Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - Εισαγωγή
1. Στην παρούσα υπόθεση, η Φινλανδική Κυβέρνηση ζητεί να ακυρωθεί η απόφαση της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, της 1ης Μαρτίου 2000 , με την οποία αποκλείστηκαν ορισμένες δαπάνες των κρατών μελών από την εκ μέρους της Κοινότητας χρηματοδότηση. Αφορά δαπάνες για τα οικονομικά έτη 1996 και 1997, στις οποίες προέβησαν οι φινλανδικές αρχές για πριμοδοτήσεις στο κρέας ύψους 7 270 885,97 φινλαδικών μάρκων (FIM) και τις οποίες στη συνέχεια δήλωσαν στο Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο ροσανατολισμού και Εγγυήσεων (στο εξής: ΕΓΤΕ). Η Επιτροπή ζητεί να απορριφθεί η προσφυγή.
ΙΙ - Νομικό πλαίσιο
2. Η χρηματοδότηση της κοινής γεωργικής πολιτική διέπεται από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτική . Το άρθρο 3, παράγραφος 1, προβλέπει τη χρηματοδότηση ορισμένων μέτρων από το ΕΓΤΕ.
3. Το άρθρο 5 του κανονισμού αυτού, όπως έχει τροποιηθεί με τον κανονισμό (ΕΚ) 1287/95 του Συμβουλίου, της 22ας Μα_ου 1995 , ορίζει τα ακόλουθα:
«[...]
2. Η Επιτροπή, μετά από διαβουλεύσεις με την επιτροπή του Ταμείου:
[...]
β) εκκαθαρίζει πριν από τις 30 Απριλίου του έτους που ακολουθεί το εξεταζόμενο οικονομικό έτος, και βάσει των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 1, στοιχείο β_, τους λογαριασμούς των εγκεκριμένων οργανισμών πληρωμών.
Η απόφαση εκκαθάρισης των λογαριασμών καλύπτει την πληρότητα, την ακρίβεια και την ειλικρίνεια των λογαριασμών που διαβιβάζονται.
Η απόφαση δεν προδικάζει τη λήψη τυχόν μεταγενέστερων αποφάσεων, σύμφωνα με το στοιχείο γ_·
γ) αποφασίζει την απόρριψη αιτήματος κοινοτικής χρηματοδότησης δαπανών βάσει των άρθρων 2 και 3, σε περίπτωση που διαπιστώσει ότι οι δαπάνες δεν πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες.
ριν από οποιαδήποτε απόφαση απόρριψης χρηματοδότησης, τα αποτελέσματα των εξακριβώσεων της Επιτροπής και οι απαντήσεις του κράτους μέλους κοινοποιούνται εκατέρωθεν γραπτώς, κατόπιν τούτου δε τα δύο μέρη επιχειρούν να έλθουν σε συμφωνία για τη συνέχεια που θα δοθεί.
Σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί συμφωνία, το κράτος μέλος μπορεί να ζητήσει την έναρξη διαδικασίας για συμβιβασμό των αντίστοιχων θέσεών τους εντός τεσσάρων μηνών· τα αποτελέσματα της διαδικασίας αυτής ανακοινώνονται με έκθεση προς την Επιτροπή, η οποία εξετάζει πριν αποφασίσει απόρριψη της χρηματοδότησης.
Η Επιτροπή υπολογίζει τα προς απόρριψη ποσά λαμβάνοντας υπόψη, ιδίως, την έκταση της διαπιστωθείσας ασυμφωνίας. Η Επιτροπή εκτιμά εν προκειμένω το είδος και τη σοβαρότητα της παράβασης, καθώς και την οικονομική ζημία που υπέστη η Κοινότητα.
Η απόρριψη χρηματοδότησης δεν μπορεί να αφορά δαπάνες προγενέστερες του τελευταίου 24μήνου πριν από τη γραπτή ανακοίνωση της Επιτροπής στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος των αποτελεσμάτων αυτών των εξακριβώσεων. Εντούτοις, η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται στις δημοσιονομικές συνέπειες που προκύπτουν:
- από περιστατικά ανωμαλιών κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 2,
- από εθνικές ενισχύσεις ή από παραβάσεις για τις οποίες έχουν κινηθεί οι διαδικασίες των άρθρων 93 και 169 της Συνθήκης.
3. Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου αποφασίζονται με τη διαδικασία του άρθρου 13. Οι λεπτομέρειες αυτές αφορούν, ιδίως, τη βεβαίωση λογαριασμών που αναφέρεται στην παράγραφο 1, καθώς και της διαδικασίας των αποφάσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 2.»
4. Για την εφαρμογή, μεταξύ άλλων, του άρθρου 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 729/70 εκδόθηκε ο κανονισμός (ΕΚ) 1663/95 της Επιτροπής, της 7ης Ιουλίου 1995, για τη θέσπιση λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70, όσον αφορά τη διαδικασία για την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΕ, τμήμα Εγγυήσεων . Το άρθρο 8 ορίζει τα ακόλουθα:
«1. Σε περίπτωση που, ως συνέπεια οιασδήποτε έρευνας, η Επιτροπή θεωρεί ότι οι δαπάνες δεν πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες, ανακοινώνει στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος τις διαπιστώσεις της και καθορίζει τα διορθωτικά μέτρα που πρέπει να ληφθούν ώστε να διασφαλιστεί η μελλοντική τήρηση των προαναφερθέντων κανόνων, καθώς και εκτίμηση των δαπανών που μπορεί να εξαιρεθούν με βάση το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, του κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70. Η ανακοίνωση περιέχει παραπομπή στον παρόντα κανονισμό. Το κράτος μέλος απαντά εντός δύο μηνών και η Επιτροπή μπορεί να τροποποιήσει αναλόγως τη θέση της. Σε δικαιολογημένες περιπτώσεις, η Επιτροπή μπορεί να χορηγήσει παράταση της περιόδου για απάντηση.
Μετά το πέρας της προθεσμίας για απάντηση, η Επιτροπή οργανώνει διμερή διάλογο και τα δύο μέρη προσπαθούν να καταλήξουν σε συμφωνία σχετικά με τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν. Στη συνέχεια η Επιτροπή ανακοινώνει τα συμπεράσματά της στο κράτος μέλος κάνοντας αναφορά στην απόφαση 94/442/ΕΚ της Επιτροπής.
2. Οι αποφάσεις που προβλέπονται στο άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, του κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70 λαμβάνονται μετά την εξέταση οποιασδήποτε έκθεσης του οργάνου συμβιβασμού σύμφωνα με την απόφαση 94/442/ΕΚ.
[...]»
ΙΙΙ - Ουσιαστικό και διαδικαστικό πλαίσιο και οριοθέτηση της διαδικασίας
5. Τον Απρίλιο του 1997, οι υπηρεσίες της Επιτροπής πραγματοποίησαν επιτόπιο έλεγχο στη Φινλανδία προκειμένου να εξεταστεί το σύστημα πριμοδοτήσεων για αγελάδες, ταύρους και πρόβατα, καθώς και σε συνάρτηση με την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) 1357/96 του Συμβουλίου, της 8ης Ιουλίου 1996, για την πρόβλεψη επιπροσθέτων πληρωμών, οι οποίες πρέπει να γίνουν το 1996 μαζί με τις πριμοδοτήσεις που αναφέρονται στον κανονισμό (ΕΟΚ) 805/68, περί κοινής οργάνωσης αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος και για την τροποποίηση αυτού του κανονισμού .
6. Στις 20 Μα_ου 1997, η Επιτροπή απηύθυνε στις φινλανδικές αρχές ένα έγγραφο στη φινλανδική γλώσσα, με το οποίο επέστησε την προσοχή της Φινλανδικής Κυβερνήσεως στις ελλείψεις του συστήματος ελέγχου τις οποίες διαπίστωσε κατά τους επιτόπιους ελέγχους. Η Επιτροπή εξέθεσε συναφώς ότι επιφυλάσσει το δικαίωμά της να καθορίσει αργότερα τη στάση της ως προς την κοινοτική χρηματοδότηση των δαπανών που αφορούν τις πριμοδοτήσεις για ταύρους που καταβλήθηκαν το 1995 και το 1996. Ζήτησε να λάβει απάντηση εντός δύο μηνών μετά τη λήψη αυτού του εγγράφου. Το έγγραφο δεν εστάλη ταχυδρομικώς, αλλά με τηλετύπημα. Η Φινλανδική Κυβέρνηση δηλώνει ότι έλαβε το έγγραφο συγχρόνως με τηλεομοιτυπία.
7. Με έγγραφο της 21ης Ιουλίου 1997, η Φινλανδική Κυβέρνηση απάντησε στο έγγραφο της 20ής Μα_ου 1997. Στην απάντησή της εκθέτει ότι θα λάβει υπόψη τις προτάσεις και τις εκτιμήσεις της Επιτροπής.
8. Με έγγραφο, που έλαβε η Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Φινλανδίας στις 17 Σεπτεμβρίου 1998, η Επιτροπή πληροφόρησε την Φινλανδική Κυβέρνηση ότι σκόπευε να αποκλείσει από την κοινοτική χρηματοδότηση ένα μέρος των δαπανών που δηλώθηκαν για τα έτη 1996 και 1997. Η Επιτροπή στηρίχθηκε συναφώς στις διαπιστώσεις της ότι οι έλεγχοι δεν είχαν πραγματοποιηθεί σύμφωνα με τους κανόνες, πράγμα που επίσης προκύπτει από τα αποτελέσματα των ελέγχων που περιέλαβε η Επιτροπή σε παράρτημα του εγγράφου της. Με την τελευταία παράγραφο αυτού του εγγράφου η Επιτροπή παρέσχε στη Φινλανδική Κυβέρνηση προθεσμία δύο μηνών για να απαντήσει, δηλώνοντας συναφώς ότι μετά τη λήξη της προθεσμίας και κατόπιν εξετάσεως ενδεχόμενης απαντήσεως θα διοργάνωνε μια διμερή συνάντηση, πριν καταλήξει σε συμπεράσματα.
9. Το παράρτημα, στο οποίο αναφέρεται το έγγραφο, δεν είχε επισυναφθεί. Κατόπιν αιτήσεως της Φινλανδικής Κυβερνήσεως, η Επιτροπή απέστειλε το παράρτημα στις 11 Δεκεμβρίου 1998, με συνοδευτικό έγγραφο στο οποίο επαναλαμβάνεται η τελευταία παράγραφος του εγγράφου της 17ης Σεπτεμβρίου 1998.
10. Η Επιτροπή επισήμανε επίσης κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ότι ένα κείμενο στην αγγλική του εγγράφου της 17ης Σεπτεμβρίου 1998, μετά παραρτημάτων, είχε αποσταλεί, στις 10 Ιουλίου 1998, στη Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Φινλανδίας, με αντίγραφο προς το Υπουργείο Γεωργίας και Δασών.
11. Στη συνέχεια, οι διάδικοι προέβησαν επανειλημμένα σε ανταλλαγή απόψεων. Τέλος, η Φινλανδική Κυβέρνηση γνωστοποίησε, με έγγραφο της 5ης Αυγούστου 1999, ότι δεν δέχεται να αποκλείσει η Επιτροπή από τη χρηματοδότηση δαπάνες, καθόσον οι δαπάνες αυτές πραγματοποιήθηκαν πριν από τις 22 Δεκεμβρίου 1996, ήτοι 24 μήνες νωρίτερα από την ημερομηνία κατά την οποία περιήλθε το παράρτημα (22 Δεκεμβρίου 1998). Οι αμφισβητούμενες αυτές δαπάνες ανέρχονται σε 7 270 885,97 FIM.
12. αρά ταύτα, η Επιτροπή εξέδωσε την 1η Μαρτίου 2000 απόφαση με την οποία αποκλείστηκαν από την κοινοτική χρηματοδότηση οι δαπάνες που αντιστοιχούν στο ποσό των 7 270 885,97 FIM.
13. Κατά της αποφάσεως αυτής στρέφεται η παρούσα προσφυγή της Φινλανδικής Κυβερνήσεως, το δικόγραφο της οποίας περιήλθε στο Δικαστήριο στις 9 Μα_ου 2000. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση της 4ης Ιουλίου 2001, οι διάδικοι διευκρίνισαν τις απόψεις τους.
14. Η Φινλανδική Κυβέρνηση προβάλλει ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, του κανονισμού 729/70. Το χρονικό διάστημα των 24 μηνών, που αναφέρεται στην εν λόγω διάταξη, αφορά το χρονικό διάστημα που προηγείται της γραπτής ανακοινώσεως της Επιτροπής προς το οικείο κράτος μέλος για τα αποτελέσματα των ελέγχων. Η γραπτή ανακοίνωση πρέπει, όπως εκθέτει η Φινλανδική Κυβέρνηση, να πληροί τις προϋποθέσεις που εκτίθενται λεπτομερώς στον κανονισμό 1663/95. Εν προκειμένω, οι προϋποθέσεις αυτές τηρήθηκαν μετά την αποστολή, στις 11 Δεκεμβρίου 1998, των παραρτημάτων που έλειπαν, με συνοδευτικό έγγραφο, τα οποία ελήφθησαν στις 22 Δεκεμβρίου 1998.
15. Η Επιτροπή δεν συμφωνεί με την άποψη της Φινλανδικής Κυβερνήσεως ότι το χρονικό διάστημα των 24 μηνών, που αναφέρεται στο άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, του κανονισμού 729/70, εκτείνεται μέχρι τις 22 Δεκεμβρίου 1998. Αντιθέτως, στην προσβαλλόμενη απόφαση ορθώς έλαβε ως βάση ότι το χρονικό διάστημα των 24 μηνών εκτεινόταν μέχρι τις 20 Μα_ου 1997, ημερομηνία κατά την οποία απέστειλε το έγγραφο υπό μορφή τηλετυπήματος ή τηλεομοιοτυπίας. Επομένως, μπορούσε να αποκλείσει τις δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από τις 20 Μα_ου 1995 μέχρι 20 Μα_ου 1997 από τη χρηματοδότηση. Αιτιολογεί την άποψή της εκθέτοντας ότι το έγγραφο της 20ής Μα_ου 1997 πληροί τους τιθέμενους από το κοινοτικό δίκαιο όρους. Επικουρικώς, η Επιτροπή εκθέτει ότι το αγγλικό κείμενο του εγγράφου της 17ης Σεπτεμβρίου 1998 δεν έχει καθοριστική σημασία. Τέλος, η Επιτροπή αμφισβητεί ότι το έγγραφο της 11ης Δεκεμβρίου 1998 περιήλθε στη Φινλανδική Κυβέρνηση μόλις στις 22 Δεκεμβρίου 1998.
16. Στο δικόγραφό της προσφυγής, η Φινλανδική Κυβέρνηση προβαίνει σε λεπτομερή υπολογισμό των ποσών τα οποία αφορά η περικοπή. Η Επιτροπή δεν αμφισβητεί αυτό τον υπολογισμό. Τα εν λόγω ποσά δεν έχουν επομένως σημασία στο πλαίσιο της ενώπιον του Δικαστήριου διαδικασίας.
IV - Εκτίμηση
A - Εισαγωγή
17. Ούτε τα περιστατικά ούτε ο υπολογισμός της εφαρμοσθείσας περικοπής αποτελούν εν προκειμένω αντικείμενο συζητήσεως. Κατ' ουσίαν, η διαφορά περιορίζεται στο ζήτημα των προϋποθέσεων που πρέπει να ισχύουν για τη γραπτή ανακοίνωση που αναφέρεται στο άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, του κανονισμού 729/70.
18. Όλως εξαρχής, πρόκειται συναφώς για το περιεχόμενο της ανακοινώσεως: οιες προϋποθέσεις θέτει ο κανονισμός ως προς το περιεχόμενο, ειδικότερα δε, ποια σχέση υφίσταται μεταξύ της ανακοινώσεως αυτής και της γνωστοποιήσεως βάσει του άρθρου 8 του κανονισμού 1663/95; Στη συνέχεια, θα εξετάσω τη σημασία των τυπικών διατάξεων που συνδέονται με το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_. Κατόπιν θα στραφώ στην προϋπόθεση της υπάρξεως εγγράφου που περιέχει το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_: Συνεπάγεται η προϋπόθεση αυτή ότι η ανακοίνωση πρέπει να πραγματοποιείται με έγγραφο ή αρκεί τηλετύπημα ή τηλεομοιοτυπία; Το ερώτημα αυτό συνδέεται με τα γενικότερα ζητήματα περί της νομικής ισχύος του τηλετυπήματος και άλλων συγχρόνων μέσων επικοινωνίας, όταν αυτά χρησιμοποιούνται αντί εγγράφου. Βάσει αυτών των στοιχείων θα σχηματίσω γνώμη ως προς το ζήτημα αν η αναγγελία της 20ής Μα_ου 1997 πρέπει να θεωρηθεί ως γραπτή ανακοίνωση κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_.
19. Επικουρικώς - για την περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο κρίνει ότι η αναγγελία της 20ής Μα_ου 1997 δεν πληροί τις ισχύουσες προϋποθέσεις και η προσφυγή της Φινλανδικής Κυβερνήσεως δεν μπορεί να απορριφθεί - θα εξετάσω το ζήτημα αν ο κανονισμός 729/70 επιτρέπει τη διατύπωση της ανακοινώσεως στην αγγλική γλώσσα και όχι στη γλώσσα του κράτους μέλους. Επίσης επικουρικώς θα εξετάσω την ημερομηνία της ανακοινώσεως: Σε ποια ημερομηνία θεωρείται ότι η ανακοίνωση περιήλθε στο κράτος μέλος; Αρκεί η λήψη από τη Μόνιμη Αντιπροσωπεία στις Βρυξέλλες;
20. Εντούτοις, πριν πραγματευθώ τα επιμέρους αυτά ζητήματα, θα εξετάσω γενικότερα τη συνεργασία της Επιτροπής με τα κράτη μέλη κατά την εφαρμογή της κοινής γεωργικής πολιτικής.
B - ροκαταρκτικώς
21. Η κοινή γεωργική πολιτική εφαρμόζεται σε στενή συνεργασία μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών. Και τα δύο μέρη πρέπει να καθοδηγούνται από την αρχή της κοινοτικής πίστεως, όπως εκφράζεται στο άρθρο 10 ΕΚ . Τα κράτη μέλη εφαρμόζουν την κοινή γεωργική πολιτική στο έδαφός τους με τους πόρους που θέτει στη διάθεσή τους η Κοινότητα. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο οφείλουν να επικουρούν κατά το δυνατό την Επιτροπή στην επιτέλεση του έργου της, πολλώ δε μάλλον καθόσον το έργο αυτό συνίσταται στην επιτήρηση της αποτελεσματικής χρησιμοποιήσεως των κοινοτικών πόρων. Χωρίς τη στήριξη των κρατών μελών, το έργο αυτό επιτηρήσεως της Επιτροπής θα ήταν δύσκολο, αν όχι αδύνατο. Το άρθρο 9 του κανονισμού 729/70 εκθέτει ειδικότερα το τι αναμένεται από το κράτος μέλος στο πλαίσιο διαδικασίας εκκαθαρίσεως των λογαριασμών του ΕΓΤΕ, τμήμα Εγγυήσεων.
22. Η στενή συνεργασία μεταξύ της Επιτροπής και του κράτους μέλους χαρακτηρίζεται, μεταξύ άλλων, από μια εντατική επικοινωνία μεταξύ αμφοτέρων των μερών. Η συχνότητα και η ταχύτητα, με τις οποίες πρέπει να πραγματοποιείται η επικοινωνία αυτή, συνεπάγονται ότι δεν μπορούν να τίθενται για την εν λόγω επικοινωνία υπερβολικά αυστηρές τυπικές προϋποθέσεις. Αυτό ισχύει τόσο για το μέσο επικοινωνίας - η τηλεομοιοτυπία και το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο είναι συχνά αποτελεσματικότερα ως μέσα ανταλλαγής πληροφοριών από ένα έγγραφο μέσω της επίσημης οδού - όσο και για τη γλώσσα με την οποία πραγματοποιείται η επικοινωνία, πολλώ δε μάλλον στην περίπτωση κατά την οποία η γλώσσα του κράτους μέλους κατέχεται από περιορισμένο μόνον αριθμό συνεργατών στο πλαίσιο των υπηρεσιών της Επιτροπής.
23. Η απαιτούμενη στενή συνεργασία μεταξύ της Επιτροπής και του κράτους μέλους έχει ως συνέπεια ότι η μεταξύ τους σχέση διακρίνεται από τη σχέση που υφίσταται μεταξύ της Επιτροπής - ή άλλου οργάνου δημόσιας εξουσίας - και ενός ιδιώτη. Ο ιδιώτης μπορεί φυσικότερα από ένα κράτος μέλος να επικαλεστεί ένα τυπικό σφάλμα της Επιτροπής προκειμένου κατ' αυτόν τον τρόπο να αποκτήσει ένα διαδικαστικό πλεονέκτημα. Αυτό δεν σημαίνει ότι η Επιτροπή δεν οφείλει να λαμβάνει υπόψη τις τυπικές προϋποθέσεις που θέτει η κοινοτική ρύθμιση, αλλά σαφώς ότι, όταν η Επιτροπή, για οποιονδήποτε λόγο, διαπράξει ένα τυπικό σφάλμα, μπορεί να αναμένεται από το κράτος μέλος ότι εφιστά την προσοχή της Επιτροπής προκειμένου να περιοριστούν κατά το δυνατόν οι δυσμενείς συνέπειες από το τυπικό αυτό σφάλμα.
24. Έχω τη γνώμη ότι η φύση της σχέσεως μεταξύ της Επιτροπής και ενός κράτους μέλους μεταβάλλεται αμέσως μόλις η Επιτροπή λάβει νομικά μέτρα κατά του κράτους μέλους. Σε μια περίπτωση όπως η παρούσα, το χρονικό αυτό σημείο είναι αυτό κατά το οποίο η Επιτροπή προσάπτει στο κράτος μέλος ότι εφαρμόζει εσφαλμένως ή ελλιπώς την κοινή γεωργική πολιτική και συνδέει το γεγονός αυτό με χρηματοοικονομικές συνέπειες. Από το χρονικό αυτό σημείο, η συνεργασία μεταξύ της Επιτροπής και του κράτους μέλους δεν αποτελεί το προέχον στοιχείο. Έχει επέλθει ένα στάδιο αντιδικίας, όπου η Επιτροπή και το κράτος μέλος βρίσκονται αντιμέτωποι ως αντίδικοι. Η σχέση μεταξύ τους καθίσταται τότε πιο νομική. Το κράτος μέλος θα ενεργήσει θεμιτώς τότε πρωτίστως με βάση τη δικαστική θέση στην οποία βρίσκεται. Το κράτος μέλος μπορεί τότε ευκολότερα να επικαλεστεί τη μη τήρηση τυπικών προϋποθέσεων ή άλλων διαδικαστικών ελλείψεων. Στη νομολογία επίσης του Δικαστηρίου γίνεται δεκτό ότι η διαδικασία της εκκαθαρίσεως λογαριασμών του ΕΓΤΕ έχει χαρακτήρα αντιδικίας, οπότε διασφαλίζονται τα δικαιώματά άμυνας .
25. Από τον κανονισμό 729/70 και τις βάσει αυτού θεσπισθείσες διατάξεις δεν προκύπτει σαφώς πότε επέρχεται μεταβολή στη σχέση μεταξύ της Επιτροπής και του κράτους μέλους σε μια διαδικασία εκκαθαρίσεως λογαριασμών του ΕΓΤΕ, τμήμα Εγγυήσεων. Βέβαιο είναι εν πάση περιπτώσει ότι, στο πλαίσιο των ελέγχων αυτών καθεαυτούς, η συνεργασία έχει πρωτεύουσα σημασία. Η γραπτή ανακοίνωση κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, δεν συνεπάγεται οπωσδήποτε μια τέτοια μεταβολή. Η ανακοίνωση μπορεί πράγματι, ανεξαρτήτως των διατάξεων του άρθρου 8 του κανονισμού 1663/95, να περιορίζεται στην ουσιαστική απόδοση των αποτελεσμάτων των ελέγχων, χωρίς κατ' ανάγκη να συνδέονται με αυτό χρηματοοικονομικές συνέπειες. Η γνωστοποίηση κατά την έννοια του άρθρου 8 του κανονισμού 1663/95 περιλαμβάνει αντιθέτως χρηματοοικονομικές συνέπειες. Η γνωστοποίηση περιέχει πράγματι μια εκτίμηση των δαπανών που η Επιτροπή μπορεί να προτείνει να αφαιρεθούν από την κοινοτική χρηματοδότηση.
26. Από τη στιγμή της γνωστοποιήσεως κατά την έννοια του άρθρου 8 του κανονισμού 1663/95, πρωτεύον στοιχείο αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, ο χαρακτήρας αντιδικίας της σχέσεως μεταξύ της Επιτροπής και του κράτους μέλους. Από το χρονικό αυτό σημείο, δεν αναμένεται εκ μέρους του κράτους μέλους καμία ιδιαίτερη μορφή συνεργασίας. Έχει καταστεί - κατά το μάλλον ή ήττον - ένας συνήθης διάδικος σε μια διοικητική διαδικασία.
27. Δεν πρέπει εξάλλου να υπερεκτιμηθεί η σημασία αυτής της διαπιστώσεως για την παρούσα διαδικασία. ρώτον, η διοικητική διαδικασία έχει ακόμη από της γνωστοποιήσεως βάσει του άρθρου 8 του κανονισμού 1663/95 χαρακτηριστικά συνεργασίας. Το άρθρο αυτό καλεί πράγματι και τα δύο μέρη να προσπαθήσουν να έρθουν σε συμφωνία. Δεύτερον, η γραπτή ανακοίνωση κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, του κανονισμού 729/70 - ανεξαρτήτως των διατάξεων του άρθρου 8 του κανονισμού 1663/95 - έχει νομικές συνέπειες, δεδομένου ότι η ανακοίνωση έχει καθοριστική σημασία για τη λήξη του χρονικού διαστήματος των 24 μηνών. Για τον λόγο αυτόν, η εν λόγω ανακοίνωση πρέπει επίσης να πληροί ορισμένες προϋποθέσεις. Τρίτον, η εκ μέρους κράτους μέλους επίκληση της μη τηρήσεως τυπικών προϋποθέσεων ή άλλων διαδικαστικών ελλείψεων δεν ευδοκιμεί πάντοτε. Το άρθρο 10 ΕΚ φαίνεται επίσης να έχει κάποια σημασία στο στάδιο της αντιδικίας. Ασφαλώς, το κράτος μέλος μπορεί στο στάδιο της αντιδικίας να ενεργεί πρωτίστως βάσει της διαδικαστικής θέσεως στην οποία βρίσκεται, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι μπορεί να εμποδίσει πλήρως την εξέλιξη της διαδικασίας.
28. Στην αλληλουχία αυτή, επισημαίνω ακόμη ότι η Φινλανδική Κυβέρνηση κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση τόνισε ότι συνεργάστηκε καλώς με την Επιτροπή στη διαδικασία αυτή, πράγμα που προκύπτει από το γεγονός ότι απάντησε πάντοτε ταχέως στα έγγραφα της Επιτροπής.
Γ - Η διαφορά
Το περιεχόμενο της ανακοινώσεως
29. Κατά τη Φινλανδική Κυβέρνηση, η ανακοίνωση στην οποία αναφέρεται το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 1663/65 και η γραπτή ανακοίνωση στην οποία αναφέρεται το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, του κανονισμού 729/70 είναι ένα και το αυτό. ρος στήριξη αυτής της απόψεως, η Φινλανδική Κυβέρνηση αναφέρεται επίσης στον κανονισμό (ΕΚ) 2245/1999 της Επιτροπής, της 22ας Οκτωβρίου 1999, για την τροποποίηση του κανονισμού 1663/95 , όπου στη γαλλική απόδοση του τροποποιηθέντος άρθρου 8, παράγραφος 1, γίνεται ρητή αναφορά στα αποτελέσματα των ελέγχων . Η ανακοίνωση, συγκεκριμένα η γραπτή ανακοίνωση, καθορίζει τη λήξη του χρονικού διαστήματος των 24 μηνών. Το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 1663/95 επιβάλλει το έγγραφο αυτό να παραπέμπει στον κανονισμό. Επίσης, όπως εκθέτει η Φινλανδική Κυβέρνηση, πρέπει να αναφέρεται η προθεσμία των δύο μηνών εντός της οποίας το κράτος μέλος πρέπει να απαντήσει. Η ανακοίνωση της 20ής Μα_ου 1997 της Επιτροπής δεν πληροί καμία από αυτές τις προϋποθέσεις.
30. Η Επιτροπή αντικρούει τα επιχειρήματα της Φινλανδικής Κυβερνήσεως που αφορούν τη σχέση μεταξύ του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, του κανονισμού 729/70 και του άρθρου 8 του κανονισμού 1663/95. Εκθέτει ότι δεν υφίσταται σχέση μεταξύ των δύο αυτών διατάξεων. Το νομικό έρεισμα του κανονισμού 1663/95 παρέχεται, κατά την Επιτροπή, ιδίως, από το άρθρο 5, παράγραφος 3, και όχι από το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 729/70. Στο υπόμνημά της απαντήσεως, η Φινλανδική Κυβέρνηση εκθέτει ότι ο συλλογισμός αυτής της Επιτροπής στερείται σημασίας, δεδομένου ότι το άρθρο 5, παράγραφος 3, ρητώς παραπέμπει στη λήψη αποφάσεως βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_.
