφική ισχύ. Κατ' αυτήν, η λουξεμβουργιανή νομοθεσία θα ήταν εντελώς αναποτελεσματική αν επέτρεπε στους επιχειρηματίες να γνωστοποιούν πληροφορίες που καλύπτονται από το τραπεζικό απόρρητο εκτός του εδάφους του Μεγάλου Δουκάτου. Στην περίπτωση αυτή, θα αρκούσε οι τραπεζίτες να εγκαταλείψουν το λουξεμβουργιανό έδαφος για να γνωστοποιούν ατιμωρητί πληροφορίες που διαφορετικά θα καλύπτονται από το τραπεζικό απόρρητο. Επομένως, με την επιφύλαξη των προβλεπόμενων από το λουξεμβουργιανό δίκαιο εξαιρέσεων, η γνωστοποίηση πληροφοριών που καλύπτονταν από το τραπεζικό απόρρητο εκτός του λουξεμβουργιανού εδάφους αποτελεί παράβαση τιμωρούμενη ποινικά από τις λουξεμβουργιανές αρχές (50).
48 Δεύτερον, η Κυβέρνηση του Λουξεμβούργου επισημαίνει ότι οι εξαιρέσεις από το τραπεζικό απόρρητο έχουν επίσης υπερεδαφική ισχύ. Εντούτοις, οι λόγοι που δικαιολογούν την ερμηνεία αυτή είναι διαφορετικοί από αυτούς που επικαλείται το Βασίλειο του Βελγίου. Το Βασίλειο του Βελγίου τόνισε ότι η υποχρέωση μαρτυρίας που προβλέπει το άρθρο 80 του βελγικού κώδικα ποινικής δικονομίας μπορεί να συνιστά εξαίρεση από το τραπεζικό απόρρητο που επιβάλλεται από τα άρθρα 458 του ποινικού κώδικα και 41 του νόμου του 1993 (51). Η Κυβέρνηση του Λουξεμβούργου θεωρεί ότι αν μια τέτοια ερμηνεία γίνει δεκτή, αυτό συνεπάγεται ότι μπορεί ένα κράτος μέλος να προβλέπει εξαιρέσεις από την ποινική νομοθεσία άλλου κράτους μέλους. Κατά το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, η ερμηνεία αυτή είναι προδήλως ασυμβίβαστη με τις γενικές αρχές του διεθνούς ποινικού δικαίου.
Η Κυβέρνηση του Λουξεμβούργου θεωρεί ότι οι εξαιρέσεις από το τραπεζικό απόρρητο μπορούν να θεμελιώνονται μόνο στις διατάξεις του λουξεμβουργιανού ποινικού δικαίου. Το Μεγάλο Δουκάτο υπενθυμίζει ότι τα άρθρα 458 του λουξεμβουργιανού ποινικού κώδικα και 41 του νόμου του 1993 προβλέπουν ότι οι επιχειρηματίες μπορούν να γνωστοποιούν πληροφορίες που καλύπτονται από το τραπεζικό απόρρητο όταν καλούνται να καταθέσουν ως μάρτυρες ενώπιον «δικαστικών αρχών». Η Κυβέρνηση του Λουξεμβούργου υπογραμμίζει ότι η έννοια των δικαστικών αρχών δεν καλύπτει μόνο τις λουξεμβουργιανές δικαστικές αρχές αλλά και τις αρχές των άλλων κρατών μελών (52).
49 Από όλα τα ανωτέρω στοιχεία προκύπτει ότι τα προδικαστικά ερωτήματα του ανακριτή στηρίζονται σε μια άποψη που αμφισβητείται σοβαρά από τους παρεμβαίνοντες.
50 Συγκεκριμένα, ο ανακριτής εκκινεί από την αρχή ότι ο λουξεμβουργιανός νόμος απαγορεύει στους Der Weduwe και Troch να γνωστοποιήσουν πληροφορίες που καλύπτονται από το τραπεζικό απόρρητο ενώπιον των βελγικών δικαστικών αρχών. Όμως, από τις υποβληθείσες από την Κυβέρνηση του Λουξεμβούργου παρατηρήσεις προκύπτει σαφώς ότι η ερμηνεία αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Το Μεγάλο Δουκάτο θεωρεί ότι τα άρθρα 458 του λουξεμβουργιανού ποινικού κώδικα και 41 του νόμου του 1993 δεν απαγορεύουν στους επιχειρηματίες να γνωστοποιούν πληροφορίες που καλύπτονται από το τραπεζικό απόρρητο όταν καλούνται να εμφανιστούν ενώπιον δικαστικών αρχών άλλου κράτους μέλους.
