Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Στην παρούσα υπόθεση, το Bundesarbeitsgericht (ομοσπονδιακό δικαστήριο εργατικών διαφορών της Γερμανίας) υπέβαλε στο Δικαστήριο ερωτήματα σχετικά με το άμεσο αποτέλεσμα, την ερμηνεία και το ratione temporis περιεχόμενο του άρθρου 37, παράγραφος 1, της ευρωπαϊκής συμφωνίας περί συνδέσεως μεταξύ των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και των κρατών μελών του, αφενός, και της Δημοκρατίας της ολωνίας, αφετέρου .
2. Το κύριο ζήτημα είναι αν η διάταξη αυτή απαγορεύει την εφαρμογή σε ολωνούς υπηκόους μιας εθνικής διατάξεως, βάσει της οποίας οι θέσεις λέκτορα ξένης γλώσσας μπορούν να καλύπτονται με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, ενώ η σύναψη τέτοιων συμβάσεων με τους λοιπούς διδάσκοντες που είναι επιφορτισμένοι με ειδικά καθήκοντα πρέπει να δικαιολογείται, κατά περίπτωση, από έναν αντικειμενικό λόγο.
Οι εφαρμοστέες νομοθετικές διατάξεις
Η ευρωπαϊκή συμφωνία
3. Με την απόφαση 93/743/Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΚ , το Συμβούλιο και η Επιτροπή ενέκριναν, εξ ονόματος των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, την ευρωπαϊκή συμφωνία περί συνδέσεως μεταξύ των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και των κρατών μελών τους, αφενός, και της Δημοκρατίας της ολωνίας αφετέρου, η οποία υπογράφηκε στις Βρυξέλλες στις 16 Δεκεμβρίου 1991. Η συμφωνία τέθηκε σε ισχύ την 1η Φεβρουαρίου 1994, σύμφωνα με το άρθρο της 121 .
4. Η δέκατη πέμπτη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου της συμφωνίας προβλέπει ότι τα συμβαλλόμενα μέρη προχώρησαν στη σύνδεση αυτή γνωρίζοντας ότι ο τελικός στόχος της ολωνίας είναι να γίνει μέλος της Κοινότητας και ότι η σύνδεση θα συμβάλει, κατά την άποψη των μερών, στην επίτευξη του στόχου αυτού.
5. Οι στόχοι της συνδέσεως περιγράφονται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, της συμφωνίας ως εξής:
«- να παράσχει κατάλληλο πλαίσιο για τον πολιτικό διάλογο των μερών, ο οποίος θα επιτρέψει την ανάπτυξη στενότερων πολιτικών σχέσεων μεταξύ τους,
- να προωθήσει την επέκταση του εμπορίου και των αρμονικών οικονομικών σχέσεων μεταξύ των μερών και να ευνοήσει έτσι τη δυναμική οικονομική ανάπτυξη και ευημερία στην ολωνία,
- να δημιουργήσει βάση για τη χρηματοδοτική και τεχνική βοήθεια της Κοινότητας στην ολωνία,
- να παράσχει κατάλληλο πλαίσιο για τη βαθμιαία ενσωμάτωση της ολωνίας στην Κοινότητα. Για το σκοπό αυτό, η ολωνία προσπαθεί να εκπληρώσει τις απαραίτητες προϋποθέσεις,
- να προωθήσει τη συνεργασία στον πολιτιστικό τομέα.»
6. Για την υλοποίηση των στόχων αυτών, η ευρωπαϊκή συμφωνία καθορίζει λεπτομερώς ορισμένους κανόνες που διέπουν, ειδικότερα, την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων (τίτλος ΙΙΙ της συμφωνίας), την κυκλοφορία των εργαζομένων, το δικαίωμα εγκατάστασης και τις υπηρεσίες (τίτλος IV), τις πληρωμές, τα κεφάλαια, τον ανταγωνισμό και την προσέγγιση των νομοθεσιών (τίτλος V), την οικονομική συνεργασία (τίτλος VI), την πολιτιστική συνεργασία (τίτλος VII) και τη χρηματοδοτική συνεργασία (τίτλος VIII). Επιπλέον, με το άρθρο 102 συνιστάται ένα συμβούλιο συνδέσεως που εποπτεύει την εφαρμογή της συμφωνίας και (δυνάμει του άρθρου 104) λαμβάνει, σύμφωνα με ειδικές διατάξεις προβλεπόμενες στη συμφωνία, αποφάσεις και διατυπώνει συστάσεις.
7. Η παρούσα υπόθεση αφορά τις διατάξεις του τίτλου IV («Κυκλοφορία εργαζομένων, δικαίωμα εγκατάστασης, υπηρεσίες») και, ειδικότερα, το πρώτο κεφάλαιο του τίτλου αυτού («Κυκλοφορία των εργαζομένων»).
8. Οι διατάξεις του κεφαλαίου Ι δεν παρέχουν στους διακινούμενους ολωνούς εργαζομένους δικαίωμα εισόδου και παραμονής στο έδαφος των κρατών μελών. Ωστόσο, όσον αφορά τους εργαζομένους πολωνικής ιθαγενείας που απασχολούνται νόμιμα στο έδαφος ενός κράτους μέλους, το άρθρο 37 της συμφωνίας ορίζει τα εξής :
«1. Με την επιφύλαξη των όρων και προϋποθέσεων που ισχύουν σε κάθε κράτος μέλος:
- δεν επιβάλλεται καμία διάκριση λόγω ιθαγένειας στη μεταχείριση των εργαζομένων, που έχουν πολωνική υπηκοότητα, οι οποίοι απασχολούνται νομίμως στο έδαφος ενός κράτους μέλους, όσον αφορά τους όρους εργασίας, τις αποδοχές ή τις απολύσεις, σε σύγκριση με τους υπηκόους αυτού του κράτους μέλους,
[...]».
9. Το άρθρο 37 της συμφωνίας πρέπει να ερμηνευθεί υπό το φως του άρθρου 58, που περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο IV («Γενικές διατάξεις») του τίτλου IV. Το άρθρο 58 προβλέπει τα εξής στην παράγραφό του 1:
«Για τους σκοπούς του τίτλου IV της παρούσας συμφωνίας, καμία διάταξη της συμφωνίας δεν παρεμποδίζει τα μέρη να εφαρμόζουν τη νομοθεσία και τις ρυθμίσεις τους όσον αφορά την είσοδο και την παραμονή, την εργασία, τους όρους εργασίας, την εγκατάσταση φυσικών προσώπων και την παροχή υπηρεσιών, υπό τον όρο ότι, κατά την εφαρμογή της εν λόγω νομοθεσίας και ρυθμίσεων, δεν εξουδετερώνονται ούτε περιορίζονται τα οφέλη που απορρέουν για κάθε μέρος από τους όρους ειδικής διάταξης της παρούσας συμφωνίας. Η παρούσα διάταξη δεν θίγει την εφαρμογή του άρθρου 53.»
10. Τέλος, στη συμφωνία προσαρτήθηκαν ορισμένες κοινές δηλώσεις. Η δεύτερη δήλωση, που φέρει τον τίτλο «Άρθρο 37, παράγραφος 1», προβλέπει τα εξής :
«Νοείται ότι η έννοια "όρων και προϋποθέσεων που εφαρμόζονται σε κάθε κράτος μέλος" περιλαμβάνει κοινοτικούς κανόνες εφόσον χρειάζεται.»
Οι εφαρμοστέες διατάξεις του γερμανικού δικαίου
11. Όπως έχω εξηγήσει κατά το παρελθόν , από τη νομολογία των γερμανικών δικαστηρίων προκύπτει ότι, κατά τη γερμανική νομοθεσία, σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μπορεί να συναφθεί μόνον εφόσον ο περιορισμός του χρόνου δικαιολογείται από αντικειμενικό λόγο. ρος υποδήλωση των συμβάσεων αυτών θα χρησιμοποιώ τον όρο «συμβάσεις ορισμένου χρόνου».
12. Ο Hochschulrahmengesetz της 26ης Ιανουαρίου 1976 (νόμος-πλαίσιο περί της ανωτάτης εκπαιδεύσεως, στο εξής: HRG) περιέχει τις διατάξεις που αφορούν τη σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου εκ μέρους ερευνητικών και ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων.
13. Ο HRG έχει επανειλημμένως τροποποιηθεί. Κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, οι εφαρμοστέες διατάξεις προέκυπταν από τον HRG όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του Gesetz über befristete Arbeitsverträge mit wissenschaftlichem Personal an Hochschulen und Forschungseinrichtungen της 14ης Ιουνίου 1985 (νόμου περί των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου του διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού των ερευνητικών και των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων) .
14. Με την τροποποίηση προστέθηκε στον HRG μια σειρά από νέα άρθρα 57a έως 57f. Το άρθρο 57a ορίζει τις κατηγορίες των εργαζομένων στους οποίους εφαρμόζονται οι νέες αυτές διατάξεις, συμπεριλαμβανομένων ειδικότερα «των επιστημονικών και καλλιτεχνικών βοηθών», τους οποίους αφορά το άρθρο 53 του HRG, του «επιφορτισμένου με ιατρικά καθήκοντα προσωπικού», το οποίο αφορά το άρθρο 54, και «του διδακτικού προσωπικού που είναι επιφορτισμένο με ειδικά καθήκοντα», το οποίο διαλαμβάνεται στο άρθρο 56. Το άρθρο 57b, παράγραφος 1, ορίζει ότι, εκτός από τις περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν απαιτείται αντικειμενικός λόγος βάσει των γενικών διατάξεων και των αρχών του εργατικού δικαίου, η σύναψη συμβάσεων ορισμένου χρόνου με το προσωπικό που διαλαμβάνεται στο άρθρο 57a επιτρέπεται, εφόσον μπορεί να δικαιολογηθεί από τέτοιο αντικειμενικό λόγο.
15. Το άρθρο 57b, παράγραφος 2, ορίζει ότι, στην περίπτωση των εργαζομένων που διαλαμβάνονται στα άρθρα 53 και 54, συντρέχουν αντικειμενικοί λόγοι, ειδικότερα, (1) οσάκις οι δραστηριότητες ενός βοηθού προάγουν την εκπαιδευτική ή καλλιτεχνική ανάπτυξή του ή την επαγγελματική εκπαίδευσή του, (2) οσάκις η αμοιβή του προέρχεται από κεφάλαια προοριζόμενα για δραστηριότητες περιορισμένης διάρκειας, (3) οσάκις πρόκειται να αποκτήσει ή να παράσχει προσωρινά μια ειδική γνώση ή εμπειρία, (4) οσάκις η αμοιβή του χρηματοδοτείται κυρίως από τρίτον, ή (5) οσάκις προσλαμβάνεται για πρώτη φορά.
16. Σύμφωνα με το άρθρο 57b, παράγραφος 3, ως είχε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών:
«Υφίσταται επίσης αντικειμενικός λόγος που δικαιολογεί τη σύναψη συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου με διδάσκοντα ξένης γλώσσας, ο οποίος είναι επιφορτισμένος με ειδικά καθήκοντα, οσάκις η δραστηριότητα που του ανατίθεται αφορά ουσιαστικά την εκπαίδευση σε μια ξένη γλώσσα (λέκτορας).»
17. Το άρθρο 57c, παράγραφος 2, επιβάλλει μια μέγιστη διάρκεια πέντε ετών για τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου που έχουν περιορισμένη διάρκεια βάσει ενός από τους λόγους που διαλαμβάνονται στο άρθρο 57b, παράγραφος 2, σημεία 1 έως 4, ή στο άρθρο 57b, παράγραφος 3. Στην περίπτωση κατά την οποία ένας εργαζόμενος απασχολείται βάσει περισσοτέρων συμβάσεων που έχει συνάψει με το ίδιο εκπαιδευτικό ίδρυμα, η συνολική περίοδος των συμβάσεων δεν πρέπει να υπερβαίνει τα πέντε έτη.
18. Από τις διατάξεις του HRG, ως αυτές είχαν κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, προκύπτει ότι επιτρεπόταν αλλά δεν ήταν υποχρεωτική η πρόσληψη λεκτόρων ξένης γλώσσας βάσει συμβάσεων ορισμένου χρόνου.
19. Τέλος, σημειώνω ότι το άρθρο 57b, παράγραφος 3, καταργήθηκε από τον Γερμανό νομοθέτη από τις 24 Αυγούστου 1998 . Οι λέκτορες ξένης γλώσσας υπόκεινται τώρα στις γενικές διατάξεις του άρθρου 57a, παράγραφοι 1 και 2. Ωστόσο, δεδομένου ότι η σύμβαση της ενάγουσας -αναιρεσίβλητης (στο εξής: ενάγουσα) της κύριας δίκης έληξε πριν από τις 24 Αυγούστου 1998, ο νόμος όπως τροποποιήθηκε δεν εφαρμόζεται στην κατάστασή της, σύμφωνα με τη γερμανική νομολογία.
Τα πραγματικά περιστατικά και η διαδικασία της κύριας δίκης
20. Η Beata Pokrzeptowicz-Meyer, ενάγουσα της κύριας δίκης, είναι ολωνή υπήκοος. Μετά την απόκτηση του πτυχίου της το 1991 στο Lodz της ολωνίας, με ειδίκευση στη γερμανική φιλολογία, εγκαταστάθηκε στη Γερμανία κατά τα μέσα του 1992. Με σύμβαση της 5ης Οκτωβρίου 1992 προσελήφθη από το αναιρεσείον-εναγόμενο (στο εξής: εναγόμενο) της κύριας δίκης, το Land Nordrhein-Westfalen (ομόσπονδο κράτος της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας), για την περίοδο από 8 Οκτωβρίου 1992 έως 30 Σεπτεμβρίου 1996, ως μερικώς απασχολούμενος εργαζόμενος σε θέση λέκτορα ξένης γλώσσας στο ανεπιστήμιο του Bielefeld. Βάσει του άρθρου 2 της συμβάσεώς της, προσελήφθη - σύμφωνα με το άρθρο 57b, παράγραφος 3, του HRG - για ορισμένο χρόνο μόνον επειδή τα κύρια καθήκοντά της θα ήσαν η διδασκαλία ξένων γλωσσών. Σύμφωνα με την περιγραφή των καθηκόντων της συγκεκριμένης θέσεως που προσκόμισε το εναγόμενο, η ενάγουσα ήταν επιφορτισμένη με τη διδασκαλία της πολωνικής γλώσσας, επί οκτώ ώρες το πολύ εβδομαδιαίως κάθε εξάμηνο, την αξιολόγηση της εργασίας των σπουδαστών στο πλαίσιο αυτού του μαθήματος ξένης γλώσσας και την διδασκαλία στοιχείων της πολωνικής πολιτισμικής παράδοσης. Η ενάγουσα μπορούσα να διδάσκει γλωσσολογικά και φιλολογικά θέματα μόνο εξαιρετικά και, εν πάση περιπτώσει, μόνο περιορισμένα.
21. Με αγωγή που άσκησε ενώπιον του Arbeitsgericht (δικαστηρίου εργατικών διαφορών) στις 16 Ιανουαρίου 1996, η ενάγουσα ζήτησε να αναγνωριστεί ότι η σχέση εργασίας της με το εναγόμενο δεν θα έληγε δεδομένου ότι η διάρκεια ισχύος της σχετικής συμβάσεως είχε περιοριστεί μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου 1996. Στηριζόμενη στην απόφαση Spotti , με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι τέτοιες διατάξεις εθνικού δικαίου ήσαν αντίθετες προς το άρθρο 48, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 39, παράγραφος 2, ΕΚ), η ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι ο περιορισμός δεν μπορούσε να δικαιολογηθεί βάσει του άρθρου 57b, παράγραφος 3, του HRG. Το εναγόμενο αντέκρουσε τον ισχυρισμό αυτό, υποστηρίζοντας κατ' ουσίαν ότι - μέχρι την κατάργησή του από 24 Αυγούστου 1998 - το άρθρο 57b, παράγραφος 3, του HRG εξακολουθούσε να εφαρμόζεται στις συμβάσεις εργασίας που συνάπτονταν με λέκτορες ξένης γλώσσας προερχόμενους από χώρες μη μέλη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως.
22. Δεδομένου ότι το Arbeitsgericht (Γερμανία) απέρριψε την αγωγή της, η ενάγουσα άσκησε έφεση ενώπιον του Landesarbeitsgericht (εφετείου εργατικών διαφορών), το οποίο δέχθηκε την αγωγή της. Το εναγόμενο άσκησε αναίρεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Bundesarbeitsgericht. Το τελευταίο αυτό δικαστήριο θεώρησε ότι από την υπόθεση που του είχε υποβληθεί ανέκυπτε ένα ζήτημα κοινοτικού δικαίου και, συνεπώς, ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Απαγορεύει το άρθρο 37, παράγραφος 1, της ευρωπαϊκής συμφωνίας της 16ης Δεκεμβρίου 1991, περί συνδέσεως μεταξύ των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και των κρατών μελών τους, αφενός, και της Δημοκρατίας της ολωνίας, αφετέρου, την εφαρμογή εθνικής διατάξεως - στους ολωνούς υπηκόους - σύμφωνα με την οποία οι θέσεις λεκτόρων ξένης γλώσσας μπορούν να καλύπτονται με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, ενώ η σύναψη τέτοιων συμβάσεων με το λοιπό διδακτικό προσωπικό που είναι επιφορτισμένο με ειδικά καθήκοντα πρέπει να δικαιολογείται, κατά περίπτωση, από ένα αντικειμενικό λόγο;
2) Σε περίπτωση που το Δικαστήριο απαντήσει καταφατικά στο πρώτο ερώτημα:
Απαγορεύει το άρθρο 37, παράγραφος 1, της ευρωπαϊκής συμφωνίας την εφαρμογή της ως άνω εθνικής διατάξεως, ακόμη και αν η σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου συνήφθη πριν από την έναρξη της ισχύος της ευρωπαϊκής συμφωνίας, ο δε συμφωνηθείς ορισμένος χρόνος λήγει μετά την έναρξη της ισχύος της ευρωπαϊκής συμφωνίας;»
23. Το Land Nordrhein-Westfalen, η Γαλλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις. Η Γαλλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή διατύπωσαν προφορική επιχειρηματολογία κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση.
Επί του παραδεκτού
24. Η συμφωνία περί της οποίας πρόκειται στην παρούσα διαδικασία αποτελεί μια διεθνή συμφωνία - συναφθείσα μεταξύ των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και των κρατών μελών τους, αφενός, και της ολωνίας, αφετέρου - η οποία δεσμεύει τις Κοινότητες και τα κράτη μέλη βάσει του άρθρου 300, παράγραφος 7, ΕΚ. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, οι συμφωνίες αυτές αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της κοινοτικής έννομης τάξης από της ενάρξεως της ισχύος τους και για την ερμηνεία τους αρμόδιο είναι το Δικαστήριο βάσει του άρθρου 234 ΕΚ . Επομένως, τα ερωτήματα που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο στην περίπτωση αυτή είναι παραδεκτά.
ρώτο ερώτημα
25. Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν το άρθρο 37, παράγραφος 1, της συμφωνίας απαγορεύει την εφαρμογή σε ολωνούς υπηκόους μιας διατάξεως εθνικού δικαίου σύμφωνα με την οποία οι θέσεις λεκτόρων ξένης γλώσσας μπορούν να καλύπτονται μέσω συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, ενώ για τους λοιπούς διδάσκοντες που είναι επιφορτισμένοι με ειδικά καθήκοντα η σύναψη τέτοιων συμβάσεων πρέπει να δικαιολογείται, κατά περίπτωση, από αντικειμενικό λόγο.
26. Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι αναγκαίο να εξεταστούν δύο σημεία. ρώτον, έχει το άρθρο 37, παράγραφος 1, άμεσο αποτέλεσμα, οπότε ένας ιδιώτης να μπορεί να το επικαλεστεί κατά δημόσιας αρχής η οποία ενεργεί ως εργοδότης πανεπιστημιακών διδασκόντων; Δεύτερον, είναι μια εθνική διάταξη αντίθετη προς το άρθρο 37, παράγραφος 1, καθόσον προβλέπει ότι οι λέκτορες ξένης γλώσσας μπορούν να προσλαμβάνονται βάσει συμβάσεων ορισμένου χρόνου χωρίς δικαιολογία στηριζόμενη σε αντικειμενικό λόγο;
Το άμεσο αποτέλεσμα του άρθρου 37, παράγραφος 1, της συμφωνίας
27. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, «διάταξη περιεχόμενη σε συμφωνία συναφθείσα από την Κοινότητα με τρίτες χώρες πρέπει να θεωρείται ότι εφαρμόζεται απευθείας όταν, ενόψει του γράμματός της, του αντικειμένου και της φύσεως της συμφωνίας, συνεπάγεται σαφή και συγκεκριμένη υποχρέωση που δεν εξαρτάται, ως προς την εφαρμογή ή τα αποτελέσματά της, από τη θέσπιση οποιασδήποτε μεταγενέστερης πράξεως» .
28. Για να καθοριστεί αν το άρθρο 37, παράγραφος 1, της συμφωνίας πληροί τις προϋποθέσεις αυτές, πρέπει κατ' αρχάς να εξεταστεί το γράμμα του άρθρου αυτού.
29. Το άρθρο 37, παράγραφος 1, ορίζει ότι «με την επιφύλαξη των όρων και προϋποθέσεων που ισχύουν σε κάθε κράτος μέλος [...] δεν επιβάλλεται καμία διάκριση λόγω ιθαγένειας στη μεταχείριση των εργαζομένων, που έχουν πολωνική υπηκοότητα, οι οποίοι απασχολούνται νομίμως στο έδαφος ενός κράτους μέλους, όσον αφορά τους όρους εργασίας, τις αποδοχές ή τις απολύσεις, σε σύγκριση με τους υπηκόους αυτού του κράτους μέλους».
30. ρέπει να παρατηρηθεί ότι το άρθρο 37, παράγραφος 1, περιλαμβάνει δύο διακριτές περιόδους. Η τελευταία περίοδος («δεν επιβάλλεται καμία διάκριση [...]») θεσπίζει με σαφείς, ακριβείς και ανεπιφύλακτους όρους μια απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας εις βάρος των διακινούμενων ολωνών εργαζομένων, όσον αφορά τους όρους εργασίας, τις αποδοχές και τις απολύσεις.
31. Μια απαγόρευση διατυπωμένη κατ' αυτό τον τρόπο παράγει, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση Eddline El-Yassini , άμεσο αποτέλεσμα. Στην υπόθεση αυτή, στο Δικαστήριο είχαν υποβληθεί ερωτήματα ως προς τα αποτελέσματα και την ερμηνεία του άρθρου 40, παράγραφος 1, της συμφωνίας συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και του Βασιλείου του Μαρόκου, η οποία προβλέπει ότι «κάθε κράτος μέλος παρέχει στους εργαζομένους μαροκινής υπηκοότητος, οι οποίοι απασχολούνται στην επικράτειά του, καθεστώς που χαρακτηρίζεται από την απουσία κάθε διακρίσεως βασιζομένης στην ιθαγένεια σε σχέση με τους ιδίους του υπηκόους, όσον αφορά τους όρους εργασίας και αμοιβής [...]». Δεδομένου ότι το άρθρο 40, παράγραφος 1, «καθιερώνει με σαφήνεια, ακρίβεια και κατά τρόπο ανεπιφύλακτο την απαγόρευση των διακρίσεων, λόγω ιθαγενείας, όσον αφορά τους Μαροκινούς διακινουμένους εργαζομένους που απασχολούνται στο έδαφος τους, κράτους μέλους υποδοχής, όσον αφορά τους όρους εργασίας και αμοιβής» και ότι «η διαπίστωση ότι η εν λόγω αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων είναι δυνατό να διέπει κατά τρόπο άμεσο την κατάσταση των ιδιωτών δεν αναιρείται από την εξέταση του αντικειμένου και της φύσεως της συμφωνίας της οποίας η διάταξη αυτή αποτελεί μέρος», το Δικαστήριο κατέληξε ότι «τα υποκείμενα δικαίου επί των οποίων εφαρμόζεται η διάταξη αυτή δικαιούνται να την επικαλούνται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων» .
32. Κατά το Land Nordrhein-Westfalen, το άρθρο 37, παράγραφος 1, της συμφωνίας δεν μπορεί παρ' όλ' αυτά να έχει άμεσο αποτέλεσμα, καθόσον τα μέρη της συμφωνίας περιέλαβαν τη φράση «με την επιφύλαξη των όρων και προϋποθέσεων που ισχύουν σε κάθε κράτος μέλος» στη διατύπωση της παραγράφου του 1. Κατά την άποψή του, η φράση αυτή σχετικοποιεί την απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας και το άρθρο 37, παράγραφος 1, δεν μπορεί, κατά συνέπεια, να θεωρηθεί ανεπιφύλακτο υπό την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου περί του αμέσου αποτελέσματος.
33. Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να απορριφθεί άνευ ετέρου. Εκ πρώτης όψεως, το άρθρο 37, παράγραφος 1, μπορεί πράγματι να θεωρηθεί ότι εξαρτά την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ των εργαζομένων πολωνικής ιθαγενείας και των εργαζομένων που έχουν κοινοτική υπηκοότητα από ορισμένη διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών.
34. Κατά την άποψή μου ωστόσο, το επιχείρημα του εναγομένου στηρίζεται σε παρερμηνεία της νομολογίας του Δικαστηρίου περί του αμέσου αποτελέσματος διατάξεων περιεχομένων σε διεθνείς συμφωνίες. Κατά τη νομολογία αυτή , για να καθοριστεί αν μια διάταξη είναι ανεπιφύλακτη, πρέπει να εξεταστεί αν η υποχρέωση που θεσπίζεται με τη διάταξη αυτή απαιτεί (εξαρτάται από) τη θέσπιση πρόσθετων μέτρων εφαρμογής εκ μέρους των μερών της συμφωνίας ή αν η υποχρέωση αυτή είναι επαρκώς ακριβής και πλήρης ώστε να μπορεί να εφαρμοστεί από τα εθνικά δικαστήρια χωρίς να χρειάζεται να θεσπιστούν τέτοια μέτρα. Κατά τη νομολογία αυτή, δεν είναι καθοριστικό το ότι η διατύπωση του άρθρου 37, παράγραφος 1, αναφέρεται στους «όρους και προϋποθέσεις που ισχύουν σε κάθε κράτος μέλος». Έστω και αν - όπως ισχυρίζεται το εναγόμενο - από τις λέξεις αυτές προκύπτει ότι η άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχει στους ολωνούς εργαζομένους το άρθρο 37, παράγραφος 1, μπορεί να εξαρτηθεί από ορισμένες προϋποθέσεις που θεσπίζει το εθνικό δίκαιο , η υποχρέωση των διακρίσεων εις βάρος των διακινουμένων ολωνών εργαζομένων λόγω ιθαγενείας, όσον αφορά τους όρους εργασίας, μπορεί ωστόσο κάλλιστα να εφαρμοστεί από τα εθνικά δικαστήρια ελλείψει οποιουδήποτε τέτοιου μέτρου.
35. Ο ισχυρισμός ότι το άρθρο 37, παράγραφος 1, δεν μπορεί να έχει άμεσο αποτέλεσμα δύσκολα επίσης μπορεί να συμβιβαστεί με τον σκοπό και το πλαίσο της συμφωνίας συνολικά .
36. Σημειωτέον, κατ' αρχάς, ότι ούτε το άρθρο 37, παράγραφος 1, ούτε οποιαδήποτε άλλη διάταξη της συμφωνίας αυτής αναφέρουν ρητώς ότι το άρθρο 37, παράγραφος 1, δεν έχει άμεσο αποτέλεσμα. Το ερώτημα είναι αν - ελλείψει τέτοιας ρητής ρήτρας στη συμφωνία - η φράση «με την επιφύλαξη των όρων και προϋποθέσεων [...]» έχει την έννοια ότι στερεί το άμεσο αποτέλεσμα από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως που θεσπίζει το άρθρο 37, παράγραφος 1.
37. Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η ερμηνεία την οποία υποστηρίζει το Land Nordrhein-Westfalen - σύμφωνα με την οποία η ίση μεταχείριση των διακινουμένων ολωνών εργαζομένων υπόκειται σε «όρους» και «προϋποθέσεις» εθνικού δικαίου που συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με την ιθαγένεια - θα παρείχε, πράγματι, τη δυνατότητα στα κράτη μέλη να παρακάμπτουν την απαγόρευση του άρθρου 37, παράγραφος 1. Τούτο, όπως τόνισαν η Επιτροπή και το Bundesarbeitsgericht, θα μείωνε σημαντικά την αποτελεσματικότητα του άρθρου 37, παράγραφος 1, και θα το καθιστούσε, ίσως, ανενεργό. Μου είναι δύσκολο να δεχθώ την πρόταση, που εμπεριέχεται στο επιχείρημα του Land Nordrhein-Westfalen, ότι τα μέρη της συμφωνίας επιθυμούσαν ένα τέτοιο αποτέλεσμα. Στο πλαίσιο αυτό, σημειώνω ότι ούτε τα κράτη μέλη ούτε το Συμβούλιο κατέθεσαν παρατηρήσεις στην παρούσα υπόθεση προκειμένου να υπερασπίσουν την πρόταση αυτή και ότι η Επιτροπή και η Γαλλική Κυβέρνηση συμφωνούν ότι το άρθρο 37, παράγραφος 1, μπορεί να έχει άμεσο αποτέλεσμα, μολονότι - σύμφωνα με τη Γαλλική Κυβέρνηση - το δικαίωμα ίσης μεταχειρίσεως όσον αφορά τους όρους εργασίας δεν συνεπάγεται δικαίωμα εισόδου ή παραμονής στα εδάφη των κρατών μελών.
38. Εν πάση περιπτώσει, αν τα μέρη της Συμφωνίας είχαν την πρόθεση να στερήσουν από το άρθρο 37, παράγραφος 1, το άμεσο αποτέλεσμα, και συνεπώς το μεγαλύτερο μέρος της αποτελεσματικότητάς του, θα είχαν προφανώς εκφράσει την πρόθεση αυτή σαφέστερα και δεν θα είχαν απλώς προσθέσει στο κείμενο τη μάλλον ασαφή διατύπωση «με την επιφύλαξη των όρων και προϋποθέσεων [...]». Τα μέρη θα μπορούσαν ακόμα, για παράδειγμα, να είχαν προσθέσει μια διάταξη σχετικά με το ζήτημα του αμέσου αποτελέσματος της συμφωνίας στον τίτλο της IX («Θεσμικές, γενικές και τελικές διατάξεις»).
39. Από τη σύγκριση του άρθρου 37, παράγραφος 1, με άλλες διατάξεις της Συμφωνίας προκύπτει επίσης, αντίθετα προς τα υποστηριζόμενα από το Land Nordrhein-Westfalen, ότι η απαγόρευση των διακρίσεων που προβλέπει το άρθρο 37, παράγραφος 1, έχει άμεσο αποτέλεσμα. Μερικές από τις διατάξεις αυτές έχουν αμιγώς προγραμματικό χαρακτήρα και εξαρτώνται για την εφαρμογή τους από αποφάσεις που πρέπει να λάβει το Συμβούλιο Συνδέσεως . Τούτο για παράδειγμα συμβαίνει όσον αφορά τους τομείς της κοινωνικής ασφαλίσεως για τους εργαζομένους βάσει των άρθρων 38 και 39 και την παροχή υπηρεσιών βάσει του άρθρου 55 της συμφωνίας. Οι διατάξεις αυτές αναφέρονται ρητώς σε μέτρα που πρέπει να λάβει το συμβούλιο συνδέσεως, το οποίο εξουσιοδοτείται να θεσπίζει νομικά δεσμευτικές διατάξεις για την υλοποίηση των σκοπών τους. Είναι αμφίβολο αν, με βάση τη νομολογία του Δικαστηρίου, οι διατάξεις αυτές έχουν άμεσο αποτέλεσμα . Αντίθετα προς τις διατάξεις αυτές, το άρθρο 37, παράγραφος 1, θεσπίζει έναν κανόνα ο οποίος επιβάλλει σαφώς την επίτευξη ενός αποτελέσματος και ο οποίος είναι επαρκώς ακριβής και επαρκώς πλήρης ώστε να εφαρμόζεται απευθείας από τα εθνικά δικαστήρια χωρίς να είναι αναγκαίο να ληφθούν μέτρα εφαρμογής. Είναι συνεπώς απολύτως λογικό ότι το άρθρο 37, παράγραφος 1, ουδόλως αναφέρεται σε τέτοια μέτρα και ότι, βάσει του άρθρου 42 της συμφωνίας, το συμβούλιο συνδέσεως δεν έχει αρμοδιότητα να λαμβάνει δεσμευτικές αποφάσεις για την εφαρμογή του άρθρου 37, παράγραφος 1, αλλά μόνο να «εξετάζει νέους τρόπους για τη βελτίωση της κυκλοφορίας των εργαζομένων» και να «απευθύνει συστάσεις».
40. Η άποψη ότι το άρθρο 37, παράγραφος 1, μπορεί να διέπει άμεσα την κατάσταση των ιδιωτών συνάδει, επιπλέον, απολύτως με τον σκοπό και τη φύση της συμφωνίας . Όπως προκύπτει από το προοίμιο και από το άρθρο 1, παράγραφος 2 , η συμφωνία αυτή δημουργεί μια σύνδεση η οποία, παρέχοντας το πλαίσιο για πολιτικό διάλογο, αποσκοπεί στην επέκταση του εμπορίου και των αρμονικών οικονομικών σχέσεων μεταξύ των μερών και στην ευημερία της ολωνίας, προκειμένου να διευκολυνθεί η προσχώρησή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι ο σκοπός αυτός θα ευνοηθεί αν παρασχεθεί στους διακινούμενους ολωνούς εργαζομένους η δυνατότητα να επικαλούνται άμεσα τις περί ίσης μεταχειρίσεως διατάξεις της συμφωνίας ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων εντός των κρατών μελών. εραιτέρω, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι οι διατάξεις περί ίσης μεταχειρίσεως λόγω ιθαγενείας σε συμφωνίες οι οποίες, μολονότι προβλέπουν την οικονομική συνεργασία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των τρίτων χωρών, δεν αποσκοπούν στην ενσωμάτωση των κρατών αυτών στην Κοινότητα, μπορούν να έχουν άμεσο αποτέλεσμα . Οι λόγοι που οδήγησαν το Δικαστήριο να υιοθετήσει την άποψη αυτή ισχύουν, ίσως μάλιστα και σε μεγαλύτερο βαθμό, για τις συμφωνίες που αποσκοπούν να προετοιμάσουν τα κράτη για να καταστούν μέλη της Κοινότητας.
41. Μπορεί να προστεθεί ότι το γεγονός ότι η συμφωνία αποσκοπεί ουσιαστικά να ευνοήσει την οικονομική ανάπτυξη τη ολωνίας - προκειμένου να προετοιμαστεί για την ένταξή της στην Κοινότητα - και ότι μπορεί συνεπώς να ανακύψει κάποια ανισορροπία μεταξύ των υποχρεώσεων που αναλαμβάνουν η Κοινότητα και η ολωνία δεν εμποδίζει το Δικαστήριο, σύμφωνα με πάγια νομολογία του, να αναγνωρίσει άμεσο αποτέλεσμα σε ορισμένες διατάξεις της συμφωνίας αυτής .
42. αραμένει ωστόσο το ερώτημα τι πρέπει να νοηθεί με τη φράση «όροι και προϋποθέσεις που ισχύουν σε κάθε κράτος μέλος» στο κείμενο του άρθρου 37, παράγραφος 1.
43. Το ερώτημα αυτό μπορεί κατά την άποψή μου να απαντηθεί με βάση την όλη διάρθρωση της συμφωνίας. Είναι σαφές, όπως τόνισε η Γαλλική Κυβέρνηση, ότι η συμφωνία κάνει διάκριση μεταξύ προσβάσεως στην απασχόληση και μεταχειρίσεως στο πλαίσιο της εργασιακής σχέσεως. Ενώ οι προϋποθέσεις προσβάσεως των διακινουμένων ολωνών εργαζομένων στις αγορές εργασίας των κρατών μελών δεν επηρεάζονται κατ' αρχήν από τη συμφωνία, οι διακινούμενοι εργαζόμενοι που έχουν γίνει δεκτοί στο έδαφος ενός κράτους μέλους και οι οποίοι διαμένουν νόμιμα εκεί πρέπει να τυγχάνουν ίσης μεταχειρίσεως όσον αφορά τους όρους εργασίας, την αμοιβή και τις απολύσεις σε σχέση με τους ημεδαπούς αυτού του κράτους μέλους. Η διάκριση αυτή καθίσταται προφανής από την απουσία, στο κεφάλαιο Ι του τίτλου IV της συμφωνίας, διατάξεων που να παρέχουν ρητώς τους διακινουμένους ολωνούς εργαζομένους το δικαίωμα εισόδου και παραμονής στο έδαφος των κρατών μελών και από το άρθρο 58, παράγραφος 1, βάσει του οποίου «καμία διάταξη της συμφωνίας δεν παρεμποδίζει τα μέρη να εφαρμόζουν τη νομοθεσία και τις ρυθμίσεις τους όσον αφορά την είσοδο και την παραμονή [...] υπό τον όρο ότι, κατά την εφαρμογή της εν λόγω νομοθεσίας και ρυθμίσεων δεν εξουδετερώνονται ούτε περιορίζονται τα οφέλη που απορρέουν για κάθε μέρος από τους όρους ειδικής διάταξης της παρούσας συμφωνίας». εραιτέρω, στη συμφωνία προσαρτάται δήλωση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, βάσει της οποίας «κατ' ουδένα τρόπο οι διατάξεις του κεφαλαίου Ι "Κυκλοφορία των εργαζομένων" σημαίνουν ότι περιορίζεται η αρμοδιότητα των κρατών μελών όσον αφορά την είσοδο και την παραμονή στο έδαφός τους εργαζομένων και των μελών της οικογενείας τους» .
44. Στο πλαίσιο αυτό, η αναφορά του άρθρου 37, παράγραφος 1, στους «όρους και προϋποθέσεις που ισχύουν σε κάθε κράτος μέλος» πρέπει, κατά την άποψή μου, να νοηθεί πρωτίστως ως υπενθύμιση του γεγονότος ότι, δεδομένου ότι οι προϋποθέσεις προσβάσεως στην αγορά εργασίας των κρατών μελών καθορίζονται κατ' αρχήν από το εθνικό δίκαιο, το δικαίωμα ίσης μεταχειρίσεως στις εργασιακές σχέσεις δεν ισχύει παρά μόνο για τους εργαζομένους πολωνικής ιθαγενείας που πληρούν τις διαδικαστικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις για είσοδο και παραμονή στο έδαφος που θεσπίζουν οι εφαρμοστέοι εθνικοί κανόνες.
45. Επιπλέον, η ερμηνεία αυτή ουδόλως είναι ασύμβατη προς την κοινή δήλωση των μερών της συμφωνίας, σύμφωνα με την οποία «νοείται ότι η έννοια "όρων και προϋποθέσεων που θα εφαρμόζονται σε κάθε κράτος μέλος" περιλαμβάνει κοινοτικούς κανόνες εφόσον χρειάζεται» .
46. Συνεπώς, καταλήγω, σε συμφωνία με την Επιτροπή και τη Γαλλική Κυβέρνηση, ότι το άρθρο 37, παράγραφος 1, της συμφωνίας έχει άμεσο αποτέλεσμα. Ένας ολωνός εργαζόμενος ο οποίος απασχολείται νομίμως στο έδαφος ενός κράτους μέλους μπορεί συνεπώς να επικαλεστεί τη διάταξη αυτή στο πλαίσιο δίκης κατά μιας δημόσιας αρχής που ενεργεί υπό την ιδιότητα του εργοδότη.
Συμβατό του άρθρου 57b, παράγραφος 3, του HRG προς το άρθρο 37, παράγραφος 1, της συμφωνίας
47. Το άρθρο 37, παράγραφος 1, της συμφωνίας προβλέπει ότι στη μεταχείριση των διακινουμένων ολωνών εργαζομένων «δεν επιβάλλεται καμία διάκριση λόγω ιθαγένειας [...] όσον αφορά τους όρους εργασίας, τις αποδοχές ή τις απολύσεις».
48. Είναι κατά τη γνώμη μου αναμφίβολο ότι το άρθρο 57b, παράγραφος 3, του HRG είναι αντίθετο προς τη διάταξη αυτή.
49. ρώτον, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να κρίνει ότι η διάρκεια των συμβάσεων εργασίας και, ειδικότερα, η χρησιμοποίηση συμβάσεων ορισμένου χρόνου για το πανεπιστημιακό διδακτικό προσωπικό εμπίπτει στην έννοια των «όρων εργασίας» του άρθρου 48, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 39, παράγραφος 2, ΕΚ) . Δεν υφίσταται, κατά την άποψή μου, κανένας λόγος να ερμηνευθεί διαφορετικά η έννοια «όροι εργασίας» που περιλαμβάνεται στο άρθρο 37, παράγραφος 1, της συμφωνίας.
50. Δεύτερον, κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών από τα οποία ανέκυψε η υπόθεση της κύριας δίκης, το άρθρο 57b, παράγραφος 3, του HRG έκανε διάκριση μεταξύ των λεκτόρων ξένης γλώσσας και του λοιπού πανεπιστημιακού προσωπικού. Ενώ η πρώτη ομάδα μπορούσε να απασχοληθεί βάσει συμβάσεων ορισμένου χρόνου, το λοιπό διδακτικό προσωπικό που ήταν επιφορτισμένο με ειδικά καθήκοντα δεν μπορούσε να απασχοληθεί για ορισμένο χρόνο παρά μόνον αν αυτό δικαιολογούνταν από αντικειμενικό λόγο. Η διαφορετική μεταχείριση των δύο αυτών ομάδων δεν συνεπαγόταν ευθέως δυσμενή διάκριση λόγω ιθαγενείας. Ωστόσο, πρέπει να έχουμε κατά νου ότι η μεγάλη πλειονότητα των λεκτόρων ξένης γλώσσας δεν έχουν την ιθαγένεια του κράτους στο οποίο απασχολούνται. Συνεπώς, η διαφορετική μεταχείριση που είναι εγγενής στο άρθρο 57b, παράγραφος 3, του HRG οδηγεί σε έμμεση δυσμενή διάκριση λόγω ιθαγενείας .
51. Τρίτον, δεν χωρεί κατά τη γνώμη μου καμία αμφιβολία ότι το άρθρο 37, παράγραφος 1, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαγορεύει τόσο την άμεση όσο και την έμμεση δυσμενή διάκριση. Είναι αληθές ότι οι ερμηνείες που δίδονται στα άρθρα της Συνθήκης ΕΚ δεν μπορούν να εφαρμόζονται κατά πλήρη αναλογία στις διατάξεις συμφωνιών συναφθεισών μεταξύ της Κοινότητας και τρίτων χωρών . Το γεγονός ότι το άρθρο 39, παράγραφος 2, ΕΚ δεν απαγορεύει «μόνο τις εμφανείς δυσμενείς διακρίσεις που στηρίζονται στην ιθαγένεια, αλλά και όλες τις συγκεκαλυμμένες μορφές δυσμενούς διακρίσεως, οι οποίες, με την εφαρμογή άλλων κριτηρίων διακρίσεως, καταλήγουν στην πράξη στο ίδιο αποτέλεσμα» δεν είναι συνεπώς καθοριστικό για την ερμηνεία του άρθρου 37, παράγραφος 1, μολονότι οι δύο διατάξεις έχουν παρόμοια διατύπωση. Ομοίως, δεν προκύπτει, όπως υποστήριξε η Γαλλική Κυβέρνηση, από την ομοιότητα μεταξύ των διατάξεων αυτών ότι το άρθρο 37, παράγραφος 1, συνεπάγεται ένα δικαίωμα εισόδου και παραμονής των διακινουμένων ολωνών εργαζομένων. Ωστόσο, από το γράμμα του άρθρου 37, παράγραφος 1, ερμηνευόμενο με βάση τους σκοπούς που επιδιώκει η συμφωνία , προκύπτει ότι η επιβαλλόμενη απαγόρευση δεν πρέπει να ερμηνεύεται στενά και, συνεπώς, καλύπτει τόσο την έμμεση όσο και την άμεση δυσμενή διάκριση λόγω ιθαγενείας όσον αφορά τους όρους εργασίας . Η διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των λεκτόρων ξένης γλώσσας και του λοιπού πανεπιστημιακού προσωπικού που είναι επιφορτισμένο με ειδικά καθήκοντα υπό την έννοια του HRG είναι συνεπώς αντίθετη προς το άρθρο 37, παράγραφος 1, της συμφωνίας, εκτός αν δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους.
52. Τέταρτον, στην απόφαση Spotti, είχε υποβληθεί στο Δικαστήριο το ερώτημα αν μια έμμεση δυσμενής διάκριση - μεταξύ Γερμανών υπηκόων και υπηκόων άλλων κρατών μελών - προκύπτουσα από το άρθρο 57b, παράγραφος 3, του HRG μπορούσε να δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Επί του σημείου αυτού, το Δικαστήριο έκρινε ότι «η ανάγκη διασφαλίσεως διδασκαλίας προσαρμοσμένης στα σύγχρονα δεδομένα δεν δικαιολογεί τον περιορισμό της διάρκειας των συμβάσεων εργασίας λεκτόρων ξένης γλώσσας. ράγματι, ο κίνδυνος να απολέσει ο λέκτορας την επαφή με τη μητρική γλώσσα είναι περιορισμένος, ενόψει της εντατικοποιήσεως των πολιτιστικών ανταλλαγών και των δυνατότητων επικοινωνίας, τα δε πανεπιστήμια έχουν, εν πάση περιπτώσει, τη δυνατότητα ελέγχου του επιπέδου των γνώσεων των λεκτόρων» . Η συλλογιστική αυτή μπορεί, όπως επισημαίνει η Επιτροπή, να εφαρμοστεί στους λέκτορες ξένης γλώσσας που είναι πολωνικής ιθαγενείας στο πλαίσιο του άρθρου 37, παράγραφος 1, της συμφωνίας. Δεν υπάρχουν περαιτέρω, κατά την άποψή μου, άλλοι λόγοι δικαιολογούντες τη διαφορετική μεταχείριση που επιφυλάσσεται στους λέκτορες ξένης γλώσσας, σε σύγκριση με τις λοιπές κατηγορίες του πανεπιστημιακού προσωπικού, βάσει των διατάξεων του HRG που ίσχυαν κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών· ομοίως, οι κατατεθείσες στην υπόθεση αυτή παρατηρήσεις δεν περιέχουν τέτοιες δικαιολογίες.
53. Καταλήγω συνεπώς ότι το άρθρο 37, παράγραφος 1, της συμφωνίας απαγορεύει την εφαρμογή σε ολωνούς υπηκόους μιας διατάξεως εθνικού δικαίου, βάσει της οποίας οι θέσεις λέκτορα ξένης γλώσσας μπορούν να καλύπτονται μέσω συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ενώ, για τους λοιπούς διδάσκοντες που είναι επιφορτισμένοι με ειδικά καθήκοντα, η χρησιμοποίηση τέτοιων συμβάσεων πρέπει να δικαιολογείται, κατά περίπτωση, από αντικειμενικό λόγο.
Το δεύτερο ερώτημα
54. Με βάση την απάντηση στο πρώτο ερώτημα, είναι αναγκαίο να εξεταστεί το δεύτερο ερώτημα που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση. Με το ερώτημα αυτό, το Bundesarbeitsgericht ερωτά κατ' ουσίαν αν το άρθρο 37, παράγραφος 1, της συμφωνίας εφαρμόζεται σε συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου οι οποίες συνήφθησαν πριν και οι οποίες λήγουν μετά τη θέση σε ισχύ της συμφωνίας αυτής.
55. Βάσει του άρθρου 121 της, η συμφωνία «αρχίζει να ισχύει την πρώτη ημέρα του δεύτερου μήνα μετά την ημερομηνία κατά την οποία τα συμβαλλόμενα μέρη γνωστοποιούν αμοιβαία την ολοκλήρωση των διαδικασιών που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο». Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, η συμφωνία τέθηκε σε ισχύ την 1η Φεβρουαρίου 1994 .
56. έραν του άρθρου 121, η συμφωνία δεν περιέχει καμία μεταβατική διάταξη. ροκειμένου να καθοριστεί το ratione temporis περιεχόμενο του άρθρου 37, παράγραφος 1, είναι συνεπώς αναγκαίο να ερμηνευθεί η διατύπωση της διατάξεως αυτής λαμβανομένων υπόψη του σκοπού της και της νομολογίας του Δικαστηρίου περί της διαχρονικής εφαρμογής της κοινοτικής νομοθεσίας.
57. Είναι δυνατόν να συναχθούν τουλάχιστον δύο αρχές από τη νομολογία αυτή. Αφενός, τα κοινοτικά μέτρα δεν έχουν αναδρομικό αποτέλεσμα εκτός αν, εξαιρετικώς, προκύπτει σαφώς από το γράμμα τους ή από τη γενική οικονομία τους ότι ο νομοθέτης θέλησε ένα τέτοιο αποτέλεσμα, ότι τούτο απαιτείται από το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα και ότι γίνεται δεόντως σεβαστή η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των ενδιαφερομένων . Αφετέρου, η κοινοτική νομοθεσία εφαρμόζεται συνήθως στα μελλοντικά αποτελέσματα των καταστάσεων που γεννώνται υπό το κράτος του δικαίου, ως αυτό είχε πριν από την τροποποίηση , εκτός αν η άμεση εφαρμογή μιας συγκεκριμένης διατάξεως είναι αντίθετη προς την προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των ενδιαφερομένων .
58. Το Land Nordrhein-Westfalen ισχυρίζεται ότι η εφαρμογή νομοθετικών διατάξεων σε μια σύμβαση εργασίας συναφθείσα πριν από την έναρξη της ισχύος των εν λόγω διατάξεων πρέπει να θεωρηθεί μια μορφή αναδρομικής εφαρμογής του νόμου. Δεδομένου ότι η σύμβαση δεν προβλέπει ρητώς ένα τέτοιο αποτέλεσμα, το άρθρο 37, παράγραφος 1, δεν εφαρμόζεται στα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης.
59. Δεν συμφωνώ με την ανάλυση αυτή. Η εφαρμογή μιας νομοθετικής διατάξεως σε μια σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου η οποία δεν είχε λήξει κατά τον χρόνο κατά τον οποίο η διάταξη τέθηκε σε ισχύ δεν συνεπάγεται αναδρομική εφαρμογή του νόμου· τούτο απλώς συνεπάγεται την άμεση εφαρμογή της διατάξεως αυτής στα αποτελέσματα της μελλοντικής εξελίξεως των καταστάσεων οι οποίες γεννήθηκαν υπό το κράτος του νόμου ως αυτός είχε πριν από την τροποποίηση.
60. Η άποψή μου στηρίζεται στην απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Licata . Η προσφεύγουσα στην υπόθεση αυτή, μια έκτακτη υπάλληλος της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, προσέβαλε μια απόφαση με την οποία η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή την είχε αποκλείσει από την επιτροπή προσωπικού κατόπιν του διορισμού της ως μονίμου υπαλλήλου. Η απόφαση αυτή ελήφθη σύμφωνα με τους κανόνες - σχετικά με την αντιπροσωπευτικότητα της επιτροπής προσωπικού - οι οποίοι τέθηκαν σε ισχύ μετά την εκλογή της . Η προσφεύγουσα ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι η εφαρμογή των κανόνων αυτών συνιστούσε παραβίαση της αρχής της μη αναδρομικότητας της νομοθεσίας. Ωστόσο, το Δικαστήριο έκρινε ότι «αποτελεί αρχή ότι ένας νέος κανόνας εφαρμόζεται αμέσως στα μελλοντικά αποτελέσματα μιας καταστάσεως που γεννήθηκε υπό το κράτος παλαιότερου κανόνα. Επομένως, η εφαρμογή [των επίμαχων κανόνων] στο συνεχιζόμενο ακόμη τμήμα θητείας της Licata δεν παραβιάζει την αρχή της μη αναδρομικότητας» .
61. Από την αρχή ότι η νομοθεσία κανονικά εφαρμόζεται αμέσως προκύπτει συνεπώς ότι το άρθρο 37, παράγραφος 1, θα έπρεπε να θεωρηθεί εφαρμοστέο σε συμβάσεις εργασίας συναφθείσες πριν, και λήγουσες μετά, την 1η Φεβρουαρίου 1994. Το συμπέρασμα αυτό επιρρωννύεται από τη σημασία του σκοπού που επιδιώκει το άρθρο 37, παράγραφος 1. Η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας αποτελεί έναν από τους βασικούς άξονες της συμφωνίας, όπως τούτο προκύπτει από διάφορες διατάξεις της . ράγματι, είναι δύσκολο να προσδιοριστεί κάποιο μέτρο το οποίο θα συντελούσε περισσότερο στην υλοποίηση των γενικών σκοπών της συμφωνίας απ' ό,τι η εξάλειψη, σε όλους τους τομείς, των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας μεταξύ των κοινοτικών και των ολωνών υπηκόων. Η ίση μεταχείριση όσον αφορά τους όρους εργασίας έχει, περαιτέρω, ιδιαίτερη σημασία, καθόσον επηρεάζει άμεσα τις ζωές και την ευημερία όλο και περισσότερων ιδιωτών οι οποίοι μετέβησαν νομίμως από την ολωνία στην Κοινότητα προκειμένου να εργαστούν.
62. εραιτέρω, δεν υφίστανται, κατά την άποψή μου, επιτακτικοί λόγοι ασφαλείας δικαίου για να περιοριστεί το διαχρονικό αποτέλεσμα του άρθρου 37, παράγραφος 1, στην υπό κρίση περίπτωση.
63. ρώτον, το γεγονός ότι η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως που θέτει το άρθρο 37, παράγραφος 1, της συμφωνίας μπορεί να έλθει σε αντίθεση με υφιστάμενες συμβατικές διατάξεις δεν είναι, αυτό καθεαυτό, αντίθετο προς την αρχή της ασφαλείας δικαίου. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, η οποία αποτελεί μια πτυχή της αρχής της ασφαλείας δικαίου, «δεν μπορεί [...] να επεκταθεί μέχρι σημείου που να εμποδίζει, κατά τρόπο γενικό, μια νέα κανονιστική ρύθμιση να εφαρμόζεται στα μελλοντικά αποτελέσματα καταστάσεων που δημιουργήθηκαν υπό το κράτος της προηγουμένης ρυθμίσεως» . Η κρίση αυτή εφαρμόζεται, κατά τη γνώμη μου, σε μια διάταξη όπως το άρθρο 37, παράγραφος 1, της συμφωνίας, η οποία μπορεί να μεταβάλει ή να επηρεάσει το περιεχόμενο των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των εργοδοτών και των διακινουμένων εργαζομένων που έχουν συνάψει συμβάσεις εργασίας πριν από την έναρξη της ισχύος του.
64. Η άποψη αυτή μπορεί ίσως να στηριχθεί στην απόφαση Dürbeck . Στην υπόθεση αυτή, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης ισχυριζόταν ότι ένα κοινοτικό μέτρο, με το οποίο είχαν ανασταλεί, με άμεση ισχύ, οι εισαγωγές στην Κοινότητα επιτραπέζιων μήλων, παραβίαζε την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Κατ' αυτήν, η εν λόγω αρχή απαγόρευε την επιβολή του μέτρου αυτού σε υφιστάμενες συμβάσεις και συνεπώς εμπόδιζε την εφαρμογή της αναστολής των εισαγωγών όσον αφορά συμβάσεις που είχαν ήδη συνάψει οι επιχειρηματίες. Το Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό για τον λόγο, πρώτον, ότι η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης δεν εμποδίζει γενικώς την εφαρμογή μιας νέας νομοθεσίας επί των μελλοντικών αποτελεσμάτων καταστάσεων οι οποίες γεννήθηκαν υπό το κράτος της προηγουμένης κανονιστικής ρυθμίσεως και, δεύτερον, ότι η εξαίρεση των ήδη συναφθεισών συμβάσεων θα είχε στερήσει την αναστολή από κάθε πρακτική αποτελεσματικότητα .
65. Δεύτερον, η εφαρμογή του άρθρου 37, παράγραφος 1, της συμφωνίας δεν μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να θεωρηθεί ότι παραβιάζει τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη του εναγομένου. ρέπει να υπενθυμιστεί, όπως τονίζει η Επιτροπή, ότι η συμφωνία υπεγράφη από τα μέρη, συμπεριλαμβανομένου του εκπροσώπου της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, στις 16 Δεκεμβρίου 1991· ήτοι ένδεκα περίπου μήνες πριν τη σύναψη συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου μεταξύ του Land Nordrhein-Westfalen και της B. Pokrzeptowicz-Meyer. Κατά την άποψή μου, οι δημόσιες αρχές στα κράτη μέλη, συμπεριλαμβανομένων των γερμανικών ομοσπόνδων κρατών, απαιτείται να ενημερώνονται σχετικά με τις διεθνείς εξελίξεις και συνεπώς να γνωρίζουν τις υποχρεώσεις που γεννώνται στο πλαίσιο διεθνών συμφωνιών στις οποίες μετέχει η Κοινότητα και οι οποίες, όπως οι ευρωπαϊκές συμφωνίες, έχουν ζωτική πολιτική και νομική σημασία για την Κοινότητα συνολικά.
66. Τέλος, στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως δεν υποστηρίχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι τα κράτη μέλη διατηρούν την αρμοδιότητα να αποφασίζουν, στο πλαίσιο των «όρων και προϋποθέσεων που ισχύουν σε κάθε κράτος μέλος», από ποια χρονική στιγμή οι διακινούμενοι ολωνοί εργαζόμενοι μπορούν να επικαλούνται την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. Κατά τη γνώμη μου, ένα τέτοιο επιχείρημα δεν θα μπορούσε εν πάση περιπτώσει να γίνει δεκτό. Όπως προανέφερα, η αναφορά που κάνει το άρθρο 37, παράγραφος 1, στους «όρους και προϋποθέσεις» πρέπει να ερμηνευθεί ως υπενθύμιση του ότι το δικαίωμα ίσης μεταχειρίσεως στις σχέσεις εργασίας εξαρτάται από την τήρηση των εθνικών κανόνων περί προσβάσεως και παραμονής . Η διεύρυνση του περιεχομένου των όρων αυτών για να καλυφθούν τα διαχρονικά αποτελέσματα του άρθρου 37, παράγραφος 1, θα περιόριζε την αποτελεσματικότητα της διατάξεως αυτής και - αντίθετα προς τον σκοπό του άρθρου 121 της συμφωνίας και την αρχή της ασφαλείας δικαίου - θα είχε ως αποτέλεσμα την έναρξη της ισχύος διαφόρων διατάξεων της συμφωνίας σε διαφορετικούς χρόνους.
67. Συνεπώς, καταλήγω ότι το άρθρο 37, παράγραφος 1, της συμφωνίας εφαρμόζεται σε συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες συνήφθησαν πριν και οι οποίες επρόκειτο να λήξουν μετά τη θέση σε ισχύ της συμφωνίας αυτής την 1η Φεβρουαρίου 1994.
ρόταση
68. Κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την ακόλουθη απάντηση στα ερωτήματα του Bundesarbeitsgericht:
«1) Το άρθρο 37, παράγραφος 1, της ευρωπαϊκής συμφωνίας περί συνδέσεως μεταξύ των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και των κρατών μελών τους, αφενός, και της Δημοκρατίας της ολωνίας, αφετέρου, παράγει άμεσο αποτέλεσμα και οι ιδιώτες μπορούν να το επικαλούνται ενώπιον των δικαστηρίων των κρατών μελών στο πλαίσιο δίκης κατά δημόσιας αρχής ενεργούσας ως εργοδότης.
2) Το άρθρο 37, παράγραφος 1, της συμφωνίας απαγορεύει την εφαρμογή σε ολωνούς υπηκόους μιας εθνικής διατάξεως, βάσει της οποίας οι θέσεις λεκτόρων ξένης γλώσσας μπορούν να καλύπτονται μέσω συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ενώ, για το λοιπό διδακτικό προσωπικό που είναι επιφορτισμένο με ειδικά καθήκοντα, η χρησιμοποίηση τέτοιων συμβάσεων πρέπει να δικαιολογείται κατά περίπτωση από αντικειμενικό λόγο.
3) Το άρθρο 37, παράγραφος 1, της συμφωνίας εφαρμόζεται σε συμβάσεις ορισμένου χρόνου, οι οποίες συνήφθησαν πριν και οι οποίες επρόκειτο να λήξουν μετά τη θέση σε ισχύ της συμφωνίας την 1η Φεβρουαρίου 1994.»
Full & Egal Universal Law Academy