31. Η απάντηση στο πρώτο αυτό επιμέρους ερώτημα συνδέεται στενά με τον φινλανδικό ισχυρισμό ότι η γραπτή ανακοίνωση βάσει του κανονισμού 729/70 και η ανακοίνωση βάσει του κανονισμού 1663/95 είναι ένα και το αυτό. Ο ισχυρισμός αυτός, κατά τη γνώμη μου, δεν είναι ορθός. Αιτιολογώ την κρίση αυτή ως ακολούθως.
32. Αποφασιστική σημασία έχει, κατά τη γνώμη μου, ότι το περιεχόμενο του εγγράφου που αναφέρεται στον εκτελεστικό κανονισμό δεν είναι πανομοιότυπο προς αυτό του εγγράφου που αναφέρεται στον βασικό κανονισμό. Η γραπτή ανακοίνωση, που αφορά το άρθρο του βασικού κανονισμού, περιέχει τα αποτελέσματα των ελέγχων στις οποίες προέβη η Επιτροπή. Η γραπτή αυτή ανακοίνωση πραγματοποιήθηκε λίγο χρόνο μετά τη διενέργεια των ελέγχων. Εν προκειμένω, επιτόπιοι έλεγχοι - τμήμα των επαληθεύσεων - πραγματοποιήθηκαν τον Απρίλιο του 1997, τα δε αποτελέσματα ανακοινώθηκαν στη Φινλανδική Κυβέρνηση τον Μάιο του 1997.
33. Η ανακοίνωση αφορά επίσης τα αποτελέσματα αυτά, πλην όμως παρέχεται μόνον αφού η Επιτροπή θεωρεί, βάσει έρευνας, ότι ορισμένες δαπάνες δεν πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τις κοινοτικές διατάξεις. Επιπλέον, η ανακοίνωση περιέχει υπολογισμό των δαπανών, που η Επιτροπή προτίθεται να εξαιρέσει από τη χρηματοδότηση εκ μέρους του ΕΓΤΕ. Από τα ανωτέρω συνάγω ότι η κατά την έννοια του κανονισμού 1663/95 ανακοίνωση παρασχέθηκε σε χρονικό σημείο μεταγενέστερο της διαδικασίας.
34. Εντάσσω το ζήτημα αυτό σε ένα ευρύτερο πλαίσιο της διαδικασίας που αφορά τη χρηματοδότηση της κοινής γεωργικής πολιτικής από το ΕΓΤΕ, στην περίπτωση κατά την οποία η Επιτροπή θεωρεί ότι συντρέχει λόγος να μη χρηματοδοτηθούν από κοινοτικούς πόρους όλες οι δαπάνες που πραγματοποίησε το κράτος μέλος. Το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, του βασικού κανονισμού 729/70 αναγνωρίζει, κατά την εκτίμησή μου, δύο από τυπικής απόψεως χρονικά σημεία. Η διαδικασία αρχίζει με την ήδη αναφερθείσα γραπτή ανακοίνωση και ολοκληρώνεται με απόφαση της Επιτροπής. Το μεταξύ των δύο αυτών χρονικών σημείων χρονικό διάστημα χαρακτηρίζεται από μια συνεργασία, εν προκειμένω διαβούλευση, μεταξύ της Επιτροπής και του οικείου κράτους μέλους.
35. Η διάρκεια του χρονικού αυτού διαστήματος ορίζεται από το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, του κανονισμού 729/70 και από το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 1663/95. Οι διατάξεις αυτές αφορούν την ανταλλαγή διαφόρων εγγράφων και προβλέπουν στη συνέχεια προφορική διαβούλευση για την παρέμβαση ενός συμβιβαστικού οργάνου, το οποίο δημιουργήθηκε με την απόφαση 94/442/ΕΚ της Επιτροπής, της 1ης Ιουλίου 1994, σχετικά με τη θέσπιση διαδικασίας συμβιβασμού στο πλαίσιο της εκκαθάρισης των λογαριασμών του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου ροσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΕ), τμήμα Εγγυήσεων . Η Φινλανδική Κυβέρνηση παραπέμπει συναφώς και στις κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής της 23ης Δεκεμβρίου 1997 , που αφορούν τον καθορισμό των χρηματοοικονομικών συνεπειών κατά την κατάρτιση της αποφάσεως περί εκκαθαρίσεως του ΕΓΤΕ, τμήμα Εγγυήσεων. Κατά τις κατευθυντήριες αυτές γραμμές, η Επιτροπή οφείλει να τηρεί τους διαδικαστικούς κανόνες του κανονισμού 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, του κανονισμού 729/70.
36. Η κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 1663/95 ανακοίνωση αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, μέρος της συνεργασίας που πραγματοποιείται μεταξύ της βάσει του κανονισμού 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, του κανονισμού 729/70 γραπτής ανακοινώσεως και της αποφάσεως της Επιτροπής. Η Επιτροπή προέβη τότε σε έρευνα, είναι σε θέση να εξειδικεύσει ποιες δαπάνες δεν πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τις κοινοτικές διατάξεις και μπορεί βάσει αυτών των δεδομέων να προτείνει διορθωτικά μέτρα.
37. Στη συνέχεια, στο κείμενο των δύο αυτών κανονισμών ανευρίσκω έρεισμα για τη γνώμη μου ότι η βάσει του άρθρου 5 του κανονισμού 729/70 γραπτή ανακοίνωση και η βάσει του άρθρου 8 του κανονισμού 1663/95 ανακοίνωση δεν είναι ένα και το αυτό.
38. Επισημαίνω ότι αμφότεροι οι κανονισμοί χρησιμοποιούν στην ολλανδική απόδοση του κειμένου διαφορετικούς όρους. Ο κανονισμός 729/70 κάνει λόγο για «schriftelijke mededeling» [γραπτή ανακοίνωση], ο δε κανονισμός 1663/95, ο οποίος εκδόθηκε κατ' εφαρμογή του προηγουμένου κανονισμού, για «kennisgeving» [ανακοίνωση]. Επίσης, στην αγγλική απόδοση χρησιμοποιούνται δύο έννοιες, «notify» και αντιστοίχως «communicate», αλλά στη φινλανδική απόδοση υφίσταται διαφορά ορολογίας. Όμως, δεν αποδίδω υπερβολικά μεγάλη σημασία στη διαφορά αυτή, δεδομένου ότι, μεταξύ άλλων, το γαλλικό και το ιταλικό κείμενο αμφοτέρων των κανονισμών χρησιμοποιούν τον ίδιο όρο.
39. Αποδίδω μεγαλύτερη σημασία στο γεγονός ότι το άρθρο 8 του κανονισμού 1663/95 δεν παραπέμπει στην ανακοίνωση η οποία αναφέρεται στο άρθρο 5 του κανονισμού 729/70. Ο κανονισμός 1663/95 της Επιτροπής περιέχει πράγματι εκτελεστικές διατάξεις για τον βασικό κανονισμό 729/70. Εφόσον ο βασικός κανονισμός ορίζει ότι η Επιτροπή αποστέλλει μια συγκεκριμένη ανακοίνωση, ο εκτελεστικός κανονισμός δεν χρειάζεται να ορίσει αυτό εκ νέου. Εφόσον, εντούτοις, ο εκτελεστικός κανονισμός ορίζει ότι η Επιτροπή αποστέλλει μια ανακοίνωση, είναι φανερό - σε περίπτωση αμφιβολίας ως προς το ζήτημα αν πρόκειται για την ίδια ανακοίνωση όπως στον βασικό κανονισμό - ότι πρόκειται για διαφορετική ανακοίνωση.
40. Στην παρούσα διαδικασία, το έγγραφο της Επιτροπής της 17ης Σεπτεμβρίου 1998 πρέπει να θεωρηθεί ως ανακοίνωση κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 1663/95. Αυτό ισχυρίζεται η Επιτροπή με το υπόμνημά της αντικρούσεως και αυτό προκύπτει από το περιεχόμενο του εγγράφου. Η Επιτροπή αναφέρεται με το έγγραφο αυτό στο άρθρο 8. Επιπλέον, ζητεί, σύμφωνα με το άρθρο αυτό, από τη Φινλανδική Κυβέρνηση να απαντήσει εντός προθεσμίας δύο μηνών και αναγγέλλει τον αναφερόμενο στο άρθρο αυτό διμερή διάλογο.
41. Κατόπιν αυτών, θεωρώ την ανακοίνωση της 20ής Μα_ου 1997 ως τη (γραπτή) ανακοίνωση των αποτελεσμάτων των κατά το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, του κανονισμού 729/70 ελέγχων.
Η σημασία των ουσιωδών τύπων
42. Υφίσταται πλούσια νομολογία του Δικαστηρίου ως προς τη μη τήρηση ουσιωδών τύπων. Η νομολογία του Δικαστηρίου κάνει διάκριση μεταξύ ουσιωδών και μη ουσιωδών τύπων. Στην περίπτωση ουσιωδών τύπων, η μη τήρηση συνεπάγεται την ακυρότητα της συγκεκριμένης πράξεως. Συναφώς, το Δικαστήριο αντιλαμβάνεται ευρέως την έννοια του ουσιώδους τύπου .
43. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο εξέτασε την υποχρέωση της Επιτροπής να αποστέλλει εγκαίρως έγγραφα στα κράτη μέλη προς τον σκοπό της εκδόσεως γνωμοδοτήσεως της Μόνιμης Επιτροπής Τεχνικών Έργων, όπου η ψηφοφορία στην επιτροπή - μετά την υπερβολικά καθυστερημένη αποστολή των εγγράφων - δεν αναβλήθηκε παρά μια εν προκειμένω ρητή αίτηση εκ μέρους ενός κράτους μέλους . αραθέτω τη σκέψη 31 της αποφάσεως αυτής Γερμανία κατά Επιτροπής: «Αυτή η επιταγή χωριστής αποστολής, αφενός, στις μόνιμες αντιπροσωπείες των κρατών μελών και, αφετέρου, στους αντιπροσώπους τους στη μόνιμη επιτροπή, καθώς και το ότι δεν μπορεί να συντμηθεί η προθεσμία αποστολής εμφαίνουν αρκούντως τη βούληση διασφαλίσεως στα κράτη μέλη του αναγκαίου χρόνου για τη μελέτη των εγγράφων αυτών, τα οποία μπορεί να είναι ιδιαζόντως περίπλοκα, να απαιτούν πολυάριθμες επαφές και συζητήσεις μεταξύ διαφόρων διοικητικών αρχών, τη διαβούλευση με εμπειρογνώμονες επί διαφόρων ζητημάτων ή ακόμη τη διαβούλευση με επαγγελματικές οργανώσεις». Εν προκειμένω, έχει επίσης σημασία ότι τα έγγραφα στην υπόθεση αυτή είχαν πράγματι αποσταλεί εγκαίρως στην αγγλική γλώσσα.
44. Από το παρατεθέν χωρίο της αποφάσεως Γερμανία κατά Επιτροπής συνάγω ότι το Δικαστήριο στην υπόθεση αυτή θεώρησε σημαντικούς τους ακόλουθους παράγοντες ως προς το ζήτημα αν υφίσταται ουσιώδης τύπος διαδικαστικής φύσεως:
- τον σαφή χαρακτήρα της τυπικής διατάξεως. Εν προκειμένω, η τυπική διάταξη - δηλαδή η τήρηση της προθεσμίας κατά την αποστολή εγγράφων - δεν επιδεχόταν καμία εξαίρεση·
- το βάρος της τυπικής διατάξεως. Τα έγγραφα έπρεπε να αποσταλούν τόσο στη Μόνιμη Αντιπροσωπεία όσο και στους αντιπροσώπους στο πλαίσιο της επιτροπής·
- τον από τεχνικής απόψεως περίπλοκο χαρακτήρα των εγγράφων. Ο χαρακτήρας αυτός έχει επίσης σημασία για το ζήτημα αν είναι παραδεκτό ένα έγγραφο στην αγγλική γλώσσα·
- τη σημασία της τυπικής διατάξεως: ένα ελάχιστο χρονικό διάστημα είναι αναγκαίο για τη διαβούλευση με διαφόρους ενδιαφερομένους.
45. Στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο πρέπει να δώσει απάντηση στο ερώτημα κατά πόσον οι προϋποθέσεις που τίθενται με την κατά το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, του κανονισμού 729/70 κοινοποίηση πρέπει να θεωρηθούν ως ουσιώδης τύπος. ρόκειται κατ' αρχάς για την προϋπόθεση του εγγράφου τύπου, που το ίδιο το άρθρο αναφέρει, επιπλέον όμως θεωρώ επίσης ότι η προϋπόθεση της κοινοποιήσεως στη γλώσσα του κράτους μέλους συνιστά τύπο - είτε είναι ουσιώδης είτε όχι .
46. Η Φινλανδική Κυβέρνηση εξετάζει, ιδίως με το υπόμνημά της απαντήσεως, τον τύπο που προβλέπεται, σύμφωνα με τον κανονισμό 729/70 (και τον κανονισμό 1663/95), για την γραπτή ανακοίνωση. Κατά την εν λόγω κυβέρνηση, η τηλεομοιοτυπία δεν πληροί αυτόν τον τύπο. Ούτε ένα έγγραφο στην αγγλική γλώσσα πληροί αυτόν τον τύπο. Η Φινλανδική Κυβέρνηση εκθέτει ότι από την κοινοτική ρύθμιση απορρέει το δικαίωμα για την τήρηση αυτών των διαδικαστικών κανόνων. Κατ' αυτόν τον τρόπο, η Φινλανδική Κυβέρνηση χαρακτηρίζει τις προϋποθέσεις αυτές ως ουσιώδη τύπο. Αντιλαμβάνονται την άποψη της Επιτροπής ως αντίθετη προς αυτήν της Φινλανδικής Κυβερνήσεως. Κατά την Επιτροπή, αποφασιστική σημασία δεν έχει η επίσημη παρουσίαση του εγγράφου, αλλά ο σκοπός της ειδοποιήσεως. Ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε με το έγγραφο της 20ής Μα_ου 1997. Η Επιτροπή επισημαίνει ακόμη ότι μια υπερβολικά τυπική πρακτική εφαρμογής των κανόνων θα παρείχε στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να παρελκύουν κατά το δοκούν τη συλλογή πληροφοριών εκ μέρους της Επιτροπής και να βλάπτουν έτσι το σύστημα.
47. εραιτέρω, αμφότεροι οι διάδικοι προβαίνουν ακόμη σε ένα συσχετισμό με την αρχή της ασφάλειας δικαίου. Κατά την Επιτροπή, ο κανόνας των 24 μηνών οφείλεται στη μέριμνα προστασίας της ασφάλειας δικαίου. Η Επιτροπή δεν μπορεί, όπως ισχυρίζεται, πολλά έτη μετά την οικονομική χρήση να επιβάλλει διορθώσεις στα κράτη μέλη, χωρίς να τα έχει προηγουμένως ειδοποιήσει. Επίσης, η Επιτροπή αναφέρει επιπλέον την καλή πίστη. Η Φινλανδική Κυβέρνηση συνδέει την αρχή της ασφάλειας δικαίου με την απαίτηση τηρήσεως των τυπικών διατάξεων. Κατά την εκτίμησή της, η ευκολία δεν μπορεί να υπερτερεί της αρχής της ασφάλειας δικαίου.
48. Κατά τη γνώμη μου, ο χαρακτηρισμός των τυπικών διατάξεων στην παρούσα διαδικασία συνδέεται άμεσα με τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της γραπτής ανακοινώσεως κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, του κανονισμού 729/70. Αφενός, από την ανακοίνωση απορρέουν χρηματοοικονομικές συνέπειες, την έκταση των οποίων η Φινλανδική Κυβέρνηση θα πρέπει να μπορεί να γνωρίζει. Η Φινλανδική Κυβέρνηση μπορεί να έχει συμφέρον προς τούτο, π.χ. σε σχέση με την πρόβλεψη πόρων προς κάλυψη της χρηματοοικονομικής απώλειας. Επιπλέον, μπορεί να αμφισβητήσει την ουσιαστική ορθότητα της ανακοινώσεως. Αφετέρου, πρόκειται για ανακοίνωση που αφορά περιστατικά τα οποία έγιναν γνωστά στο παρελθόν. Η Φινλανδική Κυβέρνηση δεν μπορεί να λάβει κανένα μέτρο για να περιορίσει την έκταση της χρηματοοικονομικής της απώλειας, δεδομένου ότι οι δαπάνες τις οποίες αφορά η ανακοίνωση έχουν ήδη πραγματοποιηθεί. ολλώ μάλλον δεν μπορεί η Φινλανδική Κυβέρνηση να ανατρέψει την έννομη συνέπεια της ανακοινώσεως κατά την οποία διεκόπη η προθεσμία των 24 μηνών.
49. Νομίζω ότι έχει καθοριστική σημασία το ότι πρόκειται για γραπή ανακοίνωση ουσιαστικής φύσεως, κατά της έννομης συνέπειας της οποίας δεν χωρεί κανένα ένδικο μέσο. Αυτό περιορίζει το συμφέρον που ανάγεται στους τύπους που συνδέονται με την ανακοίνωση. Επομένως, το ζήτημα είναι μόνον αν - ενόψει των στοιχείων που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο στην απόφαση Γερμανία κατά Επιτροπής - πρόκειται εδώ για ουσιώδη τύπο.
50. Ασφαλώς, η Φινλανδική Κυβέρνηση θα πρέπει να γνωρίζει ότι η ληφθείσα από αυτή ανακοίνωση αφορά την κατά το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, ανακοίνωση. Αυτό, κατά τη γνώμη μου, απορρέει από την αρχή της ασφάλειας δικαίου. Η αρχή της ασφάλειας δικαίου συνεπάγεται εν προκειμένω ότι η ρύθμιση πρέπει να είναι βεβαία και η εφαρμογή της προβλέψιμη από τον ενδιαφερόμενο, εν προκειμένω τη Φινλανδική Κυβέρνηση. «Αυτή η επιταγή της ασφάλειας του δικαίου πρέπει να τηρείται με ιδιαίτερη αυστηρότητα, οσάκις πρόκειται για διατάξεις που μπορούν να έχουν οικονομικές επιπτώσεις, ώστε να μπορούν οι ενδιαφερόμενοι να γνωρίζουν με ακρίβεια την έκταση των υποχρεώσεων που τους επιβάλλουν», όπως εξέθεσε το Δικαστήριο στην απόφασή του Δανία κατά Επιτροπής . Εν προκειμένω, πληρούται η προϋπόθεση της βεβαιότητας. Αυτό το συνάγω από το γεγονός ότι η Φινλανδική Κυβέρνηση αντέδρασε επί της ουσίας με έγγραφο της 21ης Ιουλίου 1997 στο έγγραφο που της απευθύνθηκε στις 20 Μα_ου 1997.
51. Επομένως, καταλήγω επί του σημείου αυτού στο ακόλουθο συμπέρασμα. Κατ' εμέ, δεν είναι βέβαιο ότι οι προϋποθέσεις που τίθενται για την κατά το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, του κανονισμού 729/70 ανακοίνωση μπορούν να θεωρηθούν ως ουσιώδης τύπος, του οποίου η μη τήρηση συνεπάγεται ακυρότητα. Όμως, πρέπει να πληρούται η προϋπόθεση της βεβαιότητας, πράγμα που δεν συμβαίνει εν προκειμένω.
52. Εντούτοις, ακόμη και αν οι εν λόγω προϋποθέσεις πρέπει να θεωρηθούν ως ουσιώδης τύπος, αυτό δεν σημαίνει ότι το κράτος μέλος μπορεί εν πάση περιπτώσει να το επικαλεστεί.
53. Στο υπόμνημά της απαντήσεως, η Φινλανδική Κυβέρνηση έθιξε αυτό το σημείο. Εκθέτει τα ακόλουθα. Βεβαίως, οι φινλανδικές αρχές ανταποκρίθηκαν γενικώς, από ευγένεια, στις ανεπίσημες επαφές εκ μέρους της Επιτροπής, πλην όμως η στάση αυτή δεν στερεί τη Φινλανδική Κυβέρνηση του δικαιώματός της να αξιώνει την τήρηση διαδικαστικών κανόνων, όσον αφορά τον υπολογισμό μιας σημαντικής νομικής προθεσμίας. Κατ' ουσίαν, η Φινλανδική Κυβέρνηση ισχυρίζεται συναφώς ότι δεν απώλεσε το δικαίωμά της να επικαλεσθεί την τυπική αυτή διάταξη ως εκ του ότι δεν αξίωσε εν πάση περιπτώσει την τήρησή της.
54. Στην απόφαση Γερμανία κατά Επιτροπής , το Δικαστήριο απέδωσε σημασία στο γεγονός ότι η Γερμανική Κυβέρνηση ζήτησε ρητώς αναβολή της ψηφοφορίας για τα έγγραφα που απεστάλησαν καθυστερημένα. Μ' αυτόν τον τρόπο, προέβαλε πολύ νωρίς αντίρρηση για τη μη τήρηση ενός ουσιώδους τύπου με την ενδεχόμενη δυνατότητα να μπορεί να περιοριστεί η ζημία που απέρρεε από την εν λόγω μη τήρηση.
55. Τόσο ο ισχυρισμός της Φινλανδικής Κυβερνήσεως όσο και η απόφαση Γερμανία κατά Επιτροπής θέτουν το ζήτημα αν ένα κράτος μέλος οφείλει να προβάλει αντιρρήσεις για τη μη τήρηση ενός τύπου. Μπορεί το κράτος μέλος να επικαλεστεί στο πλαίσιο διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου τη μη τήρηση ενός τύπου, ενώ προηγουμένως είχε (σιωπηρώς) συναινέσει γι' αυτό;
56. Έχω τη γνώμη ότι ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλεστεί ενώπιον του Δικαστηρίου την παράβαση ουσιώδους τύπου εκ μέρους της Επιτροπής, όταν έχει προηγουμένως συναινέσει στη μη τήρηση αυτού του τύπου. Μια τέτοια επίκληση αντιβαίνει προς το άρθρο 10 ΕΚ.
57. Εν προκειμένω, είναι βέβαιο ότι η Φινλανδική Κυβέρνηση αντέδρασε ουσιαστικά με έγγραφο της 21ης Ιουλίου 1997 στο αποσταλέν σ' αυτήν έγγραφο της 20ής Μα_ου 1997, χωρίς με το έγγραφο αυτό να διατυπώσει αντιρρήσεις ως προς το γεγονός ότι το έγγραφο δεν περιήλθε σ' αυτήν υπό τη μορφή επιστολής. Από αυτό προκύπτει ότι η Φινλανδική Κυβέρνηση θεώρησε το έγγραφο ως τη γραπτή ανακοίνωση του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, του κανονισμού 729/70. Επομένως, δεν μπορεί μεταγενέστερα να προβάλει αντιρρήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου ως προς τη μορφή υπό την οποία περιήλθε το έγγραφο σ' αυτήν. Επιπροσθέτως, δεν μπορεί να συναχθεί από το γεγονός ότι η Φινλανδική Κυβέρνηση απάντησε μετά δύο μήνες ότι η μη τήρηση του εγγράφου τύπου προξένησε βλάβη στην εν λόγω κυβέρνηση.
58. Επισημαίνω ακόμη εν προκειμένω ότι κάθε διαφορετική άποψη - σε μια διαδικασία όπως η παρούσα - θα μπορούσε να έχει ως ανεπιθύμητη συνέπεια το ότι ένα κράτος μέλος θα επιβραβευόταν με την απόκρυψη ενός τυπικού ελαττώματος. Για να καταστεί αυτό εναργέστερο: αν η Φινλανδική Κυβέρνηση είχε επισημάνει στην Επιτροπή λίγο μετά τις 20 Μα_ου 1997 ότι κακώς δεν έλαβε την ανακοίνωση με επιστολή, τότε η Επιτροπή θα μπορούσε να επανορθώσει αυτή την έλλειψη, με την έννομη συνέπεια ότι η προθεσμία του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, θα μπορούσε να διακοπεί ομοίως λίγο μετά τις 20 Μα_ου 1997.
59. Τελικώς, δεν νομίζω ότι είναι αναγκαίο σε σχέση με την παρούσα διαδικασία να εξετασθεί τελείως σε βάθος η λειτουργία της αρχής της ασφάλειας δικαίου. Ενόψει του ιδιαίτερου χαρακτήρα της γραπτής ανακοινώσεως κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, του κανονισμού 729/70, που περιέχει μια κοινοποίηση για πραγματικά περιστατικά που έγιναν γνωστά στο παρελθόν, η αρχή αυτή έχει πολύ περιορισμένη σημασία. Βεβαίως, από την αρχή αυτή του δικαίου απορρέει - το εξέτασα αυτό στο σημείο 50 - ότι η Φινλανδική Κυβέρνηση έπρεπε με βεβαιότητα να μπορούσε να γνωρίζει ότι η περιελθούσα σ' αυτήν ανακοίνωση αφορούσε την κατά το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, ανακοίνωση.
Η προϋπόθεση υπάρξεως εγγράφου
60. Ως εκ περισσού - ενόψει του ανωτέρω συμπεράσματός μου - θα εξετάσω ακόμη το περιεχόμενο του τύπου, παράβαση του οποίου υφίσταται, κατά τη Φινλανδική Κυβέρνηση.
61. Η Φινλανδική Κυβέρνηση έχει τη γνώμη ότι μια τηλεομοιοτυπία δεν χρειάζεται να γίνει αποδεκτή. Στο υπόμνημά της ανταπαντήσεως, η Επιτροπή αντέδρασε επί του σημείου αυτού. Ισχυρίζεται ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν απαιτεί να λαμβάνει ένα κράτος μέλος εκτός από μια τηλεομοιοτυπία και το πρωτότυπο εγγράφου. Ειδικότερα, η έννοια της φράσεως «κοινοποιούνται γραπτώς» κατά το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, του κανονισμού 729/70 δεν περιορίζεται σε ένα έγγραφο, ενώ το άρθρο 8 του κανονισμού 1663/95 ουδόλως αναφέρει μια τυπική προϋπόθεση.
62. Η απάντηση στο επιμέρους αυτό ζήτημα εξαρτάται πρωτίστως από την ερμηνεία της έννοιας της λέξεως «γραπτώς». ρόκειται επομένως για το αν με την έννοια σημαίνει «όχι προφορικά» ή ότι υπονοείται η ύπαρξη ενός εγγράφου ή άλλων γραπτών. Για την απάντηση στο ερώτημα αυτό καθοριστικό και πάλι, κατά τη γνώμη μου, είναι το συμφέρον που ο κοινοτικός νομοθέτης θέλησε να προστατεύσει θέτοντας την προϋπόθεση της υπάρξεως εγγράφου.
63. ριν καταλήξω σε μια απάντηση, επισημαίνω την αύξουσα σημασία - καθώς και την αυξημένη αποδοχή - της χρησιμοποιήσεως στις έννομες σχέσεις εναλλακτικών μέσων επικοινωνίας αντί της επιστολής. Επισημαίνω απλώς ότι κατά τη θέσπιση το 1995 του σχετικού κειμένου του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, του κανονισμού 729/70 η χρησιμοποίηση του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου δεν αποτελούσε ακόμη ένα γενικευμένο φαινόμενο στο οποίο να αποδιδόταν νομική ισχύς.
64. Σήμερα, το κοινοτικό δίκαιο αναγνωρίζει - μεταξύ άλλων μέσω των οδηγιών για ηλεκτρονικές υπογραφές - σε πολλούς τομείς την ηλεκτρονική επικοινωνία ως μορφή επικοινωνίας ισοδύναμη προς την παραδοσιακή επικοινωνία με έγγραφα.
65. Επίσης στις έννομες σχέσεις μεταξύ της Επιτροπής και ενός κράτους μέλους, η ηλεκτρονική επικοινωνία καταλαμβάνει όλο και σημαντικότερη θέση. Σύνηθες σε διαδικασίες όπως η παρούσα είναι, εν πάση περιπτώσει, το προαντίγραφο, όπου η Επιτροπή αποστέλλει πριν από ένα επίσημο έγγραφο μια τηλεομοιοτυπία ή μια επιστολή με το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο του ίδιου περιεχομένου, πράγμα που δίνει στο κράτος μέλος περισσότερο χρόνο για να απαντήσει. Επιπλέον, η τηλεομοιοτυπία και το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο χρησιμοποιούνται για τη συχνή επικοινωνία που αποτελεί μέρος της συνεργασίας μεταξύ του κράτους μέλους και της Επιτροπής στο πλαίσιο της διαδικασίας εκκαθαρίσεως των λογαριασμών του ΕΓΤΕ, τμήμα Εγγυήσεων.
66. Το Δικαστήριο, επίσης, αναγνωρίζει - έστω και σε περιορισμένο βαθμό - τη χρησιμοποίηση της τηλεομοιοτυπίας ή του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στο πλαίσιο της διαδικασίας. Οι διάδικοι μπορούν να συμφωνήσουν ότι η επίδοση δικογράφων μπορεί να πραγματοποιείται με τηλεομοιοτυπία ή μέσω του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Η κατάθεση δικογράφων εξακολουθεί εντούτοις να πραγματοποιείται αποκλειστικά μέσω του παραδοσιακού ταχυδρομείου .
67. Εξάλλου, η νομολογία του Δικαστηρίου είναι ενίοτε διστακτική ως προς την αποδοχή της ισοδυναμίας αποστελλομένων με τηλεομοιοτυπία πληροφοριών προς τα έγγραφα εν πρωτοτύπω. ρόσφατα, το Δικαστήριο δεν δέχθηκε, με την απόφασή του Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής , λόγω του κινδύνου απάτης, τη χρησιμοποίηση αποστολής πληροφοριών με τηλεομοιοτυπία κατά την προσκόμιση δηλώσεως πληρωμής που αφορούσε επιδότηση που θα έπρεπε να χρηματοδοτηθεί από το ΕΓΤΕ: «ρέπει να διαπιστωθεί ότι η πρακτική των ολλανδικών αρχών η οποία συνίσταται στην αποδοχή κοινοποιήσεως μέσω τηλεαντιγράφου δεν είναι συμβατή με τη διάταξη αυτή . Δημιουργούσε κίνδυνο αχρεωστήτου καταβολής επιδοτήσεων, καθόσον επέτρεπε στον οικείο έμπορο να υποβάλει, μετά τη διαπίστωση ανακρίβειας κατά τη διάρκεια τελωνειακού ελέγχου διενεργηθέντος βάσει τηλεαντιγράφου, άλλη δήλωση περιέχουσα τα ακριβή στοιχεία». Κατά τη γνώμη μου, η διστακτικότητα αυτή του Δικαστηρίου έχει σχέση με την ιδιαίτερη λειτουργία της απαιτήσεως υπάρξεως εγγράφου - δηλαδή η πρόληψη απάτης - και όχι με τη γενική απόρριψη της ηλεκτρονικής μορφής.
68. Στο σημείο αυτό, έρχομαι στην ίδια την απάντηση, την οποία επομένως εντάσσω στο πλαίσιο μιας έντονα αυξηθείσας και γενικώς αποδεκτής χρησιμοποιήσεως ηλεκτρονικών μέσων επικοινωνίας όπως η τηλεομοιοτυπία και το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στις νομικές σχέσεις.
69. Η προϋπόθεση της υπάρξεως εγγράφου επιβάλλεται γενικώς, διότι πρέπει να έχει ως συνέπεια την παροχή ορισμένων εγγυήσεων στους ενδιαφερομένους. Η υποχρέωση συντάξεως εγγράφου σκοπεί την προστασία των μερών παρέχοντάς τους βεβαιότητα ως προς το κύρος του εγγράφου, το περιεχόμενο και το χρονικό σημείο της καταρτίσεως. Μερικές φορές, αυτό όμως δεν έχει σημασία εν προκειμένω, η προϋπόθεση υπάρξεως εγγράφου επιτελεί μια συμπληρωματική λειτουργία, ήτοι την πρόληψη της απάτης , την προστασία του οικονομικώς ασθενέστερου μέρους σε μια σύμβαση ή την προστασία τρίτων. Όσον αφορά το τελευταίο αυτό σημείο, επισημαίνω ότι εν προκειμένω η αλληλογραφία μεταξύ της Επιτροπής και του κράτους μέλους δεν πραγματοποιείται δημοσίως και οι τρίτοι, για τον λόγο αυτόν, δεν μπορούν να αντλήσουν κανένα δικαίωμα από αυτήν. Εν προκειμένω, η προϋπόθεση της υπάρξεως εγγράφου λειτουργεί απλά και μόνον αποδεικτικώς στη σχέση μεταξύ της Επιτροπής και του κράτους μέλους.
70. Το ζήτημα είναι αν η λειτουργία αυτή μπορεί κάλλιστα να διασφαλιστεί και με την ηλεκτρονική αποστολή ενός εγγράφου. Δεν βλέπω γιατί αυτό να μην είναι δυνατό. ράγματι, και από την ηλεκτρονική αποστολή ενός εγγράφου μπορεί γενικώς να συνάγεται το κύρος του εγγράφου, το περιεχόμενο και το χρονικό σημείο της καταρτίσεώς του. Βεβαίως, το ηλεκτρονικώς αποστελλόμενο έγγραφο δεν παρέχει επί των σημείων αυτών πλήρη ασφάλεια, πλην όμως ούτε η επιστολή παρέχει αυτή την ασφάλεια.
71. Ενόψει των ανωτέρω, θεωρώ ότι η γραπτή ανακοίνωση κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, του κανονισμού 729/70 μπορεί, καθεαυτή, να αποσταλεί ηλεκτρονικώς.
Εκτίμηση
72. Καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το έγγραφο που έλαβε η Φινλανδική Κυβέρνηση στις 20 Μα_ου 1997 με τηλετύπημα και/ή με τηλεομοιοτυπία πρέπει να θεωρηθεί ως η γραπτή ανακοίνωση κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, του κανονισμού 729/70. ράγματι, κατά τη γνώμη μου, η γραπτή ανακοίνωση δεν ταυτίζεται με την ανακοίνωση κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 1663/95. Η Φινλανδική Κυβέρνηση δεν μπορεί να επικαλεστεί ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η ανακοίνωση δεν της περιήλθε με επιστολή, αν υποτεθεί ότι η αποστολή με τηλετύπημα και/ή τηλεομοιοτυπία συνιστά όντως παράβαση ουσιώδους τύπου. ράγματι, η Φινλανδική Κυβέρνηση ουδέποτε προέβαλε αντιρρήσεις κατ' αυτού του τρόπου αποστολής. Επιπλέον, μια «γραπτή» ανακοίνωση μπορεί να αποσταλεί ηλεκτρονικώς. Η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί.
Δ - Επικουρικώς
Η γλώσσα
73. Αν το Δικαστήριο δεν συμμεριστεί τα συμπεράσματά μου και κρίνει ότι η γνωστοποίηση της 20ής Μα_ου 1997 δεν πληροί τις ισχύουσες προϋποθέσεις, τίθεται το ζήτημα αν ο κανονισμός 729/70 επιτρέπει τη διατύπωση της ανακοινώσεως στην αγγλική γλώσσα , και όχι στη γλώσσα του κράτους μέλους.
74. Η Φινλανδική Κυβέρνηση αναφέρεται στον κανονισμό 1 του Συμβουλίου, της 15ης Απριλίου 1958, περί καθορισμού του γλωσσικού καθεστώτος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας , όπως έχει τροποποιηθεί με την προσχώρηση της Αυστρίας, της Φινλανδίας και της Σουηδίας. Το άρθρο 3 του κανονισμού αυτού ορίζει ότι τα «έγγραφα τα οποία απευθύνονται από τα όργανα της Κοινότητας προς κράτος μέλος ή πρόσωπο το οποίο υπάγεται στη δικαοδοσία ενός κράτους μέλους συντάσσονται στη γλώσσα του κράτους αυτού».
75. Αντιθέτως, η Επιτροπή ισχυρίζεται - με τον επικουρικό αμυντικό της ισχυρισμό - ότι πρέπει να ληφθεί υπόψη η αγγλική απόδοση του εγγράφου της 17ης Σεπτεμβρίου 1998 και τα διατυπωθέντα στην αγγλική παραρτήματα, με ημερομηνία 10 Ιουλίου 1998. Η Επιτροπή παραδέχεται ότι η Φινλανδική Κυβέρνηση μπορούσε επισήμως να αξιώσει να της αποσταλούν τα παραρτήματα στη φινλανδική γλώσσα. λην όμως, είχε διαμορφωθεί μια διοικητική πρακτική κατά την οποία η Επιτροπή - στο πλαίσιο των επαφών της με το φινλανδικό Υπουργείο Υγείας και Δασών - απέστειλε αρχικά ένα έγγραφο στην αγγλική γλώσσα και αργότερα μόνον τη φινλανδική μετάφραση αμέσως μόλις αυτή ήταν διαθέσιμη. Οι φινλανδικές αρχές αποδέχονταν πάντοτε αυτόν τον τρόπο εργασίας. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή τόνισε την καλή πίστη.
76. Στην απόφαση Γερμανία κατά Επιτροπής , το Δικαστήριο προέβη σε αυστηρή ερμηνεία του άρθρου 3 του κανονισμού 1 του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο θεώρησε ανεπαρκή την αποστολή εγγράφων στην αγγλική γλώσσα από την Επιτροπή προς τις γερμανικές αρχές. Συγκεκριμένα επρόκειτο, όπως εξέθεσα και στο σημείο 44 των προτάσεών μου, για τεχνικής φύσεως έγγραφα που έπρεπε να χρησιμεύσουν ως βάση για τη λήψη αποφάσεως στο πλαίσιο της διαρκούς επιτροπής τεχνικών κατασκευών.
77. Κατά τη γνώμη μου, η αυστηρή ερμηνεία του Δικαστηρίου πρέπει να νοηθεί υπό το φως του ιδιαιτέρου χαρακτήρα αυτών των εγγράφων. Επρόκειτο για τεχνικής φύσεως έγγραφα που έπρεπε να χρησιμεύσουν ως βάση για τη λήψη αποφάσεως. Ο γενικός εισαγγελέας Ruiz-Jarabo Colomer εξέθεσε συναφώς τα εξής: «Η Επιτροπή μπορεί να θεωρεί ίσως αυτονόητο ότι οι υπάλληλοι της Μόνιμης Αντιπροσωπείας της Γερμανίας κατέχουν την αγγλική γλώσσα, αλλά φρονώ ότι είναι υπερβολικό να τεκμαίρεται τούτο για τους δύο αντιπροσώπους της χώρας αυτής, πολλώ δε μάλλον για τους εμπειρογνώμονες» . Όπως και αν έχει το πράγμα, οι αρχές του κράτους μέλους έπρεπε να μπορούν να συζητήσουν τα έγγραφα αυτά στη χώρα τους με τους ενδιαφερομένους, τόσο δημοσίως όσο και ιδιωτικώς. ρος τον σκοπό αυτόν, έπρεπε εγκαίρως να διαθέτουν τα έγγραφα στη γερμανική γλώσσα.
78. Για μια πιο περιορισμένη θεώρηση του κανονισμού 1 του Συμβουλίου βρίσκω έρεισμα στην πρόσφατη απόφαση του ρωτοδικείου στην υπόθεση Kik . Στην απόφαση αυτή, το ρωτοδικείο επισημαίνει τη δυνατότητα ότι η επιλογή μιας γλώσσας - σε ορισμένες περιπτώσεις - μπορεί να περιορίζεται σε γλώσσα της οποίας η γνώση έχει μεγαλύτερη εξάπλωση εντός της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Εν προκειμένω, η υπόθεση αυτή αφορούσε το γλωσσικό καθεστώς του Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα). Κατά το καθεστώς αυτό, ένα μέρος της ανακοινώσεως πραγματοποιείται στη γερμανική, την αγγλική, τη γαλλική, την ισπανική ή την ιταλική γλώσσα. Ομοίως, το ρωτοδικείο απορρίπτει την επίκληση δυσμενούς διακρίσεως υπηκόου μιας χώρας όπου ομιλείται μια άλλη κοινοτική γλώσσα.
79. Θεωρώ ότι η αποστολή εγγράφων στην αγγλική γλώσσα δεν συνεπάγεται σε κάθε περίπτωση ακυρότητα των εγγράφων λόγω μη τηρήσεως ουσιώδους τύπου. Εντούτοις, το κράτος μέλος δικαιούται βεβαίως να του αποστέλλονται έγγραφα στη δική του γλώσσα. ροκειμένου να προβάλει το δικαίωμα αυτό, οφείλει να επισημάνει ενδεχομένως στην Επιτροπή ότι δεν αρκείται σε έγγραφο που έχει συνταχθεί στην αγγλική. Κατά τη γνώμη μου, δεν συμβιβάζεται με τη συνεργασία μεταξύ της Επιτροπής και του κράτους μέλους το να επικαλείται το κράτος αυτό ενώπιον του Δικαστηρίου την ανυπαρξία μιας πιστής μεταφράσεως. Όπως προκύπτει επίσης από το σημείο 56 των προτάσεών μου, θεωρώ ότι μια τέτοια ενέργεια ενός κράτους μέλους βρίσκεται τουλάχιστον σε αντίθεση προς το άρθρο 10 ΕΚ.
80. Στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για μια σαφώς ειδική κατάσταση. Οι διάδικοι συμφωνούν, όπως αντιλαμβάνομαι την άποψη της Επιτροπής, ότι η ημερομηνία της 10ης Ιουλίου 1998, κατά την οποία εστάλη το έγγραφο στην αγγλική γλώσσα, δεν έχει καθοριστική σημασία. ράγματι, επρόκειτο για ένα προαντίγραφο του εγγράφου της 10ης Σεπτεμβρίου 1998. Στη συνέχεια, κατά την άποψη της Επιτροπής, σημασία έχει το αποσταλέν στη φινλανδική γλώσσα έγγραφο της 17ης Σεπτεμβρίου 1998, μολονότι έλειπαν τα παραρτήματα. Τα παραρτήματα αυτά είχαν εντούτοις αποσταλεί στη Φινλανδική Κυβέρνηση πολύ νωρίτερα στην αγγλική γλώσσα. Η Φινλανδική Κυβέρνηση αποδίδει εντούτοις αποφασιστική σημασία στην έλλειψη παραρτημάτων στη φινλανδική γλώσσα. Επισημαίνει το γεγονός αυτό στην Επιτροπή, η οποία κατόπιν τούτου αποστέλλει τα παραρτήματα στις 11 Δεκεμβρίου 1998. Τα παραρτήματα αυτά συνοδεύονται από έγγραφο στο οποίο η Επιτροπή επαναλαμβάνει την τελική διατύπωση του προηγουμένου εγγράφου και τάσσει εκ νέου την προθεσμία του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 729/70.
81. Καταλήγω στο συμπέρασμα ότι υπό τις δεδομένες - ιδιαίτερες - περιστάσεις της υποθέσεως ούτε το έγγραφο της 10ης Ιουλίου 1998, που είχε συνταχθεί στην αγγλική γλώσσα, ούτε το συνταχθέν στη φινλανδική έγγραφο της 17ης Σεπτεμβρίου 1998 μπορεί να θεωρηθεί ως γραπτή ανακοίνωση κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, του κανονισμού 729/70. Στηρίζομαι συναφώς στην άποψη και/ή τον τρόπο ενεργείας της Επιτροπής, δηλαδή ότι:
- Η ίδια η Επιτροπή θεωρεί το έγγραφο της 10ης Ιουλίου 1998 στην αγγλική ως απλώς ένα προαντίγραφο του εγγράφου στη φινλανδική γλώσσα.
- Επαναλαμβάνοντας στο συνοδευτικό έγγραφο της 11ης Δεκεμβρίου 1998, μετά των παραρτημάτων, την τελική διατύπωση του εγγράφου της 17ης Σεπτεμβρίου 1998, η Επιτροπή αναιρεί οποιαδήποτε έννομη συνέπεια από το έγγραφο της 17ης Σεπτεμβρίου 1998.
Η ημερομηνία της κοινοποιήσεως
82. Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο υιοθετήσει την άποψή μου ότι ούτε το έγγραφο στην αγγλική της 10ης Ιουλίου 1998 ούτε το έγγραφο στη φινλανδική της 17ης Σεπτεμβρίου 1998 μπορεί να θεωρηθεί ως η γραπτή ανακοίνωση κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, του κανονισμού 729/70, θα αφιερώσω μερικές σύντομες σκέψεις στο ζήτημα της ημερομηνίας λήψεως του εγγράφου της 11ης Δεκεμβρίου 1998.
83. Όσον αφορά το έγγραφο της 11ης Δεκεμβρίου 1998, η Επιτροπή τονίζει ότι ως ημερομηνία λήψεως πρέπει να ληφθεί η 14η Δεκεμβρίου, δηλαδή η ημερομηνία κατά την οποία το έγγραφο περιήλθε στη Μόνιμη Αντιπροσωπεία, και όχι η 22α Δεκεμβρίου, δηλαδή η ημεορμηνία κατά την οποία το έγγραφο παρελήφθη από το υπουργείο στο Ελσίνκι. Υπενθυμίζει τη γενική πρακτική κατά την οποία αποστέλλει πάντοτε το πρωτότυπο της ανακοινώσεως στη Μόνιμη Αντιπροσωπεία. Άλλα αντίτυπα, που αποστέλλονται στις εθνικές αρχές, χρησιμεύουν απλώς ως επιβεβαίωση. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή διευκρινίζει ότι και τα δύο αντίτυπα έχουν την ίδια αξία και ότι το έγγραφο προς τη Μόνιμη Αντιπροσωπεία δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αντίγραφο.
84. Η Φινλανδική Κυβέρνηση παραδέχεται ότι η Μόνιμη Αντιπροσωπεία έλαβε στις 14 Δεκεμβρίου 1998 ένα αντίγραφο. Εντούτοις, το πρωτότυπο απευθύνθηκε στο Υπουργείο Γεωργίας και Δασών στο Ελσίνκι και περιήλθε σ' αυτό στις 22 Δεκεμβρίου 1998. Η Φινλανδική Κυβέρνηση θεωρεί ότι η ημερομηνία λήψεως του πρωτοτύπου έχει αποφασιστική σημασία.
85. Επισημαίνω ότι, κατά πάγια πρακτική, η επίσημη αλληλογραφία μεταξύ της Επιτροπής και ενός κράτους μέλους πραγματοποιείται μέσω της Μόνιμης Αντιπροσωπείας στις Βρυξέλλες. Συνεπώς, καθοριστική σημασία έχει το χρονικό σημείο κατά το οποίο η Μόνιμη Αντιπροσωπεία λαμβάνει ένα έγγραφο. Από αυτό ακριβώς το χρονικό σημείο αποτελεί εσωτερική υπόθεση του κράτους μέλους για το πώς θα ενημερωθούν οι αρχές στην πρωτεύσουσα. Το ότι η Επιτροπή, όπως εν προκειμένω συνέβη, απέστειλε συγχρόνως ένα αντίτυπο στο Υπουργείο Γεωργίας και Δασών στο Ελσίνκι συνάδει προς το πνεύμα της συνεργασίας μεταξύ της Επιτροπής και του κράτους μέλους κατά την εκκαθάριση των λογαριασμών στο πλαίσιο του ΕΓΤΕ, τμήμα Εγγυήσεων. Αυτό, εντούτοις, δεν έχει καμία συνέπεια για την ημερομηνία που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στο πλαίσιο της διαδικασίας εκκαθαρίσεως των λογαριασμών.
86. Αν το Δικαστήριο υιοθετήσει τον ισχυρισμό της Φινλανδικής Κυβερνήσεως, ότι καθοριστικό είναι το χρονικό σημείο της λήψεως από το υπουργείο στο Ελσίνκι, και όχι της λήψεως από τη Μόνιμη Αντιπροσωπεία, αυτό θα μπορούσε να έχει επιπλέον ως συνέπεια ότι η Επιτροπή θα παραιτούνταν στο εξής από την απευθείας αποστολή αντιτύπων στις οικείες αρχές στην πρωτεύουσα, πράγμα που θα είχε δυσμενείς επιπτώσεις στη συνεργασία.
87. Επομένως, το έγγραφο της 11ης Δεκεμβρίου 1998 πρέπει να θεωρηθεί ότι ελήφθη από τη Φινλανδική Κυβέρνηση στις 14 Δεκεμβρίου 1998.
Επικουρική εκτίμηση
88. Κατόπιν όλων των ανωτέρω, άγομαι στην ακόλουθη επικουρική εκτίμηση: Αν το Δικαστήριο δεν υιοθετήσει την άποψή μου ότι η ανακοίνωση της 20ής Μα_ου 1997 πληροί τις τεθείσες προϋποθέσεις, προτείνω στο Δικαστήριο να κηρύξει βάσιμη την προσφυγή, εξυπακουομένου ότι ως ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας των 24 μηνών ορίζεται η 14η Δεκεμβρίου 1998.
V - ρόταση
89. Υπό το φως των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή και να καταδικάσει τη Δημοκρατία της Φινλανδίας, βάσει του άρθρου 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy