Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - Εισαγωγή
1. Με δικόγραφο που κατέθεσε στις 27 Απριλίου 2000, το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου ζήτησε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 230 ΕΚ, την εν μέρει ακύρωση της αποφάσεως 2000/216/ΕΚ της Επιτροπής, της 1ης Μαρτίου 2000, για τον αποκλεισμό από την κοινοτική χρηματοδότηση ορισμένων δαπανών που πραγματοποιήθηκαν από τα κράτη μέλη στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Ταμείου ροσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ), τμήμα Εγγυήσεων [κοινοποιηθείσα με τον αριθ. C(2000) 488] (ΕΕ L 67, σ. 37, στο εξής: απόφαση 2000/216 ή προσβαλλομένη απόφαση). Συγκεκριμένα, η προσφεύγουσα κυβέρνηση ζήτησε την ακύρωση της αποφάσεως αυτής καθόσον η απόφαση προβλέπει, για τα οικονομικά έτη 1996, 1997, 1998 και όσον αφορά τις δαπάνες σχετικά με τις αροτραίες καλλιέργειες, ότι το συνολικό ποσό των 56 106 800 λουξεμβουργιανά φράγκα (LUF), ήτοι το 5 % των δαπανών που πραγματοποίησε το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, αποκλείεται της χρηματοδοτήσεως του ΕΓΤΕ.
ΙΙ - Νομικό πλαίσιο
Α - Γενική κανονιστική ρύθμιση σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών
2. Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 93), διευκρινίζει στο άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο β_, ότι το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο ροσανατολισμού και Εγγυήσεων (στο εξής: ΕΓΤΕ), τμήμα Εγγυήσεων, χρηματοδοτεί, μεταξύ άλλων, τις παρεμβάσεις για τη ρύθμιση των γεωργικών αγορών.
3. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού έχει ως εξής:
«Χρηματοδοτούνται βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο β_, οι παρεμβάσεις που προορίζονται για τη ρύθμιση των γεωργικών αγορών και που επιχειρούνται σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών.»
4. Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, του κανονισμού 729/70, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1287/96 του Συμβουλίου, της 22ας Μα_ου 1995 (ΕΕ L 125, σ. 1):
«Η Επιτροπή, μετά από διαβουλεύσεις με την επιτροπή του Ταμείου:
[...]
γ) αποφασίζει την απόρριψη αιτήματος κοινοτικής χρηματοδοτήσεως δαπανών βάσει των άρθρων 2 και 3, σε περίπτωση που διαπιστώσει ότι οι δαπάνες δεν πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες.
ριν από οποιαδήποτε απόφαση απορρίψεως χρηματοδοτήσεως, τα αποτελέσματα των εξακριβώσεων της Επιτροπής και οι απαντήσεις του κράτους μέλους κοινοποιούνται εκατέρωθεν γραπτώς, κατόπιν τούτου δε τα δύο μέρη επιχειρούν να έλθουν σε συμφωνία για τη συνέχεια που θα δοθεί.
Σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί συμφωνία, το κράτος μέλος μπορεί να ζητήσει την έναρξη διαδικασίας για συμβιβασμό των αντιστοίχων θέσεών τους εντός τεσσάρων μηνών· τα αποτελέσματα της διαδικασίας αυτής ανακοινώνονται με έκθεση προς την Επιτροπή, η οποία εξετάζει πριν αποφασίσει απόρριψη της χρηματοδοτήσεως.
Η Επιτροπή υπολογίζει τα προς απόρριψη ποσά λαμβάνοντας υπόψη, ιδίως, την έκταση της διαπιστωθείσας ασυμφωνίας. Η Επιτροπή εκτιμά εν προκειμένω το είδος και τη σοβαρότητα της παραβάσεως, καθώς και την οικονομική ζημία που υπέστη η Κοινότητα.
Η απόρριψη χρηματοδοτήσεως δεν μπορεί να αφορά δαπάνες προγενέστερες του τελευταίου 24μήνου πριν από τη γραπτή ανακοίνωση της Επιτροπής στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος των αποτελεσμάτων των εξακριβώσεων αυτών. Εντούτοις, η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται στις δημοσιονομικές συνέπειες που προκύπτουν:
- από περιστατικά [παρατυπιών] κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 2,
- από εθνικές ενισχύσεις ή από παραβάσεις για τις οποίες έχουν κινηθεί οι διαδικασίες των άρθρων 93 και 169 της Συνθήκης.»
5. Εξάλλου, το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 729/70 προβλέπει:
«1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν, σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να:
- εξασφαλίσουν την πραγματοποίηση και την κανονικότητα των χρηματοδοτουμένων από το Ταμείο πράξεων,
- προλάβουν και διώξουν [παρατυπίες],
- ανακτήσουν τα απολεσθέντα εξ αιτίας [παρατυπιών] ή αμελειών ποσά.
Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή για τα ληφθέντα προς τον σκοπό αυτό μέτρα και ιδίως για την πορεία των διοικητικών και δικαστικών διαδικασιών.»
6. ροκειμένου, ειδικότερα, για το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, του κανονισμού 729/70, όπως τροποποιήθηκε, επιβάλλεται η επικέντρωση της προσοχής επί του άρθρου 8, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού (ΕΚ) 1663/95 της Επιτροπής, της 7ης Ιουλίου 1995, για τη θέσπιση λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου όσον αφορά τη διαδικασία για την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΕ, τμήμα Εγγυήσεων (ΕΕ L 158, σ. 6). Οι διατάξεις αυτές προβλέπουν ότι:
«1. Σε περίπτωση που, ως συνέπεια οιασδήποτε έρευνας, η Επιτροπή θεωρεί ότι οι δαπάνες δεν πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες, ανακοινώνει στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος τις διαπιστώσεις της και καθορίζει τα διορθωτικά μέτρα που πρέπει να ληφθούν ώστε να διασφαλιστεί η μελλοντική τήρηση των προαναφερθέντων κανόνων, καθώς και εκτίμηση των δαπανών που μπορεί να εξαιρεθούν με βάση το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, του κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70. Η ανακοίνωση περιέχει παραπομπή στον παρόντα κανονισμό. Το κράτος μέλος απαντά εντός δύο μηνών και η Επιτροπή μπορεί να τροποποιήσει αναλόγως τη θέση της. Σε δικαιολογημένες περιπτώσεις η Επιτροπή μπορεί να χορηγήσει παράταση της περιόδου για απάντηση.
Μετά [τη λήξη] της προθεσμίας για απάντηση, η Επιτροπή οργανώνει διμερή διάλογο και τα δύο μέρη προσπαθούν να καταλήξουν σε συμφωνία σχετικά με τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν. Στη συνέχεια η Επιτροπή ανακοινώνει τα συμπεράσματά της στο κράτος μέλος κάνοντας αναφορά στην απόφαση 94/442/ΕΚ της Επιτροπής.
2. Οι αποφάσεις που προβλέπονται στο άρθρο 5 παράγραφος 2 στοιχείο γ_, του κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70 λαμβάνονται μετά την εξέταση οποιασδήποτε έκθεσης του οργάνου [συνδιαλλαγής] σύμφωνα με την απόφαση 94/442/ΕΚ.»
7. Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της αποφάσεως 94/442/ΕΚ της Επιτροπής, της 1ης Ιουλίου 1994, σχετικά με τη θέσπιση διαδικασίας συμβιβασμού στο πλαίσιο της εκκαθάρισης των λογαριασμών του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου ροσανατολισμού και Εγγυήσεως, ΕΓΤΕ, τμήμα Εγγυήσεων (ΕΕ L 182, σ. 45), προβλέπει:
«1. Συστήνεται στο πλαίσιο της Επιτροπής ένα συμβιβαστικό όργανο, για θέματα εκκαθάρισης των λογαριασμών του ΕΓΤΕ, τμήμα Εγγυήσεων:
α) ενώπιον του οποίου δύναται να προσφεύγει οποιοδήποτε κράτος μέλος στο οποίο, μετά από τους ελέγχους που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο του άρθρου 9 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 729/70, και αφού διεξαχθεί συζήτηση σε διμερή βάση σχετικά με το αποτέλεσμα των εν λόγω ελέγχων, οι αρμόδιες υπηρεσίες της Επιτροπής ανακοινώνουν επισήμως, αναφερόμενες στην παρούσα απόφαση, το πόρισμα σύμφωνα με το οποίο οριμένες δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν από το συγκεκριμένο κράτος μέλος θα έπρεπε να μην επιβαρύνουν το ΕΓΤΕ, τμήμα Εγγυήσεων·
β) το οποίο αναλαμβάνει τη σύγκλιση των αποκλινουσών θέσεων της Επιτροπής και του συγκεκριμένου κράτους μέλους
και
γ) το οποίο συντάσσει, μετά το πέρας των εργασιών του, έκθεση με τα αποτελέσματα της προσπάθειας σύγκλισης των θέσεων, η οποία θα συνοδεύεται από όλες τις παρατηρήσεις τις οποίες το όργανο κρίνει χρήσιμες σε περίπτωση που η διαφορά εξακολουθεί να υφίσταται έστω και μερικώς.»
8. Σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο α_, της αποφάσεως 94/442:
«η θέση την οποία λαμβάνει το συμβιβαστικό όργανο δεν προδικάζει την οριστική απόφαση της Επιτροπής σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών [...]»
9. Το άρθρο 2 της αποφάσεως 94/442 προβλέπει ότι:
«1. Ένα κράτος μέλος δύναται να προσφύγει ενώπιον του συμβιβαστικού οργάνου εντός προθεσμίας 30 εργασίμων ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ανακοίνωσης που αναφέρεται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο α_, με αιτιολογημένη αίτηση συμβιβασμού που απευθύνεται στη γραμματεία του συμβιβαστικού οργάνου, η διεύθυνση της οποίας θα ανακοινωθεί στα κράτη μέλη στο πλαίσιο της επιτροπής του ΕΓΤΕ.
2. Η αίτηση συμβιβασμού γίνεται δεκτή μόνον εφόσον, σύμφωνα με την υπό αμφισβήτηση ανακοίνωση της Επιτροπής, η χρηματοοικονομική διόρθωση που προτείνεται για μια θέση του προϋπολογισμού αφορά ποσό το οποίο
- είτε υπερβαίνει το 0,5 εκατομμύριο ECU,
- είτε αντιπροσωπεύει ποσοστό άνω του 25 % των ετήσιων συνολικών δαπανών του κράτους μέλους για την εν λόγω θέση του προϋπολογισμού.
Εξάλλου, εφόσον το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, κατά τη διμερή συζήτηση που αναφέρεται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο α_, επικαλεστεί και αιτιολογήσει δεόντως το γεγονός ότι πρόκειται για θέμα αρχής σχετικό με την εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων, ο πρόεδρος του συμβιβαστικού οργάνου μπορεί να κάνει δεκτή αίτηση συμβιβασμού.
3. [...]
4. Το συμβιβαστικό όργανο διεξάγει τις εργασίες του κατά τρόπο όσο το δυνατόν περισσότερο άτυπο και ταχύ, βασιζόμενο στον υπό κρίση φάκελο και σε μια ισομερή διαβούλευση με τις υπηρεσίες της Επιτροπής και τις ενδιαφερόμενες εθνικές αρχές. Κατά το πέρας της εξέτασης που διεξάγει, τους κοινοποιεί την έκθεση που αναφέρεται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο γ_.
5. Εφόσον, εντός προθεσμίας 4 μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία επελήφθη της υποθέσεως, οι εργασίες του συμβιβαστικού οργάνου δεν καταλήξουν στη σύγκλιση των απόψεων της Επιτροπής και του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους, η διαδικασία συμβιβασμού θεωρείται ότι έχει αποτύχει. Στην περίπτωση αυτή, η έκθεση που αναφέρεται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο γ_, αναφέρει τα στοιχεία που εμπόδισαν τη σύγκλιση των εν λόγω θέσεων.
6. Η έκθεση που συντάσσεται εντός της προαναφερθείσας προθεσμίας ανακοινώνεται:
- στο κράτος μέλος που έχει προσφύγει στο συμβιβαστικό όργανο,
- στα λοιπά κράτη μέλη στο πλαίσιο της επιτροπής του ΕΓΤΕ
και
- στην Επιτροπή κατά την υποβολή της πρότασης για τη λήψη απόφασης σχετικά με την εν λόγω εκκαθάριση των λογαριασμών.»
10. Όσον αφορά τις οικονομικές συνέπειες των ερευνών που προσδιορίζουν τις παρατυπίες των διαδικασιών ελέγχου ενός κράτους μέλους, η Επιτροπή εκπόνησε ένα έγγραφο που θεσπίζει τους ακολουθητέους στην περίπτωση αυτή προσανατολισμούς (έγγραφο VI/216/93 της 3ης Ιουνίου 1993), το οποίο στη συνέχεια αναθεωρήθηκε και αντικαταστάθηκε με το έγγραφο VI/5330/97 της 23ης Δεκεμβρίου 1997 (στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές), ώστε να ληφθεί υπόψη η μεταρρύθμιση της διαδικασίας εκκαθαρίσεως των λογαριασμών του ΕΓΤΕ, που θεσπίστηκε με τον κανονισμό 1287/95. Σύμφωνα με τη διαγραφόμενη στα έγγραφα αυτά προσέγγιση, η οποία ακολουθείται από την εκκαθάριση των λογαριασμών του οικονομικού έτους 1990 και μετά, όταν το πραγματικό επίπεδο των μη συννόμων δαπανών, και συνεπώς το ποσόν των οικονομικών ζημιών που έχει υποστεί η Κοινότητα, δεν μπορεί να καθοριστεί, η Επιτροπή εφαρμόζει τις κατ' αποκοπή χρηματοοικονομικές διορθώσεις ύψους 2 %, 5 % ή 10 % των δηλωθεισών δαπανών, σε συνάρτηση με την έκταση του κινδύνου των ζημιών.
11. Όσον αφορά ειδικότερα τις χρηματοοικονομικές διορθώσεις που συνδέονται με την ανεπάρκεια των ελέγχων που πραγματοποιούνται από τις αρχές των κρατών μελών, οι κατευθυντήριες γραμμές διακρίνουν δύο κατηγορίες ελέγχων, δηλαδή τους βασικούς και δευτερεύοντες ελέγχους:
«- Βασικοί έλεγχοι είναι οι επιτόπιοι και διοικητικοί έλεγχοι που απαιτούνται για τον έλεγχο των στοιχείων επί της ουσίας, συγκεκριμένα του υποστατού του αντικειμένου της αιτήσεως, της ποσότητας και των ποιοτικών προϋποθέσεων, στις οποίες περιλαμβάνονται η τήρηση των προθεσμιών, οι απαιτήσεις της εσοδείας, οι προθεσμίες υποχρεωτικής κατοχής, κλπ. ραγματοποιούνται επιτοπίως και μέσω αντιπαραβολής με ανεξάρτητα πληροφοριακά στοιχεία, όπως τα μητρώα του κτηματολογίου.
- Δευτερεύοντες έλεγχοι είναι οι διοικητικές ενέργειες που είναι απαραίτητες για να διεκπεραιωθούν ορθώς οι αιτήσεις, όπως η εξακρίβωση της τηρήσεως των προθεσμιών υποβολής προσφορών, ο προσδιορισμός των διπλών αιτήσεων με το ίδιο αντικείμενο, η ανάλυση του κινδύνου, η επιβολή κυρώσεων και η κατάλληλη εποπτεία των διαδικασιών.»
12. Βάσει των κατευθυντηρίων γραμμών, η Επιτροπή εφαρμόζει ως εξής τα διάφορα κατ' αποκοπήν ποσοστά:
«Όταν ένας ή περισσότεροι βασικοί έλεγχοι δεν έχουν πραγματοποιηθεί ή έχουν πραγματοποιηθεί τόσο κακώς ή τόσο σπανίως ώστε είναι αναποτελεσματικοί για να καθοριστεί το επιλέξιμον μιας αιτήσεως ή να αποφευχθούν οι παρατυπίες, πρέπει να γίνει διόρθωση ύψους 10 %, διότι ευλόγως μπορεί να γίνει δεκτό ότι υφίσταται υψηλός κίνδυνος σημαντικών ζημιών σε βάρος του ΕΓΤΕ.
_Όταν έχουν πραγματοποιηθεί όλοι οι έλεγχοι, χωρίς όμως να τηρηθεί ο αριθμός, η συχνότητα ή η αυστηρότητα που προβλέπουν οι κανονισμοί, πρέπει να γίνει διόρθωση ύψους 5 %, διότι ευλόγως μπορεί να συναχθεί ότι οι έλεγχοι αυτοί δεν προσφέρουν το αναμενόμενο επίπεδο εγγυήσεως κανονικότητας των αιτήσεων και είναι ενδεικτικός ο κίνδυνος ζημιών σε βάρος του ΕΓΤΕ.
Όταν ένα κράτος μέλος πραγματοποιεί ορθώς τους βασικούς ελέγχους αλλά παραλείπει εντελώς να πραγματοποιήσει έναν ή περισσοτέρους δευτερεύοντες ελέγχους, πρέπει να γίνει διόρθωση ύψους 2 % λαμβανομένου υπόψη του μικροτέρου κινδύνου ζημιών για το ΕΓΤΕ και της μικρότερης σοβαρότητας της παραβάσεως.»
Υψηλότερα ποσοστά διορθώσεως, μέχρι 100 %, μπορεί να αποφασιστούν σε εξαιρετικές περιπτώσεις.
Β - Κανονιστική ρύθμιση στον τομέα των αροτραίων καλλιεργειών
13. Ο κανονισμός 1765/92 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1992 (EE L 181, σ. 12), θέσπισε ένα καθεστώς στήριξης των παραγωγών ορισμένων αροτραίων καλλιεργειών.
14. Με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3508/92 του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 1992 (ΕΕ L 355, σ. 1), ένα νέο σύστημα διαχειρίσεως και ελέγχου των κοινοτικών ενισχύσεων από τις αρχές των κρατών μελών, καλούμενο «ολοκληρωμένο σύστημα διαχειρίσεως και ελέγχου» (στο εξής: ΟΣΔΕ), θεσπίστηκε σχετικά με ορισμένα καθεστώτα κοινοτικών ενισχύσεων, συμπεριλαμβανομένου του ΕΓΤΕ, για να ενισχυθεί η αποτελεσματικότητα και αποδοτικότητα των καθεστώτων αυτών (βλ. τρίτη αιτιολογική σκέψη).
15. Το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 3508/92 επιβάλλει στα κράτη μέλη να προβαίνουν «σε διοικητικό έλεγχο των αιτήσεων ενισχύσεως», ενώ η παράγραφος 2, πρώτη περίοδος, του ιδίου άρθρου προβλέπει ότι [ο]ι διοικητικοί έλεγχοι συμπληρώνονται από επιτοπίους ελέγχους που διενεργούνται δειγματοληπτικά σε γεωργικές εκμεταλλεύσεις. Για όλους αυτούς τους ελέγχους, το κράτος μέλος καταρτίζει σχέδιο δειγματοληψίας.
16. Όσον αφορά τον έλεγχο των αιτήσεων για τη χορήγηση ενισχύσεως, το άρθρο 6, παράγραφοι 1 έως 5, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3887/92 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 1992, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του ολοκληρωμένου συστήματος διαχειρίσεως και ελέγχου σχετικά με ορισμένα καθεστώτα κοινοτικών ενισχύσεων (ΕΕ L 391, σ. 36, στο εξής: κανονισμός 3887/92), ορίζει:
«1. Οι διοικητικοί και επιτόπιοι έλεγχοι πραγματοποιούνται κατά τρόπον ώστε να εξασφαλίζεται η αποτελεσματική εξακρίβωση της τηρήσεως των όρων για την παροχή των ενισχύσεων και των πριμοδοτήσεων.
2. Ο διοικητικός έλεγχος που μνημονεύεται στο άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3508/92 περιλαμβάνει κατά κύριο λόγο ελέγχους [διασταυρώσεως των στοιχείων] σχετικά με τα δηλωθέντα αγροτεμάχια και ζώα ώστε να αποφεύγεται η αδικαιολόγητη διπλή χορήγηση στα πλαίσια του ιδίου ημερολογιακού έτους.
3. Οι επιτόπιοι έλεγχοι ασκούνται τουλάχιστον σε ευρύ δείγμα αιτήσεων. Το εν λόγω δείγμα πρέπει να αντιπροσωπεύει τουλάχιστον:
- [...]
- το 5 % των αιτήσεων χορηγήσεως ενισχύσεως για εκτάσεις. Το ποσό αυτό μειώνεται, εντούτοις, στο 3 % για τις αιτήσεις χορηγήσεως ενισχύσεως για εκτάσεις, πέραν του αριθμού των 700 000 αιτήσεων ανά κράτος μέλος και ημερολογιακό έτος.
[...]
4. Οι αιτήσεις που αποτελούν το αντικείμενο επιτοπίων ελέγχων καθορίζονται από την αρμόδια αρχή, κυρίως βάσει αναλύσεως των κινδύνων καθώς επίσης και βάσει ενός στοιχείου αντιπροσωπευτικότητας των αιτήσεων που υποβλήθηκαν. Για την ανάλυση των κινδύνων λαμβάνονται υπόψη:
- το ποσό της ενισχύσεως,
- ο αριθμός των αγροτεμαχίων, της εκτάσεως ή του αριθμού ζώων για τα οποία έχει ζητηθεί η ενίσχυση,
- η εξέλιξη, σε σχέση με το προηγούμενο έτος,
- οι διαπιστώσεις των ελέγχων που διενεργήθηκαν τα προηγούμενα έτη,
- άλλες παράμετροι που θα ορίσουν τα κράτη μέλη.»
5. Οι επιτόπιοι έλεγχοι πραγματοποιούνται αιφνιδιαστικά και αφορούν το σύνολο των αγροτεμαχίων ή των ζώων που καλύπτονται από μία ή περισσότερες αιτήσεις. Εντούτοις, είναι δυνατό να υπάρξει κάποια προειδοποίηση, περιορισμένη στο απολύτως αναγκαίο χρονικό διάστημα, η οποία κατά γενικό κανόνα δεν μπορεί να υπερβεί τις 48 ώρες.
[...]
17. Σύμφωνα με το άρθρο 12 του κανονισμού 3887/92:
«Για κάθε επίσκεψη ελέγχου πρέπει να συντάσσεται έκθεση όπου να μνημονεύονται κυρίως οι λόγοι της επισκέψεως, τα πρόσωπα που παρίσταντο, ο αριθμός των αγροτεμαχίων όπου πραγματοποιήθηκε επίσκεψη και μέτρηση καθώς και οι χρησιμοποιηθείσες τεχνικές μετρήσεως, ο αριθμός και το είδος των ζώων που αποτέλεσαν αντικείμενο επιτοπίου ελέγχου, καθώς και, ενδεχομένως, ο αριθμός αναγνωρίσεώς του [και οι λόγοι που δικαιολογούν την εν όλω ή εν μέρει απόρριψη ή την αποδοχή της αιτήσεως].
Ο κάτοχος της εκμεταλλεύσεως ή ο εκπρόσωπός του έχει τη δυνατότητα να υπογράψει την έκθεση αυτή πιστοποιώντας, ενδεχομένως, τουλάχιστον την παρουσία του κατά τη διάρκεια του ελέγχου ή αναφέροντας τις παρατηρήσεις του επί του θέματος.»
ΙΙΙ - Νομική ανάλυση
Α - Εισαγωγή
18. Η προσφεύγουσα κυβέρνηση προβάλλει τρεις λόγους ακυρώσεως από τους οποίους, όπως θα φανεί καλύτερα κατωτέρω, μόνον ο δεύτερος και ο τρίτος αφορούν το σύνολο της χρονικής περιόδου (οικονομικά έτη 1996 έως 1998), την οποία αφορά η προσβαλλομένη απόφαση:
- η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, πέμπτο εδάφιο, του κανονισμού 729/70, όπως τροποποιήθηκε, απορρίπτοντας τη χρηματοδότηση των δαπανών που πραγματοποιήθηκαν πριν από τις 26 Μα_ου 1996·
- η Επιτροπή προέβη σε εσφαλμένη αιτιολόγηση και εκτίμηση καθόσον δεν έλαβε υπόψη τις πληροφορίες που παρείχαν οι λουξεμβουργιανές αρχές για να εκτιμήσει ορθώς τις δημοσιονομικές συνέπειες των διαπιστωθεισών παρατυπιών·
- η Επιτροπή παραβίασε τις κατευθυντήριες γραμμές και προσέβαλε την αρχή της αναλογικότητας.
Β - Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως: παράβαση του κανονισμού 729/70
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
19. Η Κυβέρνηση του Λουξεμβούργου υπενθυμίζει κατ' αρχάς ότι, σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, πέμπτο εδάφιο, του κανονισμού 729/70, η απόρριψη χρηματοδοτήσεως δεν μπορεί να αφορά δαπάνες προγενέστερες του τελευταίου 24μήνου πριν από τη γραπτή ανακοίνωση της Επιτροπής στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος των αποτελεσμάτων των εξακριβώσεων στις οποίες προέβησαν οι υπηρεσίες της Επιτροπής. Εν προκειμένω, η ανακοίνωση αυτή έγινε με έγγραφο της 26ης Μα_ου 1998 (παράρτημα 13 της προσφυγής) με την οποία οι εν λόγω υπηρεσίες ανακοίνωναν ότι προετίθεντο να προτείνουν να αποκλεισθεί από την κοινοτική χρηματοδότηση μέρος των δαπανών που είχαν δηλωθεί βάσει μιας μέγιστης περιόδου εικοσιτεσσάρων μηνών προ της ημερομηνίας παραλαβής του εγγράφου αυτού. Συνεπώς η άρνηση χρηματοδοτήσεως δεν μπορεί να αφορούσε τις πραγματοποιηθείσες πριν από τις 26 Μα_ου 1996 δαπάνες. Εν τούτοις, η προσβαλλομένη απόφαση καλύπτει τις πραγματοποιηθείσες από το 1995 έως το 1997 δαπάνες (οικονομικά έτη 1996, 1997 και 1998), και εκτείνεται συνεπώς κατά μη σύννομο τρόπο στην κατά 5 % χρηματοδότηση των δαπανών που αφορούν την εσοδεία του 1995, ήτοι ποσόν 17 939 235 LUF. Συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί κατά το μέρος αυτό.
20. Σε αντίθεση με την Επιτροπή, σύμφωνα με την οποία η Επιτροπή διεβίβασε στις λουξεμβουργιανές αρχές ανακοίνωση βάσει του άρθρου 8 του κανονισμού 1663/95 και στις 13 Φεβρουαρίου 1996 (παράρτημα 8 της προσφυγής), που είχε επίσης ως αντικείμενο, όπως και η προαναφερθείσα ανακοίνωση της 26ης Μα_ου 1998, τα αποτελέσματα των εξακριβώσεων που πραγματοποίησαν οι υπηρεσίες της Επιτροπής (αντιστοίχως, τον Δεκέμβριο του 1995 και τον Ιούνιο του 1995), η προσφεύγουσα κυβέρνηση αντιτάσσει ότι μόνον το δεύτερο έγγραφο παραπέμπει ρητώς στον κανονισμό 1663/95, όπως απαιτεί το άρθρο 8 του ιδίου κανονισμού, ενώ στο έγγραφο της 13ης Φεβρουαρίου 1996 δεν αναφέρεται απολύτως τίποτα επ' αυτού. Εξάλλου, το τελευταίο αυτό έγγραφο, αφενός, δεν περιλαμβάνει καμμία εκτίμηση των δαπανών τις οποίες η Επιτροπή προτίθεται να αποκλείσει της κοινοτικής χρηματοδοτήσεως και, αφετέρου, καλεί τις λουξεμβουργιανές αρχές να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους εντός έξι εβδομάδων, αντί για τους δύο μήνες του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 1663/95. Σύμφωνα με την Κυβέρνηση του Λουξεμβούργου, το έγγραφο αυτό συνεπώς, αντίθετα προς το έγγραφο της 26ης Μα_ου 1998, δεν μπορεί να αποτελεί ανακοίνωση βάσει του εν λόγω άρθρου 8 και οι λουξεμβουργιανές αρχές δεν μπόρεσαν ποτέ να αντιληφθούν ποιος ήταν ο χαρακτήρας του εγγράφου αυτού. Τούτο είναι τοσούτω μάλλον σοβαρό, υποστηρίζει περαιτέρω η προσφεύγουσα κυβέρνηση, διότι η διάταξη αυτή προσέθεσε στη διαδικασία εκκαθαρίσεως των λογαριασμών του ΕΓΤΕ τυπικές προϋποθέσεις που σκοπούν να διασφαλίσουν τον σεβασμό των δικαιωμάτων άμυνας του εν λόγω κράτους μέλους. Εφόσον όμως η προστασία αυτών των δικαιωμάτων συνιστά θεμελιώδη αρχή του κοινοτικού δικαίου, ακόμα και στο πλαίσιο διαδικασίας διοικητικού χαρακτήρα, οι προϋποθέσεις του άρθρου 8 πρέπει συνεπώς να θεωρηθούν ουσιώδεις τύποι.
21. Τέλος, το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου υποστηρίζει ότι, επ' ονόματι της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, η Επιτροπή έπρεπε να συμμορφωθεί προς όσα είχε δηλώσει στο έγγραφο της 26ης Μα_ου 1998, όπου ανακοίνωνε την πρόθεσή της να αποκλείσει από την κοινοτική χρηματοδότηση ένα μέρος των δαπανών βάσει της μέγιστης περιόδου των εικοσιτεσσάρων μηνών προ της ημερομηνίας παραλαβής της εν λόγω ανακοινώσεως, αφήνοντας έτσι να εννοηθεί ότι δεν θα έβαινε πέραν αυτής της περιόδου των εικοσιτεσσάρων μηνών. Δεδομένου όμως ότι η προσβαλλομένη απόφαση αφορά επίσης τις προ της 26ης Μα_ου 1996 δηλωθείσες δαπάνες, η προσφεύγουσα κυβέρνηση συνάγει συναφώς ότι η Επιτροπή δεν συμμορφώθηκε προς αυτά που η ίδια είχε επισημάνει και ως εκ τούτου προσέβαλε τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου.
22. Η Επιτροπή, μολονότι αναγνωρίζει ότι το έγγραφο της 13ης Φεβρουαρίου 1996 δεν παραπέμπει ρητώς στον κανονισμό 1663/95, αντικρούει κατ' αρχάς το γεγονός ότι η αναφορά αυτή δεν συνιστά ουσιώδη εγγύηση για τον σεβασμό των δικαιωμάτων άμυνας του εν λόγω κράτους μέλους και δεν μπορεί συνεπώς να θεωρηθεί ουσιώδης τύπος. Η Επιτροπή επισημαίνει, αφετέρου, ότι, εν προκειμένω, δεν μπορεί να υπάρχει αμφιβολία ως προς τον χαρακτήρα του εγγράφου αυτού, διότι ως αντικείμενο του εγγράφου αυτού αναφερόταν σαφώς το είδος της διαδικασίας («Εκκαθάριση λογαριασμών του ΕΓΤΕ - τμήμα Εγγυήσεων») και ο εν λόγω τομέας («Τομέας των αροτραίων καλλιεργειών»)· στο δε παράρτημα απαριθμούνταν με ακρίβεια οι διαπιστωθείσες από τις υπηρεσίες παρατυπίες. Εξάλλου, η επικεφαλίδα του εγγράφου απεκάλυπτε ότι το έγγραφο προερχόταν από τη μονάδα της Γενικής Διευθύνσεως της Γεωργίας που είναι υπεύθυνη για την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΕ. Συνεπώς, σύμφωνα με την Επιτροπή, οι λουξεμβουργιανές αρχές δεν μπορούσαν ευλόγως να μην αντιληφθούν τον χαρακτήρα αυτής της ανακοινώσεως· κατά τα λοιπά, τόσο στην ανταλλαγείσα αλληλογραφία όσο και στις μεταγενέστερες επαφές, οι λουξεμβουργιανές αρχές δεν εξέφρασαν ποτέ την παραμικρή αμφιβολία ως προς τη φύση της κινηθείσας από την Επιτροπή διαδικασίας. Μόνον αφού έλαβαν την τελική έκθεση του συμβιβαστικού οργάνου, με έγγραφο της 24ης Ιανουαρίου 2000, οι αρχές αυτές επικαλέστηκαν το ζήτημα της προθεσμίας των εικοσιτεσσάρων μηνών του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, πέμπτο εδάφιο, του κανονισμού 729/70.
23. Η Επιτροπή αναγνωρίζει επίσης ότι, στο έγγραφο της 13ης Φεβρουαρίου 1996, δεν υπήρχε αριθμητική ένδειξη των δαπανών που επρόκειτο να αποκλεισθούν της χρηματοδοτήσεως του ΕΓΤΕ, αλλά υποστηρίζει ότι η ένδειξη αυτή δεν ήταν αναγκαία σε ένα τόσο προκαταρκτικό στάδιο της διαδικασίας· αφετέρου, το εν λόγω κράτος μέλος μπορούσε ευκόλως να εκτιμήσει το ίδιο τις χρηματοοικοικονομικές διορθώσεις βάσει των αποτελεσμάτων των εξακριβώσεων που πραγματοποίησε η Επιτροπή και των διευκρινίσεων των κατευθυντηρίων γραμμών. Εν προκειμένω, ευκόλως μπορεί να συναχθεί από το έγγραφο της 13ης Φεβρουαρίου 1996 ότι οι παρατυπίες αφορούσαν ουσιώδη στοιχεία των λουξεμβουργιανών ελέγχων και, ως εκ τούτου, το κατ' αποκοπή ποσοστό είναι τουλάχιστον 5 %.
24. Εξάλλου, η Επιτροπή διευκρινίζει ότι η προθεσμία των έξι εβδομάδων, εντός της οποίας είχαν κληθεί οι λουξεμβουργιανές αρχές να απαντήσουν στο έγγραφο της 13ης Φεβρουαρίου 1996, είναι προϊόν απλού διοικητικού σφάλματος που δεν μπορεί φυσικά να άρει από το έγγραφο αυτό τον χαρακτήρα ανακοινώσεως βάσει του άρθρου 8 του κανονισμού 1663/95, τοσούτω μάλλον που, όπως εξετέθη, δεν αμφισβητείται το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού. Το σφάλμα αυτό ουδόλως έθιξε το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, δεδομένου ότι χρειάστηκε δύο μήνες για να υποβάλει τις παρατηρήσεις του και η Επιτροπή έλαβε παρ' όλ' αυτά υπόψη της τις παρατηρήσεις αυτές. Επιπλέον, επειδή το ίδιο αυτό άρθρο 8 προβλέπει ότι, σε δικαιολογημένες περιπτώσεις, η Επιτροπή μπορεί να παρατείνει την προθεσμία του εν λόγω άρθρου, είναι σαφές, σύμφωνα με την Επιτροπή, ότι το ουσιώδες είναι το εν λόγω κράτος μέλος να είχε πράγματι στη διάθεσή του, όπως συνέβη εν προκειμένω, τον απαραίτητο χρόνο για να υποβάλει τις παρατηρήσεις του.
25. Όσον αφορά τη φερομένη προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας, η Επιτροπή υπενθυμίζει τη νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία διαδικαστική παρατυπία αποτελεί λόγο ακυρώσεως μόνον όταν, αν δεν υπήρχε η παρατυπία αυτή, η προσβαλλόμενη απόφαση θα μπορούσε να έχει διαφορετικό περιεχόμενο. Κατά τη διάρκεια όμως της διαδικασίας, η προσφεύγουσα κυβέρνηση δεν απέδειξε την παράβαση αυτή, ούτε τις συνέπειές της επί της τελικής αποφάσεως. Συνεπώς, το επιχείρημα του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου πρέπει να απορριφθεί, καθόσον μάλιστα που η διαδικασία εκκαθαρίσεως των λογαριασμών του ΕΓΤΕ δεν περιορίστηκε στην ανακοίνωση των αποτελεσμάτων των πραγματοποιηθεισών από την Επιτροπή εξακριβώσεων και, από συνολική άποψη, διασφαλίστηκαν αρκούντως τα δικαιώματα άμυνας του κράτους αυτού.
26. Τέλος, όσον αφορά τη φερομένη προσβολή της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, η Επιτροπή αντικρούει ότι οι δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν πέραν των εικοσιτεσσάρων μηνών πριν από τις 26 Μα_ου 1998, ημερομηνία αποστολής της δευτέρας ανακοινώσεως, αποτέλεσαν αντικείμενο χωριστής προκαταρκτικής διαδικασίας (βλ. έγγραφο της 13ης Φεβρουαρίου 1996) και η φράση περί της προθέσεως αποκλεισμού ορισμένων δαπανών (βλ. παράγραφο 21 ανωτέρω), στην οποία παραπέμπει η προσφεύγουσα κυβέρνηση είναι απλώς μια τυπική διατύπωση που επαναλαμβάνει, χωρίς πάντως να το αναφέρει ρητώς, το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, πέμπτο εδάφιο, του κανονισμού 729/70, όπως τροποποιήθηκε. Συνεπώς, δεν είναι δυνατόν να αποδοθεί στη φράση αυτή η προτεινόμενη από την Κυβέρνηση του Λουξεμβούργου έννοια, καθόσον μάλιστα η κυβέρνηση αυτή γνώριζε καλώς την πρακτική της Επιτροπής. Εξάλλου τούτο επιβεβαιώθηκε, έμμεσα, από το γεγονός ότι το ζήτημα αυτό δεν αναφέρθηκε ποτέ κατά τις διάφορες μεταγενέστερες επαφές μεταξύ των αρμοδίων κοινοτικών υπηρεσιών και των εθνικών αρχών. Εν πάση περιπτώσει, παρατηρεί η Επιτροπή, η δυνατότητα πραγματοποιήσεως χρηματοοικονομικών διορθώσεων αίρεται αν επιβάλλονται υπερβολικές τυπικές απαιτήσεις στον τομέα αυτό, ενόψει του ότι η συλλογή πληροφοριών χρειάζεται, ιδίως σε πολύπλοκες καταστάσεις, πολύ χρόνο, και μερικές φορές ακριβώς τα κράτη μέλη δημιουργούν δυσχέρειες, και μάλιστα, ενώ υπέχουν υποχρέωση συνεργασίας, αρνούνται να συνεργαστούν .
2. Εκτίμηση
α) Εισαγωγή
27. Εκ προοιμίου, επισημαίνεται ότι οι διάδικοι συμφωνούν ότι το έγγραφο της 26ης Μα_ου 1998 πληροί τις επιταγές του άρθρου 8 του κανονισμού 1663/95 και συνιστά συνεπώς νομότυπη ανακοίνωση βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, πέμπτο εδάφιο, του κανονισμού 729/70, που απεστάλη σε εύθετο χρόνο όσον αφορά τις δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν το 1996 και το 1997 (οικονομικά έτη 1997 και 1998). Στην πραγματικότητα, το ζήτημα αφορά αποκλειστικά τις παρατυπίες που θίγουν το έγγραφο της 13ης Φεβρουαρίου 1996 και, ως εκ τούτου, το κατά πόσον το έγγραφο αυτό μπορεί να χαρακτηριστεί ως νομότυπη ανακοίνωση βάσει της εν λόγω διατάξεως, και συνεπώς, ως τέτοια ανακοίνωση αν μπορεί να παραγάγει τα προαναφερθέντα αποτελέσματα επί των χρηματοοικονομικών διορθώσεων σχετικά με τις δαπάνες του 1995 (οικονομικό έτος 1996).
28. ροτού εξετασθούν λεπτομερώς οι προβαλλόμενες παρατυπίες, νομίζω ότι είναι χρήσιμο να υπενθυμιστεί ότι οι διαδικαστικοί κανόνες, που θεσπίστηκαν με τον κανονισμό 1287/95 και διευκρινίστηκαν κατόπιν με τον κανονισμό 1663/95, σκοπούν να ενισχύσουν τις εγγυήσεις της διαδικασίας εκκαθαρίσεως και να την καταστήσουν περισσότερο διαφανή (βλ. πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1287/95), ώστε να διασφαλίζεται η ασφάλεια δικαίου, προστατεύοντας συγχρόνως το δικαίωμα των κρατών μελών να είναι πλήρως ενημερωμένα στα διάφορα στάδια της διαδικασίας και να υποβάλουν κάθε φορά τις παρατηρήσεις τους . Όπως υπογράμμισε το Δικαστήριο, «η τελική και αμετάκλητη απόφαση περί εκκαθαρίσεως των λογαριασμών πρέπει να λαμβάνεται μετά από ειδική διαδικασία στο πλαίσιο της οποίας τα συγκεκριμένα κράτη μέλη πρέπει να απολαύουν όλων των απαιτούμενων εγγυήσεων προκειμένου να αναπτύξουν τις απόψεις τους» . Κατά τα λοιπά, γι' αυτόν τον λόγο κυρίως, η διαδικασία περιλαμβάνει τα διάφορα προαναφερθέντα στάδια (βλ. σκέψεις 4 έως 9 ανωτέρω): την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων των εξακριβώσεων που πραγματοποίησαν οι υπηρεσίες της Επιτροπής , τον μεταγενέστερο «διμερή διάλογο» των μερών , το έγγραφο με το οποίο η Επιτροπή ανακοινώνει τα τελικά συμπεράσματά της και την ενδεχόμενη απόπειρα συμβιβασμού με την πρωτοβουλία του εν λόγω κράτους μέλους .
29. εραιτέρω, στην οπτική αυτή ακριβώς εντάσσονται οι επιταγές του άρθρου 8 του κανονισμού 1663/95 το οποίο, θεσπίζοντας τις λεπτομέρειες εφαρμογής του άρθρου 5 του κανονισμού 729/70, καθόρισε με ακριβέστερο και αναλυτικότερο τρόπο το περιεχόμενο και τις τυπικές προϋποθέσεις της ανακοινώσεως της παραγράφου 2, στοιχείο γ_, πέμπτο εδάφιο, του τελευταίου αυτού άρθρου . Στην ίδια επίσης οπτική εντάσσεται και η μεταρρύθμιση της θεσπισθείσας με τον κανονισμό 1287/95 διαδικασίας, στο μέτρο που σκοπεί να μειώσει τις καθυστερήσεις που χαρακτήριζαν την προηγουμένη διαδικασία εκκαθαρίσεως των λογαριασμών, τούτο δε είτε μειώνοντας όσο το δυνατόν την προθεσμία λήψεως της αποφάσεως εκκαθαρίσεως των λογαριασμών (βλ. τέταρτη και πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1287/95), είτε προβλέποντας μεταξύ άλλων μια «μέγιστη περίοδο, την οποία θα αφορούν οι συνέπειες που έχουν τα αποτελέσματα των ελέγχων συμφωνίας [που έχουν πραγματοποιηθεί από τις υπηρεσίες της Επιτροπής]» (βλ. έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1287/95), περίοδο που - επί του παρόντος - έχει καθοριστεί σε εικοσιτέσσερεις μήνες από το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, πέμπτο εδάφιο, του κανονισμού 729/70, όπως τροποποιήθηκε. Εν προκειμένω, επιδιώκεται σαφώς να αποφεύγεται η ανασφάλεια δικαίου για τα κράτη μέλη, η οποία μπορεί να προκύψει αν η Επιτροπή μπορεί να θέτει σε αμφισβήτηση τις δαπάνες που έχουν πραγματοποιηθεί πολλά έτη πριν από την έκδοση της αποφάσεως εκκαθαρίσεως των λογαριασμών.
β) Οι παρατυπίες του εγγράφου της 13ης Φεβρουαρίου 1996 και οι συνέπειές τους
30. Κατόπιν αυτών των διευκρινίσεων, ας εξετάσουμε κατ' αρχάς το ζήτημα αν οι προβαλλόμενες από την προσφεύγουσα κυβέρνηση 7παρατυπίες εμποδίζουν να χαρακτηριστεί το έγγραφο της 13ης Φεβρουαρίου 1996 ως ανακοίνωση βάσει του εν λόγω άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, πέμπτο εδάφιο, του κανονισμού 729/70. Υπενθυμίζω ξανά ότι οι παρατυπίες αυτές αφορούν μεταξύ άλλων: το γεγονός ότι το έγγραφο δεν παραπέμπει στον κανονισμό 1663/95, η προθεσμία έξι μόνον εβδομάδων, αντί δύο μηνών, για την απάντηση της Κυβερνήσεως του Λουξεμβούργου στο εν λόγω έγγραφο και η παράλειψη εκτιμήσεως των δαπανών, τις οποίες η Επιτροπή προετίθετο να προτείνει να αποκλεισθούν. Οι παρατυπίες αυτές θα εξετασθούν κατωτέρω μεμονωμένα, για προφανείς λόγους της αναλύσεως· πρέπει πάντως να σημειωθεί από τώρα ότι η ενδεχόμενη χρονική τους σύμπτωση έχει προδήλως διαφορετική σημασία από τη σημασία που θα μπορούσε να έχει καθεμία από τις παρατυπίες αυτές, θεωρουμένη μεμονωμένα.
31. i) Αρχίζοντας από το γεγονός ότι το έγγραφο δεν παραπέμπει στον κανονισμό 1663/95, υπενθυμίζω ότι η παραπομπή αυτή απαιτείται ρητώς από το άρθρο 8 του εν λόγω κανονισμού. Όπως είδαμε, η Επιτροπή αρνείται εν τούτοις ότι πρόκειται για αμιγώς τυπική προϋπόθεση και, εν πάση περιπτώσει, δεν είναι ουσιώδης για τους σκοπούς της νομιμότητας της πράξεως, από τη στιγμή που, παρ' όλ' αυτά, έχει επιτευχθεί το αποτέλεσμα το οποίο θεωρείται ότι διασφαλίζει η απαίτηση αυτή. Τούτο ακριβώς συνέβη εν προκειμένω, δεδομένου ότι δεν υπήρξε αμφιβολία ούτε ως προς το γεγονός ότι το έγγραφο εντάσσεται σε διαδικασία εκκαθαρίσεως των λογαριασμών ούτε ως προς τον οικείο γεωργικό τομέα.
32. Ευκόλως γίνεται δεκτό ότι πράγματι, αυτή καθαυτή, η εν λόγω παράλειψη δεν φαίνεται να αποτελεί παράβαση ουσιώδους τύπου, μολονότι δεν φαίνεται γιατί η Επιτροπή δεν υποχρεούται να τηρεί τις επιταγές που η ίδια επέβαλε στον εαυτό της, ακριβώς με τον κανονισμό 1663/95 . αρ' όλ' αυτά, όπως προανέφερα, η παράλειψη αυτή πρέπει να εκτιμηθεί και σε σχέση με τις άλλες παρατυπίες, για να καθοριστεί αν, στο πλαίσιο αυτό, η παράλειψη αυτής της παραπομπής συνέβαλε στο να εμποδιστεί η εν λόγω κυβέρνηση να χαρακτηρίσει με βεβαιότητα το εν λόγω έγγραφο ως ανακοίνωση βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, πέμπτο εδάφιο, του κανονισμού 729/70. Όπως θα δούμε, αυτό ακριβώς, νομίζω ότι είναι το αποτέλεσμα στο οποία θα καταλήξουμε εν προκειμένω.
33. ii) Δεύτερον, η προσφεύγουσα κυβέρνηση προσάπτει ότι, στο έγγραφο της 13ης Φεβρουαρίου 1996, η Επιτροπή της έταξε προθεσμία έξι μόνον εβδομάδων για να υποβάλει ενδεχομένως παρατηρήσεις, αντί για τους δύο μήνες που προβλέπονται στο άρθρο 8 του κανονισμού 1663/95. Η Επιτροπή αντιτάσσει ότι πρόκειται για απλό διοικητικό σφάλμα και, ούτως ή άλλως, αυτό που έχει πραγματικά σημασία είναι το εν λόγω κράτος μέλος να είχε στην πραγματικότητα στη διάθεσή του τον απαραίτητο χρόνο για να προετοιμάσει τις παρατηρήσεις του. Εν προκειμένω, υπενθυμίζει η Επιτροπή, μολονότι το άρθρο 8 προβλέπει ότι, σε δικαιολογημένες περιπτώσεις, η Επιτροπή μπορεί να παρατείνει τη συνήθη προθεσμία των δύο μηνών, η προσφεύγουσα κυβέρνηση δεν έκρινε αναγκαίο να ζητήσει την παράταση αυτή· παρ' όλ' αυτά, η Επιτροπή έλαβε υπόψη την από 11 Απριλίου 1996 απάντηση των λουξεμβουργιανών αρχών, μολονότι της περιήλθε μετά την πάροδο της προθεσμίας των έξι εβδομάδων.
34. Ως προς την υπό εξέταση παρατυπία, θεωρώ, όπως και για την προηγουμένη, ότι είναι δυσχερές να γίνεται λόγος για παράβαση ουσιώδους τύπου δυνάμενη να δικαιολογήσει την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως. άντως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, και σε αυτή την περίπτωση, δεν πληρούται μια επιβληθείσα από την Επιτροπή προϋπόθεση και, εν πάσει περιπτώσει, η παρατυπία αυτή μπορεί επίσης να συμβάλει, από κοινού με τις άλλες παρατυπίες, στον μη χαρακτηρισμό του εγγράφου της 13ης Φεβρουαρίου 1996 ως νομότυπη ανακοίνωση βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, πέμπτο εδάφιο, του κανονισμού 729/70.
35. iii) Τέλος, η Κυβέρνηση του Λουξεμβούργου επικρίνει το γεγονός ότι το έγγραφο της 13ης Φεβρουαρίου 1996 δεν περιλαμβάνει εκτίμηση των δαπανών που επρόκειτο να αποκλεισθούν. Επομένως, συντρέχει προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας της κυβερνήσεως αυτής και παράβαση του κανονισμού 729/70 ή, ειδικότερα, των τυπικών προϋποθέσεων που επιτάσσει το άρθρο 8, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1663/95 για τις ανακοινώσεις του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, πέμπτο εδάφιο, του κανονισμού 729/70.
36. Όσον αφορά την πρώτη πτυχή, η προσφεύγουσα κυβέρνηση υποστηρίζει, αν έχω αντιληφθεί καλώς την έννοια της αιτιάσεως, ότι η παράλειψη οποιασδήποτε εκτιμήσεως των ενδεχομένων χρηματοοικονομικών διορθώσεων στο έγγραφο της 13ης Φεβρουαρίου 1996, την εμπόδισε να υποβάλει, από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας, τις παρατηρήσεις της επί αυτού του σημείου το οποίο, ενόψει του άρθρου 8 του κανονισμού 1663/95, αποτελεί απαραίτητο στοιχείο της ανακοινώσεως των αποτελεσμάτων των πραγματοποιηθεισών από την Επιτροπή εξακριβώσεων. ράγματι, εφόσον η προσφεύγουσα κυβέρνηση δεν διέθετε την πληροφορία αυτή, δεν μπορούσε να λάβει θέση επί του ποσού των ενδεχομένων χρηματοοικονομικών διορθώσεων, αμφισβητώντας, παραδείγματος χάρη, την εκτίμηση της φύσεως και της σοβαρότητας των παρατυπιών που επηρεάζουν τους ελέγχους, καθώς και την οικονομική ζημία που υπέστη η Κοινότητα . Κατ' ουσίαν, αυτό το κράτος μέλος στερήθηκε τη δυνατότητα να προτείνει άλλο επίπεδο χρηματοοικονομικής διορθώσεως, πάντοτε βάσει των κριτηρίων που θεσπίστηκαν με τις κατευθυντήριες γραμμές, προσκομίζοντας λυσιτελή δεδομένα και πληροφορίες.
37. Νομίζω πάντως ότι, ορθώς, η Επιτροπή αντικρούει τις αιτιάσεις αυτές υπενθυμίζοντας την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ότι «η πλημμελής διαδικασία συνεπάγεται τη μερική ή ολική ακύρωση μιας αποφάσεως, μόνο εφόσον αποδεικνύεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση θα είχε ενδεχομένως διαφορετικό περιεχόμενο αν δεν συνέτρεχε η πλημμέλεια αυτή» . Εν προκειμένω, όπως επισήμανε η Επιτροπή χωρίς να αντικρουστεί επ' αυτού, η προσφεύγουσα κυβέρνηση δεν προσεκόμισε καμμία απόδειξη της επιπτώσεως που είχε επί της τελικής αποφάσεως η προβαλλομένη προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας· αντιθέτως, ενώ είχε στη συνέχεια τη δυνατότητα, δεν προέβαλε κανένα επιχείρημα ως προς το βάσιμο των χρηματοοικονομικών διορθώσεων που έγιναν δεκτές εκ μέρους της Επιτροπής στα τελικά πορίσματά της της 16ης Ιουλίου 1999 (παράρτημα 20 της προσφυγής).
38. Κατόπιν τούτου, πρέπει παρ' όλ' αυτά να παρατηρήσουμε ότι, για τους σκοπούς της παρούσας υποθέσεως, αυτό που ενδιαφέρει δεν είναι τόσο η προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας όπως προαναφέρθηκε, αλλά να εξακριβωθεί αν η επίδικη παράλειψη εμπόδισε το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου να χαρακτηρίσει το έγγραφο της 13ης Φεβρουαρίου 1996 ως νομότυπη ανακοίνωση βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, πέμπτο εδάφιο, του κανονισμού 729/70 και αν, εν πάσει περιπτώσει, η παράλειψη αυτή συνέβαλε ώστε το έγγραφο αυτό δεν είχε ουσιώδη στοιχεία για να χαρακτηριστεί ως ανακοίνωση, θίγοντας τοιουτοτρόπως τη νομική θέση του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου. Υπενθυμίζω συναφώς ότι, στην προαναφερθείσα πρόσφατη απόφαση Φινλανδία κατά Επιτροπής, το Δικαστήριο έκρινε ακριβώς ότι οι διατάξεις του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, του κανονισμού 729/70 και του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 1663/95 μπορούν επίσης να αποτελέσουν αντικείμενο μη αμιγώς τυπικής εκτιμήσεως, με την προϋπόθεση πάντως ότι τα δικαιώματα των κρατών μελών προστατεύονται πλήρως (σκέψη 34).
39. Για να αντικρούσει την προαναφερθείσα επίκριση, η Επιτροπή αντιτάσσει κατ' αρχάς ότι η εν λόγω παράλειψη δεν είναι καθαυτή παράνομη, εφόσον, στο προκαταρκτικό στάδιο της διαδικασίας δεν απαιτείται αριθμητική ένδειξη των χρηματοοικονομικών διορθώσεων. ρέπει εν τούτοις να απαντήσουμε ότι το άρθρο 8, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1663/95 ουδόλως απαιτεί ακριβή αριθμητική ένδειξη των εν λόγω διορθώσεων, αλλά απλώς προβλέπει μια «εκτίμησή» τους, εκτίμηση η οποία, στο στάδιο της διαδικασίας που εντάσσεται, μπορεί επίσης να είναι προκαταρκτική. Ούτως ή άλλως, γεγονός είναι ότι το έγγραφο της 13ης Φεβρουαρίου 1996 δεν περιελάμβανε καμμία εκτίμηση, ούτε αριθμητική ούτε ενδεικτική.
40. Δεν θεωρώ πειστική ούτε την άλλη προβληθείσα από την Επιτροπή ένσταση ότι δεν χρειάζεται αριθμητική ένδειξη, εφόσον το κράτος μέλος μπορεί ευκόλως να προσδιορίσει τις ενδεχόμενες χρηματοοικονομικές διορθώσεις βασιζόμενο, αφενός, στα αποτελέσματα των εξακριβώσεων και, αφετέρου, στις ενδείξεις των κατευθυντηρίων γραμμών. ράγματι, παρατηρώ κατ' αρχάς ότι δεν είναι πάντα εύκολο για το εν λόγω κράτος μέλος να εκτιμά το ποσό των χρηματοοικονομικών διορθώσεων που μπορεί να προτείνει η Επιτροπή, λαμβανομένης υπόψη της φύσεως και της σοβαρότητας των διαπιστωθεισών κατά τους ελέγχους παρατυπιών, ώστε συμβαίνει συχνά οι θέσεις των κρατών μελών και της Επιτροπής να διαφέρουν ακριβώς επί του σημείου αυτού. Δεύτερον, παρατηρώ ότι ακόμη και μια απλώς ενδεικτική εκτίμηση των ενδεχομένων χρηματοοικονομικών διορθώσεων, ήδη από της ανακοινώσεως των αποτελεσμάτων των εξακριβώσεων, χωρίς να προδικάζεται η συνέχεια της διαδικασίας, όπως υποστηρίζει η καθής, έχει σκοπό ακριβώς να επιτρέψει την άμεση εγκαθίδρυση ενός χρησιμότερου και πληρέστερου διαλόγου των μερών και, κατά συνέπεια, να διασφαλίσει την τήρηση των διαδικαστικών εγγυήσεων που θέλησε να ενισχύσει η προαναφερθείσα μεταρρύθμιση του συστήματος. Κατά τα λοιπά, δεν είναι τυχαίο που η τρέχουσα πρακτική της Επιτροπής, την οποία παρ' όλ' αυτά δεν ακολούθησε εν προκειμένω για ανεξήγητους λόγους, συνίσταται ακριβώς στην αποστολή στο εν λόγω κράτος μέλος, κατά το προκαταρκτικό στάδιο της διαδικασίας, ανακοινώσεως περιέχουσας μια πρώτη ένδειξη των ενδεχομένων χρηματοοικονομικών διορθώσεων .
41. Νομίζω λοιπόν ότι, ειδικά αν ληφθούν υπόψη στο σύνολό τους - ανεξαρτήτως της μεγαλύτερης ή μικρότερης σοβαρότητας καθεμίας τους -, οι διαπιστωθείσες παρατυπίες εμπόδισαν το εν λόγω έγγραφο να εκπληρώσει τον σκοπό για τον οποίο έχουν επιβληθεί οι ακριβέστερες τυπικές επιταγές, δηλαδή να μπορεί το εν λόγω κράτος μέλος να προσδιορίζει με βεβαιότητα, στο πλαίσιο διαδικασίας που χαρακτηρίζεται από ογκώδη αλληλογραφία, τα ουσιώδη αποσπάσματα αυτής της διαδικασίας, δηλαδή αυτά που μπορούν να παραγάγουν ανεξάρτητα έννομα αποτελέσματα. Συγκεκριμένα, πρόκειται ακριβώς για ένα τέτοιο απόσπασμα, δεδομένου ότι μόνον μια ανακοίνωση προσηκόντως διατυπωμένη και δυνάμενη να χαρακτηριστεί ως τέτοια ανακοίνωση, μπορεί να απαγορεύσει στην Επιτροπή τον αποκλεισμό της χρηματοδοτήσεως των δαπανών που έχουν πραγματοποιηθεί προ των εικοσιτεσσάρων μηνών που προηγούνται της εν λόγω ανακοινώσεως. Συνεπώς, σημαντικό εν προκειμένω δεν είναι μόνο η παραβίαση ουσιώδους τύπου ή η μη τήρηση των εγγυήσεων σχετικά με τα δικαιώματα άμυνας του εν λόγω κράτους, αλλά κυρίως η μη τήρηση των συγκεκριμένων απαιτήσεων ασφαλείας δικαίου, που προορίζονται να παρέχουν στο κράτος αυτό τη δυνατότητα να καθορίζει επακριβώς την ημερομηνία από την οποία υπολογίζεται η προθεσμία αυτή και, συνεπώς, να γνωρίζει τις δαπάνες που τίθενται υπό αμφισβήτηση. Η προβλεπομένη συναφώς κανονιστική ρύθμιση, όπως προσφάτως τόνισε ο γενικός εισαγγελέας Jacobs, συνιστά μια εύλογη ισορροπία μεταξύ της ανάγκης των κρατών μελών για ασφάλεια του δικαίου και των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας· γι' αυτόν όμως ακριβώς τον λόγο, ο στόχος της ρυθμίσεως αυτής επιτυγχάνεται μόνον αν τα κράτη μέλη μπορούν να προσδιορίσουν επακριβώς αυτήν την ημερομηνία . ρέπει ακόμα να υπενθυμίσω ότι, ως προς την προθεσμία των εικοσιτεσσάρων μηνών, το ισχύον κείμενο του κανονισμού 729/70 είναι αυστηρότερο του προηγουμένου διότι καθιστά την προθεσμία αυτή ανατρεπτική, ενώ, όπως ίσχυε προηγουμένως το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο β_, του ιδίου αυτού κανονισμού , είχε, όπως έχει διευκρινίσει το Δικαστήριο, απλό διαδικαστικό χαρακτήρα .
42. Επομένως, εφόσον το έγγραφο της 13ης Φεβρουαρίου 1996 δεν αποτελεί ανακοίνωση βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, πέμπτο εδάφιο, του κανονισμού 729/70, η Επιτροπή δεν μπορεί να αποκλείσει τη χρηματοδότηση των δαπανών που έχουν πραγματοποιηθεί προ των εικοσιτεσσάρων μηνών που προηγούνται της μόνης τυπικής ανακοινώσεως των αποτελεσμάτων των εξακριβώσεών της, δηλαδή του εγγράφου της 26ης Μα_ου 1998. Αποφασίζοντας αντιθέτως να πράξει άλλως, η Επιτροπή παρέβη τη διάταξη αυτή.
γ) Η προσβολή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης
43. ρέπει τέλος να εξεταστεί, πάντοτε στο πλαίσιο του πρώτου λόγου ακυρώσεως, το επιχείρημα που βασίζεται στη φερομένη προσβολή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. ράγματι, όπως υπενθύμισα ανωτέρω, η προσφεύγουσα κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, εφαρμόζοντας τις χρηματοοικονομικές διορθώσεις για τις δαπάνες που έχουν πραγματοποιηθεί πλέον των εικοσιτεσσάρων μηνών προ της ανακοινώσεως της 26ης Μα_ου 1998, η Επιτροπή παραβίασε την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Εν τοις πράγμασι, αυτό το έγγραφο εμπίπτει στην πρόθεση να αποκλειστεί από την κοινοτική χρηματοδότηση ένα μέρος των δαπανών που αφορούν τη μέγιστη περίοδο των εικοσιτεσσάρων μηνών που προηγούνται του εγγράφου αυτού, αφήνοντας έτσι να εννοηθεί ότι δεν θα εφαρμοστούν χρηματοοικονομικές διορθώσεις για τις πραγματοποιηθείσες πριν από τις 26 Μα_ου 1996 δαπάνες, όπως παρ' όλ' αυτά έγινε στη συνέχεια.
44. Συναφώς, παρατηρώ προκαταρκτικώς ότι στην πραγματικότητα, μολονότι η εν λόγω αιτίαση παρουσιάστηκε ως επιχείρημα συνδεόμενο με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, συνιστά ανεξάρτητο λόγο ακυρώσεως, τοσούτω μάλλον που δεν έχει καμμία σχέση με τις αιτιάσεις που αντλούνται από την παράβαση του κανονισμού 729/70, με την οποία ασχοληθήκαμε μέχρι τώρα. Υπό τις συνθήκες αυτές, μπορεί να προβληθεί ένσταση απαραδέκτου κατά της αιτιάσεως αυτής, εφόσον το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου την προέβαλε για πρώτη φορά στο υπόμνημα απαντήσεως, δηλαδή σε ένα στάδιο της διαδικασίας όπου, δυνάμει του άρθρου 42, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, απαγορεύεται η προβολή νέων λόγων ακυρώσεως. Εκτός όμως από αυτή τη διαδικαστική θεώρηση, νομίζω ότι, επί της ουσίας, μπορώ να συνταχθώ πλήρως με την ένσταση της Επιτροπής ότι η προβαλλόμενη από την προσφεύγουσα κυβέρνηση φράση είναι μια τυπική διατύπωση που υπενθυμίζει, χωρίς να αναφέρει ρητώς, το κείμενο του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, πέμπτο εδάφιο, του κανονισμού 729/70, όπως τροποποιήθηκε, και, συνεπώς, δεν μπορεί να δημιουργήσει δικαιολογημένη εμπιστοσύνη.
45. Νομίζω ότι, στην πράξη, αρκεί η παρατήρηση αυτή και δεν πρέπει συνεπώς να βασιστούμε και στην άλλη συναφώς προβληθείσα ένσταση της καθής, η οποία εξάλλου δεν με πείθει. ράγματι, η Επιτροπή παρατηρεί ότι δεν μπορεί να δημιουργήθηκε δικαιολογημένη εμπιστοσύνη στα κράτη μέλη για την τήρηση της προαναφερθείσας προθεσμίας των εικοσιτεσσάρων μηνών, εφόσον, σε περίπτωση που οι πληροφορίες συλλεγούν ενδεχομένως εκπρόθεσμα λόγω ακριβώς της μη ικανοποιητικής συνεργασίας των κρατών μελών, οι χρηματοοικονομικές διορθώσεις μπορεί να φθάσουν και πέραν της προθεσμίας αυτής. Εν τούτοις, για τους λόγους που εξέθεσα ανωτέρω (βλ. παράγραφο 41), δεν δέχομαι ότι η εν λόγω προθεσμία πρέπει να θεωρηθεί ανατρεπτική. Εξάλλου, όσον αφορά τις δυσχέρειες που απορρέουν από τη μη συνεργασία των κρατών μελών, παρατηρώ ότι ουδόλως απαιτείται από την Επιτροπή να εκκαθαρίζει οριστικώς τους λογαριασμούς του ΕΓΤΕ εντός των εικοσιτεσσάρων μηνών, αλλά, όπως σαφώς προκύπτει από την εν λόγω διάταξη, απαιτείται μόνον να πραγματοποιεί τις πρώτες εξακριβώσεις και να ανακοινώνει συναφώς τα αποτελέσματα εντός της προθεσμίας αυτής .
46. Καταλήγοντας, φρονώ ότι ο πρώτος λόγος ακυρώσεως είναι βάσιμος για τους λόγους που εξέθεσα στις παραγράφους 38 έως 42 ανωτέρω και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί καθόσον αφορά τις δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν στον τομέα των αροτραίων καλλιεργειών και δηλώθηκαν από το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου πριν από τις 26 Μα_ου 1996.
Γ - Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως: εσφαλμένη αιτιολογία και πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως οφειλόμενη στο γεγονός ότι δεν ελήφθησαν υπόψη διάφορα αποδεικτικά στοιχεία
1. ροκαταρκτική παρατήρηση
47. Με τους λόγους ακυρώσεως που θα εξετάσουμε τώρα δεν αμφισβητούνται μόνο οι χρηματοοικονομικές διορθώσεις σχετικά με τις πραγματοποιηθείσες πριν από τις 26 Μα_ου 1996 δαπάνες, αλλά και σχετικά με τις δαπάνες που αφορούν το σύνολο της περιόδου που καλύπτει η προσβαλλομένη απόφαση, δηλαδή τα οικονομικά έτη 1996 έως 1998.
2. Επιχειρήματα των διαδίκων
48. Συναφώς, η προσφεύγουσα κυβέρνηση δεν αρνείται τις παρατυπίες του συστήματος ελέγχου της, οι οποίες διαπιστώθηκαν κατά τη διάρκεια των εξακριβώσεων που πραγματοποίησε η Επιτροπή για τα εν λόγω οικονομικά έτη, αλλά φρονεί ότι οι παρατυπίες αυτές δεν μπορούν να γενικευθούν στο σύνολο του συστήματος, οπότε είναι υπερβολική η χρηματοοικονομική διόρθωση ύψους 5 %. Αντιθέτως, η προσφεύγουσα κυβέρνηση υπενθυμίζει ότι, στην τελική του έκθεση της 11ης Ιανουαρίου 2000 (έγγραφο υπ' αριθ. 99/LUX/136, ως παράρτημα 25 της προσφυγής, στο εξής: τελική έκθεση), το συμβιβαστικό όργανο διερωτήθηκε ως προς το αν η διόρθωση αυτή μπορεί βασίμως να εφαρμοστεί στο σύνολο της υπό εξέταση περιόδου, δεδομένων των βελτιώσεων που είχαν επιτευχθεί με την πάροδο του χρόνου στο λουξεμβουργιανό σύστημα ελέγχου. Το όργανο αυτό πρότεινε συνεπώς στις υπηρεσίες της Επιτροπής να εξετάσουν, μεταξύ άλλων, τις συμπληρωματικές πληροφορίες που περιλαμβάνονταν στο από 23 Νοεμβρίου 1999 σημείωμα της Κυβερνήσεως του Λουξεμβούργου, καθώς και να εξακριβώσουν την αιτιολογία της ίδιας χρηματοοικονομικής διορθώσεως κατά 5 % για όλα τα εν λόγω οικονομικά έτη (1996, 1997 και 1998). Αντιθέτως, η προσβαλλομένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της τις παρατηρήσεις αυτές και η Επιτροπή υπέπεσε έτσι όχι μόνον σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, αλλά προέβη και σε εσφαλμένη αιτιολογία.
49. Ως προς την προβαλλομένη εσφαλμένη αιτιολογία, η Επιτροπή υπενθυμίζει πάντως την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου ότι «στο ειδικό πλαίσιο της επεξεργασίας των αποφάσεων περί εκκαθαρίσεως των λογαριασμών, η αιτιολογία μιας αποφάσεως πρέπει να θεωρείται επαρκής εφόσον το κράτος-αποδέκτης συνεργάστηκε στενά στη διαδικασία καταρτίσεως της αποφάσεως και γνώριζε τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή έκρινε ότι δεν έπρεπε να επιβαρύνει το ΕΓΤΕ με το επίδικο ποσό» . Συνεπώς, διευκρινίζει η καθής, κατά την εξέταση της ακρίβειας της αιτιολογίας, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η αλληλογραφία όπου η Επιτροπή εκφράζει την άποψή της.
50. Στη συνέχεια, ως προς την πλάνη εκτιμήσεως, η Επιτροπή αντικρούει κατ' αρχάς ότι η ίδια η προσφεύγουσα κυβέρνηση δέχεται ότι διαπράχθηκαν σφάλματα, όχι μόνον όσον αφορά τους διοικητικούς ελέγχους των αιτήσεων, αλλά κυρίως όσον αφορά τους επιτοπίους ελέγχους, που χαρακτηρίζονται ως κύριοι έλεγχοι από τις κατευθυντήριες γραμμές. Τα τελευταία αυτά σφάλματα, που ορισμένες φορές αποκάλυψαν μάλιστα τις διαρθρωτικής φύσεως αδυναμίες του λουξεμβουργιανού συστήματος, αρκούν καθαυτά για να δικαιολογήσουν την εφαρμογή διορθώσεων με ποσοστό 5 %. Εξάλλου, σε σχέση με τη σοβαρότητα των διαπιστωθεισών παρατυπιών, οι βελτιώσεις που επιτεύχθησαν στο λουξεμβουργιανό σύστημα ελέγχου, στην περίπτωση που δεν επήλθαν σαφώς κατόπιν της υπό εξέταση περιόδου, ήσαν εντελώς ανεπαρκείς, και, ως εκ τούτου, δεν είχαν συνέπειες επί των επιδίκων χρηματοοικονομικών διορθώσεων. Η εφαρμογή των διορθώσεων αυτών με το ίδιο ποσοστό του 5 % για το σύνολο της υπό εξέταση περιόδου πρέπει συνεπώς να θεωρηθεί ότι δικαιολογείται. Κατά τα λοιπά, το συμβιβαστικό όργανο δεν θεώρησε μη σύννομες αυτές τις χρηματοοικονομικές διορθώσεις· αντιθέτως, διαπίστωσε ότι οι διαπιστωθείσες παρατυπίες ήσαν πρόδηλες.
3. Εκτίμηση
51. Θεωρώ ότι οι αντιρρήσεις της Επιτροπής είναι βάσιμες. Η διατιθέμενη στον φάκελο της παρούσας υποθέσεως τεκμηρίωση, στην οποία παραπέμπει η καθής, αποκαλύπτει με επαρκή σαφήνεια τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή αποφάσισε να εφαρμόσει χρηματοοικονομικές διορθώσεις κατά 5 %. Ούτε η Κυβέρνηση του Λουξεμβούργου, «η οποία συνεργάστηκε στενά στη διαδικασία εκπονήσεως [της] αποφάσεως» που προσβάλλεται, αντιμετώπισε δυσχέρειες για να γνωρίσει ή αντιληφθεί τους λόγους αυτούς. Ενόψει της τεκμηριώσεως αυτής, την οποία εξάλλου δεν αμφισβητεί το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, θεωρώ ότι η Επιτροπή εξέθεσε ικανοποιητικώς και ορθώς τους λόγους που οδήγησαν στην έκδοση της αποφάσεως 2000/216.
52. Στη συνέχεια, ως προς το επιχείρημα σχετικά με την πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, που συνδέεται στενά με το προηγούμενο επιχείρημα, υπενθυμίζεται κατ' αρχάς ότι, το άρθρο 3 του κανονισμού 729/70 επιτρέπει στην Επιτροπή να καταλογίσει στο ΕΓΤΕ μόνον τα ποσά που έχουν καταβληθεί σύμφωνα με τις κρίσιμες κοινοτικές διατάξεις και, συνεπώς, στην περίπτωση που μια δαπάνη διενεργήθηκε κατά παράβαση των διατάξεων αυτών, η Επιτροπή πρέπει να αρνηθεί το σύνολο της χρηματοδοτήσεως . Το Δικαστήριο εξάλλου διευκρίνισε ότι, «σε περίπτωση που η Επιτροπή αντί να απορρίψει το σύνολο των κατά παράβαση των σχετικών κανόνων διενεργηθεισών δαπανών, προσπάθησε να διαπιστώσει τις οικονομικές επιπτώσεις της παράνομης ενέργειας μέσω υπολογισμών στηριζόμενων σε εκτίμηση της καταστάσεως που θα είχε προκύψει στην οικεία αγορά αν δεν είχε διαπραχθεί παράβαση [...], το βάρος αποδείξεως του εσφαλμένου των υπολογισμών αυτών φέρει το κράτος που ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως περί μη χρηματοδοτήσεως» . Η νομολογία αυτή επιβεβαιώθηκε, μεταξύ άλλων, μετά την έκδοση των κατευθυντηρίων γραμμών .
53. Επομένως, από τη νομολογία αυτή προκύπτει ότι, εν προκειμένω, ενόψει των διαπιστωθεισών παρατυπιών οι οποίες και δεν αμφισβητούνται, η Επιτροπή δικαιούνταν μάλιστα να αποκλείσει πλήρως τη χρηματοδότηση των δηλωθεισών από το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου δαπανών. Δεδομένου ότι η Επιτροπή απέκλεισε τη χρηματοδότηση μόνον κατά 5 % του συνόλου των εν λόγω δαπανών, βάσει κριτηρίων καθορισθέντων με τις κατευθυντήριες γραμμές, δεν μπορεί τώρα να της προσαφθεί ότι ενήργησε δυσανάλογα. Αφετέρου, μολονότι είναι αληθές ότι η Κυβέρνηση του Λουξεμβούργου υπέβαλε διάφορες παρατηρήσεις επί των εκτιμήσεων της Επιτροπής, εν τούτοις δεν μπόρεσε να αποδείξει ούτε ότι οι παρατυπίες δεν αφορούσαν ουσιώδη στοιχεία του συστήματος ελέγχου ούτε ότι, κατά τη διάρκεια της υπό εξέταση περιόδου (οικονομικά έτη 1996, 1997 και 1998), οι επιτευχθείσες στο σύστημα αυτό βελτιώσεις είχαν ως αποτέλεσμα να μειώσουν αισθητά τους κινδύνους οικονομικών ζημιών για την Κοινότητα, ώστε να δικαιολογούν, τουλάχιστον για ένα μέρος των δαπανών, μείωση του ποσοστού των εφαρμοσθεισών χρηματοοικονομικών διορθώσεων.
54. Είναι αληθές ότι, στην τελική έκθεσή του, το συμβιβαστικό όργανο, μολονότι αναγνωρίζει ότι ο υψηλός αριθμός και η σοβαρότητα των αδυναμιών των λουξεμβουργιανών ελέγχων μπορούν να δικαιολογήσουν, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές, κατ' αποκοπή διόρθωση κατά 5 %, προέτεινε στην Επιτροπή να επανεξετάσει την πρόταση εφαρμογής του ιδίου ποσοστού 5 % για τρία συνεχή οικονομικά έτη, δεδομένου ότι είχαν επέλθει βελτιώσεις. άντως, το ίδιο αυτό όργανο παρατήρησε ότι, από τις πραγματοποιηθείσες από την Επιτροπή εξακριβώσεις τον Ιούνιο του 1997, δεν μπόρεσαν να διαπιστωθούν αξιοσημείωτες βελτιώσεις ως προς τους επιτόπιους ελέγχους, που έχουν χαρακτηρισθεί ως κύριοι έλεγχοι από τις κατευθυντήριες γραμμές και, συνεπώς, να δικαιολογούν καθαυτοί ποσοστό διορθώσεως κατά 5 %. Συνεπώς, αν υπήρξαν βελτιώσεις, περιορίστηκαν ουσιαστικά στους διοικητικούς ελέγχους και άρα δεν μπορούν, όπως παρατηρεί η Επιτροπή, να μειώσουν ουσιωδώς τον κίνδυνο οικονομικών ζημιών για την Κοινότητα, ώστε να επιτρέψουν τη μείωση διορθώσεων από 5 % σε 2 %, και μάλιστα την κατάργηση ενός μέρους των διορθώσεων αυτών.
55. Επομένως, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως δεν μπορεί να γίνει δεκτός.
Δ - Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως: παραβίαση των κατευθυντηρίων γραμμών του εγγράφου VI/5330/97 και προσβολή της αρχής της αναλογικότητας
56. Με αυτόν τον λόγο ακυρώσεως, η προσφεύγουσα κυβέρνηση επαναλαμβάνει εν πολλοίς τα επιχειρήματα που ήδη προέβαλε προς στήριξη του προηγουμένου λόγου ακυρώσεως. ράγματι, προσάπτει στην Επιτροπή την παραβίαση των κατευθυντηρίων γραμμών καθόσον παρέλειψε, κατά τον καθορισμό του ποσοστού των χρηματοοικονομικών διορθώσεων, να λάβει υπόψη της, ως ελαφρυντική περίσταση, το γεγονός ότι από το 1996 οι αρμόδιες εθνικές αρχές έχουν καταβάλει σημαντικές προσπάθειες για τη βελτίωση της καταστάσεως, όπως - κατά τα λοιπά - αναγνώρισε και το συμβιβαστικό όργανο. Το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου προσθέτει ότι το ποσοστό διορθώσεως κατά 5 % είναι εντελώς δυσανάλογο σε σχέση με τον κίνδυνο ζημιών για το ΕΓΤΕ, ο οποίος δεν υφίσταται στην πραγματικότητα.
57. Η Επιτροπή αναγνωρίζει ακόμα μια φορά τις βελτιώσεις που επέφερε το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου και δέχεται, περαιτέρω, ότι, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές, εφόσον οι εθνικές αρχές έλαβαν αποτελεσματικά μέτρα για να ανορθώσουν τις ενδεχομένως αποκαλυφθείσες ελλείψεις, πρέπει να εφαρμοστεί το χαμηλότερο ποσοστό των κατ' αποκοπή διορθώσεων ή να μην εφαρμοστεί καμμία διόρθωση. άντως, η Επιτροπή, υπενθυμίζοντας τα τελικά της πορίσματα της 16ης Ιουλίου 1999, ότι, εν προκειμένω, οι βελτιώσεις ήσαν σαφώς ανεπαρκείς για να μπορέσουν να ληφθούν υπόψη υπό την έννοια που προτείνει η προσφεύγουσα κυβέρνηση και, το 1997, υφίσταντο ακόμη ελλείψεις που κρίθηκαν σημαντικές και θίγουν ουσιώδη στοιχεία των ελέγχων του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου. Ως προς τα προαναφερθέντα πορίσματα του συμβιβαστικού οργάνου, το όργανο αυτό απλώς προέτεινε στην Επιτροπή να αναθεωρήσει την εφαρμογή των χρηματοοικονομικών διορθώσεων κατά 5 % χωρίς παρ' όλ' αυτά να υποστηρίξει ότι η προσέγγιση της Επιτροπής είναι νομικώς εσφαλμένη. Στη συνέχεια, όσον αφορά την προβαλλόμενη δυσαναλογία του ποσοστού των κατ' αποκοπή διορθώσεων, η Επιτροπή αντικρούει ότι αυτό το είδος διορθώσεων επιβάλλεται ακριβώς όταν είναι αδύνατο να υπολογιστεί με αριθμητικά στοιχεία η ζημία που έχει υποστεί η Κοινότητα λόγω των αποκαλυφθεισών ζημιών.
58. Δεν νομίζω ότι πρέπει να εξεταστούν περαιτέρω τα επιχειρήματα αυτά, διότι, προφανώς, αντιγράφουν σχεδόν πλήρως τα επιχειρήματα που εξετάσαμε σχετικά με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως. Συνεπώς, θα παραπέμψω μόνο σε ό,τι εξέθεσα στο σημείο εκείνο, ιδίως σε ό,τι αφορά την επιλογή της Επιτροπής να εφαρμόσει το ίδιο ποσοστό κατ' αποκοπή διορθώσεων σε όχι λιγότερο από τρία συνεχή οικομικά έτη, μολονότι κατά την υπό εξέταση περίοδο σημειώθηκαν ορισμένες βελτιώσεις στο σύστημα του λουξεμβουργιανού ελέγχου.
59. Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να γίνει δεκτός.
IV - Επί των δικαστικών εξόδων
60. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Σύμφωνα όμως με το άρθρο 69, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, το Δικαστήριο μπορεί να κατανείμει τα έξοδα ή να αποφασίσει ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων. Εφόσον, όπως προανέφερα, το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου και η Επιτροπή ηττήθηκαν εν μέρει, κάθε διάδικος πρέπει να φέρει τα δικά του έξοδα.
V - ρόταση
61. Ενόψει των προεκτεθέντων, προτείνω συνεπώς στο Δικαστήριο να κρίνει ως εξής:
«1) Ακυρώνει εν μέρει την απόφαση 2000/216/ΕΚ της Επιτροπής, της 1ης Μαρτίου 2000, για τον αποκλεισμό από την κοινοτική χρηματοδότηση ορισμένων δαπανών που πραγματοποιήθηκαν από τα κράτη μέλη στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Ταμείου ροσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ), τμήμα Εγγυήσεων [κοινοποιηθείσα με τον αριθ. C(2000) 488], καθόσον η απόφαση αυτή απέκλεισε από την κοινοτική χρηματοδότηση ορισμένες δαπάνες που πραγματοποίησε το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου στον τομέα των αροτραίων καλλιεργειών, πριν από τις 26 Μα_ου 1996.
2) Απορρίπτει την προσφυγή κατά τα λοιπά.
3) Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.»
Full & Egal Universal Law Academy