51 Υπό τις συνθήκες αυτές, θεωρώ ότι τα προδικαστικά ερωτήματα είναι εντελώς υποθετικά. Το Δικαστήριο δεν είναι βέβαιο ότι η απόφασή του θα εφαρμοστεί στη διαφορά της κύριας δίκης. Στην πραγματικότητα, η απόφαση που πρόκειται να εκδοθεί θα εφαρμοστεί μόνο σε περίπτωση που γίνει δεκτή μια συγκεκριμένη ερμηνεία του λουξεμβουργιανού δικαίου (ήτοι η τρίτη ερμηνεία που παρατίθεται στο σημείο 38 των παρουσών προτάσεων). Εντούτοις, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι η περίπτωση αυτή είναι απίθανη.
52 Συνεπώς, προτείνω στο Δικαστήριο να κρίνει ότι η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως είναι απαράδεκτη. Κατά την άποψή μου, αν το Δικαστήριο δεχθεί να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα, παραβλέπει την αποστολή που του ανατίθεται με το άρθρο 234 ΕΚ διότι θα διατυπώσει συμβουλευτική γνώμη επί υποθετικού ερωτήματος.
VII - Πρόταση
53 Ενόψει των προεκτεθέντων, προτείνω, επομένως, στο Δικαστήριο να κρίνει:
«Τα προδικαστικά ερωτήματα που έθεσε ο ανακριτής του Rechtbank van eerste aanleg te Turnhout (Βέλγιο) είναι απαράδεκτα.»
(1) - Το εν ισχύι ποσό της προβλεπόμενης στο άρθρο 458 του ποινικού κώδικα χρηματικής ποινής κυμαίνεται από 20 000 έως 100 000 βελγικά φράγκα (βλ. γραπτές παρατηρήσεις του Βασιλείου του Βελγίου, σημείο 40).
(2) - Βλ. διάταξη περί παραπομπής (σ. 2) και γραπτές παρατηρήσεις του Βασιλείου του Βελγίου (σημεία 41 και 42).
(3) - Cass., 25 Οκτωβρίου 1978, Pas., 1979, Ι, 237.
(4) - Το εν ισχύι ποσό του ανώτατου προστίμου που προβλέπει το άρθρο 80 του κώδικα ποινικής δικονομίας ανέρχεται σε 20 000 βελγικά φράγκα (βλ. γραπτές παρατηρήσεις του Βασιλείου του Βελγίου, σημείο 45).
(5) - Cass., 10 Ιουλίου 1916, Pas., 1917, Ι, σ. 195.
(6) - Οι γραπτές παρατηρήσεις του Βασιλείου του Βελγίου (σημείο 44).
(7) - Το αποκαλούμενο άλλως ως «τραπεζικό απόρρητο του Λουξεμβούργου» ή «τραπεζικό απόρρητο».
(8) - Mιmorial A 1993, σ. 462 (στο εξής: νόμος του 1993).
(9) - Βλ. διάταξη περί παραπομπής (σ. 1 και 2) και γραπτές παρατηρήσεις του Βασιλείου του Βελγίου (σημεία 15 έως 24).
(10) - Διάταξη περί παραπομπής (σ. 2).
(11) - Όπ.π. (σ. 3).
(12) - Απόφαση της 10ης Μαου 1995, C-384/93, Alpine Investments (Συλλογή 1995, σ. I-1141).
(13) - Όπ.π. (σημείο 30).
(14) - Διάταξη περί παραπομπής (σ. 3).
(15) - Πρώτο προδικαστικό ερώτημα.
(16) - Δεύτερο προδικαστικό ερώτημα.
(17) - Με το τρίτο και το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα, ο αιτών δικαστής επιχειρεί μια διάκριση ανάλογα με το αν ο Λουξεμβουργιανός τραπεζίτης καλείται να καταθέσει ως μάρτυρας ή να εξεταστεί ως κατηγορούμενος. Εντούτοις, η διάκριση αυτή αντιφάσκει σαφώς με το σκεπτικό της διατάξεως περί παραπομπής. Συγκεκριμένα, με τη διάταξη περί παραπομπής (σ. 2), ο ανακριτής υπογραμμίζει ότι, στο βελγικό δίκαιο, τα όσα ισχύουν για τον μάρτυρα «εφαρμόζονται, mutatis mutandis, και για τον κατηγορούμενο Λουξεμβουργιανό τραπεζίτη ο οποίος επιλέγει να μην επικαλεστεί το δικαίωμά του σιωπής». Υπό τις συνθήκες αυτές, το τρίτο και το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να θεωρηθεί ότι έχουν την έννοια ότι αφορούν αποκλειστικά την κατάσταση ενός Λουξεμβουργιανού τραπεζίτη ο οποίος καλείται να καταθέσει ως μάρτυρας.
(18) - Γραπτές παρατηρήσεις του P. Der Weduwe (σ. 2 έως 5).
(19) - Όπ.π. (σ. 5).
(20) - Όπ.π. (σ. 5 έως 9).
(21) - Γραπτές παρατηρήσεις του Βασιλείου του Βελγίου (σημεία 60 έως 83).
(22) - Επί του ζητήματος της εκτός των συνόρων εφαρμογής της λουξεμβουργιανής νομοθεσίας, βλ. σημεία 38 έως 48 των παρουσών προτάσεων.
(23) - Γραπτές παρατηρήσεις του Βασιλείου του Βελγίου (σημεία 93 έως 127).
(24) - Γραπτές παρατηρήσεις της Επιτροπής (σημεία 8 έως 14).
(25) - Αρχής γενομένης από την απόφαση της 1ης Δεκεμβρίου 1965, 16/65, Schwarze (Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 195).
(26) - Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 13ης Μαρτίου 2001, C-379/98, PreussenElektra (Συλλογή 2001, σ. I-2099, σκέψη 38), και της 19ης Φεβρουαρίου 2002, C-35/99, Arduino (Συλλογή 2002, σ. Ι-1529, σκέψη 24).
(27) - Βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 29ης Νοεμβρίου 1978, 83/78, Pigs Marketing Board (Συλλογή τόμος 1978, σ. 799, σκέψη 25).
(28) - Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 15ης Δεκεμβρίου 1995, C-415/93, Bosman (Συλλογή 1995, σ. Ι-4921, σκέψη 59)· προπαρατεθείσα απόφαση PreussenElektra (σκέψη 38), και προπαρατεθείσα απόφαση Arduino (σκέψη 24).
(29) - Απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1981, 244/80, Foglia (Συλλογή 1981, σ. 3045, σκέψη 21).
(30) - Όπ.π. (σκέψη 20). Βλ., επίσης, διάταξη της 9ης Αυγούστου 1994, C-378/93, La Pyramide (Συλλογή 1994, σ. I-3999, σκέψη 11).
(31) - Βλ., μεταξύ άλλων, προπαρατεθείσα απόφαση Foglia (σκέψη 18)· της 3ης Φεβρουαρίου 1983, 149/82, Robards (Συλλογή 1983, σ. 171, σκέψη 19), καθώς και διάταξη της 23ης Μαρτίου 1995, C-458/93, Saddik (Συλλογή 1995, σ. I-511, σκέψη 17).
(32) - Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 10ης Μαρτίου 1981, 36/80 και 71/80, Irish Creamery Milk Suppliers Association κ.λπ. (Συλλογή 1981, σ. 735, σκέψη 6).
(33) - Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 12ης Ιουνίου 1986, 98/85, 162/85 και 258/85, Bertini κ.λπ. (Συλλογή 1986, σ. 1885, σκέψη 6).
(34) - Προπαρατεθείσα απόφαση Foglia (σκέψη 18)· αποφάσεις της 17ης Μαου 1994, C-18/93, Corsica Ferries (Συλλογή 1994, σ. I-1783, σκέψη 14)· της 15ης Ιουνίου 1995, C-422/93 έως C-424/93, Zabala Erasun κ.λπ. (Συλλογή 1994, σ. I-1567, σκέψη 29)· της 5ης Οκτωβρίου 1995, C-96/94, Centro Servizi Spediporto (Συλλογή 1995, σ. I-2883, σκέψη 45)· της 9ης Οκτωβρίου 1997, C-291/96, Grado και Bashir (Συλλογή 1997, σ. I-5531, σκέψη 16)· της 12ης Μαρτίου 1998, C-314/96, Djabali (Συλλογή 1998, σ. I-1149, σκέψη 19), καθώς και διατάξεις της 26ης Ιανουαρίου 1990, C-286/88, Falciola (Συλλογή 1990, σ. I-191, σκέψη 9)· της 16ης Μαου 1994, C-428/93, Monin Automobiles (Συλλογή 1994, σ. I-1707, σκέψη 15), και της 25ης Μαου 1998, C-361/97, Nour (Συλλογή 1998, σ. I-3101, σκέψη 15).
(35) - Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 20ής Φεβρουαρίου 1973, 54/72, FOR (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 329, σκέψη 9)· της 23ης Ιανουαρίου 1975, 51/74, Hulst (Συλλογή τόμος 1975, σ. 29, σκέψεις 38 έως 42), και της 21ης Μαρτίου 1985, 172/84, Celestri (Συλλογή 1985, σ. 963, σκέψεις 12 έως 16).
(36) - Προπαρατεθείσα απόφαση Grado και Bashir (σκέψεις 15 και 16).
(37) - Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 16ης Ιουλίου 1992, C-343/90, Lourenηo Dias (Συλλογή 1992, σ. I-4673, σκέψεις 22 και 23), και της 13ης Δεκεμβρίου 1994, C-297/93, Grau-Hupka (Συλλογή 1994, σ. I-5535, σκέψη 18).
(38) - Αποφάσεις της 16ης Ιουλίου 1992, C-83/91, Meilicke (Συλλογή 1992, σ. I-4871, σκέψεις 27 έως 30)· προπαρατεθείσα Centro Servizi Spediporto (σκέψεις 43 έως 46)· της 16ης Ιανουαρίου 1997, C-134/95, USSL αριθ. 47 di Biella (Συλλογή 1997, σ. I-195, σκέψεις 13 έως 16), και προπαρατεθείσα διάταξη Monin Automobiles (σκέψεις 13 έως 15).
(39) - Αντίθετα από τις επιταγές της νομολογίας του Δικαστηρίου (προπαρατεθείσες αποφάσεις Bertini κ.λπ., σκέψη 6· Lourenηo Dias, σκέψη 19, και προπαρατεθείσα διάταξη La Pyramide, σκέψη 13), ο αιτών δικαστής δεν εξέτασε τους λόγους για τους οποίους φρονεί ότι η απάντηση των δύο πρώτων προδικαστικών ερωτημάτων είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς. Αντιθέτως, από το σκεπτικό της διατάξεως περί παραπομπής προκύπτει ότι ο ανακριτής διερωτάται κυρίως - αν όχι αποκλειστικώς - επί του συμβατού της λουξεμβουργιανής νομοθεσίας περί τραπεζικού απορρήτου (βλ. σημεία 13 έως 16 των παρουσών προτάσεων). Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν είναι βέβαιο ότι τα δύο πρώτα προδικαστικά ερωτήματα μπορούν να κριθούν παραδεκτά. Εντούτοις, εφόσον θα προτείνω στο Δικαστήριο να κρίνει όλα τα ερωτήματα απαράδεκτα για άλλους λόγους (βλ. σημεία 35 επ. των παρουσών προτάσεων), δεν είναι αναγκαίο να προβώ σε περαιτέρω ανάπτυξη του σημείου αυτού.
(40) - Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 15ης Ιουλίου 1964, 6/64, Costa (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 1191)· της 5ης Οκτωβρίου 1977, 5/77, Tedeschi (Συλλογή τόμος 1977, σ. 475, σκέψη 17)· της 16ης Μαρτίου 1978, 104/77, Oehlschlδger (Συλλογή τόμος 1978, σ. 277, σκέψη 4, συνοπτική μετάφραση στα ελληνικά)· της 16ης Ιουλίου 1998, C-235/95, Dumon και Froment (Συλλογή 1998, σ. I-4531, σκέψη 25), και της 5ης Οκτωβρίου 1999, C-175/98 και C-177/98, Lirussi και Bizzaro (Συλλογή 1999, σ. I-6881, σκέψη 37).
(41) - Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 1ης Φεβρουαρίου 1996, C-177/94, Perfili (Συλλογή 1996, σ. I-161, σκέψεις 10 έως 19), καθώς και τα σημεία 16 και 17 των προτάσεων επί της παρούσας υποθέσεως).
(42) - Προπαρατεθείσα απόφαση Foglia (σκέψη 30).
(43) - Γραπτές παρατηρήσεις του Βασιλείου του Βελγίου (σημείο 51).
(44) - Όπ.π. (σημεία 52 έως 59 και 84 έως 92).
(45) - Πρέπει να τονιστεί ότι, με τη διάταξη περί παραπομπής, ο ανακριτής του Turnhout δεν αναφέρθηκε στη σχετική με την υπερεδαφική ισχύ του λουξεμβουργιανού δικαίου αμφισβήτηση. Ο αιτών δικαστής δεν εξαίρεσε, επίσης, τους λόγους για τους οποίους στήριξε τα προδικαστικά του ερωτήματα στην τρίτη ερμηνεία του λουξεμβουργιανού δικαίου περί τραπεζικού απορρήτου.
(46) - Γραπτές παρατηρήσεις του Βασιλείου του Βελγίου (σημεία 59, 87 και 90).
(47) - Όπ.π. (σημεία 90 και 91).
(48) - Όπ.π. (σημείο 92).
(49) - Όπ.π. (σημείο 88).
(50) - Η Κυβέρνηση του Λουξεμβούργου διευκρίνισε ότι ο κολασμός της παραβάσεως αυτής στηρίζεται στο άρθρο 7 ter του λουξεμβουργιανού κώδικα ποινικής δικονομίας. Η διάταξη αυτή προβλέπει ότι: «θεωρείται ως τελεσθείσα στο έδαφος του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου κάθε παράβαση της οποίας μία πράξη χαρακτηρίζουσα ένα από τα συστατικά της στοιχεία τελέστηκε στο Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου». Η Κυβέρνηση του Λουξεμβούργου εξέθεσε ότι, δυνάμει της διατάξεως αυτής, δεν είναι ανάγκη όλα τα συστατικά στοιχεία της παραβάσεως να έχουν τελεστεί στο Λουξεμβούργο για να μπορεί η παράβαση να τιμωρηθεί ποινικά. Αρκεί ένα από τα συστατικά στοιχεία να έχει τελεστεί στο Λουξεμβούργο. Στον τομέα του τραπεζικού απορρήτου ένα από τα συστατικά στοιχεία της παραβάσεως είναι η γνώση πληροφορίας που καλύπτεται από το τραπεζικό απόρρητο. Στο μέτρο που η γνώση αυτή έγινε σε πιστωτικό ίδρυμα με έδρα στο έδαφος του Μεγάλου Δουκάτου, είναι αδιάφορο, για τον κολασμό της παραβάσεως της υποχρεώσεως τηρήσεως του τραπεζικού απορρήτου, αν η γνωστοποίηση των πληροφοριών έγινε εκτός του εδάφους του Μεγάλου Δουκάτου.
(51) - Βλ. σημείο 38 των παρουσών προτάσεων (βλ., επίσης, γραπτές παρατηρήσεις του Βασιλείου του Βελγίου, σημείο 59).
(52) - Στην πραγματικότητα, η Κυβέρνηση του Λουξεμβούργου τόνισε ότι η έννοια των «δικαστικών αρχών» περιλαμβάνει όλες τις αλλοδαπές δικαστικές αρχές υπό την επιφύλαξη ότι αυτές θα μπορούν να θεωρηθούν ως «αντίστοιχες» προς τις λουξεμβουργιανές δικαστικές αρχές, από την άποψη των αρχών του κράτους δικαίου και τις διακρίσεις των εξουσιών. Η Κυβέρνηση του Λουξεμβούργου διευκρίνισε, πάντως, ότι, όσον αφορά τις δικαστικές αρχές των άλλων κρατών μελών, η προϋπόθεση αυτή προδήλως πληρούται λόγω των θεσμικών εγγυήσεων που παρέχει η προσχώρηση ενός κράτους στην Ευρωπαϋκή Ένωση.
Full & Egal Universal Law Academy