Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - Εισαγωγή
1. Η παρούσα υπόθεση αφορά προσφυγή λόγω παραβάσεως κράτους μέλους που η Επιτροπή άσκησε βάσει του άρθρου 226 ΕΚ κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας, δεδομένου ότι η ελληνική νομοθεσία που θεσπίστηκε για να τεθεί σε εφαρμογή η οδηγία 85/374/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1985, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σε θέματα ευθύνης λόγω ελαττωματικών προϊόντων (στο εξής: οδηγία), δεν τήρησε όσα ορίζονται στο άρθρο 9, στοιχείο β_, της οδηγίας. Σε αντίθεση με τη διάταξη αυτή, η Ελληνική Κυβέρνηση δεν περιέλαβε στη νομοθεσία της ημεδαπής την «ατέλεια» 500 ευρώ που προβλέπεται από την πιο πάνω διάταξη.
2. Το άρθρο 9, στοιχείο β_, της οδηγίας έχει ως εξής:
«β) [Ζημία σημαίνει] ζημία ή καταστροφή, ύψους πέραν ενός εκπιπτόμενου ποσού 500 [ευρώ], κάθε περιουσιακού στοιχείου, εκτός από το ίδιο το ελαττωματικό προϊόν, με την προϋπόθεση ότι το περιουσιακό αυτό στοιχείο:
i) είναι από εκείνα που συνήθως προορίζονται για ιδιωτική χρήση ή κατανάλωση, και
ii) χρησιμοποιήθηκε από τον ζημιωθέντα, κυρίως, για ιδιωτική χρήση ή κατανάλωση».
ΙΙ - Εξέταση
3. Το αντικείμενο της παρούσας υποθέσεως είναι σχεδόν ίδιο με το αντικείμενο των υποθέσεων C-52/00, Επιτροπή κατά Γαλλίας, και C-183/00, González Sánchez, όπου ανέπτυξα τις προτάσεις μου στις 18 Σεπτεμβρίου 2001. Το βασικό ζήτημα στις υποθέσεις εκείνες ήταν, ακριβώς όπως στην παρούσα υπόθεση, αν η οδηγία προβλέπει πλήρη εναρμόνιση ή θέτει ένα κατώτατο όριο για την εναρμόνιση. Στην πρώτη περίπτωση, ο εθνικός νομοθέτης δεσμεύεται πλήρως από την οδηγία και δεν δύναται να παράσχει στον ημεδαπό καταναλωτή, όσον αφορά την ευθύνη λόγω ελαττωματικών προϊόντων, προστασία που υπερακοντίζει εκείνην που ρητώς προβλέπει η οδηγία. Στη δεύτερη περίπτωση, τα κράτη μέλη όντως έχουν την εξουσία αυτή.
4. Στην παρούσα υπόθεση, η Ελληνική Κυβέρνηση, προς στήριξη του ισχυρισμού της ότι η οδηγία θέτει ένα κατώτατο όριο εναρμονίσεως, προβάλλει επιχειρήματα όμοια με εκείνα που προέβαλε με τις γραπτές παρατηρήσεις της στην υπόθεση González Sánchez. Το περιεχόμενο των επιχειρημάτων αυτών σχεδόν ταυτίζεται με το περιεχόμενο των ζητημάτων που η Γαλλική Κυβέρνηση έθεσε επί τάπητος με το υπόμνημά της αντικρούσεως στην υπόθεση C-52/00.
5. Θα παραπέμψω στις σκέψεις μου που παρέθεσα στα σημεία 27 έως 55 των πιο πάνω προτάσεών μου, βάσει των οποίων σκέψεων συνήγαγα τα εξής :
«- η οδηγία 85/374/ΕΟΚ σκοπό έχει να υπάρχει πλήρης εναρμόνιση όσον αφορά την αντικειμενική ευθύνη λόγω ελαττωματικών προϊόντων·
- ο εθνικός νομοθέτης μπορεί να παρεκκλίνει από την οδηγία μόνον αν και εφόσον διατάξεις της οδηγίας το επιτρέπουν ρητώς και τηρουμένων των σχετικών προϋποθέσεων και διατάξεων της οδηγίας.
[...]»
6. Τα συγκεκριμένα επιχειρήματα που η Ελληνική Κυβέρνηση προβάλλει για τη μη πλήρη μεταφορά του άρθρου 9, στοιχείο β_, της οδηγίας δεν είναι πειστικά.
7. Εν προκειμένω, η επίκληση του εθνικού ιδιωτικού δικαίου είναι αλυσιτελής, για τους λόγους που παρέθεσα στο σημείο 69 των προτάσεών μου της 18ης Σεπτεμβρίου 2001 .
8. Επίσης, το γεγονός ότι μια «ατέλεια» 500 ευρώ συνιστά μείωση της νομικής προστασίας που ήδη παρέχεται από την ελληνική νομοθεσία στον καταναλωτή δεν αποτελεί λόγο να μη μεταφερθεί πλήρως η διάταξη του άρθρου 9, στοιχείο β_ .
9. Το επιχείρημα ότι η ράσινη Βίβλος - Η αστική ευθύνη λόγω ελαττωματικών προϊόντων, της 28ης Ιουλίου 1999 , εξετάζει προσεκτικά το ενδεχόμενο καταργήσεως της «ατέλειας» αυτής ούτε και αυτό είναι λυσιτελές. Ο σεβασμός των εξουσιών που ο κοινοτικός νομοθέτης έχει βάσει της Συνθήκης ΕΚ απαιτεί να απέχει το Δικαστήριο από συμφωνίες που προδικάζουν ή μπορούν να προδικάσουν τη στάση του κοινοτικού νομοθέτη.
10. Τον ισχυρισμό της Ελληνικής Κυβερνήσεως ότι η «ατέλεια» είναι ασυμβίβαστη με το άρθρο 6, παράγραφος 1, της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών τον έχω ήδη εξετάσει στα σημεία 63 έως 69 των πιο πάνω προτάσεών μου και τον έχω θεωρήσει αβάσιμο.
11. Τέλος, όσον αφορά το επιχείρημα που στηρίζεται στην ένατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η αιτιολογική αυτή σκέψη παραθέτει τους λόγους για τους οποίους προβλέπεται μια «ατέλεια» στο άρθρο 9, στοιχείο β_, της οδηγίας. Από την εν λόγω αιτιολογική σκέψη, όπως και από το ίδιο το κείμενο του άρθρου 9, στοιχείο β_, δεν μπορεί να αντληθεί επιχείρημα για τη μη καθιέρωση της ανεπιφύλακτα προβλεπόμενης «ατέλειας».
Συμπέρασμα
12. Βάσει των ανωτέρω προτείνω στο Δικαστήριο:
α) να διαπιστώσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν τήρησε τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 9, στοιχείο β_, της οδηγίας 85/374/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1985, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σε θέματα ευθύνης λόγω ελαττωματικών προϊόντων·
β) να καταδικάσει σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy